Jump to content
Sign in to follow this  
SymphonyX13

O Tύμβος Του Ύσγκραμορ

Recommended Posts

SymphonyX13

 
Kόσμος(Σύμπαν):  The Elder Scrolls V: Skyrim
Copyright:  Bethesda
Όνομα Συγγραφέα: SymphonyX13
Είδος: Hρωική φαντασία
Βία;  Ναι
Σεξ;  Όχι
Αριθμός Λέξεων:3164
Αυτοτελής; Ναι

Αρχείο:Ο Τύμβος του Ύσγκραμορ.doc
Σχόλια:Η δεύτερη μου ιστορία, υπερδιπλάσια σε μέγεθος από την "Αγέλη", αλλά πιο εύκολη στην συγγραφή της αφού δανείστηκα έναν ήδη υπάρχων κόσμο, με τεράστιο lore.Aυτόν του Skyrim από το ομώνυμο videogame όπου μέσα του πέρασα εκατοντάδες ώρες. Το όνομα του βασικού ήρωα είναι δανεισμένο προφανώς από τον  Τόλκιν, γιατί είναι ένα όνομα που μου αρέσει πολύ, το βρίσκω πολύ εύηχο και γιατί ταιριάζει απόλυτα με τα ονόματα του παιχνιδιού που και αυτό ως σύνολο έχει δανειστεί πάρα πολλά με την σειρά του, από τους κόσμους του Τόλκιν. Φυσικά ευπρόσδεκτα όλα τα σχόλιά σας, αλλά αν υπάρχει κάποιος που έχει ασχοληθεί με το παιχνίδι, πολύ θα με ενδιέφερε η γνώμη του, κατά πόσο κατάφερα να απόδώσω τον κόσμο του. Προτείνεται η ακρόαση του απόλυτα επικού "Dragonborn's Song" όπως και η υπέροχη ακουστική διασκευή της Malukah...

 

 

Ο Τύμβος του Ύσγκραμορ

 

Ο καβαλάρης περνάει τις κάποτε μεγαλοπρεπείς πύλες του Γουίντερχολντ, ενώ το χιόνι τρίζει κάτω απ’ τις βαριές οπλές του μεγαλόσωμου,κατάμαυρου αλόγου του. Προχωρώντας παρατηρεί την πριν χρόνια κραταιά πρωτεύουσα του ομώνυμου βασιλείου ή καλύτερα, ότι έχει απομείνει από αυτή μετά την Μεγάλη Κατάρρευση. Στα αριστερά κατά μήκους του κεντρικού δρόμου, υπάρχουν πολλές κατοικίες στην χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των Νορντ με τις τριγωνικές χαμηλές σκεπές, που τρίζουν κάτω από το βάρος του χιονιού που δεν λιώνει ποτέ. Το πιο ψηλό και πιο μεγάλο οικοδόμημα ανήκει στον βασιλιά Κόριρ, που περνάει τις μέρες του αναπολώντας την περασμένη για πάντα δόξα του βασιλείου του. Στα δεξιά του δρόμου υπάρχουν ερειπωμένα κτίσματα που στέκουν μελαγχολικοί φρουροί, να οριοθετούν το τελευταίο ασφαλές σημείο πριν το βάραθρο, όπου κάποτε βρισκόταν ο ανατολικός τομέας της πόλης, που τώρα κείτεται στα βάθη της Θάλασσας των Πνευμάτων.

 

Στο βορρά διασχίζοντας την θάλασσα, υπάρχει ένα στενό υπερυψωμένο μονοπάτι από γρανίτη. Οδηγεί στο Κολλέγιο των Μάγων του Γουίντερχολντ, που όλοι πιστεύουν πως έμεινε αλώβητο με μαγικό τρόπο από την φοβερή καταστροφή. Ο καβαλάρης όμως δεν έχει καμιά δουλειά εκεί και ψάχνει με την ματιά του να βρει ένα πανδοχείο. Πριν το καταφέρει όμως ένα αγόρι με κατάξανθα μαλλιά και γαλανά μάτια τον πλησιάζει φωνάζοντας:

 

«Εδώ ξένε, εδώ είναι το καλύτερο πανδοχείο που θα μπορέσεις να ξεκουραστείς και εσύ και το άλογο σου.»

 

Χαμογελώντας ο ξένος ξεπεζεύει και δίνει τα χαλινάρια του αλόγου του στο αγόρι.

 

«Αν φροντίσεις καλά τον Σάντοουμερ μικρέ, θα ‘χεις δυο ασημένια νομίσματα» του λέει.

 

Το αγόρι που λέγεται Έορλουντ παίρνει τα χαλινάρια και ούτε που ακούει για την αμοιβή, αφού έχει απομείνει να κοιτάζει με δέος τον Σάντοουμερ! Δεν έχει ξαναδεί στην ζωή του τέτοιο δυνατό και περήφανο άτι. Τόσο παράξενα παιχνιδίσματα κάνει το φως πέφτοντας πάνω του, που θαρρείς πως τα μάτια του είναι κατακόκκινα σαν αναμμένα κάρβουνα, οι οπλές του μοιάζουν σαν να είναι βουτηγμένες στο αίμα και παρατηρώντας το περίγραμμα του κορμιού του, νομίζεις πως τρεμοπαίζει σαν καπνός που αναδεύεται στον αέρα.

 

«Φρόντισε να του δώσεις μπόλικη τροφή και νερό και είμαι σίγουρος πως θα απολάμβανε ένα καλό βούρτσισμα», λέει ο ξένος διακόπτοντας την ονειροπόληση του Έορλουντ.

 

«Μείνε ήσυχος, θα βρεις πάντα την καλύτερη εξυπηρέτηση στο Παγωμένο Τζάκι”» απαντά το αγόρι οδηγώντας τον Σάντοουμερ στο στάβλο του πανδοχείου.

 

«Πραγματικά πολύ πετυχημένο όνομα» σκέφτεται ο ξένος, ενώ μπαίνει στο Παγωμένο Τζάκι” που τον υποδέχεται όπως όλα τα πανδοχεία στο Σκάιριμ. Με ξινές οσμές από κρασί και μπύρα, που εδώ και χρόνια έχουν ποτίσει τον αέρα και πλέον αποτελούν μέρος του και με γαργαλιστικές μυρωδιές από την κουζίνα, που υγραίνουν το στόμα του και κάνουν την κοιλιά του να γουργουρίζει. Στα αυτιά του φτάνει η εύθυμη κατά κύριο λόγο οχλαγωγία των θαμώνων, ενώ σε μια γωνιά δίπλα στο μεγάλο τζάκι που δεν είναι παγωμένο αλλά τριζοβολάει με μια δυνατή φωτιά, ένας βάρδος τραγουδάει τα κατορθώματα του Τάλος.

 

Περνώντας ανάμεσα από τραπέζια και καθίσματα κατευθύνεται προς τον πάγκο του πανδοχείου, ενώ ο ιδιοκτήτης του ο Ντάγκουρ τον παρατηρεί να πλησιάζει σκουπίζοντας μερικές κούπες.

 

«Καλωσόρισες ξένε! Είμαι ο Ντάγκουρ, τι θα μπορούσα να σου προσφέρω;»

 

«Για αρχή μια μπύρα και κάτι για να χορτάσω την πείνα μου, μετά θα ήθελα και μερικές πληροφορίες» λέει ο ξένος, ενώ βγάζει το περίτεχνο κερασφόρο κράνος του και το αφήνει στον πάγκο.

 

« Όλα όσα ζήτησες μπορώ να στα προσφέρω… με το κατάλληλο τίμημα», λέει ο Ντάγκουρ ενώ γεμίζει από ένα βαρέλι μια κούπα με ξανθιά μπύρα με πλούσιο αφρό, «αλλά θα μου άρεσε να ξέρω, με ποιον μιλάω.»

 

«'Έομερ με λένε και για να μην χάνουμε χρόνο, θα ήθελα να μου δώσεις οδηγίες πώς να βρω τον Τύμβο του Ύσγκραμορ » λέει, μετά αδειάζει με μεγάλες γουλιές την κούπα και την αφήνει στον πάγκο.

 

Το βλέμμα του Ντάγκουρ γίνεται τώρα τόσο σοβαρό και εξεταστικό, που τα μάτια του ίσα που φαίνονται.

 

«Δεν είναι καθόλου συνετό, έστω και για κάποιον τόσο δυνατό όσο δείχνεις να είσαι εσύ, να περιδιαβαίνει τέτοια μέρη αυτές τις εποχές. Δεν φτάνει το σκοτάδι που έχει ρίξει πάνω μας ο εμφύλιος μεταξύ των Αυτοκρατορικών και των Καταιγιδοχιτώνων, αλλά φήμες ακούγονται σε ολόκληρο το Σκάιριμ ότι οι δράκοι επέστρεψαν. Πολλοί ακόμα λένε, ότι κάτι ξύπνησε από τον ύπνο τους, τους Ντράουγκρ, που αναπαύονταν εδώ και αιώνες σε αρχαία μέρη σαν αυτό που θες να πας.»

 

«Οι Ντράουγκρ;» λέει ο Έομερ αγνοώντας τις άλλες αναφορές του Ντάγκουρ, «και γιατί κάποιος πρέπει να φοβάται αυτά τα σκονισμένα κουφάρια;»

 

Η αρχική έκπληξη του Ντάγκουρ γρήγορα καταλήγει σε ένα τρανταχτό γέλιο!

 

«Μα τα γένια του Υσμίρ, αυτό ήταν τόσο καλό χωρατό που σίγουρα αξίζει μια μπύρα» λέει γελώντας, ενώ ξαναγεμίζει την κούπα του Έομερ. «Και θα σου πω τζάμπα πώς να πας στον τύμβο, το δικό σου ξεροκέφαλο θα ροκανίσουν αυτά τα σκονισμένα κουφάρια.»

 

Ο Έομερ γελάει και αυτός με την σειρά του και μετά στρέφει την προσοχή του στο αχνιστό πιάτο με βραστό που βάζει μπροστά του ο Ντάγκουρ, ενώ συγχρόνως ακούει τις οδηγίες που του δίνει για το πώς θα βρει τον Τύμβο του Ύσγκραμορ…

 

 

…Ακολουθώντας αυτές ακριβώς τις οδηγίες την επόμενη μέρα και λίγο πριν το μεσημέρι, ο Έομερ βλέπει από μακριά σε ένα λόφο την υπερυψωμένη είσοδο του τύμβου. Γύρω της υπάρχουν τεράστιοι μονόλιθοι σμιλεμένοι με τέτοιο τρόπο, που η κορυφή τους θυμίζει κεφάλι δράκου. Ξεπεζεύοντας δίνει ένα ελαφρό χτύπημα στα καπούλια του Σάντοουμερ στέλνοντας τον έτσι να αναζητήσει πιο ασφαλές μέρος και πλησιάζει την κορυφή του λόφου. Λίγο πριν φτάσει όμως, ένα μουγκρητό τον κάνει να γυρίσει και να δει ένα Τρολ των Πάγων να του επιτίθεται χτυπώντας τα μακριά του χέρια στο έδαφος. Η απόσταση όμως που τους χωρίζει είναι αρκετή για να προλάβει ο Έομερ να απλώσει τα χέρια του μπροστά και λέγοντας αρχαίες λέξεις δύναμης, κιτρινοκόκκινες φλόγες αρχίζουν να ξεπηδάνε απ’ τα δάχτυλα του και αρχίζουν να στροβιλίζονται με μεγάλη ταχύτητα. Μια μπάλα φωτιάς σχηματίζεται, εκτοξεύεται και χτυπά το τέρας με τόση δύναμη ώστε να το πετάξει αρκετά μέτρα πίσω. Σε μια στιγμή φλόγες το τυλίγουν και αυτό αρχίζει να χτυπιέται τρελαμένο από τον αφόρητο πόνο. Ο Έομερ ξεκρεμάει το τόξο του και με μια ζυγισμένη βολή χτυπάει το τρολ στο κεφάλι, λυτρώνοντας το από την αγωνία του.

 

Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου ο Έομερ παρατηρεί τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην είσοδο του τύμβου. Τα κατεβαίνει προσεκτικά και μετά σπρώχνει την δίφυλλη πόρτα που ανοίγει αργά, με τον χαρακτηριστικό ήχο μετάλλου να τρίβεται σε πέτρα. Ο προθάλαμος, όπως δείχνει του τύμβου ανοίγεται μπροστά του, πυρσοί στερεωμένοι στους τοίχους που κατά παράδοξο τρόπο είναι ακόμα αναμμένοι, ρίχνουν άπλετο φως σε ένα δωμάτιο που δείχνει να είναι αδιέξοδο, αφού καμιά πόρτα, καμιά έξοδος δεν φαίνεται να υπάρχει.

 

Στο κέντρο του δωματίου βρίσκεται ένα μεγάλο άγαλμα του Ύσγκραμορ, του ιδρυτή των Συντρόφων, που δείχνει να κρατάει κάτι που δεν είναι εκεί. Ο Έομερ κάνοντας πρώτα μια μικρή υπόκλιση, δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό στον μεγάλο Ύσγκραμορ και ξεκρεμάει τον πέλεκυ από την πλάτη του.

 

«Γούτθαρντ, ήρθε η ώρα να επιστρέψεις στον κύριο σου» λέει ο Έομερ και τον τοποθετεί στα χέρια του αγάλματος. Με ένα δυνατό θόρυβο, ο πίσω τοίχος του δωματίου ανοίγει στην μέση και σιγά σιγά αποκαλύπτει έναν μακρύ, στενό διάδρομο. Αρχίζοντας να τον ακολουθεί ο Έομερ, κραδαίνει στο αριστερό χέρι μια εβένινη ασπίδα και με το δεξί τραβάει το σπαθί από το θηκάρι του. «Ντράουγκρ ε; Για ελάτε να γευτείτε την λεπίδα του Ντόνμπρέικερ» μονολογεί κοιτάζοντας το σπαθί που εκπέμπει μια όμορφη λάμψη.

 

Φτάνοντας στο τέλος του διαδρόμου βρίσκεται μπροστά από ακόμα ένα αδιέξοδο, αφού ένας τοίχος με ένα κυκλικό σχήμα στην μέση, που αποτελείται από δακτυλίους με διάφορες φιγούρες χαραγμένες πάνω τους, του κλείνει τον δρόμο. Στο κέντρο ακριβώς του κύκλου υπάρχουν τρεις οπές που δείχνουν σαν να μπορούν να δεχτούν κάτι.

 

Χωρίς να χάσει χρόνο ο Έομερ βγάζει από ένα μικρό σακίδιο ένα χρυσό αντικείμενο που μοιάζει με πόδι δράκου με τρία νύχια. Παρατηρώντας την κάτω πλευρά του, βλέπει μερικές φιγούρες ίδιες με αυτές των δακτυλίων. Από πάνω προς τα κάτω βλέπει έναν δράκο, έναν αετό και τέλος έναν λύκο. Προσαρμόζοντας το αντικείμενο στις τρεις οπές, ένας μηχανισμός ενεργοποιείται που του επιτρέπει να γυρίσει τους δακτυλίους, έτσι ώστε από πάνω προς τα κάτω οι φιγούρες να εικονίζουν έναν δράκο, έναν αετό και έναν λύκο επίσης. Ολόκληρος ο τοίχος τότε αρχίζει να σηκώνεται προς τα πάνω, αποκαλύπτοντας την κύρια αίθουσα του Τύμβου, το σημείο της αιώνιας ανάπαυσης του Ύσγκραμορ. Μεγάλες στρογγυλές κολόνες με σκαλιστές επιγραφές στηρίζουν την οροφή της αίθουσας που φωτίζεται από πυρσούς και μεγάλα μαγκάλια που σπινθηροβολούν λες και μόλις έχουν ανάψει! Στο πίσω μέρος της αίθουσας υπάρχει η πέτρινη σαρκοφάγος του Ύσγκραμορ και πίσω της αυτό που έχει φέρει τον Έομερ εδώ, ένας Τοίχος μιας Λέξης Δύναμης, στον οποίο αναγράφεται μία επιγραφή στην αρχαία γλώσσα των δράκων.

 

Όμως η προσοχή του Έομερ έχει επικεντρωθεί στις σαρκοφάγους που είναι σκαμμένες κατά μήκος και των δύο τοίχων της αίθουσας και φιλοξενούν πολεμιστές που εδώ και αιώνες οι ψυχές τους έχουν ταξιδέψει στο Σόβενγκαρντ. Στέκονται σύμφωνα με έναν απ’ τους αρχαίους τρόπους ταφής, σε όρθια σχεδόν θέση, γέρνοντας λίγο προς τα πίσω με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Φορούν όλοι μαυρισμένες απ’ τον χρόνο πανοπλίες και έχουν τον οπλισμό που χρησιμοποιούσαν όταν ζούσαν και είχε ενταφιαστεί μαζί τους. Στο πέρασμα του χρόνου έχουν μουμιοποιηθεί, με το δέρμα του προσώπου να έχει τραβηχτεί πάνω στα κρανία τους, δημιουργώντας εκφράσεις αιώνιας αγωνίας με ανοιχτά στόματα και νεκρά βλέμματα.

 

Ο Έομερ έκανε λίγα βήματα και σταμάτησε. Ένας ήχος σαν σαθρό ξύλο να σπάει ακούστηκε και μετά κι’ άλλος, κι’ άλλος και σε λίγο μπορούσε να δει κινήσεις, σπασμωδικές κινήσεις από τους πολεμιστές που μια πνοή ανίερης ζωής τους μετέτρεψε σε απέθαντους, σε Ντράουγκρ! Μέχρι πριν λίγο νεκρά, άχρωμα βλέμματα, τώρα με μια αχνή γαλάζια ανταύγεια, καρφώνονται πάνω του. Βγαίνουν από τις σαρκοφάγους τους, με αργές κινήσεις από κλειδώσεις εδώ και αιώνες παγωμένες απ’ τον θάνατο και αρχίζουν να κινούνται προς το μέρος του.

 

Σπαθιά τραβήχτηκαν, μερικά έμειναν να σέρνονται στο έδαφος πετώντας σπίθες, αλλά σιγά σιγά ανασηκώθηκαν και αυτά, δόρατα προτάχθηκαν και ένα βέλος πέρασε ξυστά από το μάγουλο του Έομερ βουίζοντας σαν θυμωμένη μέλισσα! Με όλο και πιο γρήγορες κινήσεις οι Ντράουγκρ πλησιάζουν τον Έομερ που αρχίζει να οπισθοχωρεί πίσω στον στενό διάδρομο. Κυριευμένοι τώρα από μια φρενίτιδα να διαμελίσουν, να κατασπαράξουν αυτόν που βρίσκεται μπροστά τους, τρέχουν σχεδόν, προσπαθώντας να βρεθούν μπροστά από τους άλλους για να είναι αυτοί που θα χτυπήσουν πρώτοι και θα γευτούν το αίμα. Ο Έομερ συνεχίζει να οπισθοχωρεί όλο και πιο πολύ στον στενό διάδρομο και οι Ντράουγκρ έχουν μετατραπεί σε ένα συνονθύλευμα από σαπισμένα μέλη, μία θάλασσα από ατσάλι και σάρκα που έρχεται να τον συνθλίψει.

 

Χαμηλώνει τότε την ασπίδα και το σπαθί και ανοίγει το στόμα λες και θέλει να βγάλει μια πολεμική ιαχή, που θα προηγηθεί μιας ένδοξης, αλλά καταδικασμένης επίθεσης. Αντί για ιαχή όμως, λέει τρεις μονοσύλλαβες λέξεις που ποτέ δεν προορίζονταν να ειπωθούν από στόμα ανθρώπου, αφού για πρώτη φορά προφέρθηκαν από δράκο:

 

ΦΟΥΣ-ΡΟ-ΝΤΑ!”

 

Ένα ωστικό κύμα απίστευτης δύναμης χτυπάει και παρασύρει τους Ντράουγκρ, όπως ένας άνεμος που λυσσομανά τα φύλλα που βρίσκει στο διάβα του! Οι πρώτοι Ντράουγκρ που δέχονται το χτύπημα διαμελίζονται και τα κομμάτια τους εκτοξεύονται μαζί με τους υπόλοιπους πίσω στην αίθουσα. Ένας από αυτούς χτυπάει με τέτοια δύναμη σε μια κολόνα, που το σώμα του πέφτει στο έδαφος σπασμένο και στρεβλωμένο σε τελείως αφύσικες γωνίες ενώ προσπαθεί ακόμα να συρθεί.

 

Ο Έομερ ορμά τώρα ανάμεσα τους σαν θεριστής σε χωράφι με σπαρτά έτοιμα για μάζεμα. Η λεπίδα του Ντόνμπρέικερ τους διαπερνά σαν καυτό μαχαίρι το βούτυρο, κόβοντας χέρια που ακόμα κρατάνε σφιχτά σπαθιά και κεφάλια που κατρακυλάνε στην αίθουσα σαν βράχοι σε λοφοπλαγιά. Σύντομα οι περισσότεροι Ντράουγκρ κείτονται νεκροί για μια ακόμη ,οριστική φορά και μόνοι λίγοι προλαβαίνουν να συνέλθουν και να επιτεθούν. Ένας ρίχνει ένα χτύπημα με το σπαθί του που ο Έομερ απωθεί εύκολα με την ασπίδα του και μετά του κόβει το αριστερό πόδι στο ύψος του γονάτου κάνοντας τον να σωριαστεί στο έδαφος. Μετά με άλλο ένα χτύπημα αποχωρίζει το κεφάλι του από το σώμα του και γυρίζει την κατάλληλη στιγμή για να αποφύγει το δόρυ ενός άλλου. Με δύο απανωτά, αστραπιαία σπαθίματα, κόβει πρώτα το δόρυ στην μέση και μετά το κεφάλι του Ντράουγκρ που το κρατούσε! Ένας μόνο τοξότης έχει απομείνει, εξαπολύοντας βέλη που ο Έομερ αποκρούει εύκολα και πλησιάζοντας καταφέρνει ένα ψηλό οριζόντιο χτύπημα στο κεφάλι του Ντράουγκρ κόβοντας το από το στόμα και πάνω.Ο Ντράουγκρ σωριάζεται και το κεφάλι που διατηρεί ακόμα μερικά ψήγματα απέθαντης ζωής προλαβαίνει να σηκώσει το βλέμμα του για να δει την μπότα του Έομερ να κατεβαίνει συνθλίβοντας το. Με την μάχη να τελειώνει, η νεκρική σιγή επανέρχεται στον Τύμβο..

 

Πλησιάζοντας την σαρκοφάγο και γονατίζοντας στο ένα πόδι, ο Έομερ πιάνει την άκρη της και με τα δύο χέρια και λέγοντας μια προσευχή ζητάει από τον Ύσγκραμορ να του δώσει κουράγιο και δύναμη για αυτά που έρχονται! Μετά σηκώνεται και πλησιάζει τον Τοίχο. Η επιγραφή που βρίσκεται πάνω του αρχίζει να ξεχωρίζει όλο και πιο έντονα και μια συγκεκριμένη λέξη ακόμα περισσότερο. Μοιάζει να είναι όχι σκαλισμένη, αλλά φτιαγμένη από πυρακτωμένο μέταλλο και ο Έομερ αρχίζει να την ακούει στο μυαλό του λες και κάποιοι την απαγγέλουν σε δύο γλώσσες, αυτή των δράκων και αυτή των ανθρώπων:

 

«Χετ ντιρ μπρούνικ ρεκ-γκρόχικ Ούλφριντ, κριντ μουζ αχρκ σουναβαάρ, μπρούνικ κικ μποχ σαχκόν ΤΑΧ!»

 

«Εδώ πέθανε η άγρια λύκαινα Ούλφριντ, η σφαγέας ανθρώπων και κτηνών, η άγρια αρχηγός της βαθυκόκκινης ΑΓΕΛΗΣ!»

 

Η τελευταία λέξη μοιάζει να μεγαλώνει, να ξεφεύγει από τα πέτρινα δεσμά της, να αιωρείται μπροστά στα μάτια του και στο τέλος να διαλύεται και ο Έομερ να απορροφά την δύναμη της. Μένει για λίγο ακίνητος με κλειστά μάτια προσπαθώντας να καταλάβει την ουσία της λέξης, να νιώσει κάθε κρυφή πτυχή της και προσπαθεί να προετοιμάσει τον εαυτό του για την δύσκολη συνέχεια, αφού ξέρει ότι για να ξεκλειδώσει πλήρως την δύναμη της λέξης, χρειάζεται την ψυχή ενός δράκου. Ανοίγει τα μάτια του και παρατηρεί πως αριστερά και δεξιά του τοίχου υπάρχουν δύο σκαλισμένα κεφάλια δράκου με άγρια έκφραση. Πηγαίνει σε αυτό που βρίσκεται αριστερά και ψηλαφίζοντας το, πατάει έναν μοχλό που βρίσκεται στο ανοιχτό του στόμα. Με έναν υπόκωφο θόρυβο ο τοίχος ανοίγει, αποκαλύπτοντας έναν κρυφό μακρύ πέρασμα, που οδηγεί σε μία έξοδο πολύ κοντά στο ψηλότερο σημείο του βουνού που ονομάζεται η Κορυφή του Δράκου…

 

…που ο Έομερ πλησιάζει προσεχτικά και με τις αισθήσεις του σε εγρήγορση για την δύσκολη μάχη που πρόκειται να ακολουθήσει. Αρχαία ερείπια στεφανώνουν την χιονισμένη βουνοκορυφή, διάσπαρτα με κόκκαλα ανθρώπων, ζώων μέχρι και γιγάντων. Ένα φρέσκο μισοφαγωμένο κουφάρι ενός μαμούθ τραβάει την προσοχή του Έομερ. Ξαφνικά ένας ήχος από φτερά, γιγάντια φτερά ακούγεται και από την πίσω μεριά του βουνού εμφανίζεται ένας δράκος που κατεβαίνει γρήγορα και προσγειώνεται ακριβώς μπροστά από τον Έομερ, κάνοντας το έδαφος να ταρακουνηθεί λες και γίνεται σεισμός! Ένας φοβερός βρυχηθμός, μία τόσο δυνατή κραυγή ικανή να κάνει τα αυτιά σου να ματώσουν βγαίνει από το στόμα του, αλλά ο Έομερ δεν ακούει απλώς μια κραυγή, αλλά λέξεις και προτάσεις να σχηματίζονται :

 

«Λοτ μα ζιν Ντοβακίν, φαχ μεϊζ χιμ οτ ναακού μα μπαχλόκ!»

 

«Μεγάλη μου τιμή Δρακογέννητε που ήρθες εσύ να χορτάσεις την πείνα μου!»

 

Ο Έομερ κοιτάει αγέρωχα τον Γηραιό Δράκο όπως μαρτυρούν το χρυσοκίτρινο χρώμα του και τα μαύρα διπλά κέρατα:

 

«Νι μοχ κοτιναάτ χά μπαχλόκ ντόβα, νάς χα σιλ γιάχ!»

 

«Δεν με ενδιαφέρει η πείνα σου δράκε, την ψυχή σου θέλω!» λέει και ετοιμάζεται για την απάντηση του δράκου που δεν αργεί να έρθει.

 

Μια πύρινη ανάσα ξεχύνεται από το στόμα του δράκου, λιώνοντας τους βράχους πίσω από το σημείο που βρισκόταν ο Έομερ, που την αποφεύγει με μια βουτιά προς τα δεξιά, ενώ συγχρόνως εκτοξεύει μαγικά βλήματα από πάγο. Τα περισσότερα συντρίβονται στο σκληρό σαν πέτρα δέρμα της ράχης του δράκου, αλλά μερικά καταφέρνουν να τον πληγώσουν, τρυπώντας το μαλακότερο δέρμα του στήθους του, εξαγριώνοντας τον έτσι ακόμα περισσότερο. Γυρίζοντας απότομα τινάζει προς το μέρος του Έομερ την ουρά του, σε ένα τρομαχτικό χτύπημα που συντρίβει μια κολόνα που γκρεμίζεται με θόρυβο. Ο Έομερ που έχει αποφύγει και αυτό το χτύπημα, έχει σκαρφαλώσει σε ένα ψηλό βράχο και ρίχνει με το τόξο του βέλη, στοχεύοντας τα μάτια του δράκου. Ένα από αυτά, λες και το καθοδηγεί ο ίδιος ο Άκατος, καρφώνεται στο αριστερό μάτι του δράκου που βγάζει μια τρομαχτική κραυγή και αρχίζει να κουνάει το κεφάλι του πέρα δώθε προσπαθώντας να απαλλαγεί από το βέλος.

 

Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία ο Έομερ ενώνει τις παλάμες και αρχίζει να λέει μια αρχαία επίκληση, μια γαλάζια σφαίρα αρχίζει να σχηματίζεται, ένας σκίσιμο στο ύφασμα που χωρίζει τις διαστάσεις και από το Ομπλίβιον, την Λήθη, δύο Άρχοντες Ντρεμόρα εμφανίζονται. Είναι αρματωμένοι με τις βαριές δαεδρικές πανοπλίες τους, κραδαίνουν τα μεγάλα τους σπαθιά και έχουν τα πρόσωπα βαμμένα στα κόκκινα χρώματα του πολέμου! Αμέσως ορμάνε βγάζοντας πολεμικές κραυγές στον δράκο που έχει στρέψει την προσοχή του πάνω τους. Η μανιασμένη τους επίθεση τον φέρνει σε θέση άμυνας, να δέχεται χτυπήματα από τους Ντρεμόρα και τα βέλη που ο Έομερ συνεχίζει να ρίχνει. Τα μπροστινά πόδια του και το στήθος του έχουν γεμίσει πληγές και βέλη και πλέον ο δράκος καταλαβαίνει ότι η μάχη αυτή μόνο εύκολη δεν είναι.

 

Καταφέρνοντας με ένα δυνατό χτύπημα της ουράς του να πετάξει τους Ντρεμόρα αρκετά μέτρα μακριά, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το πλεονέκτημα που του δίνει ο αέρας και χτυπώντας τα χρυσοκίτρινα φτερά του, σηκώνεται πάνω από την Κορυφή του Δράκου.

 

«Αυτό θα είναι το τελευταίο σου λάθος δράκε» λέει ο Έομερ που περίμενε αυτήν ακριβώς την κίνηση.

 

«ΣΤΡΟΥΝ-ΜΠΑ-ΚΟΥΟ!» φωνάζει και ξαφνικά ο ουρανός μαυρίζει και μέσα σε δευτερόλεπτα μια καταιγίδα σχηματίζεται, δυνατή βροχή αρχίζει να πέφτει και αστραπές χτυπάνε τον δράκο κεραυνοβολώντας τον και γκρεμίζοντας τον από τον ουρανό. Η πτώση του τελειώνει με έναν δυνατό θόρυβο και τον Έομερ να ανεβαίνει στο τσακισμένο κορμί του που καπνίζει και να βυθίζει το σπαθί του στην καρδιά του.

 

Την στιγμή που ο δράκος αφήνει την τελευταία του πνοή, μια αόρατη φωτιά αρχίζει να κατακαίει τις σάρκες του και χρυσές στάχτες αρχίζουν να αιωρούνται, να στριφογυρνάνε και να περιτριγυρίζουν τον Έομερ, μία σφαίρα ενέργειας σχηματίζεται, η ψυχή του δράκου που ο Έομερ απορροφά και κάνει δική του. Το μόνο που έχει απομείνει από τον δράκο είναι ο ξεγυμνωμένος σκελετός του.

 

Ο Έομερ σηκώνει το κεφάλι προς τον ουρανό, κλείνει τα μάτια και ευχαριστεί τους θεούς για την νίκη του. Μετά βγάζει ένα μακρόσυρτο σφύριγμα καλώντας τον Σάντοουμερ και πριν καν το τελειώσει, νοιώθει την ζεστή ανάσα του αλόγου του στον σβέρκο του. Γυρίζει και χαϊδεύοντας το, ανεβαίνει στο μαύρο άτι λέγοντας του:

 

«Πάμε καλέ μου φίλε, γιατί έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε.»

 

Και ενώ ο Έομερ κάλπαζε με τον Σάντοουμερ, θαρρείς πως ο άνεμος έφερνε στα αφτιά του στίχους από το προφητικό για τον ερχομό του τραγούδι, το Τραγούδι του Δρακογέννητου” που τραγουδιόταν από άκρη σ’ άκρη σε ολόκληρο το Σκάιριμ!

 

«Ντοβακίν, φαχ χιν κογκαάν μού ντραάλ…»

 

«…Δρακογέννητε, για την ευλογία σου προσευχόμαστε…»

 

«Βοθ, φαν σουλεϊκ γουά ρόνιτ φαάλ κρεϊν…»

 

«…Με μια δύναμη να αναμετρηθεί με τον ήλιο…»

 

«Ολ, φιν Ντοβακίν κομεϊτ οκ ρεϊν…»

 

«…Ενώ του Δρακογέννητου ο βρυχηθμός αντηχεί…»

 

«…Ντοβακίν, κος φιν σαβιίκ ντο μουζ…»

 

«…Δρακογέννητε, γίνε των ανθρώπων σωτήρας…»

 

SymhponyX13

 

Αύγουστος 2013

Edited by SymphonyX13
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Δημήτρη φίλε μου, ξέρεις την άποψή μου, θα περιοριστώ μόνο να αναφέρω ένα σχόλιο που είχες προ καιρού από αναγνώστη σου και gamer και νομίζω λέει πολλά: «Το έκανες next gen»... :good:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ Σπύρο! Αν και το "next gen" πήγαινε στην περιγραφή που έκανα στον Σάντοουμερ, παραμένει ένα από τα καλύτερα σχόλια που έχω διαβάσει για ιστορία μου! :dancing4dh:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blacksword

Καλή ιστορία, τουλάχιστον για τον σκοπό που έχει γραφτεί είναι γενικά καλή, αν και έχει αρκετά θεματάκια (ειδικά αν την κρίνουμε εκτός παιχνιδιού).

Το παιχνίδι δεν το έχω παίξει αλλά έχω δει αρκετά από τότε που πρωτοβγήκε και αυτή η ιστορία με έκανε να νιώσω ότι ήμουν στο παιχνίδι και έπαιζα.

 

Η ιστορία γενικά δεν είναι κακή αλλά θα έλεγα όμως, ότι είναι αρκετά "δεμένη" με το παιχνίδι και ίσως αν είχε μόνο μερικές αναφορές αντί για το ίδιο το παχνίδι να ήταν καλύτερα.

 

Ένα πράγμα που με ενόχλησε αρκετά είναι το όνομα του πρωταγωνιστή, γιατί από τη μία σκεφτόμουν Skyrim και από την άλλη τον Άρχοντα που γενικά δεν με πολυβοήθησε όσο προχώραγε η ιστορία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Mόλις η δεύτερη ιστορία που έγραψα Κώστα και δεν ήθελα να έχει απλώς αναφορές στο Skyrim, αλλά να είναι εξ`ολοκλήρου βασισμένη στον κόσμο του. Ότι διαβάζεις ανήκει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στο παιχνίδι, όπως και η γλώσσα των δράκων, που εκεί έπρεπε να φτιάξω κάποιες δικές μου λέξεις. :) Το όνομα σαφώς και είναι δανεισμένο από τον Τόλκιν, το αναφέρω άλλωστε και στα σχόλια και όντως   παραπέμπει στον κόσμο του "Άρχοντα...". Σε ευχαριστώ για την ανάγνωση και το σχόλιο! :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια Δημήτρη, αν σκεφτείς οτι ειναι η 2η ιστορία που έγραψες απο τότε που αρχισες να καταπιάνεσαι με τη συγγραφή. Τα λάθη που εντόπισα δεν θα τα αναφέρω καν, καθώς πλέον δεν τα κάνεις. Να πω μονο πως διαβάζεται πολύ ευχάριστα, το fun service δίνει και παίρνει, και για μενα που ειμαι λατρης των Elder Scrolls ήταν ένα όμορφο και νοσταλγικό ταξίδι να ξαναγυρίσω στο skyrim μετά απο 6 χρονια. Well done!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ Γρηγόρη για την ανάγνωση και το σχόλιο. Απίστευτα πορωμένος και "λιωμένος" με το Skyrim, μου βγήκε σχεδόν αβίαστα αυτή η ιστορία, μόλις η δεύτερη μου όπως είπαμε. Χάρηκα που σε ταξίδεψε σε παλιά αγαπημένα μέρη και περιπέτειες. Άντε τώρα, καλή αναμονή για το  επόμενο Elder Scrolls... :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.