Jump to content
  • Announcements

    • RObiN-HoOD

      Αναβάθμιση συστήματος 1-10-2017   09/30/2017

      Έγινε αναβάθμιση του συστήματος. Λόγω αυτού χάθηκαν ελάχιστα βραδινά μηνύματα αλλά όχι οι ιστορίες. Κατά τα γνωστά αν δείτε τίποτα περίεργο αναφέρετε το εδώ να το δούμε. Ευχαριστώ.
WILLIAM

Η Κατάρα Του Μάγου

Recommended Posts

WILLIAM
Όνομα Συγγραφέα: WILLIAM
Είδος: Φαντασία
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3659
Αυτοτελής; Ναι
Αρχείο: Για τον 46ο Διαγωνισμό Φαντασίας
 

Στο φίλο Γιάννη που έφυγε,

Μια μέρα θα ξαναβρεθούμε.

 

Ι.

 

Έτρεχε με όλη τη δύναμη που μπορούσε να επιστρατεύσει. Οι μαλακές μπότες της έπνιγαν τα βήματά της και δεν ακούγονταν σχεδόν καθώς έτρεχε στο μαρμάρινο δάπεδο, τα μαύρα ρούχα της την έκαναν ένα με τις σκιές. Αυτό είχε φανεί χρήσιμο για να φτάσει ως εδώ, τώρα όλο το παλάτι ήξερε πως βρισκόταν στον υψηλότερο όροφο και δεν είχε νόημα να κρυφτεί, οι διώκτες της συνέκλιναν από κάθε κατεύθυνση. Μπορούσε να ακούσει τις ένρινες κραυγές τους καθώς και τα βροντερά τους βήματα.

Στάθηκε στην άκρη ενός διαδρόμου και πήρε βαθιά ανάσα. Είχε ζήσει όλη τη ζωή της στην ύπαιθρό και είχε δουλέψει πολύ καιρό σε αγροτικές δουλειές, δεν της έλειπε η δύναμη ή η αντοχή αλλά αυτή η καταδίωξη – και αυτό που είχε κάνει πριν – την είχαν φέρει επικίνδυνα κοντά στα όριά της. Σκούπισε το ιδρωμένο της μέτωπο στο μανίκι της και άρχισε πάλι να τρέχει. Τα μαλλιά της ανέμισαν πίσω της καθώς έστριψε με φόρα στο τέλος του διαδρόμου και πήρε έναν καινούριο προς τον εξώστη όπου βρισκόταν το μέσο διαφυγής της. Οι ελπίδες της ότι θα τα κατάφερνε ανανεώθηκαν και με αναπτερωμένο ηθικό επιτάχυνε προς την αψίδα πέρα από την οποία μπορούσε να δει τα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό.

Έναν ουρανό που δεν ήταν και πολύ σκοτεινός πια, πλησίαζε η αυγή. Είχε αργήσει, ίσως τραγικά πολύ. Στο φως της ημέρας δεν είχε καμία ελπίδα να διαφύγει. Και αν δεν κατάφερνε να διαφύγει τότε όλα είχαν τελειώσει και όχι μόνο για εκείνη…

Έφτασε στον εξώστη και στάθηκε, εκεί μπροστά της στεκόταν ο γρύπας που την είχε φέρει ως εδώ. Ένα μεγαλόσωμο ζώο σαν λιοντάρι με κεφάλι αετού και δυνατές φτερούγες, το χρώμα του σώματός του ήταν σαν του μελιού ενώ το πτέρωμά του στο λαιμό και τις φτερούγες του στιλπνό και γυαλιστερό, είχε το χρώμα του κατεργασμένου χρυσού. Έκανε μια υπόκλιση και περίμενε. Όσο και αν ο χρόνος έβιαζε δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Χωρίς αυτήν τα περήφανα θηρία δεν δέχονταν αναβάτη. Ο γρύπας της ανταπέδωσε την υπόκλιση με μια κλίση του κεφαλιού και εκείνη έσπευσε να ανέβει στη ράχη του. Με ένα τίναγμα των φτερών του το μεγαλόσωμο ζώο βρέθηκε στον αέρα και κατευθύνθηκε προς την ανατολή.

Κοίταξε τον ουρανό γύρω της. Πραγματικά ξημέρωνε. Τώρα έμενε να ελπίζει ότι δεν είχαν εντοπίσει το ιπτάμενο υποζύγιό της και δεν θα την κατεδίωκαν. Γύρισε και κοίταξε πίσω το μεγάλο παλάτι του Σάγκοραχ της φατρίας Καλ Χόρντρα. Είχε καταφέρει να μπει και να βγει με το αντικείμενο που έπρεπε να πάρει αλλά θα κατάφερνε να ξεφύγει;

Την απάντηση της την έδωσαν μια σειρά ανατριχιαστικά συρίγματα σαν του φιδιού αλλά κατά πολύ πιο δυνατά.

Γουάιβερνς, σκέφθηκε η κοπέλα και ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική της στήλη.

Κοίταξε πίσω και είδε ένα σμήνος από τα ερπετοειδή όντα να ξεχύνονται στο κατόπι της. Τα γουάιβερνς είχαν ένα κεφάλι που έμοιαζε με δράκο αλλά εκεί σταματούσε κάθε ομοιότητα, το σώμα τους ήταν σαν φιδιού, καλυμμένο με φολίδες ενώ τα πόδια τους πολύ πιο χαμηλά από δράκων τα έκαναν ακόμα περισσότερο να θυμίζουν φίδια αφού έδειχναν να σέρνονται και όχι να περπατούν. Οι σαυράνθρωποι τα χρησιμοποιούσαν μιας και ούτε οι αετοί ούτε οι γρύπες τους δέχονταν σαν αναβάτες. Το κάθε ένα από τα γουάιβερνς μετέφεραν από δύο σαυρανθρώπους και καταλάβαιναν την κοινή γλώσσα ενώ μοιράζονταν με τους αναβάτες τους τη μοχθηρία και τη δίψα για το αίμα.

Πλησίαζαν όλο και πιο κοντά και εκείνη άρχισε να ψάχνει τον ορίζοντα για κάποιο καταφύγιο, δεν υπήρχε και το ήξερε. Αν ζητούσε καταφύγιο χαμηλά κάτω στην κοιλάδα; Είχαν απομακρυνθεί ήδη αρκετά από τα όρη του Κρίκου, που βρισκόταν το παλάτι του Σάγκοραχ, οι κάτοικοι κάτω ζούσαν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας και μόνο φίλοι δεν ήταν με την φατρία των σαυρανθρώπων. Σαν να κατάλαβαν τις σκέψεις της οι διώκτες της απλώθηκαν και πολλά γουάιβερνς κατέβηκαν χαμηλά για να της κόψουν το δρόμο ενώ πετούσαν πάνω από ένα χωριό.

Αν και ήταν ψηλά, είδε τον τρόμο που προκάλεσαν οι σαυράνθρωποι και τα φτερωτά τους υποζύγια, άκουσε τις καμπάνες να χτυπούν, γυναίκες και παιδιά να τρέχουν να κρυφτούν ενώ οι άνδρες έπαιρναν τα όπλα για να αμυνθούν, βέλη και δόρατα τινάχθηκαν προς το μέρος τους πετυχαίνοντας κάποια. Χαμογέλασε βλέποντας τα να πέφτουν και τους κατοίκους του χωριού να επιτίθονται με κάθε μέσο στους σαυρανθρώπους. Δυστυχώς όσον αφορούσε εκείνη είχαν πετύχει το σκοπό του τους. Δεν μπορούσε να κατέβει, κινδύνευε να τη χτυπήσουν κατά λάθος.

Κοίταξε πίσω, οι διώκτες της την έφταναν.

-Έλα λίγο ακόμη, παρότρυνε το γρύπα της, αν φτάσουμε στα σύννεφα εκεί πέρα θα μας χάσουν. Λίγο ακόμη.

Ο γρύπας ενέτεινε την προσπάθειά του, πίσω τους τα απειλητικά συρίγματα των διωκτών τους έρχονταν όλο και πιο κοντά. Τον ενθάρρυνε ξανά, τα σύννεφα ήταν πια κοντά, κάτι μπορούσε να διακρίνει να κινείται εκεί αλλά ακόμα δεν μπορούσε να πει τι ήταν.

Ένα τίναγμα του γρύπα συνοδευόμενο από μια κραυγή αγωνίας την επανάφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε πίσω και είδε με τρόμο ότι ένας σαυράνθρωπος είχε πλησιάσει τόσο ώστε να πηδήξει από τη ράχη του υποζυγίου του στη ράχη του δικού της και τώρα έμπηγε ξανά και ξανά τα νύχια του στη σάρκα του άτυχου γρύπα που ούρλιαζε από τον πόνο.

Γύρισε και χτύπησε τον σαυράνθρωπο με τη γροθιά της στην κεράτινη προεξοχή πάνω από τα μάτια, το χτύπημα δεν ήταν δυνατό αλλά τον αιφνιδίασε και έχασε την ισορροπία του. Με μια κραυγή έπεσε στο χαμό του. Δεν είχε χρόνο να χαρεί τη νίκη της, με ένα τελευταίο βραχνό κράξιμο ο γρύπας ξεψύχησε και αφέθηκε σε ελεύθερη πτώση.

Όλα τελείωσαν, σκέφθηκε απελπισμένη, έσφιξε πάνω της το θησαυρό που είχε κλέψει. Δεν είχε προλάβει να τον χρησιμοποιήσει για να σώσει εκείνον που τόσο αγαπούσε. Ήταν τόσο κρίμα.

-Λυπάμαι αγάπη μου, ψιθύρισε κλείνοντας τα μάτια της.

 

 

 

 

 

 

ΙΙ.

 

Ένα τίναγμα που της έκοψε την ανάσα σταμάτησε την πτώση της. Το αδύνατο συνέβαινε, αντί να πέφτει ανέβαινε. Άνοιξε τα μάτια της και διαπίστωσε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δίκτυ όχι διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιούσαν τα μεγάλα αλιευτικά πλοία. Η πτώση της είχε ανακοπεί με τέτοια βία που είχαν κουρελιαστεί τα ρούχα της στα σημεία που είχαν πιεστεί από το χοντρό σκοινί. Κοίταξε πάνω για να δει ποιος την είχε σώσει και αντίκρισε ένα μεγάλο ιπτάμενο πλοίο. Άκουγε τους σαυρανθρώπους να μανιάζουν αλλά δεν πλησίαζαν το πλοίο για κάποιο λόγο.

Έφτασε στο πλοίο και μια ομάδα άνδρες την απάλλαξαν από το δίκτυ, μόλις στάθηκε όρθια στο κατάστρωμα, το μεγαλύτερο μέρος των ρούχων της έπεσε από πάνω της και συνειδητοποίησε ότι το δίκτυ είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά από όση νόμιζε. Είδε το θαυμασμό στα μάτια των ανδρών γύρω της και κοκκίνισε.

Ένας άνδρας πέρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους και πλησίασε:

-Ποια είσαι και γιατί σε καταδιώκουν έτσι τα ερπετά; ρώτησε με μια αυστηρή αλλά καλλιεργημένη φωνή.

-Με λένε Αλάσρα Νιέλιορ, είπε. Και με κυνηγάνε γιατί…

-Δώστε μου τη γυναίκα και θα σας αφήσουμε να φύγετε ανέγγιχτοι, ακούστηκε μια φωνή που έστειλε ένα ρίγος να την διατρέξει. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει για να καταλάβει ποιος είχε αυτήν την απαίτηση. Πάνω σε ένα μεγάλο γουάιβερν καθόταν ο Σάγκοραχ. Ο ηγέτης των σαυρανθρώπων ήταν πιο σωματώδης από τους άλλους και είχε ένα κοκκινωπό χρώμα αντί το ασημοπράσινο των υπολοίπων.

Ο άνδρας που την είχε ρωτήσει ποια είναι έβγαλε το μανδύα του και της τον πρότεινε, εκείνη τον πήρε με ευγνωμοσύνη και τον σκεπάστηκε.

-Άλαν υπ’ ευθύνη σου, είπε και προχώρησε προς έναν άλλον που στεκόταν στη μέση του καταστρώματος και όπως ήταν φανερό ήταν ο κυβερνήτης αυτού του αλλόκοτου πλοίου που αντί για τα κύματα έσχιζε τους αιθέρες.

-Δεν θα δίναμε ποτέ κάτι οικειοθελώς σε σαύρες, είπε ο κυβερνήτης προκαλώντας οργισμένα συρίγματα από τους σαυρανθρώπους.

-Είστε πειρατές, είπε ο Σάγκοραχ, δείτε το σαν ακόμα ένα λάφυρο που θα πουλήσετε. Απλά πείτε μου την τιμή.

-Δεν θα πουλούσα σε σαύρες ούτε χρησιμοποιημένο καθίκι.

-Τότε θα το πάρουμε μόνοι μας!

Ο άνδρας που άκουγε στο όνομα Άλαν πήρε την Αλάσρα από το χέρι. Την οδήγησε σε ένα προστατευμένο σημείο δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε στην γέφυρα.

-Σε θέσεις μάχης, διέταξε ο κυβερνήτης, επανδρώστε τις βαλλίστρες. Ύπαρχε έχεις τη γέφυρα.

Ο άνδρας που της είχε δώσει το μανδύα του και ήταν προφανώς ο δεύτερος στην ιεραρχία του πλοίου έτρεξε στη γέφυρα και πήρε το πηδάλιο ενώ ο τιμονιέρης φώναζε:

-Ο Ύπαρχος στο τιμόνι!

-Κρατηθείτε γερά δεσποσύνη, είπε ο άνδρας που συνόδευε την Αλάσρα.

-Όλα τα πανιά ανοιχτά μάγκες, να δείξουμε λίγο σε αυτά τα ερπετά ποιος ξέρει να πλέει στα φτερά των ανέμων! φώναξε ο Ύπαρχος και το πλήρωμα έσπευσε να εκτελέσει τις διαταγές του ενώ τα γουάιβερν και οι αναβάτες τους έβγαζαν θυμωμένες κραυγές.

-Καταλαβαίνουν την κοινή, είπε χαιρέκακα ο Άλαν και η Αλάσρα συνειδητοποίησε ότι η προσβολή είχε ειπωθεί σκόπιμα για να βγάλει εκτός εαυτού τους διώκτες της και να ενεργήσουν απρόσεκτα. Κάτι που έκαναν ξεχυνόμενοι σε μια γενική επίθεση.

-Κράτει! φώναξε ο πλοίαρχος.

Οι άνδρες στις βαλλίστρες περίμεναν ενώ οι υπόλοιποι είχαν ήδη οπλιστεί με σπαθιά και τσεκούρια ενώ κάποιοι είχαν τόξα και καμάκια έτοιμα.

-Ρίξατε!

Το πλοίο δονήθηκε ολόκληρο καθώς οι βαλλίστρες εξαπέλυαν μια ομοβροντία θανάσιμων βλημάτων με τους τοξότες να συνοδεύουν την επίθεση με τη δική τους βροχή θανάτου. Οι απώλειες των σαυρανθρώπων και των υποζυγίων τους ήταν μεγάλες αλλά δεν σταμάτησαν την επίθεση, πλησίασαν και ετοιμάστηκαν να πηδήξουν στο πλοίο.

-Προσοχή στις ακροβασίες! φώναξε ο Ύπαρχος ενώ πηδούσαν στο κατάστρωμα. Όλο αριστερά!

Η Αλάσρα έκανε να πιαστεί σε ένα σκοινί στη βάση της γέφυρας και ο ναύτης δίπλα της είπε ψιθυριστά αλλά και βιαστικά:

-Θα γείρουμε δεξιά, κρατηθείτε γερά δεσποσύνη.

Πριν ολοκληρώσει την φράση του το ιπτάμενο πλοίο έγειρε στη δεξιά πλευρά. Οι σαυράνθρωποι ξεγελασμένοι από την ανακοίνωση του υπάρχου αιφνιδιάστηκαν και πολλοί βούτηξαν στο κενό και το θάνατο. Οι υπόλοιποι δέχθηκαν μια σφοδρή επίθεση από τα μέλη του πληρώματος που υπερτερούσαν σε αριθμό.

Το πλοίο είχε απομακρυνθεί από τα υπόλοιπα γουάιβερν και οι άνδρες στο κατάστρωμα και τα ξάρτια του πανηγύρισαν την νίκη τους με ζητωκραυγές.

-Όπως πάει Ύπαρχε, φώναξε ο πλοίαρχος. Ας μην τους αφήσουμε να μας πλησιάσουν!

Πλησίασε την Αλάσρα.

-Μπήκαν σε μεγάλο κόπο για να σε πιάσουν οι σαύρες, τι τους έκανες;

Η Αλάσρα ήταν πολύ ταραγμένη με όλα είχαν γίνει και δεν έβρισκε λόγια να απαντήσει. Ο πλοίαρχος χαμογέλασε και είπε:

-Μου τα λες αργότερα, καλύτερα να πάρω το πηδάλιο και γω λίγο, να ξεκουράσω τον Ύπαρχο. Μόλις είχε τελειώσει μια βάρδια όταν σε συναντήσαμε.

Η Αλάσρα ένευσε και εκείνος ανέβηκε στη γέφυρα.

 

 

 

 

 

ΙΙΙ.

 

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και το ιπτάμενο πλοίο συνέχιζε την πτήση του κάτω από το σχεδόν ολόγιομο φεγγάρι σε έναν ξάστερο ουρανό. Είχαν ξεφύγει από την καταδίωξη και τώρα έπλεαν για κάποιο προορισμό που η Αλάσρα δεν ήξερε. Δεν είχε μιλήσει ξανά με τον κυβερνήτη αυτού του τόσο ασυνήθιστου πλοίου αλλά της είχαν δώσει να φάει και ο Άλαν της είχε φέρει ρούχα για να ντυθεί και πάλι κανονικά.

Τώρα στεκόταν μόνη της κοντά στην πλώρη, το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος αναπαυόταν και μόνο όσοι είχαν υπηρεσία βρίσκονταν στη γέφυρα ή τα ξάρτια του και μερικοί στο κατάστρωμα. Ο κυβερνήτης ήταν στην καμπίνα του μάλλον, δεν τον είχε δει εδώ και αρκετή ώρα, αλλά μπορούσε να δει τον Ύπαρχο. Στεκόταν στην πλώρη και παρατηρούσε τον ορίζοντα το ίδιο ασάλευτος με το ακρόπρωρο δίπλα του που ήταν σκαλισμένο σαν κεφαλή δράκου.

Άκουσε την καμπάνα του πλοίου. Μεσάνυχτα, σκέφθηκε με προσμονή.

Μια γλυκιά θέρμη την τύλιξε μαζί με ένα υπόλευκο, απόκοσμο φως την τύλιξαν και μπροστά στα μάτια της υλοποιήθηκε ένας νεαρός άνδρας, ήταν ντυμένος στα μαύρα, από το χιτώνιο που φορούσε μέχρι τις μπότες του και τον μανδύα που τον σκέπαζε. Είχε μαύρα μαλλιά μακριά ως το λαιμό και λαμπερά καστανά μάτια. Της χαμογέλασε και εκείνη έσπευσε να τον κλείσει στην αγκαλιά της, χάιδεψε τα μαλλιά του και τον κοίταξε στα μάτια σαν να προσπαθούσε να χορτάσει την εικόνα του.

-Πήρα το πετράδι, είπε και τον φίλησε στα χείλη. Πως είναι εκεί τα πράγματα;

-Όλο και σκοτεινιάζει, είπε ο άνδρας. Ελπίζω ότι θα φύγω γρήγορα από’ δω.

-Θα φύγεις, στο υπόσχομαι, είπε η Αλάσρα με δάκρυα στα μάτια.

-Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν δεν τα καταφέρεις... δε…

Η Αλάσρα τον αγκάλιασε και τον έσφιξε πάνω της με λαχτάρα.

-Δεν θα σε αφήσω, ψιθύρισε, ποτέ…

Τα χέρια της ήταν άδεια. Αγκάλιασε το σώμα της σαν να κρύωνε και ένας παραπονεμένος λυγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Το φως χάθηκε και ήταν και πάλι μόνη.

-Έχω δει πολλούς μάγους, έχω σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, αλλά ποτέ κανείς δεν έφερε πάνω σε αυτό το πλοίο κάποιον με τηλεμεταφορά και χωρίς να ενεργοποιήσει τούτο’ δω το φυλαχτό. Ποια είσαι;

Μέσα από τις σκιές βγήκε ο κυβερνήτης του πλοίου, το ένα χέρι του ήταν στο στέρνο του όπου από μια αλυσίδα κρεμόταν ένα κρυστάλλινο φυλαχτό. Η Αλάσρα τον κοίταξε αλαφιασμένη.

-Όχι, είπε, δεν είναι μαγεία ή μάλλον δεν είναι δική μου μαγεία… Είμαι αυτή που σας είπα. Αλλά δε σας είπα γιατί με κυνηγάνε οι σαυράνθρωποι του Σάγκοραχ.

-Αυτό θα ήθελα πολύ να το μάθω, είπε ο πλοίαρχος. Τι έβγαλε την παραφουσκωμένη αυτή σαύρα από τη φωλιά της;

-Είμαι από το Μελώδιον, είπε η Αλάσρα, γνωστό και ως Άδουσα Πόλη από τους μελωδούς που είναι τόσο συχνοί σε αυτήν. Εκεί γνώρισα και αγάπησα έναν νέο άνδρα, τον Ίμουε, με αγάπησε και εκείνος και ζούσαμε την τέλεια ευτυχία. Ο μάγος Άρξους όμως μας καταράστηκε να ζούμε χωριστά και εξόρισε τον Ίμουε σε ένα άλλο πεδίο ύπαρξης. Μπορούμε να βρεθούμε για ένα λεπτό μόνο τα μεσάνυχτα όταν οι φραγμοί ανάμεσα στα πεδία ύπαρξης λεπταίνουν.

Η Αλάσρα σταμάτησε καθώς συνειδητοποιούσε ότι είχαν μαζευτεί αρκετοί άνδρες γύρω και άκουγαν.

-Α ώστε αυτό κάνει, είπε ο Ύπαρχος από εκεί που στεκόταν, άραγε ξέρει τις συνέπειες του να παίζει με τους νόμους της φύσης;

-Δεν μπορεί να λυθεί η κατάρα; ρώτησε ο πλοίαρχος.

-Ναι, είπε η Αλάσρα. Με έναν μόνο τρόπο, πρέπει στο φως της κόκκινης πανσελήνου να κρατήσω το Άστρινο Πετράδι και να ζητήσω από το φως του να φέρει πίσω τον καλό μου.

Η Αλάσρα κοίταξε ψηλά το φωτεινό σώμα που φαινόταν πιο μεγάλο και κοντινό τώρα που δε βρισκόταν στη γη. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της.

-Για να με κάνει να υποφέρω περισσότερο, ο Άρξους έστειλε τον Ίμουε σε ένα πεδίο που κατέρρεε, μέρα με τη μέρα μικραίνει ενώ δεν υπάρχει πια φως σχεδόν καθόλου. Δεν έχει πια πολύ χρόνο.

-Η πανσέληνος είναι αύριο, είπε ο Ρας. Και έχεις το πετράδι αν κατάλαβα καλά. Αυτό πήρες από τον Σάγκοραχ.

Η Αλάσρα ένευσε.

-Το μόνο πετράδι που ήξερα είναι αυτό που είχε στην κατοχή του, έπρεπε να το κλέψω. Αλλά δεν αρκεί αυτό, πρέπει να επιστρέψω στο Μελώδιον και να σταθώ στο ίδιο σημείο που δόθηκε η κατάρα για να την αντιστρέψω.

-Έχεις τσαγανό κοπελιά, είπε ο Ρας κουνώντας το κεφάλι του. Και καταλαβαίνω όλο αυτό που πας να κάνεις. Ελπίζω να το πετύχεις.

Στράφηκε προς τον τιμονιέρη και φώναξε:

-Στροφή εξήντα μοιρών Χέργκερ, πορεία για το Γνοφώδες Όρος!

-Το Μελώδιον είναι χτισμένο κάτω από την κορυφή δεν μπορούμε να πάμε εκεί, παρατήρησε ο Άλαν και στράφηκε προς την Αλάσρα, λυπάμαι δεσποσύνη.

-Θα πάμε όσο πιο κοντά γίνεται, είπε ο Ρας. Λοιπόν επιστρέψτε στα καθήκοντά σας, μη χαζεύετε, βιαζόμαστε όπως ακούσατε! Έλα Αλάσρα, περπάτησε μαζί μου.

Η Αλάσρα ακολούθησε τον πλοίαρχο και περπάτησαν προς την πλώρη του πλοίου. Για λίγο ο Ρας ήταν αμίλητος και σκεφτικός σαν να έπαιρνε κάποιες αποφάσεις. Η κοπέλα αναρωτήθηκε ποιες ήταν αυτές αλλά δε μίλησε. Ήδη αυτοί οι άνθρωποι, όποιοι και αν ήταν, την είχαν βοηθήσει πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να ζητήσει και ας τους είχε αποκαλέσει πειρατές ο Σαγκοράχ.

-Θα σε πάμε κοντά στην πόλη, είπε ο Ρας τελικά, θα σου δώσω και αυτό το φυλαχτό. Θα σε προειδοποιήσει για κάθε μαγική ενέργεια και θα σε προστατεύσει από κάποιες.

Της έβαλε στο χέρι το φυλακτό, ήταν βαρύ και ζεστό, φτιαγμένο από χρυσό και με ένα μεγάλο πράσινο σμαράγδι στο κέντρο.

-Δεν ξέρω τι να πω, είπε με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση.

-Τίποτα, είπε ο πλοίαρχος, απλά να πάρεις το παλληκάρι σου πίσω.

 

 

 

 

ΙV.

 

Η πόλη του Μελώδιον όφειλε το όνομά της σε μια παλιά συνήθεια των κατοίκων της. Χτισμένη στο πιο ψηλό υψίπεδο του Γνοφώδους Όρους, κάτω από την πάντα στεφανωμένη με σύννεφα κορυφή που χάριζε στο βουνό το όνομά του, δεν γνώριζε ποτέ τη νηνεμία, πάντα φυσούσε άνεμος που οι κάτοικοι διασκέδαζαν να τον ακούν να παίζει με τους μελωδούς που τοποθετούσαν σε πόρτες και εξώστες. Από τη συνεχόμενη μελωδία που ο αέρας σκορπούσε στην πόλη πήρε το Μελώδιον το όνομά του και έγινε γνωστό σαν η Άδουσα Πόλη.

Στο υψηλότερο σημείο της πόλης ήταν χτισμένο το παλάτι του κάποτε άρχοντα της πόλης και τώρα του μάγου Άρξους. Ήταν ένα επιβλητικό χτίσμα από μάρμαρο και ξύλο, κέδρου κυρίως και μεγάλης – της λεγόμενης Βασιλικής – δρυός. Και αν οι κέδροι ήταν άφθονοι στις πλαγιές του βουνού δεν ήταν οι βελανιδιές και τα μάρμαρα που είχαν κοστίσει πολύ χρυσάφι.

Η Αλάσρα δεν είχε χρόνο να θαυμάσει την πολυτέλεια των υλικών ήταν παχιά χαλιά στο πάτωμα και τις περίτεχνες τοιχογραφίες που κοσμούσαν σχεδόν κάθε επιφάνεια των διαδρόμων που περνούσε. Έπρεπε να βιαστεί να φτάσει στην μεγάλη αίθουσα όπου είχε γίνει το κακό και όπου θα έπρεπε να επανορθωθεί. Απόψε ο Άρξους γιόρταζε την επέτειο της ανάρρησής του στην εξουσία και θα βρισκόταν εκεί αλλά έπρεπε να το ρισκάρει.

Ήξερε ότι μπορεί να μην έβγαινε ζωντανή από την παράτολμη αυτή προσπάθειά της αλλά θα προτιμούσε να ριχθεί από τον εξώστη της αίθουσας στην απόκρημνη πλαγιά από κάτω παρά να εγκαταλείψει τον Ίμουε. Το ιπτάμενο πλοίο την είχε αφήσει στην πλαγιά του βουνού, όχι μακριά από την πύλη της πόλης από την οποία έβγαζαν οι βοσκοί τα κοπάδια τους. Ξέροντας τα κατατόπια όπως και το γεγονός ότι πρωί πρωί οι σκοποί δεν θα έδειχναν κανένα ενδιαφέρον, κατάφερε να τρυπώσει στην πόλη. Είχε μετά βρει τρόπο να μπει στο παλάτι κουβαλώντας στις κουζίνες ένα καλάθι με λαχανικά μιας και γνώριζε τον έμπορο που τα πουλούσε αλλά και τον αρχιμάγειρα που τη συμπαθούσε μιας και την ήξερε από τότε που ήταν νήπιο.

Έφτασε σε μια μικρή άλκοβα που μια πορφυρή κουρτίνα έκρυβε μια είσοδο στην μεγάλη αίθουσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την πέρασε. Η αίθουσα ήταν γεμάτη με κόσμο. Ο Άρξους ήταν καθισμένος σε ένα βάθρο κυκλωμένος από τη φρουρά του και γύρω βρίσκονταν οι κάτοικοι της πόλης, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν το έκανε με τη θέλησή της.

Σε μια σειρά μπροστά στο κάθισμα του Άρξους, ένα πολυτελές κάθισμα με υψηλή ράχη που έφερνε σε θρόνο, οι επικεφαλής των συντεχνιών και κάποιοι σημαίνοντες άρχοντες περίμεναν να αφήσουν το δώρο τους στους πόδια του. Η Αλάσρα πήρε θέση μαζί τους και δεν άργησε να φτάσει μπροστά του μιας και όλοι ήταν πρόθυμοι να της παραχωρήσουν τη θέση τους καθυστερώντας το επαχθές καθήκον.

Η Αλάσρα στάθηκε μπροστά στον μάγο ευθυτενής και άφοβη. Ο Άρξους δεν την αναγνώρισε και ρώτησε:

-Ποια είσαι εσύ και τι ήρθες να μου προσφέρεις;

-Είμαι η Αλάσρα Νιέλιορ, είπε η κοπέλα και ήρθα να πάρω πίσω αυτό που μου στέρησες.

Έβγαλε μέσα από τα ρούχα της το Άστρινο Πετράδι ενώ γύρω της οι άνθρωποι σκόρπιζαν φοβούμενοι την οργή του μάγου. Αλλά ο Άρξους γέλασε μόνο.

-Α εσύ το πήρες από τον Σάγκοραχ, είπε, τι σε κάνει να νομίζεις όμως ότι με αυτό μπορείς να τα βάλεις μαζί μου;

-Δεν θέλω να τα βάλω μαζί σου, είπε η κοπέλα όσο σταθερά μπορούσε. Ο μάγος την τρομοκρατούσε με την παρουσία του και μόνο αλλά ήταν τόσο κοντά στο σκοπό της, δεν θα εγκατέλειπε τώρα. Θέλω μόνο εκείνον που αγαπώ.

Ύψωσε το πετράδι που άστραψε στο φως της σελήνης όπως έπεφτε από τον κρυστάλλινο θόλο της αίθουσας.

-Φως της σελήνης σε παρακαλώ… ξεκίνησε η κοπέλα αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίζει.

-Κατάρα σε’ σενα! Φώναξε ο μάγος με το πρόσωπό του να έχει γίνει μια μάσκα τρόμου.

Τέντωσε το χέρι του και μια πύρινη ριπή ξεπήδησε από τα δάκτυλά του με κατεύθυνση το στήθος της. Το μενταγιόν που της είχε δώσει ο Ρας έλαμψε με ένα δυνατό λευκό φως και οι φλόγες εξαφανίστηκαν.

-Σκοτώστε την! Φώναξε ο μάγος στους φρουρούς του. Μια γυναίκα μόνη είναι.

-Δε στέκεται μόνη της μάγε, είπε μια φωνή ψυχρή σαν τους ανέμους πάνω στους οποίους έπλεε το πλοίο του.

Ο Άρξους είδε με έκπληξη στον εξώστη της μεγάλης αίθουσας τον Ρας και τους άνδρες του. Πίσω τους αιωρούνταν στο ύψος του εξώστη το ιπτάμενο πλοίο.

-Αδύνατον, ψέλλισε ο μάγος, κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό, οι άνεμοι στα περάσματα είναι απρόβλεπτοι.

-Είχαμε καλό πλοηγό, είπε ο Ρας και μαζί με τους άνδρες του επιτέθηκαν στη φρουρά του μάγου μπαίνοντας ανάμεσα σε αυτούς και την Αλάσρα.

-Κάνε αυτό για το οποίο ήρθες εδώ κοπελιά, φώναξε ο Ρας.

-Φως της σελήνης σε παρακαλώ

Δώσε μου αυτόν που τόσο αγαπώ

Και πάρε το πετράδι αυτό το άστρινο, απήγγειλε η Αλάσρα.

Την επόμενη στιγμή το πετράδι έλαμψε εκθαμβωτικά και χάθηκε μέσα από τα χέρια της, μόλις η λάμψη εξασθένησε είδε τον Ίμουε μπροστά της, ταλαιπωρημένο εμφανώς αλλά σώο. Ρίχτηκε στην αγκαλιά του και εκείνος την έσφιξε πάνω του. Η Αλάσρα άρχισε να κλαίει, είχαν όλα τελειώσει, ήταν και πάλι μαζί.

Ο μάγος έβγαλε μια κραυγή φρίκης, σηκώθηκε από το κάθισμά του, μια έκφραση πόνου είχε παραμορφώσει το πρόσωπό του. Έπεσε στα γόνατα και μετά στο δάπεδο ενώ σπασμοί διέτρεχαν όλο το σώμα του.

-Τι έπαθε; Ρώτησε η Αλάσρα.

-Πεθαίνει, είπε ο Ύπαρχος, με την κατάρα αυτή παραβίασε θεμελιώδεις νόμους της φύσης και κάνοντάς το αυτό συνύφανε άθελά του με την κατάρα το ίδιο του το είναι. Η λύση της έφερε το τέλος του.

-Καιρός να πηγαίνουμε, είπε ο Ρας, σας ευχόμαστε κάθε ευτυχία.

Η Αλάσρα του έτεινε το μενταγιόν και εκείνος το πήρε και το φόρεσε. Οι επίσημοι της πόλης πλησίασαν να του ζητήσουν να αναλάβει την διακυβέρνησή της. Ο πλοίαρχος αρνήθηκε.

-Να εκλέξετε κάποιον από το λαό σας, είπε, εμείς θα χαρούμε να θεωρούμε το Μελώδιον σπίτι μας.

Το ιπτάμενο πλοίο σηκώθηκε ψηλά πάνω από την πόλη και άνοιξε πανιά, το αποχαιρέτησαν οι μελωδίες της Άδουσας Πόλης και οι ευχές δυο ερωτευμένων που απαλλαγμένοι από την κατάρα μπορούσαν να χαρούν την αγάπη τους και να σχεδιάσουν το μέλλον.

 

Τέλος

753. Η Κατάρα Του Μάγου.doc

 

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Άλλος ένας που νίκησε τη μάχη με τον χρόνο. Μπράβο γι' αυτό!

Διαβάστηκε γρήγορα, αν και απέχει αρκετά από τα γούστα μου.

 

 

Το βασικό μου πρόβλημα με αυτό το διήγημα είναι το πόσο εύκολα και χωρίς λόγο γίνονται όλα, να ‘ναι καλά οι διαβολικές συμπτώσεις: Εύκολα ξεφεύγει από το κάστρο, βολικά την πιάνουν οι αεροπειρατές, οι οποίοι βολικά τη σώζουν και πολεμάνε με τους οχτρούς για να τη σώσουν (επειδή δεν τους πάνε τους σαυράνθρωπους), δεν την ρωτάνε αμέσως τι έκανε, γιατί ο ύπαρχος είναι κουρασμένος μωρέ, και σιγά, δεν έγινε και κάτι τρομερό, απλώς παραλίγο να σφαχτεί όλο το πλήρωμα για μια άγνωστη, έπειτα αποκαλύπτεται η αλήθεια (έχει φυλαχτό ο πλοίαρχος, δεν είναι τυχαίος) και αλλάζουν την πορεία τους για χάρη της άγνωστης. Και στο τέλος, ο σατανικός Μάγος ηττάται πανηγυρικά, χωρίς καμία ουσιαστικά προσπάθεια από την ηρωίδα (πόσο ανόητος πρέπει να ήταν που όχι μόνο άφησε μεγάλα παράθυρα στην κατάρα του, αλλά η συνέπεια της λύσης της θα ήταν κι ο θάνατος του ιδίου – εγώ κυρ-Μάγε, θα τη σκότωνα εξαρχής καλού κακού).

Θυμίζει, όπως και όλα σου τα κείμενα, παλιακό φάντασυ, μιας άλλης εποχής, όπου τους αναγνώστες ενδιέφερε(;) η περιπέτεια, τα τέρατα, οι μαγικές κατάρες που λύνονταν από μαγικά πετράδια, όπου οι κακοί (που δεν αποκτούν άλλη υπόσταση) είναι σατανικοί, οι καλοί πάντα αθώοι και πάντα βρίσκουν ιδεαλιστές συντρόφους που θα τους βοηθήσουν χωρίς κανέναν λόγο, πέραν από την καλή τους την καρδιά.

Έχεις φαντασία, π.χ. η περιγραφή της Άδουσας Πόλης είναι από τα όμορφα σημεία του διηγήματος, απλώς κατά τη γνώμη μου δεν βασανίζεις τις ιδέες σου όσο χρειάζεται πριν τις αποτυπώσεις στο χαρτί. Ψάξε λίγο αν υπάρχουν τρύπες, δες αν κάθε κίνηση χαρακτήρα βγάζει νόημα κι αφότου τεστάρεις τις ιδέες σου βάλε μέσα όσα πράγματα απ’ όσα σ’ αρέσουν, όσα τέρατα, φυλαχτά, σατανικούς μάγους κι αδικοχτυπημένους έρωτες θέλεις.

 

 

Καλή σου επιτυχία!

Edited by Morfeas
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Το καλό όταν σχολιάζει ο Νικόλας είναι ότι μπορείς να τον κάνεις quote και να μην γράψεις τίποτα άλλο :p

 

Λοιπόν φίλε William,

Για εμένα, πριν το αναλύσω περισσότερο, αυτό είναι ένα από τα καλά σου διηγήματα. Παρ' όλο που είδα όλα τα προβλήματα που είδε κι ο Νικόλας, παρ' όλα αυτά κύλησε πιο ευχάριστα κι είχε και τις ωραίες του στιγμές.

 

Το πρόβλημα όμως είναι ένα και φαίνεται σε όλα σου τα γραπτά (όσα έχω δει τουλάχιστον - με εξαίρεση εκείνο το πολύ καλο ffl).

Όλα γίνονται για να εξυπηρετήσουν την πλοκή σου - και μόνο αυτήν. Δεν υπάρχει καμία αιτιολόγηση.

Για ποιον λόγο ο μάγος καταράστηκε την Αλάσρα; Την γούσταρε; Του έκαψε το παστίτσιο; Έτσι απλά πετάει κατάρες κι όπου κάτσουν;

Πώς είναι δυνατόν να έπιασαν την Αλάσρα με το δίχτυ αφού, δευτερόλεπτα πριν πέσει, το πλοίο δεν είχε φανεί πουθενά;

Γιατί πείθονται τόσο εύκολα να την σώσουν (ειδικά εφόσον είναι πειρατές και την αποκαλούν και δεσποσύνη).

Στο τέλος, όλα γίνονται σε στυλ "πατ κιουτ, σκουπίστε, σφουγγαρίστε, τελειώστε".

Ο μάγος απλά ουρλιάζει σαν καρικατούρα σατανικού μάγου, οι πειρατές σφάζουν τα πάντα κι οι αγαπημένοι περπατάνε χεράκι στο σεληνόφως.

 

Γενικά, αν θες την γνώμη μου πάντα, καλό θα ήταν να εκσυγχρονίσεις λίγο το πώς θες να πεις την ιστορία σου.

Μην φτιάχνεις χαρακτήρες απλά για να γεμίσουν τις γραμμές σου και να πεις ένα απλοικό τέλος.

Φτιάξε χαρακτήρες για να πουν οι ίδιοι την ιστορία σου.

 

Το μότο "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα" πλέον έχει γίνει "έζησαν αυτοί καλά; Μήπως όχι; Τι προέκυψε; Τι τους πήγε στραβά;"

Ερωτήματα, αμφιβολίες, ανατροπές. Κάτι που θα ξεφύγει από την μόνιμη και πεπατημένη σου οδό.

 

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Φίλε Γουίλιαμ, δυστυχώς το διήγημα σου μου θύμισε κλασσική σπλατεριά θρίλερ κακής ποιότητας όπου στους 10 σκληροτράχηλους πρωταγωνιστές υπάρχει η πιο άχρηστη γκόμενα και ένας κακός που σφάζει αδιακρίτως χωρίς να ξέρουμε το λόγο σκοτώνει τους πάντες (βασικά θυσιάζονται για να σωθεί η γκόμενα) και στο τέλος μένει η μόνη ζωντανή και σκοτώνει και τον δολοφόνο με κάποιο τυχαίο και ανόητο τρόπο. Όλη η ιστορία σου είναι μάχες, κυνηγητό και χαρακτήρες ή καταστάσεις που εμφανίζονται και εξαφανίζονται τις κατάλληλες στιγμές απλά για να εξυπηρετηθεί το στόρυ. Οι πειρατές αντί να την ληστέψουν και να τη βιάσουν γλεντοκοπώντας είναι μορφωμένοι, ευγενικοί και θυσιάζονται χωρίς όφελος ή λόγο για να σώσουν την κοπέλα, ο μάγος την καταράστηκε αλλά δεν ξέρουμε γιατί και στο τέλος όλα μέλι γάλα, οι κακοί σκοτώθηκαν και οι καλοί έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα. Λυπάμαι που θα σε στεναχωρήσω φίλε αλλά ενώ έχεις πάμπολλη φαντασία, καλή ροή λόγου, ευκολοδιάβαστη γραφή και καλές ιδέες τις αναλώνεις σε μια ιστορία που δεν δίνει πολλά για να σου κάνει την έκπληξη και να σου μείνει στο μυαλό. Δοκίμασε λιγότερες μάχες, ανέπτυξε περισσότερο τα γιατί και πως της ιστορίας, δώσε λίγο παραπάνω βάση στους χαρακτήρες σου ώστε να δημιουργηθεί μια προσωπικότητα που θα αφηγείται την ιστορία που θες με τις πράξεις της και όχι με λόγια και τέλος βάλε στο παιχνίδι και λίγη έκπληξη, λίγη ανατροπή γιατί στη ζωή δεν πάνε όλα κατ' ευχήν ούτε όταν έχεις κάποιο πρόβλημα λύνεται ως δια μαγείας ή εμφανίζεται κάποιος από μηχανής θεός και σε απαλλάσσει από αυτό. Στα συν πάντως όλων σου των έργων είναι η κινηματογραφικότητα στις ιστορίες σου. Πάντα όταν διαβάζω κάτι δικό σου νιώθω ότι βλέπω ταινία και όχι γραπτό. Απλά στο χέρι σου είναι η ταινία αυτή να μου διαλύσει το μυαλό ή να την ξεχάσω μόλις τελειώσει. Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Εδώ έχουμε μια κλασική ιστορίας κατάρας, με τα όλα της: τον μάγο, τους κυνηγημένους, το μαγικό πετράδι, την παράξενη πόλη, τον κίνδυνο και την καταδίωξη.

Κι ενώ μου αρέσει -και δεν θα πω ψέματα: χρειάζομαι και το happy end καμιά φορά- αισθάνομαι ότι είναι κάπως ασύμμετρη. Έχουμε πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο κυνηγητό (είτε στον αέρα είτε στο πλοίο) και λιγότερη στην ίδια τη φύση της κατάρας που μας αποκαλύπτεται κάπως την τελευταία στιγμή και δεν μας επιτρέπει να νιώσουμε βαθύτερα την αγωνία των δυο νέων και να ενδιαφερθούμε βαθύτερα.

 

Στα επιμέρους:

 

 

Μου φάνηκε λίγο περίεργο που όταν σώθηκε η Αλάσρα δεν είδαμε άμεσα την αγωνία της να θέλει να φύγει για να προλάβει να φτάσει στο Μελώδιον. Έπρεπε να τη δει ο καπετάνιος και να αναρωτηθεί για την τηλεμεταφορά και να του πει την ιστορία για να θυμηθεί ότι δεν είχε χρόνο; Κανονικά, χρειαζόταν άμεση κινητοποίηση.

Επίσης, εκεί που πάει να φύγει από το παλάτι, φαίνεται να πλησιάζει το ξημέρωμα, γιατί αναφέρεται και στο φως της μέρας. Και μετά, βλέπουμε στο πλοίο ότι είναι νύχτα βαθιά κι έρχονται μεσάνυχτα και τότε συναντάει τον αγαπημένο της. Αν δεν έχει μεσολαβήσει κάτι, υπάρχει ένα χρονικό σφάλμα. Αν είναι η επόμενη μέρα, τότε θα έπρεπε οπωσδήποτε να τη δούμε να αγωνίζεται να τους πείσει να την πάνε στον προορισμό της. Αντιθέτως, θα μπορούσες να αναφερθείς στο φως του κόκκινου φεγγαριού, που τόσο κοντά στην πανσέληνο δεν θα της επέτρεπε να κρυφτεί, και να γίνει και κάποια προοικονομία εκεί για το πόσο λίγο χρόνο είχε.

 

 

 

Στα θετικά, φυσικά, είναι ότι το κείμενο κυλάει νεράκι. Το διάβασα χωρίς καμιά δυσκολία, χωρίς να χρειαστεί να γυρίσω πίσω ή να αναρωτηθώ για τίποτα.

 

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Καλησπέρα φίλε μου, και συμπαθέστατε τολμώ να πω, William! :)

Θα αγνοήσω όλα τα αρνητικά στοιχεία, αρκετά από τα οποία οι προλαλήσαντες ανέφεραν, (το απότομο και αδέξιο τέλος με τον μάγο, η έλλειψη πειστικών κινήτρων στους πειρατές κτλ), και θα σου πω πως ένιωσα αγαλλίαση διαβάζοντας την ιστορία σου. Γιατί; Μα γιατί είναι ένα αρχετυπικό fantasy, ένα fantasy παλαιάς κοπής, σαν αυτά που διάβαζα μικρός στα Κόναν της Μάρβελ, στα βιβλία του Σαλβατόρε όταν ήμουν φοιτητής, στα rpg παιχνίδια που έπαιζα στη Θεσσαλονίκη, στον τίτλο Fire Emblem με τα wyverns, στο Elder Scrolls. Αγνή, αχαλίνωτη, δίχως όρια και σκοτούρες κλασσική φαντασία. Έχει τη σαγήνη της, ακόμη και σήμερα. Δίχως κομπλεξισμούς και δηθενιές, ιστορίες που απευθύνονται σε καθαρόαιμους λάτρεις του είδους, ιστορίες που προσφέρουν δράση και όχι καταπίεση. Την απόλαυσα, με ξεκούρασε, ένιωσα επιτέλους οικειότητα και ξεπέρασα όλα τα μείον της, που είμαι σίγουρος πως αν καθίσεις και τα ξαναδείς μετά από καιρό θα τα εντοπίσεις κι εσύ.

Καλή επιτυχία!

Edited by Mournblade
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Ξεκινά λίγο αμήχανα, με λίγο άγαρμπη σύνταξη, επαναλήψεις, ελαφρώς ανοικονόμητη πρόζα, αγγλισμούς κλπ. Όλα αυτά βελτιώνονται πολύ εύκολα: πετάς έξω παθητική φωνή, επαναλήψεις, οποιαδήποτε έκφραση που θυμίζει έκθεση ιδεών, αφήνεις όλα τα υπόλοιπα κι είσαι κομπλέ.

Κατά τα άλλα ωραίο ξεκίνημα με δράση που σε βάζει στην ιστορία. Ωραία και η ιδέα με την υπόκλιση του γρύπα. Μετά τον γρύπα, η εμφάνιση των wyverns μου έφερε καρφί στο νου warhammer κι αυτό μέτρησε θετικά, α, ρε νιάτα, χαμένα σε πράσινη τσόχα…

 Η δράση συνεχίστηκε και δεν ήταν βαρετή. Αν και δεν είχες δώσει τι ακριβώς συνέβαινε, γίνονται πράγματα και διάβαζα με ενδιαφέρον. Βέβαια, αν το είχες κάνει ίσως να είχες περισσότερη ένταση.

Γενικά νομίζω πως η ιστορία θέλει λίγη προσπάθεια παραπάνω σε όλα: στο γράψιμο, στους διαλόγους, στους χαρακτήρες (π.χ. οι πειρατές τη βοήθησαν υπερβολικά εύκολα), στην πλοκή, ακόμα και στον τίτλο. Κατά τα άλλα είναι μια συμπαθητική περιπέτεια.

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Φίλε μου William, εγώ την απόλαυσα την ιστορία σου. Απόλαυσα τα κλισέ της, απόλαυσα το πόσο βολικά χωρίς κανένα συγκεκριμένο λόγο γίνονται όλα, απόλαυσα στοιχεία που λατρεύω να συναντώ σε rpgs και fantasy ταινίες. Απόλαυσα γρύπες, σαυράνθρωπους, wyverns, ευγενικούς πειρατές, μάγους καρικατούρες. Aπόλαυσα το ότι η φράση "Δεν στέκεται μόνη της μάγε!" μου θύμισε αυτήν την αγαπημένη σκηνή...

 

....απόλαυσα το ότι η κατάρα των πρωταγωνιστών μου έφερε αυτόματα στο μυαλό αυτήν την αγαπημένη μου fantasy ταινία των 80'ς... (Αν δεν την έχεις δει θα στην συνιστούσα ανεπιφύλακτα)

Γενικά την ευχαριστήθηκα πολύ την ιστορία σου William και σου ευχομαι καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Philip Hart

Γουίλιαμ, η ιστορία σου μου θύμισε σίγουρα κάτι σε άνιμε, και ενώ δεν εστίασες τόσο στην κατάρα (όπως σχολιάστηκε και παραπάνω) παρόλα αυτα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ωραία περιπέτεια, η οποία αν μη τι άλλο ήταν, και ίσως θα μπορούσε να απευθυνθεί σε εφηβικό κοινό. Οι ευκολίες στην πλοκή δε με χάλασαν ιδιαίτερα, το ιπτάμενο πλοίο, αν και δεν το συναντώ για πρώτη φορά, ήταν ωραία λεπτομέρεια, και φυσικά το ότι το καλό πάντα θα νικά, ήταν ευπρόσδεκτο. Δε μας έδωσες πολλή προϊστορία του κόσμου σου, αλλά επειδή χρησιμοποίησες οικεία στοιχεία, εμένα προσωπικά δε μου γεννήθηκαν μεγάλα ερωτήματα. Στη σκηνή με το πετράδι και το κόκκινο φεγγάρι, για να είμαι ειλικρινής περίμενα κάτι πιο..  φαντασμαγορικό, και ίσως να ήταν το μόνο σημείο που με απογοήτευσε λίγο, αλλά γενικά ήταν μια ωραία προσπάθεια. Γκουντ τζομπ και καλή επιτυχία. :) 

ΥΓ. Το Αλάσρα μου άρεσε πολύ σαν όνομα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Steel Guardian

Παλιομοδίτικο ως προς την υπόθεση και το ύφος fantasy, κάτι που προσωπικά μου άρεσε, αλλά εύκολα μπορεί να ξενίσει κάποιους. Μου άρεσε που μας έβαλες κατευθείαν στη δράση. Στη συνέχεια όμως υπάρχουν υπερβολικά πολλές ευκολίες στην πλοκή. Ως αποτέλεσμα η ιστορία μου φάνηκε πολύ αφελής.
Ο κόσμος σου φαίνεται να είναι ένας παραδοσιακός high fantasy κόσμος, με πληθώρα μαγικών πλασμάτων. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου ευχάριστο, αλλά πιστεύω ότι σε άλλους δεν θα αρέσει.
Η γραφή σου κάνει το κείμενο να ρέει πολύ εύκολα, αλλά ήταν μάλλον πολύ απλή και κάπως άχρωμη. Οι διάλογοι θέλουν αρκετή δουλεία ακόμα.
Συνολικά μια ευχάριστη ιστορία με πολλά περιθώρια βελτίωσης.
Καλή επιτυχία. 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Μια ιστορία αγάπης, θάρρους και ανιδιοτέλειας. Μου άρεσε αυτό, αλλά, δυστυχώς, η γραφή δεν με κέρδισε. Θα έπρεπε να ήταν συγκινητική αυτή η ιστορία, κι όμως, δεν με άγγιξε. Νομίζω πως η γραφή ήταν φλύαρη και αποστασιοποιημένη, πολλές πληροφορίες ωμά δοσμένες, αντί για περιγραφή. Δεν μπόρεσα να δω καμία σκηνή, δεν ανησύχησα ούτε χάρηκα.

Οι πειρατές πολύ καλοί τύποι, αλλά δεν φαίνεται πουθενά το γιατί. Μια μικρή, σύντομη αναφορά, μια κουβέντα του καπετάνιου, θα με είχε βοηθήσει να τους καταλάβω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Έφτασα, αισίως, και στην τελευταία ιστορία του διαγωνισμού.

Πολλά σχόλια έχουν γίνει ως τώρα και έχουν καλύψει όσα θα ήθελα να αναφέρω. Οπότε, θα επαναλάβω κι εγώ τα βασικότερα σημεία.

Μου αρέσει που ξεκινάει δυνατά και με τη δράση να συνεχίζεται για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας. Σε κρατάει, ανάβει τα αίματα, οι σκηνές είναι δοσμένες με ωραίες περιγραφές, δεν το βαριέσαι. Αρνητικό σημείο σε αυτό είναι πως η μεγάλη έκταση της δράσης (σχεδόν το μισό διήγημα) σου κλέβει το χώρο από το ζητούμενο του διαγωνισμού, που είναι η κατάρα, η οποία έμεινε λίγο παραμελημένη.

Ο κόσμος σου έχει ενδιαφέρον: έχει μάγους, έχει ιπτάμενους πειρατές, σαυράνθρωπους, παράλληλες πραγματικότητες. Φαίνεται ότι έχει πολλή φαντασία και μπράβο σου που μπόρεσες να τα βάλεις όλα αυτά μαζί για να γράψεις την ιστορία σου. Απ' την άλλη (πάλι σε συνδυασμό με τη μεγάλη έκταση της δράσης) κάπου χάνεις σε λεπτομέρειες, που θα κέντριζαν περισσότερο το ενδιαφέρον και θα έκαναν τον κόσμο σου πιο ζωντανό.

Δεν με πείραξαν ιδιαίτερα οι ευκολίες της πλοκής/εξέλιξης που αναφέρθηκαν. Αυτό που μου έλειψε ήταν κυρίως οι εξηγήσεις γιατί έγιναν κάποια πράγματα όπως έγιναν. Γιατί οι πειρατές βοήθησαν την κοπέλα; Ίσως είχαν τους λόγους τους. Γιατί ο μάγος καταράστηκε το ζευγάρι; Καμία αναφορά σε αυτό. Λείπουν τέτοιου είδους πραγματάκια που έχουν ζουμί για την ιστορία σου, και που, τελικά, δίνουν νόημα στις ευκολίες.

Κλείνοντας να πω ότι, πέρα από τις παρατηρήσεις, την ευχαριστήθηκα την ιστορία σου και πέρασα πολύ καλά διαβάζοντάς την.

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Ως περιπέτεια ήταν χαριτωμένη και συναρπαστική. Ως ιστορία όμως, έχει δυστυχώς αρκετά ελαττώματα. Τα πιο οφθαλμοφανή είναι η έντονη παρουσία του "από μηχανής θεού" (δηλαδή των πειρατών,

Spoiler

που βοηθούν την πρωταγωνίστρια χωρίς λόγο και χωρίς αντάλαγμα

) και το ότι δεν εξηγείς τι ακριβώς ήταν η κατάρα.

Spoiler

Τι τον ώθησε το μάγο να δώσει μια τέτοια κατάρα στο ένα μέλος του ζευγαριού; Έτσι απλά, από κακία, άρχισε να εκτοξεύει αριστερά και δεξιά κατάρες;

Επίσης, το τέλος πολύ γρήγορο κι εύκολο μου φάνηκε. Αντίθετα, η ιστορία με τους πειρατές και η μάχη έπιανε μεγάλο μέρος της ιστορίας, που θα έπρεπε να είναι αφιερωμένο στη σχέση της κοπέλας με το λατρευτό της και

Spoiler

στην εξουδετέρωση του μάγου

, δηλαδή αντίστροφα από ότι τα έχεις βάλει από άποψη έκτασης.

Αυτά από εμένα και καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

 Φίλε Γουίλ  εγώ πάντως το χάρηκα.

 Ναι, η  γραφή  θέλει δουλίτσα(γίνεται λίγο φλύαρη ώρες-ώρες. αποστασιοποιημένη κτλπ), αλλά  έχεις πετύχει διάνα το feeling της ιστορίας. Νομίζω είσαι από τους λίγους στο φόρουμ που μπορείς να δώσεις έναν τόσο κλάσικο φάντασι τόνο  στις ιστορίες σου και αυτό τις κάνει ιδιαίτερες.   Έμεινα αρκετά ικανοποιημένος μπορώ να πω και οι ευκολίες που αναφέρουν οι παραπανω  δεν με χτύπησαν(όπως με είχανε χτυπήσει πέρυσι π.χ στον Βοτανειάκη(έτσι δεν τον ελέγανε τον περσινό;)

Αν πρέπει να πω  κάτι αρνητικό, θα έλεγα ότι η. πλοκή για μένα σταματάει στην τρίτη ενότητα. Έρχεται ένα φυσιολογικό τέλος,  που αφήνει   στον  αναγνώστη να  φανταστεί τα υπόλοιπα.   Δηλαδή η κορύφωση είναι σ'εκείνο το σημείο και όλο το υπόλοιπο μου φαίνεται εμένα σαν ένα  αχρειάστο κομμάτι, αφού ξέρουμε ήδη ότι θα συμβεί( και δεν υπάρχει χώρος για να γίνει πιο  ουσιώδες ήτοι να  εστιάσει στους χαρακτήρες κτλπ).  Για να κάνω αυτό που θέλω να πω πιο σαφές παραλίγον να  σταματήσω την ανάγνωση εκεί!(αυτό το κόλπο με τα τεράστια κενά ανάμεσα στις ενότητες μην το κάνεις!)

Αυτα τα ολίγα από μένα!

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πρίγκιπα Γουίλιαμ

Ναι, κλασικό φάντασι. Και από τον τίτλο δηλαδή. Ο Μάγος έριξε κατάρα. Τι κλασικότερο. Στα θετικά του διηγήματος η οικεία αίσθηση και η ζεστασιά με την οποία σε υποδέχονται οι ήρωες. Κακός μάγος, τσεκ. Γρύπες, τσεκ. Ερωτευμένοι και καταραμένοι και μαγικά πετράδια, τσεκ, τσεκ, τσεκ. Εδώ είμαστε. Τα ξέρουμε και μας ξέρουν, τα αγαπάμε και μας αγαπούν.

Δεν είμαι κατά των κλισέ. Διόλου. Μάλιστα πιστεύω ότι προσφέρουν μία εξαιρετική παλέτα στον δημιουργό που θα θελήσει να τα σπάσει. Τα κλισέ. Να μας πει, ναι, έχω κακούς μάγους και καλούς ερωτευμένους και άδικες κατάρες αλλά κοίτα τι κάνω με όλα αυτά. Κοίτα πώς τα χειρίζομαι.

Και εδώ φτάνουμε στα μείον, δυστυχώς, του διηγήματος. Πήρες τα υλικά και κάπου απώλεσες το συνδετικό τους κρίκο. Συνδετικός κρίκος, πάντα μα πάντα, τόσο στη γραφή όσο και στη ζωή μας είναι (ή πρέπει να είναι) ο νόμος της αιτίας και του αποτελέσματος. Με άλλα λόγια το γιατί. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Γιατί ο Μάγος καταράστηκε; Πέντε κουβέντες. Αυτό, εκείνο, το άλλο. Γιατί οι πειρατές κρατούν τη στάση που κρατούν και όχι άλλη; Πέντε κουβέντες. Αυτό, εκείνο, το άλλο. Αν ο χώρος σου φάνηκε λίγος για αυτά, σκέψου ότι δεν ήταν τόσο απαραίτητο ας πούμε να περιγράψεις το γρύπα. Ή το πώς δεν σου κάθεται να τον καβαλήσεις αν δεν κάνεις υπόκλιση. Θέλω να πω, κάπου οι περιγραφές σου τρώνε χρήσιμο χρόνο και χώρο από πράγματα που μας νοιάζουν πραγματικά.

Με άλλα λόγια: αυτή η ίδια ιστορία με περισσότερο βάθος θα ήταν πολύ, μα πολύ πιο ενιαφέρουσα. Βάθος στους χαρακτήρες. Βάθος στα γιατί τους. Βάθος και στην κατάρα ακόμη, που δείχνει σχεδόν να τη συμπεριέλαβες και να την άφησες μετά να κάθεται, σαν ντεκόρ. Ακριβώς επειδή το θέμα μας είναι οι κατάρες, θα ήθελα τουλάχιστον λίγο περισσότερη εξήγηση ως προς το γιατί υφίσταται η συγκεκριμένη.

Δουλίτσα στους διαλόγους επίσης χρειάζεσαι, είναι κάπως μη πραγματικοί. Νομίζω.

Καλή επιτυχία στον διαγωνισμό!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Γουίλλιαμ.

 

Spoiler

Μου άρεσε η ιδέα της Άδουσας Πόλης, δεν ξέρω αν τη σκέφτηκες συγκεκριμένα για την ιστορία αυτή ή αν προϋπήρχε στον κόσμο των βιβλίων σου, όμως έχει ενδιαφέρον και ζουμί. Στη γραφή σου σε βρήκα βελτιωμένο σε σχέση με παλιότερα και πιστεύω πως, αν δεν υπήρχε η πίεση χρόνου, ίσως τα κατάφερνες και ακόμη καλύτερα. Σαν σύνολο, ωστόσο, η ιστορία δεν με ικανοποίησε. Οι χαρακτήρες είναι εντελώς επίπεδοι, δεν έχουμε κανένα κίνητρο για την κατάρα (Τους είδε ο μάγος χεράκι-χεράκι και του τη βάρεσε; Του γυάλισε ο Ίμουε; Ήταν κι αυτός μάγος και τον ζήλευε;Τι συνέβη;), καμία λογική αιτιολόγηση στο γιατί οι πειρατές βοηθάνε την Αλάσρα, οι διάλογοι είναι μη ρεαλιστικοί («κρατηθείτε γερά, δεσποσύνη», λέει ο πειρατής, αντί, ξέρω γω, «κρατήσου, μωρή μπαχλότσα») και όλα γίνονται βολικά και εύκολα. Στα αρνητικά συγκαταλέγω και τα πολλά κλισέ: σαυράνθρωποι, υπόκλιση στον γρύπα, wyverns, πρωταγωνίστρια που εμφανίζεται ημίγυμνη μπροστά σε ένα τσούρμο άντρες, κακός μάγος, καταραμένος έρωτας, πετράδι κτλ κτλ. Επιπλέον, ότι η κατάρα είναι κάπου στο background. Δεν συμβαίνει μέσα στο διήγημα, δεν μας δείχνεις πώς ήταν πριν τα δύο πιτσουνάκια και τι άλλαξε μετά την κατάρα, δεν μας δίνεις να καταλάβουμε το δράμα της. Στα θετικά, το ότι ξεκινάς με μια έντονη σκηνή και πετάς τον αναγνώστη απ’ ευθείας μέσα στην ιστορία και η πολύ όμορφη ιδέα της πόλης που ανέφερα στην αρχή.

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now


×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.