Jump to content
Sign in to follow this  
elgalla

Η Βιβλιοθήκη στην Άκρη του Χρόνου

Recommended Posts

elgalla

Όνομα Συγγραφέα: Αταλάντη Ευριπίδου
Είδος: Παραμύθι-μύθι-μύθι
Βία; Καλέ όχι
Σεξ; Άπαπα
Αριθμός Λέξεων:
Αυτοτελής; Εντελώς
Σχόλια: 3ο Βραβείο στον διαγωνισμό Come Write In του Φantasticon και μια ιστορία που θέλω να κάνω κανονικό παιδικό βιβλίο κάποια στιγμή.
Αρχείο:

 

 

Ο άντρας ήταν πιο αρχαίος απ’ τον χρόνο κι η γενειάδα του έφτανε ως το πάτωμα. Οι λίγοι που ήξεραν γι’ αυτόν τον έλεγαν Αίσωπο – μα αυτό ήταν τίτλος κι όχι όνομα. Το όνομά του είχε ξεχαστεί μαζί με την αλήθεια για την προέλευση των ανθρώπων και την γνώση του τι ήταν οι θεοί και πώς δημιουργούνταν. Ο Αίσωπος ζούσε στη Βιβλιοθήκη κι όλη μέρα σουλάτσαρε νωχελικά στους διαδρόμους της, ξεσκονίζοντας τα ράφια με το πιστό του φτερό που ποτέ δεν σκονιζόταν και σκουπίζοντας αφηρημένα το δάπεδο με τα μακριά του μούσια (των οποίων η άκρη, κατά παράδοξο τρόπο, κατόρθωνε να μένει πάντοτε λευκή και καθαρή). Η Βιβλιοθήκη στην Άκρη του Χρόνου, όπως την αποκαλούσαν οι γνώστες και οι μύστες, ήταν το μέρος στο οποίο βρισκόταν συγκεντρωμένη η γνώση όλων των συμπάντων και όλων των εποχών. Βιβλία γραμμένα κι άγραφα, σε περγαμηνή και σε χαρτί, ακόμη και σε κάτι τόσες δα μπίλιες, όσο ένα χαλίκι μικρές. Ο Αίσωπος δεν θυμόταν πότε είχε βρεθεί πρώτη φορά στη Βιβλιοθήκη ούτε ποιος τον είχε ορίσει φύλακα και φροντιστή της. Μα ήταν ένα καθήκον που εκτελούσε με αφοσίωση και αγάπη, γνωρίζοντας πως, όσα χρόνια κι αν ζούσε – κι είχε ήδη ζήσει πολλά, γιατί ο Αίσωπος δεν ήταν άνθρωπος όπως εσείς κι εγώ, δεν θα του έφταναν για να διαβάσει τα πάντα.

Στη Βιβλιοθήκη δεν ξημέρωνε ούτε νύχτωνε κι οι ώρες δεν κυλούσαν όπως αλλού. Το φως που έμπαινε απ’ τα ψηλά, θολωτά παράθυρα της οροφής ήταν ιδανικό για διάβασμα: απαλό και γλυκό, ξεκούραστο για τα μάτια του γέροντα, μα όχι τόσο ξεκούραστο που να τον παίρνει ο ύπνος την ώρα που μελετούσε. Είναι, λοιπόν, αδύνατο να προσδιορίσουμε τι μέρα και τι ώρα ήταν όταν έξω απ’ τη βαριά, δίφυλλη πόρτα της Βιβλιοθήκης που σπάνια άνοιγε, ακούστηκαν κλάματα. Ο Αίσωπος ταράχτηκε και σήκωσε το κεφάλι του από τη Συγκριτική Μαχαμπαράτα, που ο Φαριάτ Πατέλ δεν είχε προλάβει να εκδόσει ποτέ. Ήταν ενδιαφέρον σύγγραμμα, αν και κάπως δυσκοίλιο για τα γούστα του Αισώπου. Μακράν πιο ενδιαφέρουσα ήταν η παρουσία ενός μωρού έξω απ’ τη Βιβλιοθήκη του. Έτσι, άφησε τον Φαριάτ Πατέλ κατά μέρος και βγήκε να ερευνήσει.

Στο πλατύσκαλο υπήρχε πράγματι ένα βρέφος, φασκιωμένο και τυλιγμένο με μια πλεκτή κουβέρτα στα χρώματα του γαλαξία. Θα αναρωτιέστε, ίσως, τι έβλεπε ο Αίσωπος βγαίνοντας στο κατώφλι της Βιβλιοθήκης – μιας και η Βιβλιοθήκη, όπως ήδη εξηγήσαμε, βρισκόταν στην Άκρη του Χρόνου. Δυστυχώς, θα συνεχίσετε να αναρωτιέστε γιατί ακόμη κι εγώ, που είχα την τύχη να βαδίσω στους διαδρόμους της και να συνομιλήσω με τον γέροντα, δεν τόλμησα ποτέ να κοιτάξω έξω απ’ την κεντρική πόρτα. Κανείς, άλλωστε, δεν έρχεται στη Βιβλιοθήκη από κει, ούτε και φεύγει. Σχεδόν κανείς, γιατί το μωρό δεν θα μπορούσε να έχει φτάσει εκεί μονάχο του. Παρ’ όλα αυτά, μονάχο ήταν όταν το βρήκε ο Αίσωπος και το περιμάζεψε. Και τι να ‘κανε, δηλαδή; Να το άφηνε απ’ έξω να κλαίει και να του χαλάει την ησυχία;

Το παιδί το έβγαλε Φρίξο κι ήταν ένα έξυπνο αγόρι που μάθαινε γρήγορα και μεγάλωνε γρηγορότερα. Είδε κι απόειδε κάποτε ο Αίσωπος με τον μικρό, που χοροπηδούσε σαν μαϊμού από ράφι σε ράφι κι έπαιζε βώλους με τα βιβλία του μέλλοντος, κι έβγαλε από την αποθήκη του τη Μπου. Η Μπου ήταν μια μικρή, μεταλλική αράχνη, τροφοδοτούμενη με αιθερική ενέργεια, κι αμέσως έγινε η καλύτερη φίλη του Φρίξου – όχι πως είχε και πολλές άλλες επιλογές, δηλαδή. Την αράχνη την είχε δωρίσει κάποιος κάποτε στη Βιβλιοθήκη για να βοηθάει με την τακτοποίηση των βιβλίων, μα είχε πάρει τ’ αφτιά του Αισώπου με την πολυλογία της κι έτσι έπαψε να τη χρησιμοποιεί. Μια χαρά τα κατάφερνε και μόνος του.

Όσο κι αν γκρίνιαζε ο Αίσωπος, τον Φρίξο τον αγαπούσε και, κάπου μέσα του, υποπτευόταν ότι η ώρα του πλησίαζε κι ότι το παιδί θα τον διαδεχόταν στα καθήκοντα και στον τίτλο. Καμιά φορά, αναρωτιόταν μήπως το μωρό είχε δημιουργηθεί από τη Βιβλιοθήκη γι’ αυτόν τον σκοπό ακριβώς και μήπως ο ίδιος είχε εμφανιστεί έτσι στον προηγούμενο Αίσωπο, εκείνον που πλέον δεν θυμόταν. Πάντα υπήρχε ένας Αίσωπος στη βιβλιοθήκη, να προσέχει τα χρονικά των κόσμων. Αυτές τις υποψίες, ο γέροντας δεν τις μοιραζόταν με τον Φρίξο – που όχι μόνο δεν είχε ηρεμήσει, με τη συντροφιά της Μπου, αλλά είχε γίνει σωστό αγρίμι πια, μα του ανέθετε όλο και περισσότερα καθήκοντα σχετικά με τη Βιβλιοθήκη. Και, πράγμα παράξενο, όσο ατσούμπαλος κι ατίθασος κι αν ήταν ο μικρός, τα βιβλία τα αγαπούσε και ποτέ δεν τα είχε βλάψει πραγματικά, ούτε καν όταν τις χρησιμοποιούσε για τα αποτυχημένα ζογκλερικά του.

Ο Αίσωπος σπάνια κοιμόταν, όμως όποτε το έκανε, άφηνε τον Φρίξο στο πόδι του. Έτσι είχε συμβεί κι εκείνη τη μέρα που ίσως να ήταν νύχτα, στην Άκρη του Χρόνου.

«Βαριέμαι» διαμαρτυρήθηκε η Μπου με τη μεταλλική φωνή της, που θύμιζε κροτάλισμα κερμάτων. «Τόση ώρα το κοιτάς, τράβα το, καμιά φορά, να παίξω κι εγώ»!

Ο Φρίξος την αγνόησε, αφοσιωμένος στην παρατήρηση του μικρού βουνού από βιβλία μπροστά του. Έπρεπε να τραβήξει το κατάλληλο, διαφορετικά όλα θα κατέρρεαν και θα έχανε το παιχνίδι. Δεν ήθελε να τον κερδίσει πάλι η Μπου. Εκείνη τη στιγμή, όμως, κάτι του τράβηξε την προσοχή. Ήταν τρεχαλητό μικρών ποδιών, φλαπ φλαπ, στο μαρμάρινο πάτωμα της Βιβλιοθήκης. Στράφηκε ξαφνιασμένος κι ίσα που πρόλαβε να δει μια φιγούρα σκυφτή και στραβοκάνα να εξαφανίζεται σε μια τρύπα στο έδαφος, μισοσέρνοντας ένα βιβλίο μεγάλο όσο η ίδια.

«Μπου! Τρέχα!» φώναξε κι όρμησε πίσω απ’ τον καλικάντζαρο, σίγουρος ότι η φίλη του θα τον ακολουθούσε.

Ήξερε πως ήταν καλικάντζαρος γιατί τους είχε δει στα βιβλία. Όσο για το πώς είχε βρεθεί εκεί και τι γύρευε, πρέπει να σας πω ότι έτσι εμφανίζονται όλοι στη Βιβλιοθήκη – ξαφνικά κι απρόσμενα και μόνο όταν στ’ αλήθεια το έχουν ανάγκη. Αγόρι και αράχνη πήδησαν στην τρύπα. Η πτώση ήταν σύντομη και προσγειώθηκαν σ’ ένα φρεσκοσκαμμένο λαγούμι. Ήταν σκοτεινά, μα το ξετρελαμένο γέλιο του καλικάντζαρου κάπου μπροστά τους διαβεβαίωσε πως βρίσκονταν στον σωστό δρόμο.

«Μπου;» είπε ο Φρίξος, κι αμέσως ο χώρος φωτίστηκε από ένα απαλό, γαλαζωπό φως που τύλιγε την αιθερική καρδιά της συντρόφου του.

«Επιτέλους, μια περιπέτεια!» αναφώνησε η Μπου και ο Φρίξος, παρόλο που από καιρό μουρμούραγε ότι βαριόταν στη Βιβλιοθήκη και ήθελε να ζήσει τις ιστορίες που λέγαν τα βιβλία, όχι απλώς να τις διαβάζει, δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πώς θα γυρνούσαν πίσω και πόσο θα θύμωνε ο Αίσωπος αν μάθαινε ότι είχε κλαπεί ένα από τα βιβλία του.

Το πρόβλημα με τη Βιβλιοθήκη ήταν ακριβώς το γεγονός πως βρισκόταν στην Άκρη του Χρόνου. Αν ο καλικάντζαρος αυτός είχε κλέψει κάτι από το παρελθόν της φυλής ή του κόσμου του, η ζημιά θα ήταν αμελητέα – παρότι ο Αίσωπος δεν θα τον εμπιστευόταν ποτέ ξανά να προσέξει μόνος του τη Βιβλιοθήκη. Αν, όμως, είχε κλέψει κάτι από το μέλλον, αυτό θα έφερνε στη Βιβλιοθήκη ένα από τα μυθικά χρονικά κύματα για τα οποία ο δάσκαλός του τον είχε προειδοποιήσει τόσες και τόσες φορές.

«Πρέπει να τον βρούμε και να πάρουμε πίσω το βιβλίο, Μπου» είπε στη φίλη του, προσπαθώντας να ακουστεί λιγότερο φοβισμένος απ’ όσο ήταν.

Κι η Μπου κατάλαβε όσα σκεφτόταν ο Φρίξος και, για μια και μοναδική φορά στη μακριά, αιθερική ζωή της, σώπασε και προχώρησε μπροστά, φωτίζοντας το λαγούμι.

Ποιος ξέρει πόσο περπάτησαν και πόσο βαθιά μέσα στη γη βρέθηκαν. Ίσως να ήταν μέρες, ίσως μήνες, ίσως και χρόνια. Συνηθισμένος στους ρυθμούς της Βιβλιοθήκης, ο Φρίξος άργησε να καταλάβει ότι πεινούσε. Κι όταν το κατάλαβε, βέβαια, δεν είχε τίποτα να φάει, κι αυτό χειροτέρεψε την πείνα του. Το φως της Μπου είχε ατονήσει και σύντομα έσβηνε εντελώς. Η καρδιά της χρειαζόταν φόρτιση. Ο καλικάντζαρος που έψαχναν είχε χαθεί από καιρό, μα εκείνοι δεν το έβαλαν κάτω, συνέχισαν να περπατάνε στον χωματένιο διάδρομο. Να περπατάνε και να περπατάνε και να περπατάνε.

Κάποια στιγμή, ο Φρίξος σκόνταψε σε κάτι και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς κατάχαμα. Η Μπου χρειάστηκε να πλησιάσει αρκετά για να φωτίσει τον καλικάντζαρό τους, δεμένο χειροπόδαρα, αναίσθητο και γυμνό απ’ όλα του τα υπάρχοντα. Κάποιος τον είχε ληστέψει – άλλωστε, η κλεψιά κι η σκανταλιά ήταν στη φύση αυτών των πλασμάτων, έτσι είχε πει ο Αίσωπος, έτσι λέγαν και τα βιβλία. Μόνο το βιβλίο δεν του ‘χαν πάρει. Εκείνο κειτόταν πεταμένο δίπλα του, κλειστό και λερωμένο με χώματα και πατημασιές καλικάντζαρων.

Ευθύς, ο Φρίξος ένιωσε ψηλότερος και πιο γενναίος από ποτέ. Σηκώθηκε, ξεσκονίστηκε κι έσκυψε να πιάσει το βιβλίο. Με το που τ’ ακροδάχτυλά του άγγιξαν το εξώφυλλο, βρέθηκε ξανά πίσω, στη Βιβλιοθήκη. Η Μπου κατέρρευσε στο πλάι του, σβηστή. Θα τη φόρτιζε σε λίγο. Καθάρισε όπως μπορούσε το βιβλίο με την άκρη του πουκαμίσου του. Τα Χρονικά του Σκοτεινού Άρχοντα, έγραφε απ’ έξω. Με την καρδιά του να χτυπά ξέφρενα, ο Φρίξος κοίταξε πρώτα τριγύρω μην και τον έπιανε ο Αίσωπος και μάντευε την περιπέτειά του, κι έπειτα το άνοιξε.

Ο άντρας ήταν πιο αρχαίος απ’ τον χρόνο κι η γενειάδα του έφτανε ως το πάτωμα, διάβασε. Συνέχισε να διαβάζει, μέχρι που έφτασε στο όνομά του κι αμέσως πέταξε το βιβλίο πέρα, σαν να τον είχε κάψει. Μα, πριν περάσει πολλή ώρα, πήγε ξανά κοντά του και το έκρυψε κάτω απ’ τα ρούχα του και το πήγε στο δωμάτιό του.

Έτσι ξεκίνησε η ιστορία του Αισώπου Γ’, του Σκοτεινού, αυτού που σκλάβωσε τα σύμπαντα σε κάθε μήκος και πλάτος της ύπαρξης και του χρόνου. Ποιος γράφει τα βιβλία της Βιβλιοθήκης δεν το ξέρω, ούτε γνωρίζω αν είναι γραμμένα από πάντα ή αν γράφονται καθώς διαβάζονται. Μα η ιστορία έτσι αρχίζει και τη συνέχειά της την ξέρετε. Δεν χρειάζεστε εμένα να σας την πω. Αν θέλετε να τη διαβάσετε, παρ’ όλα αυτά, συνεχίστε την ανάγνωση και θα μάθετε περισσότερα για τον Φρίξο που έγινε Αίσωπος και τη φίλη του τη Μπου, που ποτέ δεν ξαναφόρτισε, και το φονικό που έβαψε με αίμα τα άσπιλα μάρμαρα της Βιβλιοθήκης. Όλα αυτά τα είδα να συμβαίνουν και τα κατέγραψα. Κι ίσως, τελικά, να ήταν το δικό μου βιβλίο εκείνο που έκλεψε ο καλικάντζαρος.

 

 

Edited by elgalla
ορθογραφικό
  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

Η πρώτη ιστορία που διάβασα, χωροχρονικά παιχνιδίσματα με σκηνικό μια βιβλιοθήκη; ο τίτλος ήταν σαν να αναβοσβήνει :) 

και για την συνέχεια δεν ξέρω τί ξέρω, αν την ξέρω, δεν την ξέρω, πόσα ξέρω

αλλά να την διαβάσω -όπως υπόσχεται- σίγουρα ξέρω πως θέλω.

ιδανικά, στην χορταστική εκδοχή ενός βιβλίου, κάποια στιγμή,

η ιδέα με βρίσκει παραπάνω από σύμφωνη

και η εισαγωγή είναι έτοιμη!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μπόρχες

Μπορώ να δω ξεκάθαρα τις μπορχεσιανές επιρροές σε τούτο το κείμενο!

Πολύ καλή προσπάθεια. Ο τίτλος εξαιρετικός και...μπορχεσιανός!

 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
AlienBill

Καιρό είχα να διαβάσω Elgalla και χαίρομαι που διαπιστώνω μέσα από αυτό το κείμενο ότι η Elgalla κάνει πολύ καλές επιλογές θεματολογίας τα τελευταία χρόνια. Δεν είμαι φανταζάς αλλά χαίρομαι με το φάνταζι που αντλεί εμπνεύσεις από την ελληνική μυθολογία. Την κυκλική επανάληψη την είχα αντιληφθεί εξ΄αρχής, αλλά δεν νομίζω ότι αποσκοπούσε να εκληφθεί ως ανατροπή έτσι κι αλλιώς. Μου άρεσε και η επανάληψη της φράσης ότι η βιβλιοθήκη βρισκόταν στην άκρη του χρόνου, γιατί προσδίδει μια ποιητική αίγλη.

Τα αρνητικά... από οθόνη το διάβασα και μου βγήκαν τα μάτια, επομένως συγχωρέστε με που δεν μπορώ να προτείνω κάποιες βελτιώσεις.

Edited by AlienBill
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..