Jump to content
Sign in to follow this  
wordsmith

6oς Flash Fiction Live!

(Μετράνε μόνο οι επώνυμες ψήφοι)  

21 members have voted

  1. 1. Ψηφίστε

    • Cassandra Gotha - Η Μαρμαρένια Σάλα
    • Dagoncult - Η πόλη
    • DinMcXanthi - Forget-me-not
    • DinoHajiyorgi - Πληγωμένη Καρδιά
    • Eroviana - Άτιτλο
      0
    • Lady Nina - Ματωμένα Ρόδα
      0
    • Naroualis - Πληγή
      0
    • Nienor - Η πληγή του χρόνου
      0
    • Nihilio - Άτιτλο
    • Rixardogios - Άτιτλο
      0
    • TheTregorian - Το δέντρο της ψυχής
      0
    • Waylander - Θανάσιμες πληγές
      0


Recommended Posts

wordsmith

Έφτασε η ώρα, κυρίες και κύριοι συμφορουμίτες, για το 6ο Flash Fiction Live! Πάρτε θέση μπροστά στα πληκτρολόγια, ο κος Χατζηγιώργης να ανοίξει τον Λεονάιντας του και...

 

Το θέμα που έδωσε ο Northerain είναι:

 

Πληγή

 

Πληγές σωματικές ή ψυχικές, πληγές από συμπεριφορές ή από λόγχες, οι εφτά πληγές του φαραώ, πληγές που δεν κλείνουν και ζητάνε εκδίκηση, πληγές με περίεργες θεραπείες, πιο ανατριχιαστικές από τις ίδιες τις πληγές... Όλοι έχουμε κάποτε πληγωθεί και πληγώσει...

 

Έχετε μιάμιση ώρα.

Edited by Nihilio

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Μόλις τέλειωσα. Έχει μια μικρή δόση sff το κείμενο, αλλά αυτό το μη-ρεαλιστικό κομμάτι ήταν και η βασική εικόνα που είχα στο μυαλό μου πριν ξεκινήσω. Βγήκε με αρκετό πόνο το κείμενο, μπορώ να πω. Το διορθώνω και το ανεβάζω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Η ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΣΑΛΑ

 

 

 

Πέρασαν τρία χρόνια που η Κζιράτ μπήκε στη σάλα του χορού. Το φως την συγκλόνισε, ήταν το μεγαλύτερο και συναρπαστικότερο φως που την είχε τυφλώσει ποτέ. Χιλιάδες χρώματα που χόρευαν γύρω της και ξεχείλιζαν από κάθε λάμπα, κερί, μαγικό άστρο που αιωρούταν κάτω από την ολόλευκη οροφή.

 

Και η μουσική, ω τι θαύμα, τι τρέλα, τι μέθη που την φίλαγε, την χάιδευε μαυλιστηκά και της γαργαλούσε τα πόδια να συρθούν, να γυρίσουν, να πηδήσουν πάνω στο μαρμαρένιο πάτωμα. .

 

 

 

Και άρχισε να χορεύει. Κανέναν δεν κοίταξε, σε κανέναν δεν μίλησε, ούτε αντάλλαξε άγγιγμα. Ήταν μόνη της, αυτή και άλλοι εκατό, χίλιοι, δυο χιλιάδες άνθρωποι εκεί, παγιδευμένοι στη σάλα του χορού, ξεγελασμένοι από τη μυρωμένη νύχτα, την Πρώτη Νύχτα του χειμώνα. Όλοι το ήξεραν, είχαν ακούσει θρύλους για τη Θεά του Πάγου, που έκλεβε ψυχές, τις έφερνε στο παλάτι μέσα στο δάσος και την διασκέδαζαν με το χορό τους.

 

 

 

Πέρασε μέρες, και η Κζιράτ χόρευε για τη βασίλισσα, και αναπαμό δεν είχε. Ούτε στιγμή δεν άφησε το σώμα της ακίνητο, ούτε στιγμή δεν ένιωσε πως ήθελε να παύσει. Μόνο συνέχιζε, αργά και μεθυστικά, να λικνίζεται στο τραγούδι. Ποιο ήταν εκείνο το τραγούδι, δεν καταλάβαινε. Ούτε αν ήταν ένα, ή πολλά που άλλαζαν κάθε λίγο. Ξεχνούσε. Κάθε στιγμή της φαινόταν πως είχε μόλις αρχίσει.

 

 

 

Ο πόνος δεν άργησε πολύ να τρυπήσει τα κουρασμένα πόδια της. Πρώτα της έγλυψε τα πέλματα, σαγηνευτικά, ερωτικά σχεδόν, σαν δυο φλογίτσες που τη ζέσταιναν. Μετά σκλήρυνε όμως, της φέρθηκε άσχημα, ήθελε να τη φοβίσει. Την κέντριζε με τις καυτές βελόνες του, και μόνο τότε η κοπέλα που χόρευε σκέφτηκε πως ήθελε να σταθεί. Δεν μπορούσε όμως. Συνέχισε να στριφογυρίζει, και σε κάθε βήμα, τα πόδια της αποκτούσαν και άλλη μια φουσκάλα, ένα ακόμη γδάρσιμο. Σε λίγο η καημένη η Κζιράτ δεν μπορούσε να χορεύει δίχως να κλαίει.

 

 

 

Κι έγινε ο χορός της θρήνος, κι έγινε η χαρά της θλίψη.

 

 

 

Τα πόδια της μάτωναν. Τα είχε κοιτάξει με μια λύπηση, σαν να τους έκανε εκείνη το κακό, και μάλλον εκείνη το ‘κανε, δεν μπορούσε να αποφασίσει. Και όταν κοίταξε, είδε το αίμα της να τρέχει μέσα απ’ τα χρυσά γοβάκια της και να βάφει το άσπρο μάρμαρο της σάλας. Τότε κοίταξε για πρώτη φορά τριγύρω. Τότε τους είδε για πρώτη φορά. Τους άλλους. Τους άλλους χορευτές και χορεύτριες, που γέμιζαν την αίθουσα, και πρόσεξε πως την έβλεπαν κι εκείνοι. Τα πόδια τους κόκκινα, γλιστρούσαν πάνω στα αίματα, μα συνέχιζαν τα βήματα με τη μουσική που τώρα ακουγότανε σαν πένθιμο εμβατήριο. Ποτέ πριν δεν το είχε προσέξει.

 

 

 

Είχαν περάσει τρία χρόνια που η Κζιράτ χόρευε για τη βασίλισσα. Είχαν περάσει κι άλλα χρόνια, που όλοι εκείνοι οι χορευτές μάτωναν γι’ αυτήν. Αλλά δεν την είχαν δει ακόμα. Μέσα στα κλάματα και τον πένθιμο ήχο της μουσικής, η κοπέλα με τα χρυσά γοβάκια που πια μόνο κόκκινα είχαν μείνει, σκέφτηκε πως κάπου θα ήταν κι η βασίλισσα. Προχώρησε λοιπόν, στριφογυρνώντας, και έψαξε μέσα στο πλήθος. Οι πληγές στα πόδια της έκαιγαν πιο πολύ κι από πυρωμένα σίδερα, και ο πόνος έφτανε μέχρι το στήθος, ανέβαινε πιο πάνω, πήγαινε στα μάτια, σκαρφάλωνε στο κεφάλι και το τρύπαγε.

 

Κάπου ανάμεσα σε δυο σκοτάδια, δυο μεριές της σάλας όπου δεν έφταναν τα φώτα, η Κζιράτ είδε μια μικρή, ζαρωμένη φιγούρα. Λυπήθηκε να δει ένα τέτοιο θέαμα μέσα στη θλίψη της, μα κίνησε χορεύοντας προς το μέρος της. Ήθελε να δει αν το πονεμένο πλάσμα ζούσε, ήθελε να δει τι περίμενε την ίδια μέχρι το τέλος του χορού, το τέλος της βραδιάς, που όπως νόμιζε πέρναγε εκεί μέσα.

 

 

 

Και όταν έφτασε κοντά στο μικρό μπογαλάκι από αίμα και ρούχα που καθόταν στα σκοτάδια, στα κλάματά της προστέθηκε ένας νέος λυγμός. Αντίκριζε ένα παιδί! Ένα μικρό κορίτσι. Κοίταζε τους χορευτές μέσα από μια τρύπα που άφηναν τα χέρια, τα οποία έκρυβαν επιμελώς το λυπημένο πρόσωπο. Το κορίτσι ήταν τόσο βρώμικο, που η κοπέλα ανατρίχιασε. Δεν ήξερε ότι άνθρωπος ή άλλο πλάσμα μπορούσε να ζήσει μέσα σε τέτοια ακαθαρσία. Αίμα και ιδρώτας, και άλλα πράγματα που δεν ξεχώριζαν πια, είχαν ανακατευτεί σχηματίζοντας μια αποκρουστική γλίτσα πάνω στο σώμα, στα μαλλιά και στα ρούχα του παιδιού.

 

Πλησίασε να της μιλήσει, αλλά τότε η μουσική άλλαξε, φέρνοντας μια γύρα άλλες νότες, πιο κεφάτες και σπιρτόζες, κάνοντας την να απομακρυνθεί. Όμως, παρά τον πόνο και το αίμα που γλίστραγε κάτω απ’ τα πόδια της, αυτή τη φορά αντιστάθηκε, κάνοντας τα βήματα που θα την έφερναν πάλι μπροστά στο παιδί. Όταν το έφτασε, χόρεψε για λίγο ένα πένθιμο βαλσάκι κι έπειτα κατάφερε να σκύψει προς το μέρος του. Εκείνο σήκωσε τα μάτια και η κοπέλα δάγκωσε τα χείλια της. Το πρόσωπο του κοριτσιού ήταν όλο μια ανοιχτή πληγή. Απ’ τα μάτια του έτρεχε πηχτό πύον, και το στόμα και η μύτη ήταν πια μόνο κομμένες σάρκες. Το αίμα έβαφε τα μάγουλα και το λαιμό. Οι πληγές δεν είχαν λυπηθεί ούτε το μικρό κορμάκι. Όσο άφηνε το ρούχο να φανεί, το δέρμα του κοριτσιού είχε σχεδόν ολοκληρωτικά εξαφανιστεί. Μόνο μαύρα κομμάτια κρέμονταν εδώ κι εκεί, να θυμίζουν το τρυφερό κοριτσίστικο δέρμα που έπρεπε να γυαλίζει ολοζώντανο πάνω στο σακατεμένο σώμα.

 

 

 

Η Κζιράτ κατάφερε να λικνιστεί λιγάκι πιο σιγά, και χαμήλωσε πάνω απ’ το παιδί που δεν έκλαιγε, μόνο κοιτούσε το χορό, λες κι επρόκειτο να πεθάνει αν σταματούσε. Η κοπέλα του μίλησε, κι ήταν η πρώτη φορά που μίλαγε σε κάποιον από όταν ξεκίνησε να χορεύει.

 

«Τι κάνεις εδώ, μικρό ματωμένο παιδί;

 

«Κοιτάζω», της απάντησε, χωρίς να πάρει καθόλου το βλέμμα από τη σάλα.

 

«Και τι κοιτάζεις; Το χορό;»

 

«Εσάς, που τον χορεύετε».

 

«Γιατί ματώνεις, μικρό παιδί; Ποιος σε χτύπησε;»

 

«Δεν ξέρω»

 

«Κι αν ήθελες να φύγεις από εδώ, άραγε θα μπορούσες;» ρώτησε η Κζιράτ, για΄τι πολύ λυπόταν το κορίτσι που δεν έφταιγε σε τίποτα. Αυτή εδώ δεν χορεύει. Γιατί να ματώνει έτσι, πιο φριχτά κι από εμάς; Σκέφτηκε, λες και όσοι χόρευαν άξιζαν τις πληγές τους.

 

«Δεν θα μπορούσα να φύγω ποτέ, αυτό το ξέρω. Εδώ ανήκω, εδώ ζω» το κορίτσι κοίταζε ακόμα το χορό, κι ενώ τα έλεγε αυτά πνίγηκε λίγο απ’ το αίμα που μαζευόταν πάνω στην πληγιασμένη γλώσσα της.

 

«Εγώ ξέρω πώς έφτασα ως εδώ, και πώς άρχισα να ματώνω. Ήταν η μουσική, αυτή με κάλεσε, κι εγώ μαυλίστηκα και υπάκουσα. Άρχισα να χορεύω και δεν σταμάταγα. Τα πόδια μου, τα καημένα μου τα ποδαράκια δεν άντεξαν πολύ, άμαθα βλέπεις, και πληγές τα τρώνε εδώ και ώρες. Όμως θα τελειώσει αυτή η βραδιά, κι εγώ θα φύγω. Θέλεις να έρθεις μαζί μου, θα γειάνω και τις πληγές σου, θα τις πλύνω με νερό και ξίδι, και όλα θα είναι καλά και πάλι».

 

Η Κζιράτ συνέχισε το βαλς της, ενώ η μουσική μαλάκωνε, και γλύκανε ίσως λίγο.

 

Το κορίτσι απάντησε πως δεν γινόταν, και ύστερα δεν είπε τίποτα άλλο. Ξάφνου, η μουσική σκλήρυνε πάλι, ανάγκασε τους χορευτές να κάνουν πιο γρήγορες φιγούρες, και η Κζιράτ φώναξε απ’ τον πόνο. Τα κόκαλα είχαν ξεγυμνωθεί από τη σάρκα τους στις φτέρνες και τα δάχτυλα, και της ήρθε λιποθυμιά. Όμως ο κόσμος δεν έσβησε, έμεινε ανήλεα ζωντανός και ο χορός της συνεχίστηκε. Τότε είδε μέσα από την τεράστια, φρικιαστική πληγή, που ήταν το πρόσωπο του κοριτσιού, ότι χαμογελούσε με κακία.

 

«Τι γελάς;» δεν άντεξε τότε και μίλησε σκληρά η κοπέλα.

 

«Αφού κι εσύ πονάς, κι εσύ ματώνεις. Να ξέρεις, άμα φύγω από ‘δω, δεν θα σε πάρω ποτέ μαζί μου!» φώναξε, και έκανε μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό της.

 

Το κορίτσι κουκούβισε πάλι και, ακόμη κοιτάζοντας τη σάλα, είπε με σταθερή φωνή.

 

 

 

«Και ποιος σου είπε, χορεύτρια, ότι θα ερχόμουν; Δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο, παρά να είμαι εδώ. Ξέρω μόνο να ζω, και όσο ζω, κι εσύ και όλοι θα χορεύετε για ‘μένα»

 

 

 

Τότε η Κζιράτ τέντωσε το παγιδευμένο σώμα της και γούρλωσε τα μάτια. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα από πριν, και νέος φόβος της έφερνε ζάλη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και κάνοντας την πιο πονεμένη φιγούρα από όλους, έκανε την τελευταία της ερώτηση.

 

 

 

«Πώς σε λένε;»

 

«Μουσική»

Πέρασαν τρία χρόνια που η Κζιράτ μπήκε στη σάλα του χορού.doc

Edited by Cassandra Gotha

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το βάζω κι εδώ. Φαντάζομαι ότι τα δύο τόπικ θα ενωθούν κάποια στιγμή.

 

Πληγωμένη Καρδιά

 

Το μικρό αγόρι καθόταν και παρατηρούσε για ώρα τον γέρο ζητιάνο στην απέναντι γωνία. Τυλιγμένος με βρώμικα υφάσματα, ο γέρος καθόταν καταγής οκλαδόν, γερμένος με την πλάτη στον τοίχο, το κεφάλι σηκωμένο προς τον ήλιο, τα μάτια κλειστά. Υπήρχαν σκιερά σημεία στην πολύβουη αγορά, εκείνος όμως είχε διαλέξει να καθίσει σε ανοιχτό σημείο, προφανώς απολαμβάνοντας την κάψα. Το δέρμα του ήταν σκούρο και γεμάτο σπυριά. Από το εκτεθειμένο στέρνο και πρόσωπο θύμιζε σαύρα στην εμφάνιση. Το αγόρι ήταν προφυλαγμένο στη σκιά, είχε χαμηλώσει στις φτέρνες του, και κοίταζε τον ζητιάνο ανάμεσα από τροχούς κάρων και πόδια αντρών και καμήλων που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα.

 

Αυτό που είχε τραβήξει την προσοχή του παιδιού ήταν η σχισμή στο στήθος του ηλιοκαμένου άντρα. Καλυμμένη με κακάδι και φρέσκο πύο, μάζευε πάνω της ορδές από έντομα που έστηναν εκεί, ανενόχλητα, τρελό τσιμπούσι. Ο γέρος δεν έκαμνε καμία κίνηση για να τα διώξει. Κι όταν σήκωνε το χέρι του, ήταν για να ξύσει την πληγή με το μακρύ, ρυπαρό νύχι του δείχτη του, ανοίγοντας την πέτσα του και ελευθερώνοντας κι άλλο πύο για τα πεινασμένα ζωύφια. Υπήρχε κάτι το αισθησιακά πρόστυχο σε εκείνη την κίνηση, στον τρόπο που το νύχι διέτρεχε τη σχισμή, ο τρόπος που χωρίζονταν τα χείλη του τραύματος, σαν υγρή, σάπια σάρκα φρούτου. Κάποια στιγμή τα μάτια του αγοριού πήγαν στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο και είδε τις βαθιές εκείνες μαύρες τρυπούλες, που ο ζητιάνος είχε για μάτια, να του επιστρέφουν το βλέμμα. Χαρακωμένα από την ηλικία χείλη χωρίστηκαν και του χαμογέλασαν. Ο γέρος δεν είχε δόντια, ούτε ένα. Μια σπηλιά που έσταζε σάλια σε μια κατακόκκινη γλώσσα, πρόφερε σιωπηλά λέξεις που το αγόρι δεν κατάλαβε. Ξεροκατάπιε και τα πόδια του ασυναίσθητα ετοιμάστηκαν να το πάρουν μακριά από εκεί το γρηγορότερο. Ο ζητιάνος του έκανε ένα νεύμα. Το μήνυμα ήταν τώρα ξεκάθαρο.

«Έλα εδώ» του έλεγε.

 

Ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο και η περιέργεια στο παιδί μεγάλη. Σηκώθηκε όρθιο και διασχίζοντας το ποτάμι του πλήθους πέρασε στην άλλη όχθη, κατευθείαν κάτω από τον καυτό ήλιο. Προστατευμένο μόνο με το σαρίκι του για τη ζέστη, το αγόρι στάθηκε πάνω από τον ζητιάνο. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί και οι δύο. Ο γέρος έγλυψε τα χείλη του με θορυβώδες σαλιωμένους ήχους.

«Σε είδα που με κοιτούσες» είπε ψευδά.

Αυτόματα το μάτι του αγοριού πήγε στην πληγή στο στήθος.

«Κοιτάζεις αυτό λοιπόν;» έκανε ο γέρος και αυτή τη φορά άνοιξε ελαφρά την ουλή με δύο νύχια. Ακούστηκε μια αρρωστημένη εκκένωση αερίων και φουσκάλες πύου τινάχτηκαν έξω. Τα έντομα φρένιασαν. Το αγόρι άνοιξε το στόμα του ξαφνιασμένο αλλά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το θέαμα. Πρόσεξε για πρώτη φορά την γραμμή από μερμήγκια που ανέβαινε από το χώμα ως το στήθος του άντρα.

«Αυτή είναι η πληγωμένη μου καρδιά. Δεν σε αηδιάζει;» το ρώτησε.

Το αγόρι τον κοίταξε, ανήμπορο να μιλήσει. Ήθελε να φύγει. Κάπου βαθιά στο κεφάλι του άκουγε την φωνή της μητέρας του να το καλεί σπίτι, αλλά τα πόδια του είχαν πετρώσει μπροστά στον ηλικιωμένο άντρα.

«Μια μέγαιρα έχωσε εκεί τα νύχια της για να μου την ξεριζώσει χρόνια πριν όταν ήμουν νέος ακόμα. Και έκανε την καρδιά μου κομμάτια» συνέχισε ο γέρος και του ξέφυγε ένας λυγμός. «Από τότε ψάχνω μια παρηγοριά… λίγη ελπίδα. Έχεις παιδί μου να μου προσφέρεις τουλάχιστον μια σταγόνα καλοσύνη;»

«Δεν έχω τίποτα πολύτιμο πάνω μου» ψέλλισε το αγόρι με στεγνό στόμα.

«Είσαι όμως καλό παιδί, δεν είσαι;»

Το αγόρι κούνησε θετικά το κεφάλι του. Κατάφερε επιτέλους να γυρίσει το κεφάλι του και να κοιτάξει πέρα από την πλατεία, προς την πλευρά του ψηλού μιναρέ. Εκεί πέρα ήταν το σπίτι του.

 

«Καλοσύνη ζητώ μόνο» είπε ο γέρος, «και σε αντάλλαγμα θα σου δώσω την ευχή μου. Καλή τύχη θα έχεις μόνο αν κάνεις κάτι για μένα.»

Κοιτάχτηκαν. Ο ζητιάνος άφησε την περιέργεια να αγγίξει λίγο το παιδί.

«Θέλω να φυσήξεις πάνω στην πληγή μου. Αυτό τρελαίνει όλα αυτά τα έντομα που δε λένε να με αφήσουν σε ησυχία. Εγώ τα διώχνω και αυτά ξανάρχονται. Η δροσερή ανάσα όμως μιας αγνής ψυχής… τα στέλνει πίσω στην κόλαση από την οποία ήρθαν…»

Πρόσεξε την αηδία στο πρόσωπο του παιδιού.

«Όχι από πολύ κοντά. Από μακριά… Αν έχεις καλή καρδιά η ανάσα σου και μόνο έχει δύναμη. Θα σου δώσω την ευλογία μου και θα αποκτήσεις καλή τύχη. Αυτό μπορώ να το κάνω, ρώτα όποιον θέλεις στην αγορά.»

Το αγόρι κοίταξε πάλι το πλήθος που διέσχιζε το δρόμο πίσω του για να αντλήσει θάρρος. Έκανε ένα βήμα προς τον ζητιάνο. Ο γέρος έγλυψε τα χείλη του.

 

Το αγόρι έσκυψε για να φυσήξει.

«Λίγο πιο κοντά» είπε ο γέρος.

Το αγόρι σκουντούφλησε λίγο πιο κοντά. Περιέργως, η πληγή δεν έδειχνε περισσότερο αηδιαστική από κοντά.

«Πιο κοντά» άκουσε τον γέρο.

Ένα βήμα ακόμα.

«Λίγο ακόμα.»

Το αγόρι τέντωσε τον λαιμό του και φύσηξε. Ένιωσε την παλάμη του ζητιάνου στην κορυφή του σαρικιού του και τα μακριά, γαμψά νύχια του άντρα στα μαλλιά του.

 

Η πληγή χωρίστηκε στα δύο και φανέρωσε μια σειρά από κοφτερά δόντια από πίσω. Και στο βάθος το απύθμενο σκοτάδι. Το τράβηγμα ήταν βίαιο και χάθηκε η άμμος κάτω από τα πόδια του. Τα σαγόνια έκλεισαν και τα πριονιστά δόντια άρχισαν να αλέθουν. Αίμα και λουρίδες σάρκας γέμισαν το λαρύγγι του αγοριού, πνίγοντας τις υγρές κραυγές του.

 

Ο γέρος ζητιάνος καθόταν στην γωνία του δρόμου και λιαζόταν. Δεν έμπαινε στον κόπο να διώχνει τα έντομα που σιτίζονταν στο φρέσκο αίμα της πληγής του. Τα χαρακωμένα από τους αιώνες χείλη του άντρα χαμογελούσαν σκανταλιάρικα. Το πλήθος της αγοράς συνέχιζε να πηγαινοέρχεται στις δουλειές του, αγνοώντας τον ζητιάνο στη γωνία.

 

Τέλος

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

ΣΟΣ.

 

Στο άλλο τόπικ η κατάθεση των ιστοριών!

Edited by Naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adicto

Δεν πρόλαβα να την τελειώσω (κλαψ, λυγμ, σομπ), αλλά την ανεβάζω για την τιμή των όπλων.

 

 

 

 

 

 

 

Η Τελετή τελείωσεδίχως αποτέλεσμα. Κάτσαμε στο καθιστικό του Λουκά. Αυτός έφερε τις μπύρες, καιέβαλε μουσική. Οι κραυγές των Μπουρζούμ ξεχύθηκαν από τα ηχεία. Τραγούδαγαν γιασκοτεινά δάση, φόνους και δαίμονες, αλλά αυτή τη φορά δεν με ξεσήκωσαν, ούτε έστειλαντο μυαλό μου να περιπλανηθεί σε σκοτεινές φαντασιώσεις όπως συνήθως. Αυτή τηφορά μου φάνηκαν αστείοι.

 

Ο Λουκάς ήρθε καικάθισε δίπλα μας με τη μπύρα στο χέρι. Άναψε τσιγάρο, φύσηξε το καπνό ψηλά. Απότην ανοιχτή μπαλκονόπορτα ακούσαμε ένα γείτονα να βρίζει για τη μουσική. Τονγράψαμε στα αρχίδια μας, προτιμήσαμε να απολαύσουμε το απαλό καλοκαιρινό αεράκιπου μπήκε στο μικρό σαλόνι. Η ένταση που είχαμε συγκεντρώσει μέσα μας τις μέρεςπου ετοιμαζόμασταν για την Τελετή, η προσμονή, οι προσδοκίες, ακόμα και ο φόβοςέμοιαζαν να έχουν ξεπλυθεί από μέσα μας μαζί με τον ιδρώτα. Τώρα είχε μείνειμόνο το ξενέρωμα. Ο Λουκάς μίλησε πρώτος.

 

«Αρχίδια ε;»,είπε. Ο Νίκος τον κοίταξε χωρίς να πει κουβέντα.

 

«Τσάμπα κάναμετους καραγκιόζηδες», απάντησα εγώ. Ο Νίκος έσκασε ένα χαμόγελο, μα και πάλι δενείπε τίποτα. Κοίταξε τα κεριά που ήταν απλωμένα στο μικρό σαλονάκι, τιςσφραγίδες που είχαμε ζωγραφίσει πάνω στο μουσαμά που είχαμε απλώσει, τη μικρήλεκάνη. Γέλασε πιο έντονα τώρα. Ίσως να σκεφτόταν το συμμάζεμα που θα έπρεπε ναρίξει ο Λουκάς πριν γυρίσουν οι γονείς του το πρωί.

 

Ο Λουκάς ήπιεάλλη μια γουλιά πριν ξαναμιλήσει. Ο καπνός του μπήκε στο μάτι και αυτόκοκκίνησε. Άρχισε να το τρίβει και το έκανε χειρότερα. Τι μαλάκας Θεέ μου!

 

«Το Νεκρονομικότου Σίμωνα υποτίθεται είναι το πιο ισχυρό μαγικό γριμμόριο ρε μαλάκες», είπε.

 

«Μήπως τοδιάβασες στο ΜαλάκεςΣατανιστές.τζι αρ, ε;» του αντιγύρισε ο Νίκος.

 

Ο Λουκάς τοναγνόησε. Συνέχισε να μιλάει. «Ρε μαλακες να δοκιμάζαμε πάλι; Ίσως να μηνπιάνουν με την πρώτη αυτά».

 

Ήθελα να του ρίξωμπουνιά στο μάτι. Τον αγαπούσα αλλά πάντα μαλάκας ήταν. Διαφωνούσα εξ’ αρχής μεαυτές τις μαλακίες. Οκ, ακούμε μπλακ, φοράμε μπλουζάκια με δαίμονες, έχουμεβιβλία μαγείας στο σπίτι αλλά όλα αυτά για μένα ήταν περισσότερο συνειδητέςποζεριές. Με γοήτευαν στυλιστικά, αλλά ως εκεί. Δεν πίστευα σε αυτές τιςμαλακίες πραγματικά. Ίσως απλά να ήθελα να είμαι διαφορετικός. Ξέρω γω; Το θέμαείναι ότι οι άλλοι δύο γούσταραν τη φάση. Πραγματικά γούσταραν τη φάση και πιοπολύ από όλους ο Λουκάς. Είχε χωθεί τον τελευταίο καιρό στο ‘άντεργκράουντ’,όπως έλεγε. Εκεί όλα τα αλάνια ασχολούνταν με τέτοια σκηνικά. Όταν έφερε τοβιβλίο πρώτη φορά και πρότεινε να κάνουμε την Τελετή έβαλα τα γέλια. Αυτός μεκοίταζε σοβαρός. Ο Νίκος δεν είχε θέμα, ό,τι στα σκατά να του πρότεινες ήτανμέσα. Από το να πιούμε κανά τσιγάρο, μέχρι να βάψουμε με γκράφιτι την εκκλησίατης γειτονιάς.

 

«Κολώνεις ρε;»,με είχε ρωτήσει ο Λουκάς. Το βλέμμα του με έκανε να θέλω να τον κατεδαφίσω.

 

Δέχτηκα νασυμμετάσχω, μόνο και μόνο για μην με ζαλίσει για μέρες και για «να σου δείξωπόσο μαλάκας είσαι».

 

Όταν μας είπε ότιοι γονείς του θα έφευγαν για το Σαββατοκύριακο, καταλάβαμε ότι τότε θα ήταν ηευκαιρία μας. Έμενε να διαλέξουμε την Τελετή. Η αλήθεια είναι ότι ξεφυλλίζονταςτο βιβλίο, άρχισα και εγώ να ψιλοφτιάχνομαι με τη φάση. Τα έλεγε και περίεργα,τι για ανείπωτους κινδύνους που θα διαλύσουν το αδαή έγραφε, τι γιααπερίγραπτες οντότητες, δεν ήθελα και πολύ. Βάλε και τα γαμηστερά ονόματα τωνΔαιμόνων που ανέφερε –και που δεν τα είχα ξανακούσει ποτέ- ε! δεν ήθελα καιπολύ.

 

Ο Λουκάς είχεφάει σκάλωμα να κάνουμε την Τελετή που ονομαζόταν Το Άνοιγμα της Πύλης τηςΙννάνα. Από τίτλο έσκιζε πάντως. Μού θύμιζε και ένα τραγούδι κάποιων Νορβηγώνμπλακμεταλάδων και καραγούσταρα. Ο Νίκος έδειξε αδιάφορος. Ίσως να προτιμούσενα κανουμε καμμιά Τελετή που να ονομάζεται αλλιώς. «Πως Να Υλοποιήσετε ΤριάνταΞέκωλα στο Κρεββάτι σας», ξέρω γω;

 

Όλη την εβδομάδαπριν την Τελετή, περιφερόμασταν στο σχολείο σοβαροί σοβαροί. Αποφεύγαμε ταπολλά πολλά με τους άλλους μαθητές και αράζαμε οι τρεις μας στα διαλλείματα στοκαπνιστήριο σε μιά γωνία της αυλής.

 

Παρασκευή βράδυμόλις σχολάσαμε, τρέξαμε στο σπίτι του Λουκά. Ρόμπες, αλεύρια για να χαράξουμετον κύκλο, κεριά όλα ήταν έτοιμα. Βάλαμε τον Νίκο να κάνει τις σφραγίδες γιατίο Λουκάς είχε αναλάβει όλα τα υπόλοιπα και εγώ διάβαζα πάλι για την Τελετή στοβιβλίο μήπως και μας είχε ξεφύγει κάτι. Μαλακία μας, οι σφραγίδες ήταν σαν τουμούρη του. Στραβοφτιαγμένες. Τις έδειξα στον Λουκά.

 

«Έλα ρε, άμα οκύκλος είναι αντάξει μην σε νοιάζει για τα υπόλοιπα», μου είχε πει. Στηνπραγματικότητα είχε ενθουσιαστεί και δεν έβλεπε την ώρα να αρχίσουμε. Όπως καικάναμε.

 

Ανάψαμε τα κεριά,βάλαμε τα ρούχα, στραμπουλήξαμε τις γλώσσες μας για να προφέρουμε λέξεις πουείχαν πιο πολλά σύμφωνα και από Ουαλλικό τοπωνύμιο και γεμάτοι δέος περιμέναμε.

 

Δεν έγινε τίποτα,τζίφος. Υποτίθεται ότι μια πύλη θα υλοποιόταν μπροστά μας, μια πύλη για άλλαπεδία απ’ όπου θα εμφανιζόταν η Θεά Ιννάνα. Τι θα κάναμε από τη στιγμή που θαεμφανιζόταν δεν το είχαμε ξεκαθαρίσει. Υποθέτω ότι σκεφτήκαμε όλοι μας πως κάτιθα ζητούσαμε. Ο Λουκάς να γίνει καλά η άρρωστη μάνα του. Ο Νίκος ίσως τηςζήταγε να του «κάτσει». Εγώ δεν ήξερα.

 

Το θέμα είναιόταν τελειώσαμε τους ψαλμούς δεν έγινε τίποτα. Ο Λουκάς κοιτούσε τον τοίχο, εγώτον Λουκά. Το Νίκο δεν τον έβλεπα καθαρά, είχε ρίξει την κουκούλα πολύ χαμηλά.

 

Το διάλυσα πρώτοςεγώ. «Μαλακίες», είπα και βγήκα από τον κύκλο. Κάτι πήγε να πει ο Λουκάς αλλά όταν τον κοίταξα προτίμησε ναμείνει σιωπηλός.

 

Ο Νίκος μεεπανέφερε στο παρών. Είμασταν ακόμα στο καθιστικό, οι Μπουρζούμ ακόμαούρλιαζαν, ο γείτονας είχε μάλλον πέσει για ύπνο.

 

«Τι κάνουμε;», μερώτησε.

 

«Ξέρω γω; Πάμεσπίτια μας μάλλον», απάντησα.

 

«Ρε μαλάκες δενθα βοηθήσετε με το μάζεμα;», ρώτησε ο Λουκάς.

 

«Δικιά σου ηιδέα, δικό σου και το μάζεμα», απάντησα. Ο Νίκος δεν είπε τίποτα άλλο, απλώςσηκώθηκε από τον καναπέ. Είχε ξενερώσει και αυτός.

 

Ο Λουκάςδιαμαρτυρήθηκε χαλαρά, περισσότερο για την τιμή των όπλων αλλά τον γράψαμε καιφύγαμε.

 

Χωρίσαμε στηνείσοδο της πολυκατοικίας και τράβηξεο καθένας για το σπίτι του.

 

Σαν να μην μουέφτανε η ξενέρα μου και η ξοδεμένη Παρασκευή, ήρθε και με βρήκε ένας φρικτόςπονοκέφαλος. Ο πόνος έμοιαζε να είναι συγκεντρωμένος στο κέντρο του μετώπου.Εκνευρισμένος και ζαλισμένος επέστρεψα στο σπίτι μου. Η μάνα μου κοιμόταν στονκαναπέ μπροστά από την ανοιχτή τηλεόραση και δεν με πήρε χαμπάρι να μπαίνω. Οπατέρας μου κλασσικά έλειπε. Έπεσα σαν τούβλο στο κρεββάτι και ο ύπνος με πήρε μετα ρούχα δίχως να το καταλάβω.

 

Το πρωί ξύπνησακαι ο πονοκέφαλος έιχε δυναμώσει. Ένιωθα λες και κάποιος έιχε κάτσει στο στήθοςμου όλο το βράδυ και με χτυπούσε με σφυρί ακριβώς στο κέντρο του μετώπου όλη τηνύχτα. Γελοίο αλλά έτσι ένιωθα. Παραζαλισμένος σηκώθηκα και μπήκα στο μπάνιο. Έπλυνεμισοκοιμισμένος ακόμα το πρόσωπό μου και όταν κοιτάχτηκα πιο καλά στον καθρέπτητην είδα. Ακριβώς στο κέντρο του μετώπου μου υπήρχε μία ανοιχτή πληγή. Ήταν σανμου είχαν σβύσει ένα τσιγάρο στο κούτελο.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Αντίκτο έχεις ακόμη τρία λεπτά. Τι να κάνω, να στην πάω με τις άλλες έστω μισοτελειωμένη;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Απαπαπαπα.... άντε να την κάνεις να σταματήσει να τρέχει τώρα :p

 

Θέλω να σας πω ότι αυτή είναι η ...χμμμ.... εισαγωγή (?) ... χμμμ... της ιστορίας που έχω αρχίσει να προετοιμάζω για το νανορίμο. :) Μια αρχαία ιδέα μαζί με μια νέα της κολλητής μου (ευχαριστώ Morgana μου :) ) που στο μυαλό μου δένουν πάρα πολύ όμορφα :)

Χαίρομαι πολύ που με πήγε εκεί το κεφάλι μου εξαρχής (σε φάση άρχισα να γράφω 9:10 ακριβώς) γιατί αυτό σημαίνει πως την ψήνω σοβαρά, και πως αν μπορώ σε μιαμιση ωρίτσα να πω 1240 λέξεις της τόσο εκπληκτικά άνετα (γιατί ήτανε το πιο άνετο φλας που έχω γράψει ποτέ, το ομολογώ :p) τότε θα μπορέσω και τις 50.000 της το Νοέμβρη :) Πιστεύω πως φέτος θα τα καταφέρω :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Λοιπόν, μια και έχουμε ένα κλειστό τόπικ κι ένα ανοιχτό, μπορούμε να κάνουμε εδώ τα σχόλιά μας, νο;

 

Να δώσω τα λινκ για τις ιστορίες (γουάου, 12! Καλή η συγκομιδή!):

 

Cassandra Gotha - Η Μαρμαρένια Σκάλα

 

Nienor - Η πληγή του χρόνου

 

Waylander - Θανάσιμες πληγές

 

Naroualis - Πληγή

 

DinoHajiyorgi - Πληγωμένη Καρδιά

 

Rixardogios - Άτιτλο

 

TheTregorian - Το δέντρο της ψυχής

 

Eroviana - Άτιτλο

 

DinMcXanthi - Forget-me-not

 

Nihilio - Άτιτλο

 

Dagoncult - Η πόλη

 

Lady Nina - Ματωμένα Ρόδα

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adicto

Ω ρε γαμώ τη σύνδεση μου... Έτσι και αλλιώς ημιτελής είναι, δεν πειράζει Ναρού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Παιδιά, τώρα που το έχω φρέσκο, θέλω να πω ότι ήταν μια φανταστική εμπειρία! :holiday:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ω ρε γαμώ τη σύνδεση μου... Έτσι και αλλιώς ημιτελής είναι, δεν πειράζει Ναρού.

 

sad.gifsad.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
kalanapathw

φτού δεν πρόλαβα την προθεσμία...δεν πειράζει όταν θα την τελειώσω θα την ανεβάσω στην βιβλιοθήκη...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Παιδιά, τώρα που το έχω φρέσκο, θέλω να πω ότι ήταν μια φανταστική εμπειρία! holiday.gif

 

Συμφωνώ απόλυτα!! thmbup.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Πάντα συμβαίνει κι αυτό μωρέ... στάνταρ κάτι πάει και λίγο στραβά. Αυτό που πήγε πολύ καλά είναι ότι τις έχετε σχεδόν τελειώσει :) Μη διαβάζετε. ΜΗ. Τελιώστε τις τώρα που είναι ζεστές :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Η Κιάρα έχει δίκιο! Δείτε τη white unicorn, την ανέβασε ήδη την ιστορία της! thmbup.gif

 

Άντε, να πω κι εγώ δυο λογάκια. Μόνο δύο, γιατί ακόμη τρέμουν τα χέρια μου. Όπως πάντα ήταν AWESOME! Τέλειο λέμε! Έβαλα το κεφάλι κάτω στις 9:01 και το σήκωσα στις 10:20!

 

Κι άλλη μια φορά αποδεικνίεται ότι είμαι in a slightly dark mood. Πάλι σκληρό μου βγήκε, σχεδόν dark fantasy. Κι αν είχα έστω είκοσι λεπτά να της ρίξω μια ματιά, θα ήμουν πολύ πιο ευχαριστημένη...

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheTregorian

Παιδιά, τώρα που το έχω φρέσκο, θέλω να πω ότι ήταν μια φανταστική εμπειρία! holiday.gif

 

Συμφωνώ απόλυτα!! thmbup.gif

 

"Επανασυμφωνώ" κι επαυξάνω!!! Και τι αριθμός είναι αυτός;; 12;; πωπωωω... τελικά, μάλλον λειτουργούμε καλύτερα υπό πίεση!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adicto

Ο δικός μου οιστρος ξεφούσκωσε μόλις πηγε 10.30 πάντως!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina
Οι ιστορίες πρέπει να είναι αποκλειστικά φαντασίας/παραμύθια/μυθοπλασίας, επιστημονικής φαντασίας ή τρόμου.

 

Ουπς! Εμ... Χμ, χμ... Ελπίζω το δικό μου να σας προκαλέσει λίγο... "τρόμο", αλλιώς μάλλον άκυρη η συμμετοχή μου... dazzled.gif

 

Κλαψ! sad.gif

Edited by Lady Nina

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Άσε μας μωρέ τώρα, εντάξει, θα τρομάξω στο υπόσχομαι :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Στα flash-fic είναι πάντα χαλαρά αυτά τα όρια Νίνα. Κι ένα σφηνάκι να υπάρχει μέσα, είσαι eligible.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Ουφ...! Ευχαριστώ, παιδιά! laugh.gif Καλή ανάγνωση και καλή μας επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Εγώ έγραψα την πρώτη πρόταση με το που είδα το θέμα, χωρίς να έχω ιδέα τι θα έγραφα. Τελείωσα στο παρά ένα, με την τελική σκηνή να μου έχει έρθει στις 10:10 και να έχει γραφτεί σε 3 λεπτά... Ωραία φάση πάντως, πρώτη φορά γράφω 1600+ λέξεις from scratch.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Νίνα, όπως το είπε κι ο Ντίνος. Ένα σφηνάκι τόσο δα...

 

Α, και θέλω να ζητήσω συγνώμη από τα ματάκια σας για το βιασμό τους, από τα χαΐρια του Word. Για την έλλειψη κενών μεταξύ κάποιον λέξεων λέω. Τι να κάνω, τα πάω πολύ χειρότερα στο να ανεβάζω ατασεμάν, απ' ότι να εντιτάρω ποστ.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.