ο Μπολάνιο εκτός από τους Άγριους Ντετέκτιβ, το 2666 και τις συλλογές διηγημάτων (που είναι όλα εκπληκτικά) ήταν και ποιητής, όπως φαίνεται. πρόσφατα εκδόθηκε συλλογή ποιημάτων ονόματι The Romantic Dogs, με τα ποιήματα και στα ορίτζιναλ ισπανικά και στα αγγλικά, και επειδή δε τα βλέπω να μεταφράζονται στα ελληνικά σύντομα, προσπάθησα να μεταφράσω ένα συγκεκριμένο που μου 'κανε μεγάλη εντύπωση, χρησιμοποιώντας την αγγλική μετάφραση και τα ελάχιστα ισπανικά που ξέρω:
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΝΑΡΡΩΤΗΡΙΟ
Είμαστε στο 1976 και η Επανάσταση έχει ηττηθεί
αλλά εμείς δε το ξέρουμε ακόμα.
Είμαστε 22, 23 χρόνων.
Ο Μάριο Σαντιάγο κι εγώ κατηφορίζουμε έναν ασπρόμαυρο δρόμο.
Στο τέλος του δρόμου, σε μια γειτονιά βγαλμένη κατευθείαν
από μια ταινία των 50s, βρίσκεται το πατρικό του Νταρίο Γκαλισία.
Είμαστε στο 1976 και έχουν τρυπανίσει το κρανίο του Νταρίο Γκαλισία.
Είναι ζωντανός, η Επανάσταση έχει ηττηθεί, η μέρα είναι όμορφη
παρόλη την καταιγίδα που πλησιάζει αργά απ'το βορρά,
διασχίζοντας την κοιλάδα.
Ο Ντάριο μας υποδέχεται ξαπλωμένος σε ένα ντιβάνι.
Πρώτα όμως μιλάμε με τους γονείς του, δυό ανθρώπους μάλλον
ηλικιωμένους, ο Κος Σκίουρος και η Κα Σκιουρίνα, οι οποίοι, καθισμένοι
σε ένα πράσινο κλαδί ακίνητο για πάντα στα όνειρα, στοχάζονται πάνω στο πως
καίγεται το δάσος.
Και η μητέρα μας κοιτάζει και δε μας βλέπει ή βλέπει
πράγματα μέσα μας
που εμείς δεν τα ξέραμε καν.
Είμαστε στο 1976 και παρόλο που όλες οι πόρτες μοιάζουν ανοιχτές,
στην πραγματικότητα, αν ήμασταν πιο προσεκτικοί, θα μπορούσαμε να ακούσουμε πώς
κλείνουν οι πόρτες, η μια μετά την άλλη.
Οι πόρτες: μεταλικές πλάκες, ενισχυμένες ατσάλινες σχάρες, η μια μετά την άλλη
ολοένα και κλείνουν, στην ταινία της αιωνιότητας.
Αλλά είμαστε 22 ή 23 και η αιωνιότητα
δεν μας τρομάζει.
Τρυπάνισαν το κρανίο του Νταρίο Γκαλισία. Δυό φορές!
Και ένα απ'τα ανευρύσματα έσκασε καταμεσής του
Ονείρου.
Οι φίλοι του λένε ότι έχασε τη μνήμη του.
Κι έτσι, ο Μάριο κι εγώ στριμωχνόμαστε ανάμεσα σε Μεξικάνικα φιλμ
απ'τα 40s
και φτάνουμε σε λιγνά χέρια που αναπαύονται στα γόνατα του σε μια χειρονομία
γαλήνιας αναμονής.
Είμαστε στο 1976 και οι φίλοι του λένε ότι ο Νταρίο έχει
ξεχάσει τα πάντα,
ακόμα και την ίδια του την ομοφυλοφιλία.
Και ο πατέρας του Νταρίο λέει πως όλα τα κακά συμβαίνουν για κάποιο
λόγο.
Και έξω ρίχνει καρέκλες:
στην αυλή του κτιρίου, βροχή σαρώνει τις σκάλες
και τα χώλ
και ξεγλιστράει μέσα από το πρόσωπο του Τιν Ταν, του Ρεσόρτες, και
του Καλάμπρες,
τα οποία ντύνουν, ημιδιάφανα, τη χρονιά του 1976.
Και ο Νταρίο αρχίζει να μιλάει. Είναι συγκινημένος.
Είναι ευτυχισμένος που τον επισκεφτήκαμε.
Η φωνή του είναι σαν πουλιού: τσιριχτή, μια φωνή διαφορετική,
σαν να του έκαναν κάτι στις φωνητικές του χορδές.
Τα μαλλιά του ξαναβγαίνουν, αλλά μπορείς ακόμα να δείς τα σημάδια απ'τον
τρυπανισμό.
Είμαι εντάξει, λέει.
Μερικές φορές ο ύπνος είναι τόσο μονότονος.
Γωνιές, ανεξερεύνητες περιοχές, αλλά απ'το ίδιο όνειρο.
Φυσικά, δεν έχει ξεχάσει ότι είναι ομοφυλόφιλος (κι εμείς
γελάμε),
όπως δεν ξέχασε πώς να αναπνέει.
Ήμουν στο χείλος του θανάτου, λέει αφού το σκέφτεται για λίγο.
Για λίγο νομίζουμε ότι θα αρχίσει να κλαίει.
Αλλά δεν είναι αυτός που κλαίει.
Και δεν είναι ούτε Μάριο, ούτε εγώ.
Παρόλαυτα, κάποιος κλαίει καθώς πέφτει το σκοτάδι με μια
άηχη νωθρότητα.
Και ο Νταρίο λέει: το απόλυτο ταξίδι, και μιλάει για τη Βέρα η οποία
ήταν μαζί του στο νοσοκομείο, και για άλλα πρόσωπα τα οποία ο Μάριο
και εγώ δεν γνωρίζουμε, και τα οποία τώρα δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να αναγνωρίσει.
Το ασπρόμαυρο ταξίδι των ταινιών των 40s και των 50s.
Ο Πέδρο Ινφάντε και ο Τόνι Αγκιλάρ, ντυμένοι αστυνομικοί
να ταξιδεύουν μέσα στο ατέλειωτο Μεξικάνικο σούρουπο πάνω στις
μοτοσυκλέτες τους.
Και κάποιος κλαίει αλλά δεν είμαστε εμείς.
Αν αφουγκραζόμασταν, θα μπορούσαμε να ακούσουμε το παταγώδες κλείσιμο
των θυρών της ιστορίας, ή του πεπρωμένου.
Αλλά ακούμε μονάχα τους λυγμούς κάποιου που κλαίει κάπου.
Και ο Μάριο αρχίζει να διαβάζει ποιήματα.
Διαβάζει ποιήματα στον Νταρίο, και είναι τόσο ευχάριστη η φωνή του ενόσω
έξω πέφτει η βροχή,
και ο Νταρίο ψιθυρίζει ότι αγαπάει τους Γάλλους ποιητές.
Ποιητές που μονάχα αυτός και ο Μάριο και εγώ γνωρίζουμε.
Αγόρια απ'το αφάνταστο ακόμα τότε Παρίσι με
μάτια κατακόκκινα απ'τις αυτοκτονίες.
Τους αγαπάει τόσο πολύ!
Όπως εγώ αγαπούσα τους δρόμους του Μεξικό το 1968.
Ήμουν δεκαπέντε χρόνων τότε, και είχα μόλις φτάσει.
Ήμουν ένας δεκαπεντάχρονος απόδημος, αλλά το πρώτο πράγμα που
μου λένε, οι δρόμοι του Μεξικό,
είναι ότι, εκεί, είμαστε όλοι απόδημοι, απόδημοι του πνεύματος.
Α, οι πανέμορφοι, οι πάντοτε αγνοημένοι,
οι φρικιαστικοί
Μεξικάνικοι δρόμοι που κρέμονται στην άβυσσο
ενώ οι υπόλοιπες πόλεις του κόσμου πνίγονται στην ενότητα και την σιωπή.
Και τα αγόρια, τα γενναία ομοφυλόφιλα αγόρια στιγματισμένα σαν
φωσφορίζοντες άγιοι για όλα εκείνα τα χρόνια
απ'το 1968 έως το 1976.
Όπως σε μια σκουληκότρυπα, το άνοιγμα που εμφανίζεται εκεί που
δεν το περιμένεις,
ο μεταφυσικός τάφος των γκέι εφήβων που αντιμετωπίζουν -
οι γενναιότεροι όλων! - την ποίηση και την εχθρότητα.
Αλλά είμαστε στο 1976, και το κεφάλι του Νταρίο Γκαλισία έχει τα
αχώνευτα σημάδια ενός τρυπανισμού.
Είναι ο χρόνος πριν τους αποχαιρετισμούς,
που πλησιάζει σαν ένα τεράστιο ζαλισμένο πτηνό
μέσα απ'τους αδιέξοδους δρόμους μιας γειτονιάς
παγωμένης μέσα στο χρόνο
σαν ένας ποταμός από μαύρο κάτουρο που κυκλώνει την αορτή του Μεξικό,
ένας ποταμός για τον οποίο μιλάνε στον οποίο ταξιδεύουν οι μαύροι αρουραίοι του Τσαπουλτεπέκ,
ποταμόλεξη, το υγρό δαχτυλίδι απ'τις γειτονιές που χάθηκαν μέσα στο χρόνο.
Και ακόμα και αν η φωνή του Μάριο και η τωρινή φωνή του Νταρίο,
τσιριχτή σαν από κινούμενα σχέδια,
γεμίζουν με ζεστασιά τον αέρα που μας εχθρεύεται,
εγώ ξέρω ότι μέσα σ'αυτές τις εικόνες που περιεργαζόμαστε με
προκαταβολική ευλάβεια,
μέσα στα διάφανα εικονίσματα του Μεξικάνικου πάθους,
βρίσκονται, γονατισμένες, η μεγάλη προειδοποίηση και η μεγάλη συγχώρεση,
αυτό το ακατανόμαστο πράγμα, μέρος του ονείρου,
το οποίο
χρόνια αργότερα
θα το φωνάξουμε με διάφορα ονόματα που θα σημαίνουν ήττα.
Η ήττα της αληθινής ποίησης, την οποία γράφουμε
σε αίμα.
Και σε σπέρμα, και σε ιδρώτα, λέει ο Νταρίο.
Και σε δάκρυα, λέει ο Μάριο.
Παρόλο που κανένας μας δεν κλαίει.
.
Page 1 of 1
Ρομπέρτο Μπολάνιο - Επίσκεψη στο Αναρρωτήριο
#1
Posted 01 Νοέμβριος 2011 - 15:21
Whatever it is that's watching, it's not human, unlike little dark eyed Donna. It doesn't ever blink. What does a scanner see? Into the head? Down into the heart? Does it see into me, into us? Clearly or darkly? I hope it sees clearly, because I can't any longer see into myself. I see only murk. I hope for everyone's sake the scanners do better. Because if the scanner sees only darkly, the way I do, then I'm cursed and cursed again. I'll only wind up dead this way, knowing very little, and getting that little fragment wrong too.
Page 1 of 1
Other Replies To This Topic
#2
Posted 01 Νοέμβριος 2011 - 15:38
χμμ, καταλάθος το πόσταρα εδώ. κάποιος να το μεταφέρει στη βιβλ. ποίησης;
Whatever it is that's watching, it's not human, unlike little dark eyed Donna. It doesn't ever blink. What does a scanner see? Into the head? Down into the heart? Does it see into me, into us? Clearly or darkly? I hope it sees clearly, because I can't any longer see into myself. I see only murk. I hope for everyone's sake the scanners do better. Because if the scanner sees only darkly, the way I do, then I'm cursed and cursed again. I'll only wind up dead this way, knowing very little, and getting that little fragment wrong too.
#3
Posted 05 Νοέμβριος 2011 - 19:57
Παρακαλειστε ολα τα παιδια που ποσταρετε στην βιβλιοθηκη ποιησης να συμπληρωνετε την ειδικη φορμα πριν απο καθε ποιημα σας.
Καντε edit στα τρεχοντα τοπικ.
Καντε edit στα τρεχοντα τοπικ.
"Ενα χαρτι δωστε μου να φτιαξω εναν νεο κοσμο, γιατι σ' αυτον δεν χωρω!"
"Καληνυχτα ποιητες που σε στιχους κλεισατε τον κοσμο..."
"Καληνυχτα ποιητες που σε στιχους κλεισατε τον κοσμο..."
Share this topic:
Page 1 of 1

Help







