Jump to content

Sonya's Neverland

  • entries
    8
  • comments
    77
  • views
    5,393

About this blog

A place of lost thoughts and ideas

Entries in this blog

Sonya

Ανήκω στην κατηγορία ανθρώπων που αγαπούν τα Μουσεία, τη βρίσκουν με μούμιες, πίνακες και αγάλματα και θεωρούν πως θα ήταν μια πάρα πολύ ωραία ιδέα αν τα μουσεία παγκοσμίως έκαναν ανταλλαγές περιεχομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε ΟΛΟΙ να έχουν πρόσβαση στην ιστορία και να μην χρειάζεται να πάνε μέχρι την Ιαπωνία για να δουν ένα πραγματικό κατάνα. Εντούτοις δεν άρχισα να γράφω για να μεταφέρω τις "επαναστατικές" μου πεποιθήσεις σχετικά με τον πανανθρώπινο πολιτισμό. Σκοπός μου είναι να περιγράψω λίγο το Ιστορικό Μουσείο της Στοκχόλμης. Όχι τόσο για αυτά που δείχνει, όσο για αυτά που λέει και αυτά που ρωτάει. Ναι, αυτό το Μουσείο υποβάλλει διαρκώς τον επισκέπτη στην επίπονη διαδικασία της σκέψης.

 

Η πρώτη επίσκεψη στο Historiska έγινε σχεδόν "τυχαία", όταν είχαμε την χαρά να φιλοξενούμε τον Nirgal. Μιας και το Vasa (το παλαιότερο πλοίο που ανασύρθηκε ολόκληρο μετά από ναυάγιο και έχει μετατραπεί σε Μουσείο) ήταν κλειστό για λόγους συντήρησης και το Nordiska είναι λίγο πιο λαογραφικό, καταλήξαμε στο Historiska.

 

Κάναμε αρχή με τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα (απ' το 4000 π.Χ μέχρι και την εποχή των Βίκινγκ), σκελετούς, κοσμήματα, εργαλεία, υφάσματα και τα λοιπά. Η παρουσίαση ήταν πολύ καλή, αν και σχετικά σύντομη, καθώς, όπως και να το κάνουμε, η Σκανδιναβία δεν είχε να επιδείξει τίποτα ιδιαίτερο από πολιτισμικής άποψης τω καιρώ εκείνω.

 

Και μετά περάσαμε στο πρώτο σοκ: ένας ευρύχωρος διάδρομος με καθίσματα και παιχνίδια για τα παιδιά και στην αριστερή του πλευρά πόρτες που οδηγούσαν σε θεματικά δωμάτια. Προφανώς δεν ήταν αυτό το σοκ, αν και ο χώρος ήταν μοντέρνος κι ευχάριστος. Το σοκ ήταν στις επιγραφές που υπήρχαν στην είσοδο κάθε δωματίου και περιγράφουν το θέμα που πραγματεύεται. Όπως, φερ' ειπείν, η οικογένεια και η δομή της, οι ρόλοι των φύλων, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η έννοια και τα πρότυπα της ομορφιάς, η δύναμη και η πίστη, η σχέση του πολιτισμού με το περιβάλλον, η μετανάστευση, το πώς αλλάζει η Ιστορία ανάλογα με το ποιος την αφηγείται, πώς κρίνουμε την Ιστορία με βάση το παρόν, πώς κατηγοριοποιούμε την σπουδαιότητα προσώπων και αντικειμένων, τόσο στην Ιστορία, όσο και στην καθημερινότητα. Κάθε δωμάτιο φέρνει τον επισκέπτη αντιμέτωπο με τις ιδέες, τις γνώσεις και τις προκαταλήψεις του, με αυτά που θεωρεί δεδομένα κι αυτά που νομίζει πως ξέρει, με τις επιπτώσεις που έχει η κάθε του πράξη στην Ιστορία. Το Μουσείο αυτό, για τον επισκέπτη που θέλει να σκεφτεί, είναι ένας υπέροχος πονοκέφαλος ιδεών και μια δημιουργική σύγκρουση με τον εαυτό του.

 

Το δεύτερο σοκ ήταν μια υπέροχη και τόσο απλή ιδέα που κάνει κάθε Έλληνα με 4000 χρόνια πολιτισμού και ιστορίας να ουρλιάξει "ΓΙΑΤΙ;;;;": μια αίθουσα παιχνιδιού. Το παιχνίδι είναι να βρεις αρχαιολογικά ευρήματα, να τα αξιολογήσεις και να τα τοποθετήσεις εκεί που ανήκουν. Το μέρος έχει σκάμματα με διαφορετικό είδος χώματος και άμμου (γιατί, προφανώς, είναι από διαφορετικές περιοχές) και πρέπει να πας στο κατάλληλο, να σκάψεις με τα χέρια σου, να βρεις το "εύρημα", να το καθαρίσεις προσεκτικά με το βουρτσάκι για να μην χαλάσει, να το πας στο "εργαστήρι" για να βρεις από ποια εποχή είναι και να το βάλεις στην κατάλληλη θήκη. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε ΕΝΑ παιδί που δεν θα έπεφτε με τα μούτρα στο σκάμμα, γεμάτο ενθουσιασμό, που δεν θα μπολιαζόταν με αγάπη για την ιστορία, αντί να θεωρεί πως ένα Μουσείο είναι ένα στείρο και νεκρό μαυσωλείο.

 

(Γενικά το Historiska είναι human-friendly και, κυρίως, children friendly. Εκτός από κόκκαλα και τέτοια που βρίσκονται πίσω από βιτρίνες, όλα τα υπόλοιπα μπορείς να τ' αγγίξεις και υπάρχουν επιγραφές που λένε: please touch. Επίσης έχει έναν κήπο με Βικινγκοσκηνές που μπορούν να παίξουν τα παιδιά, διάφορα μεγάλα παιχνίδια διάσπαρτα μέσα στο μουσείο, κουίζ για τα πιο μεγάλα, αλλά και γενικά οι γονείς τ' αφήνουν να τρέχουν και να παίζουν και να γελάνε. Είναι υπέροχο το πόσες φορές σταματάνε μπροστά σε κάτι που τους κάνει εντύπωση και ρωτάνε τι είναι, χωρίς να νιώθουν υποχρεωμένα να παρατηρούν το κάθε τι.)

 

Η αίθουσα με την ιστορία των Βίκινγκ δεν ήταν σοκ. Ήταν προσεγμένη, όμορφη, γεμάτη, αλλά συνηθισμένη... μέχρι που ο επισκέπτης φτάνει σ' έναν χώρο που πραγματεύεται το πώς έχει χρησιμοποιηθεί η εικόνα των Βίκινγκ κατά περίσταση. Μια απ' αυτές ήταν μια αφίσα του ΒΠΠ, στην οποία οι Ναζί παρομοίαζαν το τάγμα τους με τους Βίκινγκ προκειμένου να στρατολογήσουν Νορβηγούς στρατιώτες. Ξερά, στεγνά, χωρίς χαϊδέματα, αυτή η ΤΕΡΑΣΤΙΑ αφίσα ήταν απέναντι απ' τα λέγκο Βίκινγκ.

 

Και σαφώς πολλοί θα βγουν και θα πουν για τον "ουδέτερο" ρόλο της Σουηδίας στον ΒΠΠ και θα 'χουν δίκιο. Κοίτα, λοιπόν, όμως, που οι Σουηδοί, μέσα στο Ιστορικό τους Μουσείο, δεν ντρέπονται να πουν ούτε τι έκαναν, ούτε ότι ήταν λάθος. Στον πάνω όροφο του Μουσείου, ένας χρονολογικός διάδρομος πάει τον επισέπτη από εποχή σε εποχή κι από δεκαετία σε δεκαετία, μέχρι που φτάνει στον 20ο αιώνα. Κι εκεί λέει ξεκάθαρα ότι η Σουηδία επέτρεψε στην Γερμανία να περάσει κι έκανε τα στραβά μάτια. Ότι η Σουηδία προμήθευσε την Γερμανία με πρώτες ύλες. Και λέει ότι αυτό είναι ένα αμφιλεγόμενο πολιτικό κομμάτι της ιστορίας που ακόμα προβληματίζει τους Σουηδούς. Δεν κρύβει. Δεν καλύπτει. Φέρνει τον επισκέπτη μπροστά στην ιστορική μαλακία και του τη δείχνει με το δάχτυλο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να μάθει απ' τα λάθη του χωρίς, πρώτα, να τα παραδεχτεί. Κι αυτό ήταν ένα ακόμα σοκ.

 

Μέσα στο Historiska, η Ιστορία δεν είναι ωραιοποιημένη. Είναι όσο πιο ουδέτερη γίνεται. Βρίσκεται εκεί για να παίξει τον ρόλο του Σωκράτη. Σου δείχνει κάτι και σε ρωτάει ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σ' αυτό που είδες, ποια τα συμπεράσματά σου και πώς τα έβγαλες.

 

Χθες πήγα για δεύτερη φορά, μαζί με τον Άλεξ που δεν το είχε δει. Είμαστε σίγουροι ότι θα ξαναπάμε. Ότι θα πάμε κι άλλο κόσμο εκεί, όσους έρθουν να μας επισκεφτούν. Όχι γιατί έχει ΤΑ εκθέματα. Δεν είναι μόνο αυτός ο ρόλος ενός Μουσείου. Είναι πρόκληση για προβληματισμό για έμπνευση, για αμφισβήτηση. Δεν δίνει μόνο γνώση. Απαιτεί σκέψη.

 

http://www.historiska.se/

Sonya

Το πει or not to πει...

...και δεν εννοώ το κατούρημα. Τελείως. Αυτή η καταχώρηση έχει ως θέμα την κριτική. Το πώς τη βλέπω, πώς την θέλω, πώς θα ήθελα να την κάνω, αλλά ας όψεται μια κάποια ευγένεια που πολλάκις καταβάλλω προσπάθεια για να επιδείξω.

 

Η εικόνα που έχω για την κριτική είναι περίπου αυτή:

 

mills.gif

 

Έτσι τη γουστάρω. Χωρίς κανένα απολύτως έλεος. Θέλω να τσούξει, να πονέσει, να σμιλέψει τη γραφή και την ψυχή μου. Ο σεβασμός, ο κάθε σεβασμός, κερδίζεται. Με κόπο και με πόνο. Κι είναι χρέος του συγγραφέα να σέβεται τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης σε πληρώνει, φίλε συγγραφέα. Αν όχι με χρήμα, σε πληρώνει με χρόνο και όλη την καλή διάθεση να διαβάσει αυτό που έγραψες. Οφείλεις, αν μη τι άλλο, να μη βεβηλώνεις την όρασή του. Προσωπικά, προτιμώ έναν αναγνώστη που θα έρθει και θα μου πει, ντόμπρα και σταράτα ότι η ιστορία μου ήταν για τα μπάζα (και γιατί), παρά αυτόν που δε θα μου πει τίποτα, ή θα προσπαθήσει να μου το πει στην γαλλική. Μού πήρε πολύ καιρό να μπορέσω να δεχτώ κριτική, αλλά αφού έκανα την αρχή, πλέον δεν την χορταίνω. Ρίξε ξύλο, αναγνώστη, αντέχω.

 

Προφανώς, επειδή είμαι ελιτιστικό γουρούνι, διαχωρίζω τις κριτικές που μου γίνονται στις χρήσιμες και τις άχρηστες. Το τι δεν αρέσει, μού λέει από λίγα έως τίποτα. Το γιατί δεν αρέσει αυτό, μού λέει περισσότερα, το πώς θα μου άρεσε, είναι ένα λούνα-παρκ. Ναι, σαφώς, δεν έχουν όλοι τα ίδια γούστα και τα λοιπά, αλλά σίγουρα η οπτική του εκάστοτε αναγνώστη βοηθάει. Δε συζητάω καν για γραμματικοσυντακτικά, τα οποία όχι μόνο ζητάω, λαχταράω να δω! Κυρίως από τότε που (εν πλήρη αποδοχή των συνεπειών) αποφάσισα να αγνοήσω τους κανόνες για τα τελικά ν μέχρι να πάρουν κι αυτά απόφαση πότε θέλουν να μπουν και πότε όχι, περιμένω πάντα στη γωνία συγκεκριμένα μαστίγια που δεν κουράζονται ποτέ. Ποτέ, όμως.

 

Αλλά, τεσπα, ηνάφ οφ μι. Ή μάλλον, ηνάφ οφ μάι στόριζ. Το θέμα είναι, αγαπητοί φίλοι, τι κάνεις όταν διαβάζεις κάτι που καταφέρνει να βεβηλώσει ταυτόχρονα α) την ελληνική γλώσσα, β) την όρασή σου, γ) τη νοημοσύνη σου και δ) την αισθητική σου. Σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό. Πώς μεταφράζεις την ειλικρινή σου άποψη σε κάτι που δε θα οδηγήσει τον συγγραφέα σε αυτοχειρία; Κυρίως, όταν πρέπει να το κάνεις; Τι εννοώ; Θέλεις να πεις: "σπατάλησα τρεις ώρες απ' τη ζωή μου να διαβάζω ένα κείμενο, για το οποίο δεν σπατάλησες δέκα λεπτά να το περάσεις από αυτόματο ορθογραφικό έλεγχο. Επίσης, πριν ξαναγράψεις κάτι πιο πολύπλοκο από το όνομά σου, πέρνα μια βόλτα απ' το δημοτικό και το γυμνάσιο και (ξανα)μάθε γραμματική και σύνταξη. Όταν τελειώσεις μ' αυτά, (ξανα)κάνε τη διαδρομή μυαλό-κείμενο και μάζεψε τις λέξεις που σου έπεσαν. Αυτό το κείμενο έχει περισσότερες διορθώσεις δικές μου, παρά λέξεις δικές σου, το οποίο θα έπρεπε να σου λέει κάτι το οποίο προφανώς δεν είσαι σε θέση ν' ακούσεις. Και δεν έχω μπει καν στο ζουμί ακόμα..." Αντ' αυτού, προσπαθείς να βρεις ευγενικές λέξεις, που να λένε το ίδιο πάνω κάτω, αλλά με τρόπο που ο συγγραφέας να μην το καταλάβει. Προσπαθείς να κάνεις εποικοδομητική κριτική σε κάτι το οποίο στερείται βασικών πραγμάτων. Υπάρχει πιθανότητα η κριτική και όλες οι απαραίτητες φιοριτούρες, να χρειαστούν περισσότερη ώρα απ' όση χρειάστηκε ο συγγραφέας, το οποίο σημαίνει ότι ο αναγνώστης σπατάλησε περισσότερη φαιά ουσία για την ιστορία απ' τον συγγραφέα, το οποίο, σ' εμένα τουλάχιστον, φαίνεται ανούσιο (μιας κι ο συγγραφέας καταφανώς έχει τον αναγνώστη γραμμένο εκεί που δεν πιάνει το μελάνι) και άχρηστο (μιας κι ο συγγραφέας, κατά πάσα πιθανότητα, δε θα κάνει τίποτα με την κριτική σου, εκτός απ' το να σε βρίσει, από μέσα του, γιατί δεν έπιασες τα λεπτά νοήματα απ' το αριστούργημά του).

 

Δεν είμαι ευγενικός άνθρωπος όταν λέω τη γνώμη μου για κάτι. Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Γι αυτό και πολύ συχνά αποφεύγω τελείως να πω τη γνώμη μου. Γιατί ξέρω ότι είμαι κυνικό κάθαρμα. Μου είναι ΑΦΟΡΗΤΑ δύσκολο να χρυσώνω χάπια όταν κάνω κριτικές κι η διπλωματία δεν συμπεριλαμβάνεται στα ταλέντα μου. Επίσης, έχω υπομονή περιορισμένου βεληνεκούς στην επαναληψημότητα. Όταν λεω κάτι σε κάποιον πάνω από τρεις φορές κι επιμένει να μην καταλαβαίνει, δεν έχει νόημα να χαλάσω θερμίδες για να το ξαναπώ. Πα να πει, ΔΕ ΘΕΛΕΙ να καταλάβει. Πα να πει, όμως, σταμάτα να με ρωτάς κιόλας, γιατί στην τέταρτη θα μάθεις τι κάνει ο θρύλος κι ο Πειραιάς (το παθητικό, μην παρεξηγιόμαστε κιόλας) κάθε φορά που πάω στο γήπεδο. Και θα το μάθεις με γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Και θα σε ρωτήσω, στο τέλος όλου αυτού: ΓΙΑΤΙ, καλέ μου άνθρωπε, αφού είναι προφανές ότι ή δε θέλεις ή δεν μπορείς, γιατί επιμένεις να βασανίζεσαι και να βασανίζεις κι εμένα μαζί; Κι εσύ, εντάξει, μαζοχίσου ελεύθερα, εγώ τι σου φταίω που χρειάζομαι τέσσερις υδραυλικές πρέσσες για να συγκρατήσω τον κάφρο μέσα μου;

 

Άι χάρντλι νηντ αντ, ότι δεν είναι έτσι όλες οι κριτικές. Ευτυχώς, λίγες είναι έτσι (που να πρέπει να τις κάνω, δηλαδή). Και πάλι περισσότερες απ' όσες θα ήθελα (0) ή αντέχει το νευρικό μου σύστημα (1), αλλά λιγότερες απ' τις κριτικές που, αν και (πάλι) "πρέπει" να τις χειριστώ με το γάντι, τουλάχιστον έχουν ένα ποιοτικό υπόβαθρο και δε θα πάνε τελείως στον βρόντο.

 

Κλείνω, αγαπητοί μου φίλοι, με μια παράκληση: μη δείτε αυτή την καταχώρηση σαν συγγραφείς: δείτε την σαν αναγνώστες. Θυμηθείτε την ιστορία που θεωρείτε ότι ήταν ο χειρότερος βιασμός που υπέστησαν οι οφθαλμοί σας, την ιστορία που δεν είχατε αρκετά ανεπτυγμένο υβρεολόγιο για να την αξιολογήσετε όπως θα θέλατε, την ιστορία που για πάρτη της ανοίξατε τον μεγαλύτερο μαζικό τάφο στην ιστορία της κριτικής, και μετά απλά αναστενάξτε...

Sonya

blogentry-374-0-40616000-1349176329.gif Οι πιθανές αντιδράσεις σ' αυτή την εικόνα είναι τρεις: ?, α!, ωχ... Αλλά ας ξεκινήσουμε απ' το ?

 

National Novel Writing Month ονομάζεται το παγκόσμιο πρότζεκτ που θέτει έναν πάρα πολύ δύσκολο στόχο σε επίδοξους συγγραφείς: να γράψουν μια νουβέλα με τουλάχιστον 50.000 λέξεις (ή μέρος μιας νουβέλας, αλλά το μίνιμουμ λέξεων είναι αδιαπραγμάτευτο) μέσα σε τριάντα μέρες που ξεκινούν τα μεσάνυχτα 31 Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου και λήγουν τα μεσάνυχτα 30 Νοεμβρίου προς 1 Δεκεμβρίου. Έπαθλο δεν υπάρχει άλλο, εκτός απ' την ίδια τη δημιουργία και μπράγκιν ράιτς. Μιας και ο Οκτώβρης μπήκε και ο Νοέμβρης είναι κοντά και, μιας και το σφφ φιλοξενεί κάθε χρόνο σε μια μυστική γωνιά του τους νανοριμίτες (και μιας και προσεχώς κανας Νιχίλιος θ' ανοίξει το παραδοσιακό νανοριμοτόπικ για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι), ε, ας κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στις τριάντα μέρες συγγραφικής εκγατάλειψης.

 

Όποιος περιμένει την 1η του Νοέμβρη για να μπαρκάρει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, το πιθανότερο είναι να σωριαστεί χάμω γύρω στη δεύτερη με τρίτη εβδομάδα και να τον φάνε οι γύπες που πρόθυμα καραδοκούν κάθε χρόνο πάνω απ' αυτούς που αποφασίζουν να τολμήσουν. Όπως πολλά πράγματα στη ζωή, χρειάζεται προετοιμασία. Ακόμα κι αν δεν είστε του οργανωτικού στυλ, με πινακάκια, αρχεία επί αρχείων, τακτοποιημένα συρταράκια ιδεών και χαρακτήρων και μοιρογνωμόνια πλοκών, ΚΑΙ ΠΑΛΙ θα χρειαστεί να έχετε δυο-τρία βασικά πραγματάκια: έτοιμη πλοκή, τουλάχιστον δυο-τρεις βασικούς χαρακτήρες και ένα γενικό πλάνο της ιστορίας σας. Προσωπικά, δεν μπορώ ν' αρχίσω αν δεν εχω και τέλος. Αλλά δεν είμαι εδώ για να δώσω συμβουλές. Το μόνο που θέλω είναι να περιγράψω πώς είναι για μένα το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά του κάθε μου, σχεδόν, Νοέμβρη.

 

Όταν πάει να φύγει το καλοκαιράκι κι οι πρώτες βροχές ξεπλένουν την σκόνη (όχι πως η Στοκχόλμη προλαβαίνει και ποτέ να σκονιστεί, αλλά λέμε τώρα), αρχίζει να κατασταλάζει μέσα μου η ιστορία που θα γραφτεί απ' τις 3-4 που με κλωθογυρνάνε όλο το χρόνο. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που η μαγιά ετοιμάζεται: οι κούκλες παίζουν με φρενήρη ρυθμό τα βασικά κομμάτια της ιστορίας. Κάποιες κούκλες βγαίνουν εκτός μάχης ως ακατάλληλες, άλλες πάνε για ένα ρεκτιφιέ κι άλλες βγαίνουν απ' την ντουλάπα και ξεσκονίζονται. Μερικές δημιουργούνται επιτόπου κι οι παλιές φροντίζουν να τις περάσουν απ' τα καθιερωμένα καψόνια. Μέσα σ' ένα μήνα, οι βασικοί μου χαρακτήρες είναι έτοιμοι, έχουν τα ονόματά τους, τα μυστικά τους, το παρελθόν τους, την προσωπικότητά τους, πρόσωπα και σώματα. Κομμάτια διαλόγων παίζονται, σκηνικά στήνονται, κουστούμια ράβονται. Τρύπες κλείνουν, μερικές φορές ανοίγοντας άλλες, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Στο τέλος του μήνα, έχω μια γενική ιδέα του ποιος θα κάνει τι πού, πώς και με ποιον, αλλά, κυρίως, έχω γιατί θα κάνει αυτά που θα κάνει. Τον Οκτώβρη αυτή η διαδικασία γίνεται πιο συγκεκριμένη και λεπτομερής: τσεκάρεται η αληθοφάνεια του περιβάλλοντος που θα στηθεί η ιστορία, οι συνέπειες αλληλεπιδράσεων, τι θα φωτιστεί, τι θα μείνει στη σκιά, τι θα κρυφτεί και πώς μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Εγώ που δεν είμαι της οργάνωσης έξω απ' το κεφάλι μου σπάνια καταγράφω κάτι απ' αυτά, αλλά, αν γράψω, αυτό θα συμβεί τον Οκτώβρη. Σημαντικές λεπτομέρεις που θα κρίνουν κάποια πράγματα γράφονται, όπως και γενικές πληροφορίες σκηνικών. Μιας και ο κόσμος που έχω δουλέψει σχεδόν όλες μου τις φάνταζι ιστορίες είναι ένας, τσεκάρω ποια στοιχεία του θ' αναδείξω, αν θα συνδέσω χρονικά ή τοπικά αυτή την ιστορία με άλλες και πώς. Τον Οκτώβρη ζω στον κόσμο της ιστορίας μου. Προσεύχομαι στους θεούς του, υπακούω στους νόμους του, περπατάω στους δρόμους του, μιλάω με τους κατοίκους του. Θέλω να ξέρω κάθε του γωνιά όταν μπει η 1η του Νοέμβρη. Όχι γιατί θα τον περιγράψω (σπάνια μπαίνω σε περιγραφικές λεπτομέρειες), αλλά για να μπορούν οι χαρακτήρες μου να κινηθούν με άνεση μέσα του και να πουν την ιστορία τους.

 

Και μετά έρχεται η πρώτη του Νοέμβρη και τ' άλογα φορτσάρουν στην εκκίνηση. Η πρώτη λίγη ώρα είναι κινέζικο βασανισήριο στο οποίο κοιτάω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στην οθόνη και η κενή σελίδα μού θυμίζει το άδειο μου κεφάλι. Μέσα σε τριάντα μέρες πρέπει να έχουν γραφτεί 50.000 λέξεις εκεί πάνω κι εγώ δεν ξέρω εκείνη τη στιγμή ούτε καν από πού ν' αρχίσω. Όταν, δειλά-δειλά, γραφτεί η πρώτη προτασούλα, η πρώτη παράγραφος, μετά νιώθω σαν καουμπόης του φαρ-ουέστ. Ρίχνω ένα γιιιι-χα!, σπιρουνίζω το άτι και τρέχω ξέφρενα, γεμίζοντας σελίδες. Αν η πρώτη μέρα δεν έχει τουλάχιστον δύο χιλιάρικα, είναι τραγική αποτυχία, για μένα. (Ο καθημερινός μέσος όρος λέξεων, μπάι δε γουέι, είναι το 1666 του σατανά και περισσεύεουν κάτι λίγα για το τέλος). Η πρώτη βδομάδα, σε γενικές γραμμές, έχει όλο τον ενθουσιασμό και την φόρα της εκκίνησης. Νιώθω ότι θα κατακτήσω τον κόσμο. Τόση αυτοπεποίθηση έχω που γυρίζω ξεδιάντροπα και κάνω και διορθώσεις! Δηλαδή, ούτε τσίπα, ούτε τίποτα! (Ένα ακόμα μπάι δε γουέι, αν το νανόριμο έχει έναν κανόνα -εννοώ έναν άλλο κανόνα εκτός απ' τον σκάσε και γράφε- αυτός ο κανόνας είναι ο σκάσε και γράφε και μην κοιτάς πίσω σου.) Ρε, δε με σκιάζει φοβέρα καμιά! Έχω ιστορία, έχω χαρακτήρες που περπατάνε πάνω στην ιστορία σαν μοντέλες στην πασαρέλα κι εγώ τους φτύνω μην τους βασκάνω.

 

Τη δεύτερη βρομάδα ο ρυθμός, αναμενόμενα, πέφτει. Βγαίνουν και πάλι οι 1666 σατανικές λέξεις την ημέρα, αλλά δύσκολα, πολύ δύσκολα βγαίνει κάτι παραπάνω. Οι χαρακτήρες σα να βαριούνται, σα να ξεχνάνε τα λόγια τους, τα σκηνικά σα να παραπαίουν κι η υπόθεση σα να ξεφεύγει. Η δεύτερη βδομάδα, προς το τέλος της, είναι ένα κομβικό σημείο.Ξέρεις πως πρέπει να έχεις εικοσιπέντε χιλιάρικα στο τσεπάκι σου. Αν έχεις κάτω από είκοσι, εύκολα σε παίρνει από κάτω και τα παρατάς. Αν έχεις χτυπήσει το εικοσιπεντάρι κι είσαι στα μισά, συνειδητοποιείς ότι έχεις άλλο τόσο, μόνο που φαντάζει τόσο απροσπέλαστο όσο και το Έβερεστ. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που παρατούν το νανό, το κάνουν τότε, στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας. Κυρίως γιατί βλέπουν την τρίτη εβδομάδα να έρχεται και μαζί της...

 

writer's block. Ο φόβος και ο τρόμος του συγγραφέα γενικά, του νανοριμίτη ειδικά. Πού πας, ρε Καραμήτρο, να βγάλεις πενήντα χιλιάρικα σ' ένα μήνα, αν φας πέντε μέρες με το κεφάλι τάμπουλα ράζα; Ο πανικός έρχεται, οι παλάμες ιδρώνουν, ξεκινά η γκρίνια, η μουρμούρα κι οι δέκα ινδιάνικες κατάρες στο νανόριμο. Βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες να γράφεις κι ορκίζεσαι στα κόκκαλα του Όσκαρ Ουάιλντ ότι ποτέ των ποτών των ποτέποτων δεν πρόκειται να το ξανακάνεις για κανέναν απολύτως λόγο, δεν πα να σου τάξουν το βάρος σου σε μπύρα ή μια βδομάδα πληρωμένες διακοπές με την Αντζελίνα Τζολί ΚΑΙ τον Τζόνι Ντεπ μαζί. Ο κέρσορας αναβοσβήνει χλευαστικά: στο τέλος της εβδομάδας το κοντέρ πρέπει να δείχνει κάτι λιγότερο από 40Κ κι εσύ πνίγεις τον πόνο σου σε καφεΐνη, νικοτίνη (αχ, πόσο μού λείπεις τον Νοέμβρη, νικοτίνη μου...) και αλκοόλη. Σούρνοντας το κουφάρι σου, προσπαθείς να γράψεις μια λεξούλα κι άλλη μία ακόμα, να το πιάσεις από αλλού και ξαφνικά μπραφ! Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας τρως μια ξανάστροφη από κανα-δυο χαρακτήρες που σου ανακοινώνουν ότι αναλαμβάνουν αυτοί από δω και πέρα και αρχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Η πλοκή που φάνταζε τόσο ευθεία όσο και αδιέξοδη αρχίζει τις παρακάμψεις, βάζει, βγάζει και μέχρι το τέλος της εβδομάδας σε προσγειώνει πίσω, αλλά κοντά στο όριό σου.

 

Και μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Όταν ξεκινά η τέταρτη εβδομάδα, το μόνο που θες είναι να βλέπεις τις λέξεις που σου μένουν να μειώνονται. Να γίνουν τετραψήφιες, για αρχή και μετά 8.000, 7.000. 6.000. Κάθε χιλιάρικο είναι μια μεγάλη, τεράστια νίκη, είναι ένα άλμα προς το τέλος που βλέπεις θαμπά στην άκρη του τούνελ. Περιττό να πω ότι λέξεις όπως "ποιότητα" ή "επιμέλεια" έχουν σβηστεί εδώ και μέρες απ' το λεξιλόγιό σου και το μόνο που έχει απομείνει είναι "λέξεις". Κυρίως όσο πλησιάζουν οι μέρες στις 28-29 Νοέμβρη, οι λέξεις είναι το μόνο που μπορείς να σκεφτείς γενικά. Το μαλλί την έχει δει Μπετόβεν, το μάτι γυαλίζει, η γλώσσα κρέμεται στο πλάι σαν λαχανιασμένου ροτβάιλερ, τα δάχτυλα τρέμουν πάνω απ' τα πλήκτρα και το μόνο πράγμα που έχεις στο μυαλό σου είναι να τελειώσεις την μπιπ την ιστορία, μπιπ το μπιπ του μπιπ κι ας βρουν μετά το κουφάρι σου απλωμένο σα χτυπημένο χταπόδι πάνω στο πληκτρολόγιο. Φτάνει ο μετρητής λέξεων να λέει 50.001 και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.

 

Είναι μαγική η στιγμή που ο μήνας αλλάζει κι εσύ παίρνεις μια ανάσα, βαθιά και γεμάτη, και κοιτάς πίσω σου. Κοιτάς 50.000 λέξεις δικές σου, μια ιστορία δικιά σου, που γράφτηκε τόσο γρήγορα κι επίπονα, σα γέννα. Μόνο όσοι το έχουν κάνει μπορούν να το καταλάβουν. Αυτή την ανάσα, αυτό το συναίσθημα της ολοκλήρωσης, ότι τα κατάφερες, το έκανες, το έγραψες, νίκησες τον εαυτό σου, την καρέκλα, τον χρόνο, τα 'πιασες όλα μέσα στη χούφτα σου, τα ζούπηξες κι όταν την άνοιξες, μέσα υπήρχε μόνο μια ιστορία. Δική σου.

 

Όταν γράφω την τελευταία λέξη, νιώθω μόνο κούραση. Δε θέλω να δω υπολογιστή ποτέ ξανά στη ζωή μου, το μόνο που θέλω είναι ν' ανοίξω μπακάλικο και να γελάω σαν χαζόγρια κάθε φορά που κάποιος αναφέρει την συγγραφή. Την επόμενη μέρα όλο αυτό έχει εξαφανιστεί. Ο Δεκέμβρης εχει μέσα του τις 50.000 λέξεις κι όλη την χαρά και την υπερηφάνεια που τις ακολουθεί. Κι εγώ... εγώ μετράω μέρες, μέχρι το επόμενο. Πλέον το παραδέχομαι αναίσχυντα: λαχταρώ τις τριάντα βασανιστικές μέρες του νανόριμο κι αγαπώ τον Νοέμβρη που μου το χαρίζει.

 

Και, φυσικά, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την οικογένεια του νανό εδώ μέσα, που σπρώχνει, ενθαρρύνει, τραβάει, βοηθάει, είναι εκεί και συμπάσχει, συμβουλεύει, καμαρώνει. Γιατί πέρσι δεν έγραψε ο καθένας 50.000 λέξεις (κι όσες έγραψαν αυτοί που δεν ολοκλήρωσαν). Γράψαμε όλοι μαζί 500.000 (ή, μάλλον 600.000). Είναι τόσο ασύλληπτο όσο και πραγματικό. Κι είναι δικό μας. Όλων μας.

Sonya

Ένα καλό βιβλίο

blogentry-374-0-03973000-1348767759.jpgΤι ορίζει ένα καλό βιβλίο; Μια όμορφη ιστορία; Ενδιαφέροντες χαρακτήρες; Σαγηνευτικές περιγραφές; Αληθοφανείς διάλογοι; Οι ειδικοί αδυνατούν να συμφωνήσουν κι οι επίδοξοι συγγραφείς (εμείς), βάζουμε λίγο απ' αυτό και λίγο από 'κείνο στο ταψί, με την ελπίδα ότι αυτό που θα βγει (το σταυρώνουμε και όσο είναι στο φούρνο, γιατί έτσι είπε η γιαγιά), θα τρώγεται. Τώρα, αν περιμένει κανείς ψήγματα σοφίας από έναν ερασιτέχνη, ανέκδοτο (pun intended) συγγραφέα, αμφισβητήσιμου φύλου, ακόμα πιο αμφισβητήσιμου ταλέντου και αδιαμφισβήτητου μαζοχισμού, θα περιμένει εις μάτην. Δεν έχω ιδέα πώς να γράψω μια καλή ιστορία κι όσες φορές τα έχω καταφέρει, πάντα νομίζω ότι ήταν τυχαίο. Αρνούμαι σθεναρά να αποτανθώ στους ειδικούς, δεν μπορώ να διαβάσω για τεχνικές συγγραφής ή οτιδήποτε παρόμοιο κι οι μόνοι που έχουν πραγματική επιρροή πάνω στη γραφή μου, είναι πέντε-δέκα (και πολλούς λέω) άνθρωποι που μ' έχουν πείσει και ότι θέλουν και ότι μπορούν να μου δείξουν μονοπάτια. Εντάξει, καλή μου Μούσα (σκατοζηλιάρα γκόμενα), κι εσύ, οκέι; Κι εσύ. Τράβα στο τσαρδί σου τώρα κι άσε με να μπλογκάρω με την ησυχία μου. Τι έλεγα; Α, ναι. Αυτά.

 

Τεσπά, η σημερινή ανάρτηση αφορά όχι το πώς γράφω, αλλά το πώς διαβάζω. Αφορά τα βιβλία που μ' έχουν μαγέψει, μ' έχουν εμπνεύσει, μ' έχουν παρασύρει στις σελίδες τους και μ' έχουν ρουφήξει στις ιστορίες τους. Αφορά τα βιβλία που δεν χορταίνω να διαβάζω ξανά και ξανά (και δεν πα να διαμαρτύρονται όλα τ' αδιάβαστα), που ξέρω σχεδόν απ' έξω κάθε τους γραμμή, που με κάνουν και κλαίω, και γελάω και νιώθω πως ζω δέκα ζωές μαζί. Αφορά αυτά τα βιβλία που μ' έκαναν να θέλω να γράψω, αυτά τα βιβλία που με δίδαξαν πώς να το κάνω, πώς να το αγαπώ, πιο ουσιαστικά από οποιοδήποτε εγχειρίδιο. Δεν είναι πολλά. Είναι μόλις τέσσερα κι απ' αυτά μόνο το ένα ανήκει καθαρά στον χώρο της φαντασίας (σκανδαλώδες!).

 

Κάτω κάτω, θα βάλω το Jitterbug Perfume του Tom Robins. Μέχρι να διαβάσω αυτό το βιβλίο, δεν είχα ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γράψει έτσι! Τα γράμματα χόρευαν σ' αυτόν τον τρελό χορό της αθανασίας κι αυτό το άρωμα από γιασεμί (το οποίο ήδη αγαπούσα, αλλά έκτοτε εκτοξεύτηκε σε άλλα επίπεδα λατρείας) με μέθυσε, με ζάλισε κι ένιωθα σε κάθε σελίδα ότι χώνομαι μέσα σε χρώματα, σε τραγούδια, σ' αισθήσεις κι αισθήματα. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη ανάγνωση, θυμάμαι να βγαίνω απ' το δωμάτιό μου, ασθμαίνοντας σχεδόν απ' την ένταση της ανάγνωσης κι από μια λάγνα επιθυμία να ρίξω βιαίως μερικά αχλάδια απ' το δέντρο. Ο κόσμος μου ολόκληρος άλλαξε απ' αυτό το βιβλίο. Άλλαξε ο τρόπος που τον έβλεπα. Δε νομίζω ότι έχω διαβάσει κάποιον άλλο συγγραφέα ο οποίος να έχει την ικανότητα να περιγράφει με τόση σουρρεαλιστική γλαφυρότητα τα πιο καθημερινά πράγματα και να κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει από απανωτές κρίσης συναισθησίας. Κάθε φορά που διαβάζω μια περιγραφή για ένα "ονειρικό άρωμα", δεν μπορώ παρά να αναστενάξω, ακούγοντας, μυρίζοντας τον Πάνα να γελάει κάτω απ' τα κέρατά του. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πώς να περιγράφω τον κόσμο μέσα απ' όλες τις αισθήσεις και την φαντασία μαζί.

 

Το τρίτο βιβλίο είναι το Wuthering Heights της Emily Bronte. Η κακή μου τύχη ήθελε να το διαβάσω από κακή μετάφραση του 197κάτι στα μικράτα μου, αλλά είχα-δεν είχα πάρει το proficiency όταν έπεσε στα χέρια μου ένα πρωτότυπο. Η δεσποινίς Bronte μου 'ριξε μια σφαλιάρα που μ' έστειλε να μαζεύω τα δόντια μου στους βάλτους. Αν τα Βικτωριανά συγγράμματα φημίζονται για υψηλά ιδεώδη, ρομαντισμό και ονειρομπουρμπουλήθρες, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη εξυμνούν το πάθος και φιλοξενούν έναν απ' τους πρώτους, ίσως, αντιήρωες και σίγουρα μια απ' τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της κλασικής λογοτεχνίας, τον Χήθκλιφ. Η συγγραφέας δε μασάει τα λόγια της. Οι χαρακτήρες είναι αποχρώσεις του γκρι, με μίση, πάθη κι έρωτες κατακόκκινους. Στο προσκήνιο ο έρωτας ανάμεσα σε Κάθριν και Χήθκλιφ, στο παρασκήνιο αδέρφια, σύζυγοι, παιδιά κι αφηγητής η οικονόμος που τα είδε όλα να συμβαίνουν. Αυτό το βιβλίο θα με συγκλονίζει για την εξομολόγηση της Κάθριν, "Nelly, I am Heathcliff" και τον σπαραγμό του Χήθκλιφ "I can't live without my life, I can't live without my soul". Αυτό το βιβλίο ξέρει πού και πώς να με χτυπήσει, ώστε να ματώσω κάθε φορά. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πως το καλύτερο, το πιο ζωντανό χρώμα, είναι το γκρίζο.

 

Δεύτερο βιβλίο είναι το Tigana του Guy Gavriel Kay. Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου λίγο μετά την ενηλικίωση και με άφησε να χάσκω. Ο Κέι δεν έγραψε αυτό το βιβλίο, το κέντησε, βελονιά βελονιά και μέσα απ' το υφαντό αυτό ξεπήδησε ένας κόσμος ολοζώντανος, χαρακτήρες καλοδουλεμένοι και προσεγμένοι, ο Μπράντιν (ο κακός που αγάπησα) και μια ιστορία που κλείνει με τη βροντερή δύναμη ενός Fus Ro Dah

. Είναι, και με διαφορά απ' το δεύτερο, το καλύτερο βιβλίο φάνταζι που έχω διαβάσει ποτέ κι έχω διαβάσει κάμποσα. Με δίδαξε πολλά πράγματα, αλλά είναι δύο αυτά που κρατάω: το ένα είναι πώς να δείχνεις έναν λεπτομερέστατο κόσμο όχι με (βαρετές) περιγραφές, αλλά με φυσικότητα και οικειότητα μέσα απ' τα μάτια των χαρακτήρων και το άλλο είναι πόσο, πόσο, πόσο, ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ να δουλεύεις μια ιστορία, ώστε όταν ο κύκλος κλείνει, να σημαδεύει την ψυχή του αναγνώστη για πάντα.

 

Το χρυσό μετάλλιο θα πάει στο Pride and Prejudice της Jane Austen. α) Είμαι υποκειμενική και δε σηκώνω κουβέντα, γιατί είναι το δικό μου μπλογκ κι ό,τι θέλω γράφω. β) Ναι, είμαι επίσης λάτρης της Βικτωριανής εποχής, της Βικτωριανής λογοτεχνίας, με ανάβουν οι ατάκες του Γουάιλντ, κυλιέμαι μέσα στις εκφραστικές φιοριτούρες του βρεττανικού 19ου αιώνα σα γουρούνι στη λάσπη και γουστάρω. Κι αφού το ξεπεράσουμε αυτό, πάμε στο διά ταύτα. Όποιος θέλει να πει μια κλισέ ιστορία αγάπης και πάλι να είναι ενδιαφέρουσα, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο σχετικά με το πώς γίνεται. Όποιος θέλει να δημιουργήσει χαρακτήρες απόλυτα διακριτούς, με ξεχωριστές εκφράσεις, κινήσεις, λεξιλόγιο, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Όποιος θέλει να γράψει σπιρτόζους διαλόγους, εγκεφαλικές, λεκτικές μονομαχίες και μπηχτές με το νταντελένιο γάντι, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Κι όποιος θέλει να γράψει ένα ευτυχισμένο τέλος που να μελώνει χωρίς να λιγώνει, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Εμένα μου τα δίδαξε. Και μαζί τους με δίδαξε ότι μπορεί κάποιος ν' αγαπάει ένα κομμάτι χαρτί σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλοί άνθρωποι. Ξεχωριστοί άνθρωποι. Όλοι μαζί στο μυαλό μιας γυναίκας-σταθμού στην ιστορία της λογοτεχνίας: της Jane Austen.

Sonya

Πολλή, σκληρή δουλειά

blogentry-374-0-97134000-1348222737.jpg Προσπαθήστε να το εξηγήσετε αυτό σ' έναν άνθρωπο που δε γράφει. Προσπαθήστε ν' απαντήσετε με ειλικρίνια στην ερώτηση "τι κάνεις;" που απευθύνεται προς τον καθέναν από σας, τη στιγμή που βρίσκεστε αραχτοί κάπου (καρέκλα, ντιβάνι, καναπέ, πάτωμα, αιώρα, το μέρος προτίμησης τελοσπάντων), με το βλέμμα να κοιτάζει το απέραντο κενό με παριμοιώδη προσήλωση. Πώς το εξηγείς τώρα αυτό; Πώς του λες του άλλου "ρε φίλε, γράφω. Ναι, οκ, δεν έχω χαρτί, μολύβι, κομπιούτερ μπροστά μου, αλλά και πάλι, γράφω". Βρίσκομαι μέσα στο κεφάλι μου, παίζω αμέτρητα σενάρια με τις κούκλες μου, έχω πιάσει το κουβάρι μιας ιδέας και προσπαθώ να του δώσω αρχή, μέση και τέλος για να το κάνω ιστορία. Και μ' ενοχλείς. ΠΟΛΥ. Θα σε βάλω στην ιστορία μου και θα σε σκοτώσω προς παραδειγματισμό.

 

Σοβαρά, όμως. Δε νομίζω ότι ο συγγραφέας ξεκουράζεται ποτέ. Ούτε ο επαγγελματίας, ούτε ο ερασιτέχνης. 24/7 δουλειά. Τα πάντα είναι ερεθίσματα. Μια κουβέντα, ένας άνθρωπος, μια κατάσταση, μια είδηση, μια ταινία, μια μελωδία, οτιδήποτε παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον, που τσιγκλάει στο ελάχιστο την δημιουργικότητα, θέτει τον συγγραφέα αυτόματα σε δουλειά. Δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές που αναφώνησα (δυνατά ή από μέσα μου) "ω, σκατά!", γιατί κάτι ετοιμαζόταν προς αποθήκευση ή άμεση χρήση κι εγώ εκείνη τη στιγμή έπρεπε να κάνω κάτι άλλο και δεν μπορούσα να του δείξω την αφοσίωση που του άξιζε. Νταξ, μετά από μια πενταετία πάρε-δώσε με πελάτες, προπονήθηκα να χαμογελάω μηχανικά, να νεύω καταφατικά σε συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά και ταυτόχρονα ν' απομονώνω την πραγματική ουσία του εγκεφάλου μου στο σημείο που ήθελα να επεξεργαστώ. Κι όποιος νομίζει ότι το πέρα-δώθε, μπες-βγες ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μυαλό δεν είναι κουραστικό πράγμα, ας προσπαθήσει ν' ανέβει μέσα σε δυο ώρες τρεις ορόφους διακόσιες φορές τρέχοντας και μετά να 'ρθει να πει αν κουράστηκε ή όχι.

 

Το, δε, αστείο, είναι πως όλη αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα συνέχεια. Γράφεις- δε γράφεις, το μυαλό έχει πάρει ένα κολάι και συσσωρεύει, επεξεργάζεται, αποθηκεύει, απορρίπτει υλικό για ιστορίες. Χώρια που μια στο τόσο πρέπει να κάνεις και τη σκατοδουλειά να το συγυρίζεις, να πετάς καμιά σαβούρα και να βάζεις μια τάξη σ' αυτά που κρατάς, για να μπορούν να σου φανούν πραγματικά χρήσιμα. Γολγοθάς! Κουράζομαι και μόνο που το γράφω.

 

Και, φυσικά, η όλη αυτή διαδικασία φτάνει σ' ένα σεισμικό πηκ τη στιγμή που μια ιστορία γεννάται σήμερον και τα πάντα μέσα στο κεφάλι αρχίζουν να ουρλιάζουν "πικ μι! πικ μι!" ταυτόχρονα, με τσιριχτες φωνές που προκαλούν ημικρανίες. Και η κατάσταση δε βελτιώνεται. Όσο ο συγγραφέας διαλέγει πρωταγωνιστές, τους φτιάχνει μέσα όξω (στο περίπου, βέβαια, γιατί τα σκατοπράματα θα κάνουν του κεφαλιού τους τη στιγμή που θα τους δώσεις λίγα ψήγματα λογοτεχνικής ελευθερίας), διαλέγει το περιβάλλον της ιστορίας του, κάποιες σκόρπιες ιδέες και φράσεις που "χμ... αυτό κολλάει εδώ μια χαρούλα, χμ...", μέσα στο κεφάλι γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος (κι ας μην έχω ιδέα ποιος ήταν ο Κουτρούλης, κι ας μην πήγα ποτέ στον γάμο του, είμαι σίγουρη ότι θα ήταν κάτι πολύ φασαριόζικο και επεισοδιακό για να έχει γίνει μνημειώδες) και χρειάζονται μερικά ντεπόν (ή σφηνάκια τεκίλας) για να επιβάλλουν την τάξη (ή να φέρουν το απόλυτο χάος).

 

Ανέφερα ότι όλα αυτά συμβαίνουν πριν την έναρξη συγγραφής της ιστορίας, ναι; Ναι. Τώρα είναι Σεπτέμβρης, σε 40 μέρες ακριβώς ξεκινά ο Νοέμβρης, όλα τ' άλογα κούρσας ετοιμάζονται να υποδεχτούν ένα ακόμα νανόριμο και το δικό μου μυαλό βρίσκεται διαρκώς στην πίστα της ντισκοτέκ και κοπανιέται νυχθημερόν σαν το χταπόδι τραγουδώντας τσιριχτά το Στέιν Αλάιβ μ' όλα τα φώτα της ντισκομπάλας να εγγυώνται μια επιληπτική κρίση. Μέρα και νύχτα αυτή η δουλειά. Μα κοιμάμαι, μα βλέπω σάουθπαρκ, μα διαβάζω, μα ξεδιπλώνω τη μαγειρική/ζαχαροπλαστική μου ιδιοφυία στην κουζίνα (καλά, αυτό το τιραμισού ήταν το κάτι άλλο τελικά, Ευγενία, πρέπει να το φτιάξεις άμεσα, η κρέμα είναι αφρός, σου λέω!), μα κοιμάμαι, μα οτιδήποτε, ταυτόχρονα δουλεύω την ιστορία μου.

 

Ξέχασα, βέβαια, ν' αναφέρω ότι όλη αυτή η κουραστική κι ενίοτε ψυχοφθόρα διαδικασία, είναι το ψωμί μου, το τυρί μου και η κρεμ καραμελέ μου. Την λατρεύω. Είναι ό,τι πιο κοντινό στην καψούρα. Αισθάνομαι ένα μόνιμο "α" και "ω", πεταλούδες στο στομάχι, τριζόνια στον κώλο και, γενικά, όλα τα συμπτώματα. Ε, χρειάζεται κάποια δόση μαζοχισμού για να έχεις μια 24/7 δουλειά παράλληλα με την καθημερινότητά σου, οπότε γιού μάιτ, ας γουέλ, ιντζόι ιτ.

Sonya

Το φιλί της Μούσας

blogentry-374-0-42700200-1347612899.jpgΕντάξει, υπερβολές. Δεν είναι πάντα φιλί κι αγαπούλες. Μερικές φορές είναι τσιρίδες, σκαμπίλια και κρίσεις ζήλειας. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Μούσα είναι γένους θηλυκού. Έχει όλα τα χαρακτηριστκά του φύλου: γκρινιάρα, απαιτητική, ζηλιάρα και ναζιάρα. Και attention whore. Και τότε γιατί επιμένει ο κόσμος να την λατρεύει; Ε, είναι καλή στο κρεβάτι.

 

Όταν ήμουν πιτσιρίκα, δεν την έλεγα Μούσα. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό. Αυτό που είχα μέσα στο κεφάλι μου, το οποίο μ' έκανε να φεύγω και να χάνομαι για ώρα, να ζω άλλες καταστάσεις σ' άλλους κόσμους με άλλους ανθρώπους, να με τσιγκλάει, να με γαργαλάει, να με πονάει μερικές φορές, το είχα εικονοποιήσει σαν μαμούνια. Δεν έλεγα ψέματα όταν με ρώταγε η μάνα μου "γιατί δε διάβασες;" κι εγώ απαντούσα: "μ' ενοχλούσαν τα μαμούνια". Δεν μπορούσα να το εξηγήσω καλύτερα. Και, ναι, ήταν ενόχληση αρκετά συχνά, γιατί δεν ήξερα τι να τα κάνω. Απλά γυροφέρνανε στο μυαλό μου, δεν μπορούσαν να βγουν από πουθενά και με κανέναν τρόπο και ζουζουνίζανε και με ζαλίζανε. Η μουσική τα ηρεμούσε, μερικές φορές. Ίσως γι αυτό ένας απ' τους πρώτους μου έρωτες ήταν το πιάνο μου.

 

Πρόσφατα η μάνα μου μού θύμισε ότι ήμουν οχτώ ετών όταν έγραψα ιστορία πρώτη φορά, ένα μονόπρακτο θεατρικό ΕΦ (κι εγώ σοκαρίστηκα), το οποίο παίξαμε με την παιδική μου φιλενάδα για τις μανάδες μας. Επίσης μού θύμισε ότι έγραφα πολύ συχνά ιστορίες για τους φίλους μου, με τους οποίους παίζαμε τα απογεύματα τους Μυστικούς Εφτά (τον Σκάμπερ τον έκανε ένα θηλυκό κόλεϊ, γιατί δεν μας βρισκόταν πρόχειρο αρσενικό κόκερ). Και πολλές φορές μ' έβρισκε φουρκισμένη να διαμαρτύρομαι γιατί συνέβη αυτό στο τάδε βιβλίο, ενώ εγώ ήθελα να συμβεί το άλλο και να ισχυρίζομαι ότι εγώ θα το έγραφα καλύτερα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα είχα ξεχάσει αυτά, ενώ συνέβαιναν παράλληλα με ποδήλατο, μπάλα, ξύλο, μήλα, κρυφτό, κυνηγητό, λάστιχο, σουμπουτέο κι ένα σκασμό άλλα παιχνίδια που θυμάμαι με απόλυτη καθαρότητα.

 

Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, έγραφα τραγούδια με φρενήρη ρυθμό. Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, έβγαζα τ' απωθημένα μου στην κιθάρα μου και σ' ένα μικρό μπλοκάκι (που κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα), το οποίο γέμιζε με στίχους σε καθημερινή, σχεδόν, βάση. Κοκκινίζω και μόνο που θυμάμαι όλη αυτή τη δραματορομαντικομελούρα της ηλικίας που είναι αποτυπωμένη σε στίχους φτηνού ελαφρορόκ και σε αντίστοιχες μελωδίες των δύο ριφ. Νόου Μούσα δέαρ. Απλές ορμόνες και ό,τι άλλο πάει στραβά στην εφηβεία. Ναι, μερικές φορές (σπάνια), που έγραφα κάτι καλύτερο, ένιωθα μια σκιά, ένα χάδι στο μυαλό μου, αλλά όχι συγκεκριμένη παρουσία.

 

Ούτε όταν έγραψα την πρώτη μου συνειδητή ιστορία, γύρω στα δεκάξι, δεκεφτά, ένιωθα τη Μούσα. Ένιωθα πείσμα και πολλά άλλα πράγματα, αλλά όχι αυτό το γαργαλητό στο μυαλό μου. Αυτό το ένιωσα πρώτη φορά πριν από δέκα χρόνια, περίπου, όταν χρειάστηκε να ξεπεράσω κάτι και ο μόνος τρόπος που βρήκα να το ξορκίσω χωρίς να το ξεχάσω, ήταν να γράψω. Ναι, τότε την ένιωσα. Καθόταν δίπλα μου, μού ψιθύριζε, μού σκούπιζε τα δάκρυα, με παρηγορούσε, με βοηθούσε στην κάθε λέξη και μού έδινε δύναμη για να μην τα παρατήσω. Ε, πολύ θέλει ο άνθρωπος για να πέσει; Ανάσκελα και με τα πόδια στον αέρα μ' έριξε η ρουφιάνα.

 

Από τότε μ' έχει στη διάθεσή της. Δέκα χρόνια πλέκει ιστούς κι ακόμα και τώρα, που ξέρει ότι μ' έχει δεμένη χειροπόδαρα, συνεχίζει να πλέκει κι άλλο, για παν ενδεχόμενο. Μου ψιθυρίζει, με χαϊδολογάει, με ξυπνάει μέσα στη μαύρη νύχτα, μ' ενοχλεί όταν κάνω το οτιδήποτε δεν την αφορά, με συντροφεύει όταν έχω μοναξιές, μου κρατάει μούτρα όταν δεν της δίνω σημασία και υστεριάζει όταν βαριέμαι. Έχει γίνει ο φανταστικός φίλος που δεν είχα όταν ήμουν παιδάκι. Είναι πάντα εκεί όταν παίζω με τις κούκλες, να μού δίνει ιδέες. Μερικές φορές παίζει και μόνη της. Κι όταν με κοιτάω στον καθρέφτη και λέω: "μωρή, μιλάς μόνη σου, φύρανες," η Μούσα κακαρίζει.

 

Αλλά οι πιο όμορφες στιγμές, αυτές που κάνουν όλες τις κορδέλες, τις υστερίες και τα νάζια ν' αξίζουν τον κόπο, είναι τα φιλιά της στο αυτί μου. Η στιγμή που έρχεται απ' το πουθενά και ψιθυρίζει κάτι κι ίσα που αγγίζει το δέρμα μου, κάνοντάς με ν' ανατριχιάσω ολόκληρη, η στιγμή που το φιλί της, στον αέρα σχεδόν, γεμίζει το μυαλο με αστερόσκονη μου και το μουδιάζει, η στιγμή που κάθομαι ακίνητη κι ούτε καν αναπνέω, είναι η στιγμή που νιώθω σαν θεότητα, αθάνατη κι εκλεκτή. Στο μυαλό μου μεγαλώνει μια ιστορία και τη νιώθω σα μάνα να σχηματίζεται μέσα μου, ακούω την καρδιά της να χτυπάει, νιώθω τις κινήσεις της κι αγωνιώ για τη στιγμή που θα την κρατήσω στα χέρια μου. Ναι, πονάει όταν βγαίνει και σαν παιδί χρειάζεται φροντίδα και προσοχή για να μεγαλώσει, αλλά στο τέλος... εκεί βρίσκεται η στιγμή που η ιστορία στέκεται έτοιμη κι εγώ με τη Μούσα, πιασμένες χέρι χέρι, καμαρώνουμε το παιδί μας.

 

Ναι, με βασανίζει και ζητά τον ουρανό με τ' άστρα. Όσα πιο πολλά της δίνω, τόσο πιο απαιτητική γίνεται. Αλλά της τα δίνω. Γιατί με τίποτα δε θ' άντεχα τη σιωπή της.

Sonya

Ταξίδι στο κέντρο

blog-0914482001347007980.gifΣτο κέντρο τίνος; Καλή ερώτηση. Του μυαλού; Της φαντασίας; Της μαγικής χώρας που κατοικούν μάγοι, εξωγήινοι και τζίνι; Γουατέβα.

 

Του δε πόιντ.

 

Μέρος πρώτο: παίζοντας με τις κούκλες

 

Επειδή η συγγραφή ως βασικό χόμπι ήρθε σταδιακά εδώ μέσα, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των ανθρώπων που γνώριζα να την αισθάνονται σαν κάτι τελείως φυσικό, μού φαίνεται πολύ παράξενο που τώρα, σε καινούργιο περιβάλλον και με καινούργιες γνωριμίες, λαμβάνω πολύ συχνά ερωτήσεις τύπου: "τι εννοείς, 'γράφεις'; Τι γράφεις; Τι είναι αυτό; Πώς γίνεται;" Και, ξαφνικά, το -για μένα- αυτονόητο γίνεται κάτι παράξενο που οφείλω να εξηγήσω (και μάλιστα οφείλω να εξηγήσω σε μια γλώσσα που μόλις και μετά βίας μιλάω, το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο, τραστ μι). Και συνειδητοποιώ, επίσης, ότι το -για μένα- αυτονόητο, μπορεί για κάποιον άλλο συγγραφέα (επαγγελματία ή μη) να είναι κάτι άγνωστο. Μπορεί οι δικές του διαδικασίες να διαφέρουν άρδην απ' τις δικές μου. Οπότε, είπα να μοιραστώ το δικό μου ταξίδι απ' την ιδέα μέχρι την ιστορία, το ταξίδι στο κέντρο.

 

Ένας παλιός φίλος, ψυχίατρος στο επάγγελμα, μού είχε πει κάποτε ότι είμαι κιναισθητική. Σκατά στα μούτρα μου αν είχα καταλάβει. Οπότε μου εξήγησε ότι κάποιοι άνθρωποι είναι οπτικοί (δηλαδή η βασική αίσθηση με την οποία αντιλαμβάνονται τον κόσμο είναι η όραση), άλλοι είναι ακουστικοί (παρομοίως για την ακοή αυτή τη φορά) και λίγοι είναι κιναισθητικοί, δηλαδή αντιλαμβάνονται τον κόσμο περισσότερο με... την αφή. Συγκεκριμένα, με όλο τους το σώμα. Παρατηρούν ιδιαίτερα τη γλώσσα του σώματος και προσπαθούν πάντα να βρουν τι κρύβεται πίσω απ' τα φαινόμενα, στα οποία πολύ συχνά δε δίνουν και μεγάλη σημασία. Όχι και πολύ καλό για κάποιον άνθρωπο που παίζει μουσική όλη του τη ζωή, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Πού θέλω να καταλήξω; Μα, φυσικά, στο ότι και η συγγραφή, για μένα, είναι μια παρόμοια διαδικασία.

 

Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχεί ένα χάος. Αλλά είναι ένα οργανωμένο χάος. Μού θυμίζει το δωμάτιό μου στο πατρικό μου σπίτι: τις σπάνιες φορές που κάποιος το έβλεπε, νόμιζε ότι είχε υποστεί κάποια πυρηνική καταστροφή κι αναρωτιόταν πώς έβρισκα το οτιδήποτε εκεί μέσα. Όμως εγώ ήξερα ή ένιωθα πού βρισκόταν το καθετί κι ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να το βρω, παρά το μόνιμο χάος από βιβλία, σι-ντι, ρούχα, σκατολοΐδια και γατότριχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο μυαλό μου. Κάθε φορά που μπαίνω εκεί μέσα, νομίζω ότι θα χαθώ, αλλά συγχρόνως ξέρω ακριβώς πού είμαι και πώς να γυρίσω πίσω (άσχετο που μερικές φορές επιλέγω να μείνω). Δεν είναι λαβύρινθος. Είναι ένα πολυεπίπεδο, μουλτινταϊμένσιοναλ μέρος, που τα πάντα συμβαίνουν παράλληλα ή ταυτόχρονα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τους κάνει κέφι. Και τι κυκλοφορεί εκεί μέσα; Έλα μου ντε. Κυρίως κόσμος. Το μυαλό μου είναι περισσότερο απ' όλα το μέρος στο οποίο παίζουν οι κούκλες μου. Το περιβάλλον είναι ένα μέικ-μπιλίβ μέρος που αλλάζει ανάλογα με τα κέφια μου (και τα δικά τους) και το οποίο σπάνια έχει κάποια ουσιώδη σημασία. Μερικές φορές δεν το βλέπω καν, βλέπω μόνο μια γκρι μάζα. Τώρα, οι κούκλες. Ω, με κάνουν να μετανιώνω για όλες τις αποκεφαλισμένες, ακρωτηριασμένες μπάρμπι της παιδικής μου ηλικίας, που τις σνόμπαρα τόσο άκαρδα και το μόνο που τις έβαζα να κάνουν ήταν να πυροβολούν η μια την άλλη. Βέβαια, οι μπάρμπι ήταν χαζογκομενάκια και όλες ανεξαιρέτως ξανθές, ενώ οι δικές μου κούκλες είναι... μοναδικές! Και το πιο σπουδαίο απ' όλα είναι ότι τις φτιάχνω μόνη μου! Καλά, ίσως όχι τελείως μόνη μου...

 

Άρχισα να γράφω συνειδητά για να καταλάβω. Τους άλλους. Γιατί κάποιος κάνει κάτι. Ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα. Τι θέλει να πετύχει; Κι αν αυτός συναντούσε εκείνον, τι θα γινόταν; Το πρώτο μου πειραματόζωο ήταν ο φουκαράς ο αδερφός μου που, εν αγνοία του, έγινε το έναυσμα για να γράψω. Το δεκαεξάχρονο μυαλό μου γύρευε έναν τρόπο να καταλάβει το εικοσάχρονο δικό του, το οποίο ήταν τόσο διαφορετικό σε εμπειρίες, τρόπο σκέψης και φύλο (ναι, ακόμα και αυτό :Ρ) που το καθιστούσε τελείως εξωγήινο. Φήμες λένε ότι τα κατάφερα κι όντως από τότε η μονίμως ταραγμένη και γεμάτη φωνές και καυγάδες σχέση μου με τον αδερφό μου ηρέμησε σχεδόν αυτοστιγμί. Γράφοντας σαν να ήμουν αυτός, τον έκανα οικείο, δικό μου μ' έναν πολύ μοναδικό τρόπο. Οι πρώτες μου κούκλες είχαν παρόμοια χαρακτηριστκά, μια περιορισμένη γκάμα από αρετές και κακίες, με τις οποίες έπαιζα, φτιάχνοντας συνδυασμούς, σχέσεις και καταστάσεις. Διαβάζοντας, γράφοντας, ζώντας -πάνω απ' όλα-, άρχιζα σιγά σιγά να σκάβω όλο και πιο βαθιά στο χάος, για να βρω καινούργια συναισθήματα, καινούργια χαρακτηριστικά, καινούργιες καταστάσεις που θα μπορούσα να βάλω τις κούκλες μου να παίξουν. Θυμάμαι συχνά να φοβάμαι. Υπήρχαν μέρη που δεν ήθελα να πάω στο μυαλό μου, κλειστές ντουλάπες γεμάτες αράχνες, σκοτεινές γωνίες με μπαμπούλες, αναμνήσεις και συναισθήματα που δεν ήθελα ν' αγγίξω. Κι όταν σκόνταφτα τυχαία σε κάποιο, το πέταγα με τρόμο. Τι φοβόμουν; Μα εμένα, φυσικά. Φοβόμουν την ασχήμια, την κακία, τον φθόνο, όλα αυτά που κρύβονταν στο μυαλό μου. Και θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που τα νίκησα. Μέσα στον πυρετό του πρώτου νανόριμο, έγραψα έναν βιασμό. Κάτι άρρωστο που μ' έκανε να νιώθω εγώ η ίδια βρώμικη. Κι όχι μόνο τον έγραψα. Τον έδωσα σε κόσμο να το διαβάσει. Ένα βήμα παραπέρα: τον έδωσα στον πατέρα μου να το διαβάσει, με όσο θάρρος μπορούσα να συγκεντρώσω. Κι εκείνος, ο λατρεμένος μπαμπούλας που με μια του λέξη μπορούσε να με στείλει στον ουρανό ή στην κόλαση, τον βρήκε "καλογραμμένο, αν και λίγο πιο χυδαίο απ' όσο θα μού άρεσε". Κι ο φόβος γκρεμίστηκε.

 

Έμαθα, λοιπόν, αν και πολύ πολυ αργότερα συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει όλο αυτό το ταξίδι, ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να φοβάται. Δεν έχει την πολυτέλεια να φοβάται. Κάθε κατάσταση, κάθε συναίσθημα είναι εργαλείο. Απ' τον ονειρικό έρωτα μέχρι το ξεκοίλιασμα ενός μωρού, όλα, όλα επιτρέπονται όταν παίζεις με τις κούκλες. Όχι μόνο επιτρέπονται: επιβάλλονται. Το μυαλό μου, πλέον, πεινάει και διψάει. Τρέφεται από εμπειρίες και τρέφει ιστορίες. Μέσα του, σε χρώματα, σε ήχους, σε μέρη που έχουν ή δεν έχουν σημασία, οι κούκλες παίζουν μεταξύ τους κι εγώ μαζί τους. Μερικές φορές, είναι τόσο ωραίο το παιχνίδι, που πρέπει, πρέπει να το δουν κι άλλοι...

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.