Είδος: Επιστημονική Φαντασία
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 840
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Μια ιστορία που μου ήρθε στα γρήγορα και την έκανα λέξεις επίσης στα γρήγορα...
Η όρασή μου ξεθόλωσε σιγά σιγά. Άρχισα να συλλέγω εικόνες από τον χώρο μπροστά μου. Όλα τόσο γνώριμα, τόσο οικεία, κι όμως δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα απ’ όλα εκείνα. Μια αίσθηση πως όλα εκείνα μου ανήκαν τρεμόπαιζε μέσα μου προσπαθώντας να αναγνωρίσει το σωστό και το λάθος. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ. Δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Οι σκέψεις μου, οι μνήμες μου, σα να έπαιζαν ένα περίεργο παιχνίδι μαζί μου και δεν με άφηναν να προσδιορίσω αυτά που ήθελα. Προσπάθησα να φοβηθώ. Ήταν αδύνατο. Μόλις είχα συνέλθει από μια κατάσταση της οποίας ουδεμία επίγνωση είχα και δεν ήμουν ικανός να νιώσω τίποτα γι’ αυτό. Ούτε καν περιέργεια. Κι επιπλέον, μια λανθάνουσα αμνησία με διακατείχε. Τι στο καλό μου συνέβαινε;
Καθόμουν σ’ ένα γραφείο. Απέναντί μου βρισκόταν μια άδεια καρέκλα. Περίμενα κάποιον; Ήταν κάποιος εκεί και πήγε να φέρει βοήθεια όταν είδε τι έπαθα; Ήταν κάποιος εκεί και μου προξένησε αυτό απ’ το οποίο μόλις ξύπνησα; Οι πιθανότητες έμοιαζαν ατελείωτες κι ερχόταν αγόγγυστα η μια πίσω απ’ την άλλη μες στο μυαλό μου. Σα να βρισκόμουν σε έναν διανοητικό οίστρο, ο οποίος αναδύθηκε από μέσα μου μόλις ήρθα στα συγκαλά μου. Αυτός ο κάποιος θα επέστρεφε για να μου κάνει περισσότερα; Καμία ανησυχία, ούτε κρύο ούτε ζέστη.
Στην δεξιά γωνία του δωματίου, όπου βρισκόμουν, υπήρχε ένα μονό κρεβάτι. Ήταν τόσο στενό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και «μισό» αντί για μονό. Για έναν παράξενο λόγο αναρωτήθηκα, αν αυτό που μόλις είχα σκεφτεί ήταν αστείο. Τα σκεπάσματα ήταν ανάκατα πεταμένα πάνω του και το μαξιλάρι είχε πέσει στο πάτωμα. Γύρω από το κρεβάτι λευκοί λερωμένοι τοίχοι. Ούτε ίχνος διακόσμησης. Αριστερά από το κρεβάτι ήταν η ξύλινη πόρτα του δωματίου. Ήταν κλειστή. Κλειστό. Ανοιχτό. Περίεργη σκέψη.
Από την άλλη μεριά της πόρτας βρισκόταν μια αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Η μεθοδικότητα με την οποία είχε γίνει η τοποθέτηση των βιβλίων ήταν, κατά κάποιον τρόπο, αλγοριθμική. Σε κάθε ράφι, οι ράχες των βιβλίων, είχαν την ίδια απόχρωση και η σειρά με την οποία ήταν αραδιασμένα ήταν από το πιο χοντρό προς το πιο ψιλό. Παράξενο, αλλά και για κάποιον λόγο αρμόζον. Προσπάθησα να εστιάσω την όρασή μου ώστε να διαβάσω τους τίτλους των βιβλίων αλλά θόλωνε αμέσως. Ίσως ήταν λίγο νωρίς ακόμα. Ίσως έπρεπε να περιμένω να συνέλθω λίγο περισσότερο.
Δίπλα ακριβώς στην βιβλιοθήκη υπήρχε ένας μεγάλος άσπρος πίνακας στηριγμένος σε τρίποδα. Πυκνές αράδες μαύρου μαρκαδόρου ήταν κακογραμμένες πάνω του. Σύμβολα, σταθερές, μεταβλητές, αριθμοί, όρια, ολοκληρώματα συνδεδεμένα σε κυκεώνες εξισώσεων και συστημάτων. Υπολογισμοί και επαληθεύσεις. Κυκλωμένο αποτέλεσμα. Ορθό. Άτοπο.
Είδα κάτι να κινείται στα αριστερά μου. Ήταν γρήγορο, ξαφνικό, και η θολωμένη μου όραση δεν βοηθούσε. Ευτυχώς καθάρισε γρήγορα. Ήταν ένας άντρας. Ήρθε και κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου. Κύματα μνήμης άρχισαν να με διατρέχουν. Μου ήταν γνωστός. Νέος στην ηλικία, αλλά το πρόσωπό του αρκετά κουρασμένο, σα να του λείπανε μέρες ύπνου. Τα μαύρα μαλλιά του μπερδεμένα και λιγδωμένα. Στα μάτια φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιών με χοντρό μαύρο σκελετό. Με κοίταξε και χαμογέλασε σα να με ήξερε από καιρό. Του ήμουν γνωστός.
«Γεια σου», μου είπε ο νεαρός άντρας.
«Γεια και σε σένα», αποκρίθηκα. Νέα κύματα μνήμης στο άκουσμα της φωνής μου. Δεν θα έπρεπε να αναγνωρίζω την φωνή μου; Την αναγνώριζα; Ναι. Όχι.
«Σου θυμίζει κάτι αυτό το δωμάτιο;», με ρώτησε ο άντρας.
«Έχει κάτι απροσδιόριστα οικείο, αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό.», η απάντηση βγήκε αυθόρμητα από μέσα μου.
«Ξέρεις ποιο είναι το όνομά σου;». Προς τι όλες αυτές οι ερωτήσεις; Ερώτηση. Απάντηση.
Κι όμως, αυτή η ερώτηση φάνηκε πως ανασυγκρότησε κάπως την μνήμη μου. Όνομα. Κάπως έπρεπε να με λένε. Το βρήκα και του το είπα.
«Ναι, αυτό είναι το όνομά σου», μου είπε και χαμογέλασε και μετά απλά έκατσε εκεί και με κοίταζε. Πέρασε ένα λεπτό και είκοσι-δύο δευτερόλεπτα.
«Αυτά εκεί τα έγραψες εσύ;», τον ρώτησα κοιτάζοντας τον πίνακα.
«Ναι, είναι δικά μου», απάντησε και φάνηκε υπερήφανος γι’ αυτό.
«Φαίνονται σωστά», του είπα.
«Μάλλον είναι», είπε και χαμογέλασε. Και μετά πάλι σιώπησε.
Πέρασαν δυο λεπτά και σαράντα-τρία δευτερόλεπτα.
«Με ξέρεις;», τον ρώτησα.
«Σε ξέρω», μου απάντησε.
«Ποιος είμαι;»
«Είσαι εγώ». Τρεμόπαιγμα μνήμης. Αλήθεια. Ψέμα.
«Τι εννοείς;»
Άπλωσε το χέρι του προς τα μάτια μου και σε λίγο η όρασή μου άρχισε να ταλαντεύεται. Τον κοίταζα σχεδόν καταπρόσωπο όταν το οπτικό μου πεδίο στράφηκε προς την απέναντι κατεύθυνση. Κολλημένο στον τοίχο υπήρχε ένα τεράστιο γραφείο. Πάνω στο γραφείο βρισκόταν πέντε υπολογιστές, με τα λαμπάκια τους να αναβοσβήνουν σαν τρελά από την υπερλειτουργία. Δεκάδες καλώδια συνέδεαν τους υπολογιστές με router και με σκληρούς δίσκους σχηματίζοντας ένα δαιδαλώδες τοπικό δίκτυο. Ανάμεσα στους υπολογιστές βρισκόταν μια οθόνη. Η όρασή μου πλησίασε προς τα εκεί. Στην πάνω δεξιά πλευρά της οθόνης υπήρχε ένα παράθυρο που έδειχνε την οθόνη ενός υπολογιστή που είχε ένα παράθυρο στην πάνω δεξιά γωνία, που έδειχνε την οθόνη ενός υπολογιστή που είχε ένα παράθυρο στην πάνω δεξιά γωνία… επ’ άπειρον. Δίπλα από εκείνο το παράθυρο υπήρχε ένας κειμενογράφος του οποίου οι αράδες ανανεώνονταν συνεχώς. Έγραφε αυτά ακριβώς που σκεφτόμουν…
Έγραφε αυτά ακριβώς που διάβαζα…
…αυτά ακριβώς που σκεφτόμουν…
…που διάβαζα…
…που σκεφτόμουν…
…διάβαζα…
…σκεφτόμουν...
…διάβαζα…
…σκεφτόμουν…
Debugging Error #777
Κυκλικός Έλεγχος Πλεονασμού.
This post has been edited by Mesmer: 17 March 2010 - 02:38


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote






