Ο άνεμος ούρλιαζε, και τα κύματα έσκαγαν στα βράχια της ακτής, σηκώνοντας μεγάλους αφρισμένους πίδακες. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα σύννεφα, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα στρογγυλό άνοιγμα ανάμεσά τους, ίσα για να φανερώνουν την πανσέληνο, σαν πελώριο μάτι που ατένιζε τα δρώμενα της ανθρωπότητας.
Το πλοίο ήταν ρημαγμένο στα βόρεια της ακρογιαλιάς, λίγο πριν από την αρχή των μεγάλων δασών. Το σκαρί του είχε τσακιστεί πάνω στα βράχια· τα κατάρτια του είχαν σπάσει και τα ιστία κουρελιαστεί· τα αντικείμενα στην πλώρη του –βαρέλια, κασόνια, σχοινιά– είχαν πεταχτεί τριγύρω, στις πέτρες ή στη θάλασσα· οι άνθρωποι του πληρώματός του ήσαν όλοι νεκροί, πνιγμένοι ή τσακισμένοι… εκτός από έναν.
Ο άντρας σερνόταν στην ακτή, μπήγοντας τα δάχτυλά του στο χώμα. Το αριστερό του πόδι αιμορραγούσε, και το δεξί έμοιαζε σπασμένο, τελείως άχρηστο. Στο πρόσωπο του υπήρχε μια έκφραση αγωνίας και τρόμου· τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, τα δόντια του έτριζαν. Και στο μέτωπό του, ανάμεσα από τις μαύρες, πιτσιλισμένες με αίμα τρίχες των μαλλιών του, διακρινόταν ένα σύμβολο: ένας κύκλος, με κάποια απόκρυφη γραφή στην περιφέρειά του.
Ο ναυαγός, όμως, δεν ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα ετούτη τη νύχτα. Επάνω στα βράχια κάτι άλλο σκαρφάλωνε· κάτι ανθρωποειδές, που το δέρμα του γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, σαν να ήταν γεμάτο ψαρίσια λέπια. Το μυστηριώδες ον είχε ξεπροβάλει από τα αφρισμένα κύματα, και έμοιαζε να ήξερε ακριβώς πού κατευθυνόταν…
Όταν βρέθηκε στην κορυφή των βράχων, τα μάτια του στράφηκαν στο ναυαγό, και βάδισε, χωρίς καθυστέρηση, προς το μέρος του, φτάνοντάς τον με μερικές μεγάλες δρασκελιές.
Εκείνος το αντιλήφτηκε, και ούρλιαξε, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στο σφύριγμα του ανέμου.
Η πανσέληνος κοίταζε αδιάφορα από τους αιθέρες, καθώς το φολιδοφόρο πλάσμα άρπαζε το κεφάλι του άντρα με το ένα χέρι, τρυπώντας τη σάρκα του με μακριά γαμψώνυχα και κάνοντας αίμα να πεταχτεί. Τώρα, τα ουρλιαχτά του ναυαγού είχαν ξεπεράσει σε ένταση αυτά του ανέμου.
Τα δύο πρώτα δάχτυλα του πλάσματος μπήχτηκαν στα μάτια του άντρα, ενώ ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο τρύπησαν βαθιά τον δεξή κρόταφο και την περιοχή του αφτιού, και ο αντίχειρας μπήχτηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ναυαγού. Το τέρας μούγκρισε, νικηφόρα, και, μ’ένα απότομο τράβηγμα, ξερίζωσε εκείνο που επιθυμούσε, αφήνοντας στο έδαφος ένα ακέφαλο κουφάρι να σπαρταρά.
Εξακολουθώντας να κρατά το κομμένο κεφάλι από τα μάτια, το πλάσμα επέστρεψε στην κορυφή των βράχων, και πήδησε στα αφρισμένα κύματα, απ’όπου είχε ξεπροβάλει.
Το Μαύρο Μαργαριτάρι του Σάλεμπ'Κάνα
Ο Αύγουστος Μπρόντλευ ξύπνησε σε ένα άγνωστο δωμάτιο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σκληρό κρεβάτι που έτριζε με κάθε του κίνηση και το σώμα του το σκέπαζε μια μάλλινη κουβέρτα. Το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν φωτιζόταν από τις ελάχιστες ηλιαχτίδες που περνούσαν από τις χαραγματιές ενός κλειστού παραθύρου στο διπλανό τοίχο. Στο ελάχιστο αυτό φως μπορούσε να καταλάβει ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και σχεδόν άδειο από έπιπλα: Πέρα από το κρεβάτι, υπήρχε μόνο μια καρέκλα λίγο πιο πέρα από αυτό και κάτι που έμοιαζε με ντουλάπα στον απέναντι τοίχο. Στα αφτιά του έφτανε μόνο ο ήχος του κύματος που πάφλαζε απαλά στην ακτή και ήχοι από θαλασσοπούλια που πετούσαν. Η χαρακτηριστική μυρωδιά αρμύρας που έφτανε στη μύτη του, του επιβεβαίωνε ότι ακόμα βρισκόταν κάπου κοντά στη Πορφυρή Θάλασσα.
Ο πόνος τον τρέλαινε. Το αριστερό του πόδι πονούσε. Το δεξί του χέρι πονούσε. Τα μάτια του πονούσαν. Το κεφάλι του πονούσε. Ο αυχένας του… αυτός κι αν πονούσε! Θα μπορούσε ο Κάλαχραντ να είχε βελτιώσει κατά πολύ το ξόρκι του, κάνοντάς το να απαλύνει το πόνο. Σε σχέση βέβαια με το πώς θα ήταν χωρίς το εν λόγω ξόρκι τον προτιμούσε. Σε τελική ανάλυση, αφού ήταν ανόητος έτσι ώστε ένας από τους Τολνεκ, τους υπηρέτες-πολεμιστές του Σάλεμπ'Κάνα, του κυρίου της Πορφυρής Θάλασσας, του ξερίζωσε το κεφάλι του άξιζε ως μάθημα. Αλλά ήξερε τους κινδύνους που θα του προκαλούσε η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού, του πιο πολύτιμου αντικειμένου του πανίσχυρου αυτού πνεύματος που έλεγχε τη Πορφυρή Θάλασσα. Θα έπρεπε να είχε αρνηθεί την πρόταση του νεόπλουτου ευγενή από το Λάχαντρος, αλλά έπρεπε κάπως να διαφυλάξει τη φήμη του ως του μεγαλύτερου κυνηγού θησαυρών στο κόσμο.
Εξάλλου δε κινδύνευε να πεθάνει: Έφερε στο μέτωπό του τη σφραγίδα του Άρχοντα του θανάτου. Για όσο διαρκούσε η συμφωνία τους ο Κάλαχραντ Δε θα έπαιρνε τη ζωή του, ότι και αν πάθαινε. Στη θέση του θα έπαιρνε τη ζωτική ενέργεια κάποιου από όσους βρίσκονταν δίπλα του, με την οποία και θα τον θεράπευε. Κάπως έτσι ξαναφύτρωσε και το ξεριζωμένο κεφάλι του, όπως είχε γίνει και πριν ένα χρόνο στο Ρέμπακαλ, όταν ο αρχιεκτελεστής του βασιλιά τον αποκεφάλισε με ένα τεράστιο τσεκούρι, μόνο και μόνο για να πέσει αυτός νεκρός μετά το χτύπημα, από την κατάρα του απαίσιου μάγου, όπως έλεγαν και λένε ακόμα στη χώρα εκείνη. Φυσικά ο Αύγουστος σκαρφάλωσε από το λάκκο που είχαν ρίξει το ακέφαλο πτώμα του μόλις το κεφάλι του ξαναφύτρωσε και το έσκασε μέσα στη νύχτα. Βέβαια, όπως και κάθε συμφωνία με ένα τόσο ισχυρό πνεύμα, έτσι και η συμφωνία με τον Κάλαχραντ, είχε κάποια μειονεκτήματα. Πιο συγκεκριμένα η αθανασία αυτή του Αύγουστου Μπρόντλεϋ θα διαρκούσε μόνο για τόσο χρόνο, όσο αυτός δε θα έκανε συμφωνία με κάποιο άλλο πνεύμα. Μπορούσε μόνο να χρησιμοποιήσει κάποια από τις έτοιμες συμφωνίες, είτε τις είχε κάνει αυτός, είτε είχαν γίνει για έναν περιορισμένο αριθμό μάγων είτε για όλους τους μάγους του κόσμου. Έτσι έχανε το μεγαλύτερο όπλο του, τη μαγεία του, και για το λόγο αυτό τα τελευταία τρία χρόνια είχε "χάσει" τη ζωή του καμιά δεκαριά φορές.
Για το λόγο αυτό είχε αποτύχει και η τωρινή του απόδρασή.
Όλα είχαν αρχίσει πριν ένα μήνα, όταν βρισκόταν στη πόλη του Λάχαντρος, στα δυτικά παράλια της Πορφυρής Θάλασσας. Εκεί τον είχε πλησιάσει ένας από τους ευγενείς της πόλης να του ζητήσει να ανακτήσει ένα από τα πολυτιμότερα τρόπαια του πνεύματος που ήταν κύριος της γειτονικής θάλασσας: Ένα μαύρο μαργαριτάρι αμύθητης αξίας. Ο Αύγουστος Μπρόντλεϋ δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος να κάνει κάτι τέτοιο, η αλήθεια ήταν όμως ότι ο ευγενής του έκανε μια πολύ καλή προσφορά για να την αρνηθεί. Όχι μόνο προσφέρθηκε να του πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για αυτό, αλλά και να αποσύρει μια απόφαση που απαιτούσε τη θανάτωσή του στο Λάχαντρος και θα προσπαθούσε να κάνει το ίδιο και για αποφάσεις συμμαχικών πόλεων. Αλλά αυτό που τον ανάγκασε να κάνει τη δουλειά ήταν τα σχόλια που γίνονταν για τις ικανότητες του, μετά την αποτυχία του να κλέψει το στέμμα του βασιλιά του Ρέμπακαλ. Η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού θα έκλεινε τα στόματα των επικριτών του.
Με χρήση της μαγείας του, η δουλειά θα είχε γίνει πολύ εύκολα. Τα πράγματα δεν ήταν όμως απλά. Για αρχή χρησιμοποίησε μια χάρη που του χρωστούσε ένα από τα κατώτερα πνεύματα της Πορφυρής Θάλασσας. Έτσι έμαθε του πού φυλάγεται το αντικείμενο που έψαχνε. Έφτασε στο σημείο εκείνο με μια βάρκα, έδεσε βαρίδια στα πόδια του και έπεσε στη θάλασσα. Η πίεση του νερού τον σκότωσε, αλλά αυτό Δε τον ένοιαζε και πολύ. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο βυθό. Είχε προμηθευτεί από ένα μάγο της σειράς μια από τις Σφαίρες Ανάσας, αντικείμενα από γυαλί που επέτρεπαν στον κάτοχό τους να αναπνέει κάτω από το νερό. Με λίγο ψάξιμο κατάφερε να βρει το κοχύλι μέσα στο οποίο αναπαυόταν το μαργαριτάρι και το άνοιξε χρησιμοποιώντας την μαγική λέξη με την οποία κάθε μάγος μπορούσε να ανοίξει ένα. Πήρε το μαργαριτάρι και, βγάζοντας τα βαρίδια από τα πόδια του, προσπάθησε να ανέβει στην επιφάνεια. Μετά από πολύ προσπάθεια είχε παρόμοια μοίρα με την προσπάθειά του να κατέβει στα βάθη. Τελικά το κουφάρι του το ξέβρασε το κύμα σε μια ακτή.
Εκεί, αφού έκρυψε το απόκτημά του σε ένα ασφαλές σημείο, πήρε ένα καράβι για το Λάχαντρος. Στο καράβι που έχασε μυστηριωδώς δύο ναύτες καθώς πήγαινε στο προορισμό του. Και ήταν προορισμένο να χάσει και τους υπόλοιπους καθώς επέστρεφε.
Ήταν ένα βράδυ με καταιγίδα, όταν ο Αύγουστος ξύπνησε από ένα περίεργο συναίσθημα ανησυχίας. Φόρεσε τα ρούχα του, άναψε ένα κερί και βγήκε από τη καμπίνα του. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός, όσο όμως πλησίαζε στο κατάστρωμα το συναίσθημα αυτό γινόταν όλο και εντονότερο. Όταν τελικά έφτασε στο κατάστρωμα είδε ένα αποτρόπαιο θέαμα: το πλήρωμα που είχε νυχτερινή βάρδια σφαγμένο και τέσσερις ψαρανθρώπους βαμμένους στο αίμα τους. Τόλνεκ σκέφτηκε, και έτρεξε να ξεσηκώσει το υπόλοιπο πλήρωμα, όταν το ακυβέρνητο πλοίο έσκασε με δύναμη στα βράχια της ακτής. Από τη δύναμη της θύελλας διαλύθηκε και σίγουρα όσοι ήταν στα αμπάρια βρήκαν τραγικό θάνατο. Ο ίδιος πετάχτηκε στην ακτή.
Ένιωσε τα κόκαλά του να διαλύονται αλλά παρόλα αυτά διατήρησε τις αισθήσεις του. Οι Τόλνεκ δε φαίνονταν πουθενά. Ξέροντας πόσο εκδικητικός είναι ο Σάλεμπ'Κάνα ο Αύγουστος ένοιωσε το φόβο να τον κυριεύει. Τον πόνο που ένιωθε εκείνη τη στιγμή μπορούσε να τον αγνοήσει, γιατί ο πόνος που θα του προκαλούσε το πανίσχυρο πνεύμα της θάλασσας, του οποίου τον θησαυρό έκλεψε, θα ήταν πολύ χειρότερος.
Άκουσε βήματα πίσω του, και γύρισε να δει τι ήταν. Ένας Τόλνεκ βρισκόταν από πάνω του. Για μια στιγμή έχασε την ψυχραιμία του και ούρλιαξε. Και το ιχθυόμορφο πλάσμα του άρπαξε το κεφάλι και του το ξερίζωσε. Ο πόνος ήταν αφόρητος για το μάγο και λιποθύμησε.
Τώρα όμως ήταν ασφαλής, για την ώρα τουλάχιστον. Σίγουρα όμως, όταν ο Σάλεμπ'Κάνα έβλεπε το σήμα του Κάλαχραντ στο μέτωπό του, θα καταλάβαινε τι κόλπο είχε κάνει και θα επέστρεφε για να πάρει την εκδίκησή του.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι του σχετικά εύκολα και έψαξε το δωμάτιο για τα ρούχα του. Τελικά τα βρήκε στο έπιπλο που έμοιαζε (και ήταν) ντουλάπα και ντύθηκε. Ο πόνος είχε περάσει και τα άκρα του όπως και πριν το ναυάγιο. Άνοιξε τη πόρτα και βρέθηκε σε μια μικρή κουζινίτσα. Το δωμάτιο είχε δύο πόρτες. Από τη μία, που ήταν μισάνοιχτη, είδε μια γυναίκα να κοιμάται σε ένα κρεβάτι. Φαινόταν σχετικά νέα, αλλά από το σημείο που βρισκόταν δε μπορούσε να διακρίνει περισσότερα. Η άλλη πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και έβγαζε στη παραλία δίπλα στο σπίτι. Μπορούσε να δει το κύμα να χτυπά στα βράχια, τους γλάρους να πετάνε, ενώ η μυρωδιά της αρμύρας ήταν εδώ πιο έντονη. Χωρίς δεύτερη σκέψη βγήκε από την έξοδο και ετοιμάστηκε να φύγει.
"Πού νομίζεις ότι πας ξένε" άκουσε να του λεει μια βαριά αντρική φωνή. Γύρισε προς το μέρος της έτοιμος για όλα. Το μόνο που είδε ήταν ένα γέρο να επιδιορθώνει δίχτυα. "Ήσουν χάλια όταν σε βρήκαμε, αλλά τώρα βλέπω έγιανες. Δόξα να έχει ο Δημιουργός που δε σαι πήραν οι δαίμονες της θάλασσας"
Η προφορά του υποδήλωνε ότι ήταν από τη χώρα της Ασαρτια, όπου και η εκκλησία του Δημιουργού είχε πολύ μεγάλη επιρροή και οι κάτοικοι ήταν δεισιδαίμονες. Και οι μάγοι πνίγονταν σε μια λίμνη με βραστό νερό ώστε να εξαγνιστεί η ψυχή τους. Ο Αύγουστος κατέβασε το καπέλο που φορούσε, ώστε να κρύψει το σημάδι στο μέτωπό του.
"Ευχαριστώ για όλα," είπε στο ψαρά και ετοιμάστηκε να φύγει.
"Πού νομίζεις ότι πας παλικάρι μου;" τον ρώτησε ο γέρο-ψαράς. "Θα μείνεις εδώ μέχρι να ξυπνήσει η κόρη μου. Αυτή σε φρόντισε." Σταμάτησε για λίγο και μια έκφραση λύπης εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. "Αν δεν ήσουν εσύ δε θα είχε ξεπεράσει το πόνο της. Έχασε τον άντρα της προχθές. Έπεσε και έσπασε το λαιμό του. Αν δε σε είχαμε βρει χθες στη παραλία, ο δημιουργός ξέρει τι τρέλα θα είχε κάνει."
Η έκφραση του Αύγουστου σκοτείνιασε. Ο Κάλαχραντ είχε τη κακή συνήθεια να τον κάνει να συναντά τους γνωστούς και τους φίλους των όσων πέθαναν στη θέση του μάγου. Προσπαθούσε άραγε να τον κάνει να ακυρώσει τη συμφωνία ή μήπως να τον βασανίσει. Δύσκολα θα το πετύχαινε. Αν ήταν να ζήσει αυτός ή κάποιος άλλος ας ήταν ο καλύτερος. Και αυτός ήταν ο καλύτερος με τις μαγικές του δυνάμεις και τις γνώσεις του.
Θα ήθελε να του εξηγήσει για ποιο λόγο έπρεπε να φύγει, όμως και αυτό ήταν επικίνδυνο. Σχεδόν σίγουρα ο Σάλεμπ'Κάνα είχε αντιληφθεί το ποιος ήταν και το ότι ζούσε και ερχόταν προς τα εδώ. Κάθε δευτερόλεπτο τον έφερνε όλο και πιο κοντά.
"Πρέπει να φύγω. Είναι ζήτημα ζωής και θα…" ξεκίνησε να λεει, όταν ένα τεράστιο κύμα σηκώθηκε από τη γαλήνια μέχρι εκείνη τη στιγμή, θάλασσα. Ο γέρος κοίταξε το κύμα να παίρνει τη μορφή ενός υδάτινου γίγαντα, ο οποίος γινόταν κόκκινος, κόκκινος όπως το αίμα των χιλιάδων ναυτών που είχαν χάσει τη ζωή τους στην άγρια αυτή θάλασσα.
"ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΠΑΣ ΚΛΕΦΤΗ!!!" ούρλιαξαν τα κύματα, καθώς ένα από αυτά άρπαξε τον μάγο από το πόδι και τον έσυρε στο νερό. "ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΠΙΣΩ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΜΟΥ"
Ο Αύγουστος έφτυσε το αρμυρό νερό που είχε μπει στο στόμα και τα ρουθούνια του και προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει. "Δε το έχω" είπε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Και πράγματι δε το είχε. Παλιά ο Νιθαλορ, ο Κύριος του Άλλού, του χώρου ανάμεσα στους χώρους, είχε επιτρέψει σε μάγους που θα του πρόσφεραν μια θυσία να μεταφέρουν ένα αντικείμενο από μια περιοχή σε μια τσέπη του Αλλού που άνοιγε από κάπου αλλού. Σε μια τέτοια τσέπη ήταν και το μαργαριτάρι, μόνο που μπορούσε να την ανοίξει μόνο από το Λάχαντρος.
"ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ" ούρλιαξε ο Σάλεμπ'Κάνα και βύθισε το κεφάλι του μάγου μέσα στο νερό. Ο Αύγουστος αισθάνθηκε ότι πνιγόταν. Το κεφάλι του έκαιγε, Σα να ήταν έτοιμο να εκραγεί, ενώ τα άκρα του είχαν γίνει βαριά σα μολύβι. Μέσα από το νερό είδε το γέρο στην ακτή να πέφτει στα γόνατα και να βήχει. Όταν το πνεύμα τον έβγαλε από την υδάτινη αγκαλιά του, ανάσανε με ανακούφιση. Το ίδιο και ο γέρος, με το πρόσωπό του μελανό από την έλλειψη αέρα.
"ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ ΟΤΙ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ" είπε ο Κύριος της Πορφυρής Θάλασσας "ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ. ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΙ ΑΝΩΔΥΝΗ ΦΟΡΑ."
Ο μάγος γέλασε. "Κάνε το αυτό," είπε " και δε πρόκειται να ξαναδείς το μαργαριτάρι σου. Δε ξέρω αν οι ζημιές που έπαθα όσο διαρκούσε το ξόρκι παραμείνουν διορθωμένες ή θα επιστρέψουν όλες πάνω μου μόλις τελειώσει. Θα ήθελες να χάσεις το θησαυρό σου;" τον ρώτησε σηκώνοντας πονηρά το φρύδι του. "Άκου να σου πω τι θα κάνεις. Θα περιμένεις να πάω το αντικείμενο σε αυτόν που το ζήτησε. Τέτοιος ανόητος που είναι θα καυχηθεί για αυτό και κάποιος μάγος που ζητάει την εύνοια ενός ισχυρού Άρχοντα της Πλάσης σαν κι εσένα θα το κλέψει και θα στο φέρει."
Ο υδάτινος γίγαντας φάνηκε να το σκέφτεται λίγο. "ΕΝΤΑΞΕΙ" είπε. "ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ" Στη συνέχεια διαλύθηκε και πάλι στο νερό που τον αποτελούσε και έγινε ένα με το βασίλειό του.
Ο Αύγουστος έμεινε πίσω, περήφανος για τον εαυτό του που γλίτωσε. Ήξερε ότι το μαργαριτάρι έκρυβε το πραγματικό όνομα του Σάλεμπ'Κάνα και για αυτό του ήταν τόσο πολύτιμο. Το είχε ήδη διαβάσει. Και τώρα σχημάτιζε στο μυαλό του το ξόρκι που θα έδενε το πανίσχυρο αλλά οξύθυμο και παρορμητικό πνεύμα σε κάποια φυλακή όταν θα ξανασυναντιόνταν. Κάτι του έλεγε ότι δε θα αργούσε η μέρα που ο διάδοχός του στην ηγεσία της Πορφυρής Θάλασσας θα του χρωστούσε μια χάρη για αυτό.
Με ένα πλατύ χαμόγελο κοίταξε την απέραντη θάλασσα και σήκωσε το καπέλο του από το νερό, το τίναξε και το φόρεσε. Έπρεπε να βρει τρόπο να επιστρέψει στο Λάχαντρος. Μετά θα φρόντιζε για όλα τα υπόλοιπα.
This post has been edited by Nihilio: 21 May 2005 - 14:17


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote







