Jump to content


:construction: To FACEBOOK LOGIN είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας για τεχνικούς λόγους. Χρησιμοποιείστε το Sign In κάνοντας νέα εγγραφή και το σύστημα βρίσκοντας το ίδιο email θα σας εισάγει. Όποιος έχει θέμα ας στείλει μήνυμα στη σελίδα του Facebook να τον βοηθήσουμε. Συγνώμη για την αναστάτωση.


Photo

Το Σπίτι Πάνω απο το Σπίτι Μου.


  • Please log in to reply
1 reply to this topic

#1 Christos.Antonaros

Christos.Antonaros
  • Members
  • 11 posts
  • Gender:Male
  • Όνομα:Christos
  • Currently reading:House of Chains

Posted 16 Ιούλιος 2017 - 14:06

Όνομα Συγγραφέα: Χρήστος Αντώναρος
Είδος: Τρόμου
Βία; (Όχι)
Σεξ; (Όχι)
Αριθμός Λέξεων:1600
Αυτοτελής; (Ναι)
Σχόλια: Το έγραψα με σκοπό να πάρει μέρος σε διαγωνισμό, αλλά λόγο των αριθμών των λέξεων δεν τηρούσε τους κανόνες.

Αρχείο: (επισυνάπτετε το έργο σας σε αρχείο)

------------------

 

Την μέρα που επέστρεψα στο  πατρικό μου σπίτι, κάποιος άγνωστος είχε χτίσει το δικό του σπίτι πάνω στα ερείπιά του δικού μου· ένας από εκείνους, τους ζωντανούς. Αυτά τα αδηφάγα όντα, με το δερμάτινο κάλυμμά πάνω από τη σκληρή σάρκα και τα κόκκαλα τους. Με τις τρίχες στη κορυφή τους αντί για κλαδιά, χωρίς ρίζες, και με το κόκκινο πυκνό νερό να τρέχει μέσα τους. Νομίζουν πως μπορούν να τα έχουν όλα, όπως τώρα, που είχαν χτίσει ένα ξύλινο κουτί, χρησιμοποιώντας ξύλο από το πατρικό μου σπίτι.

Ο Χοντρός, η Στρίγκλα και το Κιτρινωπό.

Οι δύο πρώτοι βρισκόντουσαν έξω από το ξύλινο κουτί την μέρα που επέστρεψα, γι’ αυτό και τους περίμενα να μπουν μέσα, ώστε να μπω χωρίς να με εντοπίσουν. Για καλή μου τύχη, το μόνο που δεν είχαν χρησιμοποιήσει ήταν οι ρίζες του πατρικού μου. Κανείς δεν μπορεί να κόψει τις ρίζες του άλλωστε, καθώς είναι πιο βαθιά απ’ ότι φτάνουν οι μεταλλικές δαγκάνες και τα φτυάρια των ζωντανών, βαθύτερα από τα θεμέλια του ξύλινου κουτιού τους, που κάποτε ήταν οι τοίχοι του υπνοδωματίου μου.

Μη με ρωτήσετε που βρισκόμουν τόσο καιρό, δε θα σας πω. Δεν το κρατώ κρυφό, απλά δε θυμάμαι. Οι μόνες αναμνήσεις που έχω είναι εκείνες που σχετίζονται με το πρωινό μου, το κολατσιό μου, το δείπνο μου, ίσως μια ή δύο λιχουδιές πριν το επόμενο πρωινό. Θυμάμαι το πατέρα και τη μητέρα, και τα αδέρφια μου τα μερμήγκια να βοηθούν την προετοιμασία του δείπνου. Δεν είμαι μερμήγκι, όχι. Βασικά δε ξέρω τι είμαι. Ξέρω πως πεινάω, πεινάω για οτιδήποτε βρεθεί μπροστά μου, υλικό και μη.

Όταν πεινάω τίποτα δεν με συγκρατά.

Όμως εκείνη τη μέρα που έλειπαν οι ζωντανοί από το σπίτι και η πείνα μου ήταν μεγάλη, είχα τόσες μέρες που κρυβόμουν άλλωστε. Με το που βγήκα από τη βαθιά κρυψώνα μου, έφαγα μια από τις κολώνες των θεμελίων. Δε ξέρω πως το καταλάβανε, δε θυμάμαι, το μόνο που θυμάμαι είναι να τρώω εκείνη τη κολώνα, που τόσο μύριζε σαν την αγκαλιά της μητέρας μου. Μια άλλη μέρα τριγυρνούσα μέσα στους εσωτερικούς τοίχους του κουτιού, ώσπου μύρισα αχνιστή ανάσα του μικρότερο ζωντανού, με τις μακριές κιτρινωπές τρίχες στη κορυφή του και τα κοντύτερα άκρα από τους υπόλοιπους ζωντανούς. Το Κιτρινωπό. Το μόνο που πρόλαβα ήταν μια τζούρα από την ανάσα του. Βήχοντας άρχισε να κραυγάζει το τρόπο που επικοινωνούν οι ζωντανοί και αμέσως ήρθε ο Χοντρός, και μετά από λίγο από πίσω του η Στρίγγλα. Αν  κάτι μου έκανε εντύπωση στη τελευταία, ήταν η μυρωδιά που ερχόταν από το μπροστινό φουσκωμένο κομμάτι της μέσης της.

Πιο νόστιμο και από την ανάσα του κιτρινωπού.

Ο Χοντρός αγκάλιασε το Κιτρινωπό και κάτι του είπε, αλλά δε καταλάβαινα. Μετά δε θυμάμαι τι έγινε, καθώς δεν έφαγα για τις επόμενες μέρες, και αν δε φάω δε θυμάμαι. Το επόμενο δείπνο μου ήταν μια γάτα. Το λέω με σιγουριά καθώς άντεξα πολύ καιρό αφού τη κατασπάραξα. Αγαπώ να τρώω γάτες. Η ανάσα τους, η ζεστασιά τους, το υγρό που τρέχει μέσα τους, κάθε φορά τα κατασπαράζω με ευχαρίστηση. Μακάρι να μπορούσα να κάνω το ίδιο με τη σάρκα τους.

Μακάρι.

Άρχισα να λησμονώ το πατρικό μου σπίτι μια μέρα που έφυγα από το ξύλινο κουτί που ήταν χτισμένο πάνω του, και περπάτησα στις γύρω γειτονιές. Πολλά ακόμα σπίτια του είδους μου, που είχα φάει πολλά δείπνα κάποτε, είχαν αντικατασταθεί, σχεδόν όλα θα έλεγα. Λέω σχεδόν, καθώς ένα είχε παραμείνει άθικτο από τα άπληστα χέρια των ζωντανών. Το σπίτι της Βαλ, μια καλή κυρία, μισή ζωντανή μίση σαν εμένα, αθάνατη σαν τις ρίζες όλων σπιτιών αυτού του τόπου, που κάποτε ήταν δάσος τρανό και βάλτος που ζωντανοί ερχόταν μόνο να ξεφορτωθούν την κακή τους τύχη. Και ο μόνος τρόπος να την ξεφορτωθούν ήταν να τη φάω εγώ, και το γένος μου, μετά από παρότρυνση της Βαλ φυσικά.

Σε αντάλλαγμα, περισσότερο ως επιβράβευση, μας έδινε μια από τις γάτες της, να την ξεζουμίζουμε.

Όταν μπήκα στη κουφάλα της Γριάς Ιτιάς, όπου κατοικούσε η Βαλ, αμέσως με καλωσόρισε με ένα κουνάβι. Ήθελε να θυμάμαι αυτό που θα μου έλεγε, και έτσι μου έδωσε να φάω.

«Οι ζωντανοί έχουν ξεχάσει την κακή τύχη που έβρισκαν αν δε σεβόντουσαν το σπίτι μας,» μου είχε πει με βραχνή φωνή, σαν ψίθυρός που έρχονταν μέσα από βαλτόνερα που βράζουν, «χτίζουν τα ξύλινα κουτιά τους, και δε τους νοιάζει γιατί δε πιστεύουν πια σ’ εμάς. Θυμάσαι το σπίτι σου;»

Με είχε ρωτήσει και της είχα γνέψει. Το καταφατικό γνέμα για το είδος μου είναι το τρίξιμο των κλαδιών του κοντινότερου δέντρου. Σε εκείνη τη περίπτωση η Γριά Ιτιά.

«Θυμάσαι το πόσο καλά έτρωγες;»

Έτριξα άλλο ένα κλαδί, και εκείνη μου έδωσε μια ακόμη λιχουδιά, ένα μισοπεθαμένο ποντικό.

«Πρέπει να τους υπενθυμίσεις.»

Έκανα ένα κύκλο γύρω από το κοκκαλιάρικο λαιμό της, καλυμμένο από σκούρο και σκληρό σαν φλούδα δέντρου δέρμα. Ήξερε τι την ρωτούσα. Πως θα θύμιζα στους ζωντανούς το χρέος τους στο γένος μου.

«Θα πρέπει να αρπάξεις ένα από τα μικρά τους.  Την ώρα που κοιμάται. Ναι. Θα αρπάξεις την ανάσα του, αλλά δε θα τη καταπιείς. Θα την φέρεις εδώ σε μένα.»

Κάνοντας μια μικρή παύση, φανέρωσε την τελευταία και καλύτερη λιχουδιά, μια γάτα.

«Θα την αναζητήσουν και θα τη δώσουμε πίσω μόνο αν υποσχεθούν πως θα σε τιμούν από εδώ και πέρα,» ολοκλήρωσε με ενθουσιασμό. Συμφώνησα και κατασπάραξα τη γάτα.

Εκείνο το βράδυ, η Βαλ μου είχε δώσει το καλύτερο δείπνο που είχα μετά από αιώνες. Ίσως χιλιετίες. Άλλωστε, ποιος μετρά χρόνια, όταν δε θυμάται καν τις μέρες του;

Όταν γύρισα στο ξύλινο κουτί, ο Χοντρός και η Στρίγγλα έλειπαν, και μαζί με το κιτρινωπό ήταν ένας ακόμα ζωντανός, που την ονόμασα Ζαρωμένη, καθώς το περίβλημά της ήταν πιο χαλαρό από τους υπόλοιπους. Δε μου άρεσε η μυρωδιά της. Έμοιαζε με τη ζωντανή πλευρά της Βαλ αλλά πιο ασθενής, σαν να έχανε τη ζωντάνια της κάθε δευτερόλεπτο, αργά και βασανιστικά. Θα είχα καταφέρει να κλέψω την ανάσα του κιτρινωπού αλλά η Ζαρωμένη είχε πάνω της ένα σκύλο. Και αν μισώ κάτι, είναι σκύλοι, λύκοι και όλο το συνάφι τους. Μπορεί ο συγκεκριμένος σκύλος να ήταν σκύλος να ήταν μικρός, αλλά ήταν αρκετός να κάνει τους ζωντανούς να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά. Όσο τους μισώ εγώ, τόσο με μισούν και εκείνοι. Δε ξέρω το γιατί, ή καλύτερα, δε το θυμάμαι. Γαυγίζουν κάθε φορά που είμαι κοντά, κάτι που έγινε και εκείνη τη μέρα.

Θυμόμουν, ωστόσο, τι έπρεπε να κάνω για να θυμίσω στους ζωντανούς το χρέος τους, είχα φάει καλά τη νύχτα που το έμαθα.

Μια μέρα, η Στρίγγλα και ο Χοντρός μπήκαν στο ξύλινο κουτί από τι φλούδα που χρησιμοποιούν να μπαινοβγαίνουν. Μαζί τους, είχαν και ένα ακόμα Ζωντανό, που μύριζε πολύ καλύτερα από το Κιτρινωπό. Το θυμάμαι, γιατί εκείνη τη νύχτα ήταν που κατάφερα  να κλέψω την ανάσα.  Είχα ένα δίλημμα ωστόσο: ποιο από τα δύο, το κιτρινωπό ή το Ζαχαρωτό; Έτσι το ονόμασα αργότερα εξαιτίας της γλυκιάς μυρωδιάς του.

Ένα δίλημμα που γρήγορα ήρθε σε τέλμα, όταν είδα πως η Ζαρωμένη κοιμόταν στο δωμάτιο του κιτρινωπού, μαζί με το σκύλο.

Έτσι, το ίδιο βράδυ σύρθηκα μέσα στους τοίχους, βούτηξα μέσα στο πλαισιωμένο από ξύλο δέρμα ελαφιού που απεικόνιζε κάτι που έφερνε σε βουνό και θάλασσα, με ένα άλλο ξύλινο κατασκεύασμα να επιπλέει. Από κάτω του σε ένα μικρό κουτί, όχι ξύλινο, ήταν από ένα υλικό που δε θυμάμαι πως το λένε, κοιμόταν το ζαχαρωτό. Ήξερα πως έπρεπε να είμαι γρήγορος και αποτελεσματικός, αλλιώς θα ξυπνούσε όπως το Κιτρινωπό. Ρούφηξα αρκετή από την ανάσα του, αλλά όπως μου είπε η Βαλ δε το κατάπια. Το έκανα τόσο απότομα και γρήγορα που δε πρόλαβε να βήξει ή να κλάψει. Η μόνη κραυγή που ακούστηκε, ήταν της Στρίγγλας την ώρα που έφευγα από το άνοιγμα στο τοίχο που καλύπτεται με γυαλί, πλαισιωμένο από ξύλο. Για άλλη μια φορά δε κατάλαβα τι προσπαθούσε να πει. Κατάλαβα παρόλα αυτά πως ήταν δυστυχισμένη.

Ίσως περισσότερο δυστηχισμενη από εμένα όταν γύρισα στο πατρικό μου και δε το βρήκα.

Όταν έφτασα στη Βαλ, με περίμενε φορώντας ένα μωβ μανδύα πάνω στο κοκκαλιάρικο κορμί της. Το πρόσωπο της, φανερωμένο τώρα, φαίνονταν αλλοιωμένο απ’ ότι το θυμόμουν όταν τάιζε εμένα και το γένος μου. Ένα μεγάλο μέρος από το περίβλημά του έλειπε, και ένα από τα μάτια της ήταν στραμμένο προς την αντίθετη πλευρά από ότι κοιτούσε. Το στήθος ήταν επίπεδο ενώ τα γόνατα της την ώρα που σηκώνονταν να με πλησιάσει έτριζαν σαν τα κλαδιά των γέρικων δέντρων γύρω από το βάλτο που κατοικούσε.

«Δώσε μου την ανάσα, δώσε μου την ανάσα,» μου ζήτησε με τα χέρια προτεταμένα και τις παλάμες της στραμμένες στο ταβάνι. Η φωνή της παρέμενε βραχνή, μα αυτή τη φορά φαινόνταν ανυπόμονη. «Δώσε μου την ανάσα και οι ζωντανοί θα θυμηθούν το χρέος τους.»

Δεν είχα λόγο να μην της τη δώσω. Μπαίνοντας μέσα στο στόμα της και ανοίγοντας το δικό μου, άφησα την ανάσα του Ζαχαρωτού μέσα της. Ύστερα βγήκα.

Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα. Ίσως μια τελευταία εικόνα. Την Βαλ να αλλάζει σιγά σιγά μορφή. Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα. Δε με ξανά τάισε.

 Δε με ξανά τάισε.

Την μέρα που επέστρεψα στο  πατρικό μου σπίτι, κάποιος άγνωστος είχε χτίσει το δικό του σπίτι πάνω στα ερείπιά του δικού μου· ένας από εκείνους, τους ζωντανούς. Αυτά τα αδηφάγα όντα, με το δερμάτινο κάλυμμά πάνω από τη σκληρή σάρκα και τα κόκκαλα τους. Με τις τρίχες στη κορυφή τους αντί για κλαδιά, χωρίς ρίζες, και με το κόκκινο πυκνό νερό να τρέχει μέσα τους. Νομίζουν πως μπορούν να τα έχουν όλα, όπως τώρα, που είχαν χτίσει ένα ξύλινο κουτί, χρησιμοποιώντας ξύλο από το πατρικό μου σπίτι.

Ο Χοντρός, η Στρίγκλα και το Κιτρινωπό.


Edited by Christos.Antonaros, 16 Ιούλιος 2017 - 14:08.

"The effort to remain what you are is what limits you." - Mutoko Kusanagi


#2 Sokofreta

Sokofreta
  • Members
  • 7 posts
  • Gender:Female
  • Όνομα:Χαρά

Posted 13 Σεπτέμβριος 2017 - 15:32

Γεια σου Χρήστο, κατ’ αρχήν  μου άρεσε πολύ ιδέα να χρησιμοποιήσεις  κάτι που επιστημονικά δεν έχει απαντηθεί πλήρως 

Spoiler
  ,για  να το αποδώσεις στην ύπαρξη  μιας μεταφυσικής  οντότητας, όπως μου άρεσε και ο άξονας   ύβρις – νέμεσις, στον οποίο στηρίζεται το αφήγημα. Επίσης πάντα με γοητεύουν οι οντότητες που δεν έχουν συνείδηση εαυτού, των οποίων τα κίνητρα μπορούμε μόνο να υποθέσουμε  ή να ανακαλύψουμε  κάποια στιγμή.

Το θέμα είναι ότι στη δική σου ιστορία, υπάρχουν μεγάλες  ασυνέπειες σχετικά με την οντότητα, σε ό,τι  αφορά το διαιτολόγιο, (τρώει ανάσες, κολώνες θεμελίων, μικρά ζώα, τη δυστυχία των ανθρώπων ) και την φύση της (είναι άυλο ή όχι) που γεννούν πολλά ερωτηματικά, μερικά από τα οποία είναι:  γιατί (με τόσο ποικίλο διαιτολόγιο) μένει νηστικό; (Και άρα χωρίς μνήμη για μεγάλες περιόδους;),πως είναι δυνατόν να μην ξέρει τι είναι, από τι στιγμή που είχε γονείς τους οποίους θυμάται; Για πιο λόγο φοβάται τους ενήλικες και διακόπτει το γεύμα του, ή δε τους τρώει, ή αποφεύγει να προδοθεί η παρουσία του; Γιατί  γνωρίζει λέξεις όπως «μανδύας», και  «πλαίσιο» αλλά δεν γνωρίζει την λέξη  «πόρτα» και «παράθυρο», και  γιατί  χρησιμοποιεί  λέξεις  όπως «δέρμα» «σάρκα», «οστά» ,«γόνατα »,«κοιλιά» κ.τ.λ.  αλλά δεν ξέρει τη λέξη «αίμα»; Γιατί στη μια περίπτωση περνάει μέσα από τον τοίχο, αλλά σε άλλη περίπτωση περιμένει να περάσει από την πόρτα;

Από αυτά, και κάποια λαθάκια,  ορθογραφικά και συντακτικά, υπέθεσα  ότι δεν είχες πολύ χρόνο διαθέσιμο για να γράψεις την ιστορία, η οποία παρόλα αυτά ήταν ευκολοδιάβαστη και ενδιαφέρουσα.


Edited by Sokofreta, 13 Σεπτέμβριος 2017 - 15:38.

  • Ballerond likes this




0 user(s) are reading this topic

0 members, 0 guests, 0 anonymous users