Jump to content
Ιρμάντα

ΣΑ #2 - Απαντήσεις και Σχολιασμοί

Recommended Posts

Ιρμάντα

732448faa5570181d96009e5841ec590.jpgΑγαπητά μου παιδιά!

 

Όπως σας υποσχέθηκα, σε αυτό το τόπικ θα ανεβάζουμε τις απαντήσεις και τα σχόλια της ΣΑ 2, που βρίσκεται εδώ:http://community.sff.gr/topic/16830-%CF%83%CE%B1-2-%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82/ . Αναμένουμε με ανυπομονησία!

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

ΟΓΑ1 Πριγκηπέσα

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

https://www.youtube.com/watch?v=_9qvimjTG_0

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 
Μα που είναι επιτέλους; σκέφτηκε η Νιόβη  καθώς  έτριβε τα χέρια της για να ζεσταθεί.  Ήταν η τρίτη μέρα  στην σπηλιά και  δεν γνώριζε για  πόσο ακόμα θα  την ειχε κλεισμένη 'κεί  μέσα η μοίρα. Της έλειπαν οι υπηρέτριες της, τα  καλά φαγητά που ετοίμαζε ο μάγειρας, τα φανταχτερά φορέματα που φορούσε. Της έλειπαν πολλά. Ίσως να της έλειπε κι ο στρυφνός ο πατέρας της λιγουλάκι... Ο δράκος  αλλιώς της τα είχε πει όταν  τα πρωτοσυμφωνήσανε.  Της είχε πει πως  μόλις το  μάθαινε το  όμορφο πριγκιπόπουλο από το διπλανό βασίλειο θα έτρεχε αμέσως  για να την σώσει. Εκείνος ήθελε να πεθάνει, όπως κάθε  σωστός δράκος. Εκείνη    απλώς  να  γνωρίσει  κάποιο άξιο παλληκάρι, κάποιον που θα ήταν αντάξιος της. Μήπως ο δράκος με κορόιδεψε;  σκεφτόταν  πότε-πότε.  Αλλά γιατί να το κάνει; έλεγε αμέσως μετά στον εαυτό της  για να ηρεμήσει.  Έλα μου ντε; Γιατί να το κάνει...
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Edited by jjohn
  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Να ένα καλό παράδειγμα εκτέλεσης της άσκησης. Τι σκέφτεται η πριγκίπισσα, και παράλληλα μια ματιά στη ζωή της όπως δεν την βλέπουμε αυτή τη στιγμή. Εσωτερικός μονόλογος με ολίγον φλας μπακ, ή σωστότερα αυτό που καλείται narrative summary. (Μια αφηγηματική περίληψη δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, όσων δεν βλέπουμε να τελούνται ενώπιόν μας. Με tell αλλά μην το βρίζετε το tell, είναι χρήσιμο στην ιδανική του ποσότητα.)

Ενστάσεις: τι συμφωνία είχε κάνει με το δράκο; (καθαρή περιέργεια...)

Μπράβο Γιάννη!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

ΟΓΑ6, το ημερολόγιο της έφηβης.

 

Μέσα στο κεφάλι μου συνωστίζονται τα αγόρια και τα κορίτσια, τόσο στενά είναι εδώ, τόσο σκοτεινά. Περιμένω να φωτίσει: αρχίζει με κείνο το τράνταγμα, σαν σεισμός, και νιώθω να σέρνουν το κρεβάτι που ξαπλώνω, και μετά ο αέρας ελαφραίνει, φυσάει απαλά, και όλα είναι φωτεινά, και μυρίζουν αλλιώς. Μέσα μου τα αγόρια και τα κορίτσια σαλεύουν ξανά, σαν για να ξεπιαστούν. Μια ιστορία ιδίως για τον Πέτρο με τα μεταλλικά γυαλιά με πονάει πολύ, κάθε φορά που αποκαλύπτεται η ιστορία αυτή ο ουρανός μου βρέχει: μια μαλακή, ζεστή βροχή, με μουσκεύει και νιώθω αδυναμία. Ο Πέτρος με τα μεταλλικά γυαλιά ήταν όμορφο αγόρι, και ήταν γενναίο, και κάποτε έμπλεξε σε έναν άσχημο καυγά με μεγαλύτερα παιδιά. Όλα υπάρχουν εδώ. Στο σκοτάδι πονάνε λιγότερο, μα πλακωμένα όλα μαζί με βαραίνουν και με πνίγουν. Όταν έρχεται το φως, (τράνταγμα, άνεμος, φως) η ανάμνηση αυτή γίνεται εντονότερη και έρχεται βροχή. Όταν έρχεται το φως οι πολλές σκέψεις υποχωρούν και ξεπροβάλλει μία εικόνα μονάχα. Ο Πέτρος στα γόνατα, με τα πλευρά σπασμένα να φτύνει τα δόντια του. Το κορίτσι προσπάθησε να βοηθήσει, μα στάθηκε αδύνατο. Βροχή, αδυναμία, όλα μαλακώνουν. Άνεμος. Μέσα στην αίθουσα, αγόρια και κορίτσια και φωνές, ένα σημείωμα αλλάζει χέρια. Ο ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ ΤΑ ΧΕΙ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΘΗΤΡΙΑ ΤOY Γ2. Ο Αντωνάκος κάνει καλό μάθημα και μοιάζει (λίγο) με τον Πέτρο, μόνο που δεν φοράει γυαλιά. Ποια να είναι η μαθήτρια; Άνεμος, άνεμος. Τα λεφτά της είναι μετρημένα, πρέπει να κάνει οικονομία. Θα αγοράσει ένα φόρεμα κόκκινο και θα πάψει να κλαίει. Θα πάψει να γράφει στο κωλοτετράδιο, είναι ανώριμο, είναι θλιβερό. Άνεμος, άνεμος. Τώρα κλαίει λιγότερο. Άνεμος. Νιώθω ακόμη καμιά φορά κάτι σκληρό να μου χαράζει τη ράχη. Έπειτα, καινούριες αναμνήσεις φυτρώνουν στη ράχη μου. Έχει πάψει να κλαίει. Είναι ανώριμο, είναι θλιβερό. Η βροχή έχει πάψει. Έχει πάψει σιγά- σιγά, μα βγαίνω σπανιότερα στο φως. Είναι στεγνά και πνιγηρά συνάμα. Νιώθω σαν τάφος. Πώς θα θελα πάλι να 'ρχόταν βροχή....

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

ΟΓΑ4: Ο σούπερ ήρωας

 

Παρακολουθούσα τον Γδάρτη από την ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας, κρυμμένος μέσα στην ψεύτικη ασφάλεια των σκιών. Τα πόδια του ήταν τυλιγμένα με σκοινί από τους αστραγάλους ως ψηλά στους μηρούς. Τα χέρια του δεμένα στην πλάτη. Το στόμα του φιμωμένο μ' ένα βρώμικο πανί. Τα μάτια του δυο μαυροκόκκινες τρύπες, που γέμιζαν κι άδειαζαν από αίμα σε μια μακάβρια ισορροπία. Γιατί το είχα κάνει αυτό; Βογκούσε κι ούρλιαζε όσο του επέτρεπε το βουλωμένο του στόμα. Κάποιος αστυνομικός θα τον ανακάλυπτε σύντομα, πακεταρισμένο και συστημένο, στα σκαλοπάτια του τμήματος. Αυτό που με τρόμαζε καθώς τον έβλεπα να χτυπιέται, είναι πως είχαμε κάτι κοινό αυτός κι εγώ. Αν περπατάς συνέχεια μες στο βούρκο, κάποια στιγμή θα βουλιάξεις. Αν ζεις μες στη σαπίλα, η μούχλα θα τυλίξει κι εσένα. Ναι, είχαμε κάτι κοινό: τον πόνο και το φόβο των δεσμών. Έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια για να το δω αυτό. Ίσως να 'χε φωλιάσει μέσα μου, θαμπωμένο απ' την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων που με έτρεφε ασυνείδητα. Αλλά η αλήθεια είναι μία: εκείνος θα 'ναι κλεισμένος σε μια φυλακή γεμάτη καθάρματα. Εγώ είμαι κλεισμένος σ' ένα κόσμο γεμάτο καθάρματα. Γιατί το είχα κάνει αυτό; Είναι απλό. Έψαχνα την έξοδο.

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ναι Μεσμέριε αδελφέ μου. Κάτι τέτοιο.

Προσπάθησες να συνοψίσεις το νόημα της ζωής του κυνηγού των κακών σε μία παράγραφο, βέβαια το ίδιο έκανα κι εγώ με το ημερολόγιο....χμ, αυτό με βάζει σε σκέψεις.

 

Για να δοκιμάσω κάτι άλλο:

 

ΟΓΑ 3 η ερωτική κούκλα.

Η γυναίκα, μοσχομυρισμένη από το λουτρό της, με μια χρυσωπή κρέμα σώματος που δίνει στο δέρμα της μια όψη χριστουγεννιάτικης μπάλας, δεν καταδέχεται να κοιτάξει το πρόσωπό μου ούτε στιγμή. Πιάνει το όργανό μου και το χαιδεύει, λες και είναι δυνατόν αυτό να αλλάξει σε οτιδήποτε την κατάστασή του. Σε λίγο με σπρώχνει στα μαξιλάρια και κάθεται πάνω μου, αγκομαχώντας. Από πάνω μας, τα περίτεχνα σκαλίσματα στο ταβάνι, ένα φωτιστικό σαν άνθος με πέντε μίσχους που το κεφάλι της σκεπάζει και αποκαλύπτει διαδοχικά. Είναι πάντα τόσο άνετη, τόσο όμορφη: δεν τραβάει ποτέ τις κουρτίνες. Κοιτάζει θαρρετά έξω από το παράθυρό της, αναστενάζει και δαγκώνει τα χείλη της. Δεν γαμιέται για μένα, φυσικά, ίσως ούτε καν για τον εαυτό της. Είναι σαν να το κάνει για κάποιον, ή κάτι, εκεί έξω, που μας παρακολουθεί.....

 

Προσπάθησα να δώσω μονάχα ένα στιγμιότυπο εδώ. Αν είναι πετυχημένο ή όχι δεν ξέρω. Κάθε σχόλιο ευπρόσδεκτο.

  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Έκανα τις δύο πρώτες, θα προσπαθήσω και τις υπόλοιπες μες στον μήνα.

 

ΟΓΑ1: Η Πριγκίπισσα

Η πριγκίπισσα Νταρίνκα αναστέναξε βαθιά κι έκλεισε το βιβλίο της. Πότε, επιτέλους, θα έρθει ο δικός μου πρίγκιπας; αναρωτήθηκε, χαϊδεύοντας το σκληρό εξώφυλλο που απεικόνιζε έναν άντρα με πανοπλία να κραδαίνει το σπαθί του, καβάλα σ’ ένα λευκό, πολεμικό άτι. Πενήντα Αποχρώσεις του Λευκού: Όσα Χρειάζεται να Γνωρίζετε για τον Ιππότη σας και το Άλογό του, ήταν ο τίτλος, γραμμένος με χρυσά, καλλιγραφικά γράμματα. Η Νταρίνκα το είχε μελετήσει προσεκτικά, είχε αποστηθίσει ολόκληρες παραγράφους – κι όμως, ακόμη δεν είχε καταφέρει να βρει τον Αληθινό της Έρωτα. Η συγγραφέας του βιβλίου, Έρικα Μισέλσκι, υποστήριζε πως οι πρίγκιπες ήθελαν περιπέτεια και πως συνειδητοποιούσαν ότι ήταν έρμαια του Αληθινού Έρωτα μόνο όταν η αγαπημένη τους κινδύνευε. Το πρόβλημα είναι, σκέφτηκε η Νταρίνκα μελαγχολικά, πως είμαι μοναχοκόρη κι ο πατέρας μου ο ισχυρότερος βασιλιάς της Στυγίας. Ποιος δράκος θα τολμήσει να με κλέψει; Πιθανότερο να απαγάγω εγώ έναν δρ... Η σκέψη της έμεινε στη μέση. Η Νταρίνκα πετάχτηκε από το κρεβάτι της κι έτρεξε στη βιβλιοθήκη. Είχε πολύ διάβασμα να κάνει, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη πως μόλις είχε σκεφτεί το τέλειο σχέδιο.

 

 

 

ΟΓΑ2: Ο Οικείος της Μάγισσας

Είναι η δέκατη τρίτη ώρα, η μαγεμένη ώρα, όπως τη λένε – τότε που τα μαντζούνια βράζουν στα τσουκάλια κι οι μάγισσες βγαίνουν από το Μαύρο Δάσος τους και πάνε εκεί που οι ανθρώποι τις ζητάνε. Η δική μου δεν βγαίνει πια, μόνο περνάει τον καιρό της εδώ μέσα, στη ζωντανή της καλύβα που μυρίζει κρεμμυδόσουπα και ταξιδεύει πάνω σ’ ένα ζευγάρι χηνοπόδαρα. Τώρα οι ανθρώποι δεν τη γυρεύουν, ούτε αποζητούν τα φίλτρα και τα ξεματιάσματά της. Δεν ξέρω άμα τη νοιάζει. Έχω εσένα, μου λέει καμιά φορά στη μυστική γλώσσα που μόνο οι μάγισσες κι οι γάτες καταλαβαίνουν, κι αυτό αρκεί. Καταραμένη Νάστια, την αποκαλούσαν κάποτε, και Νάστια η Τρισκατάρατη και Νάστια η Τρομερή. Πλέον είναι απλώς η Βάβω Νάστια και κανείς πέρα από μένα δεν την παίρνει στα σοβαρά. Τα δόντια της πέσαν και τα μαλλιά της άσπρισαν κι έχει πάψει να ροβολάει στο δάσος ψάχνοντας βοτάνια. Εγώ, όμως, ξέρω καλύτερα. Άμα το ‘θελε η Βάβω μου, τη Στυγία ολόκληρη θα ‘κανε βαλτοτόπι και τους κατοίκους της βατράχια. Και θα ‘βλεπαν τότε αυτές οι καινούριες μάγισσες, με τις κόκκινες πλεξούδες τους και τα λυγερά κορμιά τους. Ούτε την ποδιά της Βάβως μου δεν αξίζουν να φιλήσουν.

Edited by elgalla
ορθογραφικό
  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πολύ μου άρεσαν οι συμετοχές σου Αταλάντη. Πολύ μα πολύ. Εξαιρετικά πετυχημένη χρήση του εσωτερικού μονόλογου, και με κάνουν να θέλω να μάθω κι άλλα για τους ήρωές σου. Ιδιαιτέρως για τον γάτο! Μπράβο σου!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Ορίστε και εγώ με τον οικείο ενός μάγου.

 

Ο γέρος μου σηκώνεται με το που έρθει η δροσιά του πρωινού, πριν ακόμα προλάβω να λαλίσω. Καλύτερα έτσι, τουλάχιστον τώρα ξέρω ότι μπορώ να βγω απ' την κρυψώνα μου και να ροβολισω στη στάνη. Μέχρι την επόμενη νύχτα. Αναρωτιέμαι καμιά φορά πόσο να ζούνε τα κοκόρια. Τα πραγματικά όχι εγώ. Τόσοι πόλεμοι αυτός ο τόπος και μαύρη γη και ο γέρος μου ακόμα στη στάνη του, αγέραστος πέρα από τα χιονάτα του μαλλιά και τα πέντε δόντια που του μείνανε στο στόμα. Σαν μια κατάρα να έπεσε στο κεφάλι του απ' την αρχή του κόσμου. Παίρνει τη γκλίτσα του και οδηγεί τα πρόβατα στο νερό και στο χορτάρι κι'υστερα πάλι πίσω στο μαντρί. Αχ, και να 'ξεραν τα καημένα τα ζωντανά πως το χέρι που τα ταίζει το πρωί είναι αυτό που θα τους λανίσει το λαιμό με το φεγγάρι. Και σάμπως έρθει η μέρα θα βρεθεί κάποιο από αυτά σκορπισμένο, κόκκαλα και μαλλί πίσω από κάποια πλαγιά. Όχι κάθε μέρα όμως. Άλλες φορές θα κρατήσει την καρδιά και θα την καπνίσει με λιβάνι και τότε η καρδιά θα έρθει να πανιάσει και να φουσκώσει και να γίνει φάντασμα. Σαν την καρδιά του λύκου που φοράει ο γέρος μου σαν πέφτει η νύχτα και έχει όρεξη για αίμα φρέσκο και ζεστό. Σαν την καρδιά που έδωσε σε μένα στην αρχή του χρόνου, όταν αυτός ο τόπος ήταν απλά χώμα και όχι χωριό και αυτή η στάνη ήτανε η σπηλιά του. Πριν έρθουνε οι στρατιώτες και σκοτώσουνε τους πάντες και πριν τα ζώα γίνουνε ανθρώποι με δανεικές καρδιές και πάρουνε τη θέση των σκοτωμένων. Άραγε τι θα γενεί αν μια νύχτα δεν πλαγιάσω στην κρυψώνα μου και μείνω έξω, ένα χαζό πτηνό ανάμεσα σε άλλα; Πονάει άραγε λιγότερο όποιος πεθάνει με δανεική καρδιά;

Edited by Eugenia Rose
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Εχμ... Είναι λίγο μεγαλύτερο απ' όσο θα πρεπε, μα δε μου πήγαινε η καρδιά να κόψω...  :unsure:

 

ΟΓΑ 1: Η πριγκίπισσα

 

Την είχαν αφήσει μόνη της να πει τις προσευχές της. Κάθε λίγο, άκουγε απ’ έξω τις παράνυφες που ψιθύριζαν αναμεταξύ τους χαχανίζοντας και τη γριά ευλογήτρα να τους κάνει παρατήρηση που χαλούσανε την ιερή στιγμή. Η Αλκμήνη όμως δεν προσευχόταν. Ό,τι είχε να πει στους θεούς το είχε πει το προηγούμενο βράδυ ξαπλωμένη στο παιδικό της στρώμα. Τώρα απλά αγνάντευε τον ήλιο που βιάζονταν να δύσει. Αλλά όχι για πολύ ακόμα. Η μητέρα την είχε ρωτήσει ήδη μία φορά άμα τελειώνει, και μόνο από σεβασμό στην ευλογήτρα δεν είχε επιμείνει να ξεκινήσουν για την τελετή. Σύντομα όμως θα ξαναρωτούσε και δε θα ανεχότανε αρνητική απάντηση.

 

Όταν τον άκουσε κάτω από το παράθυρο να δίνει εντολές στους υπηρέτες, έσκυψε δίχως σκέψη να τον δει. Ντυμένος επισημότερα απ’ ότι συνήθως, με τα σγουρά μαλλιά πιασμένα τακτικά σε κοτσίδα καθοδηγούσε προσωπικό και καλεσμένους. Θα μπορούσε να τον κοιτάζει για ώρες, συνειδητοποίησε. Αντί γι αυτό στράφηκε πάλι στον ορίζοντα. Είχε ορκιστεί ότι δε θα του ξαναχάριζε ούτε ένα βλέμμα. Ούτε μία σκέψη. Την είχε κάποτε φιλήσει και της είχε αφήσει ένα τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι. Και κείνη του είχε τραγουδήσει και του είχε χαρίσει το χρυσοκέντητο μαντήλι. Μα μόλις την είχαν λογοδόσει με τον μακρινό άρχοντα δεν την ξαναπλησίασε. Δεν καταδέχτηκε καν να την αποχαιρετήσει. Όχι. Δε του άξιζε η αγάπη της. Ούτε τα δάκρυα, ούτε τα όνειρά της. Ας την κοιτούσε όσο ήθελε στην τελετή, εκείνη ποτέ ξανά!

 

«Αλκμήνη παιδί μου! Τελείωσες με τις προσευχές;»

«Όχι μητέρα. Αλλά τελειώνω σύντομα.» Ανασηκώθηκε και στα γόνατα καθώς απαντούσε – προσεκτική με τα μεταξωτά της – μη τυχόν και μπει η βασίλισσα μέσα να ελέγξει και τη βρει καθισμένη οκλαδόν. Μα η ευλογήτρα, προς έκπληξη της Αλκμήνης, υπερίσχυσε και δεύτερη φορά:

«Οι θεοί ευνοούν τις ψυχές των κορασίδων. Ας την αφήσουμε να γεμίσει από τη χάρη τους, πριν χαθεί η αγνότητά της απόψε, Μεγαλειοτάτη.»

 

Κερδίζοντας έτσι μια ακόμα στιγμή ησυχίας, τα επίβουλα μάτια της αντί να την αφήσουν να γαληνέψει στράφηκαν σε εκείνον πάλι, χωρίς την άδειά της. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγει και να βαραίνει στα στήθια της. Με ξέχασε. Εγώ γιατί δεν μπορώ να τον λησμονήσω; Αναρωτήθηκε. Είχε άλλωστε και μια αξιοπρέπεια να διατηρήσει. Ως κόρη του Άνθιμου του Τρίτου, Βασιλέα ολάκερης της Κυανής, δεν μπορούσε να επιτρέψει σ’ έναν υπηρέτη να τη δει να λαχταράει.

 

Αλλά από την άλλη… Ήταν απορροφημένος στο πόστο του. Δε την είχε αντιληφθεί. Κι εκείνη ήταν κρυμμένη απ’ όλους. Και ίσως… Αφού η περηφάνια και η τιμή της δεν κινδύνευαν… Μπορούσε να κάνει μια παραχώρηση. Να τον ποθήσει μια τελευταία φορά, από μακριά. Μόνο για λίγο. Ήσυχα, χωρίς πικρία. Μόνο μέχρι τη δύση. Και μετά θα φορούσε το αραχνοΰφαντο πέπλο και θα άφηνε τα πάντα πίσω…

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Εχμ... Είναι λίγο μεγαλύτερο απ' όσο θα πρεπε, μα δε μου πήγαινε η καρδιά να κόψω...  :unsure:

 

ΟΓΑ 1: Η πριγκίπισσα

 

Την είχαν αφήσει μόνη της να πει τις προσευχές της. Κάθε λίγο, άκουγε απ’ έξω τις παράνυφες που ψιθύριζαν αναμεταξύ τους χαχανίζοντας και τη γριά ευλογήτρα να τους κάνει παρατήρηση που χαλούσανε την ιερή στιγμή. Η Αλκμήνη όμως δεν προσευχόταν. Ό,τι είχε να πει στους θεούς το είχε πει το προηγούμενο βράδυ ξαπλωμένη στο παιδικό της στρώμα. Τώρα απλά αγνάντευε τον ήλιο που βιάζονταν να δύσει. Αλλά όχι για πολύ ακόμα. Η μητέρα την είχε ρωτήσει ήδη μία φορά άμα τελειώνει, και μόνο από σεβασμό στην ευλογήτρα δεν είχε επιμείνει να ξεκινήσουν για την τελετή. Σύντομα όμως θα ξαναρωτούσε και δε θα ανεχότανε αρνητική απάντηση.

 

Όταν τον άκουσε κάτω από το παράθυρο να δίνει εντολές στους υπηρέτες, έσκυψε δίχως σκέψη να τον δει. Ντυμένος επισημότερα απ’ ότι συνήθως, με τα σγουρά μαλλιά πιασμένα τακτικά σε κοτσίδα καθοδηγούσε προσωπικό και καλεσμένους. Θα μπορούσε να τον κοιτάζει για ώρες, συνειδητοποίησε. Αντί γι αυτό στράφηκε πάλι στον ορίζοντα. Είχε ορκιστεί ότι δε θα του ξαναχάριζε ούτε ένα βλέμμα. Ούτε μία σκέψη. Την είχε κάποτε φιλήσει και της είχε αφήσει ένα τριαντάφυλλο στο μαξιλάρι. Και κείνη του είχε τραγουδήσει και του είχε χαρίσει το χρυσοκέντητο μαντήλι. Μα μόλις την είχαν λογοδόσει με τον μακρινό άρχοντα δεν την ξαναπλησίασε. Δεν καταδέχτηκε καν να την αποχαιρετήσει. Όχι. Δε του άξιζε η αγάπη της. Ούτε τα δάκρυα, ούτε τα όνειρά της. Ας την κοιτούσε όσο ήθελε στην τελετή, εκείνη ποτέ ξανά!

 

«Αλκμήνη παιδί μου! Τελείωσες με τις προσευχές;»

«Όχι μητέρα. Αλλά τελειώνω σύντομα.» Ανασηκώθηκε και στα γόνατα καθώς απαντούσε – προσεκτική με τα μεταξωτά της – μη τυχόν και μπει η βασίλισσα μέσα να ελέγξει και τη βρει καθισμένη οκλαδόν. Μα η ευλογήτρα, προς έκπληξη της Αλκμήνης, υπερίσχυσε και δεύτερη φορά:

«Οι θεοί ευνοούν τις ψυχές των κορασίδων. Ας την αφήσουμε να γεμίσει από τη χάρη τους, πριν χαθεί η αγνότητά της απόψε, Μεγαλειοτάτη.»

 

Κερδίζοντας έτσι μια ακόμα στιγμή ησυχίας, τα επίβουλα μάτια της αντί να την αφήσουν να γαληνέψει στράφηκαν σε εκείνον πάλι, χωρίς την άδειά της. Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγει και να βαραίνει στα στήθια της. Με ξέχασε. Εγώ γιατί δεν μπορώ να τον λησμονήσω; Αναρωτήθηκε. Είχε άλλωστε και μια αξιοπρέπεια να διατηρήσει. Ως κόρη του Άνθιμου του Τρίτου, Βασιλέα ολάκερης της Κυανής, δεν μπορούσε να επιτρέψει σ’ έναν υπηρέτη να τη δει να λαχταράει.

 

Αλλά από την άλλη… Ήταν απορροφημένος στο πόστο του. Δε την είχε αντιληφθεί. Κι εκείνη ήταν κρυμμένη απ’ όλους. Και ίσως… Αφού η περηφάνια και η τιμή της δεν κινδύνευαν… Μπορούσε να κάνει μια παραχώρηση. Να τον ποθήσει μια τελευταία φορά, από μακριά. Μόνο για λίγο. Ήσυχα, χωρίς πικρία. Μόνο μέχρι τη δύση. Και μετά θα φορούσε το αραχνοΰφαντο πέπλο και θα άφηνε τα πάντα πίσω…

:cold:  πφφφφ

Edited by Eugenia Rose
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

ΟΓΑ 4: Ο Σούπερ Ήρωας

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

(Γαμάτο Αμερικάνικο cartoon  με έναν μισάνθρωπο που θέλει να παίρνει εκδίκηση από τα πάντα. Για κάποιον περίεργο λόγο το έπαιζαν στο ίδιο κανάλι με το μικρό μου πόνι και  ακυρώθηκε)

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Καθώς κοιτάω τον αναίσθητο κλέφτη, σκέφτομαι ότι ναι είμαι γαμάτος. Σύντομα θα πλακώσουν τα κανάλια και θα απαιτήσουν από μένα να τους δώσω συνεντεύξεις. Και εγώ θα χαμογελάσω γλυκά στον φακό, θα κουνήσω την μπέρτα μου και θα πετάξω κάπου ψηλά και μακριά. Ίσως και να κλείσω παιχνιδιάρικα το αριστερό μου μάτι, δεν ξέρω ακόμη. Εξαρτάται από το πόσο θα αργήσουν τα συνεργεία. Βγάζω το καθρεφτάκι που κουβαλάω πάντα απάνω μου και φτιάχνω το μαλλί μου. Δείχνω τέλειος. Το ξέρω. Αλλά μου αρέσει κιόλας να το ακούω το βράδυ στα κανάλια. Όσοι λένε ότι η εξουσία είναι γλυκιά, απλώς δεν  γνώρισαν την δόξα. Ακούω φωνές. Βάζω γρήγορα το καθρεφτάκι πίσω στη τσέπη μου και πατάω με το πόδι μου την κοιλιά του κλέφτη. Το σόου ξεκινάει...

Edited by jjohn
  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

ΟΓΑ2:  Το Τέτοιο Της Μάγισσας

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ,ονόματα ή καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Το βίαιο κλείσιμο της πόρτας με ξυπναέι. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την κυρά νευριασμένη να πετάει στο πάτωμα βιβλία και φλυτζάνια. Το πρόσωπο της μοιάζει με μια συλλογή από τσιρότα και τραύματα. Την θυμάμαι να μου λέει πως αυτή την φορά τα πράγματα θα κυλούσαν φυσιολογικά, πως η δεκάρα θα γινότανε δικιά της και γελάω. Πάλι σκατά τα' χε κάνει η ηλίθια. Εάν είχα ακόμα απάνω μου γλώσσα, θα φρόντιζα να της θυμίσω πως αυτή ήταν η εξηκοστή όγδοη αποτυχημένη προσπάθεια της μέσα στον μήνα.  Μα δεν είχα  γιατί ήτανε πολύ δειλή για να με αντέξει. Χρόνια ολόκληρα έχουν περάσει από τότε που έβαλε στο μάτι της τον κωλόγερο και ακόμα δεν έχει καταφέρει τίποτα. Είναι τόσο άχρηστη που ώρες ώρες αναρωτιέμαι πως μπόρεσε να μαζέψει τα υπόλοιπα νομίσματα. Παίρνει μερικές ανάσες και συνέρχεται. Ξεχνάει την νέα της ντροπή και νιώθει έτοιμη για νέους εξευτελισμούς. Γεμίζει το τσουκάλι με ένα παράξενο υγρό και χώνει μέσα του χίλιες δυο μαλακίες. Πιάνει μία τεράστια κουτάλα και ξεκινάει να ανακατεύει το τσουκάλι. Γιατί δεν την χώνεις  την κουτάλα στο μουνί σου να νιώσει και  λίγο χρήσιμη σκέφτομαι και χαμογελάω. Αυτή τη φορά η δεκάρα θα γίνει δική μου μού λέει λίγο αργότερα και γελάει. Το γέλιο της μου θυμίζει καθυστερημένο κλόουν και προς στιγμήν αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτό είναι κοπλιμέντο ή όχι. Αφού καταλήξω πως ναι είναι, σηκώνομαι από την θέση μου και κουτσουλάω μέσα στο τσουκάλι. Έτσι για το καλό. Τύχη δεν φέρνει άλλωστε;

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

 

ΟΓΑ5: Το πορτρέτο    

 

Ρε μαλάκα!!!. Κατέβασε με κάτω  μην σε πάρει και σε σηκώσει. Ζαλίζομαι...

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γενικά,  τα παρακάτω σχόλια  γίνανε με τρομερή δυσκολία.  Είναι τόσο ουσιώδη  όσο κι η παρουσία μου στο φορούμ :p
 
ΟΓΑ1:
  • Αταλάντη.  Εύχομαι καλή επιτυχία στην φιλενάδα σου :) Μόνο να μην την πατήσει σαν και την δικιά μου την βλαμμένη!
  • Μάγδα. Εσένα η Αλκμήνη σου είχε άλλα βάσανα. Καλό κουράγιο της εύχομαι. Ελπίζω στο μέλλον να σταθεί πιο τυχερή.

ΟΓΑ2

  • Αταλάντη.   Το τελευταίο μέρος  δίνει υποσχέσεις για καλό συνέχεια :)
  • Ευγενία.      Ωραίο, ατμοσφαιρικό, αλλά  δεν είμαι και σίγουρος ότι το έπιασα 100%   εκεί στο τελείωμα :/

ΟΓΑ3:

  • Ειρήνη. Εχμ, ναι...  Τις πλαστικές γυναικείες κούκλες λίγο πολύ όλοι τις γνωρίζουμε. Αλλά το ότι υπήρχαν και  αντρικά τέτοια(σε ανθρώπινο μέγεθος εννοώ ^_^), ομολογώ ότι, δεν  ήταν κάτι που  είχε περάσει ποτέ από το αθώο μυαλό μου  :p   Ενδιαφέρουσα παράγραφος, τυχερός  ο ματάκιας απέναντι...

ΟΓΑ4:

  • Άγγελε. Εσύ το πήγες πιο φιλοσοφικά/Νιτσεϊκά το θέμα του  σούπερ ήρωα. Μου άρεσε πολύ το κομμάτι  'αλλά η αλήθεια είναι'.  Ήταν όμορφα δοσμένο είναι η αλήθεια :)

ΟΓΑ6:

  • Ειρήνη. Χμμ, δεν το ήξερα ότι τα ημερολόγια είναι τόσο καταθλιπτικά. Τι να του πω; Κουράγιο...
Edited by jjohn
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

OΓΑ 2 : Ο οικείος μιας μάγισσας.

 

Τρέχω κυνηγώντας το θήραμα μου, τον αηδιαστικό, προαιώνιο εχθρό μου που ελπίζει μάταια ότι μπορεί να ξεφύγει από τα νύχια μου. Περνάει κάτω από καρέκλες και γύρω από τα πόδια του τραπεζιού, νομίζοντας ότι έτσι θα καταφέρει να με εμποδίσει, να με καθυστερήσει. Η ταχύτητα και η ευλυγισία μου όμως μου επιτρέπουν να αποφεύγω εύκολα τα εμπόδια και να μειώνω συνεχώς την απόσταση που μας χωρίζει. Τρέχει όσο πιο γρήγορα του επιτρέπουν τα μικρά του ποδαράκια, στρίβει απότομα δεξιά, μετά αριστερά, χώνεται κάτω από το κρεβάτι της κυράς μου, πόσο ανώφελα είναι όλα αυτά. Τώρα σχεδόν ακούω την καρδιά του που χτυπάει ξέφρενα ενώ βρίσκομαι στο κατόπι του, μια ανάσα μακριά. Στρίβει δεξιά  τώρα, μοιραίο λάθος, παγιδεύτηκε. Τον βλέπω μαζεμένο στην γωνία, τρεμόντας από τον φόβο του θανάτου που έρχεται και σταματάω. Κουνάω παιχνιδιάρικα την ουρά μου και σκύβω μπροστά, μαζεύω όλους τους μύες μου και πηδάω απότομα σχίζοντας τον αέρα με τα μπροστινά πόδια προτεταμένα και τα νύχια μου γυμνά, έτοιμα να χωθούν στην μαλακή σάρκα. Τότε ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται, όλα κυλούν αργά λες και ο αέρας είναι πηχτός σαν μελάσσα και ο εχθρός μου αλλάζει, μεγαλώνει, και το πήδημα μου τελειώνει μέσα στην αγκαλιά της κυράς μου. Άλλο ένα από τα αστεία της. Με κοιτάει με τα καταπράσινα μάτια της, ενώ το γέλιο της ξεχύνεται γάργαρο και με χαιδεύει απαλά πίσω από τα αυτιά. Εγώ γουργουρίζω απολαμβάνοντας τα χάδια της ενώ σκέφτομαι ότι πρέπει να είμαι γρηγορότερη την επόμενη φορά.

Edited by SymphonyX13
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

ΟΓΑ3 – Μια ερωτική πλαστική κούκλα

 

“...Ουφ, όχι πάλι, δε βαρέθηκες; Φούσκωσέ με καλέ λίγο ακόμα, δε βλέπεις που κρεμάνε τα χέρια μου; Αλλά πως να φυσήξεις που λαχανιάζεις και μόνο με τη σκέψη να κουνηθείς. Αμ, γι' αυτό χρειάζεσαι εμένα! Όχι, περίμενε, μην πέσεις εσύ από πάνω, θα κλατάρω! Ουφ, ευτυχώς δε βολεύεσαι. Έτσι είναι καλύτερα, κάθισε εσύ στο κρεβάτι, και βάλε εμένα πάνω σου. Βάλε με πάνω σου λέω! Βάλε... Α! Με έβαλες. Ναι, εντάξει, ότι έχει ο καθένας. Σιγά με το δαχτυλίδι εκεί πίσω, πρόσεξε! Μα, πως γίνεται το δάχτυλό σου να το νιώθω μεγαλύτερο; Τι τελείωσες κιόλας; Από πότε είχες να... Τι λέω, πάλι καλά, άντε να με ξεφουσκώσεις να ηρεμήσω η κούκλα. Τι κάνεις εκεί τώρα; Ανάβεις τσιγάρο; Μακριά το τσιγάρο από μένα ρε βλάκα! Τι κάνεις ρε βιτσιόζε; Μη με καις, μη, μη με καιςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς...”

Edited by MadnJim
  • Like 8

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

ΟΓΑ5 – Το πορτραίτο

 

“...“...Τι μι κρεμάσαταν ωρέ αχπάν απού του τζάκ'! Κι να σας τ'ράω ολ' τ'ν ώρα, κι να λιώνου απού τ' ζέστ' κι τ'ν κάπνα; Ζουγραφιά είμι ωρέ όρνια, θέλ' πουλύ κουρκούτ' στου κεφάλ' για να σκιφτείτι ότ' χαλάν τα χρώματά μ' έτσ'; Αλλά τι πιριμένου; Όλ' μέρα μ' απλώνιστι στου μπάσ' κι χαζεύιτι αυτό του κ'τί. Ήθελα μωρέ να 'ξερα τι βλέπιτι κεί μέσα. Κι όλου πατάτι με τα δάχτ'λα αυτούνου του πράμα μπρουστά σας, τίκι τίκι, τίκι τίκι, τίκι τίκι, μ' έχιτι ζουρλάν' μωρέ, φτάν'! Α ρε όταν ζούσα ιγώ! Έπιρνα τ' άτ', κι έβγινα γύρα στα χτήματα. Όλ' με σέβουνταν τότες, γιατ' ιγώ ήμαν ου άρχουντας. Κι τι όμουρφους που 'μαν! Μι του γιλέκου μ', κι του παχιό του μ'στάκι μ', κι τ'ς φούντις στα τσαρούχια μ'. Όλες τ'ς μ' ήθιλαν ωρέ, μ' έβλιπαν κι έλιουναν στ' αναστινάγματα. Θυμιέμι κείν' τ' μ'κρή τ' μιλαχρινή, τ' αρχιτσιέλιγγα η μ'κρότερ' ήταν, μύρ'ζε λίγου προυβατίλα απού τ' στάν' π' κοιμόταν, κι τα χέρια τ'ς ήταν λίγου τραχιά απ' τ' άρμιγμα, αλλά στου καβάλ'μα ήταν αγριουφόραδου πανάθιμά τ'ς! Ικείνις ήταν επουχές, όχ' σαν κι τούτις. Τώρα ούτε μ'στάκ' δεν αφήν'ν πια οι άντρες ωρέ! Να 'ξιρα ότι θα 'ρχουνταν η ώρα να ιδω τ'ς απουγόνους μ' χουρίς τσιγκελουτό μ'στάκ', δι θα 'σπερνα ούτ' ένα κουτσούβελου στ'ν αρχόντ'σσα! Πουτές ωρέ, 'κούς μωρέ που χώθ'κες πάλι μι τα μούτρα στου κ'τί; Ούτ' ένα! Μπεζεβέγγ'...”

 

  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

ΟΓΑ3 – Μια ερωτική πλαστική κούκλα

 

“...Ουφ, όχι πάλι, δε βαρέθηκες; Φούσκωσέ με καλέ λίγο ακόμα, δε βλέπεις που κρεμάνε τα χέρια μου; Αλλά πως να φυσήξεις που λαχανιάζεις και μόνο με τη σκέψη να κουνηθείς. Αμ, γι' αυτό χρειάζεσαι εμένα! Όχι, περίμενε, μην πέσεις εσύ από πάνω, θα κλατάρω! Ουφ, ευτυχώς δε βολεύεσαι. Έτσι είναι καλύτερα, κάθισε εσύ στο κρεβάτι, και βάλε εμένα πάνω σου. Βάλε με πάνω σου λέω! Βάλε... Α! Με έβαλες. Ναι, εντάξει, ότι έχει ο καθένας. Σιγά με το δαχτυλίδι εκεί πίσω, πρόσεξε! Μα, πως γίνεται το δάχτυλό σου να το νιώθω μεγαλύτερο; Τι τελείωσες κιόλας; Από πότε είχες να... Τι λέω, πάλι καλά, άντε να με ξεφουσκώσεις να ηρεμήσω η κούκλα. Τι κάνεις εκεί τώρα; Ανάβεις τσιγάρο; Μακριά το τσιγάρο από μένα ρε βλάκα! Τι κάνεις ρε βιτσιόζε; Μη με καις, μη, μη με καιςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς...”

balloon-pop.jpgΜΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΜΜΜΜΜΜ!  (Για όποιον δεν κατάλαβε, το καταδιασκέδασα!)

ΟΓΑ5 – Το πορτραίτο

 

“...“...Τι μι κρεμάσαταν ωρέ αχπάν απού του τζάκ'! Κι να σας τ'ράω ολ' τ'ν ώρα, κι να λιώνου απού τ' ζέστ' κι τ'ν κάπνα; Ζουγραφιά είμι ωρέ όρνια, θέλ' πουλύ κουρκούτ' στου κεφάλ' για να σκιφτείτι ότ' χαλάν τα χρώματά μ' έτσ'; Αλλά τι πιριμένου; Όλ' μέρα μ' απλώνιστι στου μπάσ' κι χαζεύιτι αυτό του κ'τί. Ήθελα μωρέ να 'ξερα τι βλέπιτι κεί μέσα. Κι όλου πατάτι με τα δάχτ'λα αυτούνου του πράμα μπρουστά σας, τίκι τίκι, τίκι τίκι, τίκι τίκι, μ' έχιτι ζουρλάν' μωρέ, φτάν'! Α ρε όταν ζούσα ιγώ! Έπιρνα τ' άτ', κι έβγινα γύρα στα χτήματα. Όλ' με σέβουνταν τότες, γιατ' ιγώ ήμαν ου άρχουντας. Κι τι όμουρφους που 'μαν! Μι του γιλέκου μ', κι του παχιό του μ'στάκι μ', κι τ'ς φούντις στα τσαρούχια μ'. Όλες τ'ς μ' ήθιλαν ωρέ, μ' έβλιπαν κι έλιουναν στ' αναστινάγματα. Θυμιέμι κείν' τ' μ'κρή τ' μιλαχρινή, τ' αρχιτσιέλιγγα η μ'κρότερ' ήταν, μύρ'ζε λίγου προυβατίλα απού τ' στάν' π' κοιμόταν, κι τα χέρια τ'ς ήταν λίγου τραχιά απ' τ' άρμιγμα, αλλά στου καβάλ'μα ήταν αγριουφόραδου πανάθιμά τ'ς! Ικείνις ήταν επουχές, όχ' σαν κι τούτις. Τώρα ούτε μ'στάκ' δεν αφήν'ν πια οι άντρες ωρέ! Να 'ξιρα ότι θα 'ρχουνταν η ώρα να ιδω τ'ς απουγόνους μ' χουρίς τσιγκελουτό μ'στάκ', δι θα 'σπερνα ούτ' ένα κουτσούβελου στ'ν αρχόντ'σσα! Πουτές ωρέ, 'κούς μωρέ που χώθ'κες πάλι μι τα μούτρα στου κ'τί; Ούτ' ένα! Μπεζεβέγγ'...”

Επίσης το καταδιασκέδασα. Αλλά παραπάνω από μία παράγραφο η διάλεκτος αυτή δεν παλεύεται από μας, που χάσαμε την επαφή. Σπύρο έχεις φαντασία και τολμάς. Με εκπλήσσεις ευχάριστα σχεδόν κάθε φορά.

OΓΑ 2 : Ο οικείος μιας μάγισσας.

 

Τρέχω κυνηγώντας το θήραμα μου, τον αηδιαστικό, προαιώνιο εχθρό μου που ελπίζει μάταια ότι μπορεί να ξεφύγει από τα νύχια μου. Περνάει κάτω από καρέκλες και γύρω από τα πόδια του τραπεζιού, νομίζοντας ότι έτσι θα καταφέρει να με εμποδίσει, να με καθυστερήσει. Η ταχύτητα και η ευλυγισία μου όμως μου επιτρέπουν να αποφεύγω εύκολα τα εμπόδια και να μειώνω συνεχώς την απόσταση που μας χωρίζει. Τρέχει όσο πιο γρήγορα του επιτρέπουν τα μικρά του ποδαράκια, στρίβει απότομα δεξιά, μετά αριστερά, χώνεται κάτω από το κρεβάτι της κυράς μου, πόσο ανώφελα είναι όλα αυτά. Τώρα σχεδόν ακούω την καρδιά του που χτυπάει ξέφρενα ενώ βρίσκομαι στο κατόπι του, μια ανάσα μακριά. Στρίβει δεξιά  τώρα, μοιραίο λάθος, παγιδεύτηκε. Τον βλέπω μαζεμένο στην γωνία, τρεμόντας από τον φόβο του θανάτου που έρχεται και σταματάω. Κουνάω παιχνιδιάρικα την ουρά μου και σκύβω μπροστά, μαζεύω όλους τους μύες μου και πηδάω απότομα σχίζοντας τον αέρα με τα μπροστινά πόδια προτεταμένα και τα νύχια μου γυμνά, έτοιμα να χωθούν στην μαλακή σάρκα. Τότε ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται, όλα κυλούν αργά λες και ο αέρας είναι πηχτός σαν μελάσσα και ο εχθρός μου αλλάζει, μεγαλώνει, και το πήδημα μου τελειώνει μέσα στην αγκαλιά της κυράς μου. Άλλο ένα από τα αστεία της. Με κοιτάει με τα καταπράσινα μάτια της, ενώ το γέλιο της ξεχύνεται γάργαρο και με χαιδεύει απαλά πίσω από τα αυτιά. Εγώ γουργουρίζω απολαμβάνοντας τα χάδια της ενώ σκέφτομαι ότι πρέπει να είμαι γρηγορότερη την επόμενη φορά.

Όμορφο στιγμιότυπο, σε βάζει μέσα στο σώμα της γάτας. Με έκανε να αναρωτιέμαι: μισεί την κυρά της; Η τελευταία φράση υπονοεί ότι θα ήθελε να μποορύσε να την εχει γραπώσει πριν μεταμορφωθεί. Αν ναι, μου άρεσε όπως τον πέρασες έτσι υπόγεια, τον ανταγωνισμό τους.....

db7e157fc23ef0181152127403a3b09d.jpg

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

 

ΟΓΑ2:  Το Τέτοιο Της Μάγισσας

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ,ονόματα ή καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Το βίαιο κλείσιμο της πόρτας με ξυπναέι. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω την κυρά νευριασμένη να πετάει στο πάτωμα βιβλία και φλυτζάνια. Το πρόσωπο της μοιάζει με μια συλλογή από τσιρότα και τραύματα. Την θυμάμαι να μου λέει πως αυτή την φορά τα πράγματα θα κυλούσαν φυσιολογικά, πως η δεκάρα θα γινότανε δικιά της και γελάω. Πάλι σκατά τα' χε κάνει η ηλίθια. Εάν είχα ακόμα απάνω μου γλώσσα, θα φρόντιζα να της θυμίσω πως αυτή ήταν η εξηκοστή όγδοη αποτυχημένη προσπάθεια της μέσα στον μήνα.  Μα δεν είχα  γιατί ήτανε πολύ δειλή για να με αντέξει. Χρόνια ολόκληρα έχουν περάσει από τότε που έβαλε στο μάτι της τον κωλόγερο και ακόμα δεν έχει καταφέρει τίποτα. Είναι τόσο άχρηστη που ώρες ώρες αναρωτιέμαι πως μπόρεσε να μαζέψει τα υπόλοιπα νομίσματα. Παίρνει μερικές ανάσες και συνέρχεται. Ξεχνάει την νέα της ντροπή και νιώθει έτοιμη για νέους εξευτελισμούς. Γεμίζει το τσουκάλι με ένα παράξενο υγρό και χώνει μέσα του χίλιες δυο μαλακίες. Πιάνει μία τεράστια κουτάλα και ξεκινάει να ανακατεύει το τσουκάλι. Γιατί δεν την χώνεις  την κουτάλα στο μουνί σου να νιώσει και  λίγο χρήσιμη σκέφτομαι και χαμογελάω. Αυτή τη φορά η δεκάρα θα γίνει δική μου μού λέει λίγο αργότερα και γελάει. Το γέλιο της μου θυμίζει καθυστερημένο κλόουν και προς στιγμήν αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτό είναι κοπλιμέντο ή όχι. Αφού καταλήξω πως ναι είναι, σηκώνομαι από την θέση μου και κουτσουλάω μέσα στο τσουκάλι. Έτσι για το καλό. Τύχη δεν φέρνει άλλωστε;

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

ΟΓΑ3:

  • Ειρήνη. Εχμ, ναι...  Τις πλαστικές γυναικείες κούκλες λίγο πολύ όλοι τις γνωρίζουμε. Αλλά το ότι υπήρχαν και  αντρικά τέτοια(σε ανθρώπινο μέγεθος εννοώ ^_^), ομολογώ ότι, δεν  ήταν κάτι που  είχε περάσει ποτέ από το αθώο μυαλό μου  :p   Ενδιαφέρουσα παράγραφος, τυχερός  ο ματάκιας απέναντι...

 

Ομοιότητα; Μα ΠΟΥ, ω Θεοί, θα μπορούσε να πάει το μυαλό μας; ΠΟΥ;

Καλά της τα λέει πάντως. Μπήκες στο κεφάλι μου, Γιάννη. Εννοώ, και γω κάπως έτσι σκέφτομαι πια ότι διαβάζω τα κατορθώματα μιανής μάγισσας που μοιάζει με την περιγραφόμενη αλλά βέβαια καμία σχέση. Μπράβο για την ιδέα και για την εκτέλεση.

 

Ένα γκουκλάρισμα male sex dolls θα απαντήσει σε όλες τις παραπάνω απορίες.

Καλά, μπορεί να προκύψουν άλλες απορίες μετά.

Αλλά δεν θα έχουν σχέση με την άσκηση.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Ένα γκουκλάρισμα male sex dolls θα απαντήσει σε όλες τις παραπάνω απορίες.

Καλά, μπορεί να προκύψουν άλλες απορίες μετά.

Αλλά δεν θα έχουν σχέση με την άσκηση.

 

 

Πριτς

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

ΟΓΑ1 Πριγκηπέσα

 

Ωραίο ήταν. Μπορεί να δουλέψει σαν μια μικρή περίληψη ολόκληρου παραμυθιού, το οποίο φυσικά και θα ήθελα να διαβάσω. Δοκίμασε να το γράψεις.

 

ΟΓΑ6, το ημερολόγιο της έφηβης.

 

Πολύ ζωντανό/αληθινό, με εκείνες τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές της εφηβείας να βρίσκονται παρούσες. Θα μπορούσε να δουλευτεί σε μια ιστορία σκοτεινού, εφηβικού φάντασυ.

 

ΟΓΑ 3 η ερωτική κούκλα.

 

Ενδιαφέρουσα αυτή η σκηνή της κούκλας, με ωραίο κλείσιμο. Θα θέλαμε να διαβάσουμε κι άλλες.

 

ΟΓΑ1: Η Πριγκίπισσα

 

ΟΓΑ2: Ο Οικείος της Μάγισσας

 

Πολύ ωραίες και οι δύο σου παράγραφοι, Αταλάντη. Ειδικά την πρώτη, την περιμένω πώς και πώς στις Βιβλιοθήκες, ξέρεις, ολοκληρωμένη, στο ίδιο εύθυμο ύφος. Θέλω να δω πώς θα πάει το σχέδιο της πριγκίπισσας.

 

Ορίστε και εγώ με τον οικείο ενός μάγου.

 

Δεν θα περίμενα ποτέ από έναν κόκορα να βγει κάτι τόσο σκοτεινό. Πολύ καλή η προσπάθεια και η υπόθεση από πίσω του φαίνεται να έχει πολύ ψωμί, αν θέλεις να τη δουλέψεις.

 

ΟΓΑ 1: Η πριγκίπισσα

 

Ωραίο φλασάκι, που με λίγες μόνο λεπτομέρειες, λέει αυτό που θέλει να πει. Ναι, ίσως να μην ταιριάζει ακριβώς σ' αυτήν τη ΣΑ, αλλά και μόνο που σε ενέπνευσε να το γράψεις, αυτό είναι καλό. Σίγουρα, πάντως, μπορείς να το δουλέψεις περισσότερο για να μπει στη Βιβλιοθήκη Φαντασίας.

 

ΟΓΑ 4: Ο Σούπερ Ήρωας

 

Ωραίο, ρε συ. Ένα πρόσωπο των υπερηρώων που δεν το βλέπουμε και συχνά. Μ' άρεσε αυτή η ματαιοδοξία του, ο ναρκισσισμός του, και θα ήθελα να διαβάσω κι άλλα γι' αυτόν. Θα είχε γούστο.

 

OΓΑ 2 : Ο οικείος μιας μάγισσας.

 

Πολύ ωραία η αφήγηση από τη μεριά της γάτας. Και η ανατροπή στο τέλος πολύ πετυχημένη. Επίσης, πετυχημένο το υπονοούμενο της τελευταίας φράσης. Κάτι παίζει με τη γάτα.

 

ΟΓΑ3 – Μια ερωτική πλαστική κούκλα

 

Καλά, εντάξει, μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα για τα καλά. Μα βιτσιόζος με την κούκλα...  :p

 

ΟΓΑ5 – Το πορτραίτο

 

Είναι αυτό που αναρωτιόμαστε πολλές φορές: τι θα έλεγαν οι προπαππούδες έβλεπαν τι κάνουμε σήμερα. Νομίζω ότι μια χαρά το έπιασες το πνεύμα. Έτσι θα μας τα 'χωναν. Πολύ ευχάριστο και αυτό το κομμάτι.

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

ΟΓΑ1 Πριγκηπέσα

 

Ωραία οπτική και όντως το λουκουμάκι εδώ είναι τι συμφωνία είχε κάνει με το δράκο. Χμμμμ...

 

ΟΓΑ6, το ημερολόγιο της έφηβης.

 

Αμαν, η ψυχή μου με έπιασε με το καημένο το ημερολόγιο. Ευτυχώς που δεν κράταγα ποτέ δηλαδής. :p

 

ΟΓΑ4: Ο σούπερ ήρωας

 

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Το γδάρτης σαν όνομα έιναι σαν να βγήκε απο επισόδειο της Λάμψης btw. :p Ωραίο θέμα για εξερευνηση αυτό πάντως ο εγκλωβισμός σε διαφορετικά κλουβιά.

 

ΟΓΑ 3 η ερωτική κούκλα

 

Αμαν ρε ειρήνη μεσιμεριατικο... που είναι το χχχ? :p

 

ΟΓΑ1: Η Πριγκίπισσα

 

Καλά άνετα γίνοτανε η προηγούμενη σκηνή της ιστορίας του Jjon. Δεν συνεργάζεστε εσέις οι δύο να γράψετε την ιστορία; Μπορεί να έχει πολύ πλάκα.

 

ΟΓΑ2: Ο Οικείος της Μάγισσας

 

Αν και στέκεται μια χαρά μόνο του έτσι οπως είναι, μου έκανε ενδιαφέρον να δώ τη βάβω σε τίποτα αγώνες μαγείας να κατατρωπώνει της χιμπστερομάγισσες, αμ πως;

 

ΟΓΑ 1: Η πριγκίπισσα

 

Βρε τον αχαίρευτο τον άντρα. Προτείνω να ερωτευτεί παράφορα τον μέλλοντα σύζυγο και να τον ξεχάσει στον σκληρόκαρδο. Πολύ ζωντανό μπράβο.

 

Συνεχίζω με τα υπόλοιπα.

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

ΟΓΑ6γ – Η παρατημένη μισοτελειωμένη ιστορία

 

          «Εεεεεεε, εδώ ρεεεε, εδώ κάνε κλικ! Σου φωνάζω ρεε, εδώ, εγώ, ο Έντι Τζόουνς, από 'κείνη την ιστορία που 'χες ξεκινήσει εδώ και καιρό και δεν την συνέχισες; Δεν ακούς, ή απλά μ' έχεις γραμμένο κανονικά; MadnJiiim! Ρε MadnJim, τον Τζέρι μου μέσα, εδώ κάνε κλικ ρε, που μ' έχεις παρατήσει ολομόναχο τόσο καιρό σ' αυτόν τον ρημαδιασμένο πλανήτη να περιμένω πότε θα σου 'ρθει να συνεχίσεις την ιστορία! Τι στο καλό σκεφτόσουν όταν με έβαζες να κατεβώ εδώ κάτω, ε; Που είναι οι γεννήτριες που υποτίθεται πως θα έσβηνα για να προσγειώσει ο Αϊόου το Λάκυ με ασφάλεια; Εδώ δεν υπάρχει τίποτ' απολύτως, το απόλυτο κενό αφού δεν έγραψες τίποτα παρακάτω. Αλλά βέβαια, δεν σου άρεσε εσένα έτσι που το πήγαινες, το παράτησες, και το ξεκίνησες από την αρχή σε άλλο αρχείο. Ποιος νοιάστηκε για μένα που θα ξέμενα εδώ. Ξέρεις πόσο καιρό έχω να πιω μια συνθε-μπύρα; Μη μου κάνεις πως δεν ακούς, σε βλέπω που ανοίγεις τον OpenOffice, γράφεις συνέχεια καινούριες ιστορίες, αλλά να συνεχίσεις τούτη δω μπας και ξεκολλήσω επιτέλους απ' αυτόν τον πλανήτη, ούτε κουβέντα! Έλα δω, που πας τώρα πάλι. Μη κλείνεις το φάκελο ρε, μη μ' αφήνεις κι άλλο εδώ, MadnJiiim, MADNJ...»

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
This topic is now closed to further replies.

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.