Jump to content
Sign in to follow this  
Ballerond

Οι ανάσες των μελλοθανάτων

Recommended Posts

Ballerond

Όνομα Συγγραφέα: Εμού του ιδίου
Είδος: Ιστορική(;) φαντασία
Βία; Λιγουλάκι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2259
Αυτοτελής; Ναι (αν και δεν με χαλάει να το συνεχίσω)
Σχόλια: 1ο βραβείο στον διαγωνισμό Come Write in 2017 του Φαντάστικον με θέμα "Σκοτεινά Χρονικά". Η ιστορία, όπως και όλες οι υπόλοιπες, γράφτηκε σε 75 λεπτά περίπου και οι μόνες διορθώσεις που έχω κάνει είναι 2-3 τυπογραφικά. Δεν πρόσθεσα τίποτα από τότε :)

 

Οι ανάσες των μελλοθανάτων

 

Ο Αρσιβάρ προσπαθούσε για πολλές ώρες να φτιάξει τον τέλειο κόμπο.

Το σχοινί που χρησιμοποιούσε ήταν περασμένο με λάδι τρεις φορές, καμένο σε χαμηλή φλόγα για να μην του κόβει το δέρμα και στο κατάλληλο μήκος. Ο ιερέας Μελζίν τον είχε κατσαδιάσει άσχημα την προηγούμενη φορά. Οι αιχμάλωτοι είχαν καταφέρει να λυθούν μετά την δύση του ηλίου κι έπρεπε να αμολήσει τα σκυλιά για να τους μαζέψουν.

Του Αρσιβάρ δεν του άρεσε η δουλειά του. Μικρός, ονειρευόταν να γίνει βοσκός στους πρόποδες του όρους Ριχάν, να χτίσει μία καλύβα στην άκρη του δάσους και στον ελεύθερο του χρόνο να συνθέτει το μουσικό του έπος. Ονομασία δεν είχε βρει ακόμα αλλά σίγουρα θα ήταν κάτι που θα έμενε στην ιστορία. Τελικά, μία ξαφνική πυρκαγιά στο πατρικό, του γκρέμισε τα όνειρα κι αναγκάστηκε να παρατήσει λύρα και νότες για να βγάλει το ψωμί του.

Ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του, πασίγνωστου δήμιου στο βασίλειο της Γκορμήλια. Προετοίμαζε τους αιχμαλώτους οι οποίοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο για εγκλήματα κατά του βασιλιά και κατά της Εκκλησίας. Τα κατάφερνε μια χαρά, με μοναδικό πρόβλημα τους κόμπους.

Μετά από πολλές δοκιμές και πολλά κιλά ιδρώτα που έτρεξαν και κόλλησαν στα ρούχα του, κατάφερε να φτιάξει τον τέλειο – κατά την γνώμη του – κόμπο. Ο ιερέας θα ήταν πολύ ευχαριστημένος. Ανυπομονούσε να το δοκιμάσει στον επόμενο μελλοθάνατο. Ίσως, έτσι, να κατάφερνε στο άμεσο μέλλον να μαζέψει αρκετά χρήματα για να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

 

«Αρσιβάρ!»

Ο δήμιος Νεχίρ χτύπησε την κούπα του πάνω στο ξύλινο τραπέζι. Σταγόνες από την ζεστή μπίρα πετάχτηκαν έξω, λερώνοντας το χέρι του. Ανακάθισε στο κάθισμα, αφήνοντας ένα βαθύ ρέψιμο.

«Ναι, πατέρα, έρχομαι», ακούστηκε η ξεψυχισμένη φωνή του γιου του. Παράτησε την λύρα στην άκρη, έκρυψε προσεχτικά κάτω από το στρώμα του τους παπύρους με το δημιούργημά του, και σηκώθηκε να εξυπηρετήσει τον πατέρα του. Ο Νεχίρ δεν ήταν ακριβώς πατέρας του, βέβαια. Τον είχε υιοθετήσει από το ορφανοτροφείο στο οποίο είχε μεγαλώσει ο Αρσιβάρ, καθώς ποτέ δεν γνώρισε πραγματική οικογένεια. Στην αρχή του άρεσε ο Νεχίρ, του έδινε αρκετά γλυκίσματα και τον άφηνε να παίζει με τα ζώα της φάρμας. Μετά όμως το παιχνίδι αντικαταστάθηκε από ξύλο και απανωτά θελήματα.

«Άντε ρε, χαραμοφάη. Περιμένω τόση ώρα να μου γεμίσεις το ποτήρι μου!». Η φωνή έβγαινε βαριά και ξεθυμασμένη από το στόμα του Νεχίρ, σαν την μπίρα που έπινε. Ο Αρσιβάρ πλησίασε με δειλά βήματα και γέμισε το ποτήρι του πατέρα του. Το μυαλό του έτρεχε στην συνέχεια του έπους του και, ξεχασμένος όπως ήταν, παραγέμισε το ποτήρι και το υπόλοιπο χύθηκε πάνω στον δήμιο.

«Άχρηστε! Απρόσεχτος, όπως πάντα» βλαστήμησε ο πατέρας του και έριξε το περιεχόμενο της μπίρας στα μούτρα του Αρσιβάρ.

«Πάω να πιω στο καπηλειό, ούτε μία σωστή δουλειά δεν μπορείς να κάνεις».

Καθώς έφευγε ο Νεχίρ, ο Αρσιβάρ σκεφτόταν μήπως ήταν καλύτερα να είχε παραμείνει στο ορφανοτροφείο.

 

Οι μνήμες από τον καιρό που ζούσε ο πατέρας του, πάντα του έφερναν μία γλυκόπικρη γεύση. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, το βλέμμα του χάζευε τις λεπτομέρειες του φτωχικού του δωματίου που του παραχωρούσε η εκκλησία, όσο δούλευε για λογαριασμό της. Πολλές φορές τα βράδια αδυνατούσε να κοιμηθεί. Τα παρακάλια των αιχμαλώτων, τα μουρμουρητά τους, οι ικεσίες τους για λύπηση, κολυμπούσαν αέναα στα αυτιά του, ψάχνοντας ένα ίχνος οίκτου.

Ο Αρσιβάρ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μπροστά του είχε τους χειρότερους εγκληματίες του βασιλείου – σύμφωνα πάντα με την κρίση των ιεροεξεταστών της εκκλησίας. Άνθρωποι που βλαστήμησαν διαδίδοντας ψευδείς φήμες για την πίστη, άνθρωποι που εκμεταλλεύτηκαν συνανθρώπους τους, άνθρωποι που έπρεπε να αφήσουν αυτόν τον κόσμο για να κριθούν από τον Θεό.

Ο Αρσιβάρ, απλά έδενε τους κόμπους, φρόντιζε να λαδώσει τα ξύλα της λαιμητόμου, έβρισκε το καλύτερο προσάναμμα για την πυρά. Προετοίμαζε το δρόμο για το τέλος χωρίς ποτέ να τους ανοίγει ο ίδιος την πόρτα.

Η αυριανή εκτέλεση είχε γίνει πολύ διάσημη στο βασίλειο. Ο εγκληματίας που είχε καταδικαστεί, δεν είχε εμφανιστεί καν στην δίκη. Οι ιερείς, είχαν εξαπολύσει όλο το μένος τους καταπάνω του, ερήμην του, δικάζοντας τον με τον χειρότερο θάνατο, με το χειρότερο βασανιστήριο.

Ο Αρσιβάρ, έπρεπε να φτιάξει τον τέλειο κόμπο. Να μην πάει τίποτα στραβά. Θα πληρωνόταν καλά, το γνώριζε. Ίσως, μετά από αυτό, να μπορούσε να εγκαταλείψει τη δουλειά και να πάει στο δάσος όπως ονειρευόταν από μικρός. Έγειρε στο πλάι και προσπάθησε να ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου πριν τις τελευταίες προετοιμασίες. Η αυριανή μέρα, θα έκρινε το μέλλον του.

 

 

«Λυπάμαι, παιδί μου. Ο πατέρας σου ήταν καλός άνθρωπος, εργατικός και τίμιος. Η Εκκλησία θα τον θυμάται για πάντα». Τα λόγια του ιερέα Μελζίν ακούγονταν ανεπαίσθητα, σαν ψίθυρος. Ο Αρσιβάρ δεν αντέδρασε. Είχε το κεφάλι σκυμμένο, σαν ένδειξη σεβασμού απέναντι στον ιερέα.

«Τις διαδικασίες για την κηδεία θα τα αναλάβουμε εμείς. Εσύ, πρέπει να ασχοληθείς με το σπίτι. Ό,τι χρειαστείς, η Εκκλησία θα είναι δίπλα σου».

Του άρεσε του Αρσιβάρ ο ιερέας. Πάντα ήταν φιλικός όποτε ερχόταν επίσκεψη στο σπίτι και του έφερνε μελόψωμο από το αρτοποιείο του χωριού. Τώρα, δε θα ερχόταν κανείς όμως για επίσκεψη. Ο Αρσιβάρ δεν είχε φίλους, η συνεχής περιποίηση του πατέρα του δεν του άφηνε καθόλου ελεύθερο χρόνο. Το μοναδικό που είχε καταφέρει ήταν να προχωρήσει το μουσικό του έπος.

«Σας ευχαριστώ πολύ, πάτερ. Ελπίζω η ψυχή του να βρει τον δρόμο προς τον Παράδεισο», απάντησε μηχανικά ο Αρσιβάρ. Λόγια που είχε ακούσει τους ιερείς να λένε μετά από κάθε θάνατο αιχμαλώτου, δίνοντας έτσι τις δικές τους σταγόνες οίκτου για άφεση αμαρτιών.

Ο Αρσιβάρ σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό του και κίνησε να φύγει. Τελευταία στιγμή τον άγγιξε στον ώμο ο ιερέας.

«Αν θες... υπάρχει θέση ελεύθερη για να δουλέψεις. Όχι δήμιος, σαν τον πατέρα σου, αλλά κάτι αντίστοιχο. Πέρασε μετά την κηδεία να με δεις».

Του Αρσιβάρ δεν του άρεσε η ιδέα. Ήθελε να γίνει μουσικός, όχι βασανιστής. Αρκετά είχε υποφέρει στα χέρια του δήμιου πατέρα του. Φίλησε το χέρι του ιερέα, τον ευχαρίστησε και γύρισε να φύγει.

Όταν είδε τις πρώτες φλόγες να έχουν τυλίξει το σπίτι του, είχε ήδη κάνει όνειρα στο πώς θα ολοκλήρωνε το μουσικό του έπος. Το μοναδικό που πρόλαβε να σώσει ήταν η λύρα του, δύο αλλαξιές ρούχα και τις μουσικές του σημειώσεις.

 

 

Ποτέ δεν είχε ανακαλυφθεί πώς ξεκίνησε η φωτιά. Κάποιοι υπέθεσαν ότι αυτός ήταν ένας τρόπος να εκδικηθούν οι συγγενείς των θυμάτων τον δήμιο Νεχίρ. Ο Αρσιβάρ, αναγκάστηκε να αφήσει στην άκρη τα όνειρά του και να αποδεχθεί την δουλειά που του είχε προσφέρει ο ιερέας, έστω προσωρινά. Ο τελευταίος, με ένα ικανοποιητικό χαμόγελο στο στόμα, δέχθηκε μετά χαράς τον μικρό Αρσιβάρ στη δούλεψή του.

Αφήνοντας στην άκρη τις σκέψεις του, άρπαξε το σχοινί που είχε ετοιμάσει για τον αποψινό μελλοθάνατο και κίνησε προς τα μπουντρούμια. Στην διαδρομή, δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε τον κόμπο κι ήταν πλέον σίγουρος ότι το αποτέλεσμα θα τον δικαίωνε.

Φτάνοντας έξω από το κελί του κρατούμενου, χτύπησε τα κάγκελα δύο φορές για να του ανοίξει ο φρουρός. Ο κρατούμενος, ήταν μαζεμένος σε μία γωνία και δεν έβγαινε στο λιγοστό φως που έριχνε ο δαυλός του Αρσιβάρ. Φαινόταν μικρόσωμος κι αδύνατος. Τα κουρέλια που φορούσε ήταν σκισμένα σε πολλά σημεία και γεμάτα ακαθαρσίες.

Ο Αρσιβάρ μπήκε μέσα, κρέμασε τον δαυλό και πλησίασε τη μορφή στη γωνία. Εκείνη, αναδεύτηκε και δειλά δειλά έβγαλε το κεφάλι της στο φως.

«Μα, εσύ είσαι παιδί!» αναφώνησε όλο έκπληξη ο Αρσιβάρ.

«Μη το βλέπεις έτσι. Ο διάολος έχει μπει μέσα του και αποτελεί την χειρότερη απειλή για την Εκκλησία μας», απάντησε όλο αδιαφορία ο φρουρός.

Ο Αρσιβάρ έκανε τον σταυρό του και άπλωσε το χέρι του δισταχτικά. Τα μάτια του νεαρού είχαν το γαλάζιο της θάλασσας, το στόμα του ήταν ξεραμένο και γεμάτο πληγές. Τούφες έλειπαν από τα μαλλιά του, σημάδι από τα βασανιστήρια που είχε περάσει μέχρι να ομολογήσει. Η καρδιά του Αρσιβάρ σφίχτηκε, όπως δεν είχε σφιχτεί σε κανέναν κρατούμενο. Ποτέ δεν είχε δει παιδί να καταδικάζεται.

«Τι αμαρτίες διέπραξες φίλε μου και σε έφεραν σε αυτή τη μοίρα;» ρώτησε φωναχτά.

Ένα μουρμουρητό ακούστηκε από την πλευρά του, μία ανέλπιδη προσπάθεια επικοινωνίας.

«Υποστηρίζει ότι ακούει τις ανάσες των μελλοθάνατων. Τα παρακάλια τους, τις ικεσίες τους και ότι θέλουν να τους συγχωρέσει. Παριστάνει τον Θεό, αν είναι δυνατόν! Τέτοιες βλασφημίες πρέπει να τιμωρούνται με τον χειρότερο τρόπο», συνέχισε την διάλεξή του ο φρουρός.

Ο μικρός, έσκυψε μπροστά και αφουγκράστηκε τον χώρο. Γυρνούσε το κεφάλι του άτακτα, πότε σκύβοντας, πότε κοιτώντας το ταβάνι. Μετά, στύλωσε το βλέμμα του πάνω στον Αρσιβάρ ο οποίος και πισωπάτησε.

«Κι εσύ... ακούς ανάσες... τις τελευταίες λέξεις...»

Η φωνή του ήταν βραχνή, στεντόρεια, δυνατή. Σίγουρα όχι μικρού παιδιού.

«Εγώ... φίλε μου εγώ ακούω πολλά πράγματα. Δυσάρεστα, ποτέ ευχάριστα. Και προσπαθώ να κάνω την δουλειά μου και να τα έχω καλά με τον εαυτό μου».

Ποτέ άλλοτε ο ίδιος ο Αρσιβάρ δεν είχε μιλήσει σε κρατούμενο. Ποτέ δεν είχε ανταλλάξει παραπάνω από δύο λέξεις, με τον οποιοδήποτε εκεί μέσα. Και τώρα, μπροστά σε ένα μικρό παιδί που θα βίωνε το χειρότερο θάνατο από όλους, είχε ανοιχτεί όσο ποτέ άλλοτε.

«Ακούς, βλέπεις, βιώνεις. Μία ανάσα κρύβει τα πάντα. Είναι η τελευταία δήλωση υπόστασης ενός ανθρώπου, την ώρα που αφήνει αυτόν τον κόσμο. Είναι... η υπογραφή του».

Ο μικρός μιλούσε σαν σπουδαγμένος φιλόσοφος κι όχι σαν ένα παιδί δέκα χρονών. Ο Αρσιβάρ είχε μουδιάσει, δεν μπορούσε να κάνει βήμα πόσο μάλλον να τον δέσει και να τον προετοιμάσει για την εκτέλεσή του.

«Τελειώνετε εκεί μέσα, έχουμε κι άλλες δουλειές!» γκρίνιαξε ο φρουρός.

Ο Αρσιβάρ με δειλά βήματα προχώρησε και ξεκίνησε να δένει τον μικρό. Τα χέρια του έτρεμαν, ο κόμπος που είχε δοκιμάσει άπειρες φορές νωρίτερα δεν έβγαινε με τίποτα.

«Πώς... πώς σε λένε;» τον ρώτησε.

«Δε θυμάμαι», απάντησε ο μικρός κι η φωνή του έσταζε από ειλικρίνεια.

Ο Αρσιβάρ τελείωσε τη δουλειά του κι έφυγε από το κελί τρέχοντας. Τα χέρια του ακόμα δεν είχαν ηρεμήσει, τα αυτιά του βούιζαν προσπαθώντας να χωνέψουν αυτά που είχε ακούσει. Γύρισε στο δωμάτιο του κι έκλαψε για πρώτη φορά, μετά από πολλά – πολλά χρόνια.

 

Η εκτέλεση είχε μαζέψει σχεδόν όλο το χωριό. Αγρότες, πολεμιστές, υπηρέτες, δούλοι και αφεντάδες. Ιερείς και μοναχές, υπήκοοι του βασιλιά και αυλικοί. Όλοι είχαν δείξει πρωτόγνωρο ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο κρατούμενο.

Ο Αρσιβάρ είχε ολοκληρώσει τον έλεγχο που απαιτούνταν για την εκτέλεση. Ο στύλος είχε στηθεί, το προσάναμμα ήταν έτοιμο και το λαδωμένο πανί στη θέση του. Το κάψιμο των αιχμαλώτων αποτελούσε την πιο βαριά ποινή. Αλλά η Εκκλησία ήταν αδυσώπητη, απέναντι σε ένα παιδί δέκα ετών.

Μόλις ο ήλιος έφτασε στην κορυφή του ουρανού, ο δήμιος έφερε τον αιχμάλωτο στην πλατεία. Στη διαδρομή επικρατούσε απόλυτη ησυχία, πράγμα τελείως ασυνήθιστο για εκτέλεση. Ούτε βρισιές, ούτε χλευασμός, ούτε χτυπήματα πάνω στον κρατούμενο. Όλοι έμοιαζαν ανήμποροι να δεχθούν ότι αυτό το παιδί αποτελούσε απειλή για το βασίλειο και την Εκκλησία κι όμως, βρίσκονταν εκεί να παρακολουθήσουν την εκτέλεσή του.

 

Ο Αρσιβάρ, έστεκε στην γωνία της εξέδρας και περίμενε. Δεν τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα και να αντικρίσει τον νεαρό, την ώρα που τον προσπερνούσε. Ήταν σίγουρος όμως ότι ένιωσε ένα ανεπαίσθητο, ψυχρό ρεύμα αέρα να τον λούζει από την κορφή ως τα νύχια.

«Κρατούμενε. Μετά την σύμφωνη γνώμη του ιερατείου μας και όλων των σεβασμιότατων κληρικών μας, σε καταδικάζουμε σε θάνατο δια της φωτιάς. Είθε οι φλόγες να εξαγνίσουν το αμαρτωλό σώμα σου και να συγχωρέσουν την βλάσφημη ψυχή σου».

Το κοινό παρέμεινε βουβό. Το παιδί το έστησαν πάνω στον στύλο και φώναξαν τον Αρσιβάρ να του δέσει χέρια και πόδια. Εκείνος, ανέβηκε με αργά βήματα πάνω στην εξέδρα και με χέρια που έμοιαζαν ανίκανα να εκτελέσουν το παραμικρό, ξεκίνησε τους κόμπους.

Ο μικρός βαριανάσαινε. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του και φούσκωνε τα πνευμόνια του, κάθε τόσο ένα ψυχρό ρεύμα αέρα έλουζε τον Αρσιβάρ. Τρεις φορές προσπάθησε να ολοκληρώσει τον κόμπο, τρεις φορές έβηξε ενοχλημένος ο ιερέας για την αργοπορία του.

«Συγνώμη...» κατάφερε να ψελλίσει προς τον μικρό.

«Οι ανάσες... φεύγουν. Ανεβαίνουν ψηλά, με παρακολουθούν. Σύντομα, θα ενωθώ μαζί τους», απάντησε το παιδί και σήκωσε ψηλά το κεφάλι.

Ο Αρσιβάρ πισωπάτησε κι έπεσε κάτω. Ξαφνικά, σπίθες άρχισαν να εμφανίζονται στα ξύλα χωρίς να έχει κινηθεί κανείς. Καπνός αναδυόταν από φλόγες που ξεκίνησαν μόνες τους όσο το κοινό αναφωνούσε με δέος. Ο δήμιος προσπάθησε να πλησιάσει, αλλά ένα ξύλο πετάχτηκε πάνω του και του έκαψε το πρόσωπο. Ο Αρσιβάρ είχε μείνει ακίνητος, με το στόμα ανοιχτό.

Τα ξύλα λαμπάδιασαν αμέσως, το κορμί του μικρού τυλίχτηκε στις φλόγες αλλά ο ίδιος δεν έβγαλε ούτε λέξη. Ούτε άχνα.

Κανένας δεν πλησίασε, κανένας δεν είπε κουβέντα. Μόνο ο Αρσιβάρ, είχε βουλώσει τα αυτιά του κι ούρλιαζε από τους πόνους.

 

 

Η ξύλινη καλύβα στους πρόποδες του όρους Ριχάν, λούστηκε από το πρωινό ύφος. Ο Αρσιβάρ είχε ξυπνήσει από ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του και παρακολουθούσε τα πουλιά να βγάζουν τα πρώτα τιτιβίσματα της μέρας.

Η λύρα του, έστεκε στην άκρη του τραπεζιού, ταλαιπωρημένη, ζεστή ακόμα από τις ολονύχτιες πρόβες. Σήμερα, θα ήταν η πρώτη παρουσίαση του μουσικού του έπους.

Οι ανάσες των μελλοθανάτων, είχαν γίνει ξακουστές σε όλο το βασίλειο. Φήμες έλεγαν ότι ο δημιουργός τους ήταν κι αυτός μελλοθάνατος που είχε καταφέρει να γλιτώσει από τον χαμό. Άλλες φήμες διέδιδαν ότι όποιος άκουγε τη μουσική μπορούσε να ακούσει και τις ανάσες τις ίδιες.

Ο Αρσιβάρ τα σκεφτόταν όλα αυτά αλλά δεν αντιδρούσε ποτέ. Ολοκλήρωσε το πρωινό του, μάζεψε την λύρα και τις παρτιτούρες του και κίνησε για το χωριό. Στη διαδρομή, ανακάλυψε ότι είχε παρέα μαζί του. Εκτός από τα ζώα και τα πουλιά, άκουγε ανάσες, προσευχές, μαρτυρίες και μουρμουρητά.

 

«Σας ακούω φίλοι μου. Σας ακούω. Και σήμερα, θα σας ακούσει όλο το βασίλειο. Ήρθε η ώρα να ελευθερωθείτε επιτέλους».

Την ώρα που έφτανε στην είσοδο του χωριού, χαμογέλασε σε ένα πιτσιρίκι που στεκόταν πάνω σε ένα δένδρο και τον χαιρετούσε.

Οι φρουροί, κοίταξαν προς το δένδρο, αλλά δεν είδαν τίποτα.

  • Like 3
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Μου άρεσε, διαβάστηκε γρήγορα και ευχάριστα, αλλά αυτό συμβαίνει σε εμένα με τις περισσότερες, αν όχι όλες τις ιστορίες σου Γιάννη. Ενδιαφέρουσα ιδέα και καλή εκτέλεση για τόσο λίγο χρόνο που είχες στην διάθεση σου. Χρειάζεται σίγουρα ένα χέρι επιμέλειας όμως γιατί έχει αρκετά λάθη, συντακτικά και άλλα, όπως το "... και έριξε το περιεχόμενο της μπίρας..." π.χ. 

Φτάνοντας στο σημείο που ο Αρσιβάρ συναντά τον μελοθάνατο, δεν μπόρεσε να μην μου περάσει στιγμιαία από το μυαλό το "...i see dead people!" :lol:  όπως και η παρακάτω συνέχεια μου θύμισε Ζαν Ντ'Αρκ. Το "δεν  με χαλάει να την συνεχίσω" του αρχικού σου σχόλιου, θα σου πρότεινα να το βάλεις σε πράξη, γιατί δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά η ιστορία μου έδωσε μια έντονη αίσθηση "Seen in previous episodes..". Λες και μας έδωσες μόνο λίγες σκηνές από πολύ περισσότερα πράγματα, και πως υπάρχουν ακόμα περισσότερα που μπορούν να ακολουθήσουν. Αυτά τα λίγα από εμένα Γιάννη. :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Σε ευχαριστώ φίλε Δημήτρη! Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα μου άρεσε αρκετά κι ευτυχώς πρόλαβα να την βάλω σε πράξη στον λίγο χρόνο που είχα. Σίγουρα αξίζει και κάτι παραπάνω και σκοπεύω να το πράξω όταν καταφέρω και χτίσω σωστά τον κόσμο και την πλοκή γύρω από την κεντρική ιδέα :)

Σε ευχαριστώ και πάλι για τα σχόλια!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.