Jump to content

DinoHajiyorgi's Blog

  • entries
    13
  • comments
    64
  • views
    5,979

About this blog

Περιμένοντας τον Δράκο

Entries in this blog

DinoHajiyorgi

(Το έχω ποστάρει στο sff στα αγγλικά νομίζω. Είναι το "άλλο" μου κείμενο στο ΑΝ #39)

 

«Μα ήταν κάτι τελείως αθώο, δεν εμπεριείχε τίποτα το ερωτικό» μου είπε ενώ το μυαλό μου άρπαξε φωτιά.

Έφερα στον νου μου την εικόνα της, μαζί με την Ούμα και το άλλο φιλικό τους ζευγάρι, Βρετανοί στα εξήντα τους, ολόγυμνοι και ιδρωμένοι να μπαίνουν στο νερό αποζητώντας την δροσιά της θάλασσας. Προσωπικά, δεν χάφτω την όλη ιστορία του Αδάμ και της Εύας, έτσι, δεν μπορώ με τίποτα να μαντέψω υπό ποιες συνθήκες υπήρξε εκείνη η πρώτη φορά που κάποιος αναφώνησε «Έι, αυτά εδώ είναι ντροπής πράματς, ας τα σκεπάσουμε για να μην φαίνονται!» Και φυσικά επικροτώ εκείνη την πρώτη, περίεργη απόφαση, γιατί μου αρέσουν τα ντροπής πράματς, τα θέλω σκεπασμένα, κρυφά και μυστηριώδη. Ήταν το ξεκίνημα που έδωσε έναυσμα στη δημιουργία, τυμπανοκρουσία παρακαλώ, του Λάγνου Ματιού. Το πεινασμένο, λιμασμένο μάτι που ψάχνει, μαντεύει, βασανίζεται από τις πολλαπλές στρώσεις ρουχισμού, και που τρέφει την φαντασία με υπέροχες, λάγνες εικόνες. Στις απαρχές, η ελάχιστη υποψία από αλαβάστρινη, λευκή σάρκα σε λαιμό, ή αστράγαλο, θα γέμιζε τόμους ποίησης. Αργότερα, θα εμπλουτιζόταν το οπτικό μενού, αλλά θα φτώχαινε η φαντασία. Τώρα πια, η θέαση ενός γυναικείου στήθους δεν προσβάλλει, όπως το θεωρούσαν ένοχο παλαιότερα, εφόσον βέβαια η ρόγα παραμένει καλυμμένη και αθέατη. Μόνο η ένοχη ρόγα λοιπόν είναι το ντροπής πράματς, εκείνη κάνει όλη τη ζημιά. (Και όχι μόνο η εικόνα της, αλλά και η ίδια η λέξη – στο παρόν κείμενο – προκαλεί μια κάποια ενόχληση στον συντάκτη.) Έγινε η ζημιά και τώρα όλοι κατρακυλάμε αμαρτωλοί προς την κόλαση. Αλλά ξεφεύγω από το θέμα μου.

 

«Ήταν τελείως αθώο» μου είπε. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τη λυπηθώ ή να τη ζηλέψω. Δεν κατείχε ποτέ η ίδια το Λάγνο Μάτι; Ήταν οι δυνάμεις της φύσης ξεθυμασμένες και αποστειρωμένες μέσα της; Δεν κοίταξε ούτε μια φορά το πουλί του Τομ, για παράδειγμα; Δεν προσπάθησε να το φανταστεί σηκωμένο, να κελαϊδάει για την Γκρέης; Οι άντρες τσεκάρουν συνέχεια ο ένας τον άλλον όταν βρεθούν μαζεμένοι γυμνοί, με το μέγεθος να αποτελεί αιώνιο τους ντέρτι, αλλά οι γυναίκες δεν έχουν αντίστοιχη περιέργεια προς το σώμα των φιλενάδων τους; Δεν έδωσε προσοχή, ούτε καν τοσοδούλα, στο κορμί, ω θεούλη μου, της Ούμα; Η βρώμικη μου φαντασία θα οργίαζε μόνο βλέποντας την Ούμα ντυμένη! Είμαι σίγουρος ότι δεν φορούσε ποτέ στηθόδεσμο. Το πλούσιο της στήθος ήταν πάντα εκεί, εμφανή προς μελέτη, ελαφρά καλυμμένο από ένα στρώμα μεταξένιου υφάσματος, με τις … «κακές λέξεις» να προδίδουν την θέση τους όπως κάρφωναν το μπλουζάκι από έσωθεν. Η Μαίρη ήταν μαζί τους εκεί, σε εκείνη την απομονωμένη παραλία, κάτω από τον καυτό ήλιο, με όλα όσα με τυραννούσαν τόσες άυπνες νύχτες στην εμβέλεια του βλέμματος της, και ήταν απλά κάτι αθώο;!! Αμ το άλλο, η ίδια η Μαίρη, που προσέφερε την δική της γύμνια στα μάτια των άλλων τόσο γενναιόδωρα, κάτι που όλως τυχαίως μου στερούσε εδώ και κάμποσο καιρό; Α, τα μυστήρια ετούτου του σύμπαντος. Της τύχαιναν αυτά τα θαύματα της ζωής, που εμένα με απέφευγαν τόσο πεισματικά, μόνο επειδή τα θεωρούσε τόσο ανάλαφρα κι ασήμαντα; Κρύβονταν από μένα, ετούτα τα θαύματα, γιατί τα ποθούσα τόσο έντονα;

 

Όταν η σεξουαλικότητα αφαιρείται από το γυμνό, τότε η ίδια η σεξουαλικότητα χάνει και την γοητεία της γύμνιας. Στο πέρασμα του χρόνου, το σεξ στη ζωή ενός ζευγαριού μπορεί μόνο να βελτιωθεί, μέρα με τη μέρα, καθώς μαθαίνουν τι ακριβώς αρέσει και ικανοποιεί τον σύντροφο τους. Παρόλα αυτά, καμιά μεταγενέστερη στιγμή δεν θα ξεπεράσει την εμπειρία της πρώτης φοράς μεταξύ τους. Εκείνη τη νύχτα με τις τόσες ανασφάλειες, τις τόσες αμήχανες στιγμές και τα λάθη, την τόσο όμως συναρπαστική πρώτη φορά καθώς κατακτιέται και εξερευνάται νέο, παρθένο έδαφος. Και το κερασάκι στη τούρτα είναι όταν επιτέλους βλέπουν για πρώτη φορά ο ένας την άλλη γυμνό και γυμνή. Φανταστείτε τώρα να συναντήσετε τον άντρα ή την γυναίκα των ονείρων σας σε ένα camping γυμνιστών. Τι spoiler! Τι απώλεια! Ένα καίριο και ζουμερό κομμάτι της εισαγωγικής ερωτικής εμπειρίας με τον άλλον χαμένο για πάντα. Φανταστείτε τώρα ένα ζευγάρι που πέρασε όλες τις καλοκαιρινές του διακοπές εφαρμόζοντας γυμνισμό. Έρχεται το Φθινόπωρο, έχουν επιστρέψει σπίτι, κάθονται στο σαλόνι και βλέπουν τηλεόραση. Παίζει ποδοσφαιρικός αγώνας που ενδιαφέρει τον κύριο. Κι εκείνη έχει ξαφνικά διάθεση για τρυφερότητα και σεξ. Τι θα έκανε συνήθως; Θα πήγαινε να φορέσει κάτι πιο άνετο, πιο ελαφρύ; Θα έπαιρνε λάγνες, ημίγυμνες πόζες δίπλα στην τηλεόραση για να του ρίξει υπονοούμενα και ιδέες; Δεν θα ήταν πλέον αργά για κάτι τέτοιο; «Αγάπη, τά’φαγα εκείνα στη μάπα όλο το καλοκαίρι. Κάνε παρακαλώ λίγο άκρη να δω μπάλα!»

 

Ήταν μια ζεστή, καλοκαιρινή μέρα. Η Μαίρη, η Ούμα, ο Τομ και η Γκρέης έκαναν πεζοπορία στο νησί. Πανέμορφο, άγριο τοπίο, το πιο γαλανό κύμα από δίπλα και ο ήλιος να καίει ψηλά. Κανείς τους δεν είχε σκεφτεί να φέρει μαγιό. Σύντομα η θάλασσα ήταν πιο δελεαστική κι από αμαρτία και η παραμικρή ιδέα σεμνότητας φάνταζε κωμική. Ιδρωμένοι και σκονισμένοι, αφαίρεσαν τον ρουχισμό τους και βούτηξαν χαρούμενοι στο νερό. Η Μαίρη μου εξιστορούσε την εμπειρία στο τηλέφωνο, ενώ εγώ, στην άλλη άκρη της γραμμής, μασούσα το καλώδιο του ακουστικού μου στάζοντας αφρούς. Δεν γνώριζα ανθρώπους τέτοιας ποιότητας, το είδος με το οποίο συναναστρεφόταν εκείνη, δεν θα τύχαινα ποτέ σε παρόμοια παρέα ή περίσταση, ούτε σε εκατό χρόνια. Απλά σε μένα δεν συμβαίνουν. Ήθελα να τη ρωτήσω τόσες πολλές λεπτομέρειες, με το πορνογραφικό μου μυαλό να λυσσομανάει, να φτιάχνει τις δικές του τρελές εικόνες, αλλά η αθωότητα της (ναι, καλά) ήταν απόρθητο τείχος.

«Δεν εμπεριείχε τίποτα το ερωτικό» είπε.

Άρχισε να γελάει καθώς θυμήθηκε κάτι αστείο. Η Ούμα, ο Τομ και η Γκρέης έκαναν ταυτόχρονα ένα μακροβούτι, με τα οπίσθια τους να τουμπάρουν ταυτόχρονα πάνω στη γραμμή του νερού πριν πάνε από κάτω, σχηματίζοντας προς στιγμήν μια αστεία σειρά σημαδούρων από ποπούς. Η Μαίρη το βρήκε τόσο αστείο που την έπιασαν τα γέλια και κατάπιε αρκετή θάλασσα μέχρι να καταφέρει να το ξεπεράσει. Έπλασα την ίδια εικόνα στον νου μου αλλά δεν ήταν γέλιο η πρώτη αντίδραση που μου προκαλούσε. Ευχόμουν να ήμουν εκεί, αλλά και πάλι, καλύτερα που δεν ήμουν εκεί. Δεν είμαι τόσο αθώος. Θα εντόπιζαν το φιδάκι του Παραδείσου από απόσταση. Δεν θα πρότειναν ποτέ το γυμνό κολύμπι, όχι στην παρουσία μου. Θα ήταν ξεκάθαρο με το που θα μου έριχναν μια ματιά. Θα το είχα ολοφάνερο στο βλέμμα μου. Όχι ένα αλλά δύο Λάγνα Μάτια. Και θα είχα δεχτεί να συμμετάσχω αν το έκαναν; Θα κατάφερνα να κρατήσω κάτω το τέρας ή θα το έβαζα στα πόδια νικημένος; Δεν χειρίζομαι καλά την μη-ανταποκρινόμενη λαγνεία. Πόσο σατανικό με κάνει αυτό;

 

Να εξηγήσω και κάτι άλλο. Συχνά μαγεύομαι από την πλούσια χαίτη μιας γυναίκας. Ένας χείμαρρος από μεταξωτό, πυκνό μαλλί, ασχέτου απόχρωσης, κι εγώ να φαντασιώνομαι να της το χτενίζω με τα δάχτυλα μου, να βουτάω το πρόσωπο μου μέσα του, να ρουφάω την μυρωδιά του. Εκείνο το προνομιούχο αρσενικό, ο άντρας της ζωής της, ο ένας που χαίρεται την αφή εκείνων των μαλλιών σε καθημερινή βάση, έχει τη ζήλεια μου. Πως θα κατέρρεε ο λευκός μου πύργος αν μου αποκαλύπτονταν ότι τα μαλλιά της είναι διαθέσιμα υπό ταύτας θωπεύσεις σε πολλούς φίλους της, αποκλειστικά φίλους εννοείται, δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο, όπου είναι βεβαίως και εντελώς αθώο;! Ε πως αλλιώς; Μπορεί κανείς να μου δείξει που διατίθεται τέτοια αθωότητα; Πότε μοιράστηκε στους ανθρώπους και γιατί δεν ειδοποίησε κανείς εμένα;

 

Δεν μπορώ να αγγίξω “αθώα” μια γυναίκα. Είναι το μαρτύριο μου. Η αφή του δέρματος της είναι σαν ηλεκτρικό ρεύμα, κοσμική φλόγα, δέος θανάτου. Μου τρέχουν τα σάλια, λιποθυμώ από πόθο, εκρήγνυνται τα λαγόνια μου. Θυμάστε την ταινία Το Πιάνο; Ο Χάρβεη Καϊτέλ, ερωτευμένος με την Χόλυ Χάντερ, της προσφέρει πρόσβαση στα πλήκτρα του λατρευτού της πιάνου με αντάλλαγμα σεξουαλικές χάρες. Σέρνεται στο πάτωμα ο δυστυχής, μπαίνει μέσα στο φουστάνι της και ανακαλύπτει μια τρυπούλα στις χοντρές, μάλλινες κάλτσες της. Βάζει το δάχτυλο στην τρυπούλα για να νιώσει μια τελείτσα του δέρματος της, μια τελείτσα που για εκείνον είναι ο κόσμος όλος. Τον αναγνωρίζω εκείνον τον άντρα πολύ καλά, ξέρω ακριβώς από πού έρχεται. Αυτό που θέλω να μάθω είναι που ακριβώς τερματίζει η αθωότητα για τις προνομιούχες μάζες; Στην καθεαυτού διείσδυση, στην ίδια την συνουσία μήπως;

 

Και πρέπει όμως να το παραδεχτώ, εσείς οι αθώοι άνθρωποι, έχετε κληρονομήσει γη και ουρανό. Το αναγνωρίζετε τουλάχιστο; Το εκτιμάτε; Όταν ο Έρως, ο πιο αρχαίος και παντοδύναμος των θεών, σας χτυπάει την πόρτα, ηχεί σα να σείονται τα θεμέλια της πλάσης γύρω σας; Τρέχετε να ανοίξετε την πόρτα με αδημονία ή μένετε χαλαροί στη θέση σας, σίγουροι ότι άλλη μια ευκαιρία θα έρθει αργότερα να σας ξαναχτυπήσει την πόρτα;

 

«Λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί» της είπα.

Έπιασε το βρώμικο υπονοούμενο στη φωνή μου και η στάση της άλλαξε. Την ενοχλούσε η ιδέα του πόθου που έτρεφα για την Ούμα. Ύψωσε τις άμυνες της.

«Ήταν κάτι τελείως αθώο, δεν εμπεριείχε τίποτα το ερωτικό» τόνισε σα να απέκρουε κάποια επίθεση.

Ήθελα να το συζητήσουμε κι άλλο, αλλά εκείνη άλλαξε θέμα κι ένιωσα σαν το άταχτο αγοράκι, εγκαταλειμμένο και τιμωρημένο στην μοναχική του γωνία.

 

Μάλλον έχω πρόβλημα γιατρέ, αλλά δεν θέλω να γειάνω. Τέτοια υγεία έχει μια ψόφια αίσθηση, κανένα ίχνος ζωντάνιας. Θέλω να μείνω γαντζωμένος στον πόνο μου και να θυμάμαι όλα όσα έχασα, για να προσέχω τις διαφορές όταν θα τα κάνω αλλιώς στην επόμενη ζωή.

«Την επόμενη φορά θέλω να είμαι σε εκείνη την παραλία, να είμαι εκεί μαζί σας, θέλω να κλείσει η μέρα μου στην παρηγοριά της αγκαλιάς σας, η λαγνεία μου για την ζωή συγχωρεμένη και επιβραβευμένη.»

Δεν της είπα λέξη από αυτά. Δεν είχα απλές λέξεις για να εκφράσω τις δυνάμεις που με δονούσαν εκείνη την στιγμή. Μέχρι στιγμής είμαι καταραμένος μόνο για όσα εύχομαι. Κάθομαι, περιμένω, ακούω την Μαίρη στην άλλη άκρη της γραμμής. Κλείνω τα μάτια μου και την φαντάζομαι σε εκείνη την παραλία, το αλατισμένο δέρμα της να στεγνώνει κάτω από τον ζεστό ήλιο του νησιού. Εγώ ξάπλα στον καναπέ, να ιδρώνω στο μπουντρούμι που καίει.

DinoHajiyorgi

Το παρόν κείμενο ήταν τόπικ στο sff μέχρι που μου την έπεσαν κάποιες εκνευριστικές ερινύες και το έσβησα. Το ξαναβάζω εδώ, όχι όμως ως απόλυτη άποψη. Ακόμα ψάχνομαι σε αυτά τα ζητήματα.

 

“The great tragedy of my life is that in my search for the Holy Grail everyone calls True Love, I see myself as Zorro, a romantic and mysterious highwayman - and the women I desire see me as Porky Pig.” (Harlan Ellison – Grail)

 

Αυτή είναι η υπογραφή μου στο φόρουμ. Με εκφράζει. Δεν νομίζω ότι θα πάψει ποτέ να με εκφράζει. Στην περίπτωση μου δε, η δυστυχία της ταυτοποίησης με τον Πόρκυ δεν έχει να κάνει μόνο με την απόρριψη που θα δεχτώ από γυναίκα που ποθώ. Έχει να κάνει και τυχόν αποδοχής μου.

 

Δηλαδή, είναι κομπλιμέντο προς έναν άντρα όταν μια γυναίκα του πει «Θέλω να γίνεις ο πατέρας των παιδιών μου»; Είναι;

 

Ίσως όμως σας μπερδεύω. Με την σειρά κάποιες εξηγήσεις:

 

Είδα χθες την ταινία Crazy Heart με τον Jeff Bridges στον ρόλο αυτοκαταστροφικού, αλκοολικού τραγουδιστή της κάντρυ, ξεπεσμένου να τραγουδάει για πενταροδεκάρες σε διάφορα μπαρ και γήπεδα του μπόουλινγκ. Γνωρίζει και ξεκινάει ερωτική σχέση με νεαρή δημοσιογράφο και χωρισμένη μητέρα, την Maggie Gyllenhaal. Είναι από αυτούς τους σφοδρούς έρωτες και ενώ ακόμα τον αγαπάει, εκείνη τον αφήνει για το καλό του παιδιού της, καθώς εκείνος δεν λέει να κόψει το πιοτό.

 

Στο φινάλε του έργου, κάπου ένα χρόνο μετά τον χωρισμό, οι δύο τους ξανασυναντιόνται. Εκείνος έχει κόψει το πιοτό, βλέπει όμως μια βέρα στο δικό της χέρι. «Είναι καλός άνθρωπος» του λέει. «Σου αξίζει ένας καλός άνθρωπος» της λέει.

 

Μου θύμισε το άλλο έργο, το The Way We Were με τον Robert Redford και την Barbra Streisand. Όλοι μας όταν βλέπουμε μια ταινία, οι άρρενες θεατές αυτόματα ταυτιζόμαστε με τον πρωταγωνιστή, δεν γίνεται αλλιώς. Ο Robert Redford λοιπόν είναι από τις λίγες περιπτώσεις ηθοποιών με τους οποίους δεν μπορώ να ταυτιστώ παρακολουθώντας τον σε έργο. Στο κολέγιο στην Αμερική μας παίζανε το εν λόγω έργο σε τάξεις κινηματογράφου, και όποτε έπεφτε κοντινό στο πρόσωπο του Robert στην οθόνη, αναστέναζαν οι κορασίδες γύρω μου στο αμφιθέατρο. Πώς να ταυτιστώ ο Πόρκυ Πιγκ με κάτι τέτοιο; Βλέπω λοιπόν το έργο, τρελά ερωτευμένη με τον Robert η Barbra, εκείνη όμως είναι ιδεαλίστρια ακτιβίστρια, ενώ εκείνος νάρκισσος, βολεμένος στον κόσμο του. Ενώ παντρεύονται και κάνουν παιδί, στο τέλος χωρίζουν.

 

Ακολουθεί κλασσικός επίλογος όπου οι δύο συναντιούνται ξανά τυχαία. Εκείνη μοιράζει φυλλάδια σε μια πλατεία για κάποιο σπουδαίο σκοπό, εκείνος βγαίνει από κάποιο ξενοδοχείο, αγκαζέ με καλλονή που φοράει γούνα. Οι δύο τους ξεκλέβουν ένα λεπτό για να τα πουν, και βλέπεις στο βλέμμα τους να καίει ο παλιός έρωτας. Πίκρα στα δικά του μάτια, λατρεία στα δικά της. Από τα λεγόμενα τους είναι φανερό ότι η Barbra έχει ξαναπαντρευτεί. Όταν ο Robert ρωτάει για την κόρη τους, εκείνη του λέει ότι ο άντρας της «είναι πολύ καλός πατέρας.»

 

Και μπουμ, τώρα ξέρω με ποιον να ταυτιστώ. Τον φουκαρά που παντρεύτηκε η ηρωίδα. Μην μπορώντας να χαλιναγωγήσει τον Ζορρό στο πλευρό της, η Barbra παντρεύτηκε τον Πόρκυ Πιγκ. Πιάνετε τώρα λίγο το νόημα μου;

 

Όταν η γυναίκα ζει τα ελεύθερα, ανέμελα της χρόνια, και γουστάρει τα τρελά μαμήσια, ο πήχης είναι λίγο χαμηλός. Ο άντρας μετράει από τις φέτες στο στομάχι, τους τρικέφαλους και δικέφαλους κλπ. Όταν η γυναίκα αποφασίζει να σοβαρευτεί, να γίνει σύζυγος και μητέρα, ο πήχης ανεβαίνει. Τώρα ψάχνει για τον σταθερό άντρα, τον προστάτη, αυτόν στον οποίο μπορεί να βασίζεται. Αν αυτά τα διαθέτει και κανένας κούκλος δεν θα ήταν άσχημα, λίγο χλωμό όμως. Στους υποψήφιους έρχονται και οι κύριοι με τις κοιλίτσες και τις φαλακρίτσες και τις μεγάλες μύτες ή πεταχτά αφτιά.

 

Το θέμα είναι…ο «τυχερός σύζυγος» θα λάβει και τα τρελά μαμήσια που χάρηκαν οι πριν από αυτόν απορριπτέοι μαμιάδες; Μμμμ… Ποιο πολύ σεξ της ελεημοσύνης το βλέπω και πολύ του πέφτει. Θα έπρεπε να γονατίζει και να ευχαριστεί τους θεούς για την τύχη του. [Είναι η διαφορά ανάμεσα στο animal sex (Rachel-Fabio) και το squirrel sex (Rachel-Ross) όσοι θυμάστε το επεισόδιο στο Friends.]

 

Δεν πάτε να χτυπιέστε κυρίες μου για το ποιο είναι καλύτερο. Εμείς, οι πλειοψηφούντες κομπλεξικοί, θα προτιμούσαμε να ήμασταν μιας μέρας Ζορρό, και αξέχαστοι, στη ζωή σας, παρά ο Πόρκυ που διαλέξατε να γίνει μπαμπάς των παιδιών σας. Ας είναι και δικά μας. Όχι, δεν το δέχομαι σαν κομπλιμέντο.

 

Και να ξεκαθαρίσω ότι ναι, είναι άσπρο-μαύρο στον διαχωρισμό Zorro-Porky Pig, αλλά όχι, δεν είναι άσπρο-μαύρο σχετικά με το κακός Zorro και καλός Porky Pig. Μην νομίζετε ότι πυροβολώ τους καημένους Ζορρό που αυτοί στο κάτω-κάτω της γραφής εγκαταλείπονται στα κρύα του λουτρού. Από την στιγμή που η επιλογές είναι στο χέρι της «αδύναμης» γυναίκας…βοήθεια μας.

 

Τι μύγα με τσίμπησε; Πρωί-πρωί μου ήρθε στον νου, ο πιο μελανιασμένος, ο πιο τραγικός μας Ζορρό. Κυρίες και κύριοι… ο Δημήτρης Χορν.

 

Στην «Κάλπικη Λίρα» ο Χορν είναι Ζορρό με τα μπούνια. Ρομαντικός, ιδεολόγος, ευαίσθητος, καλλιτέχνης, ζωγράφος! Υπομένει φτώχεια και πείνα για το όνειρο. Και δίπλα του η Λαμπέτη, παθιασμένη στην αρχή, δεν θα αντέξει την πείνα για πολύ. Θέλει το τσουκάλι και το στομάχι της γεμάτο. Εγκαταλείπει τον Ζορρό της και τρέχει στον Πόρκυ Πιγκ να φάει κανέναν κεφτέ πριν κάνει παιδιά μαζί του. Και ο Πόρκυ Πιγκ, ο φουκαράς που βγαίνει σαν «κακός» στο έργο, όσοι θυμάστε τον ηθοποιό – και λυπάμαι που δεν ξέρω το όνομα του, είναι μια χαρά άνθρωπος στην εμφάνιση, ψηλός, αρχοντικός, και ναι είναι πλούσιος και έχει δύναμη. Βγαίνει όμως κακός γιατί αισθάνεται Πόρκυ μέσα του, και αισθάνεται Πόρκυ γιατί ξέρει ότι όποτε πηδάει την γυναίκα του, εκείνη έχει τα μάτια της κλειστά και σκέφτεται τον Ζορρό της. Σιγά την παρηγοριά για τον Χορν όπως τον βλέπεις τσακισμένο στο τέλος, μπουκάλα με το όνειρο του κι ας το εκπλήρωσε.

 

Και ο Χορν το έμαθε το μάθημα του; Μπα. Άντε πάλι, ως πτωχός πλην τίμιος Ζορρό στο «Μια Ζωή την Έχουμε» να ερωτεύεται την Υβόν Σανσόν κι εκείνη να τον εγκαταλείπει για ποιόν; Τον κακό Διονύση Παπαγιανόπουλο-Πόρκυ Πιγκ. Καλά, το μετανιώνει, ένα από τα πιο συγκινητικά φινάλε του ελληνικού σινεμά, αλλά ο Χορν έχει να περάσει ολόκληρο Ατλαντικό με πλοίο και μετά ταξίδι για το Κολοράντο πριν μάθει ότι του’ρχεται η Μπιμπί Σανσόν.

 

Ο Χορν, αμετανόητος, τριτώνει το κακό, τρώει φάπες ως Ζορρό, από την Μάρω Κοντού αυτή τη φορά, στο «Αλίμονο στους Νέους» Το λέει ξεκάθαρα και η μαμά της Μάρως. Αυτό που μετράει είναι η γεμάτη κατσαρόλα. Καλά τα τραγούδια και οι αγκαλίτσες στις ταβέρνες, σύντομα όμως η Μάρω την κάνει με τεράστια άλματα (πέντε-πέντε κατεβαίνει τα σκαλιά της Πλάκας) προς τον γέρο ξούρα Πόρκυ Πιγκ. Ας είναι όνειρο όλο το έργο. Δηλώνει μια αλήθεια. Και ο Χορν μαθαίνει το μάθημα του επιτέλους. Ζορρό αλλά πλούσιος. Ή… Ζορρό, αλλά και Πόρκυ Πιγκ.

 

Η αναθεματισμένη επιλογή ανήκει στις κυρίες.

DinoHajiyorgi

Το Φθινόπωρο της Νατάσσας

blogentry-1004-0-01804800-1352550208.jpg

 

Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών μου στην δροσερή άμμο και ρουφώ αυτή τη στιγμή. Η Νατάσσα κάνει μακροβούτια στο νερό, ενώ ο Αντώνης, με πέδιλα και μάσκα λίγο πιο εκεί στα βράχια, κυνηγά χτένια. Η Θάλεια και η Κυβέλη (το Κυβελάκι), τα μικρά τους, παίζουν με τα κουβαδάκια τους δίπλα στις ψάθες. Η Νατάσσα βγαίνει χαμογελαστή από τη θάλασσα.

«Τι υπέροχα που είναι!» φωνάζει ενθουσιασμένη.

Το κέφι της είναι μεταδοτικό, όσο διασκεδαστικές είναι οι κυνικές αγκωνιές που σκαρφίζεται ο Αντώνης για να την πειράζει.

 

Είναι Νοέμβρης, και το καλοκαίρι μας έχει κατσικωθεί γλυκά. Είμαστε στις Αλυκές, λίγο πριν τη δύση του ήλιου, με έναν μελί ουρανό και την σκούρα πλάτη του Χτυπά να μας σκιάζει. Μετράω τρεις ή τέσσερις λουόμενους απ’άκρη σε άκρη όλης της παραλίας, μοναχικούς ρομαντικούς τους αποκαλώ, με τις ενοχλητικές ξαπλώστρες του καλοκαιριού εξαφανισμένες, και τα δοκάρια των ψάθινων ομπρελών άσκεπα στη σειρά τώρα, γυμνά και μυστήρια σαν στύλοι του Στόουνχετζ.

 

Έχει μια άλλη, πιο μελαγχολική μουσική το κύμα του Φθινοπώρου. Χωρίς τη βαβούρα του κόσμου, το κύμα σκάει στην υγρή άμμο λίγο στενάχωρα, σαν πένθιμα. Σαν αντίσταση η Νατάσσα και ο Αντώνης παίζουν ανέμελα ρακέτες και ξαφνικά είμαι στο βαθύ μέλλον, και κάθε ήχος, γέλιο και κουβέντα που παίζει γύρω μου έχει γίνει μνήμη, μια ηχώ φαντασμάτων. Oι Αλυκές έχουν αλλάξει λίγο, η Θάλεια και η Κυβέλη είναι ολόκληρες κοπέλες, νοσταλγικά θυμούνται τις ευτυχισμένες εκείνες μέρες με τους γονείς τους. Δεν μπορεί, τα κορίτσια θα έχουν αρπάξει κάτι από την ζωντάνια των δικών τους. Αντιλαμβάνονται πόσο τυχερές υπήρξαν.

«Ήταν και ο κύριος Ντίνος εκεί.»

Να’ναι καλά που με θυμήθηκαν.

 

Δύσκολη εποχή, η σημερινή, η δική μας. Φθινόπωρο του 2012. Του χρόνου θα καταφέρουμε να έχουμε άλλον έναν τέτοιο Νοέμβρη; Η ελπίδα χλομιάζει στη σκέψη μου. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, τα πάντα κάθονται σαν βαρύ πέπλο στο κεφάλι. Μου θυμίζουν ταινίες… ένα καλοκαίρι πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο… ένα καλοκαίρι πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο… και η μεταδοτική αισιοδοξία της Νατάσσας μετατρέπεται στη δύση μια τελευταίας, ανεπίστρεπτης εποχής αθωότητας και ανεμελιάς, όπως διαφημίζονταν και εκείνες οι ταινίες.

 

Για όλους μας είναι το Φθινόπωρο της αγωνίας, της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της ανέχειας, των απεργιών, της βίας, της υπόσχεσης ενός νέου φασισμού. Φοβάσαι να ονειρευτείς, να ελπίσεις, μέχρι και ο έρωτας για τους ελεύθερους έχασε τη γεύση του, ή έτσι νομίζω εγώ. Βλέπω εφιάλτες τα βράδια. Δεν είναι άγριοι και τρομεροί, είναι άηχοι και μουλωχτοί, με τυλίγουν στον ιστό τους αργά-αργά και αραχνιάζει η ψυχή μου. Θα είχαν κάποτε και οι δικοί μου γονείς τα προβλήματα τους. Σηκώθηκαν κι έφυγαν από την αγαπημένη τους Κωνσταντινούπολη κυνηγώντας μια καλύτερη ημέρα. Δεν γνώρισα τις αγωνίες τους τότε, το φρόντισαν καλά αυτό. Ο Αντώνης μοιράζεται περισσότερα με τις κόρες του χωρίς να μεταδίδει τις ανησυχίες που καίνε στο βλέμμα του. Η Θάλεια και η Κυβέλη, δεν είναι απλά προστατευμένες, μεγαλώνουν θωρακισμένες. Έχουν ήρωες γονείς. Έτσι τους βλέπω κι εγώ. Διορθώνουν πότε-πότε και το δικό μου βλέμμα. Τους ευγνωμονώ γι αυτό. Και αυτές οι λίγες γραμμές που γράφω, οι τόσο ανακουφιστικές, τις οφείλω φυσικά σε εκείνους.

 

Ο Αντώνης φωνάζει στα κορίτσια του να μαζέψουν τα πράγματα τους, να μην αφήσουν κανένα σκουπίδι στην παραλία. Η Νατάσσα μπαίνει άλλη μια φορά στη θάλασσα και κάνει τούμπες στο νερό. Σημαδεύει με τις πατούσες της τον ουρανό και με τα χέρια της καρφωμένα στο βυθό έχει όλη τη Γη στους ώμους της. Μια όμορφη ψευδαίσθηση, γιατί σχεδόν θα τη πίστευε κανείς. Η Νατάσσα θα μπορούσε, θα της ήταν παιχνιδάκι.

«Τι σκέφτεσαι άνθρωπε;» με ρωτάει ο Αντώνης.

«Άνθρωπε» τους χαιρετάει όλους και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που το λέει. (Όλως τυχαίως είχα χρησιμοποιήσει μόνο μία φορά αυτή την έκφραση πριν λίγα χρόνια, μέσα από τα χείλη ενός φανταστικού προσώπου, στο διήγημα μου “Ο Άγιος του Βραλ”. Ο πρωταγωνιστής αποκτά επίγνωση της προσωπικής του ανθρωπιάς, με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, κυρίως τις αδυναμίες, γεγονός που του επιτρέπει να είναι γενναιόδωρος προς τον συνάνθρωπο του.)

 

Και πως τελειώνει αυτό το διήγημα, που δεν είναι διήγημα, ούτε καν μυθιστόρημα, αλλά έπος ζωής; Ούτε η αρχή αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, ούτε φυσικά το τέλος. Είμαι πολύ μικρός για να τα δω όλα, κι ευτυχισμένα μικρός που είμαι ικανός να απολαύσω το ενδιάμεσα ψηφιδωτό. Στιγμές και συναισθήματα στην άμμο, στο γαλανό κύμα, στις φωτοσκιάσεις του ουρανού, στις σταγόνες στο δέρμα, στα γέλια των κοριτσιών, στα γαλανά μάτια του Αντώνη, στο χαμόγελο της Νατάσσας. Φωτογραφίες καρτ-ποσταλ της μνήμης. Ό,τι θυμάται ο καθένας που το έζησε, ή αυτός που το διάβασε εδώ, εσύ. Και για να απολογηθώ, ήταν ο ενθουσιασμός της που γέννησε αυτό το κείμενο, γι αυτό και του έδωσα τον τίτλο «Το Φθινόπωρο της Νατάσσας.»

 

[*Ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος-Πιπεριάν και η Νατάσσα Σέρβου είναι οι δημιουργοί του Χαλκιδέϊκου free-press AN.]

DinoHajiyorgi

Το 11ο Γατί

Είναι καιρός τώρα που μπήκε στην οικογένεια αυτό το τερατάκι, απρόσκλητο, φάντης-μπαστούνι στη μιζέρια μου, ένα αξιολάτρευτο τόσο δα σα χαμστεράκι, ένα ασπρούλικο γατάκι με ουρίτσα ποντικίσια.

 

Ντρεπόμουν να το πω. Ήδη όλοι με κοιτάζατε κάπως με το που έλεγα «έχω δέκα γάτες». Ναι, πολλές είναι. Υπήρξαν εποχές που είχαμε και περισσότερες, που δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε στο σπίτι, που σκορπούσα τις κροκέτες στο μπαλκόνι όπως πετάς το καλαμπόκι για να φάνε οι κότες. Τώρα όμως, όπως το βλέπω – καθώς τις βλέπω να τρώνε μαζεμένες από τα πιάτα τους, μου φαίνονται λίγες, τις μετρώ και είναι όντως δέκα.

 

Γύρισα σπίτι ένα μεσημέρι, άνοιξα πόρτες και παράθυρα, και να’σου ένα πικρό κλάμα νιαούρισμα από τον κήπο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν μια από τις δικές μου που παγιδεύτηκε κάπου. Να φωνάζω «ψι-ψι» εγώ, να απαντάει νιάου αυτό. Το βρήκα μέσα στη φοινικιά, σκαρφαλωμένο στα φύλλα, ήμερο, μια σταλιά γατάκι (ευτυχώς όχι του μπιμπερού) λευκό αλλά μουτζούρικο. «Αμάν» λέω, «ποιος είσαι εσύ.» Φινίτο. Γούτσου-γούτσου και τσουπ στην αγκαλιά μου. Χρειάστηκε μία εβδομάδα να το ζεσταθούν οι άλλες γάτες, ενώ το αποδέχτηκαν αμέσως οι δύο σκυλίτσες. Ιδίως η μεγάλη, κολιτσίδα, να το ακολουθεί και να ξερογλύφεται. Έμαθε το μικρούλη εύκολα τα κατατόπια (πιάτα με φαγητό, πιάτο με νερό, άμμος) και πόσο αστείο σε μέγεθος φαντάζει τόσο κούτσικο δίπλα στις άλλες. Εκείνο δεν χώνεται πολύ στις γάτες κι εκείνες δεν παίζουν ακριβώς μαζί του, τα βράδια όμως δίπλα μου χουχουλιάζουν τυχαία μαζί.

 

Μικρό, αληθινό ποντίκι, λευκό, γίνεται σχεδόν αόρατο πάνω στο σεντόνι. Ειδικά τη νύχτα, στον φωτισμό του ψηφιακού ρολογιού από το βίντεο. Υπήρξαν φορές που παραλίγο να καθίσω πάνω του (ακούω κρύα χάχανα). Κι αν το ονόμασα τερατάκι κάπου στην αρχή, αυτό δεν ήταν τυχαίο. Είναι ακάθεκτο. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή σκαρφαλώνει πάνω μου σε χρόνο ντε-τε (τι κι αν φορώ σορτσάκι ή δεν φορώ μπλούζα, τα νυχάκια να είναι καλά). Βουρ πάνω στο πληκτρολόγιο, να μασήσει το καλώδιο του mouse ή του rooter, ή να ορμήσει στην οθόνη. Το πετάω μαλακά μακριά μου στο κρεβάτι, μέχρι να επιστρέψω την προσοχή μου στον υπολογιστή, να’το πίσω να συνεχίσει εκεί που το διέκοψα. Δεν ξεχνάει. Θυμάται με πείσμα την διασκέδαση που του’κοψα στη μέση.

 

Βγήκα να κάνω κάτι δουλειές στον κήπο σήμερα και άρχισε να με ακολουθεί. Πόσο αστείο και ευάλωτο έδειχνε στο μέγεθος του ενάντια στον μεγαλύτερο, εξωτερικό κόσμο. Εκείνο όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ανυποψίαστο κινδύνων, να τρέχει σαν τρελό, χαρούμενο, μέχρι την μπροστινή πύλη, κάτω από την μπροστινή πύλη, ατενίζοντας με περιέργεια την άσφαλτο, έτοιμο να κατέβει τα σκαλοπάτια. Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Ήταν και η πύλη κλειδωμένη και τα κλειδιά μέσα στο σπίτι. Το φώναξα κι ευτυχώς γύρισε πίσω στα χέρια μου. Επέστρεψα στο σπίτι και έκλεισα προσωρινά την πόρτα της κουζίνας. Συγνώμη που σ’αγαπώ τόσο μικρούτσικο μου, που σε μαθαίνω ότι ο άνθρωπος είναι όλο χάδια και αγκαλιές, αλλά αυτός είμαι και δεν μπορώ αλλιώς. Κάθε βράδυ τις μετρώ για να ξέρω ότι όλα τα παιδιά μου είναι στη φωλιά τους.

 

Θα προτιμούσα να μην είχε έρθει. Φαντασίωση μου να τους κλείσω τα μάτια πριν κλείσουν τα δικά μου. Κανείς άλλος δεν νοιάζεται γι αυτά και τρέμω για το τι θα απογίνουν. Δεν θέλω να τα μαζεύω πια. Όταν ακούω γατάκι να κλαίει στο δρόμο (όταν ζούσε η μητέρα μου έψαχνα να το εντοπίσω) τώρα επιταχύνω το βήμα μου. Πρώτη μου φροντίδα, όπως μπορώ, τα δικά μου. Να όμως που έρχονται κι εκείνα σε μένα, όπως αυτό το χαμστεράκι, το 11ο γατί.

 

Αλλά είναι τόσο μικρό (κι ευωδιαστό, μαλακούτσικο, ζεστούλι και χνουδωτό) που αν με ρωτήσετε, πάλι «δέκα γάτες» θα σας απαντήσω. Τόσο δα χώρο πιάνει, και ο μόνος μπελάς: την άμμο υγιεινής γεμίζει. :Ρ

DinoHajiyorgi

Με ξύπνησε το νιαούρισμα της γάτας. Αμέσως χάθηκε το όνειρο που έβλεπα, σβήστηκε τελείως από την μνήμη μου. Στάθηκα για λίγο μπερδεμένος, δεν είχα ιδέα τι ώρα της ημέρας ήταν. Μετά είδα την ώρα στο καντράν του dvd και συνήλθα. Ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα. Είχα γύρει νυσταγμένος λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι, κι ενώ μόλις είχα τελειώσει το φραπέ μου.

 

Τι ήθελε η γάτα; Ήταν όλες στην κουζίνα και μου φώναζαν. Είχε ακόμα λίγα στεγνά μακαρόνια στα πιάτα τους. Η μικρή σκυλίτσα τριγυρνούσε στα πόδια μου, και η μεγάλη, περίμενε υπομονετικά έξω από την μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας. Έβγαλα το τάπερ με το φαγητό τους από το ψυγείο και αφού άδειασα τα υπολείμματα από τα πιάτα των μέσα στο μεγάλο της σκύλας έξω, γέμισα και τα τρία πιάτα με φαγητό. Το ένα μικρό πιάτο για τις γάτες πάνω στον πάγκο. Το μικρό πιάτο για την σκυλίτσα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας. Και το μεγάλο για την σκύλα, στον χώρο έξω από την πόρτα.

 

Ο κουβάς με το νερό για τη μεγάλη ήθελε άλλαγμα. Έχυσα το νερό στις ρίζες της λεμονιάς και τον γέμισα με φρέσκο νερό. Ο κήπος ήταν στη σκιά, με τον ήλιο χαμένο πίσω από τα σπίτια στη δύση. Άνοιξα τις μάνικες και πότισα λίγο το χώμα και το τσιμέντο. Συνήθως το καλοκαίρι αφήναμε την άγρια βλάστηση του κήπου να ξεραθεί, έχω όμως τρεις ενήλικες και τέσσερις μικρές χελώνες να τριγυρνούν φέτος. Καλό θα ήταν να διατηρηθεί λίγο πράσινο. Το πότισμα έφερε κάποιες από αυτές στα φανερά. Με είδαν και ήρθαν τρέχοντας. Άσχετα με όσα λένε τα παραμύθια, όταν βάλουν σκοπό να πάνε κάπου, οι χελώνες κινούνται γρήγορα. Μόλις που προλάβαινα να μπω μέσα, να κόψω φύλλα από τα μαρούλια στο ψυγείο, να τα βρέξω και να επιστρέψω στον κήπο να κόψω τα φύλλα μπροστά τους.

 

Έπλυνα τα πιάτα που είχαν μαζευτεί στον νεροχύτη και γύρισα να ρίξω άλλη μια ματιά στον κήπο. Αυτή ήταν μια από εκείνες τις στιγμές, μια τέλεια στιγμή, μια προσωπική στιγμή νιρβάνα, μια στιγμή ευτυχίας. Στις γάτες μου που έπλεναν την γούνα τους, τη σκύλα μου που έπινε από το φρέσκο νερό, τον δροσισμένο κήπο, τα φύλλα της λεμονιάς που έσταζαν υγρά, οι χελώνες μου που μασουλούσαν το μαρούλι. Θα μπορούσε να ζήσει έτσι ένας άνθρωπος, να ζήσει πολλά χρόνια, απαλλαγμένος από άγχος, στο αργό σούρσιμο του χρόνου, με λίγο από μαγείρεμα, σκούπισμα και γράψιμο από δίπλα.

 

Φτάνει να είναι ικανός να ξεχάσει τους απέξω, τους δράκους που και καλά θέλουν το κάστρο του και δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Γιατί τόσο διαρκεί μια στιγμή, τόσο κρατάει. Μετά φεύγει και χάνεται σαν όνειρο, και μένει η άθλια βία των δράκων εναντίων της ηρεμίας και της λογικής σου.

DinoHajiyorgi

Δεν Γράφω

Ζω σε ένα προνομιακά όμορφο μέρος της Χαλκίδας, στην ακτή του Βόρειου Ευβοϊκού κόλπου, από την πλευρά της Βοιωτίας. Μόνο για τα καθημερινά μου ψώνια, έκανα την απόσταση σπίτι – παλιά γέφυρα – αγορά – παλιά γέφυρα – σπίτι πεζός, ακολουθώντας μια διαδρομή σε σχήμα πετάλου, με τα τρελά νερά πάντοτε στο αριστερό μου χέρι. Η ιχθυόσκαλα, οι δεμένες βαρκούλες, ο ήχος των νερών κάτω από τη γέφυρα, ο κόσμος στις καφετέριες στην Ευβοϊκή πλευρά. Θα έλεγε κανείς όλα αυτά ήταν από μόνα τους πηγή έμπνευσης. Ίσως. Συνήθως όμως, ως φόντο στη ρουτίνα μου, ήταν σχεδόν αόρατα. Ο νους μου ήταν χαμένος σε άλλους κόσμους, με φανταστικά πλάσματα, εξωγήινες καταστάσεις, ένα μυαλό στο οποίο έσκαγαν καθημερινά ένα σωρό ιδέες που χρειαζόντουσαν εκκόλαψη. Αυτή η διαδικασία γέννησης και εκκόλαψης δεν περιοριζόταν μόνο στο βάδην πλευρά της μέρας μου. Ζύμωνα μυθιστορήματα και διηγήματα την ώρα που ψώνιζα στην αγορά, την ώρα που έτρωγα, που κολυμπούσα στη θάλασσα, που έβλεπα μια ταινία ή διάβαζα ένα βιβλίο. Η ιστορία που έπαιζε πιο συχνά στο κεφάλι μου, και πλέον δεν άλλαζε και έμενε σταθερή στην πλοκή της, ήταν η τελειωμένη, αυτή που ήταν έτοιμη να βγει και να κάνει χώρο για άλλη. Τότε ήταν η στιγμή να ξεκινήσω το γράψιμο της. Την εποχή που πρωτογράφτηκα στο sff, το εργοστάσιο ζυμώματος ιδεών και της γραφής ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν σαν μια φάμπρικα δημιουργίας. Καύσιμο η ελπίδα, καθώς για μένα η γραφή δεν ήταν χόμπι αλλά στόχος καριέρας.

 

Από την μέρα που στα 15 μου ανακοίνωσα ότι ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά, σαν σκηνοθέτης, το πιο συχνό αντι-σχόλιο που λάβαινα ήταν να κρατήσω τα καλλιτεχνικά σαν χόμπι ενώ θα σπούδαζα κάποιο αληθινό επάγγελμα. Αυτή η προοπτική, από τότε μέχρι πρόσφατα, με τρόμαζε γιατί δεν ξέρω αν θα είχα την δύναμη να κρατήσω ένα χόμπι – που λάτρευα – όταν το στρίμωγμα και οι απαιτήσεις της αληθινής ζωής θα κυριαρχούσαν στη ζωή μου. Ήθελα το φανταστικό μου πεδίο ελεύθερο. Μου προκαλούσε οικτρά συναισθήματα όταν άκουγα κάποιους μεγάλους να μου διηγούνται για το πώς αναγκάστηκαν να παρατήσουν τα παιδικά τους όνειρα γιατί «μετά ερωτεύτηκα, ύστερα γεννήθηκαν τα παιδιά» κλπ, κλπ. Φυσικά δεν λέω ότι δεν είναι εφικτό να έχεις το γράψιμο ως χόμπι. Αυτό κάνετε σχεδόν όλοι. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να κάνω εγώ και τα δύο. Ότι μια δουλειά που δεν αγαπούσα θα με κούραζε τόσο που δεν θα είχα χάλι να γράψω λέξη. Πρόσφατα γεγονότα πιθανόν να αποδεικνύουν ότι είχα δίκιο. Γιατί και άλλοτε είχα τις μαύρες μου. Κάποιο διήγημα, μέχρι και βιβλίο, μου έβγαινε σε κάθε είδους συνθήκες, θετικές ή αρνητικές, σε στιγμές χαράς ή και θλίψης.

 

Μαζεύτηκαν όμως πολλά, και πλέον η ίδια μου η ηλικία στιγμάτιζε τα γεγονότα και τις πράξεις μου. Σπούδασα κινηματογράφο, κατέληξα στο σενάριο, και μεταπήδησα στη συγγραφή. Πίστευα ότι τουλάχιστο μέχρι τα σαράντα θα έβγαζα κάποια λεφτά από σήριαλ στη τηλεόραση ή καμιά ταινία, άντε κι ένα βιβλίο, θα ήμουν παντρεμένος με παιδιά και κουτσά στραβά κάπως θα τα έβγαζα πέρα. Και πιθανό, να είχα κάποια βιοποριστική δουλειά ως χόμπι, επικουρικά. Και όλα αυτά τα χρόνια έγραφα και έγραψα πολλά. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για άλλους. Σενάρια για φίλους που «έτσι και το Κέντρο Κινηματογράφου έλεγε ‘ναι’, τότε θα κυλούσε το δολάριο.» Δεν έγινε ποτέ. Τα κανάλια θεωρούσαν ότι η γραφή μου δεν ακολουθούσε την «γραμμή του καναλιού». Υπέγραψα με εκδοτικό οίκο να εκδώσει βιβλίο μου και μετά ο εκδοτικός άλλαξε γνώμη.

 

Αποφάσισα να κάνω κατάργηση επαγγέλματος. Τέρμα η μαλακία με το «σεναριογράφος/σκηνοθέτης». Κάτι είχε πεθάνει μέσα μου. Είχα δύο-τρία βιβλία ατελείωτα που πάσχιζα να ολοκληρώσω αλλά δεν είχα την διάθεση. Η γραφή μου είχε γυρίσει την πλάτη και εξοργισμένος, στα 48, ήθελα να της γυρίσω κι εγώ την πλάτη. Ζούσα ακόμα με την μητέρα μου και επιβίωνα μαζί της με την σύνταξη της. Και πέρσι ξαφνικά, η μητέρα μου πέθανε από καρδιακή προσβολή.

 

Σήμερα ξυπνώ κάθε πρωί και κάνω την διαδρομή σπίτι – γέφυρα – Χαλκίδα – γέφυρα – σπίτι, πηγαίνω στο συσσίτιο του Αγίου Δημητρίου για να πάρω το καθημερινό μου φαγητό. Επιστρέφοντας σπίτι το μάτι μου πάει πρώτα στο ρολόι της ΔΕΗ για να δω μήπως έχει καμιά προειδοποιητική καρτούλα πάνω του. Κάθε πρωί που ξυπνάω αναρωτιέμαι αν σήμερα είναι η μέρα που θα μου κόψουν το ρεύμα. Σε καμία στιγμή της ημέρας, ούτε μία ιδέα του φανταστικού δεν κάνει την εμφάνιση της. Το φαγητό, τα ζώα μου, το χαράτσι, το μνημόνιο, το τηλέφωνο, το σπίτι μου και άλλες αγωνίες μπαινοβγαίνουν στο κεφάλι μου. Καταφέρνω να γράψω κάποια άρθρα για το free-press «ΑΝ» που κυκλοφορεί στη Χαλκίδα, γιατί αυτό μου εξασφαλίζει ένα χαρτζιλίκι, αν και όχι πάντοτε. Έγραψα δύο διηγήματα για το τελευταίο ΦΕΦΕ, που θεώρησα χρέος μου, καθώς ο Νίκος Αλμπανόπουλος μου εξασφάλισε την παρουσία μου εκεί. Νόμισα ότι η γραφή θα αποδεικνυόταν ιαματική, αλλά αποδείχτηκε το αντίθετο. Υπέφερα στο γράψιμο τους. Ήταν σα να μου έβγαζαν τα δόντια χωρίς αναισθητικό. Φρικτό. Σχεδόν με το ζόρι συμμετείχα και στον διαγωνισμό φανταστικού, θέλοντας να συνεισφέρω στην διοργάνωση της αγαπητής μου Βάσως. Και τώρα κοιτάζω τα δύο ατελείωτα βιβλία μου και προσπαθώ, αν και δεν είναι εύκολο να το παραδεχτώ, να αποδεχτώ ότι έτσι θα μείνουν.

 

Δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι είναι μόνο θέμα της οικονομικής κρίσης. Δεν έπεσα στη φτώχια στα ξαφνικά. Ίσα-ίσα, πιστεύω ότι ένα μεγάλο ποσοστό ελλήνων ήρθε κι έπεσε εκεί που ήμουν ήδη εδώ και πάρα πολύ καιρό. Έχει να κάνει με την απογοήτευση, με τα αποτελέσματα της απώλειας της μητέρας μου, και με μια γενική επισκόπηση της ζωής μου.

 

Μια φορά κι έναν καιρό πήγαινα πολύ στο σινεμά. Δεν έχανα έργο για έργο. Έβλεπα ταινίες σαν το ζώο. Έφτιαχνα ένα πρόγραμμα από την Χαλκίδα βάση Αθηνοράματος, και μετά κατέβαινα Αθήνα να δω ταινίες τη μία μετά την άλλη. Με το που τέλειωνε το έργο πεταγόμουν έξω και έτρεχα στην επόμενη αίθουσα για να δω το επόμενο. Μπορούσα δηλαδή σε ένα Σάββατο να δω τρεις ταινίες και μία μεταμεσονύκτια, και την επομένη το πρωί της Κυριακής, ειδική avant-premier με πρόσκληση περιοδικού. Έπρεπε όπως καταλαβαίνετε, κάπου να μένω το βράδυ για ύπνο. Με φιλοξενούσε στο σπίτι του ο φίλος μου ο Δημήτρης, κάμεραμαν στο επάγγελμα. Κάποιες φορές οι ταινίες που είχα να δω ήταν μόνο δύο, κι έτσι κατέληγα στου Δημήτρη νωρίς, καθόμασταν στο σαλόνι του, τα λέγαμε και σχολιάζαμε βλέποντας τηλεόραση μέχρι αργά. Και την Κυριακή το πρωί, καθόμασταν με τη γυναίκα του, πίναμε καφέ και τα λέγαμε μέχρι να έρθει η ώρα να φύγω. Ήταν η εποχή πριν το sff και δεν είχα φίλους ή γνωριμίες τότε. Ξύπνησε μέσα μου μια μεγάλη ανάγκη. Κατέβαινα πλέον στην Αθήνα για να δω τρεις ή τέσσερις ταινίες και έβλεπα με το ζόρι τις δύο. Ήθελα να πάω στου Δημήτρη, ήθελα παρέα και κουβέντα.

 

Σήμερα νιώθω το ίδιο για το γράψιμο. Και το διάβασμα. Μοναχικές, απομονωτικές ασχολίες που μου τρώνε πολύτιμο χρόνο σε μια ζωή που φεύγει με απίστευτη ταχύτητα και χάνω την ουσία της ζωής. Της τόσο λίγης ζωής. Άντε και κατόρθωσα να διαβάσω όλα τα έργα του Ασίμοφ. Ε και; Πόσα γυναικεία χείλη φίλησα στη ζωή μου; Κι αν τυπώσω ένα βιβλίο; Πόσες φοράδες χέστηκαν στο αλώνι; Κι όλα αυτά με καίνε τώρα, στην απουσία προοπτικής εργασίας, άπορος και με τον ψυχισμό ζητιάνου. Βλέπετε πως δένει το πράμα; Μου προκαλεί έκπληξη, σοκ και δέος τα τόσα ενεργά τόπικ «Τι διαβάζετε» «Τι βιβλία αγοράσατε» «Τι γράφετε». Μένω εμβρόντητος στις τόσο γόνιμες συμμετοχές που μαζεύουν οι διαγωνισμοί. Σας προσκυνώ. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ηλικίας ή απλά ικανότητα ζογκλέρ στη σωστή διαμοίραση ζωής με χόμπι. Εσείς μάλλον τα καταφέρατε, κι εγώ δεν τόλμησα μάλλον να το δοκιμάσω ποτέ. Αν μπορείτε, έχετε την ευχή μου να συνεχίσετε και να μην το χάσετε ποτέ. Όσο για μένα, έχω άγνοια για το που θα με βγάλει, το δημιουργικό γράψιμο όμως δεν μου προκαλεί πλέον ευτυχία.

 

Αυτά.

DinoHajiyorgi

Ο Δράκος Είναι Εδώ

Το σπίτι είναι παγωμένο. Φανέλα, δύο μάλλινα, μια χιλιολεκιασμένη ζακέτα, κασκόλ, σκούφος, και δύο παντελόνια πιτζάμας. Έτσι κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι. Είμαι κρυονιάρης, αλλά το σπίτι έχει όντως νοτίσει. Υπάρχουν μέρες που μέσα κάνει περισσότερο κρύο απ’ότι έξω. Με πιάνουν ρίγη μόνο στην προοπτική να πλύνω τα χέρια μου, να βουρτσίσω τα δόντια μου, να καθίσω στην τουαλέτα, ή να φάω γιαούρτι ή φρούτο. Σύντομη ανακούφιση η θέση μπροστά στην φορητή ηλεκτρική θερμάστρα. Δίπλα μου μαζεύονται και χουχουλιάζουν οι γάτες και η σκυλίτσα μου. Καμιά φορά όταν σηκώνομαι λυπάμαι να σβήσω τη σόμπα, την αφήνω για λίγο για τις γατούλες μου. Αν μου κόψουν το ρεύμα, η αντιμετώπιση του κρύου θα είναι το δυσκολότερο της όλης κατάστασης. Το άλλο θα είναι η ανία στην ησυχία των κεριών, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να περάσει ο χρόνος.

 

Με τα διάφορα βοηθήματα που λαβαίνω από καλούς φίλους, πήγα στην τράπεζα και πλήρωσα στο αυτόματο μηχάνημα τη ΔΕΗ, μόνο το ρεύμα όμως, όχι το χαράτσι. Σε δύο μέρες με πρόλαβε ο δεύτερος λογαριασμός, με τη δεύτερη δόση. Δεν ξέρω πόση διαφορά θα κάνει να καταφέρω να δώσω πάλι μόνο για το ρεύμα, η προειδοποίηση στον λογαριασμό λέει πως έχω μέχρι την λήξη της προθεσμίας πληρωμής πριν μου κόψουν την παροχή. Κάποια στιγμή μέχρι το τέλος του μήνα θα κάνω επίσκεψη στον κύριο Έφορο.

 

Μου έμεινε μόνο ένα καλό παντελόνι. Αποφεύγω να το φορώ όσο μπορώ. Κυκλοφορώ με το μπαλωμένο ανάμεσα στα μπατζάκια. Από μπρος δεν φαίνεται τόσο άσχημα, μόνο από πίσω, αν σκύψω. Σηκώνομαι κάθε μέρα στις 8 το πρωί, βγαίνω στον δρόμο περίπου όπως είμαι ντυμένος και μέσα στο σπίτι (φορώντας τα μοναδικά παπούτσια που μου έχουν απομείνει), με το τάπερ-μπολάκι μου και περπατώ ως τη Χαλκίδα, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Αγίου Δημητρίου. Πρέπει να είμαι εκεί από τις 10, για το φαγητό της ημέρας. Να’ναι καλά οι άνθρωποι, για το ψωμάκι και το ζεστό φαγητό που προσφέρουν. Στις γιορτές έδωσαν ωμό κρέας και κοτόπουλο που μαγείρεψα ο ίδιος και ανακάλυψα για πρώτη φορά ότι μπορώ να καταφέρω και πιο δύσκολα πιάτα στον φούρνο.

 

Για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια δεν κόψαμε βασιλόπιτα στο σπίτι. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι έκλεισε τελικά το κατάστημα της αλυσίδας Caravan στη Χαλκίδα. Ήταν το μοναδικό μαγαζί που βρίσκαμε Πολίτικης ποιότητας βασιλόπιτα (και Πασχαλινό τσουρέκι). Εύχομαι πάντως το Caravan να συνεχίζει αλλού. Ο αδελφός μου έφερε μια τεράστια στριφτή σπανακόπιτα από το Lidl που καθίσαμε και τσακίσαμε στην αλλαγή του χρόνου. Δεν παραπονιέμαι, ήταν νόστιμη και με τραγανό φύλλο.

 

Έκλεισαν οκτώ μήνες από τον θάνατο της μητέρας μου. Ακόμα αδυνατούμε να κάνουμε την «αποδοχή κληρονομιάς». Η όλη κατάσταση με εμποδίζει ακόμα να αναμοχλεύσω σε βάθος την απώλεια της. Ανησυχώ και για τον αδελφό μου, μην χάσει το δικό του κουράγιο. Έχει κι εκείνος μια ηλεκτρική θερμάστρα, ίδια με τη δική μου. Να γυρνάει κουρασμένος από την δουλειά του για να χαλαρώσει επίσης σε ένα παγωμένο σπίτι. Δουλειά έχει, αλλά αδυνατεί να πληρώσει χαράτσι. Ίσως τα πράγματα αποδειχτούν πιο σκούρα για εκείνον. Θα δείξει.

 

Ο δράκος είναι εδώ, έχει σκαρφαλώσει στα τείχη και ξύνει με τα νύχια του τις πέτρες.

DinoHajiyorgi

Τα Κάτω Μου

Η φωτογραφία (γένους θηλυκού, τι άλλο θα έκανε από το να σε σφάζει στο γόνατο.) Η φρικτή αλήθεια. Δείχνει αυτό που βλέπουν όλοι οι άλλοι. «Πότε πήρα τόσα κιλά» φωνάζω και δεν ξέρω που να κρυφτώ. Και σου χαμογελάνε όταν σε σημαδεύουν οι φωτογράφοι.

 

Ο γάμος. Μόλις οι βιβλικοί πατέρες συνέδεσαν τη γέννα με το σεξ, μάντρωσαν κατσίκες, πρόβατα, γυναίκες. Εγγύηση για την πατρότητα της εκάστοτε περιουσίας. Στους δικούς τους γιους θα άφηναν τα δικά τους κοπάδια. Για τον Αδάμ και την Εύα έγραψαν αργότερα.

 

Δεν έχω το θάρρος ούτε να διαβάζω παρόμοια θέματα (αυτό από την Ελευθεροτυπία): «Το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Ρόδου επέβαλε ποινή φυλάκισης 9 μηνών και πρόστιμο 2.500 ευρώ στον 62χρονο βοσκό από τις Καλυθιές, που ομολόγησε σε άνδρες της Θηροφυλακής ότι σκότωσε διά απαγχονισμού για «παραδειγματισμό» τα δύο μαύρα κουταβάκια, ηλικίας περίπου 4 μηνών.» Είναι τώρα αίσια κατάληξη αυτή η είδηση; Θα προτιμούσα να υπήρχε η παιδεία, και η ανάλογη ανθρωπιά, ώστε να μην πράττονται καν τέτοιες τερατωδίες.

 

Η Ελληνική Έκδοση του Asimov’s Science Fiction ανακοίνωσε την ολοκλήρωση του κύκλου της από το 10 ο μόλις τεύχος, καθώς το περιοδικό διακόπτει την κυκλοφορία του. Ένα όνομα μύθος και ένας θεσμός στο είδος του σε όλον τον κόσμο, έτυχε της δυσκοίλιας ελληνικής αγοράς και νοοτροπίας. Σε πρακτορείο τύπου της Χαλκίδας που έτυχε να αγοράσω ένα τεύχος, η πωλήτρια με ρώτησε «Τι είναι αυτό;» Τόσο καλά.

 

Να σου είναι αδύνατο να χαρείς το καλοκαίρι στα άντα-ήντα και να υποφέρεις κοιτάζοντας το χθες.

 

Οι έλληνες που δεν αγαπούν τα δέντρα. Αυτοί που τα κόβουν, τα καίνε, για να χτίσουν βίλες και να χαλάσουν την θέα των «πάνω». [Κανονικά, μετά από ένα τέτοιο επαίσχυντο φινάλε στο καλοκαίρι, δεν έχω τίποτα για «πάνω»]

 

Το γράμμα Ύψιλον. Αυτό το γράμμα που δεν λέει να αποφασίσει τι θέλει να είναι, φωνήεν ή σύμφωνο. Ίσως είναι σωστότερο το «αυγό» από το «αβγό», το «αυτί» από το «αφτί», εμένα όμως, να, εδώ μου κάθεται το ύψιλον το αναποφάσιστο. Και μια φου από δω, μια βου από κει, αμάν πια! Τα γράφω για την δεσποσύνη επιμελήτρια, που με διορθώνει κιόλας, καταλάβατε; Ενώ με ένα Φ ή με ένα Β, και ξέρεις που βρίσκεσαι, και γεμίζει το στόμα σου, το φχαρηστιέσαι βρε αδελφέ. Φφφφ και βββββ, έτσι μάλιστα! … Αυτά. -(φτου!)

 

Υπάρχει και το Ταμείο Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας για την εθελοντική συγκέντρωση χρηματικών ποσών, που θα διατεθούν αποκλειστικά για την μείωση του δημοσίου χρέους. Ο ειδικός λογαριασμός έχει ανοίξει στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ξελασπώστε τους κλέφτες τώρα! Πως είπατε; Θέλετε τον αριθμό του λογαριασμού;

 

Κακά τα ψέματα. Κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι μου στη Χαλκίδα, κοιτάζω τα καλά και τα κακά, τα πάνω και τα κάτω, από απόσταση, λιώνοντας στη ζέστη του Αυγούστου, μουρτζούφλης και μίζερος, για να διαβάσετε εσείς αυτή την (αντικειμενική τώρα; ) εκτόνωση, κάπου στα μακρινά μέσα Σεπτεμβρίου. Είναι δίκαιη τώρα αυτή η στήλη;

 

Πριν τριάντα χρόνια, ο υποφαινόμενος κάλυπτα την απόσταση Ιχθυόσκαλα – θερινό Ρεξ σε δέκα λεπτά. Όχι τροχάδην, αλλά απλώς ένα γρήγορο βάδην. Με το ρολόι, πέντε λεπτά Ιχθυόσκαλα – γέφυρα, και πέντε λεπτά γέφυρα – Ρεξ. Το θυμάμαι καλά γιατί υπήρξε πολλάκις το όριο στο να προλάβω την έναρξη πολλών αγαπημένων ταινιών. Το «ΚΑΤΩ» απευθύνεται στο τώρα, στην ηλικία μου, στα κιλά μου, στις κλειδώσεις μου, και στο ότι χρειάζομαι τουλάχιστο είκοσι λεπτά για να πάω από την Ιχθυόσκαλα στη γέφυρα.

 

Σε ποιο ορυχείο να πάμε να θαφτούμε, μήπως χαμογελάσει η τύχη και για μας; Άστε το καλύτερα, στην Ελλάδα ζούμε, άκλαυτοι θα πάμε. Έχουμε κι εδώ τρυπάνια που δουλεύουν με ζήλο, αλλά ψάχνουν το χρυσάφι του Αλί Πασά! Για να σωθεί το έθνος… No comment.

 

Η Αγορά της Χαλκίδας φεύγει. Ή μήπως έφυγε κιόλας; Δεν αρνούμαι ότι από τότε που τη θυμάμαι (από το 1973) η μισή ήταν μέσα σε χαλάσματα, η εξαφάνιση της όμως είναι η λύση; Χάνεται ένας θεσμός, και τα βολικά ψώνια του Χαλκιδαίου στο κέντρο της πόλης. Τόσο δύσκολη ήταν η ανακαίνιση της; Για να δούμε τι στη θέση της; Ξέρει κανείς; (Πρέπει όλα πια να οδηγούν στα πλαστικά πακέτα των σούπερ-μάρκετ;!)

 

Η Πλαζ τα Αστέρια. Σαν ωραία πλαζ την θυμάμαι στα μέσα της δεκαετίας του 70. Έκτοτε ακολουθούν τρεις δεκαετίες τσαπατσουλιάς και ασχήμιας. Αιτία θα μαντέψω μία: Ανικανότητα που δεν ενοχλεί κανέναν.

 

Οι εκλογές, η εκλογολαγνεία, η μπαλκονολαγνεία και η πολιτική ηλιθιότητα. Για ένα από τα ίδια και το ίδιο αδιέξοδο, όποια κατεύθυνση και να διαλέξεις. Στον κόρακα!

 

Να μαυρίσει, να σαπίσει και να πέσει το χέρι που ρίχνει άπονα την φόλα, η χειρότερη κατάρα προς τις πέτρινες εκείνες καρδιές που εγκαταλείπουν στον δρόμο σκυλιά που τώρα «μεγάλωσαν» και αποδείχτηκαν μπελάδες σε ιδιοκτήτες καθίκια – που μόνο κατ’εικόνα δείχνουν άνθρωποι, αλλά δεν έχουν σταγόνα ανθρωπιάς μέσα τους. Τα βλέπω σαστισμένα να περνούν μπροστά από το σπίτι μου, να κοιτούν περαστικούς με ελπίδα να αναγνωρίσουν τον γνώριμο, αγαπητό τους αφέντη. Και μακάρι να χωρούσαν όλα στην αγκαλιά μου.

 

«Η Νύφη», ταινία του 1985. Κατώτερο αντίγραφο της κλασσικής, με την Τζένιφερ Μπιλς (του «Φλασντανς») στον ρόλο της νύφης. Ο βαρόνος δόκτορας (ο τραγουδιστής Στινγκ) κατασκευάζει τη νύφη για το τέρας αλλά μετά την θέλει για τον εαυτό του. Τον αδικείτε; Μόνο που εκείνη στο τέλος επιλέγει το τέρας. Δηλαδή το έργο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

 

Μου αρέσει να τρώγω αλλά βαριέμαι να μαγειρεύω. Δεν έχω την υπομονή. Βλέπω με αγωνία την μητέρα μου να γερνάει και αναλογίζομαι όλα εκείνα τα φαγητά που θα χαθούν μαζί της. Αναμένεται ένα μέλλον, όπου θα γεμίζω τα μεσημεριανά μου με τηγανητά αβγά και… τηγανητά αβγά! Σοβαρά όμως, όσο λιχούδης και να είμαι (κληρονομικό) είμαι ανεπίδεκτος μαγειρικής μαθήσεως. Έξι χρόνια σπουδαστής στην Αμερική, την έβγαλα με τσιζμπεργκερ το τέρας.

 

Το φριχτό φίδι της γραφειοκρατίας που τελικά δεν άφησε ποτέ την τρύπα του, στις Παροχές Ασφαλισμένων του ΙΚΑ. Ένα σύστημα στημένο για να εξοικονομεί έσοδα για το κράτος απ’όποιον απιβδήσει από την ταλαιπωρία και τους τα χαρίσει. Δυστυχώς, μια προσωπική εμπειρία.

 

Το Sex Shop στη Βενιζέλου, απέναντι από τα Δικαστήρια. Η επιγραφή που αναβοσβήνει μέρα-νύχτα. Όχι «κάτω» από ηθοπλαστική άποψη. Σαν τα φαρμακεία, αχρείαστο να’ναι.

 

Η φτώχεια. Η ανέχεια και η στέρηση. Οι άδειες τσέπες. Ένα μενού από μιζέρια, γκρίνια, φόβο, απελπισία, φθόνο, αβεβαιότητα, ντροπή, εξευτελισμό, αρρώστιες, πείνα, μοναξιά, περιθώριο, ξανά πείνα και περισσότερη πείνα; Τα μελοδράματα θέλουν να σας πείσουν ότι στη φτωχολογιά γεννιούνται οι ευγενείς αξίες του ανθρώπου. Μπούρδες! Νοέμβριος του 2011, Γκρέτσια, κι αυτή είναι σήμερα η υπογραφή μου.

DinoHajiyorgi

Τα Πάνω Μου

[Στην παράδοση του Βημαγκαζίνο, και το free-press AN έχει την στήλη με τα Πάνω-Κάτω του. Αυτή είναι μια συλλογή από τα «Πάνω» μου.]

 

Ο καθρέπτης. Γιατί βλέπω εμένα μόνο εγώ και με αρέσω, τρομάρα μου. Δείχνω λίγο πιο όμορφος, λίγο πιο αδύνατος. «Δεν είσαι τελικά τόσο άσχημος» μου λέω το ψώνιο. Εγώ κι εκείνος είμαστε μόνοι, μπορώ να λέω ό,τι θέλω.

 

Το διαζύγιο. Όχι, δεν είναι σημείο των καιρών, είναι εποχή αφύπνισης. Ο παππούς και η γιαγιά άσπρισαν μαζί γιατί δεν το είχαν σαν επιλογή. Το «για πάντα μαζί» είναι ένα παραμύθι του μεσαίωνα. Η φύση αντιστέκεται σθεναρά στην ανθρώπινη σαχλαμάρα.

 

Η ετήσια σφαγή δελφινιών στο Εθνικό Πάρκο του Taiji στην Wakayama της Ιαπωνίας, ήταν το θέμα του ντοκιμαντέρ The Cove (Ο Κόλπος). Ο ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης του, Louie Psihoyos, κράτησε φέτος στο χέρι του το Όσκαρ για το καλύτερο ντοκιμαντέρ του 2010, τραβώντας τα φώτα της δημοσιότητας σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Να τολμήσω να προτείνω την φιλοξενία του έργου στο φετινό φεστιβάλ στη Χαλκίδα, αν και ομολογώ ότι δεν έχω το θάρρος να παρακολουθώ τέτοια θέματα.

 

Η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία που έχει γνωρίσει ελληνικό βιβλίο εκτός των συνόρων. Το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη, Χρίστου Παπαδημητρίου και των εικονογράφων Αλέκου Παπαδάτου και Ανί ντι Ντονά σκίζει διεθνώς, φτάνοντας στο Νο 6 στη γενική λίστα του ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου amazon και το Νο 1 στη λίστα των New York Times, στην κατηγορία των paperback με σκίτσα. Δωρίστε το στον εαυτό σας τις γιορτές.

 

Να είσαι πιτσιρικάς καλοκαίρι και να ατενίζεις το αύριο αναμένοντας τα καλύτερα.

 

Οι Έλληνες που αγαπούν τα δέντρα. Να κάθονται στα μπαλκόνια τους, να τα βλέπουν, να αναπνέουν οξυγόνο. Τα δέντρα πάνω στα οποία κάθεται η βίλα τους είναι άλλη ιστορία.

 

Η συλλαβή Λα. Γιατί είναι γιορτές και λάλησα! Γιατί σου ανεβάζει τη διάθεση. Είναι μουσική νότα τσαχπίνα. Τραγουδάς Τρα-λα-λα-λά! Και στα Γαλλικά, «Ού-λα-λά!» Λες τα Κάλαντα, Φα-λα-λα-λά! Και ο Tom Jones σου θυμίζει τον παιδικό σου έρωτα, Ντιλά-ιλα! Λα σε όλους και μια Καλύτερη Χρονιά το 2011!

 

Λογαριασμός Τράπεζας Πειραιώς με αριθμό ΧΧΧ-ΧΧΧ. Για την δεκάχρονη Αφγανή Φερτσέ Νασάφι που τραυματίστηκε βαριά στα μάτια από έκρηξη βόμβας στα Κάτω Πατήσια. Η ίδια βόμβα που στέρησε τη ζωή του αδελφού της. Δύο παιδιά που γλίτωσαν τις βόμβες των Ταλιμπάν και των Αμερικανών για να συναντήσουν την μοίρα τους από τα χέρια Ελλήνων ανεγκέφαλων.

 

Οι τυρόπιτες, οι σπανακόπιτες, οι κρεατόπιτες, οι μπουγάτσες, τα πιροσκί με λουκάνικο και όλα τα λουκάνικα γενικά. Τα μπισκότα, τα γεμιστά και τα άλλα, οι σοκολάτες, τα γλυκά τα μελωμένα ή τα ζαχαρωμένα, τα πατατάκια, τα γαριδάκια και τα παγωτά. Τα φραπουτσίνο, καπουτσίνο, τα σέικ και οι γρανίτες. Τα σαλαμάκια, σουτζουκάκια, υπόλοιπα αλλαντικά και τυροκομικά. Τα τσιζ, τα κλαμπ, ο γύρος, τα σουβλάκια, τα παϊδάκια, τα ψαρονέφρια, τα όστρακα, τα χταποδάκια και καλαμαράκια, τηγανιτά κεφτεδάκια και λοιπά τηγανιτά. Οι κόλες, τα σοκολατούχα, οι χυμοί, οι μπύρες, τα σφηνάκια, τα ρακιά και τα τσίπουρα και οι βότκες με παγάκια. Όλα όσα στερήθηκα αυτό το καλοκαίρι για να ρίξω 1300 τέρατα γλυκερίδια γιατρέ μου.

 

Μου αρέσει πολύ το νέο πεζοδρόμιο που ξεκινάει από την Ιχθυόσκαλα και καταλήγει στη παλιά μας γέφυρα. Ευχάριστο, ξεκούραστο περπάτημα, σα να βρίσκεσαι σε πολυτελές κατάστρωμα, με άπλετη φωταγώγηση τα βράδια επιτέλους. Μπροστά στο άλσος δε, με την ασχήμια του κιτς λούνα-παρκ εξαφανισμένη, έχουμε ένα από τα ομορφότερα σημεία για να ρεμβάσει κανείς τον Βόρειο Ευβοϊκό. Εύχομαι η ολοκλήρωση της ανακαίνισης στα «Αστέρια» να προσθέσει και να ανυψώσει κι άλλο την αίγλη της παραλίας.

 

Happy End για τους 33 Χιλιανούς ανθρακωρύχους. Το αν η άνοδος τους θα συνεχιστεί από εδώ και στο εξής, ή αν τους αναμένει νέα κάθοδος, είναι ανθρωπίνως αμφισβητούμενο. Το Hollywood γράφει ήδη σενάρια, οι επιζήσαντες προστατεύουν τα μάτια τους με σπόνσορες γυαλιά ηλίου Oakley, που κοστίζουν 450 δολάρια το ένα, και έχουν προσκληθεί για δωρεάν διακοπές στα ελληνικά νησιά. Θα αντέξουν αλώβητες οι ψυχές το φως, όπως άντεξαν το σκοτάδι; Οι ταινίες θα γράψουν το «Τhe End» στη διάσωση, και αυτό μετράει. Τα ακόλουθα θα είναι λεζάντες στους τίτλους τέλους.

 

Οι ταξιτζούδες της Χαλκίδας. Χαίρομαι πολύ όταν μου τυχαίνει μία. Κόσμια συμπεριφορά, προσεκτική οδήγηση, χωρίς το συνηθισμένο κουβεντολόι, γκρίνια ή βρισίδι (προς άλλους οδηγούς). Κι ας λένε κάποιοι για τις γυναίκες οδηγούς. Με μια επαγγελματία του κλάδου νιώθω σα να έχω μπει σε λιμουζίνα με ιδιωτικό σοφέρ. Είναι λουξ οι κυρίες!

 

Ο κινηματογράφος Μάγια. Η τελευταία και μόνη αίθουσα της έβδομης τέχνης που έχει απομείνει στην πόλη της Χαλκίδας. Για την μαγεία της μεγάλης οθόνης που λίγους τους νοιάζει πλέον. Δυστυχώς.

 

Το 5ο Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας Ερμούπολης! ΦΕΦΕ για τους φίλους. 16-17 και 18 Οκτωβρίου. Γιατί θα είμαι εκεί για ένα φανταστικό τριήμερο με ζωντανές αναγνώσεις, παρουσιάσεις, παραστάσεις, ταινίες, συναυλίες και καλή παρέα. Μακριά από τα συνηθισμένα κι όμως τόσο γνώριμα και ζεστά. Πάμε Σύρο!

 

Ο σκύλος, η γάτα, η …κότα, σε κοιτάζουν στα μάτια. Γιατί στο βλέμμα είναι ο καθρέπτης της ψυχής. Εκεί μέσα είναι η ανθρωπιά σου, αυτό που σε ορίζει. Κι αν τα ζώα δεν έχουν ψυχή, όπως πιστεύει η Ελληνική Εκκλησία, τότε θα έλεγα για μας που την κατέχουμε… μάλλον υπερεκτιμημένη είναι. Πόσο δύσκολο είναι να αγαπάς ανυπεράσπιστες ζωούλες, σε έναν τόπο σκληρό που σε κάνει να το πληρώνεις με πόνο καρδιάς.

 

«Η Νύφη του Φράκνεσταϊν», η κλασσική ταινία του 1935, με την Έλσα Λάντσεστερ στον ρόλο της νύφης. Την κατασκεύασε ο δόκτορας στα πρότυπα του τέρατος του για να του δώσει ένα ταίρι. Ούτε εκείνη όμως δεν άντεχε να βλέπει την ασχήμια του καημένου Μπόρις Κάρλοφ. Ήταν ένας γάμος προορισμένος για την καταστροφή. Ταινία τόσο σημερινή, δεν συμφωνείτε;

 

Φασόλια πιγιάζι για μεσημεριανό. Τα πεθύμησε ξαφνικά η μαμά και τα μαγείρεψε. Αγαπημένο και απλό πιάτο. Κρύο φασόλι με μαϊντανό, άνηθο, φρέσκο κρεμμύδι, λάδι, λεμόνι. Αν μερακλωθείς κόβεις ντομάτα κι αγγούρι μέσα. Στα μεγάλα πολίτικα τραπέζια είναι πιάτο περιωπής. Εκτάκτως γίνεται και ένα χορταστικό, κυρίως πιάτο. Βράζω δύο αβγά για να το συνοδέψουν και την ακούω από μέσα, που μιλάει στην τηλεόραση της. Αγανακτεί άλλη μια φορά με μια από αυτές τις εκπομπές μαγειρικής. «Ξεκίνησε με ένα ρολό κρέας και πατάτες» φωνάζει, «και στη συνέχεια άδειασε μέσα ό,τι είχε και δεν είχε η κουζίνα του, το κατάντησε μια αηδία το φαγί». Αμέσως μετά θα πετάξει εκνευρισμένη το τηλεκοντρόλ της στο γυαλί.

 

Το Grey’s Anatomy υπάρχει κι εδώ, και λειτουργεί μια χαρά στο Νοσοκομείο Χαλκίδας. Το ντεκόρ είναι βέβαια ασχημούτσικο, καμία σχέση με τα τηλεοπτικά σκηνικά, οι γιατροί, γιατρίνες, νοσοκόμοι και νοσοκόμες όμως είναι εκεί, εργάζονται εντατικά και σε προσέχουν. (Ναι υπάρχουν και γοητευτικές γιατρίνες.) Έτυχε να το ζήσω αναγκαστικά τις τελευταίες μέρες.

 

Το χρήμα. Τα λεφτά. Ο παράς. “Money-Money” που λέει και το τραγούδι. Πόσο τα έχουμε παρεξηγήσει τα καημένα τα λεφτουδάκια. Τα έχεις, Στα δίνουν όλα. Υγεία, φαγητό, στέγη, προστασία, ζέστη στο κρύο, δροσιά στον καύσωνα, σεξ, έρωτα, αγάπη, φίλους, διασκέδαση, μόρφωση, ευτυχία. Σου δίνουν τα ίδια τα Χριστούγεννα! Ναι, στο χρήμα είναι η ευτυχία. Και το θέλω.

 

(Θα ακολουθήσουν τα Κάτω μου)

DinoHajiyorgi

Χαλκιδαίικα

Θυμάμαι την εποχή που η Χαλκίδα ήταν γεμάτη κινηματογράφους. Πέντε χειμερινούς και έξι θερινούς έχω στη μνήμη μου.

 

Από χειμερινούς είχαμε και έχουμε το Μάγια, να’ναι ευλογημένο και πολύχρονο. Δεν μας έχει μείνει άλλο. Μετά, παρακάτω στην Αβάντων ήταν ο Ορφέας, που κατέληξε κλαμπ, πριν γίνει bowling, και net-cafe τελευταία. Αμέσως δίπλα του, ήταν η άλλη αίθουσα, το Κεντρικόν λεγόταν αν δεν κάνω λάθος. Δεν θυμάμαι να πρόλαβα να δω κάποια ταινία εκεί, ήταν ο πρώτος από τους χειμερινούς που έφυγε. Στην Αρεθούσης ήταν το Σινέ Αθήναι, τώρα το γυμναστήριο Sport Club Athens. Και στην Κώτσου, εκεί που σήμερα στεγάζεται ένα άλλο γυμναστήριο, το Genesis, είχαμε το Νίκη. Ήταν και ο πρώτος κινηματογράφος που είδαμε αληθινό πορνό το 1980, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

 

Οι θερινοί ήταν περισσότεροι, οι πέντε όλοι τους στην παραλία. Ξεκινάμε από το Άλφα, στο τελωνείο, το μόνο θερινό που είχε και στέγη, για να λειτουργεί και τα καλοκαιρινά βράδια που έπιανε καμιά βροχή. Βρισκόταν δίπλα στο σημερινό VOTRYS, το κτίριο που απ’έξω γράφει “Cafe-Bar και μπιλιάρδα Alfa”. Μετά ήταν το πάντα ποιοτικό Πάολα, στη γέφυρα, εκεί που έχουμε τώρα την καφετέρια Cinema. Θυμάμαι και το Σινέ Χαλκίς, το πρώτο από τα θερινά που εξαφανίστηκε, που απλωνόταν δίπλα στο ξενοδοχείο Lucy. Πολυκατοικίες υψώνονται σήμερα στη θέση του, με τα Δελφίνια και το Goodys μπροστά. Ακολουθεί το Ρεξ στη σειρά, που λειτουργεί ακόμα αν και κάθε χρόνο παίζεται ένα κορώνα-γράμματα στο αν θα ανοίξει – και άλλο θερινό δεν μας έχει μείνει. Και λίγο πιο κάτω προς το Κόκκινο Σπίτι, εκεί που είναι η καφετέρια Αφροδίτη, σε έναν όμορφο κήπο με δέντρα, το αδερφάκι του Ρεξ, πως το λέγανε δεν είμαι σίγουρος, ίσως Ρεξ 2. Και τέλος ήταν το Σινε-Μαίρη, Βαράταση και Δούνα, εκεί που έχουμε τώρα το πολυόροφο Parking, διαγώνια απέναντι από το Noodle Bar.

 

Ήταν το 1973 όταν εγκαταστάθηκα σε αυτή τη πόλη. Η τηλεόραση, με δύο μόνο κανάλια παρακαλώ, ήταν στα πάνω της και οι αίθουσες γκρίνιαζαν ήδη για κρίση. Το «Λούνα Παρκ», «Οι Πανθέοι» και «Η Γειτονιά μας» έκλεβαν θεατές και τους μετέτρεπαν στους πρώτους hominis canapeus, τους γνωστούς σήμερα ως καναπεδάκιδες. Δεν αντιλέγω, πήγαινα να δω συχνά καλά έργα στους ντόπιους σινεμάδες, οσκαρικές ταινίες, εμπορικές επιτυχίες του εξωτερικού (τα τότε blockbuster) και καθόμουν σε κατά κανόνα άδειες αίθουσες. Το σινεμά στη Χαλκίδα έβγαζε χρήμα αν ερχόταν καμιά ελληνική κωμωδία με Βουτσά ή Ψάλτη, και σε σπάνιες περιπτώσεις με ξένη παραγωγή, αν επρόκειτο δηλαδή για ταινίες τύπου «Ελάτε να σας Δείρουμε» των Μπαντ Σπένσερ και Τέρενς Χιλ.

 

Υπήρχαν και ορισμένες άλλες μυστήριες συγκυρίες τζέρτζελου, που μόνο ο εξίσου μυστήριος ψυχισμός του Χαλκιδαίου μπορεί να δικαιολογήσει (αλλά όχι να επεξηγήσει):

 

Θυμάμαι τότε που το Μάγια είχε φέρει το «Πυρετός στο Σαββατόβραδο» με τον Τζον Τραβόλτα. Δεν γνώριζα ποιος είναι ο Τραβόλτα, και για την ταινία ήξερα απλά ότι είχε γίνει μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό. Βρέθηκα λοιπόν σε ένα σινεμά γεμάτο κόσμο, ασφυκτικά, με όρθιους σε πλατεία και μπαλκόνι. Και μόλις ξεκίνησε το έργο, με τον Τραβόλτα να περπατά και να κουνιέται στους εναρκτήριους τίτλους, ξέσπασε ένα απίστευτο και διαρκές κράξιμο από το κοινό, τόσο πολύ ώστε να μην ακουστεί ούτε νότα από το “Stayin’ Alive” των Bee Gees! Και σήμερα ακόμα δεν μπορώ να σας εξηγήσω τι ακριβώς συνέβη. Είμαι σίγουρος ότι κανείς από τους θεατές δεν είχε ξαναδεί επίσης την ταινία ή ήξερε ποιος ήταν ο Τραβόλτα. Απλά θα είχαν ακούσει για μια ταινία και έναν ηθοποιό που την είχε δει μεγάλος χορευτής, και είχαν έρθει μόνο για να τον κράξουν. «Ποιος νομίζει ότι είναι αυτός ρε!» Κάτι τέτοιο.

 

Άρχισαν να κλείνουν λοιπόν οι αίθουσες σιγά-σιγά, και όταν ήρθε η εποχή των βίντεο-κλαμπ, ακούστηκε και το νεκρώσιμο σάλπισμα. Σήμερα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα για τα σινεμά, με τα dvd, τα blue-ray, τη διάθεση ταινιών από εφημερίδες, το ίντερνετ και τους συμπαθείς σκουρόχρωμους πωλητές που μας έρχονται στην παραλία (ταινίες με εξώφυλλο πριν καν βγουν στις αίθουσες), ώστε είναι σαν θαύμα που μας έχει απομείνει έστω ένας χειμερινός κινηματογράφος. Κι αυτό το οφείλουμε μάλλον στην Assos Odeon, που η εξωτερική ανάπτυξη των πολυκινηματογράφων, έφερε με μια μικρή καθυστέρηση κι εδώ την αντίστοιχη ανανέωση σε μια παλιά και ταλαιπωρημένη κινηματογραφική αίθουσα. Το πόσο θα κρατήσει εξαρτάτε φυσικά από τον Χαλκιδαίο που αγοράζει το εισιτήριο. Και εκεί δεν τα προβλέπω καλά τα πράγματα. Σε μια πόλη που δεν ευδοκιμεί και δεν διαρκεί τίποτα, όχι κινηματογράφοι και εστιατόρια μόνο, οτιδήποτε πολιτιστικό, ποιος έχει συμπεράνει τι επιτέλους γεμίζει τον μυστήριο Χαλκιδαίο; Ξέρει κανείς; Ξέρει ο ίδιος;

 

Πριν έγραψα για την εξωτερική ανάπτυξη των πολυκινηματογράφων. Δεν εννοούσα το εξωτερικό, ή έξω από την Ελλάδα. Εννοούσα έξω από την Χαλκίδα. Γιατί αγαπώ το σινεμά από μικρό παιδί, και από νωρίς δεν μπορούσα να μην προσέξω ότι οι Χαλκιδαίοι δεν πήγαιναν σινεμά με τον ίδιο τρόπο που πήγαινα κι εγώ.

 

Να σας δώσω μια παραστατική εξήγηση του πως το εννοώ: Είμαι 12 χρονών και στην τηλεόραση (στην ΕΙΡΤ) παρακολουθώ το La Strada του Φελίνι. [Όταν έχεις μόνο δύο κανάλια βλέπεις ό,τι σου δείχνουν. Δεν ήξερα καν ποιος ήταν ο Φελίνη τότε.] Στην ταινία ο Άντονυ Κουήν υποδύεται ένα τραχύ άτομο, ένα γομάρι κενό συναισθήματος ή ευαισθησίας. Προς το τέλος του έργου, σε μια παραλία, αγοράζει από έναν πλανόδιο πωλητή ένα παγωτό χωνάκι. Παιδί ήμουν, βλέπω το παγωτό, σκέφτομαι «να είχα κι εγώ ένα τώρα» και μου τρέχουν τα σάλια. Ο Κουήν όμως, στο έργο, κάνει κάτι που με σόκαρε σαν παιδί και δεν το ξέχασα έκτοτε, χωρίς να έχω ξαναδεί την ταινία. Με τρεις απανωτές δαγκωνιές το παγωτό έγινε μια μπουκιά που την κατάπιε ολόκληρη σε δευτερόλεπτα. «Δεν απολαμβάνουν έτσι ένα παγωτό» ούρλιαξα από μέσα μου. Γιατί μάλλον δεν ήταν θέμα απόλαυσης. Μια λιγούρα είχε ο τύπος και ο παγωτατζής ήταν ο πρώτος που συνάντησε. Το ζητούμενο ήταν να γεμίσει το στομάχι. Ε κάπως έτσι έβλεπα και τον Χαλκιδαίο που πήγαινε σινεμά.

 

Θυμάμαι κάτι ντόπιες προσωπικότητες, φίλοι μάλλον του αιθουσάρχη του τότε Μάγια, να μπαίνουν στο σινεμά σαν να έμπαιναν στο καφενείο. «Τι έχουμε σήμερα;» ρωτούσαν. Δεν τους ένοιαζε τι έπαιζε. Όπως τώρα πιο πρόσφατα, όταν το Μάγια πρόβαλε τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών” αν έκανες παρατήρηση σε κάποιους που κουβέντιαζαν την ώρα της προβολής, σε κοιτούσαν περίεργα και σου έλεγαν «Γιατί ρε, αφού δε γίνεται τίποτα.» Το καταλάβατε; Στην οθόνη δεν γίνονταν μάχες, εκρήξεις ή κυνηγητά, απλά τώρα «κάποιοι μιλούσαν» και τι τους νοιάζει τους θεατές τι λένε αυτοί οι τύποι στην οθόνη. Έχει σημασία; Μπαίνεις στο σινεμά, κοιτάς για λίγο να δεις τι λέει, πας για τσιγάρο και λεμονάδα στο μπαρ την στιγμή της προβολής και επιστρέφεις στη θέση σου χωρίς να σε νοιάζει αν έχασες κάτι σημαντικό. Η λογική του καφενείου ή σήμερα, η λογική του σαλονιού σου. Αλλά όχι, τα dvd και ο καναπές δεν είναι που χάλασε τον Χαλκιδαίο θεατή. Ήταν από πάντα έτσι. Σαν τον φραπέ. Δεν είναι μόνο λόγω οικονομικής κρίσης που ο Χαλκιδαίος κατεβαίνει παραλία και σκοτώνει έναν φραπέ για πέντε και βάλε ώρες.

 

Το 1978 το Μάγια έπαιξε τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» του Στήβεν Σπήλμπεργκ. Το έργο όμως ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια για να χωρέσει ομαλά στο πρόγραμμα των παραστάσεων. Χωρίς προειδοποίηση λοιπόν, στην πρώτη παράσταση το έργο προβαλλόταν από την μέση και μετά. Όσοι θεατές έρχονταν στην πρώτη προβολή, θα έμεναν και στην δεύτερη, για να δουν την αρχή του έργου, μέχρι το σημείο που είχαν ήδη δει. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Ήταν η εποχή που ο κόσμος έμπαινε σε κάποιο έργο ενώ είχε ξεκινήσει η προβολή και έμενε να δει μετά και το κομμάτι που έχασε. «Εδώ μπήκαμε» έλεγαν τότε και σηκώνονταν να βγουν από τη σκοτεινή αίθουσα εκνευρίζονταν εκείνους που προσπαθούσαν εκείνη τη στιγμή να δουν την ταινία. Τις θυμάστε εκείνες τις εποχές; Άρα η κίνηση αιθουσάρχη είχε μια λογική. Πως ήταν δυνατό η μηλιά να διαφέρει από τα μήλα που είχε ρίξει γύρω της;

 

Πολλά εστιατόρια, με εξειδικευμένη κουζίνα, με καλή και προσεγμένη κουζίνα, επιχείρησαν να στήσουν μαγαζί στη Χαλκίδα, αλλά μετά από ένα πολύ μικρό διάστημα έβαλαν αναγκαστικά λουκέτο. Η οικονομική κρίση θα πείτε. Ένας καλός μου φίλος, που εκτιμά το καλό φαγητό, μου εξήγησε ότι ήταν αναμενόμενο, καθώς οι επιχειρηματίες, ενώ ξεκίνησαν με τις καλύτερες προοπτικές, στο τέλος είχαν ξεπέσει σε απαράδεκτη τσαπατσουλιά, από τη μαγειρική ως και την εξυπηρέτηση. Κι εγώ σας λέγω, με πελάτες χωρίς απαιτήσεις, πελάτες χωρίς γούστο, και πελάτες που δεν διαμαρτύρονται, είναι ω τόσο εύκολο να καταλήξει ο οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος σαν τσαπατσούλης. Και άρα, το να πάψουν να έρχονται στο μαγαζί σου πιθανό να μην έχει καμία σχέση με την όποια ποιότητα του καταστήματος. Είναι μια no-win-situation, δηλαδή δεν παλεύεται με τίποτα. Ανοίγεις κινέζικο, ινδικό, ή Κρητικό, τι κάνεις για να επιβιώσεις αν το μόνο που σου ζητούν είναι μακαρονάδα, παστίτσιο και σουβλάκια; Αυτά ακριβώς βάζεις τελικά και στο μενού σου. Και γιατί πάλι σταματούν να έρχονται στο μαγαζί σου; Γιατί μακαρονάδα, παστίτσιο και σουβλάκια τα βρίσκουν κι αλλού. Κι αν αλλού η ποιότητα είναι χαμηλότερη, αυτό παίζει μικρό ρόλο τελικά. Το μεράκι του σεφ το εκτιμούν λίγοι, όχι αρκετοί για να σώσουν μια επιχείρηση. Ο Χαλκιδαίος δεν έχει προσδοκίες, απαιτήσεις ή ευαισθησίες όσον αφορά την τέχνη, τον πολιτισμό, την υψηλή αισθητική, την υψηλή μαγειρική. Λίγο τον νοιάζει τι ακούει, τι βλέπει, τι βάζει στο στομάχι του. Κι αν τον φραπέ, που τον χρησιμοποίησα σαν παράδειγμα, τον έχουν καπαρωμένο οι Θεσσαλονικείς, τι έχει μείνει για τον Χαλκιδαίο; Τι θέλει; Τι γουστάρει; Τι ψάχνει; Ψάχνει;

 

Το μόνο παιχνίδι που ξέρω ότι παίζεται στη Χαλκίδα είναι τα κλαμπ, οι καφετέριες και τα μπαρ. Σταθείτε στο Στρογγυλό και κοιτάξτε δεξιά, και μετά κοιτάξτε αριστερά. Μια σειρά από πλαστικούς κλώνους καφέ-μπαρ απ’άκρη σ’άκρη. Υπάρχουν σίγουρα και μικρές εστίες ανθρώπων που φυσικά διαβάζουν βιβλία, πάνε σε θέατρο, συναυλίες, εκθέσεις, έχουν αληθινές ανησυχίες για την εικόνα και τον πολιτισμικό πλούτο της πόλης τους, είναι όμως λίγοι, είναι μειοψηφία, είναι ασύνδετοι μεταξύ τους. Αυτό όμως που μόνο ως «απουσία ψυχής» θα στιγμάτιζε πετυχημένα αυτή την πόλη, σε τι οφείλεται; Δεν βιάζομαι να ρωτήσω «σε ποιους» γιατί συχνά και ο αδαής δεν ευθύνεται για την άγνοια του.

 

Δεν έχω απαντήσεις. Σας γράφω γι αυτά που μπορώ και βλέπω. Φέτος το θερινό σινεμά Ρεξ άνοιξε επιτέλους το πρόγραμμα του στα μισά Ιουλίου. Έσπευσα από τους πρώτους για να δω το τελευταίο Harry Potter με θαμπή εικόνα, άθλιο ήχο, πολλά καθίσματα χαλασμένα, και χωρίς καντίνα. Στο σχετικοάσχετο: Κάποτε βλέπαμε ταινίες στα θερινά παρέα με το πασατέμπο. Τι απέγινε το πασατέμπο;

DinoHajiyorgi

Supercalifragilisticexpialidocious!

Λίγα λεπτά μόνο πρόλαβα από το φινάλε της Mary Poppins στην ΕΤ1 (δεν ήξερα ότι το είχε σήμερα) και αμέσως βούρκωσα. Πόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με τις παιδικές μου αναμνήσεις είναι αυτή η ταινία, είναι σαν ένα παράθυρο στο παρελθόν και την μνήμη. Στη μαγεία συντελεί και η εικόνα του φιλμ, με τα εξωτερικά σκηνικά να είναι κατασκευασμένα όλα μέσα στο στούντιο, συν αυτό το ξεχωριστό χρώμα που είχαν τότε οι ταινίες (εκτός κι αν ήταν χαρακτηριστικό της Disney). Στην μικρή, αθώα ηλικία που πρωτοείδα την ταινία, η ταινία (και η πρωταγωνίστρια) προσέφερε μια παραμυθένια πλευρά της ζωής που θα έψαχνα για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ακόμα ψάχνω, ή το κατέκτησα χωρίς να το ξέρω, καθώς ζει σε ζωντανό technicolor μέσα στην ψυχή μου.

 

Η πιο ζωντανή ανάμνηση που έχω, σχετική με την ταινία, είναι όταν απηυδισμένος ο πατέρας μου με έβαλε να του υποσχεθώ ότι είχα δει το έργο για τελευταία φορά. Μικρούλης εγώ, δεν με άφηναν ακόμα να πάω μόνος σινεμά (από 9 χρονών και μετά με άφηναν, υπήρχε μια εμπιστοσύνη στον τόπο που ζούσαμε) και θα πρέπει να είχα σύρει τον μπαμπά στο Mary Poppins δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές. Τον καιρό πριν τα βίντεο, τα dvd και τις τηλεοπτικές προβολές, οι ταινίες πηγαινοέρχονταν, και εκτός από τις καινούργιες έβλεπες και παλιές που είχες πεθυμήσει. Είδα την ταινία σε κεντρική αίθουσα της Κωνσταντινούπολης, αλλά και στον Άγιο Στέφανο κάποια στιγμή. Τώρα ήταν καλοκαίρι, και έπαιζε πάλι στο θερινό σινεμά, πήγαμε, το ξαναείδαμε, κι εκεί με έβαλε ο πατέρας μου να του δώσω την υπόσχεση. Το πόσο θα κρατούσε η προβολή μιας ταινίας δεν ήταν σίγουρο, και το Mary Poppins, επειδή έκανε κόσμο, κράτησε πάνω από το στάνταρ διήμερο ή τριήμερο. Κι εμένα ο νους μου εκεί, αλλά να μη μιλάω. Σηκωνόμαστε ένα βράδυ να πάμε στο καφενείο και στον δρόμο με πιάνουν τα κλάματα. Με ρωτάει ο πατέρας μου γιατί κλαίω και αρνούμαι να του πω. «Θες να δεις το Mary Poppins» μου λέει συμπερασματικά. Ένευσα το ναι, και ω η ευτυχία, έκανα άλλο ένα μαγικό ταξίδι στη σαγήνη της λατρεμένης μου Julie Andrews.

 

Εκείνη την εποχή ο πατέρας μου θα πρέπει να ήταν νεότερος από όσο είμαι εγώ σήμερα. Η Mary Poppins μου τα ξυπνάει όλα αυτά, όχι μόνο την νοσταλγία, αλλά και τις απώλειες που μεσολάβησαν, στον χρόνο, στις ζωές και τις καταστάσεις, τα όνειρα και τις προσδοκίες που απογοήτευσαν ή δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Και όποτε βλέπω την ταινία, σας το ορκίζομαι, ο πόνος αυτός είναι υπέροχος. Και όσοι είναι πολύ νωρίς για να με καταλάβετε, δεν πειράζει. Εύχομαι να ζείτε το ίδιο ονειρικό ταξίδι.

DinoHajiyorgi

Ο Εφιάλτης που Επιμένει

Ξύπνησε ουρλιάζοντας στο σκοτάδι, μούσκεμα στον ιδρώτα. Χρειάστηκε να περάσει ένα λεπτό, που το ένιωσε σαν αιωνιότητα, μέχρι να αντιληφθεί ότι ήταν ζωντανός. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Το βλέμμα του, γεμάτο φαντάσματα, έτρεχε σαν τρελό στις σκιές που πότιζαν το σκηνικό που τον κύκλωνε. Που βρισκόταν, ποιος ήταν; Ιστοί αράχνης είχαν τυλίξει το μνημονικό του. Τρέμοντας, ακούμπησε τα πέλματα του στο κρύο πάτωμα και στάθηκε όρθιος παίρνοντας βαθιές εισπνοές. Μικρά κομμάτια της ταυτότητας του επανέρχονταν σιγά-σιγά στη θέση τους, συμπλήρωναν το θρυμματισμένο παζλ. Αυτό ήταν το δωμάτιο του. Έπρεπε να είναι το δωμάτιο του. Τρέκλισε προς την ανοικτή πόρτα του μπάνιου και άναψε το φως. Πήρε σαν απάντηση ένα ημίφως από τον γλόμπο στο ταβάνι που πετάριζε μια ασταθή ανταύγεια, σαν να πάλευαν ζωύφια μέσα στο λεκιασμένο του γυαλί. Κοίταξε στον καθρέπτη και το όρθιο πτώμα που είδε να του επιστρέφει το βλέμμα δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος. Γαστρικά υγρά έκαψαν τον οισοφάγο του και βήχοντας έφτυσε πράσινο φλέγμα στον νεροχύτη. Έσκυψε και ανοίγοντας την βρύση χούφτωσε κρύο νερό που πέταξε στο πρόσωπο του. Μυρμήγκιασαν οι αισθήσεις του ανακουφιστικά. Έβαλε το κεφάλι του κάτω από την ροή του νερού αφήνοντας μουγκρητά ευχαρίστησης. Τινάχτηκε ξανά όρθιος και τίναξε τα μαλλιά του. Είχε αρχίσει να νιώθει λίγο καλύτερα. Θυμόταν περισσότερα. Εκεί στο τραπεζάκι, δίπλα στην πόρτα του μπάνιου ήταν το πακέτο με τα τσιγάρα του. Άναψε ένα και ρούφηξε ηδονικά τον καπνό του.

 

Πλησίαζε διαγωνισμός Τρόμου στο φόρουμ. Αυτά τα ξυπνήματα στο σκοτάδι ήταν πανώλη και ανέκδοτο μαζί. Αν δεν ζούσε ξανά άλλη μια τέτοια εισαγωγή θα ήταν μια ανακούφιση, μα την αλήθεια.

DinoHajiyorgi

Περιμένοντας τον Δράκο

Σαν τον Μεσαίωνα ένα πράγμα. Αυτό το σπίτι, αυτή η στέγη πάνω από το κεφάλι μας, εμένα και του αδερφού μου, είναι το κάστρο μας. Χρειάζεται ψηλά τείχη και επάλξεις. Θα μπορούσαμε να το χάσουμε ανά πάσα στιγμή. Κάποια στιγμή θα έρθουν να μας το πάρουν, να μας πετάξουν έξω νεκρούς ή ζωντανούς. Είναι το μοναδικό μας περιουσιακό στοιχείο, βασιλιάδες, λήσταρχοι και δράκοι το έχουν και θα το έχουν για πάντα στο μάτι.

 

Στη δεκαετία του ’80, η οικογένεια είχε Βιοτεχνία Χρωμάτων στην Χαλκίδα που πήγαινε καλά. Σκέφτηκε ο πατέρας μου, μια ζωή στο νοίκι, να χτίσει το δικό του σπίτι. Αγόρασε ένα οικόπεδο και κάλεσε μαστόρους να το χτίσουν. Και όσο μεγάλωνε η οικοδομή, ντρεπόταν ο μπαμπάς που έβλεπαν οι άλλοι ότι έχτιζε σπίτι. Ήταν η προ-Πέτρου Κωστόπουλου εποχή με το ΚΛΙΚ, και μετά το Nitro, που απενοχοποίησε το να έχει κάποιος χρήματα, η εποχή στην οποία έχουμε επιστρέψει. Ο πατέρας μου πέθανε το 1990, ένα μήνα πριν μπούμε στο σπίτι που έχτισε. Και σήμερα, όσοι περαστικοί μας κοιτάζουν να καθόμαστε στο μπαλκόνι του, σίγουρα μας θεωρούν προνομιούχους, σαν «σκαφάτους» της στεριάς. Οι περαστικοί και το ίδιο το κράτος. Δεν έχει σημασία που η βιοτεχνία χρωμάτων δεν υπάρχει πια, που εγώ είμαι άνεργος και που ο αδελφός μου τη βγάζει στη ζούλα. Τα 2/3α του λογαριασμού της ΔΕΗ είναι ο φόρος για το δημόσιο.

 

Τον μήνα που μας πέρασε δεν πλήρωσα τον λογαριασμό νερού. Ούτε τον επόμενο λογαριασμό του ΟΤΕ θα πληρώσω. Νομίζω ότι δεν το κόβουν, όχι με την πρώτη, αλλά κι αν το κόψουν, ας μην έχω ίντερνετ. Είχα σκοπό, μέχρι να βρω δουλειά, να δανειστώ για τον λογαριασμό ρεύματος. Αυτά όμως τα υπολόγιζα πριν προκύψει το χαράτσι. Δεν έχει έρθει ακόμα, οπότε δεν ξέρω τι να περιμένω, αλλά ένας φίλος που είδε τα τ.μ. στον προηγούμενο λογαριασμό με την αξία της περιοχής, υπολόγισε ότι θα είναι ένα 700άρι. Ένα 700άρι για μένα και ένα για τον αδερφό μου. Προετοιμαζόμαστε και οι δύο ψυχολογικά για επιβίωση χωρίς ρεύμα. Αν καταφέρω να εξασφαλίσω ξηρή τροφή για τα γατάκια και τα σκυλάκια μου θα είμαι ήσυχος. Στο θέμα της θέρμανσης, έτσι κι αλλιώς, φέτος είχαμε αποφασίσει να μην αγοράσουμε πετρέλαιο. Θα τη βγάλουμε με παλτά και κουβέρτες. Το κρύο τα τελευταία χρόνια είναι ήπιο και δεν κρατάει πολύ.

 

Εντωμεταξύ έχουμε άλλον έναν βραχνά. Την αποδοχή κληρονομιάς του σπιτιού στην εφορία, μετά τον θάνατο της μητέρας μου τον Μάιο. Τα καλά νέα είναι ότι λόγω παλαιότητας δεν φορολογείται. Τα άσχημα νέα είναι ότι προς το παρόν δεν μπορούμε να κάνουμε την αποδοχή επειδή εφορία και συμβολαιογράφος ζητούν πιστοποιητικό συγγένειας. Η μαμά όμως ήταν τούρκος υπήκοος και δεν ήταν γραμμένη στον Δήμο Χαλκίδας. [Εγώ είμαι έλληνας υπήκοος και είμαι γραμμένος στον Δήμο. Δεν θέλουν όμως ένα χαρτί που λέει «ο Ντίνος είχε μαμά την κυρία Πάτρα». Θέλουν ένα χαρτί που να λέει «Η κυρία Πάτρα είχε γιο τον Ντίνο.»] Δηλαδή, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι η μητέρα μας ήταν η μητέρα μας.

 

Μία επιλογή είναι να πάμε Αθήνα και να μεταφράσουμε στο Υπουργείο την Ληξιαρχική Πράξη θανάτου της μαμάς στα τούρκικα, να την καταθέσουμε μετά στο τούρκικο προξενείο ώστε να ειδοποιηθεί το τούρκικο κράτος. Μετά πρέπει να βρούμε τούρκο δικηγόρο στην Τουρκία που θα κάνει αίτηση στο κράτος για κάποιο χαρτί που λέει πόσα και ποια παιδιά είχε η κυρία Πάτρα. Αφού πάρουμε αυτό το χαρτί και το μεταφράσουμε στα ελληνικά, θα το πάμε στην εφορία και τον συμβολαιογράφο… με την ελπίδα να τους κάνει. Πόσον χρόνο όμως θα πάρει όλο αυτό και κυρίως, πόσα χρήματα. Δεν νομίζω ότι οι τούρκοι δικηγόροι είναι φθηνότεροι – και πως θα τους ψάξουμε, χωρίς καμία πρόσβαση από την μεριά μας στην Τουρκία;

 

Η άλλη επιλογή, δικαστήριο στη Χαλκίδα με ορκωτούς μάρτυρες που θα βεβαιώσουν την συγγένεια με την μητέρα μας, για να βγει κληρονομιτήριο για την εφορία. Χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η αμοιβή δικηγόρου, η διαδικασία θέλει 600 ευρώ. Και το συμβόλαιο αργότερα, άλλα 600.

 

«Έρχονται να μας κόψουν τα λαρύγγια» λέει ο Παναγιώτης. Ο αδερφός μου. Πληρώνει στεγαστικό δάνειο σε τράπεζα και μια μηνιαία δόση για το αυτοκίνητο του. Αυτόν τον μήνα περιμένει και μείωση μισθού.

 

Μέχρι στιγμής, από μικρά θαύματα, από το γράψιμο μου κιόλας, έχω να τρώγω. Αλλά ο Δράκος έρχεται. Έρχεται σύντομα με την ΔΕΗ και τότε θα τελειώσουν τα ψέματα. Ίσως και να έχουν γούστο τα βράδια με κεριά, αλλά μέχρι να κατέβουν οι διακόπτες, θα είμαι εδώ να σας σπάω τα νεύρα.

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.