Jump to content


:construction: To FACEBOOK LOGIN είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας για τεχνικούς λόγους. Χρησιμοποιείστε το Sign In κάνοντας νέα εγγραφή και το σύστημα βρίσκοντας το ίδιο email θα σας εισάγει. Όποιος έχει θέμα ας στείλει μήνυμα στη σελίδα του Facebook να τον βοηθήσουμε. Συγνώμη για την αναστάτωση.


Photo

Ρακόρ #4 Mesmer vs Cassandra Gotha


  • Please log in to reply
46 replies to this topic

Poll: Ρακόρ #4 Mesmer vs Cassandra Gotha (12 member(s) have cast votes)

Μου άρεσε περισσότερο η ιστορία του/της:

  1. Cassandra Gotha (4 votes [33.33%])

    Percentage of vote: 33.33%

  2. Mesmer (8 votes [66.67%])

    Percentage of vote: 66.67%

Vote Guests cannot vote

#21 Tiessa

Tiessa

    Midpoint Reveller

  • Members
  • 3.732 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Βάσω

Posted 28 Φεβρουάριος 2011 - 23:58

Αν υπάρχει πρόβλημα σύνδεσης, και αφού έχετε δηλώσει και οι δυο έτοιμοι, ρίξτε ένα pm μεταξύ σας και κανονίστε πότε θα ανεβάσετε.
Επειδή τρέχει και ένα write-off ίσως θα ήταν προτιμότερο πάντως να περιμένετε μια-δυο μέρες για να μην πνίξει ο ένας διαγωνισμός τον άλλον.

Please, be honest with me. The truth can hurt me only once.


#22 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.226 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 01 Μάρτιος 2011 - 10:26

Πιστεύω πως κάποια στιγμή της ημέρας θα έχω ίντερνετ, όσο χάλια και να είναι τα πράγματα. (Και σήμερα κόπηκε, αλλά τα κατάφερε με τα πολλά, χωρίς να λιποθυμήσει).

Οπότε, την Πέμπτη συντονιστείτε!

edit
Συννενοήθηκα με τον Mesmer, δεν τα λέω μόνη μου αυτά. :D

Edited by Cassandra Gotha, 01 Μάρτιος 2011 - 10:27.

.


#23 Mesmer

Mesmer

    Achievement unlocked

  • Global Moderators
  • 2.905 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Άγγελος

Posted 01 Μάρτιος 2011 - 12:16

Η Cassandra λέει ψέματα... Μόνη της τα αποφάσισε όλα... Με απείλησε κιόλας... Και για του λόγου το αληθές παραθέτω το pm της...

Την Πέμπτη θα ανεβάσουμε. Ακούς! Αλλιώς έχω ετοιμάσει κάτι πρόχειρους γάντζους, κάτω από ένα πρόχειρο τρένο...


Όπως καταλαβαίνετε, έπρεπε να συμφωνήσω...

Η πραγματική δράση τού Ρακόρ #4 ξεκινάει την Πέμπτη... Να είστε έτοιμοι!
"If sacred places are spared the ravages of war, then make all places sacred. And if the holy people are to be kept harmless from war, then make all people holy" ~ The Silver Surfer

#24 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.226 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 03 Μάρτιος 2011 - 08:43

Συγγραφέας: Άννα Μακρή
Είδος: fantasy
Αριθμός λέξεων: 2993
Βία: Όχι
Σεξ: Όχι
Σχόλια: Διήγημα για το παιχνίδι Ρακόρ #4.




Πολύ μεγάλος για τα παραμύθια της μαμάς





Ο Λέο καθόταν με την πλάτη στη θάλασσα. Το κύμα έσκαγε πάνω στα βράχια, στέλνοντας κρύες σταγόνες πάνω του, αλλά δεν του έδινε καμιά σημασία. Όλη του η προσοχή ήταν συγκεντρωμένη σε ένα μικρό αντικείμενο που κρατούσε στο αριστερό του χέρι. Το κρατούσε ψηλά, να το φωτίζει ο μεσημεριάτικος ήλιος, και το μελετούσε με την αφοσίωση επιστήμονα. Το δεξί του χέρι χαμηλά δίπλα στο σώμα του, αγκάλιαζε ένα άλλο, λεπτεπίλεπτο και δροσερό.



«Δεν μου είπες πού το βρήκες τελικά», η ερώτηση ήρθε από τα δεξιά του.



Αργά, χαμήλωσε το χέρι κι έβαλε το αντικείμενο στην τσέπη του. Το κράτησε λίγο εκεί, σαν να το ζέσταινε.



«Ήταν της μάνας μου. Το είχε πάντα μαζί της.»

Η κοπέλα δίπλα του περίμενε λίγες στιγμές πριν μιλήσει ξανά.

«Και;» ρώτησε στο τέλος, με κάποια δειλία στη φωνή, αλλά τρυφερά.

«Τι και; Τι εννοείς και;» της είπε εκείνος, παίρνοντας το χέρι του απ’ το δικό της, ενώ γυρνούσε να την κοιτάξει με ένα βλέμμα που μόνο τρυφερό δεν ήταν.

«Μη θυμώνεις. Θέλω να πω, γιατί δεν μου μιλάς λίγο περισσότερο για τη μητέρα σου;»

«Τι σε νοιάζει εσένα για τη μητέρα μου; Αν θες να παίξεις την ψυχαναλύτρια, εγώ δεν είμαι το κατάλληλο άτομο. Παράτα με.»



Η Ράισα τον κοίταξε με λύπη, μα όχι έκπληξη. Είχε συνηθίσει τους κακούς του τρόπους και τις ξαφνικές εκρήξεις θυμού που τον έπιαναν πού και πού. Ήξερε πως δεν ήταν σημαντικά, και πως σε λίγο θα μαλάκωνε, αλλά δεν έπαυαν να τη θλίβουν.

Τον είδε που σηκώθηκε και πήγε στην άκρη του βράχου που κάθονταν. Στον ορίζοντα, μαύρα στίγματα πετούσαν μακριά. Μπορούσε να δει μόνο την πλάτη του, αλλά ήξερε πως δεν έδινε σημασία στα πουλιά που ταξίδευαν. Δεν έβλεπε τίποτα. Ήξερε πως τα μάτια του θα ήταν σκληρά και το πρόσωπό του σφιγμένο. Το καταλάβαινε από την αλύγιστη πλάτη και τα χέρια του που τά ‘χε κολλημένα στα πλευρά. Όπως ήταν στην κηδεία της μάνας του, μια βδομάδα πριν. Δεν είχε χύσει ούτε ένα δάκρυ, και στον γυρισμό για το σπίτι τής ζήτησε να τον αφήσει μόνο.



Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του.

«Φύγε», της είπε χωρίς να γυρίσει. Η φωνή του ήταν ψυχρή μα απαλή. «Άσε με λίγο εδώ, μόνο μου.»

Τον άφησε. Πάλι. Αλλά όρκισε τον εαυτό της πως ήταν η τελευταία φορά.

*



Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο και φορτωμένο πράγματα, πεταμένα όπως-όπως.

Φωτογραφίες, οι πιο πολλές από τα παιδικά του χρόνια, αλλά και κάποιες από την εποχή που δεν είχε γεννηθεί ακόμα, με τους γονείς του αρραβωνιασμένους. Παιχνίδια που θυμόταν καλά, και άλλα που τώρα τα ξανάβλεπε μετά από καιρό. Ένα τραινάκι που δούλευε με μπαταρίες αλλά τώρα πια είχε χαλάσει, που κάποτε σφύραγε και έκανε θόρυβο σα να τρέχει σε ράγες, και όταν έβρισκε εμπόδιο έστριβε από μόνο του. Ένα κουρδιστό αεροπλανάκι που τσούλαγε ακόμα - τα κουρδιστά παιχνίδια δεν χαλάνε, εκτός κι αν σπάσει το κουρδιστήρι. Ένα μουσικό κουτί με ένα ξωτικό ντυμένο στα πράσινα. Ένα μικρό τόξο με τη φαρέτρα του, αλλά τα βέλη είχαν χαθεί. Ένα φυτολόγιο όπου υπήρχαν κολλημένα χορταράκια, φύλλα και λουλούδια από την αυλή, το δρόμο για το σχολείο, τις εκδρομές, τις διακοπές. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια νούμερο τριάντα πέντε, μπλε με γκρι ρίγα, που είχαν ξεθωριάσει και τρυπήσει, αλλά είχε αρνηθεί πεισματικά να πετάξει. Εισητήρια από συναυλίες του αγαπημένου συγκροτήματος της μάνας του. Δίσκοι των σαρανταπέντε στροφών, μερικοί χωρίς εξώφυλλο, και κάποια εξώφυλλα χωρίς δίσκους. Και ένα λεύκωμα που έγραφε με χρυσά γράμματα «ΝΤΑΝΙ και ΓΚΟΥΕΝ».



Κάθε λογής μικρά και μεγάλα πράγματα, κάθε λογής αναμνήσεις, όλα ανακατεμένα στα σκεπάσματα, κι εκείνος όρθιος να τα κοιτάει. Πήγε στην κουζίνα, έφερε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και τα έριξε όλα μέσα. Τα έριξε ένα-ένα, αλλά χωρίς δισταγμό. Ξαναπήγε στην κουζίνα και άφησε τη σακούλα δίπλα στην πόρτα της αυλής. Μετά πήγε στο δωμάτιο, έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να κλείσει τα μάτια του. Ήταν το κρεβάτι της μάνας του, και δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκεί. Δεν ήξερε γιατί ξάπλωσε. Το μαξιλάρι είχε ακόμα τη μυρωδιά της. Έμεινε ανάσκελα, άκαμπτος σα νεκρός, και κοίταζε το ταβάνι. Το πάπλωμα δεν τον ζέσταινε, ένιωθε ένα κρύο που νόμιζε πως δεν θα τον άφηνε ποτέ. Σκεφτόταν το μεσημέρι, πώς μίλησε στη Ράισα, και του ερχόταν να αυτομαστιγωθεί. Την αγαπούσε, και αναγνώριζε πως ξέσπαγε πάνω της νεύρα και μαυρίλες που δεν έπρεπε. Είπε στον εαυτό του πως δεν θα το ξανάκανε, δεν πίστεψε ούτε στιγμή τα λόγια του, και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα. Έβαλε την καφετιέρα και άνοιξε το ντουλάπι να πάρει κούπα. Ένιωθε σαν κάποιος να τον κοιτάζει, και γύρισε προς την πόρτα της αυλής. Η μαύρη σακούλα, ακουμπισμένη πάνω στο ξύλο με το ξεφλουδισμένο πράσινο χρώμα, φαινόταν σαν τρύπα. Πήγε δίπλα της και την άνοιξε. Έπιασε από μέσα το λεύκωμα με τα χρυσά γράμματα και κάθισε στο στρογγυλό τραπεζάκι. Πάνω υπήρχε ένα μισοφαγωμένο παξιμάδι. Πέταξε με την ανάποδη της παλάμης τα ψίχουλα στο πάτωμα, και άνοιξε το λεύκωμα.

Γύριζε μία-μία τις σελίδες, αλλά δεν κοιτούσε πραγματικά. Ζωγραφιές του πατέρα του, κείμενα και ποιήματα της μητέρας, ιστορίες, τα ήξερε όλα απ’ έξω. Τα «ταξίδια τους». Έτσι έλεγε η μάνα του. Όταν ήταν μικρός του άρεσε, ήταν ένα δικό του, ολόδικό του βιβλίο με παραμύθια. Το είχαν φτιάξει οι γονείς του για όταν θα γεννιόταν. Μεγαλώνοντας όμως, θύμωνε με την επιμονή της να του λέει πως ήταν όλα αληθινά. Κι εκείνη η καταραμένη η τελευταία σελίδα, που διηγιόταν τον θάνατο του πατέρα του μόλις ένα μήνα πριν γεννηθεί, εκεί, να τον στοιχειώνει. Δεν ήθελε να τη δει, την απέφυγε κλείνοντας το τετράδιο και χώνοντάς το κάτω από μία στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.

«Γίγαντες και πράσινα άλογα», μουρμούρισε χολωμένος. Ο πατέρας του είχε πέσει απ’ την οικοδομή, αλλά η μητέρα πάντα του βασάνιζε το μυαλό με την «αλήθεια». Το είχε δεχτεί πως της είχε λασκάρει η βίδα, αλλά δεν είπε ποτέ τίποτα. Σε κανέναν. Όσο την έβλεπε να μην κάνει πράγματα επικίνδυνα για τον εαυτό της, την άφηνε. Μόνο που τσακώνονταν καμιά φορά, επειδή ήταν μεγάλος πια για παραμύθια κι εκείνη δεν εννοούσε να το καταλάβει.



Λίγες μέρες πριν πεθάνει, θα ‘ταν πέντε-έξι μέρες, του έδωσε το χρυσό μενταγιόν της. Δεν την είχε δει ποτέ να το φοράει, όμως το είχε πάντα πάνω της, κρυμμένο σε κάποια τσέπη. Μια ιδιοτροπία της, που δεν καταλάβαινε. Όταν τη ρώτησε γιατί του το δίνει, εκείνη του είπε «γιατί οι μέρες μου τέλειωσαν, αγόρι μου». Τη μάλωσε, όπως πάντα όταν έλεγε τέτοια, και της είπε πως εντάξει, θα το ‘παιρνε, και όταν το ήθελε πίσω να του το ζητούσε. Εκείνη δεν έδωσε σημασία, και συνέχισε να μιλάει.

«Μην το φορέσεις. Όχι ακόμα. Θα δεις εσύ πότε. Θα το καταλάβεις μόνος σου.»

«Τι ‘ναι αυτά που λες μαμά; Να φορέσω γυναικείο μενταγιόν; Θα το κρατήσω στο συρτάρι μου, και όταν το θελήσεις-»

«Πες μου ότι δεν θα το φορέσεις ακόμα.»

«Καλά. Δεν θα το φορέσω.»

Αυτή ήταν η τελευταία τους κουβέντα, εκτός από τα καθημερινά «Χρειάζεσαι τίποτα, μαμά; Σου τέλειωσε το γάλα; Θα φέρω το απόγευμα. Έχεις καφέ; Ναι, πρωί είναι, φεύγω για τη δουλειά». Όλα απ’ το τηλέφωνο, και όταν πήγαινε στο σπίτι, εκείνη συνήθως κοιμόταν, ή έβλεπε τηλεόραση, που ήταν σχεδόν το ίδιο. Είχε γεράσει, μ’ έναν αφύσικο τρόπο. Δεν ήταν γριά, αλλά το μυαλό της ήταν φευγάτο. Οι γιατροί δεν της έβρισκαν τίποτα σοβαρό, εκτός από το φύσημα στην καρδιά. Δεν ήταν και τεράστια αλλαγή πάντως, γιατί πάντα είχε την εντύπωση ότι η μάνα του δεν ήταν πέρα για πέρα ζωντανή. Όχι πως ήταν νωθρή ή αρρωστιάρα, αλλά τα μάτια της είχαν το βλέμμα κάποιου που έχει παραδοθεί. Πού, δεν ήξερε. Πάντως, η κατάστασή της τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν του προξένησε μεγάλη αναστάτωση. Τη δέχτηκε σαν κάτι φυσικό.



Ο καφές έγινε, και γέμισε μια μεγάλη κούπα. Έβγαλε το μενταγιόν απ’ την τσέπη και το ξανακοίταξε. Ήπιε μια γουλιά και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Ποτέ δεν βολεύτηκε το σαλόνι, πάντα στην κουζίνα καθόταν, από μικρός. Εκεί διάβαζε τα μαθήματά του, με τη μητέρα του δίπλα να μαγειρεύει, εκεί έπινε το πρωινό του γάλα, πριν το σχολείο, και αργότερα τον καφέ, πριν φύγει για το πανεπιστήμιο. Ακόμη και τώρα που έμενε μόνος του, είχε νοικιάσει σπίτι με μεγάλη κουζίνα, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί πιο άνετο και καθημερινό δωμάτιο. Το καθιστικό του τον έβλεπε μόνο όταν περίμενε παρέα, πράγμα σπάνιο. Ακόμη και με τη Ράισα εκεί καθόταν, ανάμεσα σε αχρησιμοποίητα κατσαρολικά και τηγάνια. Τον κορόιδευε που τα είχε ενώ έτρωγε συνήθως με τη μάνα του, κι εκείνος δεν της είχε πει ποτέ ότι τον βοηθούσαν να χαλαρώνει. Μια κουζίνα χωρίς κατσαρολικά ήταν θλιβερή, πένθιμη, και στο σπίτι του ήθελε να δώσει μια ιδέα κανονικότητας.



Τέλειωσε τον καφέ του και με το μενταγιόν ακόμα στο χέρι, πήγε στο σαλόνι. Αυτή τη φορά το είχε ανάγκη. Ήταν το πιο ξένο δωμάτιο του σπιτιού, και αυτό τον καθησύχαζε. Δεν είχε να φοβηθεί αναμνήσεις εκεί, μόνο ελάχιστες, δεν τον κυνηγούσαν φαντάσματα πατεράδων με λειωμένο πρόσωπο, ούτε ιστορίες για ταξίδια σε άλλους κόσμους με μάγους και γιγάντια τέρατα, γιατί αυτά του τα έλεγε πάντα στην κουζίνα.



Με μια γρήγορη κίνηση, τέντωσε την αλυσίδα του μενταγιόν και το πέρασε στο λαιμό του. Δεν ήταν ακριβώς αυθάδεια, δεν το θεωρούσε προσβολή στη μνήμη της μητέρας του, αλλά σα να ξόρκιζε κάτι. Ήθελε να της φωνάξει να μη φοβάται πια, να που δεν έπαθε κανένα κακό, το φόρεσε κι όμως όλα έμειναν στη θέση τους, και ακόμα να της πει πως…



Ακόμα έβρεχε. Από χτες το απόγευμα, αυτή η βροχή η γαλάζια, η άρρωστη, του τρύπαγε το μυαλό. Αναστέναξε. Έφτιαξε λίγο καλύτερα τον μάλλινο σκούφο του – πόσο καλύτερα, αφού ήταν μούσκεμα – έσφιξε το τόξο στο αριστερό του χέρι, και κουνήθηκε λίγο πίσω απ’ το δέντρο. Είχε μουδιάσει. Είχε την αίσθηση ότι αφαιρέθηκε για λίγη ώρα, κάπου ταξίδευε, αλλά δεν θυμόταν πού. Περίμενε. Χρειαζόταν ένα ελάφι, χρειαζόταν το κρέας και το δέρμα του, και τα κέρατα, που θα τα πούλαγε. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο απ’ τα θηράματα. Χειμώνας ερχόταν, έκανε ό,τι μπορούσε να τα βγάλει πέρα.

Άκουσε ελαφρά πατήματα από τα δεξιά του. Με την αναπνοή του όσο πιο προσεκτική γινόταν, έφερε το τόξο στο ύψος των ματιών και άπλωσε το δεξί χέρι στην πλάτη για βέλος. Όμως, η καρδιά του σφίχτηκε όταν αντιλήφθηκε πως δεν έπιανε τίποτα. Έψαξε πιο καλά, τεντώθηκε όσο μπορούσε, αλλά έπιασε μια άδεια φαρέτρα. Απ’ τη μανία του γύρισε γύρω-γύρω, προσπαθώντας να ψάξει καλύτερα, λες και η πλάτη του θα ερχόταν μπροστά με αυτή την κίνηση. Σκέφτηκε πως θα ήταν ιδιαίτερα αστείο θέαμα, και σταμάτησε. Άρχισε να λύνει λουριά, - τι τά ‘χε κάνει τόσα βέλη, δεν είχε ρίξει ούτε ένα, να χάθηκαν; - όταν κατάλαβε πως ούτε ελάφι θα είχε μείνει πια κοντά, ούτε τίποτα. Μάταιη η αναμονή, σκέφτηκε, και έβρισε μέσα απ’ τα δόντια του.



Κατάφερε να λύσει τα λουριά της φαρέτρας και την ξεπέρασε απ’ τον ώμο του. Την κράτησε στο χέρι του και ήταν χρυσή, με χρυσά λουριά.



Το μενταγιόν βρισκόταν στην παλάμη του, και αναρωτήθηκε γιατί. Νόμιζε πως το είχε φορέσει, θα έπρεπε να κρέμεται στο στήθος του, αλλά το κρατούσε ακόμα στο χέρι. Μήπως ήταν η ιδέα του; Το ξανάβαλε – ή το έβαλε, τώρα μόλις; - και αυτή τη φορά θα…



Αυτή τη φορά θα προλάβαινε. Το τραίνο δεν έτρεχε πολύ γρήγορα, ήταν καλή πρόκληση. Έβαλε τη μάσκα του - ήταν μαύρη και κάλυπτε το μισό πρόσωπο -ετοιμάστηκε να πηδήξει όταν θα περνούσε το πρώτο βαγόνι, και έκανε το σταυρό του. Αυτό τον ενόχλησε, σα να μην είχε ξανακάνει ποτέ τον σταυρό του, και ένιωσε περίεργα. Αλλά η στιγμή ήταν κρίσιμη, δεν χώραγε σκέψεις και αμφιβολίες. Πήρε βαθιά ανάσα, το τραίνο που πλησίαζε είχε έναν γνώριμο ήχο, έκανε τουούτ, με τρόπο που τον συγκινούσε ενοχλητικά, και ενώ ήταν έτοιμος να πηδήξει, κάτι τον τράβηξε πίσω.



«Τι παίζουμε;»

Η ερώτηση ήρθε από δύο κόκκινα, πανέμορφα χείλια. Κοίταξε πιο πάνω και είδε ότι και το υπόλοιπο πρόσωπο ήταν πανέμορφο. Και γνωστό. Και αγαπημένο.

«Τι παίζουμε, Λέο;»

«Τι θες εσύ εδώ;»

«Ήρθα μαζί σου. Ποτέ πια δεν θα σε αφήσω μόνο.»



Μόνο. Αυτή η λέξη κάτι του θύμιζε. Μόνος. Μόνος του. Θυμόταν να είναι μόνος του κάπου μακριά.



«Ληστεία τραίνου», απάντησε, και του φάνηκε πως κάποιος απάντησε αντί γι’ αυτόν, με τη φωνή του.

«Ωραία! Να, έρχεται κι άλλο.»

«Δύο. Εγώ θα πάρω το πρώτο, εντάξει;»

«Γιατί όχι μαζί;»

«Έτσι θα πάρουμε πιο πολλά λεφτά.»



Του φάνηκε απόλυτα λογική αυτή η απάντηση, αλλά λίγο μηχανική, σα να την είχε προβάρει. Η κοπέλα δίπλα του γέλασε ενθουσιασμένη, και τότε εκείνος πήδηξε στο πρώτο τραίνο, το δικό του.



Η Ράισα τον κοίταξε για μια στιγμή, είδε πως είχε ανέβει, και συγκεντρώθηκε στον δικό της στόχο. Πήρε φόρα, πήδηξε με ευκολία που δεν την παραξένεψε στο ελάχιστο, και γαντζώθηκε με τα δάχτυλα από κάτι πολύ βολικές προεξοχές του βαγονιού. Ενώ έψαχνε τρόπο να κατέβει στο κοντινότερο παράθυρο για να πει το πολυπόθητο «Ληστεία, ψηλά τα χέρια», άκουσε από μακριά τον Λέο να της φωνάζει.

«Πήδα κάτω! Πήδα κάτω τώρα!»



Δεν το σκέφτηκε πολύ, η επιχείρηση ήταν δική του. Πήδηξε από το κινούμενο τραίνο με γενναία καρδιά, όπως αρμόζει σε μια λησταρχίνα. Προσγειώθηκε άτσαλα, χτύπησε τα πλευρά της και τραντάχτηκε. Αποπροσανατολισμένη, ζαλισμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη. Κοίταξε με κόπο ψηλά, γιατί πονούσε ο αυχένας της από την πρόσκρουση με το έδαφος. Βρισκόταν σε πλαγιά, από πάνω της οι ράγες έτριζαν. Είδε πως το τραίνο του Λέο πλησίαζε. Είχε βγει μπροστά του με το σάλτο, φυσικά. Τον άκουσε να της φωνάζει «Εδώ υπάρχουν εχθροί», και αμέσως κατάλαβε. Ήταν εκείνοι! Ήταν οι κακοί που είχαν σκοτώσει τον πατέρα του Λέο και είχαν απαγάγει τη μητέρα του. Πόση τύχη να τους βρουν έτσι, χωρίς κόπο, ενώ πήγαιναν για μια απλή ληστεία. Ο Λέο συνέχιζε να φωνάζει, ενώ τον έβλεπε να παλεύει με κάποιον, είχαν μαχαίρια, αλλά ο Λέο ήταν αριστοτέχνης στη μάχη με μαχαίρι, με ξίφος, αλλά και στο σημάδι με εξάσφαιρο. Της φώναζε «Έλα να με βοηθήσεις, έχουν βάλει γάντζους που σκοτώνουν τους περαστικούς. Πρέπει να τους βγάλουμε, αλλιώς θα πάρουν όλες τις αθώες ψυχές μαζί τους».



Μαζί τους… Πού πήγαινε αυτό το τραίνο;

Η Ράισα κούνησε το κεφάλι της απότομα, έπρεπε να συνέλθει. Καθυστερούσε, έχανε χρόνο. Τώρα το τραίνο την είχε φτάσει, περνούσε ακριβώς από πάνω της. Εκείνος πέταξε τον σκοτωμένο εχθρό στο έδαφος, και το πτώμα έπεσε μπροστά της. Το βαγόνι του είχε ξεμακρύνει, τώρα μόνο δύο απέμεναν. Τα πρώτα δεν είχαν γάντζους - μήπως ο Λέο είχε κάνει λάθος; - αλλά στο τελευταίο που πλησίαζε, τους είδε. Πώς να τους αποφύγει άνθρωπος; Ήταν τόσοι πολλοί, κρέμονταν στο πλαϊνό του βαγονιού, ως τη γη σχεδόν. Έβαλε όλη της τη δύναμη και πήδηξε, πίστευε πως θα τα κατάφερνε, ήξερε πως αυτή τη στιγμή είχε τη δύναμη, και τα κατάφερε, απέφυγε τους γάντζους και πιάστηκε από την οροφή.



Άρχισε να λύνει συρματόσχοινα με λύσσα, δεν ήξερε τίποτα, ούτε γιατί το έκανε, ούτε πού πήγαινε το τραίνο, ήξερε όμως ότι έπρεπε να το κάνει. Έλυνε, έλυνε, κι ας έχανε την ισορροπία της από τα τραντάγματα, και με κάθε γάντζο που εξαφανιζόταν, το τραίνο έκοβε ταχύτητα. Και όσο έκοβε ταχύτητα, τόσο μίκραινε, μίκραινε, ώσπου έγινε ένα παιδικό παιχνίδι, γυαλιστερό και όμορφο, και αυτή κι ο Λέο κάθονταν στο πάτωμα μιας κουζίνας κι έπαιζαν.

«Νικήσαμε τους κακούς», της είπε τότε, και είδε ότι ο αγαπημένος της έκλαιγε.

«Μα δεν ήταν αληθινοί», του απάντησε, αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Κι έπειτα, κοίταξε γύρω και αναρωτήθηκε πού βρίσκονταν.

«Μέσα στο μενταγιόν», απάντησε μια φωνή απαλή, τρυφερή. «Βγάλε το, αγόρι μου. Βγάλε το απ’ το λαιμό σου.»



Η Ράισα σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα.

«Ποιος είναι;»

«Εγώ.»

Του άνοιξε, και τρόμαξε που τον είδε να κλαίει. Δεν τον είχε ξαναδεί να κλαίει.

«Αγάπη μου; Τι έγινε;»

«Πέθανε η μητέρα μου, θυμάσαι;» της είπε σε μια προσπάθεια να αστειευτεί.

«Ναι, το ξέρω. Συγγνώμη. Εννοούσα…»

«Τι έγινε τώρα και κλαίω.»



Κατέβασε το κεφάλι της και του έκανε χώρο να μπει μέσα.



Το σπίτι της ήταν σκοτεινό, τα παράθυρα κλειστά.

«Κοιμόσουν;»

«Ναι, με πήρε ο ύπνος σήμερα. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό. Με ξύπνησες τώρα δα, με το κουδούνι, και δεν το πίστευα όταν είδα την ώρα.»

«Ξέρω εγώ.»

Τότε μόνο είδε πως ο Λέο κρατούσε μια μαύρη σακούλα. Την άνοιξε και έβγαλε από μέσα ένα πλαστικό, όμορφο τραινάκι. Μόλις το είδε, έβγαλε μια φωνή, πολύ σιγανή, και ο Λέο την αγκάλιασε.

«Θα σου μιλήσω τώρα», της είπε, και κάθισαν όπως-όπως, χωρίς να παίρνουν τα μάτια τους ο ένας απ’ τον άλλο. Εκείνου έτρεμαν τα χείλια, εκείνη ήταν βουρκωμένη.



«Ο πατέρας μου είχε φύγει χωρίς να της πει πού θα πήγαινε. Μόνος του. Πρώτη φορά το έκανε. Μέχρι τότε πήγαιναν παντού μαζί. Έλεγε πως ο γίγαντας κάποτε θα έβρισκε το σπίτι μας, και πως έπρεπε να τον σκοτώσουν. Η μητέρα μου τον παρακαλούσε να το ξεχάσει, έλεγε πως ήταν αδύνατο να μεταφερθεί στον κόσμο μας χωρίς ένα ανάποδο μενταγιόν, αλλά ο πατέρας μου δεν ησύχαζε. Με τον καιρό σταμάτησε να μιλάει γι’ αυτό, αλλά όταν περίμεναν να γεννηθώ εγώ, έφυγε μια μέρα, και δεν γύρισε ζωντανός. Εκείνη τον είδε, τον είδε μπροστά στα μάτια της, γιατί όταν τον σκότωνε το κτήνος, ο πατέρας μου έβγαλε το μενταγιόν και το πέταξε. Ήξερε ότι θα πέσει στην αυλή μας, εκεί όπου βρέθηκε όταν έσκαβαν για τα θεμέλια του σπιτιού. Αφού άφησε την τελευταία του πνοή, όλα ξανάγιναν κανονικά, αλλά η μητέρα μου ποτέ. Τον είχε δει να πεθαίνει, να συνθλίβεται από τη μανία του γίγαντα. Βέβαια, εδώ, στον κόσμο μας, όλοι ξέρουν πως ο πατέρας μου έπεσε απ’ την οικοδομή, αλλά αυτό είναι μόνο η μισή αλήθεια».



Σταμάτησε για λίγο και τη ρώτησε:

«Κατάλαβες μέχρι εδώ; Πες μου αν κατάλαβες.»

Του έγνεψε πως ναι, είχε καταλάβει, για κάποιον περίεργο λόγο είχε καταλάβει τα πάντα, κι εκείνος συνέχισε.

«Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ ξέρω πως σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο κάποιον σκότωσα χτες βράδυ.»



Η Ράισα έβαλε το χέρι στο στόμα της, και κοίταξε το τραινάκι. Ο Λέο έκλαιγε πια με λυγμούς, και έπεσε στην αγκαλιά της απελπισμένα.



«Πες μου, Ράισα, ποιον σκότωσα, ποιον σκότωσα, ποιον σκότωσα;»



Μια αναλαμπή λογικής φώτισε τότε το μυαλό της.

«Πού είναι το μενταγιόν;»



Εκείνος σήκωσε τα θολά μάτια του και την κοίταξε με ελπίδα.



Εκείνη επανέλαβε ψύχραιμα.



«Δείξ’ το μου.»




.


#25 Mesmer

Mesmer

    Achievement unlocked

  • Global Moderators
  • 2.905 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Άγγελος

Posted 03 Μάρτιος 2011 - 11:28

Τρόμου, στις 3.013 λέξεις.

Attached File  Η εκδρομή.pdf   275,98KB   18 downloads
"If sacred places are spared the ravages of war, then make all places sacred. And if the holy people are to be kept harmless from war, then make all people holy" ~ The Silver Surfer

#26 Tiessa

Tiessa

    Midpoint Reveller

  • Members
  • 3.732 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Βάσω

Posted 03 Μάρτιος 2011 - 12:15

Οι μονομάχοι είναι έτοιμοι εγκαίρως. :)
Δεν είδα ακόμα τι έχουν γράψει, αλλά εκ των προτέρων συγχαρητήρια και στους δυο που κατάφεραν να συνδέσουν τις δυο παραγράφους.

Κανονίζουμε κάποια στιγμή να μπει το poll και αρχίζουμε να ψηφίζουμε και να σχολιάζουμε.

Please, be honest with me. The truth can hurt me only once.


#27 DinoHajiyorgi

DinoHajiyorgi

    Επόπτης Παλιρροιών

  • Members
  • 8.613 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Ντίνος

Posted 04 Μάρτιος 2011 - 01:26

Αυτό το βαγόνι με τους γάντζους όντως είναι τραβηγμένο concept, τόσο τραβηγμένο που θέλει λίγη έξτρα διαστροφή για να το βάλεις σε μια αποδεκτή λογική. Και οι δύο συγγραφείς έφεραν μια κάποια αμήχανη, τραβηγμένη από τα μαλλιά λύση για να τους δικαιολογήσουν. Ήταν το πιο προβληματικό σημείο, και σχεδόν καμία από τις δύο ιστορίες δεν με κάλυψε ικανοποιητικά. Η αμηχανία λίγο-πολύ επηρέασε και τα πέριξ, ήταν όμως της Cassandra Gotha που με μπέρδεψε περισσότερο. Τόσο, που πολλά από αυτά που μου περιέγραφε αδυνατούσα να τα δω με το βλέμμα της φαντασίας μου.

Από την ιστορία του Mesmer μου άρεσε κυρίως η ατμόσφαιρα. Κατά τα άλλα δεν με έπεισε ο μύθος. Έχεις τρένο, έχεις ράγιες, αλλά χρειάζεσαι ΚΑΙ γάντζους για να κομματιάσεις ένα θύμα; Και γιατί δεν κουνήθηκε η μηχανή την πρώτη φορά; Γιατί κουνήθηκε τώρα; Και με μια ματιά σε παλιά φωτογραφία όπου κάποιος μοιάζει με τον τύπο που γνώρισαν, οδηγεί αμέσως σε βιαστικό αλλά σωστό συμπέρασμα;! Πολύ τρέχεις. Θα μπορούσες να πεις πιο ευφάνταστα την ίδια περίπου ιστορία… αν μπορούσαμε μόνο να εξηγήσουμε εκείνους τους γάντζους.

Ψήφισα του Mesmer.
“The great tragedy of my life is that in my search for the Holy Grail everyone calls True Love, I see myself as Zorro, a romantic and mysterious highwayman - and the women I desire see me as Porky Pig.” (Harlan Ellison – Grail)

#28 Sonya

Sonya

    Inquisitor Travelyan

  • Members
  • 3.343 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Χριστίνα
  • Currently reading:Όλες οι Γεύσεις του Φωτός της Βάσως Χρήστου

Posted 04 Μάρτιος 2011 - 09:28

Μου άρεσαν πάρα πολύ και οι δύο ιστορίες. Με δεδομένες τις παραγράφους, και οι δύο μονομάχοι κατάφεραν να δέσουν σε τελείως διαφορετικά σκηνικά τις ιστορίες τους.

Το πλέγμα ανάμεσα στο παραμύθι και την πραγματικότητα, την ιστορία των γονιών και των παιδιών, την αλήθεια μέσα κι έξω απ' το μενταγιόν, έδωσε μια σχεδόν μαγική χροιά στην ιστορία της Άννας. Δεν χόρταινα να διαβάζω! Ναι, οι γάντζοι είχαν ένα μικρό θέμα γενικά, αλλά to hell! το υπόλοιπο ήταν μια πολύ συγκινητική αναδρομή στα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας και το πόσο αληθινά φαίνονταν τότε.

Στην ιστορία του Άγγελου μου άρεσε ο τοπικός θρύλος, αλλά παρά την υπέροχη ατμόσφαιρα, θεωρώ ότι του έλειπαν κάποια κομμάτια αληθοφάνειας. Μικρά, αλλά μ' έκαναν να ρωτήσω "και γιατί δεν τους προειδοποιεί κανείς;" "και γιατί κανείς δεν ήξερε για έναν τέτοιο θρύλο που θα ήταν τίγκα τουριστική ατραξιόν, κυρίως με την ψόφια αμαξοστοιχία;" "και γιατί όλες οι γκόμενες στα διηγήματα τρόμου είναι τόσο ηλίθιες;" κλπ και μ' έβγαλαν για λίγο απ' την πραγματικά όμορφη ιστορία.

Κι επειδή από σήμερα δηλώνω ετωών τριανταδύο, αλλά ποτέ δεν κατάφερα στην πραγματικότητα να ξεπεράσω την ηλικία των εννέα, θα ψηφίσω Κασσάνδρα!

Literature is a textually transmitted disease , normally contracted in childhood.


#29 KELAINO

KELAINO

    χμμμ... πέρκελε...

  • Members
  • 2.590 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Μπάμπης
  • Currently reading:The Night Circus, Erin Morgenstern

Posted 04 Μάρτιος 2011 - 11:01

"Παράλληλη σφφάδικη πραγματικότητα" vs "νεαροπαρέα σε παράξενο χωριό".

Από Κασσάνδρα μ' άρεσε η γραφή με τις κοφτές προτάσεις και το κάπως αποστασιοποιημένο ύφος. Ένιωσα μια ταύτιση με τη μαμά του Λέο (μονίμως στην κοσμάρα μου, καθότι) και γενικότερα ήταν μια γλύκα το διάβασμα.

Για την Εκδρομή έχω τις ίδιες περίπου αντιρρήσεις που έχει και η Σόνια. Και το ότι αναγνώρισαν σε μια φωτογραφία του 1910 τον Λέο ήταν μάλλον παρατραβηγμένο.


ΥΓ το Άσχετον: στα νειάτα μου όργωνα τας Ευρώπας με ιντερέιλ, οπότε στην αρχή της Εκδρομής κατενθουσιάστηκα, έχοντας αναγνωρίσει πολλά πράγματα: το να κατεβαίνεις αυθόρμητα σε ένα κ***χώρι που σε γυάλισε και να το μετανοιώνεις ακριβώς ένα νανοσεκόντ αφού φύγει το τραίνο. Το επόμενο τραίνο να είναι την άλλη μέρα στις οχτώ. Να θες να πνίξεις την παρέα σου στο Ρήνο. Να παίρνεις το νυχτερινό για να φτάσεις το πρωί ξεκούραστος, ξεχνώντας κάθε φορά πως, αν κοιμηθείς στο τραίνο, φτάνεις το πρωί σα σκεβρωμένος γκασμάς.
Ααααχχχ... δόουζ γουέρ δε ντέιζ...
Hegel is arguing that the reality is merely an a priori adjunct of non-naturalistic ethics, Kant via the categorical imperative is holding that ontologically it exists only in the imagination, and Marx is claiming it was offside





Posted Image


#30 WILLIAM

WILLIAM

    Imagination is the key/ into lands of fantasy

  • Members
  • 2.648 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:WILLIAM
  • Currently reading:Ο Κυνηγός Των Σκιών - Αλεξέι Πέχοφ

Posted 04 Μάρτιος 2011 - 13:41

Ωραίες ιστορίες και οι δυο, με διαφορετικό είδος φαντασίας.
Λίγες εξηγήσεις παραπάνω θα χρειάζονταν ίσως στην ιστορία της Κασσάνδρας αλλά μου άρεσε η ιδέα του κόσμου που το μενταγιόν περικλείει.
Όσον αφορά τη μηχανή αν κατάλαβα καλά και τώρα δεν κινήθηκε, κινήθηκε το αντικείμενο πάνω στο οποίο ήταν δεμένη η Ράισα.
Για τους γάντζους μια πιθανή εξήγηση, στο διήγημα του Mesmer θα ήταν ότι μιας και από τύχη θα μπορούσε το τραίνο αυτό καθαυτό να μην την χτυπήσει όντας ξαπλωμένη θα το έκαναν οι γάντζοι.
ακόμα δεν αποφάσισα ποια ιστορία να ψηφίσω, είναι το ίδιο καλές.

Edited by WILLIAM, 04 Μάρτιος 2011 - 13:41.

Υπηρετώντας Ο Ένας Τον Άλλο Είμαστε Ελεύθεροι

#31 alkinem

alkinem
  • Members
  • 836 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιάννης
  • Currently reading:Οι Κυρίες Του Τρόμου(Συλλογή Διηγημάτων)

Posted 04 Μάρτιος 2011 - 19:05

Πραγματι, καλογραμμένες ιστορίες και οι δύο. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα αρκετά ώσπου να αποφασίσω ποια θα ψηφίσω.
Του Mesmer είναι σαφώς καλύτερα δομημένη ως ιστορία. Ο αναγνώστης καταλαβαίενει εύκολα το τι συμβαίνει, μα ακόμα κι έτσι, κάτι δεν πηγαίνει σωστά. Οι αδυναμίες έχουν ήδη αναφερθεί, αλλά θα πω κι εγώ την απορία μου.
Spoiler

Της Cassandra ήταν πιο χαώδης κι αυτό δεν το μετράω σαν αρνητικό. Η ιστορία είχε μια έντονη ονειρική χροιά, τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας ήταν τελείως θολά(όχι μόνο στο μυαλό του αναγνώστη, μα κυρίως σε αυτό των ηρώων) και η μυστηριώδης εισχώρηση σε ένα φανταστικό κόσμο ήταν κάτι το οποίο πάντα με συνάρπαζε. Βεβαίως όλα τα παραπάνω μπορούν να κουράσουν και να μπερδέψουν κάποιον(εμένα προσωπικά μόνο το τέλος μου άφησε πολλά ερωτηματικά).
Λοιπόν, αν και μεγάλος φαν του τρόμου, αυτή τη φορά θα προτιμήσω την απλή φαντασία. Η ψήφος μου πάει στην Cassandra.

Αν θες ν' αγιάσεις, πρέπει ν' αμαρτήσεις... ε, κι αν προλάβεις, να μετανοήσεις...


#32 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.226 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 05 Μάρτιος 2011 - 11:13

Ευχαριστούμε πολύ που διαβάζετε και σχολιάζετε!

Συμπαίκτη, ισσοπαλία είμαστε μέχρι στιγμής. :bow_arrow: (Το emoticon ξέρω, είναι άσχετο. Αλλά μου άρεσε.)

.


#33 Big Fat Pig

Big Fat Pig
  • Members
  • 517 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιάννης

Posted 05 Μάρτιος 2011 - 15:31

Και οι δύο ιστορίες θεωρώ ότι αξιοποιούν ικανοποιητικά τις παραγράφους αν και η Cassandra δίνει το κάτι παραπάνω πιστεύω.

Cassandra Gotha

Η αντιπαράθεση ονειρικού/πραγματικότητας δίνει μία αρκούντως μαγική ατμόσφαιρα, ενώ μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκαν τα παιχνίδια όπως μου άρεσε/ήταν επιτυχημένη η ιδέα του μενταγιόν. Μου άρεσε αυτό που πιστεύω ότι θέλησε να πει η ιστορία (στο πρώτο κομμάτι). Τα προβλήματα όμως για μένα είναι πιο πολλά: Επενδύει τόσο πολύ στην πρώτη παράγραφο, που περιμένω να διαβάσω κάτι σχετικό. Στη συνέχεια το κέντρο βάρους μεταφέρεται στη μητέρα, ενώ αργότερα στον πατέρα. Στο τέλος, μπερδεύομαι σχετικά με τα συναισθήματα του ήρωα, ενώ δεν κατάλαβα. Όπως είναι το βρίσκω μάλλον μπερδεμένο, ανοίγει πολλά μέτωπα (το πρωταγωνιστικό δίδυμο και η σχέση τους, μητέρα, πατέρας, παρελθόν, ενοχές) και δεν κλείνει κανένα ικανοποιητικά. Βλέπω εδώ την ιδέα και όμορφο υλικό για μία πολύ μεγαλύτερη ιστορία -που θα ήθελα να διαβάσω- αλλά δεν βλέπω ιστορία, με αποτέλεσμα, το συναίσθημα στο οποίο ποντάρει η αφήγηση να βγαίνει εκβιαστικά. Μην ξεχάσω: πολύ-πολύ ωραία η ιδέα της ιστορίας του πατέρα.

Mesmer
Άνισοι ρυθμοί, και απουσία χαρακτήρων. Εμένα ο μύθος και με έπεισε και μου άρεσε, ήταν το καλύτερο σημείο (όπως και το setting) αλλά η εξιστόρηση είχε λογικά προβλήματα (π.χ. φωτό, γιαγιά) ενώ από ένα σημείο και μετά έτρεχε υπερβολικά γρήγορα εκεί που έπρεπε να γίνει πιο αναλυτική και να ολοκληρώσει ικανοποιητικά. Δεν έχω πολλά άλλα να πω εδώ.

Αν και θα ψήφιζα μια πλήρη εκδοχή (ή έστω τις προθέσεις) της ιστορίας της Cassandra, ψηφίζω Mesmer (καλώς ή κακώς), γιατί παρ' όλα τα σημαντικά προβλήματα, το διήγημα άρχισε και τέλειωσε.


Edit:
Αν και ίσως, μιας και την είχε έτοιμη τόσες μέρες, να έπρεπε να τον "τιμωρήσω", που δεν την δούλεψε όσο θα έπρεπε. Posted Image

Edit, τέλος.


Αννα, θέλεις να την δουλέψεις παραπάνω; Να την κάνεις πιο μεγάλη; π.χ. μία ωραία νουβέλα ή μυθιστόρημα;
Θέλω παρ' όλ' αυτά να μας εξηγήσεις για το τέλος. Και αν θες, να μας/μου πεις ποια είναι η κεντρική ιδέα της. Η ερώτησή μου είναι απολύτως σοβαρή και ειλικρινής (για να μην παρεξηγηθώ δηλαδής).


O.T.

ΥΓ το Άσχετον: στα νειάτα μου όργωνα τας Ευρώπας με ιντερέιλ, οπότε στην αρχή της Εκδρομής κατενθουσιάστηκα, έχοντας αναγνωρίσει πολλά πράγματα: το να κατεβαίνεις αυθόρμητα σε ένα κ***χώρι που σε γυάλισε και να το μετανοιώνεις ακριβώς ένα νανοσεκόντ αφού φύγει το τραίνο. Το επόμενο τραίνο να είναι την άλλη μέρα στις οχτώ. Να θες να πνίξεις την παρέα σου στο Ρήνο. Να παίρνεις το νυχτερινό για να φτάσεις το πρωί ξεκούραστος, ξεχνώντας κάθε φορά πως, αν κοιμηθείς στο τραίνο, φτάνεις το πρωί σα σκεβρωμένος γκασμάς.
Ααααχχχ... δόουζ γουέρ δε ντέιζ...


Εντάξει, φτάνει, τα κατάφερες. Μ' έπιασε κατάθλιψη. Posted Image


Edited by Big Fat Pig, 05 Μάρτιος 2011 - 15:35.


#34 Cassandra Gotha

Cassandra Gotha

    κάτοικος σπηλιάς

  • Members
  • 4.226 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 05 Μάρτιος 2011 - 15:38

Big Fat Pig, τι να παρεξηγήσω από όσα είπες; Απεναντίας, χαίρομαι που ασχολήθηκες τόσο με την ιστορία μου.

Αν και το σκέφτηκα κι εγώ να την ολοκληρώσω, δεν ξέρω αν θα το κάνω (δεν λέω όχι, λέω ότι δεν ξέρω).
Για απαντήσεις, θα επανέλθω μετά τη λήξη του poll.

Ευχαριστώ. :)

edit μια μέρα μετά, για να βγάλω ένα Β και να βάλω στη θέση του ένα Ρ.

Edited by Cassandra Gotha, 06 Μάρτιος 2011 - 13:18.

.


#35 wordsmith

wordsmith

    άτημι κενονία

  • Members
  • 4.228 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Κέλλυ

Posted 06 Μάρτιος 2011 - 11:21

Λοιπόν, μου άρεσαν και οι δύο ιστορίες αρκετά. Πριν τις διαβάσω, είδα ότι η μία ήταν φαντασυ και η άλλη τρόμου και θεώρησα πως το φάντασυ θα μου αρέσει περισσότερο, αλλά έκανα λάθος.

Cassandra Gotha: Πολύ ωραίες οι ιδέες για παράλληλους κόσμους και για μαγικά αντικείμενα που μεταφέρουν τους πρωταγωνιστές από τον ένα κόσμο στον άλλο. Επίσης ωραίο twist το να για φαίνονται και στην πραγματικότητα οι συνέπειες των όσων συμβαίνουν σε άλλους κόσμους(γενικά μου αρέσουν όλα όσα ερμηνεύονται με πάνω από έναν τρόπους). Όχι πρωτότυπα όλα αυτά, αλλά οκ, πετυχημένος τρόπος να συνδέσεις τις παραγράφους και μπράβο για τη φαντασία σου. Αλλά ο Λέο μού γίνεται από την πρώτη στιγμή αντιπαθητικός, αν και δίνεις δικαιολογίες για τη συμπεριφορά του. Και επίσης στο τέλος μπερδεύομαι και δεν καταλαβαίνω τι γίνεται.
Spoiler
Και το τέλος δε μοιάζει για τέλος. Μπορώ να φανταστώ τι υπονοείς πως πρέπει να υποθέσει ο αναγνώστης ότι συμβαίνει μετά την τελευταία φράση, αλλά, πέρα από αυτό, εγώ ως αναγνώστρια έμεινα με πολλά ερωτηματικά. Το οποία περίμενα να απαντηθούν πριν το τέλος και δεν απαντήθηκαν.

Mesmer: Τα αρνητικά εδώ είναι καταρχάς η γλώσσα, που προδίδει τον κάπως αρχάριο ακόμα συγγραφέα: πολλά "ήταν" και "υπάρχουν", που μπορούσες να τα αντικαταστήσεις με πλουσιότερο λεξιλόγιο ή να τα κόψεις τελείως. Επίσης, σε πολύ μικρό βαθμό, είχα την εντύπωση σε κάποια σημεία ότι δεν εμπιστεύεσαι τον αναγνώστη ότι θα καταλάβει τι γίνεται με τις ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες και βάζεις και κάποιες λέξεις που δε χρειάζονται. Μου περνάει από το μυαλό ότι αυτή η ιστορία θα έστεκε και με έναν μόνο χαρακτήρα στη θέση των τριών, μία κοπέλα, η οποία θα κατέληγε κλπ κλπ. Είναι φανερό ότι έγιναν τρεις για τις ανάγκες του ρακόρ, αλλά τουλάχιστον μπορούσες να αφηγηθείς την ιστορία με την οπτική γωνία κάποιας κοπέλας από την αρχή (μια που τελικά οι κοπέλες πρωταγωνιστούν) και όχι να αρχίζεις με το Ντάνι και να αλλάζεις μετά.
Κατά τα άλλα μεγάλο πλεονέκτημα η πολύ κατανοητή δομή, το σαφές αν και "ανοιχτό" τέλος, η πειστική, αν και κλισέ, ατμόσφαιρα "έρημο χωριό με γέρους παράξενους" και κυρίως, huge pro επίσης για μένα, το ότι ο τρόμος έχει, ως ένα σημείο, εξήγηση, φτιάχνεις από πίσω έναν ολόκληρο θρύλο, δεν είναι του στυλ "μια άγνωστη δύναμη βγαίνει από το πουθενά και τους τρώει όλους για μυστήριους λόγους". Μπράβο που κατέβασες ιδέες για να καλύψεις αυτό το κενό!
Ως προς την απορία του John82,
Spoiler


Ως προς τους γάντζους, ήταν πολύ δύσκολο να βρουν οι δυο μονομάχοι μας μια καλή εξήγηση και, όταν αποκαλυφθεί από ποιο βιβλίο είναι η πρώτη παράγραφος, να μας πει ο ιδιοκτήτης του βιβλίου πώς δικαιολογεί ο συγγραφέας εκείνος τους γάντζους, είμαι περίεργη. Εγώ θα τους παρέλειπα τελείως.


Ψηφίζω τον Mesmer.
"Why have I so little control? It is the case of much waste and pain in my life" Virginia Woolf

#36 Tiessa

Tiessa

    Midpoint Reveller

  • Members
  • 3.732 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Βάσω

Posted 06 Μάρτιος 2011 - 12:55

Μια που ο συνδέτης του ρακόρ δεν παίζει τον ίδιο ρόλο με τον εισηγητή του write-off, μάλλον δεν πειράζει να σχολιάσω τώρα.

Στο μεταξύ, συγχωρήστε μου αυτό αλλά δεν άντεξα:

O.T.
Όταν πήρα τις παραγράφους, η πρώτη ιστορία που ήρθε στο μυαλό μου ήταν πως ένας γίγαντας έχει εξαπολυθεί -όχι ακριβώς παραμυθογίγαντας αλλά κάτι σαν μεταλλαγμένος- και κάνει φονικά και μια παρέα τον κυνηγάει, καταλήγοντας σε ένα τρένο με γάντζους.:whistling:
Χαίρομαι που κανένας δεν έγραψε αυτό αλλά μας προσφέρατε κάτι πιο ευφάνταστο.
:rolleyes:


Στο θέμα μας:
Βρήκα περισσότερο γοητευτική την ιστορία της Cassandra. Αισθάνθηκα ωστόσο ότι μου έλλειπε ένα πιο σαφές τέλος. Δεν θα πρωτοτυπήσω γιατί ήδη αναφέρθηκε, μεγάλο μέρος των λέξεων ξοδεύτηκε στον χαρακτήρα του ήρωα και στις σχέσεις του με τη μητέρα του και την κοπέλα του και πολύ λιγότερο εκεί που χρειαζόταν, στο ονειρικό ταξίδι, στους παράλληλους κόσμους και σε όλα τα σχετικά. Αν η ιστορία γίνει μεγαλύτερη, θα πάρουν όλα μια καλύτερη θέση και νομίζω τους αξίζει επειδή έχουμε μια πολύ καλή ιδέα και πολλές ονειρικές σκηνές.
Πολύ έξυπνο και το πώς επηρεάζει ο ένας κόσμος τον άλλον.


Ο Mesmer με έβαλε στο θέμα άμεσα. Με το που είδα να κατεβαίνουν σε σταθμό σκέφτηκα ότι το τρένο το έχουμε κιόλας στην τσέπη. Από κει και πέρα, ενώ έχουμε μια πολύ ομαλά γραμμένη ιστορία, όπου όλα γίνονται κατανοητά, μου λείπουν κάποια στοιχεία για να την απογειώσουν. Έχουμε την αλλαγή οπτικής γωνίας από τον Ντάνι στη Ράισα στην Γκουέν και πάλι πίσω και αυτό στον περιορισμένο χώρο της ιστορίας δεν μας επιτρέπει να ταυτιστούμε με κανέναν.
Ο μύθος πάλι μπορώ να πω ότι μου άρεσε.

Δυστυχώς με βασανίζουν οι απορίες:
Spoiler


Προβληματίστηκα αρκετά και με τις δυο. Τελικά, οριακά, η ψήφος μου πάει στην Cassandra.
Spoiler

Please, be honest with me. The truth can hurt me only once.


#37 dagoncult

dagoncult
  • Members
  • 1.202 posts
  • Gender:Male

Posted 06 Μάρτιος 2011 - 16:55

Ψηφίζω την Εκδρομή. Χωρίς να με εντυπωσιάσει, άρπαξε ωστόσο από την αρχή το ενδιαφέρον μου και δεν το άφησε.

Πολύ μεγάλος για τα παραμύθια της μαμάς: Δεν κατάλαβα πολλά ρε γμτ, ένιωθα τα άλματα πολύ μεγάλα για να τα παρακολουθήσω. Η σύνδεση των παραγράφων επίσης με ψιλοχάοσε. Ο λόγος και η φυσικότητα των διαλόγων ήταν για ‘μένα κομπλέ. Στο τέλος δεν είμαι σίγουρος τι παίζει.

Η εκδρομή:
Spoiler

''Drop out of life with bong in hand

Follow the smoke toward the riff filled land''

Sleep - Dopesmoker


#38 Stanley

Stanley

    το αγόρι της διπλωτής πόρτας

  • Members
  • 1.732 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Χρήστος

Posted 07 Μάρτιος 2011 - 14:36

Έχει τις δυσκολίες του και το ρακόρ. Πράγματι, η σκηνή με τους γάντζους είναι αρκετά over the top και ωθεί σε αντίστοιχη χρήση της μέσα στην κάθε ιστορία. Τώρα:

Πολύ μεγάλος για τα παραμύθια της μαμάς:
Spoiler


Εκδρομή:
Spoiler


Ψήφισα Μέσμερ, γιατί ήταν πιο ολοκληρωμένη ιστορία και πιο πιστή σε αυτό που ήθελε να περάσει.
Ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

#39 Tattoman

Tattoman

    finding happiness

  • Members
  • 765 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Γιώργος

Posted 08 Μάρτιος 2011 - 17:36

Μπορώ να πω για την παράγραφο στο βιβλίο του συγγραφέα και την χρήση της? @wordsmith, ή δεν κάνει?
Fuck off with your sofa units and strine green stripe patterns, I say never be complete, I say stop being perfect, I say let... lets evolve, let the chips fall where they may.
Tyler durden

#40 Mesmer

Mesmer

    Achievement unlocked

  • Global Moderators
  • 2.905 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Άγγελος

Posted 08 Μάρτιος 2011 - 17:42

Να της πεις, Γιώργο, δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά σε πμ. Εδώ θα φανερωθεί στο τέλος τού διαγωνισμού.
"If sacred places are spared the ravages of war, then make all places sacred. And if the holy people are to be kept harmless from war, then make all people holy" ~ The Silver Surfer




0 user(s) are reading this topic

0 members, 0 guests, 0 anonymous users