Jump to content
Morfeas

39ος Διαγωνισμός Σύντομης Ιστορίας, Κατηγορία: Τρόμος, Θέμα: Τεχνολογία

Recommended Posts

Διγέλαδος

Αν έχεις σε αριθμό κλήσης τον κυριούλη από κάτω ...

 

KM9gNR0.jpg

(μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε)

Edited by Διγέλαδος
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Αν έχεις σε αριθμό κλήσης τον κυριούλη από κάτω ...

 

KM9gNR0.jpg

(μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε)

 

 

 

Παθώς ε;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

 

 

 

Παθώς ε;

 

;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

 

 

 

 

Παθώς ε;

 

;
Διάβασε τη λεζαντα

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Εγώ δεν μπορούσα να αποφασίσω πιο δαιμονισμένο αντικείμενο θα επιτίθεται και έτσι ακολούθησα άλλη παρακαμπτήρια οδό και το πρόβλημά μου λύθηκε!

 

Ακολουθεί ένα μικρό teaser:

 

 

 

       Ο μικρός Μπέν πότιζε με το λάστιχο τα λουλούδια του κήπου ενώ παράλληλα ο πατέρας του κούρευε το καταπράσινο γκαζόν με το βενζινοκίνητο χορτοκοπτικό μηχάνημα. Ξαφνικά ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει. Δύο λεπτά αργότερα το αστρικό φαινόμενο είχε αναπτυχθεί πλήρως και η Σελήνη είχε καλύψει τον ηλιακό δίσκο. Η θερμοκρασία έπεσε αισθητά και ο αέρας σταμάτησε να φυσά. Το λάστιχο είχε πέσει από τα χέρια του Μπέν και τώρα μαζί με τον πατέρα του κοιτούσαν μαγεμένοι το σκοτεινό ουρανό.  

       Χωρίς να καταλάβει τίποτα, το λάστιχο ζωντάνεψε και άρχισε να τυλίγεται στα πόδια του μικρού παιδιού. Είχε φτάσει στη μέση του όταν ένιωσε μια πίεση σε όλο του κορμί. Προσπάθησε να ελευθερωθεί αλλά ήταν αδύνατο. Το λάστιχο κινούμενο σε σπειροειδή τροχιά συνέχιζε να τυλίγει το σώμα του ενώ παράλληλα τον έσφιγκε πολύ. Άρχισε να καλεί σε βοήθεια τον πατέρα του.

       Εκείνος άφησε αμέσως το χορτοκοπτικό και έτρεξε να βοηθήσει το παιδί του. Πρόλαβε να κάνει μόλις μισό βήμα και σωριάστηκε κάτω. Με κάποιο τρόπο τα κορδόνια των παπουτσιών του είχαν δεθεί μεταξύ τους. Κοίταζε το παιδί του να παλεύει με το δαιμονισμένο λάστιχο και προσπαθούσε με γρήγορες κινήσεις να λύσει τους κόμπους. Ξαπλωμένος στο γκαζόν είδε το χορτοκοπτικό να κινείται μόνο του και τον πλησιάζει απειλητικά. Κυριεύτηκε από ανείπωτο φόβο και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν δυσκολεύοντας έτσι το έργο του. Η μηχανή δεν άργησε να τον φτάσει. Το μπροστινό μέρος του μηχανήματος σηκώθηκε στον αέρα φανερώνοντας έτσι τις λαίμαργες λεπίδες του.  Με μια απότομη κίνηση κατέβηκε πάνω στο στήθος του και αφού πρώτα έσκισε τα ρούχα του άρχισε να του ξεσκίζει τις σάρκες. Οι ματωμένες λεπίδες δεν σταμάτησαν εκεί όμως. Συνέχισαν να κινούνται και να μπαίνουν ολοένα και πιο βαθιά μέσα στο σώμα του. Εκείνος ούρλιαζε από πόνο έως ότου σιώπησε για πάντα.

       Ο μικρός Μπέν παρακολούθησε το θάνατο του πατέρα του με πάσα λεπτομέρεια. Τώρα όμως ήταν η δική του σειρά να υποκύψει στην επίθεση των μέχρι πρότινος άψυχων μηχανών και αντικειμένων. Το λάστιχο είχε καλύψει όλο του κορμί και τον έσφιγκε σαν πελώριος πύθωνας. Το μικρό του κορμί δεν άντεξε στην ισχυρή πίεση και γάργαρο έντονο κόκκινο αίμα άρχισε να αναβλύζει από κάθε οπή του κορμιού του.

       Τέσσερα λεπτά αργότερα η ολική έκλειψη ηλίου είχε ολοκληρωθεί. Οι ακτίνες του ηλίου φώτιζαν και πάλι τον ουρανό και έλουζαν το ξύλινο σπίτι δίπλα στην αυλή. Στο πάτωμα της κουζίνας το χυμένο γάλα είχε αναμειχθεί με αίμα. Στη βάση του πάγκου της κουζίνας υπήρχε το άψυχο, ακέφαλο πτώμα της μητέρας του Μπέν. Δίπλα του διακρινόταν το ηλεκτρικό μαχαίρι κοπής των φιλέτων με τη ματωμένη λεπίδα του.

       Τα πάντα φαινόταν και πάλι φυσιολογικά καθώς όλες οι μηχανές ήταν και πάλι νεκρές. Η πρόωρη ζωή τους κατά τη διάρκεια της έκλειψης είχε ολοκληρωθεί. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα όμως πρόλαβαν να σπείρουν τον όλεθρό στη μικρή επαρχιακή πόλη του Λότερμιλ. Κανένας δεν είχε γλιτώσει. Ούτε μία ψυχή! 

 

 

 

 

 

Ελπίζω να σας αρέσει αυτή η μικρή ιστοριούλα! Η τελική μου συμμετοχή ίσως να να μοιάζει μαζί της, ίσως πάλι και όχι ...

 

 

Edited by Disco_Volante
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Πω πω μακελειό Βαγγέλη! Στο μεταξύ έγραψες "μικρό teaser", κι όταν άνοιξα το πρώτο σπόιλερ κόντεψα να πνιγώ με τον καφέ λέμε! :lol:

Με έβαλες στην πρίζα όμως, είμαι πολύ περίεργος να διαβάσω την ιστορία σου.

 

Κι επειδή και ωραίο το βρήκα ένα μεγάλο απόσπασμα σε σπόιλερ, και γνωστός... ζηλιάρης είμαι, θα το πάω λίγο πιο πέρα. Θυμάστε που είπα ότι έγραψα -κι απέρριψα- μερικές ιστορίες, τρεις συγκεκριμένα, για να δω στην πράξη τις ιδέες μου; Λοιπόν, στο σπόιλερ η οντισιόν μιας από αυτές τις ιδέες, εντελώς raw. Δυστυχώς γι' αυτήν το ρόλο τον πήρε άλλη, οπότε πιθανότατα δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να ντυθεί μια όμορφη τουαλέτα και να εμφανιστεί επίσημα σε κοινό. :)

 

ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

 
          «Φεύγω Τζο, πέρασε η ώρα, θα με γδάρει η γυναίκα μου...» είπε σχεδόν ψευδά ο Στιούαρτ στον μπάρμαν και φίλο του, και σηκώθηκε από το σκαμπό του. Κίνησε παραπατώντας προς την πόρτα του μικρού μπαρ, όταν άκουσε πίσω του τον Τζο να τον φωνάζει. «Το κινητό σου Στιου, το ξέχασες ρε...» του είπε ενώ το κούναγε ψηλά για να το δει.
          Ο Στιούαρτ συνοφρυώθηκε και ακούμπησε στην τσέπη του σακακιού του το δικό του τηλέφωνο, ένα μικρό παλιάς γενιάς που το είχε χρόνια, κι έκανε να πει κάτι αλλά το μετάνιωσε και κρατήθηκε. Γύρισε όμως μπερδεύοντας που και που το βήμα του και πήρε τη συσκευή που νόμιζε ο Τζο για δική του χωρίς να του πει τίποτα. Χαμογέλασε απλώς στον μπάρμαν και το έβαλε στην τσέπη του, και γύρισε πάλι για να φύγει κάνοντας μόνο ένα νεύμα χαιρετισμού πάνω από τον ώμο του.
          Βγήκε έξω στη νύχτα και προχώρησε αργά  στηριζόμενος που και που στις πινακίδες στο πεζοδρόμιο όταν ένιωθε πως η ισορροπία του τον εγκατέλειπε. Στην πρώτη γωνία έστριψε και μπήκε στο σκοτεινό στενό με τους κάδους των σκουπιδιών. Το φως εκεί ήταν λιγοστό, ότι έφτανε από τις λάμπες του κεντρικού δρόμου, ήταν ότι έπρεπε για να ξεφορτωθεί ένα μεγάλο μέρος από τα ποτά που είχε πιει τις τελευταίες ώρες. Στάθηκε πίσω από έναν κάδο και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Σκέφτηκε το κινητό όταν τελείωσε την ανάγκη του, και μόλις ξανακουμπώθηκε έβαλε το χέρι του στην τσέπη και το έβγαλε να το δει.
          Ήταν ένα ολοκαίνουριο τελευταίας τεχνολογίας τηλέφωνο, απ' αυτά με την μεγάλη οθόνη που στην πράξη είναι σαν υπολογιστές παλάμης. Όμορφο, σε ένα ωραίο γυαλιστερό ασημί χρώμα, με κάμερα και μπροστά και πίσω. Το γύρισε και το περιεργάστηκε από κάθε πλευρά θαυμάζοντάς το. Σκέφτηκε για μια στιγμή ότι θα είναι πανάκριβο, και λυπήθηκε τον άτυχο που το ξέχασε, αλλά πολύ σύντομα το μεθυσμένο του μυαλό απομακρύνθηκε από κάθε είδους τύψεις και δοκίμασε να το ανοίξει. Πάτησε το κουμπάκι στο πλάι και η οθόνη φωτίστηκε και γέμισε χρώματα. Το λογότυπο της εταιρίας κατασκευής του έπαιξε για λίγα δευτερόλεπτα, και μετά σκοτείνιασε ξαφνικά σαν να έσβησε. Ο Στιούαρτ παραξενεύτηκε, το κούνησε κάνα δυο φορές λες και θα δούλευε έτσι, και μετά βάλθηκε να ακουμπάει την οθόνη του με τον δείκτη του.
          Λίγα μέτρα πιο πέρα, πίσω από κάτι παλιά χαρτόκουτα, ήταν καθισμένος ο Ντην και παρακολουθούσε τον Στιούαρτ με μισόκλειστα μάτια. Δεν είχε πολύ ώρα που είχε σπρώξει τη βελόνα στο χέρι του, και τώρα ένιωθε ανάλαφρος έτοιμος ακόμα και να πετάξει. Τα προβλήματά του είχαν εξαφανιστεί, δεν τον ένοιαζε καθόλου που θα κοιμόταν άλλη μια βραδιά εκεί, ανάμεσα στα σκουπίδια, που η βρώμα στο κορμί του είχε γίνει σαν δεύτερο δέρμα, που το αύριο έδειχνε το ίδιο άσκοπο με το σήμερα και το χθες του. Πίσω απ' το αχνό χαμόγελό του τα μαύρα μισοσάπια δόντια του έδειχναν ότι είχε καιρό που ήταν φίλος με την παραμύθα. Είδε τον Στιούαρτ να γέρνει μια από δω και μια από κει, και να προσπαθεί να σταθεί όρθιος ρίχνοντας το βάρος του πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο, ενώ έσκυβε πάνω από το κινητό και το περιεργαζόταν απολύτως αφοσιωμένος. Αν το μυαλό του ήταν καθαρό ίσως και να του φαινόταν αστείο το θέαμα, αλλά δεν ήταν, και έμεινε απλώς να τον παρακολουθεί κολλημένος.
          Ο Στιούαρτ πίεσε ξανά και ξανά το δάχτυλό του στην οθόνη μέχρι που κάποια στιγμή το κοπάνησε εκνευρισμένος πιο δυνατά. «Άει στο διάολο κωλόπραμα!» μουρμούρισε και σκέφτηκε ότι ίσως να του έχει τελειώσει η μπαταρία. Αυτό όμως άναψε πάλι και τον ξάφνιασε, τόσο που κόντεψε να του φύγει από το χέρι και έκανε μερικές πολύ αστείες φιγούρες προσπαθώντας να το συγκρατήσει μέχρι που το ασφάλισε πάλι στη χούφτα του. Ο Ντην παραδίπλα γέλασε, αλλά ήταν πολύ σιγανό το γέλιο του και ο Στιούρτ δεν τον άκουσε. Αυτό που είδε όμως στην οθόνη τον τάραξε.
          Είχε ανοίξει η κάμερα στην πλάτη της συσκευής, και έδειχνε πλάνο από το στενό που βρισκόταν. Έπιανε μισό κάδο από τη μία και μισό κάδο από την άλλη, και στο κενό ανάμεσά τους τον σωρό με τα στραπατσαρισμένα χαρτοκούτια. Ένας άντρας στεκόταν εκεί και τον κοίταζε σιωπηλός. Ο Στιούαρτ σήκωσε αμέσως το βλέμμα του και σαστισμένος κοίταξε να δει ποιος ήταν αυτός που στεκόταν εκεί μπροστά του, αλλά δεν είδε κανέναν. Ξανακοίταξε στην οθόνη και ήταν εκεί, με το μακρύ παλτό του κουμπωμένο μέχρι το λαιμό, τα χέρια στις τσέπες, τον γυακά σηκωμένο, και τα κατάμαυρα καλοχτενισμένα μαλλιά του να γυαλίζουν από τον ζελέ. Ανήμπορος να καταλάβει τι συνέβαινε κοίταξε πάλι ανάμεσα στους κάδους, και μετά πάλι στο κινητό. Στην οθόνη έβλεπε να υπάρχει κάποιος που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Αυτό ήταν αρκετό για να τον μπερδέψει εντελώς, κι όταν τον είδε να ανοίγει ξαφνικά το στόμα του και να αφήνει να φανούν τα τεράστια μυτερά του δόντια απλά συνέχισε να κοιτάει χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει. Μόνο όταν ένιωσε τα νύχια στο λαιμό του και τον ξαφνικό πόνο να του κόβει την ανάσα άφησε μια πνιχτή κραυγή, και προσπάθησε να κρατήσει μακρυά του τον άντρα που τον σκότωνε.
          Ο Ντην κόντευε να κοιμηθεί ακουμπισμένος στον κρύο τοίχο, όταν η κοφτή κραυγή πόνου του Στιούαρτ τον έκανε να ανοίξει τα μάτια του ξαφνιασμένος. Τον είδε να τινάζει τα χέρια του μπροστά του σαν να προσπαθούσε να αμυνθεί από κάτι, και μετά να πέφτει κάτω και να μένει εκεί ακίνητος. Παραξενεύτηκε. Ανασηκώθηκε λίγο για να δει καλύτερα και προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα του, αλλά ζαλίστηκε και έγειρε πάλι πίσω ξεφυσώντας. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και μετά ξαναδοκίμασε να σηκωθεί. Αυτή τη φορά τα κατάφερε, στάθηκε όρθιος με τα χέρια του να πιάνουν τον κάδο δίπλα του για να στηριχτεί, και αφού ένιωσε ότι δεν θα έπεφτε έστρεψε πάλι την προσοχή του στον Στιούαρτ. Σέρνοντας τα πόδια του πήγε κοντά του και στάθηκε όρθιος από πάνω του. «Έι κύριος...» είπε βραχνά και τον σκούντησε ελαφρά με την μύτη του παλιού παπουτσιού του. Ο Στιούαρτ ήταν νεκρός, με τον λαιμό του ορθάνοιχτο, κάτι που πήρε λίγη ώρα στον Ντην να συνειδητοποιήσει, αλλά τελικά το κατάλαβε και έκανε μερικά βήματα πίσω ώσπου η πλάτη του χτύπησε στον τοίχο.
          Κοίταξε γύρω του με πανικό, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Το ταλαιπωρημένο του μυαλό του έλεγε να φύγει γρήγορα πριν τον δει κανείς κοντά στο πτώμα και βρει κάνα μπελά. Γύρω από το κεφάλι του Στιούαρτ είχε απλωθεί μια μικρή λίμνη αίματος κι έκανε το χλωμό πρόσωπό του με την γκροτέσκα γκριμάτσα τρόμου να δείχνει ακόμα πιο έντονη. Δίπλα του ήταν πεσμένο το κινητό, και ο Ντην έσκυψε και το πήρε πριν απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να τον πάνε τα πόδια του. Στον δικό του κόσμο αυτό θα του εξασφάλιζε την επόμενη δόση του.
          Πήγε στο κοντινό πάρκο και κάθισε σε ένα παγκάκι στο φως μιας λάμπας του δήμου. Έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και το περιεργάστηκε για λίγο με περιέργεια. Του άρεσε πολύ, θα ήθελε να του χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να το κρατήσει, αλλά ποιον να πάρει τηλέφωνο αυτός; Αναστέναξε και το άφησε δίπλα του στα ξεβαμμένα σανίδια. Έγειρε πίσω και χαλάρωσε κοιτώντας το σκοτάδι να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους. Κάπου πιο πέρα άκουσε βήματα και ομιλίες να πλησιάζουν, μα δεν έδωσε σημασία. Δίπλα του η οθόνη άναψε, αλλά δεν την κατάλαβε. Ούτε τη σκιά που ξεχύθηκε και ορθώθηκε μέχρι που έγινε ο άντρας με το μακρύ παλτό. Είχε κλείσει τα μάτια του και είχε αφεθεί στο νανούρισμα της πρέζας που κυλούσε στις φλέβες του. Δεν έκανε το παραμικρό για να αμυνθεί όταν ο άντρας έβγαλε τα χέρια του από τι τσέπες του και σκύβοντας του κάρφωσε τα νύχια του στο πρόσωπο σαν να ήταν από βούτυρο. Το ένα μάτι του Ντην πετάχτηκε από την κόγχη του και έπεσε στο μονοπάτι μπροστά στο παγκάκι. Πέθανε αμέσως, χωρίς καν να προλάβει να αναρωτηθεί τι του συμβαίνει.
          Οι δύο νεαροί που πλησίαζαν λογομαχούσαν για το αποτέλεσμα του απογευματινού αγώνα. Ο ένας υποστήριζε με πάθος ότι ο διαιτητής ήταν άδικος απέναντι στην ομάδα του, ο άλλος που προφανώς υποστήριζε τους νικητές του αγώνα τον πείραζε και γέλαγε όσο τον έβλεπε να τσιμπάει όλο και περισσότερο στα πειράγματά του. Περπατούσαν και που και που σκούνταγαν ο ένας τον άλλον, και συνέχιζαν να φωνάζουν και να γελάνε. Είδαν τον Ντην καθώς πλησίαζαν ακίνητο στο παγκάκι με το κεφάλι γερμένο πίσω και αρχικά νόμισαν ότι κοιμάται. Έκοψαν το βήμα τους και σταμάτησαν την κουβέντα τους. Τον πλησίασαν αργά, έτοιμοι να του κάνουν κάποια πλάκα, όταν είδαν το αίμα που είχε πλημμυρίσει το μονοπάτι στα πόδια του. Εκείνος που παραπονιόταν για τον διαιτητή είδε το μάτι του Ντην πεσμένο κάτω, και αμέσως βόγκηξε και γύρισε στο πλάι για να αδειάσει το στομάχι του αηδιασμένος. Ο άλλος πήγε ακόμα πιο κοντά και παρατήρησε με αποστροφή τις βαθιές τρύπες στο πρόσωπό του που τον έκαναν να φαίνεται φριχτά παραμορφωμένος.
          Φύγανε τρέχοντας, αλλά πρώτα πήρανε μαζί τους το κινητό από το παγκάκι δίπλα στο πτώμα του Ντην. Βγήκαν από το πάρκο και πήγανε στο μπαρ του Τζο, αλλά εκείνος που είχε ξεράσει παραπονέθηκε πως δεν ένιωθε καλά και έφυγε για το σπίτι του. Ο άλλος μπήκε στο μπαρ και κάθισε σε ένα σκαμπό ζητώντας από τον Τζο να του φέρει μια μπύρα. Είχε πιει την περισσότερη αμίλητος, με την εικόνα του Ντην στο παγκάκι να κυριαρχεί στη σκέψη του, όταν έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και το κοίταξε με περιέργεια. Αναρωτήθηκε που να το βρήκε το πρεζόνι, και κατέληξε πως σίγουρα από κάποιον θα το είχε κλέψει. Το περιεργάστηκε για λίγο, το έλεγξε από κάθε πλευρά, και τελικά δοκίμασε να το ανοίξει. Η οθόνη του άναψε, έδειξε το σήμα της εταιρίας του, κι έσβησε ξανά μένοντας μαύρη και σκοτεινή όσο κι αν προσπάθησε ξανά να την ενεργοποιήσει. Το άφησε πάνω στον πάγκο απηυδισμένος και ήπιε μονορούφι την υπόλοιπη μπύρα του.
          Έκανε νόημα στον Τζο να του φέρει άλλη μία και σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα. Κανείς δεν είδε τη σκιά που βγήκε από την οθόνη και τον ακολούθησε σερνάμενη στο πάτωμα. Ορθώθηκε και έγινε ο άντρας με το μακρύ παλτό πίσω από τον νεαρό όσο αυτός ξεκούμπωνε το παντελόνι του, και τον κάρφωσε στον σβέρκο τόσο δυνατά που σχεδόν τον αποκεφάλισε. Έπεσε πάνω στην λευκή λεκάνη κάνοντάς την κατακόκκινη με το αίμα του, και τίναξε μερικές φορές τα πόδια του πριν μείνει τελικά οριστικά ακίνητος και νεκρός.
          Μέσα στο μπαρ ο Στιούαρτ σηκώθηκε από το σκαμπό του και χαιρέτησε τον φίλο του και μπάρμαν. Κίνησε παραπατώντας για την πόρτα του μαγαζιού όταν ο Τζο τον φώναξε για να του πει ότι ξέχασε το κινητό του. Ο Στιούαρτ το σκέφτηκε για λίγες στιγμές, κάτι σ' όλο αυτό του φαινόταν γνωστό, αλλά το μεθυσμένο του μυαλό δεν μπορούσε να επεξεργαστεί αυτά που του ζητούσε και εγκατέλειψε την προσπάθεια αναστενάζοντας. Γύρισε πίσω και πήρε την αστραφτερή συσκευή, την έβαλε στην τσέπη του και βγήκε από το μπαρ. Στο πρώτο στενό έστριψε τη γωνία και στάθηκε ανάμεσα στους κάδους για να ξαλαφρώσει.
          Πιο κει ένα πρεζόνι τον κοίταζε με γλαρωμένο από την ηρωίνη βλέμμα να πεθαίνει και για μία μόνο στιγμή άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, όταν άκουσε την κοφτή κραυγή πόνου του Στιούαρτ.-
                                                                     By MadnJim  

Edited by MadnJim
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Όλα ωραία, βρε παιδιά, αλλά χάθηκαν οι Σπύροι και οι Βαγγέληδες και βάζετε Τζόνηδες και Μπένηδες στις ιστορίες σας; Δεν σας εμπνέει η Ελλάδα για τρόμο;

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Όλα ωραία, βρε παιδιά, αλλά χάθηκαν οι Σπύροι και οι Βαγγέληδες και βάζετε Τζόνηδες και Μπένηδες στις ιστορίες σας; Δεν σας εμπνέει η Ελλάδα για τρόμο;

 

Είμαστε πολίτες του κόσμου...:)

 

Πέρα από την πλάκα όμως, δεν βλέπω το λόγο γιατί να πρέπει ντε και καλά να προτιμήσω το μεν ή το δε, το αφήνω να βγει μόνο του όπως θέλει. Έχω γράψει ιστορίες τρόμου και σε Ελληνικό σκηνικό και σε ξενικό, γιατί να πρέπει να κλειδώσω σε μία επιλογή;

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Όλα ωραία, βρε παιδιά, αλλά χάθηκαν οι Σπύροι και οι Βαγγέληδες και βάζετε Τζόνηδες και Μπένηδες στις ιστορίες σας; Δεν σας εμπνέει η Ελλάδα για τρόμο;

 

Με τη σειρά μου θα προσπαθήσω να δώσω και εγώ μια απάντηση, ξεκινώντας όμως με δυο ερωτήσεις;

 

Ποιά ήταν η πρώτη ταινία τρόμου που είδες στη ζωή σου; Ποιό ήταν το πρώτο βιβλίο τρόμου που διάβασες; Χωρίς να ξέρω, υποθέτω ότι κατά 90% και στις δύο περιπτώσεις ήταν ξενόγλωσσα. Όπως και να το κάνουμε, η κάθε αρχή μας στιγματίζει. Όποιος μεγάλωσε με τις ταινίες του 007 με τον Κόννερι και τον Μουρ οι τωρινές ταινίες του φαίνονται μόνο αστείες καθώς δεν μπορεί να δεχθεί άλλον για πρωταγωνιστή.

 

Έχω γράψει ιστορίες τρόμου και με Ελληνικό σκηνικό αλλά προσωπικά δε με εμπνέει και τόσο. Ειδικά στην Ε.Φ. ούτε για πλάκα δε μπορώ να γράψω ελληνικά!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Ο λόγος είναι πολύ απλός και, μπορεί σε μικρά διηγήματα των 3.000 λέξεων να μπορείς να το "κλέψεις", αλλά σε μεγαλύτερα πράγματα δύσκολα: όταν γράφουμε για περιοχές όπου δεν έχουμε ζήσει, π.χ. Αμερική, θέλει είτε εξαντλητική έρευνα και πάρα πολύ διάβασμα είτε...άσε, διέγραψέ το το δεύτερο "είτε". Τώρα, βέβαια, μπορεί εσείς συγκεκριμένα να έχετε ζήσει σε όλα τα μέρη για τα οποία γράφετε, δεν ξέρω, εξ ου και η απορία μου. Είχα γράψει κι άλλα, όμως τα έσβησα γιατί θα πήγαινε πολύ off-topic το θέμα.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Θεωρώ πως δεν ταιριάζουν όλα να μπουν σε ένα Ελληνικό background, κάποια μάλιστα θα έδειχναν τόσο αστεία που θα γέλαγαν κι οι πέτρες. Σαν να ονόμαζα πχ τον αγαπημένο μου βάρβαρο αντί για Ν'Γκάρα ας πούμε Μπάμπη. Μπάμπης ο βάρβαρος! Δεν πάει ρε παιδιά, με τίποτα. Δοκίμασα πριν από καιρό σε funny sci fi να φτιάξω χαρακτήρα Έλληνα, τον Ζι Τόρικ, από το Ζαφείρης Τορίκης, γελάω και μόνο που το θυμάμαι. Δηλαδή εντάξει, οπωσδήποτε Έλληνες είμαστε, και μπορούμε να εμπνευστούμε από την πατρίδα μας, αλίμονο, και πιθανότατα να είναι ευκολότερο να περιγράψουμε περιβάλλοντα που τα βλέπουμε έξω από το παράθυρό μας (σχετικό βέβαια, γιατί εγώ που ζω στην επαρχία αν ήθελα να γράψω κάτι που εξελίσσεται στην Αθήνα θα χρειαζόμουν την ίδια έρευνα που θα έκανα αν έγραφα για τη Νέα Υόρκη, ή το Σίδνεϋ, κλπ), αλλά πιστεύω πως προσπαθώντας να τα ελληνοποιήσουμε όλα μπορεί να φανούμε το λιγότερο γραφικοί στο τέλος. Είναι ανάλογα την περίπτωση νομίζω, και βρίσκω πολύ περιοριστικό να πρέπει να προσαρμόσω τα πάντα στην Ελλάδα.

Edited by MadnJim
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Ξεκινάω με disclaimer: αν η πρόταση "γράφε για Ελλάδα" προκαλεί στον εκάστοτε επίδοξο συγγραφέα μπλοκάρισμα, και εκεί που θα έγραφε κάτι καταλήγει να σκαλώνει ή να γράφει κάτι που δεν τον ευχαριστεί, τότε η πρόταση κάνει ζημιά. Καλύτερα να γράψεις οτιδήποτε παρά να μη γράψεις.

Τέλος disclaimer και my 2 cents. Για φάντασυ το καταλαβαίνω. Βέβαια όπως δεν θα έλεγες τον Βάρβαρο Μπάμπη, έτσι δεν θα τον έλεγες και Στιούαρτ, θα τον έλεγες Ν'Γκάρα αλλά και Θηρώνιο ή Δραύκη ή Αλάρτο, οποιοδήποτε ελληνοφανές όνομα.

Άντε και για Ε.Φ. παρόλο που έχουμε ανάμεσά μας συγγραφείς που έχουν φέρει την Ε.Φ. ακόμα και τη σκληρή Ε.Φ. εντός συνόρων.

Αλλά ο τρόμος ασυμβίβαστος με τη χώρα μας; Πέρα απο το οτι δεν υπάρχουν σύνορα σε ένα τέτοιο συναίσθημα, έχουμε 4000 χρόνια ιστορία -όλα τα αρχαία πνεύματα και φαντάσματα- ζούμε εν μέσω κρίσης με όλα τα αρνητικά που προκαλεί, και σε έναν τόπο χυτήριο που έχουν περάσει ή αγγίξει όλες σχεδόν οι φυλές. Συν την επαρχία και όσα κρύβουν τα μικρά νησιά μας ή τα ξεχασμένα χωριά πάνω σε βουνά ανώνυμα, συν την απρόσωπη φύση των αστικών κέντρων... Ένα καλό διήγημα (τρόμου) είναι καλό όπου κι αν τοποθετηθεί, σίγουρα. Αλλά νομίζω τα μπρατσάκια του εξωτερικού πρέπει σιγά-σιγά να τα βγάλουμε. Ας γράψει ο Κινγκ για το Μέην, ο Μπαρόν για την Αλάσκα, ο Μπάρκερ για το Λίβερπουλ και ο Σαλονικιός για τη Σαλονίκη.

Αυτό γιγαντώνεται αν μιλάμε για μυθιστόρημα, ειδικά όταν η αληθοφάνεια παίζει τον σημαντικότερο ρόλο, η αίσθηση του αναγνώστη οτι ο συγγραφέας ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τον κόσμο του.

Και για να μην είμαι εντελώς off toplc -αν και οι διαγωνισμοί είναι πάντα καλή ευκαιρία να συζητάμε για το εκάστοτε είδος- η ιστορία μου ξέφυγε σε λέξεις (όπως τείνουν να ξεφεύγουν γύρω στις 7000) και δυστυχώς με τις ντάνες απο γραπτά που έχω να διορθώσω τις επόμενες 2 βδομάδες, δεν προλαβαίνω νέα ιστορία. Ευελπιστώ να την τελειώσω τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου και να ευχαριστηθώ αυτές των υπόλοιπων διαγωνιζόμενων :friends:

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Συμφωνώ με όσα λες Κωνσταντίνε, και κάτι ανάλογο προσπάθησα κι εγώ να πω πριν αλλά πιο ανάλαφρα. Απλά εγώ δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να περιοριστώ οπωσδήποτε σε έναν τόπο και να μην γράψω για οπουδήποτε αν μπορώ να το κάνω, κι αν δεν με καλύπτουν οι υπαρκτοί να φτιάξω και δικούς μου. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θα έπρεπε να γράψω για το Μέην πχ επειδή γράφει γι' αυτό ο Κινγκ ή επειδή εγώ είμαι από τα Γιάννενα. Αν αυτό που θα φανταστώ μου ταιριάζει καλύτερα εκεί, ε τότε εκεί θα το τοποθετήσω. Δεν είναι θέμα υποσυνείδητης αυθυποβολής αλλά συνειδητής επιλογής, για παράδειγμα είμαι κοντά στο τέλος μιας νουβέλας τρόμου που εξελίσσεται εξ ολοκλήρου σε ένα φανταστικό χωριό λίγο έξω από το Τσοτύλι, έχω μάλιστα ανεβάσει και τον τότε πρόλογό του εδώ (Σκιά στην ομίχλη).

 

 

Συμπτωματικά μιας και ανέφερες το όνομα Στιούαρτ για βάρβαρο, έχω γράψει ολόκληρο fantasy μυθιστόρημα όπου ο κεντρικός χαρακτήρας λέγεται Βάρβαρος Στιου, μάλιστα είναι μέρος μιας απίθανης τριάδας που οι άλλοι δύο είναι ο Μινώταυρος Μπομπ και ο μικρούλης Φένγκι Τζορτζ (όπου Φένγκι=μία δική μου εκδοχή για νεράϊδο) που ζει στο τσεπάκι του γιλέκου του Στιου. Λέγεται "Η Προφητεία Του Μεγάλου Δάσους", εξελίσσεται σε μια εναλλακτική Μεσογειακή χώρα σε κάποιον απροσδιόριστο αρχαίο χρόνο, και παίζει και με τη δική μας μυθολογία. Το γκολ τους είναι να βρουν την νυμφομανή μάγισσα Κρίκη (όχι την Κίρκη) για να της κλέψουν το μαγικό της κουνουπίδι απ' όπου αντλεί τις δυνάμεις της. Μόνο που είναι σατυρικό (στο ύφος του "Θεϊκές Αϋπνίες" που είχα ανεβάσει σε διαγωνισμό) και δεν ανεβάζω κάτι εδώ γιατί κάτι μου λέει πως θα... φάω πολύ ξύλο. :lol:

 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

Θα συμφωνήσω απόλυτα με Αταλάντη και Ντίνο. Το έκανα κι εγώ, αλλά πλέον δεν με ενδιαφέρει να χρησιμοποιώ ξένα ονόματα για τους ήρωές μου. Έλληνας είμαι, την ελληνική πραγματικότητα ξέρω καλύτερα, Έλληνες διαβάζουν τις ιστορίες μου... ε, για Έλληνες θα γράψω.

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Τελικά έχει τόσο μεγάλη σημασία το setting; Προσωπικά θεωρώ ότι η πλοκή και η ιστορία αυτή καθ' αυτή είναι το σημαντικό. Τι σημασία έχει αν η δράση εκτυλίσσεται στην Άνω Ραχούλα ή στο Κέιπ Βέρντε ή αν ο πρωταγωνιστής λέγεται Κώστας ή Έρικ; Σημασία έχει τι συμβαίνει στον πρωταγωνιστή. Σε γενικές γραμμές, η πλοκή παραμένει η ίδια ανεξάρτητη του που την τοποθετείς.

 

Σίγουρα υπάρχει το επιχείρημα ότι ζούμε στην Ελλάδα, μιλάμε Ελληνικά και απευθυνόμαστε σε Έλληνες. Ένας λόγος παραπάνω γι’ αυτό. Οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν ένα βιβλίο για να ταξιδέψει το μυαλό τους. Γιατί λοιπόν να τους στερήσεις ένα μεγάλο ταξίδι εκτός Ελλάδας; Πάντα βέβαια με την προϋπόθεση ότι έχεις καλή γνώση του σκηνικού που θα περιγράψεις. Αλλιώς μείνει σε αυτά που ξέρεις καλύτερα.

 

Πάντως θα ήθελα να ξέρω πόσο σημαντικό είναι για εσάς το σκηνικό. Το ρωτάω αυτό γιατί αν και έχω ανεβάσει πολλές ιστορίες στη βιβλιοθήκη του forum έχω λάβει σε όλες πολύ λίγα σχόλια, αντίθετα με ιστορίες άλλων συγγραφέων με ελληνικό σκηνικό που λαμβάνουν πολλά σχόλια. Και όπως λένε, σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει να είναι σύμπτωση! Έχω φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι μποϋκοτάρετε ιστορίες με ξένους ήρωες και ξένο σκηνικό... 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

H δικιά μου ιστορί πάντως έχει και έναν Έλληνα χαρακτήρα.

Στη Βρετανία

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

H δικιά μου ιστορί πάντως έχει και έναν Έλληνα χαρακτήρα.

 

Στη Βρετανία

Σωστό και θα έπρεπε να το προσθέσω νωρίτερα.

Ο Έλληνας βγαίνει από την Ελλάδα, η Ελλάδα δύσκολα βγαίνει από τον Έλληνα. Πολλά παραδείγματα ιστοριών, και ένας καλός τρόπος να φέρεις τον αναγνώστη σου στο άγνωστο μέρος. Μέχρι κι ο Νικ Μαματάς που δεν είναι μετανάστης πρώτης γενιάς αλλά ήταν από πάντα στις ΗΠΑ, για Έλληνες γράφει σε ιστορίες του.

Από οικονομικούς μετανάστες άλλο τίποτα.Κι εγώ σ'αυτό που έγραφα αυτές τις μέρες είναι για μια Ελληνίδα στη Σουηδία. Και το Lights Out για όποιους το θυμούνται είναι για έναν Έλληνα στη Σλοβακία.

 

Και να συμπληρώσω, για όσους σκέφτονται μεταφρασμένα κείμενα και δημοσιεύσεις στο εξωτερικό, με όσους έχω μιλήσει από ΗΠΑ και Βρετανία, όλοι θέλουνε να διαβάσουν (στη γλώσσα τους) για τα μέρη και τους ανθρώπους που γνωρίζει ο εκάστοτε συγγραφέας. Κι αυτοί ταξιδεύουν μ'αυτό τον τρόπο.

Edited by DinMacXanthi
  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Λοιπόν έτοιμη! Ανέβασα την ιστορία έκανα και τις κριτικές τώρα μπορώ να κάτσω στην άκρη και να ρουφάω αργά αργά το μαρτίνι μου από το στριφογυριστό μου καλαμάκι. :surf:

 

Ορίστε το λίνκ της ιστορίας Επτά Selfies για το Τέλος του Κόσμου.

 

Και ορίστε και οι κριτικές:

 

Λίγο λιγότερο άνθρωπος

Χαραμάδα

Το Ιερό Μαντζούνι

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Καλή αρχή λοιπόν!:)

 

Κάθε ευχή για επιτυχία Ευγενία...:)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla
Τελικά έχει τόσο μεγάλη σημασία το setting; Προσωπικά θεωρώ ότι η πλοκή και η ιστορία αυτή καθ' αυτή είναι το σημαντικό. Τι σημασία έχει αν η δράση εκτυλίσσεται στην Άνω Ραχούλα ή στο Κέιπ Βέρντε ή αν ο πρωταγωνιστής λέγεται Κώστας ή Έρικ; Σημασία έχει τι συμβαίνει στον πρωταγωνιστή. Σε γενικές γραμμές, η πλοκή παραμένει η ίδια ανεξάρτητη του που την τοποθετείς.

 

 

Αυτή είναι μια άποψη την οποία έχεις εκφράσει επανειλημμένα, όμως είναι απλά η δική σου άποψη, με την οποία πάρα πολλοί διαφωνούμε. Πολλές φορές, πολλοί σου έχουμε πει ότι οι χαρακτήρες είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο σημαντικοί, ότι ο γραπτός λόγος δεν είναι το ίδιο με μια ταινία κτλ κτλ, γενικά πολλά επιχειρήματα στα οποία δεν δίνεις βάση διότι επιμένεις σε αυτό που πιστεύεις.

 

Οι περισσότεροι αναγνώστες διαβάζουν ένα βιβλίο για να ταξιδέψει το μυαλό τους. Γιατί λοιπόν να τους στερήσεις ένα μεγάλο ταξίδι εκτός Ελλάδας; Πάντα βέβαια με την προϋπόθεση ότι έχεις καλή γνώση του σκηνικού που θα περιγράψεις. Αλλιώς μείνει σε αυτά που ξέρεις καλύτερα.

 

 

Κάθε βιβλίο, κάθε διήγημα, κάθε νουβέλα είναι ένας κόσμος στον οποίο χάνεσαι και ταξιδεύεις , όπου γνωρίζεις καινούρια άτομα και κάνεις φίλους. Προσωπικά, γι' αυτό διαβάζω, γιατί με συναρπάζει η ανθρώπινη φύση (και μη γελιέσαι, ακόμη και τα είδη που υπηρετούμε αυτήν αναδεικνύουν και γι' αυτήν μιλάνε, ακόμη κι όταν καταπιάνονται με φανταστικά τέρατα πάντα για τους ανθρώπους είναι οι ιστορίες).

 

Και τέλος...

 

Έχω φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι μποϋκοτάρετε ιστορίες με ξένους ήρωες και ξένο σκηνικό...

 

 

Ο αναγνώστης θα σε διαβάσει όταν έχει διάθεση και χρόνο κι αν του δώσεις πράγματα που του αρέσουν θα σε ξαναδιαβάσει. Είναι τόσο απλό και δεν υπάρχει καμία μεγάλη συνομωσία. Τέλος πάντων, επειδή από ένα απλό σχόλιο σχετικό με το διαγωνισμό βλέπω ότι τραβάει μακριά η βαλίτσα, ίσως κάποιος να μεταφέρει όλη αυτή τη συζήτηση στο σχετικό θέμα για να μη σπαμμάρουμε εδώ;

Edited by elgalla
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Να καταθέσω και εγώ την άποψή μου.

είναι γενικά καλό να μην πάσχουμε από ξενολατρεία, και να μην απαρνούμαστε τα πάτρια ως μπανάλ ή ντεμοντέ κλπ. Επίσης καλό είναι να γράφουμε για πράγματα που μας αγγίζουν. Αλλά ταυτόχρονα θεωρώ ότι πρέπει να έχεις και το πλαίσιο που μπορεί να λειτουργήσει μια ιστορία καλύτερα. Στους Επτά Στύλους της Σοφίας ας πούμε μια από τις χώρες που εξελίσσεται η πλοκή είναι στην Ελλάδα και μάλιστα στην επαρχία, στις Σέρρες. Δεν υπήρχε λόγος να το πάω στο εξωτερικό. Αλλά στον Πρώτο Ένορκο που έχουμε σώμα ενόρκων το πήγα αναγκαστικά στον Καναδά όπου έχει ενόρκους ( εδώ ακόμα και στα μικτά κακουργιοδικεία που έχουμε ενόρκους δεν βγάζουν απόφαση μόνοι τους ). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να απορρίπτουμε το ενίοτε setting που λέει και ο Βαγέλης αλλά να το επιλέγουμε ανάλογα με το τι είναι που θα γράψουμε.

Να προσθέσω δε για τον τρόμο που ανέφερε νωρίτερα ο DinMac ότι κατά τη θητεία μου στο στρατό που ήμουν σε περιπολίες είδα ξεχασμένα και ερειμωμένα χωριά που τύφλα να' χουν τα Καρπάθια, μπορείς άνετα να βάλεις ό,τι τρομακτικό θες μέσα!

Edited by WILLIAM
  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

My two cents: οι άνθρωποι δεν μένουν ανεπηρέαστοι απ' το περιβάλλον στο οποίο ζουν κι αναπτύσσονται. Αλλιώς θα μιλήσει/συμπεριφερθεί/σκεφτεί ο Μήτσος ο Σουγιάς απ' την Τρούμπα κι αλλιώς ο Χοσέ Μάρκες απ' τα ισπανόφωνα γκέτο της Νέας Υόρκης. Προσωπικά, επειδή δεν έχω ιδέα πώς θα μιλούσε ο Χοσέ Μάρκες, γιατί δεν έχω ιδέα απ' τα γκέτο της Νέας Υόρκης και δεν έχω και μεγάλη εμπιστοσύνη στην αληθοφάνεια των κινηματογραφικών χαρακτήρων, θα προτιμήσω τον Μητσάρα με τα καντήλια του, που ξέρω πώς να τον αποδώσω, ώστε ο αναγνώστης να τον αιστανθεί ως πραγματικό άνθρωπο κι όχι καρικατούρα. Σαφώς μπορούν να λειτουργήσουν καλύτερα πιο κοινωνικά "ουδέτερα" μοντέλα χαρακτήρων σε χωρικό πλαίσιο, αλλά άλλη γεύση αφήνει το ντόπιο προϊόν. Χώρια που κι ο συγγραφέας ακόμα αλλιώς θα νιώσει το "φιλαράκι" του το Μητσάρα κι αλλιώς έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν έχει καμία σχέση κι ο οποίος ζει στην άλλη μπάντα του Ατλαντικού. Υπάρχει μια αμηχανία. Και το λέω χρησιμοποιώντας κι εγώ πολύ ξένα ονόματα και περιβάλλοντα.

 

Πολύ περισσότερο, όταν η ατμόσφαιρα είναι σημαντική για την ιστορία (και στον τρόμο ΕΙΝΑΙ), το περιβάλλον οφείλει να είναι οικείο στον αναγνώστη. Δική του η γειτονιά, δικό του το ρημαγμένο εργοστάσιο, δικό του το μισογκρεμισμένο σπίτι, δικό του το σκοτεινό σαλόνι, δικός του ο φόβος, δικός του ο εφιάλτης. Δική του η εικόνα, μέσα του κι αναπόσπαστο κομμάτι του. Αλλιώς ο τρόμος είναι γιαλαντζί και φαίνεται. Και δεν τρομάζει κιόλας.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Ήρθε η ώρα να ανεβάσω κι εγώ τη δική μου ιστορία-συμμετοχή. Βρίσκεται στην βιβλιοθήκη τρόμου (φυσικά) και λέγεται "Το αρχείο της κάμερας". Την ανέβασα και σαν .doc αρχείο, και σαν κείμενο εδώ. Ελπίζω να σας αρέσει... :)

 

Οι τρεις κριτικές μου έχουν σταλεί στον διοργανωτή με pm όπως ορίζουν οι κανονισμοί.

 

Καλή επιτυχία σε όλους, ανυπομονώ να διαβάσω τις ιστορίες σας και να ευχαριστηθώ τρόμο και ανατριχίλα.:)

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Ήδη οι δύο πρώτες ιστορίες ανέβηκαν! Περιμένουμε με αγωνία και τις υπόλοιπες.

 

Διαβάζοντας τις δύο πρώτες η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα λιγάκι. Το θέμα του διαγωνισμού είναι η τεχνολογία. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, θα πρέπει η τεχνολογία να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και επειδή έχουμε να κάνουμε με διαγωνισμό τρόμου να υπεισέρχεται άμεσα στο κομμάτι του τρόμου. Το ερώτημα που μου γεννάται λοιπόν είναι το εξής: Είναι αναγκαίο ή όχι η τεχνολογία με κάθε έκφανσή της να είναι αυτή που προκαλεί τον τρόμο; Η μήπως μπορεί απλά να καταγράφει, να οπτικοποιεί, να περιγράφει, κτλ τον τρόμο που όμως δεν δημιουργεί η ίδια; Πάλι κατά την άποψή μου, αν όντως ισχύει το δεύτερο τότε περνάει αυτόματα σε δεύτερο ρόλο αφού κάποιος ή κάτι άλλο είναι ο υπαίτιος του τρόμου. Καταλαβαίνω ότι είναι λεπτό ζήτημα και γι’ αυτό θα ήθελα πολύ να διαβάσω και τις απόψεις των υπολοίπων πάνω σε αυτό το θέμα.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Ήδη οι δύο πρώτες ιστορίες ανέβηκαν! Περιμένουμε με αγωνία και τις υπόλοιπες.

 

Διαβάζοντας τις δύο πρώτες η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα λιγάκι. Το θέμα του διαγωνισμού είναι η τεχνολογία. Όπως το καταλαβαίνω εγώ, θα πρέπει η τεχνολογία να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και επειδή έχουμε να κάνουμε με διαγωνισμό τρόμου να υπεισέρχεται άμεσα στο κομμάτι του τρόμου. Το ερώτημα που μου γεννάται λοιπόν είναι το εξής: Είναι αναγκαίο ή όχι η τεχνολογία με κάθε έκφανσή της να είναι αυτή που προκαλεί τον τρόμο; Η μήπως μπορεί απλά να καταγράφει, να οπτικοποιεί, να περιγράφει, κτλ τον τρόμο που όμως δεν δημιουργεί η ίδια; Πάλι κατά την άποψή μου, αν όντως ισχύει το δεύτερο τότε περνάει αυτόματα σε δεύτερο ρόλο αφού κάποιος ή κάτι άλλο είναι ο υπαίτιος του τρόμου. Καταλαβαίνω ότι είναι λεπτό ζήτημα και γι’ αυτό θα ήθελα πολύ να διαβάσω και τις απόψεις των υπολοίπων πάνω σε αυτό το θέμα.

 

Απ' ότι ξέρω δεν επιτρέπονται τα σχόλια στα διηγήματα που ανεβαίνουν πριν ξεκινήσει η φάση των σχολιασμών. Γι' αυτό και είναι κλειδωμένα τα τόπικς των διηγημάτων.

Edited by Διγέλαδος
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..