Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing most liked content on 01/21/2018 in all areas

  1. 3 points
    Εμείς οι Αρειανοί. Η υπόθεση σε αυτό το βιβλίο τοποθετείται προφανώς στον πλανήτη Άρη όπου οι άνθρωποι τον έχουν επιτέλους αποικίσει, αλλά αυτό κάθε άλλο παρά επιτυχημένους και ευτυχισμένους τους έχει κάνει. Οι άποικοι κάθε μέρα που περνάει προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν συναντώντας κάθε είδους δυσκολίες, από την έλλειψη νερού και τις τεράστιες αποστάσεις που πρέπει να διασχίζουν καθημερινά, έως την αποτυχία τους να καλλιεργήσουν έστω και τα πιο στοιχειώδη φυτά, ενώ εξαιτίας της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στις συνθήκες του Άρη, όλο και περισσότεροι υποφέρουν από ψυχικές διαταραχές και ιδίως τα παιδιά τους που είναι και τα πιο ευαίσθητα. Ο Άρης όπως τον περιγράφει ο Φίλιπ Ντικ είναι ένας άγονος στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτης, με τις κατοικημένες περιοχές να βρίσκονται μόνο κοντά στα περίφημα κανάλια του, όλα τα αγαθά που μπορεί να αγοράσει κάποιος να είναι πανάκριβα διότι τα εισάγουν από τη Γη, ενώ και οι δουλειές είναι δυσεύρετες καθώς για να εξασκήσεις οποιοδήποτε επάγγελμα πρέπει να ανήκεις στο αντίστοιχο συνδικάτο. Ο Ντικ σχεδόν για τριακόσιες σελίδες απλώς περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια την ζωή στον Άρη και την προσπάθεια κατάκτησής του, η οποία δεν διαφέρει και πολύ από την αντίστοιχη κατάκτηση της Αμερικής ή της Αφρικής από τους Ευρωπαίους αποικοικράτες, ενώ ακόμα και οι ιθαγενείς κάτοικοι του Άρη, οι Μπλικ, δεν διαφέρουν από τους Αβορίγινες της Αφρικής ή τους Ινδιάνους της Αμερικής και όπως εκείνοι, έτσι και αυτοί οδηγούνται σιγά σιγά στον αφανισμό. Η δράση του βιβλίου περιορίζεται σχεδόν στις τελευταίες πενήντα σελίδες όταν ο Κέρνι Κοχ, ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του Άρη, πληροφορείται ότι ένα παιδί, ο Μάινφρεντ Στάινερ, εξαιτίας του ότι είναι αυτιστικός έχει την ικανότητα να ταξιδεύει στον χρόνο. Αυτό τον οδηγεί στο να τον απαγάγει για να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του στην προσπάθειά του να γίνει ακόμα πιο ισχυρός και πλούσιος. Και αυτή η προσπάθεια του Κοχ όμως αποτυγχάνει, όπως αποτυγχάνουν και όλες οι προσπάθειες, όλων των άλλων αποίκων για να καλυτερεύσουν την ζωή τους στον πλανήτη Άρη. Το "Εμείς οι Αρειανοί" είναι από τα πιο απαισιόδοξα και με λιγότερη δράση βιβλία του Φίλιπ Ντικ, χωρίς όμως αυτό να το κάνει έστω και ελάχιστα βαρετό ή λιγότερο ενδιαφέρον από τα υπόλοιπα έργα του. Ο Ντικ σε όλο το βιβλίο μας λέει ότι όσο και αν προοδεύσει τεχνολογικά ο άνθρωπος, ακόμα και αν φτάσει στον Άρη ή σε άλλους πλανήτες κατά βάθος θα μείνει ο ίδιος και θα συμπεριφερθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και στη αντίστοιχη αποίκηση της Αμερικής και της Αφρικής. 8,5/10
  2. 1 point
    Καλησπερα κι απο μενα. Την βρισκω πολυ ενδιαφερουσα την ιδεα και μακαρι να πιασει τοπο.Θα ηθελα να συνεχισει ο Anubis με την υπολοιπη σειρα Wool του Hugh Howey οπως και τις συνεχειες του Old man's war του John Scalzi.Επισης θα ηθελα κι αλλα βιβλια του Brian Evenson απο Καστανιωτη και κυριως αυτα που εχει γραψει για το Dead Space. Και μερικα ξεκαρφωτα... >A canticle for Leibowitz - Walter M. Miller JR >Swan song - Robert McCammon >One second after - William R. Forstchen
  3. 1 point
    Συνολικά είναι 16 τεύχη και στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα πρώτα 2. Πολύ αξιόλογα πάντως, αν και δεν είμαι φαν των κόμικς.
  4. 1 point
    Μου άρεσε που μας έδωσες την ιδέα σου τόσο ακατέργαστη. Θα παρατηρήσω ότι το σκηνικό σου δεν είναι κάτι που το έχουμε συναντήσει τόσο συχνά. Κι αυτό επειδή συνδυάζεις πολλά διαφορετικά πράγματα. Έτσι ο δήμιος είναι και μουσικοσυνθέτης, ο κατάδικος είναι παιδί, μεσαιωνικό σκηνικό συνδυασμένο με 6η αίσθηση... Μου άρεσε ο ρόλος που δίνεις στο ιερατείο. Τέλος, ο επίλογός σου είναι κάτι που δεν το περιμένεις από την αρχή. Δεν έχεις παρά να το αναπτύξεις. Με το που μας πληροφορείς, βέβαια, ότι αυτό είναι η πολύ αρχική σου ιδέα μας προδιαθέτεις να μην πούμε τίποτα αρνητικό. Γι' αυτό θα αρκέστω στα θετικά σχόλια...
  5. 1 point
    Μπορείς να παραλείψεις οτιδήποτε δεν θεωρείς αναγκαίο, από ονόματα, επώνυμα, πόλεις, τοποθεσίες κλπ.
  6. 1 point
  7. 1 point
    Καλησπέρα σας! Τρία χρόνια μέλος στο φόρουμ, αλλά σήμερα αξιώθηκα να κάνω το πρώτο μου ποστ. Κάλλιο αργά παρά ποτέ όμως. Μήπως γνωρίζει κανείς αν πρόκειται να μεταφραστούν και τα υπόλοιπα κόμικ της σειράς του Μαύρου Πύργου πέρα από τα -εκπληκτικά- δύο πρώτα που εξέδωσαν οι εκδόσεις Bell?
  8. 1 point
    Ωστόσο αυτή η ουδετερότητα είναι δύσκολο εγχείρημα, Δεν είναι μόνο η πόλη και το όνομα ή οι γειτονικές, δεν μπορείς να αναφέρεις οδούς, όπως ήδη ειπώθηκε, μνημεία, ήθη και έθιμα αν είναι χαρακτηριστικά, ακόμα και πράγματα που από πρώτης απόψεως δεν φαίνονται ότι προδίδουν, από το χρώμα των λεωφορείων και των ταξί μέχρι τις στολές των αστυνομικών! Και τα ονόματα είναι χαρακτηριστικά τις πιο πολλές φορές. Σίγουρα μπορείς να το κάνεις αλλά πρέπει να αναρωτηθείς αν αξίζει τον κόπο. Και προσωπικα πιστεύω ότι αφαιρεί από την ιστορία τον αέρα που είναι τα ιδιαίτερα αυτά στοιχεία, τα μνημεία μιας πόλης, το παλιό παραδοσιακό της μέρος, κάποια ήθη και έθιμα, μια άλλη ατμόσφαιρα.
  9. 1 point
    Εγώ προτιμώ να γράφω όνομα κόσμων και τοποθεσιών γιατί αν δεν το κάνω πιστεύω ότι ο αναγνώστης θα αναρωτιέται που λαμβάνει χώρα το διήγημα είναι κάπως αποπροσανατολιστικό και για εμένα (όχι μόνο για αυτόν που θα το διαβάσει). Προτιμώ ξένα ονόματα για τους ήρωες μου γιατί απλά δεν μου κάθονται καλά τα Ελληνικά ονόματα φαντάσου να είσαι σε ένα φανταστικό χωριό με Βίκινγκς και να έχουν Ελληνικά ονόματα δεν έχει λογική εκτός και αν εξελίσετε η ιστορία στην Ελλάδα τότε ναι μια χαρά μπορούν να έχουν Ελληνικά ονόματα οι χαρακτήρες. Προτιμώ να έχουν όνομα και επίθετο οι χαρακτήρες χωρίς να είναι απαραίτητο αυτό σε κάποιες περιπτώσεις.
  10. 1 point
    Μεταξύ πολλών άλλων ωραίων βιβλίων στο Παζάρι Βιβλίου 2018 στην Κοτζιά, πρόσεξα και τα παρακάτω που δε θυμάμαι να υπήρχαν σε προηγούμενα παζάρια: *Τζέιμς Ελρόι - Οι δρόμοι του δολοφόνου (Καστανιώτης). ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΝΟΥΑΡ. *Μπέντζαμιν Μπλακ - Η ξανθιά με τα μαύρα μάτια (Καστανιώτης). 5€. ΑΡΠΑΞΤΕ ΤΟ! *Σαμ Μπάιερς - Ιδιοπάθεια (Ίκαρος). 4,50€ *Ρέιτσελ Κούσνερ - Τα φλογοβόλα (Ίκαρος). 5€. Υποψήφιο για National Book Award. *Γιο Νέσμπο - Ο γιος (Μεταίχμιο). 5€. ΑΡΠΑΞΤΕ ΤΟ! *Πατρίσια Χάισμιθ - Κάρολ (Μεταίχμιο). Μάλλον 5€. *Κένεθ Άνγκερ - Η Βαβυλώνα του Χόλιγουντ (Αιγόκερως). 4€. ΚΑΛΤ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΙ... *Μπρους Τσάτουιν - Στο μαύρο λόφο (Χατζηνικολή). 5€ *Μπρους Τσάτουιν - Ανατομία του αεικίνητου (Χατζηνικολή). 4,50€ *Πατρίκ Μοντιανό - Η χαμένη γειτονιά (Χατζηνικολή). Κάπου στα 4€.
  11. 1 point
    Όνομα Συγγραφέα:Γιάννης Μαργέτης Είδος: Ρεαλισμός Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 2500 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Εμπνευσμένη από πραγματική ιστορία. Ο δε βάτος ου κατεκαίετο. Είχαμε πάει στα ξαδέρφια μου. Είχε επιστρέψει ο ξενιτεμένος της οικογένειας για καλοκαιρινές διακοπές. Είχα δυο χρόνια να τον δω. Οι γέροντες θείοι μου θέλησαν να μας τραπεζώσουν για τα “καλωσορίσματα”. Μας υποδέχτηκαν θερμά κι εμείς τους πήγαμε λουλούδια και γλυκά. Ο αδερφός του ξενιτεμένου, αρχιμανδρίτης νέος, χάιδευε την πλούσια μαύρη γενειάδα του και περίμενε να μας χαιρετήσει τελευταίος. Είχε παχύνει λίγο. Δεν του το είπα. Ο ξενιτεμένος δεν ήταν εκεί προς έκπληξη μου. Είχε πάει να φέρει την αρραβωνιαστικιά του από την πόλη. Την είχε πάρει, σαν ξενιτεύτηκε, μαζί του στα ξένα. Καθίσαμε στο μικρό καθιστικό τους. Στο γείσο του πέτρινου τζακιού οι τρεις τεράστιες εικόνες με την Θεοτόκο, τον Κύριο και τον προστάτη Άγιο του χωριού ήταν αταίριαστες με το μικρό δωμάτιο. Ένα κεράκι σε κηροπήγιο από κάτω τους κράταγε το φως. Η θεία μας φίλεψε καφέ και γλυκό του κουταλιού. Ο γιος μου έπαιζε με την γενειάδα του παπά, που κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια. Εγώ άναψα τσιγάρο. Πρόσφερα και στο θείο. Η θεία με λοξοκοίταξε. Δεν είπε τίποτε, όμως. “Ο γιατρός μου είπε να το κόψω” είπε ο θείος. Ένιωσα άσχημα. Δεν το ήξερα. “Γι' αυτό μας κοίταξε έτσι η θεία. Μη δίνεις σημασία. Όταν δεν είμαι μαζί της, στο καφενείο ή κάπου αλλού, καπνίζω σαν τσιμινιέρα”. Χαχάνισε. Ένευσα αμήχανα. Έπιασα συζήτηση με τον θείο μου για την πολιτική και τις τελευταίες εξελίξεις. Η γυναίκα μου είχε ψιλοκουβέντα με την θεία μου. Το δροσερό αεράκι έμπαινε όμορφα από το παράθυρο. Κάποτε ήρθαν και τα υπόλοιπα ξαδέρφια. Κάποια είχα να τα δω περισσότερα χρόνια από τον ξενιτεμένο. Χαιρετούρες, φιλιά, χαμόγελα. Η θεία έφτιαξε κι άλλους καφέδες. Η γυναίκα μου τη βοήθησε. Σέρβιραν κι άλλο γλυκό του κουταλιού. Ήπια ένα καφεδάκι ακόμη. Γλυκό δεν έφαγα. Άναψα τσιγάρο. Ο γιος μου έπαιζε ακόμη με τον παπά. Έπαιζαν το αλογάκι. Στο τέλος, εμφανίστηκε και ο ξενιτεμένος. Όλα τα ξαδέρφια, με τις γυναίκες ή τους άντρες τους, έπεσαν να τον χαιρετίσουν. Αγκαλιές, φιλιά, χαμόγελα. “Καλώς τον”. “Καλώς ήρθες” “Καλώς όρισες” “Καλώς τον Ευρωπαίο” “Καλώς τον επιστήμονα” “Καλώς σας βρήκα. Χαίρομαι που σας βλέπω. Ευχαριστώ που ήρθατε. Ευχαριστώ πολύ”. “Από εδώ η γυναίκα μου” “Από εδώ ο σύζυγος μου” “Χαίρομαι πολύ. Από εδώ η αρραβωνιαστικιά μου”. Έμεινα να τον χαιρετίσω τελευταίος. Τον φίλησα σταυρωτά και τον αγκάλιασα. “Καλωσήρθες ξαδερφάκι”. “Καλώς σε βρήκα”. Είχε ομορφύνει. Το μαλλί του είχε γκριζάρει στους κροτάφους και ήταν πιο παχύς. Είχε φύγει παιδί. Είχε επιστρέψει άντρας. Είχε ανδρωθεί στην ξενιτιά. Η αρραβωνιαστικιά του ήταν όμορφη. Τη θυμόμουν από τα αρραβωνιάσματα. Ήταν κι αυτή πια σωστή γυναίκα. Η γυναίκα μου τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Δάκρυσε. Τον αγαπούσε πολύ. Το χαιρόμουν. Με την αρραβωνιαστικιά του έδειξε να ταιριάζουν αμέσως. Δεν είχαν μεγάλη διαφορά στην ηλικία. Κάθισαν δίπλα δίπλα. Μιλούσαν. Ήθελαν να γνωριστούν καλύτερα. Κρατούσε η μια το χέρι της άλλης. Ο παπάς είχε βγει στην αυλή κι έπαιζε με τον γιο μου. Τους έβλεπα από το παράθυρο. Ήταν ωραία ανοιξιάτικη μέρα. Ο ήλιος την ζέσταινε χωρίς να την κάνει ανυπόφορη. Ο ξενιτεμένος ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Αρχίσαμε να λέμε τα νέα μας. Εκείνος πρώτα. Μου είπε για τη δουλειά του στο πανεπιστήμιο. Ότι δούλευε πολλές ώρες. Αλλά, του άρεσε. Ότι έχαιρε εκτίμησης ανάμεσα στους συναδέλφους του. Ότι όλοι ήθελαν να ακούσουν την επιστημονική του άποψη. Μου διηγήθηκε διάφορα ευτράπελα. Αστεία περιστατικά στη δουλειά. Γέλασε. Γέλασα. Ο πατέρας του μας άκουγε και κάπνιζε. Μου είπε για το καινούργιο του σπίτι. Το είχε νοικιάσει σε πολύ καλή τιμή. Ήταν σπίτι σωστό για οικογένεια. Μου είπε για τη ζωή στην πόλη. Ήταν χωριό για τα δεδομένα της χώρας. “Ζούμε σε χωριό ουσιαστικά” μου είπε. Σχολίασα το γεγονός ότι είχε πληθυσμό μιας κανονικής πόλης για εμάς. “Είναι άλλα τα μεγέθη εκεί”, είπε. Είχε δίκιο φυσικά. “Περνάμε καλά”, είπε και αναστέναξε. Κοίταξε την αρραβωνιαστικιά του. Καθόταν στον απέναντι καναπέ. Ενστικτωδώς τον κοίταξε κι αυτή. Αντάλλαξα κι εγώ ματιές με τη γυναίκα μου. “Βλέπεις το παιδί;” Είχε σηκωθεί από τη θέση της και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. “Είναι με τον παπά”. Αυτό φυσικά το ήξερε. “Είναι πέρα. Κοντά στη μάντρα. Στις λεμονιές”. Μπορούσα και τους έβλεπα. “Βρε πράμα, αυτός ο παπάς. Όποτε βλέπει παιδί να τρελαίνεται”, έκανε ο θείος μου με τα μάτια κλειστά. “Ίσως γιατί ξέρει ότι δεν θα αποκτήσει δικά του”, είπε η γυναίκα μου. Την κοίταξα. Κατάλαβε ότι είχε πει χοντράδα. Κούνησε τα χείλη της. Ζήταγε συγγνώμη. Δεν με ένοιαζε. Μόνο να μην στεναχωρηθούν οι θείοι ήθελα. “Να μάθαινε να μην γινόταν αρχιμανδρίτης”. Ο θείος είχε ανοίξει τα μάτια. “Άσε γιατί του τα έχω μαζεμένα”. Σιώπησε. Κατάπιε τον θυμό του προτού να βγει στην επιφάνεια. “Εσείς τι κάνετε;” Ο ξενιτεμένος μίλησε δυνατά. Ήθελε να τον ακούσει και η γυναίκα μου. Να αλλάξει θέμα. Του είπαμε. Μια εκείνη, μια εγώ. “Σε γενικές γραμμές, είμαστε καλά”. Είπα κάποια φορά. “Να ξέρεις ότι χρειάζονται ανθρώπους με τις ικανότητες σου στο εξωτερικό” είπε κοντά στ' αυτί μου. Η γυναίκα μου είχε ξαναπιάσει τη συζήτηση με την αρραβωνιάρα του. “Σ' ευχαριστώ. Δεν νομίζω, όμως” . “Αν το σκεφτείς ποτέ. Πες μου. Θα τα φροντίσω όλα”. Τον ευχαρίστησα ξανά. Με κολάκευαν τα λόγια του. Δεν χωρούσε αμφιβολία. Δύσκολα θα έφευγα από εδώ, βέβαια. Μόνο με τη βία. Είμαι άνθρωπος των ριζών. Η θεία έκανε νόημα στη γυναίκα μου και στην αρραβωνιαστικιά του ξενιτεμένου. Της πήρε στην κουζίνα. Ήθελε βοήθεια για το τραπέζι. Όταν το κατάλαβαν προσφέρθηκαν και οι άλλες γυναίκες της συντροφιάς. Οι γυναίκες ετοίμασαν το τραπέζι πολύ γρήγορα. Θα τρώγαμε έξω στην αυλή. Κάτω από τη μουριά. Στη σκιά. Βγήκα πρώτος έξω. Ήθελα να περπατήσω στην αυλή. Ήθελα να τσεκάρω και τον γιο μου. Ήταν μεγάλη η αυλή του θείου μου. Τον ζήλευα κατά κάποιο τρόπο για την αυλή του. Την περπάτησα και μύρισα τα λουλούδια που είχε η θεία μου στις γλάστρες. Ωραίες, μεστές μυρωδιές. Ο παπάς και ο μικρός έσκαβαν το χώμα σε μια γωνιά. “Ελάτε. Θα φάμε. Το τραπέζι είναι έτοιμο”. Ο γιος μου δεν ήθελε να αφήσει το παιχνίδι. Τον απείλησα με τιμωρία. Τον πήρα αγκαλιά και ξεκίνησα να επιστρέφω. Ο παπάς με ακολούθησε. Τα ράσα του είχαν γεμίσει με χώματα. Ήταν ιδρωμένος. “Σ' έκανε χάλια ο μικρός”. “Εὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν”, είπε και χαμογελούσε. Είχαν βγει όλοι στην αυλή. Είχαν καθίσει στο τραπέζι. Ο ίσκιος της μουριάς ήταν γλυκός. Είχα ζεσταθεί από τη βόλτα μου στην αυλή. Το κατάλαβα μόλις βρέθηκα κάτω από τη σκιά της. Η γυναίκα μου πήρε τον μικρό να τον πλύνει. Τον έπλυνε στο βρυσάκι της αυλής. “Κάτσε δίπλα μου”. Ο θείος είχε φυλάξει την καρέκλα δίπλα του. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. “Φέρε κι ένα τσιγάρο πριν το φαγητό”. Τον κοίταξα. Μου έκλεισε το μάτι πονηρά. Απέναντι μου καθόταν ο ξενιτεμένος. Γελούσε με τον πατέρα του. Ανασήκωσε τους ώμους του. Έβγαλα το πακέτο και του το πέρασα. Ο θείος πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε βιαστικά. Η θεία μου με τις γυναίκες πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα. Έφερναν τις πιατέλες με τα φαγητά. Είδε τον θείο μου με το τσιγάρο στο στόμα. Γούρλωσε τα μάτια της. Πάλι δεν είπε τίποτε. Δεν ήξερα τι απολάμβανε ο θείος περισσότερο. Το τσιγάρο ή το γεγονός ότι η θεία μου δεν μπορούσε να τον μαλώσει μπροστά στον κόσμο. Η γυναίκα μου και το παιδί βγήκαν στην αυλή. Κάθισαν δίπλα μου. Τους φίλησα. Κάθισαν και οι υπόλοιποι. Δίπλα στον ξενιτεμένο κάθισε η αρραβωνιαστικιά του. Δυο θέσεις είχαν μείνει κενές. Της θείας μου και του παπά. Η θεία μου στεκόταν όρθια και επιθεωρούσε το τραπέζι. Βεβαιωνόταν ότι όλοι είχαν μπει καλώς. “Που είναι ο παπάς;” Η θεία δεν πρόλαβε να μου απαντήσει. Ο ξάδερφος μου βγήκε από το σπίτι. Τα ράσα του ανέμιζαν. “Έρχομαι, έρχομαι” είπε. “Άντε, ελάτε να φάμε αφού μαζευτήκανε όλοι” είπε ο θείος. “Που ήσουν τόση ώρα;” “Πλενόμουν” απάντησε ο παπάς στον αδερφό του. “Τόση ώρα;” “Άναψα και το κεράκι στις εικόνες. Είχε σβήσει”, είπε ντροπαλά. “Παπά, πες την προσευχή”, είπε η θεία μου. Ο παπάς σηκώθηκε από τη θέση του. Ξερόβηξε. “Όλοι μαζί, παιδιά” είπε. Σηκωθήκαμε όλοι να πούμε το Πάτερ Ημών. “Καλή όρεξη” ευχήθηκε μετά την προσευχή. Όλοι έπιασαν να γεμίζουν τα πιάτα τους από τις πιατέλες. Η πείνα φαινόταν στο βλέμμα τους. Γέμισα το ποτήρι με λευκό κρασί. Το μύρισα. Είχε ωραίο άρωμα. Φαινόταν δυνατό. Ύψωσα το ποτήρι. “Καλώς ήρθατε, ξάδερφε και ξαδέρφη. Καλές διακοπές να έχετε στην πατρίδα. Η ώρα η καλή”. Ο ξενιτεμένος ύψωσε το δικό του ποτήρι. “Καλώς σε βρήκα. Καλώς σας βρήκα. Ευχαριστούμε πολύ!” “Ευχαριστούμε πολύ” είπε και η αρραβωνιαστικιά. Ύψωσαν τα ποτήρια τους όλοι και ευχήθηκαν. Πέσαμε όλοι με τα μούτρα στο φαγητό. Για λίγα λεπτά δεν μιλούσε κανένας. Άκουγες τα πιρούνια να χτυπάνε στα πιάτα και τα στόματα να μασουλάνε. Όλοι είχαν αναψοκοκκινίσει. Η ζέστη του μεσημεριού και το φαγητό τους είχαν ξανάψει. Κόκκινα πρόσωπα. Η πείνα έτεινε να μειωθεί. Όλοι τρώγαμε πια δίχως βιάση. Έπιασα συζήτηση με τον ξενιτεμένο. Ο θείος μου ήταν βουβός ακροατής. Ο παπάς εξακολουθούσε να ασχολείται με τον γιο μου, τον οποίο πάσχιζε η γυναίκα μου να ταΐσει. Που και που του έριχνα απειλητικές ματιές ή τον απειλούσα με κάποια απίθανη τιμωρία. “Πρέπει να φας όλο το φαγητό σου, αλλιώς...” Στο τραπέζι υπήρχαν πια μόνο άδειες πιατέλες και άδεια πιάτα. Μισογεμάτα ποτήρια. Όλοι καθόμασταν αναπαυτικότερα στις καρέκλες μας. Είχαμε τελειώσει και απολαμβάναμε τη χώνεψη μας. Κάποιοι νύσταζαν. Χασμουριόνταν. Άλλοι είχαν γλαρώσει. Και άλλοι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα με συνοδεία κρασιού. “Νομίζω ότι είναι η ώρα να φέρω και τα γλυκά”, είπε η θεία και χασμουρήθηκε. “Να σε βοηθήσω να μαζέψεις” προθυμοποιήθηκε η γυναίκα μου. “Ναι, κι εγώ” έκανε η αρραβωνιαστικιά του ξαδέρφου. Το ίδιο είπαν και οι άλλες γυναικές της παρέας. “Ευχαριστώ. Δεν χρειάζομαι εκατό χέρια. Μου φτάνουν τα δυο δικά μου και της νύφης”, είπε η θεία. Η νύφη σηκώθηκε να βοηθήσει. Ο ξενιτεμένος της έδωσε το πιάτο του. Κοίταξε προς το σπίτι. “Αμάν! Φωτιά!” είπε και πετάχτηκε από την καρέκλα του. Γύρισα και κοίταξα το σπίτι. Είδα μια φλόγα φωτιάς και καπνού που έβγαινε από το κουφωμένο παράθυρο. “Πάρε το παιδί και πήγαινε στην πλατεία”, φώναξα στη γυναίκα μου. Έτρεξα με τον ξενιτεμένο, τον παπά και ένα ακόμη ξάδερφο μου στο σπίτι. Ανοίξαμε την πόρτα και ο καπνός χίμηξε προς το άνοιγμα. Καιγόταν η πολυθρόνα κάτω από το τζάκι, οι δυο αντικριστοί καναπέδες δίπλα της, η κουρτίνα και το κουρτινόξυλο. “Νερό! Φέρτε νερό!” φώναξε ο ένας. “Κουβέρτες, κουβέρτες” φώναξε ο άλλος. Σκορπιστήκαμε μέσα στο σπίτι. Ο καπνός ήταν αποπνικτικός. Δυσκολευόμασταν να δούμε και να αναπνεύσουμε. Από την κουζίνα κάποιος έτρεξε μ' ένα κατσαρολάκι γεμάτο νερό. Την πέταξε προς την φωτιά. Οι φλόγες υποχώρησαν για λίγο, αλλά σχεδόν αμέσως ξαναπήραν τα πάνω τους. “Σκατά!” φώναξε και βγήκε έξω βήχοντας. “Φύγετε, φύγετε” μας φώναζε καθώς απομακρυνόταν. Ήταν εκείνος ο ξάδερφος. Βγήκα, εντωμεταξύ, από το μπάνιο με τον κουβά γεμάτο νερό. Είχα αφήσει ανοικτές τις βρύσες. Όρμησα προς την φωτιά. Έριξα το νερό και κατάφερα να σβήσω τις φλόγες που είχαν ξεκινήσει να τρώνε τον έναν καναπέ. Η φωτιά όμως στην πολυθρόνα και στον άλλον καναπέ γινόταν όλο και πιο δυνατή. Η κουρτίνα είχε καεί ολοσχερώς, το ίδιο και το κουρτινόξυλο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τα πνευμόνια μου να καίνε. Έτρεξα στην κουζίνα. Έβρεξα μια πετσέτα και την έβαλα στη μύτη μου. Στράφηκα προς το καθιστικό με την πετσέτα στη μύτη μου. Ο ξενιτεμένος είχε έρθει από την κρεβατοκάμαρα με μια κουβέρτα. Είχε φανεί εξυπνότερος από μένα. Είχε ήδη μια πετσέτα δεμένε στο πρόσωπο του. Πήρε να χτυπά τις φλόγες με την κουβέρτα. Δεν κατάφερνε τίποτε, όμως. “Όχι, ρε γαμώτο”, φώναξε απελπισμένος. “Πάμε να φύγουμε”, είπα και έβηξα. “Ο παπάς! Που είναι ο παπάς;” γύρισε και με ρώτησε. “Δεν ξέρω. Ερχόταν από πίσω σου”. Η μπαλκονόπορτα δίπλα από το τζάκι άνοιξε διάπλατα. Μέσα από τις φλόγες και τον καπνό διέκρινα τον παπά. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν τυλιγμένος στις φλόγες. Είχε βγει από την κρεβατοκάμαρα και είχε κάνει το γύρω. Φώναξε, “ ὁρᾷ ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ὁ δὲ βάτος οὐ κατεκαίετο”! Άρπαξε την φλεγόμενη πολυθρόνα με γυμνά χέρια και την πέταξε στην τσιμεντένια αυλή. Την ίδια ώρα εμφανίστηκε από την μπαλκονόπορτα ο θείος. Κρατούσε μια μεγάλη μάνικα στα χέρια. Στα χείλη του κρεμόταν ένα τσιγάρο. Άνοιξε τη μάνικα και το νερό ξεχύθηκε από μέσα της με μανία. Η φωτιά στην πολυθρόνα έσβησε αμέσως. “Έξω όλοι!” φώναξε έπειτα. Βγήκαμε από την μπαλκονόπορτα τρέχοντας. Ο θείος έστρεψε την μάνικα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έπεσα στην αυλή με τα γόνατα και έβηχα δυνατά. Τα πνευμόνια μου διαμαρτύρονταν. Ο ξάδερφος μου είχε διπλωθεί και έβηχε, επίσης. “Αυτό ήταν”. Ο θείος είχε βγει από το σπίτι και κατέβρεχε την πολυθρόνα. Ο παπάς δίπλα του έβηχε. “Την έσβησες, θείε;” κατάφερα να πω. “Ναι. Την έσβησα”. Χαμογελούσε με το τσιγάρο στο στόμα. Παρατήρησα ότι δεν ήταν αναμμένο. Καμιά δεκαριά συγχωριανοί μπήκαν στην αυλή. Τρεις τέσσερις κρατούσαν πυροσβεστήρες. Τους είχαν ειδοποιήσει τα γυναικόπαιδα, καθώς κατέβαιναν στην πλατεία. “Τί έγινε, ρε παιδιά;” άρχισαν να ρωτάνε. Μαζί τους και ο ξάδερφος που είχε προσπαθήσει να βοηθήσει. Ο θείος τους έδειξε. “Οι νεαροί όρμησαν μέσα, κουφιοκεφαλάκηδες κανονικοί, αλλά εγώ έτρεξα στη γεώτρηση. Στην αρχή δεν έβρισκα τη μάνικα...Την είχα βάλει χθες το βράδυ στο υπόστεγο...Έτρεξα την πήρα, την έβαλα και να' μαστε τώρα”. “Μπράβο!”, “Ευτυχώς!”, “Δόξα τω θεώ!”. Οι συγχωριανοί σταυροκοπιούνταν ή προσπαθούσαν να μας συνεφέρουν. Κάθισα σε μια καρέκλα στο παρατημένο από ώρα τραπέζι. Το τσιμπούσι μας έμοιαζε τώρα αρκετά μακρινό. “Τι λαχτάρα κι αυτή!” Ο ξενιτεμένος κάθισε δίπλα μου. Κρατούσε ακόμη τη βρεγμένη πετσέτα. Εγώ κάπου την είχα παρατήσει. “Ναι, ξάδερφε. Λαχτάρα μεγάλη. Τη γλυτώσαμε, όμως. Και το σπίτι”. “Ευτυχώς και το σπίτι”, συμφώνησε. “Όχι χωρίς ζημιές πάντως”. “Οι ζημιές θα διορθωθούν, ξάδερφε”. “Ναι, θα διορθωθούν”. “Πως ξεκίνησε η φωτιά;” ρώτησα. “Δεν έχω ιδέα, φίλε. Την παραμικρή ιδέα”. “Πρέπει να βρω τη γυναίκα και το παιδί μου”, είπα και σηκώθηκα. “Ναι. Κι εγώ τη δικιά μου”. Λες και ήταν μέσα στο μυαλό μας οι γυναίκες πέρασαν την αυλόπορτα και έρχονταν προς το μέρος μας. Η γυναίκα μου κρατούσε το γιο μας αγκαλιά και τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο της. Δίπλα της η αρραβωνιαστικιά του ξαδέρφου μου και η θεία μου και πίσω τους όλοι οι άλλοι. “Μην ανησυχείτε. Είμαστε καλά”, είπα και τους αγκάλιασα. Αγκαλιαστήκαμε όλοι. Νιώθαμε ανακουφισμένοι. Η θεία πήγε στο σπίτι να κάνει επιθεώρηση των ζημιών. Οι υπόλοιποι είχαμε καθίσει στην αυλή. Μας έφεραν φρέσκο γάλα να πιούμε. Κάνει καλό, λέει, για να καθαρίσουν οι πνεύμονες. Το ήπια χωρίς αντίρρηση. Ο γιος μου ρωτούσε για τη φωτιά και γιατί είχαμε πιάσει φωτιά. Σαν να τον είχε ακούσει η θεία μου ήρθε προς το μέρος μας. “Αυτός ο παπάς φταίει”, έκανε θυμωμένη. “Του το είχα πει ότι το κερί στις εικόνες ήταν επικίνδυνο”. “Από το κερί ξεκίνησε, θεία;” “Ναι, παιδί μου. Από το κερί. Κάηκε και μετά έβαλε φωτιά στο σεμεδάκι από κάτω και το σεμεδάκι έπεσε πάνω στην πολυθρόνα και...τα υπόλοιπα τα ξέρεις”, μου απάντησε. Κοίταξα να δω τον παπά. Βγήκε από την πλευρά της μπαλκονόπορτας. Κρατούσε τις εικόνες που είχε πάνω στο τζάκι. “Κάηκαν οι εικόνες;” ρώτησε τη θεία. “Κάηκαν”. Ο θείος πλησίασε την παρέα. Είχε ξεπροβοδίσει και τους τελευταίος συγχωριανούς. “Λοιπόν, υπάρχει κανένας να μου ανάψει αυτό το τσιγάρο;” είπε. Η θεία τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Τον κοίταξα κι εγώ. Χαμογελούσε και το τσιγάρο σβηστό και ακέραιο κρεμόταν ακόμη από το στόμα του.
This leaderboard is set to Athens/GMT+02:00
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.