Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 06/12/2018 in all areas

  1. 8 points
    Καινούριο ποίημα στο Φρέαρ. Αποκριάς Ρουτίνα
  2. 5 points
    Όνομα Συγγραφέα: Τζον Παπατζον Είδος: Comedy Fantasy Βία; Ελάχιστη Σεξ; Μακάρι να είχε. Αριθμός Λέξεων: 3998 (205 η εισαγωγή) Αυτοτελής; Το ελπίζω Σχόλια: Είναι η συμμετοχή μου για το Write off #90 με εισαγωγή της elgalla. Το κείμενο αυτό μη το πάρετε στα σοβαρά. Εγώ δεν το πήρα και το απόλαυσα ❤️ Όταν ήμουν φοιτητής, γούσταρα μια ελληνοαμερικάνα γκόμενα, τη Τζωρτζίνα. Είχε ωραίο κώλο και μια φωνή σαν να 'χε μόλις τελειώσει το σεξ. Τη δική μου την παρέα δεν την καταδεχόταν ιδιαίτερα - δεν μας ενέκρινε, με τα σκισμένα μας τζιν και τα ταλαιπωρημένα μας παπούτσια, με τα μακριά μας μούσια και τα άχαρα, ψηλόλιγνα κορμιά μας. Παρ' όλα αυτά, εγώ ήμουν καψούρης και, κάποια στιγμή, μάζεψα τα κουράγια μου και της ζήτησα να βγούμε για ένα ποτό. Εκείνη γέλασε και μου είπε, σε σπαστά ελληνικά: "όταν παγκώσει Κόλαση". Και, χωρίς να μου δώσει περαιτέρω σημασία, γύρισε και συνέχισε να μιλάει στη διπλανή της. Χειρότερη χυλόπιτα δεν είχα φάει ως τότε, ούτε έφαγα ποτέ στα χρόνια που ακολούθησαν. Άλλαξα, βέβαια, κι εγώ. Κυρίλεψα. Έκοψα τα μούσια, άρχισα γυμναστήριο, έβγαλα τα σκισμένα τζιν και τα τρύπια παπούτσια. Έπιασα και δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο. Αλλά την πίτα που μου σέρβιρε η Τζωρτζίνα δεν την ξέχασα. Έτσι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω μόλις άκουσα στις ειδήσεις ότι η Κόλαση είχε όντως παγώσει και ορδές ξενιτεμένων δαιμόνων έφταναν στην Ελλάδα για να απολαύσουν τον ήλιο της Μεσογείου και τους σαράντα δύο βαθμούς Κελσίου που είχαμε, μέσα Ιούλη, ήταν να την ψάξω και να της ξαναζητήσω εκείνο το ραντεβού. Βέβαια αντιμετώπιζα δύο βασικά προβληματάκια για να καταφέρω να ζητήσω εκείνο το ραντεβού. Πρώτο και σημαντικότερο, δεν είχα ιδέα που βρισκόταν. Στο φατσομπουκ άφαντη – μα είναι δυνατόν να μην είχε λογαριασμό; Ρώτησα γνωστούς, φίλους, άχρηστα κορμιά που τη γούσταραν κι έφαγαν χειρότερες χυλόπιτες κι από εμένα, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα. Κι άντε τώρα να ψάχνεις να βρεις γκόμενα Τζωρτζίνα – και μάλιστα από την Αμερική. Δεύτερο πρόβλημα, εξίσου σημαντικό με το πρώτο, ήταν ο παρλαπίπας δαίμονας που είχα μπροστά μου και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί με τίποτα. Φορούσε μπλούζα “Hell is a place on earth” με κάτι κέρατα ντυμένα με μοβ γιρλάντες, ξεκούμπωτη βερμούδα στην οποία έπεφτε το μάτι μου φοβούμενος τι θα πεταχτεί από εκεί μέσα καθώς και άσπρες κάλτσες με σαγιονάρα. Ο εφιάλτης ενός ταξιδιωτικού πράκτορα, μετουσιωμένος μπροστά μου. «Και που λέτε, κύριε...» «Δερμιτζόγλου. Ηλίας Δερμιτζόγλου» «Αυτό. Θέλω ένα μέρος στο οποίο να μπορέσω να χαλαρώσω. Να απολαύσω την κάψα του καλοκαιριού, το ζεστό σαλέπι που θα πίνω κάτω από τους 40 βαθμούς ντάλα, την λεπτή, καυτή αμμουδιά που θα μου γαργαλάει το δέρμα, το-» «Ναι, κύριέ μου, το κατάλαβα. Δεν χρειάζομαι λεπτομέρειες. Θέλετε την Κόλαση επί της γης». «Αυτός είσαι!» Δύο πράγματα συνέβησαν τότε. Ο δαίμονας σηκώθηκε απότομα να μου σφίξει το χέρι και κάτι μακρύ, κόκκινο που μιλούσε πετάχτηκε από το παντελόνι του κι εγώ έσπασα την οθόνη του υπολογιστή μου την ώρα που έψαχνα παράθυρο να φύγω. Το μηχάνημα αφαιρέθηκε από τον μισθό μου, ο δαίμονας πήρε προσφορά πακέτο για την εξωτική Ύδρα κι εγώ έμεινα με το πουλί (όχι αυτό που μιλούσε, το δικό μου) στο χέρι. Έπρεπε να βρω την Τζωρτζίνα επειγόντως... Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να τριγυρίσω στα στέκια που σύχναζα σαν φοιτητής. Το «Περπατημένο» είχε κλείσει, εκεί που κάποτε έβλεπες κόσμο να μπαινοβγαίνει και να τρεκλίζεται μεθυσμένος, ισορροπούσαν ξεχαρβαλωμένες πόρτες και σάπια παράθυρα, στολισμένα με απανωτά γκραφίτι. Είχα περάσει μερικά από τα καλύτερα βράδια μου σ' εκείνο το μαγαζί. Στεκόμουν στην γωνία του δρόμου και το παρατηρούσα όταν ένιωσα ένα ρεύμα βρώμας να με κατακλύζει. Γύρισα κι αντίκρισα τον... «Τάκη; Τι κάνεις ρε ψυχή;» θα έλεγα αν αυτή η φορητή μάζα μικροβίων θύμιζε καθόλου τον Τάκη που ήξερα από τα φοιτητικά χρόνια. Το μοναδικό που του έφερνε λίγο ήταν το απροσδιόριστου μήκους μαλλί ράστα, το οποίο πρέπει να είχε φτάσει τα δύο χιλιόμετρα μήκος και περνούσε μέσα από άλλες πύλες για να επανέλθει στον κόσμο μας. Αντ' αυτού, λοιπόν, απλά τον κοίταξα με ένα συμπονετικό – πλην απεχθές – βλέμμα κι άρχισα να ψάχνω τις τσέπες μου ελπίζοντας να (μην) βρω τίποτα ψιλά. «Ηλία;» Αυτός δυστυχώς με θυμόταν. Τον κοίταξα καλά, ίσιωσα τα γυαλιά που δεν φόραγα, έκανα ένα βήμα πίσω για να αντέξω τη μπόχα κι άνοιξα τα χέρια μου. «Τάκη, εσύ, ρε παλιόφιλε; Χρόνια και ζαμάνια!» Ο Τάκης όρμησε στην αγκαλιά μου κι εγώ απέκτησα καινούργια χλωρίδα και πανίδα σε όλο μου το κορμί. Μετά από δύο σφιχτούς εναγκαλισμούς, τον έδιωξα απαλά κι υποσυνείδητα αποφάσισα να κάψω τα ρούχα μου όταν γυρίσω σπίτι. «Πού να 'μαι, ρε Ηλία. Περιφέρομαι σαν την άδικη κατάρα. Τουλάχιστον, με τόσους δαίμονες τώρα τριγύρω, λες να βρεθεί κανένας να με ρίξει κάπου;» Ξεράθηκε στα γέλια μόνος του κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω το αστείο. Θα ήταν ένα απ' αυτά τα καθυστερημένα που γυρόφερναν τελευταία κι είχαν βγει με την έλευση των δαιμόνων – κάτι του στυλ «Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο Βελζεπρρρουλης». «Καλό, πετυχημένο», ομολόγησα στον ηλίθιο φίλο μου, «πάντως μία χαρά σε βλέπω. Δεν άλλαξες καθόλου». «Γαμάω πολύ, Ηλία, γι' αυτό». Πρέπει να τον κοίταγα σαν χάνος για αρκετή ώρα καθώς είχε αρχίσει να κουνάει τα χέρια του μπροστά μου, σαν τροχονόμος. Μετά έβαλα εγώ τα γέλια. «Κι αυτό ανέκδοτο με τους δαίμονες είναι;» Με κοίταξε με σοβαρό ύφος. Για μία στιγμή νόμιζα ότι θα μου έβγαζε κάνα μαχαίρι, δεν είναι να παίζουμε μ' αυτά, από τότε που κυρίλεψα είχα χάσει την παλιά, αναρχική μου φύση. Μετά χαμογέλασε συγκαταβατικά, μου έδειξε ένα πεζούλι να καθίσουμε και πήρε ύφος έμπειρου μπήχτη που θα μοιραζόταν το μυστικό του. Αράξαμε δίπλα στην είσοδο του «Περπατημένου» σαν δύο παλιοί φίλοι που έτυχε να βρεθούν μετά από καιρό κι αναπολούσαν γκόμενες, ξύδια, φραπέδες και βουτιές στο συντριβάνι. «Που λες, φίλε Ηλία, τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει στην ζωή μας. Η ξαφνική εισβολή των δαιμόνων συντάραξε τα θεμελιώδη δεδομένα της απολυταρχικής και υπερκαταναλωτικής κοινωνίας στην οποία ζούμε». Το στόμα του Τάκη ανοιγόκλεινε κι εγώ το μόνο που άκουγα ήταν τον καθηγητή μου, στο δεύτερο έτος της σχολής, να μου αναλύει τι σχέση είχε το Μανιφέστο του Μαρξ με το κύπελλο του ΠΑΟΚ. «Τάκη, έχω κόψει τα ναρκωτικά εδώ και αρκετό καιρό. Δεν κόβεις κι εσύ τις μαλακίες να μου πεις αυτό που θες;» Σοβάρεψε, ρεύτηκε δύο φορές δίνοντας μου μία γερή τζούρα από χαλασμένο αυγό και Μαλαματίνα και με κοίταξε. «Οι δαίμονες έφεραν τα πάνω κάτω. Οι γυναίκες – κι οι άνδρες, δεν κάνω διακρίσεις – νιώθουν ότι πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία. Μπορεί αυτοί να θέλουν μόνο καυτά σαλέπια και καπουτσίνους στις παραλίες μας, αλλά ο παραλογισμός της θρησκείας είναι σε τρελή έξαρση. Ο κόσμος τελειώνει, οι ζωές μας τελειώνουν, όλοι θέλουν να γαμήσουν μία τελευταία φορά, ποιος είμαι εγώ να το αρνηθώ;» Ένα όνομα πέρασε αμέσως από το μυαλό μου. Ένα όνομα και μία κωλάρα. «Κι η Τζωρτζίνα;» Με κοίταξε με μία έκφραση απορίας κι έκπληξης λες και μόλις του είχα εξομολογηθεί ότι στα κρυφά διαβάζω Άστρα κι Όραμα. «Ποια Τζωρτζίνα, ρε συ; Δε τη θυμάμαι». Πήγα να του υπενθυμίσω αλλά τότε έλαμψε σαν λαμπατέρ. «Την κωλάρα λες; Μα καλά, πού τη θυμήθηκες αυτήν; Ακόμα σε καίει;» Το ακόμα με πόνεσε περισσότερο γιατί αυτό σήμαινε ότι εκείνον, όπως κι άλλους, δεν τους ένοιαζε καν. «Είναι απωθημένο, ρε φίλε. Ήταν βαρβάτη χυλόπιτα και δε μπορώ να την ξεχάσω. Φαντάσου, μου είχε πει ότι θα πάει μαζί μου μόνο αν-» «Παγκώσει η κόλαση, το ξέρω. Το ίδιο έλεγε σε όλους. Κοίτα πώς τα φέρνει όμως η πουτάνα η μοίρα, σωστά;» Μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά λες και μόλις μου είχε εκμυστηρευτεί πού θα έβρισκα τα περσινά θέματα της «Μακροοικονομίας ΙΙ», το οποίο χρωστούσα κι ακόμα. «Έχεις ιδέα πού μπορώ να την βρω;» Έσκυψε το κεφάλι βάζοντας το δεξί του χέρι κάτω από το πηγούνι του. Έβγαλε με το αριστερό ένα φλασκί από την τσέπη του παντελονιού, κατέβασε δύο δυνατές γουλιές, έκανε τρεις ανατριχιαστικές γαργάρες και με κοίταξε με χαμόγελο, από το οποίο έτρεχαν σταγόνες ύποπτου ποτού. «Μύκονο». Οι κινήσεις μου τις επόμενες μέρες δεν δικαιολογούσαν με τίποτα την ιδιοσυγκρασία και τη σύνεση που (δε) με χαρακτήριζαν σαν άτομο. Αποχαιρέτισα βιαστικά τον Τάκη, τσίμπησα ένα μπουκάλι βότκα από διπλανή κάβα, κοπάνησα τη μισή στη διαδρομή και την υπόλοιπη μισή στα σκουπίδια – την ώρα που ξέρναγα την πρώτη μισή σε μία γωνία – και το πήρα απόφαση. Θα πήγαινα στον φοιτητικό μου εφιάλτη, στο άντρο της ακολασίας, στο μοναδικό μέρος που είχα ορκιστεί να μην πάω ποτέ όσο κι αν είχα κυριλέψει. Στη Μύκονο. Ζήτησα άδεια από τη δουλειά λόγω επείγουσας, οικογενειακής υπόθεσης («Πέθανε καμία θεία σου;» , «όχι, τις έχω θάψει όλες»), έψαξα για κανένα δωμάτιο στο μαγευτικό, Κυκλαδίτικο νησί και βρήκα ακριβώς αυτό. Κανένα. Δε μπορούσα να βάλω τα μέσα της δουλειάς γιατί θα με έπαιρναν χαμπάρι. Δε φτάνει που είχαμε γεμίσει σεΐχηδες, Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές και Τζαμαικανούς δρομείς, οι οποίοι μας έκλεβαν τα καλύτερα δωμάτια και τις καλύτερες σαμπάνιες, είχαμε και τους καυλωμένους δαίμονες οι οποίοι ζητούσαν ξαπλώστρα πριβέ στο Super Paradise, πρώτη μούρη μπροστά, και πλήρωναν με χάρες, υποσχέσεις και κλειδαμπαρωμένα μυστικά. «Θα ήθελα την ξαπλώστρα Α, εκεί μπροστά, δίπλα στο μωρό με το κοραλλί μαγιό». «Είναι 200 ευρώ, κύριε». «Ξέρω ποιο βιβλίο διάβαζες πέρσι το καλοκαίρι». «Πέραστε, κύριε Δαίμονά μου. Σαν το καζάνι σας!» Μάζεψα ότι πενιχρές οικονομίες είχα, τις άπλωσα μπροστά και η πραγματικότητα με χτύπησε σαν κεφαλιά του Ζιντάν. Θα έπρεπε να κοιμηθώ στα παγκάκια. Γερές δόσεις από φοιτητικές κρεπάλες μου ήρθαν στο μυαλό, παρέα με ρεμάλια, πιωμένοι, αραχτοί στα πεζούλια της πλατείας Συντάγματος, να ανοιγοκλείνουμε τα μάτια όσο μαστουρωμένα πιτσιρίκια τριγύρω κυνηγούσαν πόκεμον. Εξ' άλλου δεν είχα σκοπό να μείνω για πολλές μέρες. Θα έφτανα, θα έβρισκα την Τζορτζίνα, θα της εξηγούσα το αυτονόητο, θα την έσκιζα πατόκορφα και θα έφευγα. Είχα πλάνο και πρόγραμμα. Το μόνο που δεν είχα ήταν μία πολύ σημαντική πληροφορία που μου είχε δώσει ο Τάκης και την οποία δε θυμόμουν εκείνη τη στιγμή. Τι σημασία είχε άλλωστε; Μύκονοοοοος! Το πλοίο ήταν γεμάτο, το μπαρ άδειο. Θέση για να κάτσω ούτε για δείγμα οπότε αναγκάστηκα να την βγάλω με νερό, καφέ περιπτέρου και πατατάκια στο κατάστρωμα. Για να πάω σαλόνι, ούτε λόγος. Μετά από απαίτηση των δαιμόνων επιβατών, το air-condition είχε απαγορευτεί σε όλο το πλοίο με αποτέλεσμα το Blue Star να μοιάζει με τεράστιο φουρνο. Το ταξίδι θα κρατούσε περίπου πέντε ώρες οπότε η μοναδική λύση ήταν η εξής: Ακουστικά κι ονειροπόληση. Εγώ με την Τζορτζίνα στην παραλία, εγώ με την Τζορτζίνα στις ξαπλώστρες, εγώ με την Τζορτζίνα στα βράχια, η Τζορτζίνα κι εγώ πιασμένοι χέρι χέρι να- Αυτοχαστουκίστηκα να συνέλθω. Κοίταξα τον κόσμο τριγύρω. Οικογένειες με παιδιά, οικογένειες χωρίς παιδιά, ζευγάρια, κοριτσοπαρέες ξαναμμένες, ανδροπαρέες με τα σάλια στο πάτωμα. Οι ενήλικοι με τα μούτρα στα κινητά, οι ανήλικοι με τα μούτρα στη θάλασσα. Τα πλοία ήταν η καλύτερη απεικόνιση του Έλληνα που άφηνε τις δουλειές του για να ξεσκάσει στα νησιά και να περάσει, επιτέλους, την τελευταία πίστα του Candy Crush. Μετά από αρκετά νερά, πολύ κατούρημα και δύο κιλά Lays στο στομάχι μου, φτάσαμε στη Μύκονο. Από μακριά έμοιαζε με έναν υπέροχο, ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ο οποίος είχε αρχίσει να εκφυλλίζεται από ορδές αυτοκινήτων, τουριστών και σκαφών, τα οποία, χωρίς έλεος, έτρωγαν τα χρώματά του. Αυτή η εικόνα με στοίχειωσε για τα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά συνήλθα, φορτώθηκα τα μπαγκάζια μου κι όρμησα στην αποβάθρα νομίζοντας ότι η Τζορτζίνα θα με περιμένει εκεί, κουνώντας το χέρι ψηλά, έτοιμη να μου παραδοθεί άνευ όρων πάνω στις βαλίτσες. Τότε συνειδητοποίησα κάτι σημαντικό. Δεν ήξερα πού θα την βρω! Είχα ψάξει ξανά στα social media αλλά δεν ήταν πουθενά. Ο Τάκης δεν είχε κανένα στοιχείο για να με βοηθήσει και ο μοναδικός λόγος που ξεπαραδιάστηκα για να έρθω στο μισητό νησί, ήταν η εμπιστοσύνη που έδειξα στα λεγόμενά του. Αν υπήρχε ο ηλίθιος της χρονιάς, είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο. Τότε, σαν το πιτσιρίκι που ξεπορτίζει και θυμάται ότι έχει αργήσει να γυρίσει κάνα τρίωρο και θα τον περιμένει ο πατέρας σπίτι με το μαδέρι, μου ήρθε η τελευταία φράση του Τάκη στο μυαλό. «Είχα ακούσει από έναν γνωστό, ότι η γκόμενα τα είχε παίξει. Κυκλοφορούσε στο νησί με κοντόκαννη καραμπίνα, απειλούσε δαίμονες κι αν την στραβοκοιτούσες, θα έβλεπες τα ραδίκια ανάποδα. Εγώ, στη θέση σου, θα καθόμουν στ' αυγά μου». Υπερβολές, σκέφθηκα. Για ποιον λόγο να σαλτάρει έτσι η τύπισσα; Νομίζω ότι απλά ο παλιός, κολλητός μου, ήθελε να με πικάρει που μου είχε μείνει απωθημένο μία κωλάρα. Πάντως, έπρεπε από κάπου να ξεκινήσω. Και το καλύτερο μέρος για να ρωτήσεις πληροφορίες σε ένα τέτοιο νησί ήταν οι ταξιτζήδες. Πλησίασα την γκρίζα ουρά από τα συμπαθέστατα οχήματα, αντίκρισα τα πρώτα βλέμματα απογοήτευσης που δεν ήμουν ψηλή, ξανθιά, με ποδάρες και ρώτησα τον πρώτο καλοσυνάτο ταξιτζή. «Καλημέρα σας, θα ήθελα μία πληροφορία. Πριν λίγο καιρό ήρθε εδώ η ξαδέρφη μου η οποία πάσχει από πρόωρο Αλτσχάιμερ. Προσπαθούμε να την εντοπίσουμε αλλά είναι αδύνατον. Μπορείτε να με βοηθήσετε;» Του έδειξα μία φωτογραφία που είχα της Τζορτζίνας από το πανεπιστήμιο, την κοίταξε, με κοίταξε, χαμογέλασε. «Χυλόπιτα, ε;» Πρέπει να το έγραφε το κούτελό μου, δεν εξηγείται αλλιώς. «Μεγάλη και παχιά», του απάντησα. «Φίλε, καλό μωρό, αλλά εδώ θα βρεις πολλά τέτοια. Δύσκολα μου βάζεις. Άσε μου την φωτογραφία κι ένα τηλέφωνο κι αν την δω θα σε ειδοποιήσω». Έκανα άσχημους συνειρμούς με το τι θα έκανε ο ταξιτζής με την φωτογραφία – ή με το τηλέφωνό μου – οπότε αρκέστηκα σε ένα «Ευχαριστώ, θα καλέσω τον Χορταρέα», κι έφυγα. Ακόμα δεν είχα φτάσει στο νησί και το μισούσα περισσότερο απ' ότι το μισούσα πριν καν το επισκεφθώ. Ήταν πανέμορφο, δε λέω, αλλά όλη η νοοτροπία του με έκανε να βουτήξω στη θάλασσα και να πάω κολυμπώντας στην Δήλο να χαζέψω τα αρχαία. Σύνελθε Ηλία, σκέφθηκα, έχεις έρθει εδώ για έναν σημαντικό σκοπό. Να ξορκίσεις το παρελθόν και να κάνεις μία νέα αρχή. Κωλάρες υπάρχουν παντού, της Τζορτζίνας μόνο ένας. Και θα τον πάρεις. Πέρασα πολλές ώρες περιφερόμενος σαν την άδικη κατάρα (τελικά το ανέκδοτο του Τάκη δεν ήταν τόσο κακό), χαζεύοντας τις αλλαγές που είχε φέρει η έλευση των δαιμόνων. Οι καφετέριες είχαν προσθέσει έξτρα cocktail στους καταλόγους τους όπως το «Το χέρι του Μάμων» ή «Το κέρατο της Λίλιθ», τα οποία πουλούσαν σε εξωφρενικές τιμές, τα ρουχάδικα είχαν έξτρα μεγέθη και αυτοσχέδιες τρύπες στα προϊόντα τους για να μην καταστρέφονται από τα κέρατα, τα ξενοδοχεία είχαν μετατρέψει τις σάουνές τους σε σουίτες λουξ κι οι παραλίες είχαν ξεχωριστό κομμάτι για τους δαίμονες, χωρίς σκιά και με καυτό νερό να πέφτει άφθονο πάνω τους. Κατά τα άλλα, ο Έλληνας δεν είχε χαλάσει καθόλου τη βολή του. Βρώμιζε τις ακτές, έπινε ούζα σαν καταβόθρα, χόρευε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο και έβγαζε σέλφις με το τρισέγγονο του Βελζεβούλ γράφοντας «Κόλαση η Μύκονος, φέτος!» κι άλλα τέτοια τσιτάτα. Ωραία όλα αυτά, αλλά η Τζορτζίνα πουθενά. Είχα σκοπό να περάσω δύο βράδια στο νησί, το μέγιστο, ψάχνοντας. Αν δεν την έβρισκα, θα έπαιρνα την αξιολύπητη αξιοπρέπειά μου, τα ελάχιστα λεφτά μου και θα γύρναγα στον Πειραιά ορκισμένος να βρω τον Τάκη και να τον κάνω ανθρώπινο γκραφίτι στον τοίχο του «Περπατημένου». Το πρώτο βράδυ αποφάσισα να το βγάλω σε μία ξαπλώστρα, δίπλα σε ένα σχετικό ήσυχο beach bar. Είχα χτυπήσει δύο αμφιβόλου ποιότητας μοχίτο, είχα τυλιχτεί με την πετσέτα μου και χάζευα τα αστέρια στον ουρανό. Τι θα γινόταν αν κατέβαιναν οι Άγγελοι κι άρχισαν να μαλλιοτραβιούνται με τους δαίμονες για μία θέση στον ήλιο; Προτού συνεχίσουν αυτές οι καθυστερημένες μου απορίες, μία κραυγή με έκανε να πεταχτώ και να κοιτάξω στα δεξιά μου. Δύο φιγούρες τσακώνονταν δίπλα στα βράχια, η μία σε ξεκάθαρη μειονεκτική θέση φαινόταν να παρακαλάει για τη ζωή της όσο η άλλη, την απειλούσε με κάτι μακρύ και δυσοίωνο. Αποφάσισα να το παίξω ήρωας, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, κι όρμησα προς το μέρος τους. Αν δεν έβρισκα την Τζορτζινα, τουλάχιστον θα έσωζα την κοπελιά από τον επίδοξο βιαστή της και θα κέρδιζα μία αγάπη – και ίσως κάτι παραπάνω – για το καλοκαίρι. Όταν πλησίασα συνειδητοποίησα ότι έκανα δύο τραγικά λάθη. Πρώτον, αυτός που κρατούσε το μακρυνάρι ήταν γυναίκα κι η πεσμένη φιγούρα ήταν ένας χλεχλές δύο μέτρα, με παρεό και εσπαντρίγιες (απορούσα γιατί δεν τον είχε πυροβολήσει ακόμη). Το δεύτερο ήταν ότι η γυναίκα με το μακρυνάρι ήταν αυτή που έψαχνα. Και δεν ήταν καθόλου όπως τη θυμόμουν. «Τζωρτζίνα;» συλλάβισα με δυσκολία το όνομά της μη χαλάσω την ιερότητα της στιγμής. «Ποιο μαλάκα είσαι εσύ πάλι;» Τα Ελληνικά της είχαν φτιάξει, η διάθεσή της καθόλου. Ο χλεχλές στο πάτωμα βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να τρέξει με το παρεό του να ανεμίζει σαν σημαία. «Και μη ξαναγκυρίσει πίσω, βλαμμένο, γιατί θα ανοίξει κεφάλι στα ντίο!» Την κοίταξα, την θαύμασα, την ερωτεύτηκα. Δε θύμιζε σε τίποτα την μπίμπο με την οποία είχα καυλώσει στο Πανεπιστήμιο. Είχε δύναμη, πυγμή, θυμό (κι ευτυχώς) κωλάρα. Έφερε δύο σβούρες την καραμπίνα λες κι ήταν ο Ράμπο, την έβαλε στη θήκη της που κρεμόταν από το κοντό παντελόνι και με κοίταξε με βλέμμα απάθειας και λύπησης. «Λέγκε τι θες, έχεις ντίο ντευτερόλεπτα, αλλιώς βγκάλω καραμπίνα πάλι». Σήκωσα τα χέρια ψηλά σε θέση άμυνας. Η Τζωρτζίνα δεν αστειευόταν. «Όχι, μη, θα σου πω. Είμαι ο Ηλίας, από τη σχολή. Με θυμάσαι; Πού να με θυμάσαι θα μου πεις. Σου είχα ζητήσει μία φορά να βγούμε κι εσύ μου απάντησες-» «Ωχ, όχι κι εσύ! Πάλι τα ίντια!» Την κοίταξα με απορία. Όχι κι εγώ; Πόσοι είχαν έρθει πριν από μένα δηλαδή; Έκανε ένα βήμα απειλητικό προς το μέρος μου κι ενώ μετρούσα δευτερόλεπτα μέχρι να μου την ανάψει, τελικά έσκυψε το κεφάλι κι έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου. Σκάλωσα, έμεινα, δεν ήξερα τι να κάνω. Η υπέρτατη γυναίκα των ονείρων μου, στην αγκαλιά μου να κλαίει, κι εγώ να μη μπορώ να κουνήσω δάχτυλο. Την αγκάλιασα κι εγώ απαλά προσπαθώντας να διώξω επικίνδυνες ορμές που έρχονταν στο μυαλό μου. «Τι έγινε, τι συνέβη Τζορτζίνα; Εξήγησέ μου, θα σε ακούσω». Με κοίταξε με κλαμένα μάτια και με βλέμμα μικρού κουταβιού. Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο! «Όλοι, όλοι θέλουν να με πηντήξουν! Από τότε που η σκατο Κόλαση πάγκωσε, όλοι θυμήθηκαν αυτό που τους έλεγκα παλιά κι έρκονται με το πουλί στο χέρι, λες και τους χρωστάω. Οι νταίμονες, φταίνε γκια όλα. Αυτοί φταίνε!» Ήταν από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Ήθελα διαολεμένα να βάλω τα γέλια, να πέσω κάτω στην άμμο και να κυλιέμαι σαν το γουρούνι, ενώ έπρεπε να μείνω σοβαρός και συμπονετικός στο δράμα της. Τελικά ο Τάκης είχε δίκιο. Η πουτάνα η μοίρα είχε φέρει τα πάνω κάτω. «Κι εσύ τους κυνηγάς με καραμπίνα; Δικαιολογημένο, δε λέω, αλλά σκέψου ότι κι αυτοί μία ευκαιρία περίμεναν στη ζωή τους κι αυτή ήρθε ουρανοκατέβατη. Βασικά, Κολασοανέβατη ήρθε αλλά καταλαβαίνεις». Δε ξέρω αν σάστισε από το τραγικό μου λογοπαίγνιο ή από την θλιβερή συνειδητοποίηση ότι ήθελα ό,τι κι οι υπόλοιποι. Σοβάρεψε, αγρίεψε, έκανε δύο βήματα πίσω κι έβγαλε την καραμπίνα. «Κι εσύ, μπρε μαλάκα, αυτό θες; Να με πηντήξεις; Ντεν έχει, φύγε μη σου ανοίξω κι άλλη τρύπα εκεί που ντεν θες!» Κοίταξα τριγύρω, ευτυχώς δε μας είχε πάρει χαμπάρι κανείς. Ή όλα ή τίποτα. «Τζορτζίνα, θα είμαι ειλικρινής. Θέλω ότι ήθελαν κι οι υπόλοιποι. Γι' αυτό ήρθα στο νησί. Σε έψαξα και στο Internet αλλά δε σε βρήκα πουθενά. Καταλαβαίνω όμως το ζόρι σου, τον πόνο σου και την απόγνωσή σου. Και προτίθεμαι να σε βοηθήσω. Αν δε με πιστεύεις, απλά θα φύγω και θα σε αφήσω στην ησυχία σου. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεσαι έναν σύμμαχο που σκέφτεται ακριβώς όπως κι ο αντίπαλός σου. Τι λες;» Ο Σον Τζου έσκισε τα βιβλία στρατηγικής που είχε γράψει για την τέχνη του πολέμου και διπλωματίας, το υπουργείο εξωτερικών έβγαλε εγκύκλιο που παραδινόταν στον εχθρό κι οι απανταχού αγάμητοι έκαναν διπλό facepalm με τις μαλακίες που είχα ξεστομίσει. Την καραμπινιά δεν την γλύτωνα. Η Τζορτζίνα με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι ελαφρά, έβαλε την καραμπίνα στη θέση της και σταύρωσε τα χέρια στο πλούσιο στήθος της. «Λες μαλακίες αλλά τις λες ωραία. Έκλεισα όλα τα ίντερνετ για να μη με μπρίσκουν. Θα με βοηΘήσεις. Μη περιμένεις μετά όμως σεγκς και γκαμήσια. Αφού πετύχω την αποστολή μου, φεύγκω για Τιβέτ, να μονάσω, να βρω την ησυκία μου!» Η σκέψη ότι μία τέτοια γυναίκα θα βολοδέρνει στα όρη και στ' άγρια βουνά μου έκατσε στραβά αλλά δεν είχα επιλογή. Δέχθηκα, της ζήτησα μία αγκαλιά για να επισφραγίσουμε την συμφωνία μας, μου έριξε ένα σκαμπίλι και προχωρήσαμε. Το σχέδιο της ήταν απλό. Θα ξαναζέσταινε την Κόλαση. Δεν ξέρω για ποιον λόγο είπε ότι ήταν απλό ή πώς θα το κατάφερνε. Πάντως και μόνο που ήμουν μαζί της, μου αρκούσε. «Όλο αυτό είναι ένα παιγκνίδι μεταξύ νταιμόνων κι αγγέλων. Τσαγκώνονται γκια το ποιους έκουν ανάγκη οι άντρωποι και ποιους όχι. Οι άγγελοι πάγκωσαν Κόλαση για να ανέβουν οι νταίμονες πάνω και να τρομάγκσουμε εμείς. Το οποίο ντεν έγκινε. Και τώρα, οι νταίμονες γκελάνε, οι άγγελοι μπρίζουν και ψάχνουν τρόπο να τους γκυρίσουν σπίτι τους». Δεν ήξερα που είχε βρει τέτοιες πληροφορίες ούτε αν αλήθευαν. Όλο αυτό έμοιαζε με ένα από τα ατελείωτα, σαλεμένα όνειρα που έβλεπα τις αποπνιχτικές νύχτες του καλοκαιριού, χωρίς κλιματισμό και με το μισό σώβρακο κατεβασμένο. «Και πώς ακριβώς θα τους επαναφέρουμε στο σπίτι τους; Κι εμένα μου την δίνουν, να σου πω την αλήθεια». Εγώ στα αρχίδια μου για τους δαίμονες αλλά έπρεπε να συμφωνήσω μαζί της μπας κι αλλάξει η γνώμη της για μένα. Με κοίταξε με το φρύδι ανασηκωμένο. Σιγά μην άλλαζε. «Είναι απλό, όπως σου πα. Ήρθα Μύκονο γκια έναν και μόνο λόγκο. Εντώ κάνει ντιακοπές ο Μπελζεμπούλης. Ο γκνωστός. Παίζει πόκερ με τον Ραφαήλ. Όσο κερντίζει, οι νταίμονες μένουν Ελλάντα. Όταν, κι αν χάσει, θα γκυρίσουν όλοι πίσω». Τα πάντα, όπως κι η ζωή, παίζονταν στα χαρτιά. Έρμαια όλοι μας σε ένα παιχνίδι με ντάμες και ρηγάδες. Το μέλλον μας στα χέρια τους. Η κωλάρα της μακριά από τα χέρια μου. Κάτι έπρεπε να κάνω. «Οπότε πρέπει να χάσει ο Βελζεβούλ, σωστά; Και πώς θα γίνει αυτό;» Η Τζορτζίνα όπλισε την καραμπίνα, σημάδεψε το φεγγάρι και πίστευα πραγματικά ότι μπορούσε να το γεμίσει τρύπες. «Έκε μου εμπιστοσύνη, Ηλίας». Της είχα. Το επόμενο βράδυ δώσαμε ραντεβού σε γνωστό κωλάδικο του νησιού, με νέον ξεφτισμένες επιγραφές, πορτιέρης με σταυρό στο δασύτριχο στήθος και στιλέτο στην τσέπη, ξεπλυμένες γκόμενες στην είσοδο. Πήγα να μπω, δε με άφησαν, έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα, με άφησαν. Η Τζορτζίνα ήταν ήδη μέσα και για κακή μου τύχη, πολύ μέσα στον ρόλο της. Χόρευε για τους μαλάκες του μαγαζιού. Άνθρωποι και δαίμονες δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω της. Με είδε, μου έγνεψε να την περιμένω στο μπαρ και συνέχισε το σόου. Κάποια στιγμή, η κίνηση έπεσε και το μάτι μου πήρε μία παρέα δαιμόνων να πηγαίνουν πίσω από μία κουρτίνα, στο βάθος του μαγαζιού. Η Τζορτζίνα, ξαπόστειλε όπως όπως έναν τύπο που τη χούφτωνε, άρπαξε το ποτό της και πήγε πίσω από την κουρτίνα. Εγώ έπρεπε να την ακολουθήσω. Έπρεπε; Για ποιον λόγο να ρισκάρω τη ζωή μου; Για έναν κώλο και μία χυλόπιτα; Μία τραγική συνειδητοποίηση της κατάστασής μου ήρθε και με χτύπησε σαν νταλίκα κι ένα τρέμουλο απλώθηκε στο κορμί μου. Ήθελα να φύγω. Η Τζορτζίνα ας τα έβγαζε πέρα μόνη της, εμένα δε με ένοιαζαν οι δαίμονες, ίσα ίσα δουλειά μου έδιναν. Ήπια το ποτό μου μονοκοπανιά και κίνησα προς την πόρτα. Λίγα βήματα πριν την έξοδο, άκουσα κραυγές, πυροβολισμούς, κι άλλες κραυγές, ένα «Φουλ του άσσου, γαμώ!», κι άλλο πυροβολισμό, μετά «Γκαριόλη, γκύρνα πίσω Κόλαση τώρα!», γύρισα προς την κουρτίνα, είπα να τρέξω, είδα την Τζορτζίνα να βγαίνει αλαφιασμένη, από πίσω της ένας Βελζεβουλ με φωτιές και δίκρανο, γύρισα πλάτη, έτρεξα προς την έξοδο, πήδηξα πάνω από τον πορτιέρη ο οποίος πηδούσε την τύπισσα στην είσοδο, η Τζορτζίνα πίσω μου, το μαγαζί πήρε φωτιά, ήταν πανέμορφη, πανίσχυρη κι ιδρωμένη. «Τι έγινε;» της ούρλιαξα πάνω από τον χαμό. «Άσσος στο μανίκι μου, Ηλίας. Κι ο άσσος νικάει τα πάντα». Κοίταξα πίσω μου, ο Βελζεβούλ έβγαινε από το μαγαζί πετώντας φωτιές παντού, ουρλιάζοντας. Πίσω του ένας τύπος με φτερά, λάθος ένας πελώριος τύπος με φτερά που λαμποκοπούσαν – ο Ραφαήλ; - ο οποίος πλησίασε τον Βελζεβούλ, του έκανε πατ πατ στην πλάτη και μετά με τα δύο του δάχτυλα έδειξε τα μάτια του σε στυλ «ξέρω που μένεις». Τρέξαμε παρέα, τρέξαμε πολύ, τρέξαμε μακριά. Η νύχτα τελείωνε, η μέρα ερχόταν, ο κόσμος ίσως να άλλαζε ίσως κι όχι. Της έπιασα το χέρι, την έφερα κοντά μου, σάστισε αλλά δεν αντέδρασε. «Η κόλαση πάγωσε κι ίσως τώρα ξεπαγώσει. Εγώ όμως θα σε κάνω δικιά μου ο κόσμος να χαλάσει». Και σαν κλασική, Αμερικάνικη ταινία, έπεσαν οι τίτλοι τέλους την ώρα που την φιλούσα παθιασμένα με φόντο την αυγή του ηλίου και το καμένο κωλάδικο. Ή τουλάχιστον μ' αυτήν την εικόνα έμεινα όταν μου έδωσε μία με το κοντάκι της καραμπίνας κι έπεσα ξερός στα βράχια. Ξύπνησα μετά από λίγες ώρες, ζαλισμένος, με κεφάλι καζάνι κι έναν ήλιο ακόμα πιο καζάνι. Είδα κόσμο να βγαίνει πανηγυρίζοντας, «σωθήκαμε, έφυγαν τα δαιμόνια» φώναζαν, άλλοι κατσουφιασμένοι που έχασαν πελάτες, μία Λουκά ντυμένη με ολόσωμο μαγιό ούρλιαζε «σας τα λεγα, αντίχριστοι». Η Τζορτζίνα πουθενά. Τι να κάνεις, τουλάχιστον προσπάθησα. «Μύκονοοοοοςς», φώναξε η χαριτωμένη κοριτσοπαρέα πιο δίπλα και τότε πήρα απόφαση να πάρω το επόμενο καράβι για Πειραιά. Αρκετά με το κωλόνησο. Στο λιμάνι συνάντησα τον ταξιτζή που είχα ρωτήσει όταν είχα πρωτοφτάσει. Με κοίταξε, με αναγνώρισε (γαμώτο) κι έτρεξε καταπάνω μου. «Ψιτ, φιλαράκι! Εσύ δεν έψαχνες εκείνο το ξανθό μωρό; Το είδα να ανεβαίνει στο Blue Star για Αθήνα. Το προλαβαίνεις δεν το προλαβαίνεις». Είμαι από τους τύπους που τους δίνεις ένα παζλ πενήντα κομματιών και το παρατάει στα πέντε. Βαριέμαι εύκολα. Και απογοητεύομαι εύκολα. Αλλά την Τζορτζίνα, έπρεπε να την πηδήξω. Στο Θιβέτ δεν είχε πει ότι θα πήγαινε; Στο Θιβέτ, αδερφές μου, στο Θιβέτ! Νύχτες στη Μύκονο, με τον Βελζεβούλη μαζί.doc
  3. 4 points
    Όνομα Συγγραφέα: MadnJim Είδος: Θα έλεγα κάτι σε σουρεάλ "δυστοπική" μοντέρνα φαντασία με ολίγη από χιούμορ Βία: Όχι Σεξ: Χμ Αριθμός λέξεων: Περίπου 3500 λέξεις κομπλέ με την εισαγωγή. Αυτοτελής: ΝΑΙ! Σχόλια: Για το WriteOff #90 με εισαγωγή της Elgalla. Ελπίζω να περάσετε ωραία. Όταν παγώσει η Κόλαση.pdf
  4. 4 points
    Φίλε Σπύρο, challenge accepted.
  5. 4 points
    Ψήφισα κι εγώ. Τι ψήφισα; Χεχε, ανοίξτε το σπόιλερ και θα καταλάβετε τι, αλλά και γιατί. (μη μασάτε, παλιό γνωστό και καλό ανέκδοτο έχω μέσα στο σπόιλερ)
  6. 4 points
    Να βοηθησω λιγο. Εγω ακομη αναρωτιεμαι γιατι οι σαταναδες δεν πηγαν κατευθειαν απο την κολαση στο ζεστο μερος της γης. Υποψιαστηκα οτι απλα ηθελαν εξαρχης να καταλλαβουν ολο τον κοσμο και ξεκινησαν απο τις βορειες χωρες. (Ως γνωστον οι εξωγηινοι και οι δαιμονες ξεκινουν παντα απο τις ΗΠΑ). Η εισαγωγη ομως μας εθεσε ως βασικο στοιχειο τα οπισθια της Τζωρτζινας και τη χυλοπιτα οποτε δωσαμε βαρος εκει
  7. 4 points
    καλά, θα δω ποιος δε με απειλεί και θα ρίξω τελευταίος
  8. 4 points

    until

    Ξανά, για όποιον δεν το είδε: καλοκαίρι στο σουφουφοχωριό, σημαίνει ΓΡΑΦΟΥΜΕ. Μαζευτείτε, σιγά-σιγά.
  9. 3 points
    Αν ήταν η ζέστη το θέμα θα πήγαιναν απευθείας στον πυρήνα της γης.
  10. 3 points
    Φτιάξαμε και το poll, ψηφίστε μας, σταυρώστε μας, στα χέρια σας σηκώστε μας!
  11. 2 points
    Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος Είδος: Κωμική Βία; Όχι Σεξ; Όπως το πάρει κανείς Αριθμός Λέξεων: 3872 (η εισαγωγή είναι της Elgalla 205 λέξεις) Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: για το Write off 90 Αρχείο: Αμερικάνικο παραμύθι.docx Αμερικάνικο παραμύθι.docx
  12. 2 points
    Σχολίασα κι εγώ, ψήφισα κι εγώ, στην κόλαση θα καούμε (κι αν είναι και παγωμένη, θα κρυώσει ο ποπουδάκος μας)
  13. 2 points
    Ψηφισα δυσκολευτικα να αποφασισω.(και ειχα μονο δυο επιλογες). Η Τζωρτζινα Ραμπο μου εκλεψε την καρδια
  14. 2 points
    Ναι, σωστά. Αλλά είναι μία τεχνική για έναν συγγραφέα όταν δεν μπορεί να ασχοληθεί με ένα πρόβλημα, όταν δεν έχει το χρόνο, ή τη διάθεση, ή τις γνώσεις για να το κάνει, απλώς να αναφέρει την ύπαρξή του. Να δείχνει στον αναγνώστη ότι το έχει υπόψη του. Ας πούμε: Κανείς δεν ήξερε γιατί τούτα τα δαιμόνια δεν προτίμησαν ένα ακόμη πιο ζεστό μέρος. Ας πούμε την Αιθιοπία. Ας πούμε τη Φλόριδα. Ας πούμε τον γαμημένο τον πυρήνα της γης. Ακόμη μια πρωτιά για την πατρίδα μας, αδέλφια. Ένα τέτοιο πετάς, έτσι, σαν σκέψη να περνάει από το μυαλό του ήρωα, και καθάρισες. Πώ ρε φίλε πάλι μάθημα κάνω. Πάω να φτιάξω την επόμενη άσκηση μου φαίνεται!
  15. 2 points
    Εννοώ οτι δεν παίζει να με δεις ποτέ σε κάνα πράιντ όπως αυτό που έγινε τις προάλλες (αισθάνομαι γενικότερα άβολα με όλο το κόσμο οπότε ας μην το πάρει κανείς τοις μετρητοίς )
  16. 2 points
    Ψήφισα κι εγώ, θα γράψω σχόλια με την πρώτη ευκαιρία.
  17. 2 points
    Αναφέρω και εδώ όπως το ανέφερα και στα σχόλια ενός από τους συμμετέχοντες: δεν υπάρχει βέβαια στον πρόλογο, αλλά και κανείς στις ιστορίες του δεν σκέφτηκε την παράμετρο ότι οι δαίμονες μπορεί να πήγαιναν κατά Αφρική μεριά, για ακόμη περισσότερη ζέστη. Δεν το σκέφτηκαν αυτό οι δαίμονες; Δεν μπορούσαν λόγω ξερω 'γω συγκεκριμένων συνθηκών; Γούσταραν summer in Greece ποιος τη χάρη μας; Όπως και να έχει, αυτά είναι απλώς τροφή για σκέψη. Συγχαρητήρια σε όλους σας, παιδιά!
  18. 2 points
    LGBT (lesbian, gay, bisexual, transgender σημαίνει το ακρωνύμιο, ΛΟΑΤ στα ελληνικά).
  19. 2 points
    επειδή κάποιος χρήστης δεν μπόρεσε να το ανοίξει το δίνω στο spoiler ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
  20. 2 points
    @domaze καλώς όρισες! Τα σχόλια μόνο καλό μπορούν να κάνουν και σε ευχαριστούμε που προτίθεσαι να διαθέσεις το χρόνο σου! Εξάλλου το νόημα είναι να ανεβαίνουν ιστορίες, να διαβάζονται και να σχολιάζονται. (Για αυτό υπάρχει η κοινότητα μεταξύ άλλων!)
  21. 2 points
    Όνομα Συγγραφέα: Αταλάντη Ευριπίδου Είδος: φαντασία Βία; όχι καλέ Σεξ; το λες και σεξ Αριθμός Λέξεων: 827 Αυτοτελής: ναι, αν και μπορεί να μεγαλώσει κάποια στιγμή Σχόλια: φλασάκι που γράφτηκε για τις συγγραφικές ασκήσεις Κάτω απ’ τις ανθισμένες δαμασκηνιές, το χιόνι λάμπει μαλακό κι αφράτο, απάτητο από πόδια ανθρώπινα ή θεϊκά. Στην άλλη όχθη του ποταμού, οι εποχές μένουν αιώνια παγωμένες κάπου ανάμεσα στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Ο Σινμπάο ζηλεύει το χιόνι που χαϊδεύει τα πέλματα της αγάπης του. Ζηλεύει και τις δαμασκηνιές που τη σκιάζουν και που προσφέρουν στήριγμα στους τρυφερούς της ώμους. Φθονεί τα ανθάκια που ποθούν την ιερή της όψη και πέφτουν απ’ τα κλαδιά μόνο και μόνο για μια ευκαιρία να στολίσουν τα μαλλιά της. Και τι δεν θα ’δινε να ήταν στη θέση τους. Μα τους χωρίζουν τα νερά κι οι εποχές και τ’ άστρα. Στη δική του μεριά έχει καλοκαιριάσει. Το κοπάδι του βόσκει λίγο πιο πέρα· τα ζώα έχουν ήρεμη ιδιοσυγκρασία, σπάνια του προκαλούν προβλήματα. Βγάζει τον αυλό του και, με το βλέμμα κολλημένο απέναντι, αρχίζει να παίζει. Δεν αργεί να εμφανιστεί. Είναι ντυμένη στα γαλάζια κι από τα βλέφαρά της κρέμονται κρύσταλλοι. Μαύρα μαλλιά στραφταλίζουν σ’ έναν ήλιο που στη μια όχθη είναι θολός και ψυχρός και στην άλλη ζεστός και καθάριος. Το πάλλευκο δέρμα της είναι καμωμένο από χιλιάδες χιονονιφάδες, είναι ολάκερη μαλακό κρύσταλλο, ανθρώπινη κι απάνθρωπη ταυτόχρονα. Τα χείλη της μοιάζουν κυανά λουλούδια, τα μάτια της, μαύρα κι αυτά, έχουν το χρώμα του χειμώνα, το χρώμα του νερού. Στην παγωνιά, η ανάσα της αχνίζει γαλάζια. Τιανλάν, ζωή μου, τραγουδάει ο αυλός. Τιανλάν, κυανό μου σύννεφο. Κάποτε τον έλεγαν απλώς Μπάο, αυτός που ανθίζει. Ήταν υπάκουος γιος, το καμάρι των γονιών του. Το μέλλον του ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο, μα θα το δεχόταν στωικά και μ’ ευγνωμοσύνη, γιατί έτσι είχε μάθει. Μέχρι τη μέρα που η Τιανλάν κατέβηκε απ’ τον ουρανό, απ’ το παλάτι της πέρα απ’ τα αστέρια. Ο Μπάο την πόθησε με το που την είδε γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Ήταν ένας βοσκός, ένα σκληρό, ζεστό κορμί που λίγα χρόνια θα μετρούσε. Κι αυτή ήταν χιόνι και δροσοσταλιά, είχε δει τον κόσμο να γεννιέται κι είχε βαδίσει στο Ταό για περισσότερο καιρό απ’ όσον υπήρχαν άνθρωποι κι ανάσαιναν. Και τον ευλόγησε με το στόμα της και με τα δάχτυλά της και μ’ όλη τη γλύκα του ουρανού, εκείνη που έσταζε ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Μα ποιος θνητός αξίζει να αγαπήσει την κόρη του Πράσινου Δράκου; Κανείς, πόσο μάλλον ο ταπεινός Μπάο. Ο Δράκος έριξε το ποτάμι ανάμεσά τους. Τα νερά και τις εποχές και τ’ άστρα. Κι εκείνος, από Μπάο έγινε Σινμπάο, αυτός που ανθίζει χίλιες φορές, γιατί χίλιες φορές την είχε γυρέψει στις όχθες που τους χώριζαν και χίλιες φορές θα τη γύρευε ακόμα, ως να σωθούν τα χρόνια του όλα. Τιανλάν, δροσιά στα στήθια μου, Τιανλάν, μέλι της πλάσης, ψέλνει ο αυλός και τα γαλάζια χείλη ανθίζουν για χάρη του, μόνο για χάρη του. Ένα-ένα, τα υφάσματα που ντύνουν τη μορφή της γλιστράνε, πέφτουν απ’ τους κομψούς της ώμους σαν ψιχάλα. Η θέα του γυμνού κορμιού της τον ζαλίζει, μα καταφέρνει να μη χάσει ούτε μια νότα. Κάτω απ’ τα μικρά της πόδια, το χιόνι παραμένει αφράτο, παραμένει απάτητο. Ξαπλώνει στην όχθη, προσέχοντας να μην αγγίξει τα νερά ανάμεσά τους. Τον κοιτάει με μάτια υγρά κι ένα λαχάνιασμα γαλάζιο φεύγει απ’ το στόμα κι απ’ τα ρουθούνια της. Όταν τους χώρισε το ποτάμι γέλασαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να κοροϊδέψουν τον Δράκο, πως η αγάπη τους ήταν πιο δυνατή από εκείνον που είχε γεννηθεί μαζί με το Ταό και που το είχε μπουσουλήσει πριν το περπατήσει. Κι αν τους χωρίζαν τα νερά, τι μ’ αυτό, θα σμίγαν στα νερά. Μα το ποτάμι ήταν λάβα ζεματιστή για την Τιανλάν και παγερός χειμώνας για τον Σινμπάο και κανείς απ’ τους δύο δεν μπορούσε να φτάσει τον άλλο και να ζήσει. Τον κοιτάει κι αγγίζει τα μικρά της στήθη, γλιστράει δάχτυλα μέσα της κι αγκομαχάει από ηδονή. Δεν αρκεί, δεν αρκεί, ακούει την απεγνωσμένη της φωνή μες στο μυαλό του. Σε χρειάζομαι. Ούτε να μιλήσουν δεν μπορούν, τα λόγια τους χάνονται μες στη βουή των υδάτων. Κι ο Σινμπάο κάνει το μόνο που μπορεί, το μόνο που κάνει πάντα. Της πετάει τον αυλό του. Χίλιους αυλούς έχει πετάξει και θα πετάξει άλλους χίλιους, ως να σωθούν οι ανάσες του όλες και πια να μη μπορεί να παίξει. Εκείνη τον πιάνει, βρίσκει τη μεριά που άγγιζαν τα χείλη του και τη σπρώχνει μέσα της. Αυτός λύνει το παντελόνι του και χαϊδεύεται, όλο του το κορμί πονάει από ανάγκη για την Τιανλάν του, ψελλίζει τ’ όνομά της, μα είναι λίγο, είναι τίποτα για κάποιον που έχει γευτεί τα πάντα. Κοιτιούνται στα μάτια, ψιθυρίζουν λόγια που δεν ακούγονται, τρέμουν και φλέγονται και σκάνε ταυτόχρονα, σαν τα πυροτεχνήματα που στολίζουν τους ουρανούς στην απαρχή κάθε καινούριου χρόνου. Μα το ποτάμι κυλάει ακόμη ανάμεσά τους κι ο Δράκος είναι ακόμη πιο δυνατός απ’ την αγάπη κι οι άνθρωποι είναι ακόμη ανάξιοι για τις θεές. Μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν στις όχθες κι ο Σινμπάο θα παίξει τον αυλό του κι η Τιανλάν θα λύσει τις ρόμπες της.
  22. 1 point
    O Paul Halter είναι Γάλλος συγγραφέας γεννημένος το 1956. Είναι ένας από τους λίγους σύγχρονους συγγραφείς στην Ευρώπη που ασχολείται πια με το κλασικό αστυνομικό ή honkaku όπως το λένε οι Ιάπωνες μαστορες του είδους. Έχει γράψει πάμπολλα βιβλία και όλα τους πραγματεύονται απίστευτα περιστατικά π.χ φόνους σε κλειδωμένα δωμάτια, περίεργες εξαφανίσεις και άλλα τέτοια. Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να μεταφράζονται τα βιβλία του στα Αγγλικά με πρωτοβουλία John Pugmire(LockedRoomInternational) ενώ το Φθινόπωρο ο Halter έκανε την εμφάνιση του και στην Ελλάδα με την 'Τέταρτη Πόρτα' από τις εκδόσεις Διόπτρα. Δίσταζα να τον ξεκινήσω γιατί έχω ακούσει ότι είναι λίγο άνισος σαν συγγραφέας, αλλά μιας και έχω ξεμείνει από ιστορίες αυτού του είδους, σκέφτηκα pourquoi pas και παρήγγειλα ένα από τα βιβλία του που μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Πρόκειται για το Picture From The Past Η υπόθεση εξελίσσεται σε δύο διαφορετικές περιόδους. Η μία είναι στο τώρα(όπου τώρα εννοούμε το ...1959) και η άλλη είναι πιο παλιά αν και δεν κατάφερα να προσδιορίσω το πόσο ακριβώς(δεν πετάει ακριβώς χρονολογία αλλά ανφορά σε περιόδους -καθότι διαδραματίζονται στην Αγγλία οπότε έχει περιόδους κτλπ). Στην τώρα, ο πρωταγωνιστής βλέπει μία περίεργη φωτογραφία σ'ένα εξώφυλλο η οποία του τραβάει την προσοχή Μαγνητίζεται θα έλεγε κανείς και προσπαθεί να ανακαλύψει το γιατί. Λίγο κουλό αλλά δουλεύει Παράλληλα στο παρασκήνιο κυκλοφοράει ελεύθερος κι ένας ψυχοπαθής δολοφόνος ο οποίος κάνει acid bath στα θύματα του. Κάπου στα μισά της ιστορίας ο φίλος μας εξαφανίζεται μυστηριωδώς! Στο παρελθόν, προσπαθούμε να βρούμε ποιος δολοφόνησε ένα μέντιουμ, ο οποίος είχε προβλέψει πριν δύο χρόνια τον θάνατο μίας γυναίκας. Το παράδοξο είναι ότι ο φίλος μας βρέθηκε νεκρός μέσα στο μαγαζί του και ο ταχυδρόμος που ανακάλυψε το πτώμα χρειάστηκε να σπάσει το τζαμάκι για να μπει. Δύο εγκλήματα στην τιμή του ενός. Ναι, αν και η έμφαση δεν είναι τόσο στα εγκλήματα αυτά καθ' αυτά. Τα κόλπα που χρησιμοποιήθηκαν είναι λίγο πολύ γνωστά και είναι απλώς για να δώσουν έναν πιο ωραίο τόνο στην ιστορία. Η όλη έμφαση έχει δωθεί στο πώς ενώνονται οι δύο πλοκές μεταξύ τους και μπορώ να πω ότι αν και ίσως αποθαρρύνει μερικούς για εμένα δούλεψε ίσως κι επειδή κατάλαβα πώς θα γινόταν το δέσιμο. Συνολικά, πρέπει να πω ότι πέρασα εξαιρετικά με το βιβλίο. Έχω χάσει -είναι η αλήθεια- την όρεξη μου για διάβασμα, αλλά αυτό το διάβασα μονορούφι, καθότι ήταν και μικρό(μόλις 180 σελίδες). Δεν ξέρω πώς είναι τα υπόλοιπα του Halter αλλά αυτό εδώ ήταν πολύ καλό. Καλή ροή(αν και μερικά μικροκεφαλαιάκια δεν προσφέρουν τίποτα και θα μπορούσε π.χ να 'ναι 10-15 σελίδες μικρότρρο και μπορεί οι χαρακτήρες να μην εξελίσσονται ιδιαίτερα, αλλά ήταν ενδιαφέρον να διαβάσεις ένα κλασικό αστυνομικό με μία πιο μοντέρνα γραφή. Θα ξαναδιαβάσω σίγουρα Halter( ήδη αύριο νομίζω θα παραγγείλω κάποιο άλλο. παρήγγειλα ήδη το Seventh Hypothesis) 9/10 με μεγάλη ευκολία!
  23. 1 point
    Ειρήνη, εγώ το σκέφτηκα, σου απάντησα μάλιστα στο τόπικ της ιστορίας μου περί του θέματος. Ανυπομονώ για την επόμενη ΣΑ.
  24. 1 point
    οι συμμετέχοντες ψηφίζουμε;;; είμαστε τρεις οι αντίπαλοι
  25. 1 point
    Γεια σου Χρήστο, Κώστας εδώ! Είδα φως (θέμα για αγγλισμούς) και μπήκα, αλλά καθυστέρησα να απαντήσω και βλέπω ότι ήδη τα παιδιά σού απάντησαν εξαιρετικά ως τώρα. Για να αφήσω κι εγώ τα δυο σεντς μου (πώς είπατε;), η γλώσσα, όπως λέτε κι εσείς, είναι ζωντανός οργανισμός και είναι πολύ λογικό να έχουμε τέτοια φαινόμενα, ειδικά σε εποχές τόσο έντονης παγκοσμιοποίησης, δικτύωσης, αλλά και μετακινήσεων πληθυσμών. Τώρα όσοι γράφουν/ουμε/ετε κιόλας, είναι πολύ λογικό να έχουμε/ετε/ουν και κάποιο ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με τη γλώσσα, αλλά και την καθαρότητα και την καταλληλότητα της ιδιολέκτου που χρησιμοποιούν. Σε αυτό το τελευταίο αποδίδω και την ευαισθησία των πιο τυπικών με τη γλώσσα απέναντι σε μεταφρασμένες ξένες, αδόκιμες εκφράσεις, αλλά και τη δική σου ευαισθησία στην κριτική που εκφράστηκε με άγχος και (ίσως) επιθετικότητα. Αλλά –να σου πω ένα μυστικό που νομίζω θα σε καθησυχάσει;– νομίζω ότι όλοι έχουμε δει χιλιάδες ώρες αγγλόφωνων σειρών και έχουμε διαβάσει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες στα εγγλέζικα, κι όλοι έχουμε διαπράξει και συνεχίζουμε να διαπράττουμε το συγκεκριμένο ατόπημα, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο συχνά. Και η γνώμη μου ότι οι αγγλισμοί είναι πολύ συχνό φαινόμενο στους νέους συγγραφείς sf&f λογοτεχνίας γιατί οι εμπνεύσεις και τα ινδάλματα και τα πρότυπα είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία από εκεί. Βέβαια ακόμα πιο ενδιαφέρον και χρήσιμο είναι να δει ο καθένας, όταν λαμβάνει τέτοια κριτική, γιατί του συμβαίνει και γενικά και συγκεκριμένα. Για τη γενική αιτία, αξίζει να σκεφτούμε: Είναι η υπερβολική έκθεση στην άλλη γλώσσα; Είναι πρόβλημα στο να κάνουμε εναλλαγή στο μυαλό μας από τον ένα τρόπο σκέψης στον άλλο; Είναι μήπως η άρνηση να διορθώσουμε το κείμενό μας σε επόμενο προσχέδιο/ντραφτ [α) επειδή είμαστε τόσο γαμάτοι, β) επειδή βαριόμαστε, γ) όλα τα παραπάνω] και ξεμένουν οι αγγλισμοί; Η συμβουλή μου είναι να αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τα πάντα. Διάβαζε πολλά ελληνικά βιβλία (αλλά και άρθρα, και ό,τι άλλο πέφτει στα χέρια σου), γράψε πολύ, και να αμφιβάλλεις συνεχώς: και για ό,τι γράφεις και για ό,τι διαβάζεις. Πάρε μια συνδρομή 5 ευρώ/χρόνο στο lexigram, μάθε σύνθετη αναζήτηση στο Google και χρησιμοποίησέ το ως corpus (σώμα κειμένων) για να τσεκάρεις αν μια φράση μέσα σε εισαγωγικά για το αν είναι δόκιμη, εφάρμοζε κριτική ματιά στα αποτελέσματα που σου δίνει, (π.χ. όταν βλέπεις ότι το "παίρνει δυο για να τανγκώ" το χρησιμοποιεί μόνο μια δεκαεξάχρονη μπλόγκερ που έχει διαβάσει μόνο το Twilight, καλό θα ήταν να μην το χρησιμοποιήσεις), γράφε πολλαπλά προσχέδια στα κείμενά σου, σβήνε τα περιττά, κάνε τις ξένες φωνές να σωπάσουν ή κάνε τις δικές σου με τρόπο ελληνικό, μην αρκείσαι στη δική σου κατανόηση αυτών που γράφεις, έχε beta readers από διαφορετικούς χώρους (αν γίνεται) για να δεις αν καταλαβαίνουν κι αυτοί [κι αυτό θα σου βγάζει μια ασφαλέστερη στατιστική για το αν το κοινό σου είναι έτοιμο να δεχτεί έναν νεολογισμό ή ένα γλωσσικό δάνειο, που αναπόφευκτα θα προκύψει στον ζωντανό οργανισμό της γλώσσας], και άνοιγε το μυαλό σου στην κριτική, γιατί στο ντάουν-ντάουν της γραφής, όλοι είμαστε εργάτες και μαθητές της γλώσσας, κι όσο τη μαθαίνουμε τόσο καταλαβαίνουμε πόσα δεν ξέρουμε, κι όποιος σου πει το αντίθετο, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και άλλου είδους προβλήματα. Καλή συνέχεια και συνέχισε να διαβάζεις, να γράφεις και να ψάχνεις! Σημειωσούλες: 1) στη δική μου έρευνα προκύπτει το "αγγλισμός" με μικρό, φυσικά, κι όχι με κεφαλαίο 2) προέρχεται από το γαλλικό anglicisme 3) θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμα και το "κότες" που χρησιμοποίησες στο αρχικό post είναι αγγλισμός, αλλά σε επίπεδο χρήσης γλώσσας (register), γιατί στα αμερικανικά αγγλικά είναι αρκετά πιο αθώο και κοινό, ενώ σε εμάς είναι λίγο πιο επιθετικό, εξού και το "ίσως" σε παρένθεση πριν την "επιθετικότητα" που σου χρέωσα. Με κάθε επιφύλαξη το συγκεκριμένο, βέβαια. Αν έγραφες "κοτεύουν έξω" θα ήμουν πιο σίγουρος 4) στην προσπάθεια εξάλειψης των αγγλισμών, μη φοβάσαι τις περιφράσεις: για παράδειγμα, σε αυτό το τρομερό debate του rolled his eyes, δε θα φοβόμουν το "γύρισε τα μάτια του προς το ταβάνι σε/με μια έκφραση απόγνωσης", αλλά κι αυτό ίσως είναι περίεργο για κάποιους. Το φάρμακο όμως (όπως σου είπαν και παραπάνω) είναι να μην αντιγράφεις σκηνές κατευθείαν από αγγλόφωνες σειρές και βιβλία και να σκέφτεσαι και να γράφεις ελληνικά.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..