Jump to content
Sign in to follow this  
Nienor

Έρημος και Ομίχλη - Χριστίνα Μαλαπέτσα

Recommended Posts

Nirgal

Πριν λίγες ημέρες ολοκλήρωσα την ανάγνωση και της δεύτερης ιστορίας "Μεόμραϊχ".

 

Διαφορετική κεντρική ιδέα (εδώ έχουμε μια ιστορία αγάπης με πολλές περιπλοκές), αλλά με εξίσου ξεχωριστούς χαρακτήρες με ιδιαιτερότητες, προσωπικά κίνητρα, ζωντανά παρελθόντα που τους στοιχειώνουν, πάθη, και αυστηρούς ηθικούς κώδικες.

 

Τα νησιά, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, λεπτομερέστατα σχεδιασμένα. Η κο-χόμαν των ουίλενταθ, οι ουίλενταθ και οι ξεχωριστές αισθήσεις τους, τα τοπία, οι μπεάθα (αγαπημένο στοιχείο του κόσμου όπου μας ταξιδεύει η ιστορία), οι ομίχλες και τα τραγούδια τους, η γλώσσα, όλα (για ακόμα μια φορά μετά τους ανέμους της Αμερέν) μεταφέρουν τον αναγνώστη με μεγάλη ευκολία σε αυτόν τον φανταστικό (με κάθε έννοια) κόσμο. Εξαιρετική η έμπνευση (και η απόδοση της λειτουργίας/συμπεριφοράς τους) των Μεόμραϊχ.

 

 

Σχετικά με τη δομή της ιστορίας.
Ίσως θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να γίνεται πιο σαφές στον αναγνώστη, πως τα κεφάλαια όπου παρακολουθούμε τη σάγκαρτ και τον μπρίθεαμ να ερευνούν την υπόθεση με τη βοήθεια του μεόμραϊχ εξελίσσονται σε μελλοντικό χρόνο. Στο πρώτο κεφάλαιο χρειάστηκε να διαβάσω αρκετά μέχρι να το αντιληφθώ. Η αναφορά σε ημερομηνίες βοηθάει, αλλά μονάχα αν ο αναγνώστης συνηθίσει το ημερολόγιο των ουίλενταθ, κάτι το οποίο δεν γίνεται με την πρώτη ανάγνωση.

 

Σχετικά με την πλοκή.

Δεν με έπεισε απόλυτα η απόφαση της Ριβέι να αυτοκτονήσει. Η κίνησή της αυτή μου φάνηκε εντελώς εγωιστική, αν και δεν φαίνεται ως τέτοια κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Με το θάνατό της καταδικάζει και τον σύντροφό της, χωρίς να του δίνει δικαίωμα να παρουσιάσει τη δική του πλευρά.

 

 

Κλείνοντας το βιβλίο, αγαπημένη ιστορία, από πλευράς πλοκής, "οι άνεμοι της Αμερέν". Αγαπημένη ιστορία από πλευράς τοπίου και κοσμοπλασίας, "Μεόμραϊχ".

 

Στο σύνολό του, απολαυστικότατο, με δυνατές ιδέες, και σε βάθος σχεδιασμένους χαρακτήρες.

Η Χριστίνα έχει κάνει πολλή δουλειά στον σχεδιασμό του κόσμου της και αυτό φαίνεται σε κάθε σημείο του βιβλίου. Το αποτέλεσμα είναι το περιβάλλον όχι απλώς να πείθει, αλλά να παρασύρει τον αναγνώστη εντός του, και οι δύο ιστορίες να βγαίνουν αβίαστα μέσα από αυτόν τον κόσμο, χωρίς να ξενίζουν.

 

Περιμένουμε πολλές συνέχειες!

 

 

Περιμένουμε την ιστορία της Μολέσσα και αυτή τη φορά θα είναι αμαρτία αν της αφιερώσεις απλώς μια νουβέλα.

 

 

edit: οι μπεάθα είναι εμπνευσάρα!

Edited by Nirgal
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

 

Περιμένουμε την ιστορία της Μολέσσα και αυτή τη φορά θα είναι αμαρτία αν της αφιερώσεις απλώς μια νουβέλα.

 

 

 

Είναι η πρώτη και μεγαλύτερη απ' τις ιστορίες της Εάμ'Ρελ. Επίσης είναι αυτή που μάλλον δεν θα γράψω ποτέ. Νομίζω ότι έχω υπερβολικά μεγάλο συναισθηματικό δέσιμο για να γράψω ικανοποιητικά την ιστορία της, την οποία -σημειωτέον- έχω ολόκληρη μέσα στο κεφάλι μου. Η Κιάρα είχε διαβάσει ένα κομμάτι απ' την αρχή της ιστορίας της Αντελέινα ντελ' Αΐλ, τότε, στην πρώτη πλειστόκαινο, πριν από δέκα χρόνια που είχε γίνει η πρώτη απόπειρα καταγραφής.

 

 

Θα πρέπει να σου πω ότι οι πρώτες σημειώσεις για τη φύση και τη λειτουργία των Μεόμραϊχ γράφτηκαν σ' ένα -γκουχ- Χριστουγεννιάτικο σημειωματάριο των ΕΛΤΑ...

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nirgal

Μην  τολμήσεις να αφήσεις αυτόν τον κόσμο ανεκμετάλλευτο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Oh, I don't intend to. ;-)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Η γνώμη μου. Επειδή μου άρεσε κι επειδή δεν έχω πει τίποτα για τον "Μεόμραϊχ", αφού στην παρουσίαση τον "παραχώρησα" στη Βάσω Tiessa Χρήστου -και την έκανα ευτυχισμένη.

 

Γενικά σχόλια και για τα δύο μυθιστορήματα του βιβλίου:

Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι έντονα φορτισμένοι συναισθηματικά και με ουσιώδες και καμιά φορά τραυματικό παρελθόν. Είναι εύκολα διακριτοί μεταξύ τους, τόσο στις αντιδράσεις τους όσο και στους διαλόγους. Έχουν τα γκρίζα σημεία τους και τα κίνητρά τους είναι γερά δεμένα με δεσμά ψυχής.

Παρομοίως, τα αδιέξοδα στα οποία στριμώχνει η συγγραφέας τους χαρακτήρες είναι κυρίως συναισθηματικά και ακριβώς αυτό: αδιέξοδα. Οπότε η προσπάθειά των χαρακτήρων να αποδράσουν απ’ αυτά δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα όσο και δύσκολη.

Η κοσμοπλασία είναι προσεγμένη, αλλά όχι χωρίς μερικά μικρά προβληματάκια που θα παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης. Αν και αυτά ίσως μετριάσουν κάπως την αναγνωστική απόλαυση κάποιων, η υπόλοιπη κοσμοπλασία, ειδικά του «Μεόμραϊχ», πραγματικά αποζημιώνει και με το παραπάνω.

Η συγγραφέας έχει πολύ καλή αίσθηση του ρυθμού και του χτισίματος προς την κορύφωση, ενώ η δράση είναι αρκετή και σίγουρα όχι λιγότερη από την απαραίτητη για τη λύση δόση.

 

Οι Άνεμοι της Αμερέν

Η πόλη της Ζαμπίν πλήττεται από μακροχρόνια και καταστροφική ξηρασία, και ο άρχοντάς της ζητά τη βοήθεια της γειτονικής Αμερέν, με τους άρχοντες της οποίας τον δένουν ισχυροί φιλικοί δεσμοί.

Ένα μυθιστόρημα για τη φιλία και την τιμή, όπου οι πρωταγωνιστές καλούνται να βάλουν στη ζυγαριά τις τόσο τις προσωπικές τους μοίρες, όσο κι εκείνες των λαών τους.

Πολύ καλή και ενδιαφέρουσα η κεντρική ιδέα της συμφωνίας, η οποία δένει όλο το μυθιστόρημα και κινεί τα νήματά του. Έχω λίγες ενστάσεις τυπικού χαρακτήρα, οι οποίες για μένα ελάχιστα μετριάζουν το αποτέλεσμα. 

 

Μεόμραϊχ

Δύο εντελώς αντισυμβατικές τυχοδιώκτριες καλούνται για μια ασυνήθιστη αποστολή στα αλλόκοτα νησιά της Κέοθαχ Εΐλεαν.

Μια ιστορία για το διαφορετικό και πώς αυτό προσπαθεί κάθε φορά να ενταχθεί στις νόρμες της κοινωνίας.

Εξαιρετικά πλούσια κοσμοπλασία, γεμάτη εικόνες, χρώματα και μυρωδιές. Πολλά ενδιαφέρονται και έξυπνα ευρήματα, όπως το περίφημο χρώμα κόρκαϊρ, τα σπίτια-δέντρα μπεάθα και πολλά άλλα. Χορταίνεις διαβάζοντας, κι αυτό είναι κάτι που το εκτίμησα πολύ γιατί δεν συμβαίνει πλέον συχνά.

Δεν βρήκα ότι

η αθανασία της Μολέσσα

εξυπηρετεί κάτι στην υπόθεση (αντίθετα, δυσχεραίνει το suspension of disbelief σε κάποια σημεία) αλλά πολύ πρόθυμα την «ξέχασα» για χάρη του υπόλοιπου έργου.

Καταπληκτική –καταπληκτική όμως!– η κεντρική ιδέα του Μεόμραϊχ, και υπέροχα όλα τα κομμάτια που δίνονται μέσα από τα μάτια του σε πρώτο ενικό και Ενεστώτα.

Πολύ δυνατό τέλος, από αυτά που συγκεντρώνουν όλη τη δυναμική ενός καλογραμμένου έργου.

Για να είμαι ειλικρινής, αν το βιβλίο αποτελούνταν μόνο από τον «Μεόμραϊχ», για μένα θα φλέρταρε σοβαρά με το πέμπτο αστεράκι του Goodreads.

 

Γενικά, ένα βιβλίο που αντικατοπτρίζει όλη την αφοσίωση στη συγγραφή, τη φοβερή δουλειά και την προσπάθεια για βελτίωση που έχει ρίξει η δική μας Χριστίνα/Sonya τα τελευταία χρόνια, και που το συστήνω με όλη μου την καρδιά στους φίλους της Φάνταζυ και του Φανταστικού γενικότερα. Επειδή τα καλά βιβλία του είδους δεν γράφονται μόνο στα αγγλικά.

  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Διάβασα τους Ανέμους της Αμερέν. Ακολουθούν σχόλια για το βιβλίο ως αντικείμενο και για την πρώτη ιστορία.

 

Καταρχάς, για το βιβλίο ως αντικείμενο (ή αλλιώς τα αρνητικά):

Εξαρχής δεν μου άρεσε ο τίτλος (Έρημος και Ομίχλη), εξαρχής (κι ακόμη περισσότερο) δεν μου άρεσε το εξώφυλλο. Δεν βρίσκω τι σχέση έχει το σεληνιακό τοπίο με τα δυο γιγάντια φεγγάρια με τις ιστορίες του βιβλίου (τουλάχιστον με την πρώτη, υποθέτω ότι δεν θα αλλάξει κάτι με τη δεύτερη).

Ο συνδυασμός τους δίνει την εικόνα ενός δημουλιδικού βιβλίου, όταν στην ουσία είναι κάτι πολύ διαφορετικό (και κατά τη γνώμη μου καλύτερο). Προς επίδοξους αναγνώστες: μην αφήσετε να σας αποθαρρύνει το εξώφυλλο, ξεφυλλίστε το, δώστε του μια ευκαιρία.

 

 

Και μετά τη μίνι γκρίνια, ας πάμε και στα σημαντικότερα:

 

Οι Άνεμοι της Αμερέν είναι μια όμορφη ιστορία, με την έννοια του καθήκοντος στον πυρήνα της, που το βλέπουμε από διαφορετικές σκοπιές και σε διαφορετικές εκφάνσεις. Η πλοκή καλπάζει, έχουμε δόσεις ίντριγκας, έχουμε χαρακτήρες διακριτούς και καλά σκιαγραφημένους (δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην με έπεισε), έχουμε κοσμοπλασία, ιδέες, θρύλους και μύθους, έχουμε διλήμματα (μπόλικα από δαύτα), κι έχουμε μια όμορφη γραφή που δεν σκοντάφτει πουθενά, που ξεδιπλώνει ήρεμα και με μεθοδικότητα την ιστορία μέχρι το (κατ’ εμέ έξυπνο) φινάλε.

 

Γενικά δεν έχω παράπονα. Ήταν μια γεμάτη ιστορία που με άφησε χορτασμένο. Δεν ήταν αριστούργημα, αλλά δεν προσπάθησε να πουληθεί ως τέτοιο. Ήταν μια ιστορία συναισθηματική, αληθοφανής, όπου οι χαρακτήρες δρούνε με βάση τις επιθυμίες και τις υποσχέσεις τους. Έδινε τροφή για σκέψη, κάτι που για μένα είναι σημαντικό στα λογοτεχνικά έργα. Και τη δίνει με καλό τρόπο.

 

Ψάχνω να βρω κάτι αρνητικό, που να έχει μεγάλη σημασία και δυσκολεύομαι. Ίσως να ήθελα περισσότερες πληροφορίες για το σύστημα μαγείας των σαελί-τουκ, ίσως να ήθελα ένα άπλωμα σ’ όλη την ιστορία (κυρίως στο τρίτο μέρος), γιατί ο χρόνος κυλάει γρήγορα, ίσως  να ήθελα κάποια πράγματα να μου είναι πιο σαφές αν ήταν όντως όπως περιγράφονταν ή αν οι χαρακτήρες επέλεγαν να τα δούνε μ’ αυτόν τον τρόπο. Και λέω ίσως, γιατί δεν πιστεύω ούτε ότι το χρειάζεται το κείμενο ούτε ότι θα του έκανε απαραίτητα καλό. Απλώς κάποιοι μπορεί τα παραπάνω να τα ήθελαν διαφορετικά.

 

Γενικά μου άφησε πολύ καλή γεύση και φοβάμαι ότι οι προσδοκίες για το επόμενο (που λογικά δεν θα το διαβάσω άμεσα, για να μην τελειώσει έτσι γρήγορα) έχουν εκτιναχτεί στον Ρελ’Αλόρ.

Η πρώτη ιστορία, πάντως, βρίσκεται ήδη (με κάμποσα άλλα δημιουργήματα συμφορουμιτών και μη μαζί) σχεδόν στην κορυφή του ελληνικού φανταστικού που έχω διαβάσει (κι ομολογουμένως έχω διαβάσει τα καλύτερα). Για μένα πάντως η αγορά θα άξιζε και μόνο για το πρώτο βιβλίο. :)

Edited by Morfeas
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Το παράγγειλα σήμερα το πρωί στην Πρωτοπορία. Να δούμε αν θα το έχουν φέρει ως το Σάββατο. Εσύ από πού το πήρες, μικρέ και :rose: νιε;

 

Δε συμφωνώ ότι το εξώφυλλο ή/και ο τίτλος θυμίζουν βιβλίο της Δημουλίδου. Άλλο αν δεν τρελαίνομαι και νομίζω ότι παραπέμπουν σε εφ παρά σε φάντασυ. Ο τίτλος μια χαρά είναι, καλύτερα να μην έχει κάποια λέξη φάντασυ από τους χαρακτήρες ή τα τοπωνύμια του από μέσα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Το παράγγειλα σήμερα το πρωί στην Πρωτοπορία. Να δούμε αν θα το έχουν φέρει ως το Σάββατο. Εσύ από πού το πήρες, μικρέ και :rose: νιε;

Το είχα πάρει από την παρουσίαση, στο Έναστρον, υπογεγραμμένο από τη συγγραφέα, με μια από τις "χειρότερες" αφιερώσεις ever :p.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Μα τι εννοείς; Εγώ θυμάμαι με απόλυτη διαύγεια ότι η αφιέρωση που σου έκανα ήταν πάρα πολύ γλυκιά. :p

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Μα τι εννοείς; Εγώ θυμάμαι με απόλυτη διαύγεια ότι η αφιέρωση που σου έκανα ήταν πάρα πολύ γλυκιά. :p

Σαν να λέμε έσταζε "ζάχαρη, μέλι και διαβήτη";

Όντως, έχεις δίκιο, ανακαλώ. :p

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

 

Το είχα πάρει από την παρουσίαση, στο Έναστρον, υπογεγραμμένο από τη συγγραφέα, με μια από τις "χειρότερες" αφιερώσεις ever :p.

 

Κρίνοντας και από αυτή στο δικό μου, την ίδια μέρα, αναρωτιέμαι αν απλά είχε κέφια εκείνη την ημέρα ή αν πάντα γράφει τέτοιες αφιερώσεις. Αν ισχύει το δεύτερο, πολύ φοβάμαι ότι όταν θα γίνει μεγάλη και τρανή (που δεν  βλέπω να αργεί), τα βιβλία της θα πουλιούνται στο e-bay κάπως έτσι:

As new, signed $ 0.01

Acceptable UNSIGNED $ 1.847,00

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Είχα προειδοποιήσει ότι εκείνη την ημέρα το μυαλό μου ήταν κάτι έτη φωτός μακριά απ' το κεφάλι μου και μου δίνετε βιβλία για υπογραφές με δική σας ευθύνη. :p

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Γι' αυτό εγώ το άφησα να της το δώσω για αφιέρωση το Μάιο, να έχει ηρεμήσει περισσότερο :friends:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Η γνώμη του άσχετου από fantasy: Ευχαριστήθηκα πολύ την ανάγνωση λόγω της πολύ όμορφης γραφής και των πολλών, καταπληκτικών και πρωτότυπων ευρημάτων. Θαύμασα την κοσμοπλασία, τους χαρακτήρες, την πλοκή. Δίνει την αίσθηση ότι έχει πέσει πολύ και σοβαρή δουλειά στο στήσιμό τους. Λόγω έλλειψης τριβής  (υποθέτω) ζαλίστηκα λίγο με την ονοματολογία αν και κάτι μου λέει ότι αυτό, όχι μόνο θα είναι από τα καλά στοιχεία για τους γνώστες, αλλά θα προσφέρει ακόμα μεγαλύτερη απόλαυση. Επίσης σημαντικό για μένα το ότι διαβάζεται νεράκι γιατί σε κρατάει μέχρι το τέλος.
Υ.Γ. Η άποψη αυτή αναφέρεται στα κείμενα που είναι ΜΕΤΑ την αφιέρωση :p

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Διάβασα και το Μεόμραϊχ.

Όπως, και στο προηγούμενο, έτσι κι εδώ το καθήκον έχει σημαντική θέση στην ιστορία, κάτι που δίνει και θεματική συνοχή στη "συλλογή", πέραν δηλαδή κοινών λεπτομερειών στην πλοκή και στον κόσμο.

Στα θετικά η πλούσια, χορταστικότατη και πρωτότυπη κοσμοπλασία, οι όμορφες ιδέες -τόσο καθαρά του φανταστικού όσο κι οι πιο πολιτικές- που πασπαλίζουν την κοινωνία των νησιών, οι ζωντανοί και διακριτοί χαρακτήρες, η γραφή που κυλάει, χαρίζοντας όμορφες εικόνες, οι απόψεις που διατυπώνονται και δίνουν ζωντάνια στον κόσμο. Από την αρχή με τράβηξε και δεν με άφησε μέχρι το τέλος (εθιστικότερο από το μεγαλύτερο αδελφάκι του, αν και τα δυο φεύγουν νεράκι).

Στα αρνητικά, δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε το τέλος της ιστορίας (γενικά συμφωνώ με τις παρατηρήσεις του Nirgal), η δομή μπερδεύει ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων

αναφέρομαι στις αφηγήσεις των Μολέσα και Ριβέι, όπου για μεγάλο διάστημα νόμιζα ότι γίνονταν σχετικά παράλληλα

καθώς έχω και κάποιες απορίες/μικροενστάσεις για λεπτομέρειες.

Αλλά κι εδώ σαφώς τα θετικά υπερτερούν με διαφορά.

Εκεί που οι Άνεμοι της Αμερέν ήταν η ήρεμη δύναμη, το Μεόμραϊχ είναι το φιλόδοξο αδελφάκι του. Συνολικά δεν ξέρω ποιο μου άρεσε περισσότερο (αν και το 2ο είναι αναμφίβολα εντυπωσιακότερο). Θα παραλλάξω (για λόγους ισορροπίας) τα λόγια του Nirgal:

Κλείνοντας το βιβλίο, αγαπημένη ιστορία, από πλευράς πλοκής και θεματολογίας, "οι άνεμοι της Αμερέν". Αγαπημένη ιστορία από πλευράς ιδεών και κοσμοπλασίας, "Μεόμραϊχ".

 

Συνολικά ένα βιβλίο που σέβεται τον χρόνο και τη νοημοσύνη του αναγνώστη, με ιστορίες που μπορούν να μιλήσουν μέσα του. Αξίζει να διαβαστεί από πολύ κόσμο, καθώς πρόκειται για ένα πολύ καλό βιβλίο του ελληνικού φανταστικού. Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα πολύ καλό βιβλίο, τελεία.

edit: τυπογραφικό.

Edited by Morfeas
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Μόλις το τελείωσα κι εγώ.

 

Καταρχάς να πω ότι, με τόσα ενθουσιώδη σχόλια και εδώ και στην παρουσίαση, το περίμενα καλύτερο και σίγουρα δεν είναι ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει από τη Sonya.

 

Αλλά το ότι το διάβασα σε περίπου 3-5 μέρες σημαίνει ότι το βρήκα από ενδιαφέρον έως συναρπαστικό.

 

Αυτό που με ενόχλησε κυρίως ήταν η γλώσσα, όπου γίνεται χαμός από αγγλισμούς. Το κείμενο είναι σαν μετάφραση ή σαν γραμμένο επίτηδες για να μεταφράζεται εύκολα και μου θύμιζε συνέχεια αυτό που έχει γράψει κάπου εδώ μέσα ο Λευτέρης, "άλλο το ελληνικό φάντασυ και άλλο το φάντασυ γραμμένο στα ελληνικά". Το αποκορύφωμα είναι φράσεις που υπάρχουν στα ελληνικά ενώ δεν υπάρχουν στα αγγλικά και παρόλα αυτά είναι γραμμένα στο στυλ "ξαπλωμένοι στα στομάχια τους" (στα ελληνικά το λέμε "μπρούμυτα", ξέρεις). Αφήνω κάποια "έθαψε το πρόσωπο στα χέρια της", "έπαψε να είναι αμήχανος", αυτά τα έχω συνηθίσει από (μεταφράσεις των) Αμπερκρόμπι και Ρόμπιν Χομπ.

 

Περίμενα επίσης να πρωτοτυπήσει και να μην έχει τόσες μεγαλοστομίες περί τιμής και καθήκοντος κλπ κλπ  και βαρύγδουπες ατάκες, να είναι κάπως πιο προσγειωμένο, με λίγη περισσότερη ειρωνεία και κυνισμό από κάποιες ατάκες της Ζαγιέν μόνο, αλλά κι αυτό το έχω συνηθίσει.

 

Δε με πείραξε το ότι και τα δύο αργούν αρκετά να αρχίσουν, να μάθουμε δηλαδή Τι Γίνεται Τελικά Εδώ Πέρα. Στο πρώτο μέχρι να μάθουμε για την ξηρασία και στο δεύτερο μέχρι να δούμε τι πήγαν να κάνουν εκεί αυτές οι δύο.

 

Τεράστια ανακούφιση που α)δεν είναι υπερβολικά show, don't tell β)δεν είναι γεμάτα αποστρόφους τα ονόματα και γ)έχει σχετικά τιθασεύσει η συγγραφεύς την αδυναμία της στις δραματικά φορτισμένες σκηνές και δεν το παρακάνει (πολύ).

 

Πολύ καλοφτιαγμένη κοσμοπλασία, με ενδιαφέροντες και ζωντανούς χαρακτήρες. Πολύ το φχαριστήθηκα που τα πάντα έχουν ονόματα, ακόμα και παρατσούκλια, παροιμίες, ρητά, μυθολογίες, ιστορία, παραδόσεις, κοινωνική οργάνωση κλπ κλπ λεπτομέρειες που τα ζωντανεύουν, με πολλή φαντασία και αρκετή πρωτοτυπία. Υπέροχα μερικά ονόματα (Αμερέν, σαελί-τουκ, Ανάγια, Αντελέινα).

 

"Οι άνεμοι της Αμερέν" είναι πιο απλή ιστορία, πιο προσγειωμένη και πιο κοντά σε μια πιθανή πραγματικότητα, σε έναν ανταγωνισμό μικροαρχόντων μιας φτωχής περιοχής όπως είναι μια έρημος. Τεράστια αδικία αυτό που συμβαίνει στον Σουλέν - και κερατάς και δαρμένος καταλήγει τελικά... και τι να πω για τη μοίρα της Επονί!

 

Το "Μεόμραϊχ" είναι πολύ πιο πρωτότυπο και πολύπλοκο. Πάρα πολύ ενδιαφέρουσα η κοσμοπλασία, αυτή η ουτοπική κοινωνία και η οργάνωσή της, παρόλο που καταλήγει να είναι "ξενέρωτη", όπως λέει η Ζαγιέν. Για τα γούστα τα δικά μου έχει υπερβολικά πολύ υπερφυσικό στοιχείο και οι συγκρούσεις εξαρτώνται πάρα πολύ από αυτούς τους κοινωνικούς κανόνες + φυσικούς νόμους με τους οποίους δεν είμαστε εξοικειωμένοι. Αλλά βεβαίως το βασικό θέμα της καταπίεσης και της αποδοχής της διαφορετικότητας αγγίζει τους πάντες. Πολλές ωραίες ιδέες που ζωντανεύουν τον κόσμο αυτόν (πχ τα γαλάζια δάκρυα και τα μπλε μαντίλια ή η θέση των μπεάθα στην κοινωνία - αυτό μοιάζει πάρα πολύ με Ρόμπιν Χομπ). Η Ζαγιέν και η Μολέσσα στην αρχή δε με έπεισαν ως ανεξάρτητες γυναίκες σε έναν κόσμο που είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει μια γυναίκα από την προκαθορισμένη μοίρα της (όπως δε με πείθει και ο Bronn από το Game of Thrones), αλλά γίνονται κάποιες προσπάθειες να δικαιολογηθεί η θέση τους.

 

Γενικά και οι χαρακτήρες και ο κόσμος μού έδωσαν την εντύπωση ότι είναι φτιαγμένα με ενθουσιασμό και ότι η συγγραφέας δεν ξέρει πού να τα πρωτοχρησιμοποιήσει όλα αυτά και τι περιπέτειες να βάλει να συμβαίνουν εκεί. Αλλά θα βρει. Και θα φχαριστηθώ να τις διαβάσω.

 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Το παρακάτω περιέχει αρκετά inside jokes. Τι αρκετά δηλαδή, δεν έχει και τίποτα άλλο. Οπότε, αν το διαβάσετε και πείτε «Τι βλακεία ήταν αυτή;» θα έχετε δίκιο. Μην ανησυχείτε.

 

 

Από το εργαστήριο ακουγόταν ένας μυστηριώδης και μάλλον ενοχλητικός ήχος, κάτι ανάμεσα σε πριόνισμα και ανάσα συναχωμένου δράκοντα. Ο Μελκιάδ αναστέναξε.
«Ηφουλίν, πάλι κοιμάσαι;» είπε και σκούντηξε τη μορφή πάνω στον πάγκο.
Η μορφή δεν έδειξε να πτοείται. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά με τη λινάτσα, τέντωσε τα πόδια με τις τεράστιες πατούσες και συνέχισε να ροχαλίζει, έναν τόνο πιο κάτω.
«Ηφουλίν!»
Ο Μελκιάδ έπιασε τον συνάδελφό του από τους ώμους και τον ταρακούνησε με δύναμη. Εκείνος άνοιξε το ένα μάτι, σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε κάτι ενδιαφέρον να δει κι έκανε να το ξανακλείσει· τότε όμως πρόσεξε την οργή που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο πρόσωπο του Μελκιάδ και άλλαξε γνώμη.
«Τι έγινε, γιατί φωνάζεις;» κατάφερε να πει μετά από πολλή αυτοσυγκέντρωση.
«Ξύπνα, παιδάκι μου, θα έρθουν σε λίγο οι πελάτες και δεν έχεις φτιάξει το μελάνι που μας έχουν παραγγείλει».
Ο Ηφουλίν έξυσε το κεφάλι του.
«Πελάτες, μελάνι…» μουρμούρισε, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τα δεδομένα.
«Χαλόου, δεν είπαν ότι θα έρθουν σήμερα εκείνοι οι δυο γέροντες που λένε τις ιστορίες;»
«Μάλλον. Ναι».
«Και δεν μας έχουν παραγγείλει χαρτί και μελάνι; Μελάνι που σε κυνηγούσα να το κάνεις χθες το βράδυ, αλλά εσύ νύσταζες κι είπες ότι θα το έκανες σήμερα το πρωί;»
«Εγώ νύσταζα; Ποτέ», απάντησε ο Ηφουλίν με απρόσμενη ταχύτητα.
Ο Μελκιάδ κούνησε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του προσπαθώντας να αντιπαλέψει την αυτόματη τάση του ν’ αντιμιλήσει· δεν είχε χρόνο για να ασχολείται με τα ψεματάκια του συντρόφου του.
«Ρίξε νερό στα μούτρα σου, πιες γκορθόρ, μάσα παλτσάκ, δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά ξύπνα και τελείωνε μ’ αυτή την υπόθεση», είπε κι έκανε να φύγει για το δικό του εργαστήριο.
«Εεε, Μελκιάδ, περίμενε μισό λεπτό», ακούστηκε η αργόσυρτη φωνή του Ηφουλίν στην πλάτη του.
«Τι έγινε πάλι;»
«Να… Νομίζω ότι σήμερα είμαι κοντός. Δεν φτάνω στο ντουλάπι με τις σκόνες».
Ο Μελκιάδ γύρισε και τον κοίταξε, μετρώντας τον με το βλέμμα του. Παρόλο που ήταν καμπούρης, έβλεπε ότι ο Ηφουλίν ήταν πράγματι ένα κεφάλι κοντύτερός του.
«Τι θα γίνει μ’ αυτή την ιστορία;» είπε, ακόμα γκαζωμένος από πριν.
«Δεν φταίω εγώ. Κάποια κατάρα πρέπει να είναι».
«Καλά». Ξεφύσηξε, τεντώθηκε πάνω απ’ τον πάγκο κι έφτασε τα μπουκαλάκια στο ντουλάπι. «Σου φτάνουν αυτά;»

Πρώτα τους –ή μάλλον την– άκουσαν κι ύστερα τους είδαν. Πλησίαζαν, ανεβαίνοντας το πλακόστρωτο, δυο σκυφτά γεροντάκια με απροσδόκητα χοροπηδηχτό βηματισμό. Εκείνος ξεχώριζε για το γαλάζιο γένι που στόλιζε το πιγούνι του. Ο ίδιος διατεινόταν ότι ήταν ένδειξη της μακρινής του καταγωγής από τη μυθική Σαρ’ουθάλ, το βυθισμένο βασίλειο από την εποχή που οι θεοί περπατούσαν ακόμα στη γη· οι περισσότεροι πίστευαν ότι απλώς έβρεχε κάθε βράδυ τα γένια του με νερό όπου είχαν βράσει τα φύκια ραλενόρ, τα ίδια που χρησιμοποιούσε ο Ηφουλίν για τα μελάνια του. Εκείνη όσο μπόι τής έλειπε το είχε σε φωνή. Περπατούσε τραγουδώντας και χαχανίζοντας, ώσπου έφτασε μπροστά στο μαγαζί και σοβάρεψε ξαφνικά.
«Σεβαστέ Μελκιάδ, αξιότιμε Ηφουλίν», είπε κάνοντας μια μικρή υπόκλιση, «από μακριά ερχόμαστε κι ακόμα μακρύτερα πηγαίνουμε. Όπως πάντα όμως, κάνουμε μια στάση από το όμορφό σας μαγαζί».
Ο Ηφουλίν δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα. Κάτι προσπάθησε να μουρμουρίσει, δεν κατάφερε όμως πολλά παραπάνω από ένα «γρουμφ». Ο Μελκιάδ τον έσπρωξε στην άκρη και ανέλαβε αυτός να μιλήσει.
«Σοφή Σονιέν, μεγαλόπρεπε Αξέλ. Τιμάτε την ταπεινή μας γωνιά και το ταπεινό μας εμπόρευμα με την προτίμησή σας. Καθίστε στον πάγκο και, αν έχετε την καλοσύνη, περιμένετε λιγάκι μέχρι ο συνάδελφός μου να ετοιμαστεί». Έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον Ηφουλίν, που ακόμα δεν είχε τελειώσει με τα μελάνια. «Μέχρι τότε όμως, πείτε μας όμως, τι θαυμαστό θα γράψετε πάνω στα χαρτιά μας, τι ιστορίες θα αφηγηθείτε με τα μελάνια μας;»
Η Σονιέν χαμογέλασε με τα λίγα δόντια που της απέμεναν και τους ζήτησε να καθίσουν, ενόσω ο Ηφουλίν, πίσω απ’ το τραπέζι του εργαστηρίου του, ανακάτευε σκόνες και υγρά ανάμεσα σε χασμουρητά. Ύστερα τους διηγήθηκε μια ιστορία για δυο πόλεις και δυο παλιούς φίλους, ένα ξόρκι που έδενε τους ανέμους της μιας πόλης με το νερό της άλλης και, πάνω απ’ όλα αυτά, σαν φάρος, ξεχώριζε η αγάπη δυο νέων, του Τόκκε και της Σαλίνα, που αψήφησαν τα πάντα προκειμένου να είναι μαζί.

Όταν έφυγαν οι γέροντες, οι δυο έμποροι έμειναν για λίγη ώρα να κοιτάζονται αμίλητοι.
«Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;» είπε τελικά ο Μελκιάδ.
«Νομίζουν ότι μπορούν να μας ξεγελάσουν», απάντησε ο Ηφουλίν.
«Ναι. Χρόνια όμως τώρα σ’ αυτό το λιμάνι, έχουν ακούσει πολλά τα αυτιά μας».
«Κι έχουν δει πολλά τα μάτια μας».
Ο Μελκιάδ ξεφύσηξε.
«Σονιέν και Αξέλ. Μα ποιον νομίζουν ότι θα κοροϊδέψουν έτσι;»
«Πολύς κόσμος θέλει να ξεφύγει από το παρελθόν του για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Κι αυτοί, αν τα πράγματα έγιναν όντως έτσι, σίγουρα έχουν πάνω από έναν λόγους».
«Όσο κι αν το γεροντικό μυαλό αλλάζει τις μνήμες και τις εξωραΐζει, κάποια αλήθεια θα υπάρχει σ’ όλα αυτά, τι λες;»
Ο Ηφουλίν έβαλε μια μπάλα παλτσάκ στο στόμα του και μασούλησε σκεπτικός.
«Νομίζω ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από “κάποια αλήθεια”».
«Πάντως η γριά τα λέει ωραία», είπε ο Μελκιάδ. «Τι πιστεύεις, θα έχει επιτυχία η ιστορία της;»
«Σίγουρα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι τόσο καιρό που πουλάμε χαρτιά και ράβουμε βιβλία και μιλάμε με εμπόρους απ’ όλο τον κόσμο έχουμε ακούσει κι άλλες τέτοιες ιστορίες – σίγουρα δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξανασυναντήσει. Είναι όμως γεμάτη με πάθη, ξόρκια και διψασμένες πόλεις, προδοσία και διαφθορά κι αυτές οι αφηγήσεις έχουν πάντα ενδιαφέρον».
«Και δυο μεγάλους έρωτες, μην το ξεχνάς αυτό. Τώρα που μίλησες όμως για διαφθορά, δεν νομίζεις ότι το πώς διαφθείρεται σιγά σιγά ο Παρνούκ, το πώς αποφασίζει να κάνει πέρα τη φιλία που τον δένει με τον Σουλέν και να κοιτάξει το συμφέρον της πόλης του, θα έπρεπε να φανεί λίγο πιο έντονα;»
Ο Ηφουλίν έδειξε προβληματισμένος.
«Εννοείς ότι θα έπρεπε να κάνει μια καλύτερη ψυχολογική εμβάθυνση στα διλήμματα που βασανίζουν τον Παρνούκ. Δεν ξέρω αν ζητάς πολλά από μια γριά γυναίκα».
«Αηδίες!» έκανε ο Μελκιάδ περιφρονητικά. «Σου μοιάζει αυτή για γιαγιά που πλέκει με τις βελόνες της;»
«Πλέκει, την έχω δει να–»
«Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Τέλος πάντων, επίσης μου φάνηκε περίεργο που ο Παρνούκ ο ίδιος δεν πήγε ποτέ στους σαελί-τουκ προσπαθώντας να βρει λύση, πριν διαφθαρεί οριστικά».
«Μπορεί να πήγε και να μην το αναφέρει για λόγους οικονομίας της ιστορίας. Θα ήταν λίγο άσκοπο να αφηγηθεί μια διπλή επίσκεψη στο Τάγμα», είπε ο Ηφουλίν μπουκωμένος με το παλτσάκ του.
«Δεν έχεις δίκιο. Όταν ο Τόκε πηγαίνει εκεί, οι σαελί-τουκ φέρονται λες και κανείς δεν έχει επικοινωνήσει ξανά μαζί τους σχετικά με το θέμα». Ο Μελκιάδ έδειξε να το σκέφτεται και πρόσθεσε μετά από λίγο: «Κάτι άλλο που σκέφτηκα: Βρήκα λίγο βιαστική την κίνηση του Σουλέν να κλείσει τον γιο του στον ναό».
«Ναι, ο κίνδυνος δεν φαινόταν τόσο άμεσος. Και μάλιστα να τον βάλει εκεί για τόσο καιρό. Θα μπορούσε μετά από δυο-τρία χρόνια ξέρω γω να πάει να τον πάρει, έχοντας δει ότι κανείς δεν τον απειλεί.
»Πάντως νομίζω ότι κάτι άλλο έχει ξεχάσει η καλή μας Σονιέν με όλα αυτά τα χρόνια που κουβαλάει στην πλάτη της», πρόσθεσε μετά από λίγο ο Ηφουλίν. «Δεν με πείθει αυτή η φανατική επιμονή της Επονί να παραμείνει πιστή στο καθήκον της· δεν βρίσκω να έχει κάποιον αρκετά ισχυρό λόγο για να μείνει τόσο προσκολλημένη σε αυτό».
«Κοίταξε», απάντησε ο Μελκιάδ, «η Επονί θέλει να αποδείξει στον πατέρα της ότι δεν έχει έπαρση κι ότι δεν στηρίζεται μόνο στο δικό του όνομα κι έτσι αναθέτει στον εαυτό της αυτή την ταπεινή αποστολή».
«Ναι. Αν, για παράδειγμα, είχε σκοτώσει τον καλύτερό της φίλο και αυτοτιμωρούνταν με αυτόν τον τρόπο, θα με έπειθε. Εδώ δεν βρίσκω αρκετά ισχυρό κίνητρο για αυτή την εμμονή. Και ποιο είναι τέλος πάντων αυτό το καθήκον και γιατί να φτάσει στο σημείο να χάσει τη ζωή της για να παραμείνει πιστή σε αυτό; Έχει γίνει δούλη από επιλογή της, μπορεί με τον ίδιο τρόπο να επιλέξει να μην παραμείνει».
«Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, ιδίως όταν στο τέλος φτάνει να υποστηρίζει κάτι άδικο για να παραμείνει πιστή. Και μια και μιλάμε για το τέλος, δεν θα ήθελες κάποιου είδους λύτρωση ή δικαίωση, έτσι ώστε η εκδίκηση του Τόκκε να έχει νόημα; Ουσιαστικά δεν παίρνει κάποια εκδίκηση εδώ πέρα».
«Κι όμως, εγώ πιστεύω ότι εκδικείται μια χαρά. Μπορεί να μην κάνει το νερό να επιστρέψει στην πόλη του, αλλά έχει κάνει τον Παρνούκ να τον μισούν όλοι, μέχρι και η γυναίκα του, να έχει χάσει την κόρη του, να έχει αναγκαστεί να σκοτώσει την πιστή του Επονί».
«Ναι, αλλά θα ήθελα να κάνει κάτι για την πόλη του, όπως ήταν το όνειρο του πατέρα του. Τέλος, δεν είμαι πολύ σίγουρος για ποιον λόγο εκτελείται η Επονί, που ήταν πιστή στον Παρνούκ τόσα χρόνια. Τι θα κερδίσει από αυτό; Δεν θα τον βοηθήσει ούτε την πόλη του να σώσει, ούτε να πάρει πίσω την κόρη του».
«Θαρρώ πως είναι η υπερβολική προσκόλληση του Παρνούκ στο γράμμα του νόμου κι ότι δεν θέλει να δείξει αδυναμία μπροστά στον λαό του, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να σκοτώσει τον άνθρωπο που του ήταν πιο πιστός απ’ όλους».
Έμειναν για λίγη ώρα να κοιτάζονται. Ο Ηφουλίν έφτυσε το μασημένο παλτσάκ απ’ το στόμα του, ο Μελκιάδ έβαλε μια κούπα γκορθόρ και ήπιε αμίλητος.
Ο Ηφουλίν έσπασε τελικά τη σιωπή: «Φιλήσυχα γεροντάκια πάντως, αν σκεφτείς το πόσα έχουν περάσει».
«Φιλήσυχα; Ε, όχι ακριβώς», απάντησε ο Μελκιάδ. «Έχω ακούσει μια ιστορία, αλλά μην την πεις σε κανέναν».
«Για πες».
«Πάνε χρόνια από τότε, αλλά λέγεται πως σ’ ένα άλλο λιμάνι, μακριά από δω, ήταν μια όμορφη πανδοχέας που χαμογελούσε σε όλο τον κόσμο και όλοι τη λάτρευαν. Μια ωραία νύχτα λοιπόν, οι δυο φίλοι μας –ήταν πιο νέοι τότε, αλλά όχι και στην πρώτη νιότη τους– μπήκαν μέσα κραδαίνοντας μαχαίρια, έσφαξαν την πανδοχέα κι έφυγαν χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν».
«Και γιατί το έκαναν αυτό;»
«Σου ξαναλέω, δεν ξέρω αν αληθεύει, αλλά οι φήμες λένε ότι για κάποιον λόγο δεν τη συμπαθούσαν καθόλου».

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Η Σουηδία ακόμα γελάει και οι φήμες λένε ότι θα γελάει για πάντα. :D

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ήξερα την πένα της Χριστίνας, ήξερα τα σημεία που μπορεί να μεγαλουργήσει και τα σημεία που της ξεφεύγουν οι αγάπες της και δεν τις ελέγχει. Φαίνεται πως εδώ, είτε σέρνει τα βήματα των ηρώων της στην άμμο, είτε τους βάζει να κολυμπούν στη μέση ενός ομιχλώδους πελάγους, έχει προσπαθήσει σκληρά να φέρνει τις ατέλειες της γραφής της σε λογαριασμό. Και το έχει καταφέρει, θεοί, το έχει καταφέρει. Έχει πετάξει από πάνω της την Τζέιν Ώστεν κι έχει αφήσει την πραγματική Χριστίνα να φανεί από κάτω, λαμπρή και σκέτη και ταυτόχρονα μυρωδάτη και μπαχαρισμένη. Οι ήρωές της είναι τραγικοί αλλά ολόκληροι, παλεύουν ό,τι κι αν συμβεί. Νομίζω πως της μοιάζουν πολύ περισσότερο απ' όσο η ίδια πιστεύει.

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Ω! Σας ευχαριστώ, πολυγραφότατη! :wub:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.