Jump to content


:construction: To FACEBOOK LOGIN είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας για τεχνικούς λόγους. Χρησιμοποιείστε το Sign In κάνοντας νέα εγγραφή και το σύστημα βρίσκοντας το ίδιο email θα σας εισάγει. Όποιος έχει θέμα ας στείλει μήνυμα στη σελίδα του Facebook να τον βοηθήσουμε. Συγνώμη για την αναστάτωση.


Photo
- - - - -

Συνέντευξη Γιώργος Αγγελίδης


  • Please log in to reply
No replies to this topic

#1 Nargathrod

Nargathrod
  • Moderators
  • 744 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Nargathrod
  • Currently reading:Το γκόλεμ και το τζίνι - Helene Wecker

Posted 05 Ιανουάριος 2016 - 14:08

ANIMA-KARDIA.jpg

 

 

 

 

Πείτε μας κάποια πράγματα για τον Γιώργο Αγγελίδη που δεν μπορεί να διαβάσει ένας αναγνώστης από το αυτί του βιβλίου σας.

 

Πόσα πράγματα να χωρέσει άραγε ένα αυτάκι βιβλίου για έναν άνθρωπο; Σίγουρα εκεί τοποθετούνται κάποιες πολύ βασικές μονάχα πληροφορίες για να δώσουν στον αναγνώστη το άρωμα του συγγραφέα που έχει γράψει το βιβλίο που κρατάνε στα χέρια τους. Και συμφωνώ με αυτόν τον περιορισμό. Άλλωστε, τελικά, σημασία δεν έχει η βιογραφία του συγγραφέα, αλλά η αίσθηση που αφήνει ως άνθρωπος μέσα στο ίδιο το έργο και που ξεχειλίζει αργά από τα κενά ανάμεσα στις γραμμές των κεφαλαίων.

Ένα πράγμα, λοιπόν, χαρακτηριστικό για εμένα ως συγγραφέα, που θεωρώ πως γίνεται εμφανές μέσα από την «Καρδιά του Δαίμονα» είναι η οικειότητα μου με τον Άλφρεντ, τον πρωταγωνιστή μου. Και αυτή έγκειται ακριβώς στο γεγονός πως πολλές φορές κατά τη συγγραφή του βιβλίου, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών, οι περιπέτειες του Άλφρεντ γίνονταν και δικές μου. Εννοώ πως γράφοντας χωρίς προσχέδιο —τουλάχιστον για το πρώτο μέρος της τριλογίας— βίωνα παρέα με τον Άλφρεντ τους άθλους που καλούταν να φέρει σε πέρας. Τελείωνα κάθε κεφάλαιο μένοντας με την αγωνία για τη μοίρα του, την ίδια αγωνία που κι εκείνος βίωνε, ώσπου τα χέρια μου πλησίαζαν ξανά το πληκτρολόγιο και η κοινή μας περιπέτεια αρχινούσε ξανά. Δε θα έλεγα πως ο Άλφρεντ ήταν βασισμένος πάνω μου, ωστόσο όσο οι λέξεις κυλούσαν από μέσα μου, ομολογώ πως ο Γιώργος παρέδιδε τα ηνία στον Άλφρεντ.

 

Τι είναι η Καρδιά του Δαίμονα και που θα τοποθετούσατε το βιβλίο σας σύμφωνα με τις κατηγορίες της λογοτεχνίας φανταστικού;

 

Η Καρδιά του Δαίμονα, είναι κυριολεκτικά η καρδιά ενός σκοτεινού δαίμονα, ονόματι Παλαμνέρσους. Μια καρδιά σπασμένη στα τρία για να αποτρέψει την ανάσταση του. Βέβαια αυτό, όπως ανακαλύπτει ο Άλφρεντ και οι υπόλοιποι ήρωες της ιστορίας, ενδεχομένως να μην είναι αρκετό για να τον σταματήσει.

Γράφοντας την «Καρδιά» δεν είχα λάβει εκ των προτέρων κάποια απόφαση για το είδος στο οποίο τελικώς θα ανήκε. Όπως πριν γεννηθεί ένα παιδί δε γνωρίζουμε το χρώμα των ματιών του, ή τη χροιά της φωνής του, έτσι και η «Αυτοκρατορία» ξεκίνησε να γεννιέται σαν μια πολύπτυχη ιδέα, που σταδιακά άρχισε να αποκτά την κλίση της. Το ότι ήταν «παιδί» του φανταστικού ήταν ξεκάθαρο. Ωστόσο, μόνο μετά από αρκετές εκδοχές και επεξεργασίες το ροκανίδι ξεσκονίστηκε και οι γραμμές του γλυπτού έγιναν ξεκάθαρες. Κάποια στοιχεία τρόμου ακόμη παραμένουν, αλλά στο βαθμό που εξυπηρετούν την ιστορία δίχως να φαντάζουν κατ’ επίφαση. Τέλος το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας, που πολύ λατρεύω, ωστόσο δεν φαινόταν συμβατό με τον κόσμο της «Αυτοκρατορίας», σχεδόν εξαλείφθηκε αφήνοντας μονάχα έναν ήρωα που ίσως —σε ένα παράλληλο σύμπαν— να μπορούσε κι εκείνος να γίνει πρωταγωνιστής μιας δικής του science fiction ιστορίας.

 

Ποιά η σχέση σας με την ελληνική σκηνή λογοτεχνίας του φανταστικού; Έχετε διαβάσει άλλους Έλληνες συγγραφείς;

 

Δυστυχώς, η επαφή μου με την ελληνική σκηνή του fantasy καθυστέρησε αρκετά. Ίσως η περιορισμένη διαφήμιση της εγχώριας παραγωγής έναντι της ξένης, ίσως η προσωπική μου λατρεία –σε βαθμό μάλιστα πιστής εμμονής– με κάποιους ξένους λογοτέχνες του είδους απέτρεψαν την επαφή αυτή παρά αρκετά πρόσφατα. Άλλωστε, κάποτε, όχι πολύ παλιότερα, μια αναζήτηση για το «ελληνικό φάνταζι» επέστρεφε ελάχιστα αποτελέσματα στον ιστό. Πλέον, και σε μεγάλο βαθμό, πιστεύω, χάρη στο πρώτο φεστιβάλ του fantasticon.gr που καλύφθηκε εκτενώς ρίχνοντας φως στην ελληνική «φανταστική» παραγωγή, πολλές σελίδες αποτελεσμάτων εμφανίζονται στον ενδιαφερόμενο. Ακόμη θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου όταν έμαθα για την ύπαρξη του sff.gr πόσο μάλλον καθώς αυτό συνέβη από κάποια από τα μέλη του και φίλους καταξιωμένους συγγραφείς του Φανταστικού!

Αν και λόγω της σχολής και της προσωπικής μου συγγραφικής παραγωγής, ο χρόνος μου για ανάγνωση έχει περιοριστεί σημαντικά σε σχέση πάντα με το συνηθισμένο, ήδη έχω αρχίσει να καλύπτω τον «χαμένο χρόνο» διαβάζοντας πρώτα από όλα τα βιβλία των φίλων που παραβρέθηκαν μαζί με εμένα στο πρώτο επίσημο fantasticon τον περασμένο Οκτώβριο και ταξιδεύοντας σταδιακά πίσω στο χρόνο του ελληνικού fantasy. Είναι πραγματικά μαγική η αίσθηση κάθε φορά που ανακαλύπτω αρχέτυπα ξεχωριστά στην ελληνική σκηνή. Και αισθάνομαι με κάθε σελίδα, κάθε ομοιότητα και διαφορά, και μια στάλα πιο κοντά σε αυτή την «φανταστική» οικογένεια της χώρας μας, μιας χώρας που γέννησε το fantasy πριν κάθε άλλη. Και κάπως έτσι το άγχος ότι δεν υπάρχουν αρκετά ελληνικά βιβλία fantasy μετατράπηκε σε άγχος για το πότε θα τα διαβάσω όλα, σα σωστός βιβλιοφάγος που είμαι.

 

Οι επιρροές σας από ξένη λογοτεχνία; Ποιοί οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

 

Ο ξένος κλάδος του fantasy ήταν αυτός με τον οποίο πρώτα ήρθα σε επαφή κι εκείνος που πρώτος —χρονολογικά— αγάπησα. Πέρα από όλα εκείνα τα παραμύθια, ο «Χάρι Πότερ» έθεσε τις ρίζες γι’ αυτή την αγάπη που εξελίχθηκε σε πάθος και μονάχα συνέχισε να μεγαλώνει από τότε. Ο «Άρχοντας» ήρθε στη ζωή μου λίγο αργότερα για να με μεταφέρει στη Μέση Γη, πρώτα από τον κόσμο της πρώτης ταινίας. Ύστερα που την είδα, όμως, αρνήθηκα να δω τις άλλες δύο αν δεν διάβαζα πρώτα τα βιβλία. Και είχα πεισμώσει, δέκα περίπου χρονών, να τα καταφέρω όσο μικρά κι αν μου φαίνονταν τα γράμματα της «Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού». Τελικά τα κατάφερα, διάβασα και τα 3 βιβλία και στη συνέχεια και το Χόμπιτ, είδα και τις υπόλοιπες δυο ταινίες και όταν τελείωσα το ταξίδι του Φρόντο και του Μπίλμπο πριν από αυτόν, πραγματικά έμεινα να πιστεύω ότι είχα ζήσει μια ολόκληρη ζωή στη Μέση Γη, έναν κόσμο τόσο λεπτομερή που στα μάτια μου τότε έμοιαζε τόσο πραγματικός όσο και ο δικός μας. Αργότερα θα ξαναδιάβαζα τα βιβλία, παρέα πια και με το Σιλμαρίλιον, και μια νέα πτυχή της «Μέσης Γης» θα μου αποκαλυπτόταν. Πέρα από τη Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και τον Τόλκιν, ο Φίλιπ Πούλμαν με την «Τριλογία του Κόσμου» με τις διαρκείς ανατροπές του και ο Όουεν Κόλφερ με τον «Αρτέμη Φάουλ» και τη σπιρτάδα της γραφής του έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του προσωπικού μου στυλ. Ακόμη κυριότερα, όμως, όλοι τους γέννησαν μέσα μου τη λαχτάρα να δημιουργήσω έναν κόσμο τόσο φανταστικό σαν κι εκείνους οι οποίοι μου ανοίχτηκαν μέσα από αυτά τα βιβλία και με φιλοξένησαν από την πρώτη ως και την τελευταία σελίδα.

 

Πόσο καιρό πήρε η συγγραφή του έργου; Τι σας δυσκόλεψε;

 

Δε μπορώ να ξεχωρίσω το χρόνο συγγραφής της «Καρδιάς» από αυτόν των υπολοίπων δύο μερών της τριλογίας κι αυτό γιατί στην ουσία δεν αισθάνθηκα ότι ήταν ολοκληρωμένη παρά όταν και τα τρία βιβλία ήταν πλέον έτοιμα. Άλλωστε, προχωρώντας στα επόμενα δύο βιβλία —ειδικά στη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο— η «Καρδιά» άλλαξε σχεδόν εντελώς καθώς κομμάτια προστέθηκαν για να διευκολύνουν την μετέπειτα πλοκή, ενώ άλλα αφαιρέθηκαν είτε εντελώς είτε για να εισαχθούν αργότερα, σε ένα πιο κατάλληλο σημείο.

Το δυσκολότερο κομμάτι νομίζω ήταν εκείνο της μετάβασης από το «ένα αυτοτελές έργο» στην «τριλογία». Κι όμως πριν ακόμη η τελευταία τελεία μπει στην «Καρδιά» ήξερα πως εκείνο δεν ήταν το τέλος. Πως οι περιπέτειες του Άλφρεντ και του αδερφού του, του Μάικ, συνεχίζονταν και πως χρειαζόταν δύο ακόμη βιβλία για να ειπωθεί. Τότε έλαβε χώρα και η μετάβαση από την ελεύθερη γραφή, σε μια πιο προγραμματισμένη. Κάθετος στην επιθυμία μου να μη χαθεί αυτό το στοιχείο ανακάλυψης και στιγμιαίας έμπνευσης, χωρίς δηλαδή να θέλω να πάψω να ακολουθώ τα αδέρφια Μένα στις περιπέτειες τους, είχε φτάσει η ώρα για ένα πλάνο. Για ένα δέντρο να ενώσει τα κλαριά και τις ρίζες τις ιστορίες στον κορμό των τριών βιβλίων, καθώς το ταξίδι στο μέλλον συνεχιζόταν, ταυτόχρονα με το ταξίδι στο παρελθόν.

 

Ποιος είναι ο ιδανικός χρόνος μέσα στην μέρα σας για να γράψετε λογοτεχνία και τι αποτελεί την μούσα σας;

 

Κάποτε θα μπορούσα με σιγουριά να απαντήσω πως είμαι νυχτερινός τύπος. Ήταν το καλοκαίρι μετά που η «Αυτοκρατορία» γεννήθηκε μέσα μου και είχα κάποιες βασικές ιδέες στο μυαλό μου, ωστόσο λόγω του σχολείου ήταν σκόρπιες ακόμη, που το πρώτο μισό της «Καρδιάς» απέκτησε σάρκα και οστά. Κάθε βράδυ έβλεπα όσα επεισόδια Smallville —που είχα κολλήσει τότε– προλάβαινα ως τις τρείς περίπου όταν η Πανόρμου, όπου μένω, νέκρωνε πια και τότε έβγαινα και για κάμποση ώρα χάζευα στη σιγαλιά το φεγγάρι στον ουρανό. Και ύστερα έμπαινα μέσα και άφηνα τα χέρια και τη φαντασία μου να πιάσουν δουλειά. Ήταν σαν την μικρή προσωπική μου ιεροτελεστία και αν και πλέον έχω συστηματοποιήσει αρκετά τη συγγραφή, έχοντας μέσα μου αποθηκευμένους τόνους έμπνευσης έτοιμης για χρήση οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη ορισμένες φορές μου αρέσει να χαζεύω το φεγγάρι πριν γράψω. Η σελήνη ήταν πράγματι η πρώτη μου μούσα, πλέον όμως, εδώ και κάποιον καιρό, ένα χαμόγελο διεκδικεί επάξια τη θέση της.

 

Πείτε μας ένα από τα δυνατά σημεία στο συγγραφικό ύφος σας;

 

Ζούμε στην εποχή της εικόνας και αυτό πλέον δε μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Διαρκώς βομβαρδιζόμαστε από εικόνες και συνεπώς ο νους μας έχει προσαρμοστεί σε αυτές. Γι’ αυτόν το λόγο, ανάμεσα σε άλλους, ο κινηματογράφος επικράτησε σταδιακά έναντι της λογοτεχνίας. Σε μία, λοιπόν, από τις λίγες συνειδητές υφολογικές κατευθύνσεις και αποφάσεις που πήρα ξεκινώντας να γράφω ήταν η επιθυμία μου να «μεταγλωττίσω» τη μαγεία της εικόνας και του σινεμά σε ένα κείμενο λογοτεχνικό τόσο μέσω των περιγραφών όσο και μέσω της αφήγησης και της πλοκής.

 

Ποια είναι τα μελλοντικά πλάνα; Να περιμένουμε έκδοση νέου βιβλίου;

 

Όπως πλέον μπορώ με υπερηφάνεια να πω, η τριλογία της «Αυτοκρατορίας» είναι έτοιμη και αναμένει την έκδοση της. Οι τελικές επιμέλειες πραγματοποιήθηκαν, και το τέλος γράφτηκε και επίσημα πια, σφραγίζοντας αυτό το γλυκόπικρο αντίο με τον Άλφρεντ και το Μάικ. Αυτή την περίοδο ασχολούμαι με τη συγγραφή του σεναρίου μιας παράστασης που θα ανέβει το Πάσχα στη Θεσσαλονίκη ενώ παράλληλα ετοιμάζω τα προσχέδια για το επόμενο μου βιβλίο, το οποίο θα είναι εντελώς διαφορετικό απ’ ότι έχω κάνει μέχρι στιγμής.


  • Nihilio likes this
The piano keys are black and white but they sound like million colours in your mind




0 user(s) are reading this topic

0 members, 0 guests, 0 anonymous users