Jump to content
Ιρμάντα

ΣΑ #6 - Απαντήσεις και Σχολιασμοί

Recommended Posts

Ιρμάντα
On 12/4/2017 at 3:48 PM, alucardos said:

Ορίστε και το δικό μου.

 

Δείπνο.pdf

Διάβασα για το λιχούδη βρικόλακά σου. Τι θα ήθελα περισσότερο; Θα ήθελα κάτι λιγότερο. Με αυτό εννοώ πως νομίζω πως το παράκανες λιγάκι όσον αφορά στην περιγραφή του ήρωά σου. Νεκρά μάτια, οι αιώνες που περπατούσε στη γη, όλα αυτά περισσεύουν αφού από τον τρόπο που κοιτάζει τον κόσμο και σκέφτεται έχουμε καταλάβει τι είναι ακριβώς. Φράσεις όπως μικρά μυτερά μαχαίρια δεν ξέρω, σαν να μην λειτούργησαν κάπως. Επίσης δεν κατάλαβα διόλου πώς λειτουργεί αυτό με την σαρκοφάγο.

Πάντως είναι αλήθεια ότι ένας βρικόλακας θα έβλεπε τα μικρά παιδιά σαν εδέσματα. Αυτό μου άρεσε, οι μεγάλοι το γεύμα, τα παιδάκια το γλύκισμα. Ήταν σκέψη αυθεντικού αρπακτικού και, να, αυτό εννούσα παραπάνω. Αυτή η πινελιά ήταν αρκετή για να μπούμε στο νόημα.

Ευχαριστούμε πολύ για τη συμμετοχή σου!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
5 minutes ago, alucardos said:

Μπήκε κανείς στο κόπο να διαβάσει το άθλιο κείμενο μου; Η το έγραψα χωρίς να φάω καθόλου κράξιμο ώστε να βελτιωθώ;

Ανέβασες την ώρα που σχολίαζα. Πολλά χρόνια θα ζήσεις, πολλά posts θα κάνεις, πολλά βιβλία θα γράψεις...

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond
On 12/4/2017 at 3:48 PM, alucardos said:

Ορίστε και το δικό μου.

 

Δείπνο.pdf

Λοιπόν φίλε Αλουκάρδε.
Ανατριχιαστική η ιστορία σου, σκοτεινή και ταυτόχρονα... παραμυθένια. Αποδίδεις έναν βρικόλακα που έχει ιδιαίτερες προτιμήσεις στο φαγητό του, όπως και τον τρόπο που θα το φάει και νομίζω δίνεις αρκετά περιγραφικά τις σκέψεις του σε μία τέτοια περίοδο.
Αυτό που ήθελα ήταν λίγη... δράση. Δηλαδή όλο το κείμενο είναι σκέψεις μόνο, τι θα κάνει, τι θα έκανε, τι θα κάνει πιο μετά κτλ. Δεν γίνεται κάτι, δεν κινείται, δεν αλληλεπιδρα΄με τον κόσμο. Απλά σχεδιάζει.
Θα ήθελα να δω πώς θα γίνει αυτό που σκέφτεται, έστω και την αρχή.

Επίσης, γιατί μόνο παιδιά; Επειδή είναι πιο σοκαριστικό; Εννοώ, έχει να κάνει με το παρελθόν του; Γιατί να μην πάει σε έναν παιδότοπο ή να προτιμήσει πιτσιρίκια που πάνε μόνα τους τουαλέτα για να βγάλει και παραπάνω φαγητό; Απορίες που μου δημιουργήθηκαν όσο διάβαζα το σχέδιό του.

Λεπτομέρειες: Κάποιες φρασούλες/λεξούλες στην αρχή δεν μου κάθισαν  καλά (αναβόσβημα, "άνθρωποι" - καθώς ένας θνητός αυτό θα έλεγε όπως και να χει , "περπάτησε" το σωστό είναι είχε περπατήσει κτλ) αλλά είναι θεματάκια που τα φτιάχνεις εύκολα.
Τέλος, θα μου άρεσε αν έδειχνες την προτίμησή του πιο μετά στην ιστορία. Στην αρχή φαίνεται ότι απλά θα κυνηγήσει ανθρώπους. Αυτό με τα παιδιά θα ήταν πιο spooky αν έσκαγε πιο μετά.

Στο σύνολο, καλή δουλειά ;)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Και μητέρες, όχι μόνο παιδιά. Αλλά σωστή η απορία με τον παιδότοπο. Υποθέτω η επιλογή έγινε για να αποδοθεί περισσότερο το εορταστικό κλίμα.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
alucardos
21 minutes ago, Ιρμάντα said:

Διάβασα για το λιχούδη βρικόλακά σου. Τι θα ήθελα περισσότερο; Θα ήθελα κάτι λιγότερο. Με αυτό εννοώ πως νομίζω πως το παράκανες λιγάκι όσον αφορά στην περιγραφή του ήρωά σου. Νεκρά μάτια, οι αιώνες που περπατούσε στη γη, όλα αυτά περισσεύουν αφού από τον τρόπο που κοιτάζει τον κόσμο και σκέφτεται έχουμε καταλάβει τι είναι ακριβώς. Φράσεις όπως μικρά μυτερά μαχαίρια δεν ξέρω, σαν να μην λειτούργησαν κάπως. Επίσης δεν κατάλαβα διόλου πώς λειτουργεί αυτό με την σαρκοφάγο.

Πάντως είναι αλήθεια ότι ένας βρικόλακας θα έβλεπε τα μικρά παιδιά σαν εδέσματα. Αυτό μου άρεσε, οι μεγάλοι το γεύμα, τα παιδάκια το γλύκισμα. Ήταν σκέψη αυθεντικού αρπακτικού και, να, αυτό εννούσα παραπάνω. Αυτή η πινελιά ήταν αρκετή για να μπούμε στο νόημα.

Ευχαριστούμε πολύ για τη συμμετοχή σου!

Εγώ ευχαριστώ για το χρόνο σου.
Αυτό οτι το παρακάνω με την περιγραφή δεν είσαι η πρώτη που μου το λέει και σε θα το δώσω ιδιαίτερη σημασία. Ο λόγος για τον οποίο επέμενα λίγο παραπάνω ήταν για να δώσω έμφαση  όχι απλά στη λείτουργεία των ματιών, άλλα για να επισημάνω ένα όργανο που εκδηλώνει συναίσθημα, όπως αυτό της λαιμαργίας που έχουμε εδώ. Θα το κοιτάξω αυτό το θέμα. Σε ευχαριστώ πολύ και το εννοώ.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
alucardos
22 minutes ago, Ballerond said:

Λοιπόν φίλε Αλουκάρδε.
Ανατριχιαστική η ιστορία σου, σκοτεινή και ταυτόχρονα... παραμυθένια. Αποδίδεις έναν βρικόλακα που έχει ιδιαίτερες προτιμήσεις στο φαγητό του, όπως και τον τρόπο που θα το φάει και νομίζω δίνεις αρκετά περιγραφικά τις σκέψεις του σε μία τέτοια περίοδο.
Αυτό που ήθελα ήταν λίγη... δράση. Δηλαδή όλο το κείμενο είναι σκέψεις μόνο, τι θα κάνει, τι θα έκανε, τι θα κάνει πιο μετά κτλ. Δεν γίνεται κάτι, δεν κινείται, δεν αλληλεπιδρα΄με τον κόσμο. Απλά σχεδιάζει.
Θα ήθελα να δω πώς θα γίνει αυτό που σκέφτεται, έστω και την αρχή.

Επίσης, γιατί μόνο παιδιά; Επειδή είναι πιο σοκαριστικό; Εννοώ, έχει να κάνει με το παρελθόν του; Γιατί να μην πάει σε έναν παιδότοπο ή να προτιμήσει πιτσιρίκια που πάνε μόνα τους τουαλέτα για να βγάλει και παραπάνω φαγητό; Απορίες που μου δημιουργήθηκαν όσο διάβαζα το σχέδιό του.

Λεπτομέρειες: Κάποιες φρασούλες/λεξούλες στην αρχή δεν μου κάθισαν  καλά (αναβόσβημα, "άνθρωποι" - καθώς ένας θνητός αυτό θα έλεγε όπως και να χει , "περπάτησε" το σωστό είναι είχε περπατήσει κτλ) αλλά είναι θεματάκια που τα φτιάχνεις εύκολα.
Τέλος, θα μου άρεσε αν έδειχνες την προτίμησή του πιο μετά στην ιστορία. Στην αρχή φαίνεται ότι απλά θα κυνηγήσει ανθρώπους. Αυτό με τα παιδιά θα ήταν πιο spooky αν έσκαγε πιο μετά.

Στο σύνολο, καλή δουλειά ;)

Σε ευχαριστώ για το χρόνο σου. Δεν προλάβαινα :p 
Είπαμε δύο παραγράφους και μου πήρε κοντά 800 λέξεις. Άν έμπαινα και στη πράξη; Θα θέλαμε άλλες τόσες και δεν ήθελα να κουράσω. Ο περιχαρής γλυκύτατος βρυκόλακας μου, δεν αρέσκεται μόνο στο να τρώει παιδιά. Ο καλός μύλος όλα τα αλέθει. Απλά τα παιδιά, έχουν άλλη γεύση. Καλύτερη. Για να απαντήσω στην ερώτηση σου.

Ο Βρυκόλακας μου μπορεί να βρεί παιδιά όλους τους μήνες του χρόνου. Απλά συνήθως ένα παιδί προστατεύεται, και το τελευταίο που θέλει, είναι να πάει κάτι στραβά. Γι'αυτόν ο τέλειος φόνος (και όχι δολοφονία, διότι βάσει της λογικής του, ο φόνος για βρώση - πόση δεν περιέχει δόλο) δεν είναι αυτός που ο φονιάς δεν πιάνεται, αλλά αυτός που δεν βρίσκει κανείς ούτε το θύμα. Ο Βρυκόλακας μου δεν δημιουργεί ένα ματωμένο μονοπάτι, άλλα χαμένους ανθρώπους.
Τα Χριστούγεννα είναι για αυτόν μια πολύ καλή ευκαιρία να μαζέψει πολύ παιδικό αίμα, με τις λιγότερες πιθανότητες να πάει κάτι στραβά.

Σε ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις σου.

Edited by alucardos
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer
On 4/12/2017 at 3:48 PM, alucardos said:

Πολύ καλή προσπάθεια, και σαν άσκηση και σαν κομμάτι ιστορίας. Σε καμιά περίπτωση «άθλιο». Κάπως βαρύ και υπερβολικό στις περιγραφές, αλλά σε βάζει στο κλίμα της εποχής και στο μυαλό του βρικόλακα. Σχετικά κλασικός και ο δικός σου βρικόλακας, με τις ιδιαιτερότητές του. Μ' αρέσει αυτή η αλλαγή της γεύσης, ανάλογα με τον ποιον ...πίνει. Ίσως θα μπορούσες να το επεκτείνεις. Αδύνατοι, εύσωμοι, άσπροι, μαύροι: κάθε χαρακτηριστικό και διαφορετική γεύση. Μ' αρέσει που τα παιδιά είναι το γλυκό. Μ' αρέσει που συνδυάζει τα Χριστούγεννα με τα δώρα, και το δικό του δώρο. Μ' αρέσει που ασχέτως της ωμότητας, διακρίνω, ίσως, μια ανθρωπιά, να μην θέλει να σκοτώνει/τρώει συνέχεια παιδιά, αλλά να το καθυστερεί όσο μπορεί. Κάπως μας τα μπέρδεψες προς το τέλος με την περίεργη ανατομία και τα διαφορετικά αποθηκευτικά στομάχια του βρικόλακα. Ίσως απλά θα μπορούσε να κάνει την αφαίμαξη κάπου άλλου.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
alucardos
14 minutes ago, Mesmer said:

Πολύ καλή προσπάθεια, και σαν άσκηση και σαν κομμάτι ιστορίας. Σε καμιά περίπτωση «άθλιο». Κάπως βαρύ και υπερβολικό στις περιγραφές, αλλά σε βάζει στο κλίμα της εποχής και στο μυαλό του βρικόλακα. Σχετικά κλασικός και ο δικός σου βρικόλακας, με τις ιδιαιτερότητές του. Μ' αρέσει αυτή η αλλαγή της γεύσης, ανάλογα με τον ποιον ...πίνει. Ίσως θα μπορούσες να το επεκτείνεις. Αδύνατοι, εύσωμοι, άσπροι, μαύροι: κάθε χαρακτηριστικό και διαφορετική γεύση. Μ' αρέσει που τα παιδιά είναι το γλυκό. Μ' αρέσει που συνδυάζει τα Χριστούγεννα με τα δώρα, και το δικό του δώρο. Μ' αρέσει που ασχέτως της ωμότητας, διακρίνω, ίσως, μια ανθρωπιά, να μην θέλει να σκοτώνει/τρώει συνέχεια παιδιά, αλλά να το καθυστερεί όσο μπορεί. Κάπως μας τα μπέρδεψες προς το τέλος με την περίεργη ανατομία και τα διαφορετικά αποθηκευτικά στομάχια του βρικόλακα. Ίσως απλά θα μπορούσε να κάνει την αφαίμαξη κάπου άλλου.

Σε ευχαριστώ για την ανάγνωση.

Στα μπέρδεψα στο τέλος γιατί μπερδεύτηκα και γω. Η αλήθεια είναι ότι (βάσει μυθολογίας) ένας βρυκόλακας μπορεί να λάβει πολύ περισσότερο αίμα απ όσο χωράει ένα φυσιολογικό σώμα. Τον έκανα μηρυκαστικό :p

Τι έννοεις "βαρύ" στις περιγραφές;

Edited by alucardos

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer
9 hours ago, alucardos said:

Τι έννοεις "βαρύ" στις περιγραφές;

 Ότι είναι πολλές σε σχέση με το μέγεθος και ότι σε μερικά σημεία είναι πιο λεπτομερείς απ' όσο θα ήθελα. Αλλά αυτό έχει να κάνει και με το προσωπικό γούστο.

Ελπίζω η κυρία δασκάλα να μου επιτρέψει να χρησιμοποιήσω έναν παρία που δεν είναι στη λίστα.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
11 hours ago, Mesmer said:

 

Ελπίζω η κυρία δασκάλα να μου επιτρέψει να χρησιμοποιήσω έναν παρία που δεν είναι στη λίστα.

Βεβαίως και μεγάλη μας χαρά! Αναμένουμε...

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

Για Το Δείπνο

Καλημέρα Αλούκαρδε! Τον βρήκα πειστικό και ενδιαφέροντα τον βρικόλακά σου, για την άσκηση ήταν επαρκής η προσπάθειά σου και στο τελείωμα νομίζω είχα το κατάλληλο συναίσθημα...

Για παρατηρήσεις νομίζω ότι πιο πολύ στο λεξιλόγιο σε δυο τρεις μεριές θα τις εστίαζα, αν κάποια στιγμή το ξανακοιτάξεις πχ εκεί που λες ότι μαρκάριζε τα θύματά του, δεν την ξέρω αυτή την κατάληξη (σε ίζω δηλαδή) εγώ μαρκάρω θα το έλεγα...

επίσης στην αρχή μετά τις δυο τρεις προτάσεις εκεί που λες άλλα το ίδιο σημαντικά, το διάβασα δυο τρεις φορές και δεν κατάλαβα 'ποια;' τα ψώνια; τα παιδιά;

κανα δυο σημεία επίσης τα εξέλαβα ως προοικονομία γιατί δεν μπορούσα να τα εξηγήσω εκείνη τη στιγμή.. το ένα που θυμάμαι τώρα ήταν το ποτέ δεν μπορείς να είσαι υπερβολικά προστατευτικός... προφανώς εννοούσες τους γονείς αλλά εύκολα σκέφτεται κανείς ότι εννοείς τον ίδιο και λέει γιατί δεν έγραψε προσεκτικός;

γενικά πάντως η πρώτη παράγραφος εισάγει ωραίο στο θέμα. η δομή της ιστορίας με ικανοποίησε... την έκφραση θα πείραζα ελαφρώς και ίσως να παρέλειπα κάποιες λεπτομέρειες προς όφελος της συνοχής, όχι όλες, κάποιες είναι απολαυστικές. εμένα μου άρεσε επίσης και εκείνο το σημείο με τα... λευκά μαχαίρια, το βρήκα το χάι λάιτ της αφήγησης :)

πολύ επιτυχημένη σύλληψη για την ιστορία σου ήταν και τα περί απληστίας.

και το κατά την γνώμη μου πιο σημαντικό ήταν οι περιγραφές των.. παρατηρούμενων... μαλλιά; ταγιέρ; ζώνη; μήπως έπρεπε με την οπτική του να 'βλέπει' κάπως αλλιώς; πιο πολύ σαν φαγητό; ή εκλεκτικός ή γειάσου πρέπει να είναι... σαν κι εμένα δηλαδή που δίνω αρκετό βάρος στο περιτύλιγμα του γλυκού, στο πώς ένα φαγητό θα μου το σερβίρεις... αλλά και οι βρυκόλακες, ψυχή έχουν! ε; πριν το παλούκωμα.... έχουν ή δεν έχουν;; :) 

ή ότι ο πατέρας δεν είχε σημασία... δεν τρώει άντρες; ή να το πάρω ως προοικονομία και αυτό; γιατί το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό που αναφέρεις, αν πρόκειται για κρέας, μια σημασια την έχει :p

Η ιστορία σου γενικά ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον, έτσι, πιο ζόρικο παραμύθι και οπωσδήποτε θα ήθελα να τον γνωρίσω καλύτερα τον τυπάκο που μας συστήνει!!!

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Ορίστε και το δικό μου κομμάτι.

Spoiler

                Έσκυψε και τράβηξε την κουκούλα του μπουφάν του όσο πιο χαμηλά μπορούσε για να κρύψει το πρόσωπό του στις σκιές. Είχε αρχίσει να βραδιάζει και τα στολίδια των καταστημάτων θα γέμιζαν το χώρο μ’ εκείνες τις πολύχρωμες ενοχλητικές λάμψεις. Σύντομα ο πεζόδρομος θα ασφυκτιούσε από περαστικούς και σακούλες με δώρα. Η συνήθεια ήταν εκείνη που τον έκανε να παραμείνει καθισμένος στη γωνία του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και το μέτωπο στηριγμένο στις παλάμες.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί.

                Θεοί, γεμάτοι δύναμη και αδειανοί από λογική, λες και το ένα πνίγει το άλλο. Η δίψα είναι αυτή που μετρά. Το σύνδρομο του Ολύμπου. Η θέση στην κορυφή. Σπαταλούν τις δυνάμεις τους για χάρη των βωμών και των ναών, τις στραγγίζουν και τις χάνουν. Κι όταν καταλάβουν την ανοησία τους τους έχει μείνει μόνο η αιωνιότητα. Ζωή ατέλειωτη κι ανούσια.

                Δεν είναι λίγες οι φορές που έτυχε να συναντήσει κάποιον άλλον. Τα μάτια τους ανταμώνουν κι αναγνωρίζονται, σαν παλιοί γνωστοί που είναι πλέον ξένοι. Δεν κάνουν κόπο ούτε για ένα νεύμα. Μόνο μετράνε ο ένας την κατάντια του άλλου κι ύστερα αποστρέφουν το βλέμμα κι αλλάζουν δρόμο. Παρίες σε μια φάρα που κάποτε εξουσίαζαν.

                Ένας μεταλλικός ήχος τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του. Κοίταξε ανάμεσα απ’ τις παλάμες του και είδε λίγα κέρματα να κατρακυλάνε μπροστά στα πόδια του. Λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι μπότες κι ένα μακρύ παλτό απομακρύνονταν.

                «Ο Χριστός να σ’ έχω καλά», φώναξε και μειδίασε.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί. Παραμύθια.

 

Edited by Mesmer
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond
13 minutes ago, Mesmer said:

Ορίστε και το δικό μου κομμάτι.

  Hide contents

                Έσκυψε και τράβηξε την κουκούλα του μπουφάν του όσο πιο χαμηλά μπορούσε για να κρύψει το πρόσωπό του στις σκιές. Είχε αρχίσει να βραδιάζει και τα στολίδια των καταστημάτων θα γέμιζαν το χώρο μ’ εκείνες τις πολύχρωμες ενοχλητικές λάμψεις. Σύντομα ο πεζόδρομος θα ασφυκτιούσε από περαστικούς και σακούλες με δώρα. Η συνήθεια ήταν εκείνη που το έκανε να παραμείνει καθισμένος στη γωνία του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και το μέτωπο στηριγμένο στις παλάμες.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί.

                Θεοί, γεμάτοι δύναμη και αδειανοί από λογική, λες και το ένα πνίγει το άλλο. Η δίψα είναι αυτή που μετρά. Το σύνδρομο του Ολύμπου. Η θέση στην κορυφή. Σπαταλούν τις δυνάμεις τους για χάρη των βωμών και των ναών, τις στραγγίζουν και τις χάνουν. Κι όταν καταλάβουν την ανοησία τους τους έχει μείνει μόνο η αιωνιότητα. Ζωή ατέλειωτη κι ανούσια.

                Δεν είναι λίγες οι φορές που έτυχε να συναντήσει κάποιον άλλον. Τα μάτια τους ανταμώνουν κι αναγνωρίζονται, σαν παλιοί γνωστοί που είναι πλέον ξένοι. Δεν κάνουν κόπο ούτε για ένα νεύμα. Μόνο μετράνε ο ένας την κατάντια του άλλου κι ύστερα αποστρέφουν το βλέμμα κι αλλάζουν δρόμο. Παρίες σε μια φάρα που κάποτε εξουσίαζαν.

                Ένας μεταλλικός ήχος τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του. Κοίταξε ανάμεσα απ’ τις παλάμες του και είδε λίγα κέρματα να κατρακυλάνε μπροστά στα πόδια του. Λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι μπότες κι ένα μακρύ παλτό απομακρύνονταν.

                «Ο Χριστός να σ’ έχω καλά», φώναξε και μειδίασε.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί. Παραμύθια.

 

 

Μου θύμισε λίγο American Gods του Gaiman. Όλο το κλίμα, η απόδοση, η ατμόσφαιρα. Ωραίο σφηνάκι, μας βάζει απευθείας στην ψυχολογία του Τζίσους και μας γεννιούνται απορίες για τους υπόλοιπους Θεούς καθώς και τον ίδιο (γιατί επέλεξε να ζει έτσι δηλαδή). Θα μου άρεσε να δω περισσότερο ;)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
10 hours ago, Mesmer said:

Ορίστε και το δικό μου κομμάτι.

  Hide contents

                Έσκυψε και τράβηξε την κουκούλα του μπουφάν του όσο πιο χαμηλά μπορούσε για να κρύψει το πρόσωπό του στις σκιές. Είχε αρχίσει να βραδιάζει και τα στολίδια των καταστημάτων θα γέμιζαν το χώρο μ’ εκείνες τις πολύχρωμες ενοχλητικές λάμψεις. Σύντομα ο πεζόδρομος θα ασφυκτιούσε από περαστικούς και σακούλες με δώρα. Η συνήθεια ήταν εκείνη που τον έκανε να παραμείνει καθισμένος στη γωνία του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και το μέτωπο στηριγμένο στις παλάμες.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί.

                Θεοί, γεμάτοι δύναμη και αδειανοί από λογική, λες και το ένα πνίγει το άλλο. Η δίψα είναι αυτή που μετρά. Το σύνδρομο του Ολύμπου. Η θέση στην κορυφή. Σπαταλούν τις δυνάμεις τους για χάρη των βωμών και των ναών, τις στραγγίζουν και τις χάνουν. Κι όταν καταλάβουν την ανοησία τους τους έχει μείνει μόνο η αιωνιότητα. Ζωή ατέλειωτη κι ανούσια.

                Δεν είναι λίγες οι φορές που έτυχε να συναντήσει κάποιον άλλον. Τα μάτια τους ανταμώνουν κι αναγνωρίζονται, σαν παλιοί γνωστοί που είναι πλέον ξένοι. Δεν κάνουν κόπο ούτε για ένα νεύμα. Μόνο μετράνε ο ένας την κατάντια του άλλου κι ύστερα αποστρέφουν το βλέμμα κι αλλάζουν δρόμο. Παρίες σε μια φάρα που κάποτε εξουσίαζαν.

                Ένας μεταλλικός ήχος τον έβγαλε απ’ τις σκέψεις του. Κοίταξε ανάμεσα απ’ τις παλάμες του και είδε λίγα κέρματα να κατρακυλάνε μπροστά στα πόδια του. Λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι μπότες κι ένα μακρύ παλτό απομακρύνονταν.

                «Ο Χριστός να σ’ έχω καλά», φώναξε και μειδίασε.

                Χριστούγεννα. Η μέρα που γεννιούνται θεοί. Παραμύθια.

 

Πω πω θα σε κάψουν καλέ. Τι πας και κάνεις! Λοιπόν πολύ τολμηρή ιδέα, και στο λίγο που περιέγραψες υπήρξες εύστοχος και περιεκτικός. Παρίας, στα ίδια του τα γενέθλια (τι λες τώρα). Να σου πω περίμενα κανέναν από το δωδεκάθεο. Επειδή τους αναφέρεις και επειδή ο ίδιος ο Χριστός δεν μπορεί, κάποια πέραση πρέπει να έχει ακόμη, εφόσον ο κόσμος γιορτάζει Χριστούγεννα. Η ιδέα ότι ο θεοί γεννιούνται παντοδύναμη και στο τέλος μένουν αγκαλιά με την αιωνιότητα χωρις νόημα ύπαρξης είναι πολύ ωραία. Αλήθεια, ένας τέτοιος Χριστός ακούει τις προσευχές μας;

Ευχαριστούμε για την ασκησούλα σου!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
9 hours ago, Ballerond said:

 (γιατί επέλεξε να ζει έτσι δηλαδή). Θα μου άρεσε να δω περισσότερο ;)

αυτό που λέει και ο Ιωάννης. Κι άλ-λο, κι άλ-λο....!

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

Το Ανάσες στο τζάμι, του Ballerond

μου αρέσει πολύ... γιατί δεν το γράφεις ξανά χωρίς περιορισμούς στις λέξεις ή όποιες τυχόν από την άσκηση

για την Βιβλιοθήκη αυτή τη φορά; Είναι πολύ ωραία ιδέα και σχεδόν έτοιμη :) 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

το φλασάκι σου Μesmer πολύ ενδιαφέρον! σφιχτό και ακέραιο

με άφησε με σκέψεις και αυτό το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον

δεν πήρα κάθε απάντηση, μου ειπε σκέψου και λίγο, και έτσι ακριβώς το ήθελα.

δεν λέει ποιος είναι ο Θεός σου, ούτε καν πως είναι ένας

ναι καθοδηγεί την σκέψη μας αλλά την ρωτάει πρώτα :) θες να πας εκεί; πήγαινε... δεν θες; φτιάξε ένα δρόμο άλλο... ό,τι σε βολεύει :) 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

Για Το τζίνι μέσα στο μπουκάλι του, του Ethgar

πολύ καλή η ιδέα της επιχειρηματικής εκμετάλευσης του τζίνι από τον άπληστο αφέντη του πραγματικά!

ένα τζίνι που πραγματοποιεί τις ευχές των παιδιών... για τις οποίες όμως οι γονείς είναι απαραίτητο να πληρώσουνε... πάει,

χάλασε ο ονειρόκοσμος, λεηλατήθηκε από την πεζή πραγματικότητα! το διάβαζα και σκεφτόμουν καλά,

αυτού δεν θα βρεθεί κανείς να του στείλει το σδοε; :p 

πραγματοποιούν τα τζίνι τις δικές τους ευχές ή ήταν.. μοιραίο το κλείσιμο της ιστορίας;

αν τις πραγματοποιούν γιατί ο αφέντης δεν απέκτησε τον χρυσό που του ευχήθηκε το θύμα του τόσο ανιδιοτελώς;

αν ίσως σπάζοντας το μπουκάλι φανέρωνε ότι ήταν γεμάτο χρυσάφι; με ένα.. ατύχημα, δυο ευχές... ;)

αγχώθηκα λίγο με τον τρόπο που είναι γραμμένη αυτή η ιστορία, επειδή όπως λες την έγραψες βιαστικά,

αλλά η πρωτότυπη ιδέα που χρησιμοποίησες τα κάλυψε όλα! μπορείς να την δουλέψεις και πιο αναλυτικά αν θες :)

 

 

 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Πολύ ενδιαφέρουσα άσκηση, πολύ ενδιαφέρον θέμα, μπράβο στην δασκάλα Ιρμάντα, αλλά και σε όλους όσους μας χάρισαν τις ιστορίες τους.

Μάριε, πολύ έξυπνη ιδέα το πως χρησιμοποιεί ο Ήλαριν  το τζίνι στην ιστορία σου. Μέσα σε λίγες γραμμές μας δίνεις να καταλάβουμε τι αισθάνεται ακριβώς το τζίνι αν και το τέλος σε αφήνει με την απορία. Στέκεται καλά σαν φλασάκι, αλλά μπορείς σίγουρα να το αναπτύξεις σε κάτι μεγαλύτερο. Τέλος να πω ότι ο τρόπος που είναι γραμμένη η ιστορία (χωρίς δείκτες γραφής κ.λ.π.) με κούρασε λίγο.

Τώρα όσο για τον βρυκόλακα σου, ο Λόργοκ πρέπει να είναι ο πιο είρωνας βρυκόλακας που υπάρχει. :) Σύντομο φλασάκι που για μένα τουλάχιστον, έχει μια αίσθηση μαύρου χιούμορ.

Γιάννη, έχω μεγάλο κόλλημα με τους λυκάνθρωπους. Είναι με διαφορά το αγαπημένο μου τέρας. Για να καταλάβεις η πρώτη ιστορία που έγραψα είχε να κάνει με λυκάνθρωπους. Μου άρεσε  ο τίτλος της ιστορίας. Μου άρεσε η γραφή  της, μου άρεσε το θέμα της, συμπάθησα και παράλληλα με συγκίνησε ο πρωταγωνιστής της. Θα μπορούσες σίγουρα να την μεγαλώσεις και να προσθέσεις τόσο τα πριν όσο και τα μετά που λείπουν, για μένα τουλάχιστον.  Πολύ ωραία ιστορία Γιάννη...

Νίκο μου άρεσε πολύ ο βρυκόλακας σου, είναι πολύ καλά παρουσιασμένος, αν και όπως λέει και ο Γιάννης μόνο βλέπουμε  ή μάλλον ακούμε τις σκέψεις του και τα σχέδια που κάνει. Και έτσι όμως, έστω και με την έλειψη δράσης, η ιστορία με ικανοποίησε και με έκανε να θέλω να μάθω και άλλα για αυτόν τον τύπο και σίγουρα θα ήθελα να τον έβλεπα σε δράση.

Άγγελε, πανέμορφο και καλογραμμένο το φλασάκι σου. Εμένα πάντως μου θύμισε το ανέκδοτο "Κατεβαίνει ο..... στην γη και μπαίνει μέσα σε ένα κουτούκι..." :)

Α ναι, παραλίγο να το ξεχάσω! Μέρες που έρχονται τι θα λέγατε να... καφρίζαμε λίγο;

 

Spoiler

 

Ρούντολφ το Ξωτικάκι

« Θα ξυπνήσεις επιτέλους παλιομεθύστακα;»

Ο Ρούντολφ άνοιξε τα μάτια του και όταν η θολούρα έφυγε σιγά σιγά από αυτά, αντίκρυσε μια ογκώδη φιγούρα ντυμένη στα κόκκινα, να ορθώνεται από πάνω του. Κατάφερε να σηκωθεί με κόπο και τρικλίζοντας ύψωσε το ανάστημα του όσο μπορούσε περισσότερο, ενώ έξυνε τον πισινό του, κάτι που έκανε πάντα όταν ξυπνούσε από ένα τόσο καλό μεθύσι. Βέβαια αυτή η κίνηση του έβγαινε αυτόματα και κάθε φορά που έβλεπε τον Άγιο, αλλά όταν ήταν νηφάλιος κατάφερνε να την κρύβει επιμελώς. Όρθωσε λοιπόν το ανάστημα του, αλλά και πάλι δεν κατάφερε να φτάσει παραπάνω από την μέση αυτού του καλοσυνάτου γεράκου, του κουβαλητή δώρων, που η μόνη απαίτηση που είχε από εσένα, ήταν να είσαι καλό παιδί και αν σου περίσευε και κανένα κουλουράκι και ένα ποτήρι γάλα, δεν θα έλεγε όχι φυσικά.

Αηδίες”, όπως θα έλεγε και ο φίλος κάποιου που του άρεσε να κροταλίζει αλυσίδες. Ο Ρούντολφ έπιασε το κεφάλι του που έμοιαζε με καζάνι που ήταν έτοιμο να εκραγεί. Πως του ήρθε τώρα αυτή ή σκέψη; Ή μήπως δεν ήταν σκέψη αλλά μια ανάμνηση; Δεν μπόρεσε να αναρωτηθεί παραπάνω όμως, αφού η “μελιστάλαχτη” φωνή του Άγιου του τρύπισε τα αυτιά: «Πάλι μπεκρούλιασες ανεπρόκοπε; Πώς περιμένεις να τα προλάβεις όλα με τους ρυθμούς που δουλεύεις αχαΐρευτε; Ο καιρός τελειώνει. Τα παιδιά, δεν σκέφτεσαι τα παιδιά;» Όχι, δεν τα σκεφτόταν καθόλου τα μυξιάρικα. Γιατί να το έκανε άλλωστε; Κάθε γράμμα που έστελναν στον χοντρομπαλά, κάθε παιχνίδι που του ζητούσαν, σήμαινε περισσότερες φασαρίες για τον ίδιο. Ή μήπως θα έπαιρνε ποτέ την αναγνώριση που του άξιζε; Φυσικά και όχι. Όλα τα εύσημα, όλα τα μπράβο, τα έπαιρνε αυτό το ασπρόμαλλο κάθαρμα που στεκόταν από πάνω του, και ο στρατός των ξωτικών που τάχα μου τον βοηθούσε να φτιάξει τα δώρα. “Στρατός των ξωτικών” σου λέει. Αηδίες! Υπήρχαν όντως τα ξωτικά, αλλά ήταν πολύ μακριά από εδώ και δεν είχαν καμιά σχέση με τον χοντρό. Εδώ βρισκόταν μόνο αυτός, ο παρίας της φυλής του, ο εξόριστος, ο κατατρεγμένος. Ούτε καν θυμόταν τον λόγο που τον έδιωξαν. Το μόνο που θυμόταν ξεκάθαρα ήταν η στιγμή που υπέγραψε το συμβόλαιο που τον έβαζε στην δούλεψη του Άγιου για την αιωνιότητα.

Μια αιωνιότητα που ήταν γεμάτη προσβολές, αφού η αγαπημένη ασχολία που είχε ο Άγιος ήταν να κάνει τον Ρούντολφ να αισθάνεται άσχημα. Και είχε βρεί πολύ ευφάνταστους τρόπους για να το καταφέρνει. Ο Ρούντολφ όμως είχε αποδειχθεί πολύ σκληρόπετσος για να αφήσει να τον καταβάλουν όλες αυτές οι προσβολές, τις οποίες ξεπερνούσε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά άλλωστε, αφού είχε μια αιωνιότητα μπροστά του. Και τότε ο βρωμοχοντρός είχε φέρει τον βρωμοτάρανδο. Και τον είχε ονομάσει... Ρούντολφ. Ρούντολφ. Είχε δώσει το όνομα του σε αυτή την ζωντανή μηχανή παραγωγής κοπριάς. Και δεν του έφτανε μόνο αυτό, αλλά όταν ο Άγιος κατάλαβε πόσο πολύ τον πείραζε, είχε φροντίσει να κάνει την μύτη του παλιοτάρανδου κόκκινη, λαμπερή κόκκινη, για να μοιάζει με την κόκκινη μύτη του Ρούντολφ, που ήταν γεμάτη σπασμένες φλεβίτσες. Και τα βόδια, οι άνθρωποι, είχαν βγάλει μάλιστα και τραγούδι για τον “Ρούντολφ το ελαφάκι”. Ένα τραγούδι, που είχε διασκευαστεί σε ένα κάρο, καταραμένες γλώσσες. Κινέζικα, Αλβανικά, Βιετναμέζικα, Σουαχίλι. Κάθε γλώσσα, είχε και μια διασκευή. Και ο παλιοχοντρός, φρόντιζε να τον βάζει να τις ακούει όλες. Και αυτός τις μισούσε όλες, αλλά η πιο γλοιώδης απ` όλες ήταν αυτή στα ελληνικά, που την τραγουδούσε κάποιος Καλ.. Καλί.. Δεν είχε σημασία πως λεγόταν ο γυμνοσάλιαγκας. Σημασία είχε να κατάφερνε να τον άκουγε να τραγουδάει “...σαν πέσει το βραδάκι, έχει μύτη φωτεινή...”, αφού του είχε χώσει στον πισινό τον παλιοτάρανδο, οπλές και όλα, με μόνο τα κέρατα να εξέχουν.

Από την ονειροπόληση τον διέκοψε ακόμα μια φορά η φωνή του Άγιου. Κάθε λέξη έστελνε σουβλιές πόνου στο κεφάλι του, που ήδη κόντευε να σπάσει από τον πονοκέφαλο.

«Ανεπρόκοπε...»

...σταμάτα...”

«...μπασμένε...»

...σε παρακαλώ...”

«...κοντοπίθαρε...»

...σταμάτα...”

«...μπεκρούλιακα.»

Η κίνηση που έκανε τότε ο Ρούντολφ, διάρκεσε μόλις μερικά δευτερόλεπτα, για αυτόν όμως ο χρόνος ήταν σαν να έχει επιβραδύνει την κίνηση του και κυλούσε βασανιστικά αργά. Όσο ο Άγιος βρισκόταν σκυμένος πάνω από τον Ρούντολφ και τον στόλιζε με τον οχετό από τις βρισιές που έβγαινε από το στόμα του, η μακρυά του γενειάδα βρισκόταν ακριβώς μπροστά από τα μάτια του ξωτικού. Ο Ρούντολφ τότε άρπαξε με το αριστερό του χέρι την άκρη της γενειάδας του Άγιου, ενώ το δεξί έβγαινε από την τσέπη του παντελονιού του κρατώντας έναν μικρό αναπτήρα. Γύρισε την μικρή ροδέλα της τσακμακόπετρας και ήταν σίγουρος πως τίποτα δεν θα γινόταν, ο αναπτήρας δεν θα άναβε. Όμως μια σπίθα όντως πετάχτηκε, μια παιχνιδιάρικη, κιτρινοκόκκινη φλόγα ξεπήδησε και έδωσε ένα πυρωμένο φιλί σε μια τούφα από άσπρες τρίχες. Τότε ένα απότομο ΦΟΥΠ! ακούστηκε και η γενειάδα του Άγιου λαμπάδιασε.

Μόνο ένας πνιχτός ήχος βγήκε αρχικά από το στόμα του Άγιου που ανακλαστικά άρχισε να χτυπάει την γενειάδα του με τα χέρια του προσπαθώντας να την σβήσει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αρπάξουν φωτιά και οι γούνινες άκρες των μανικιών του. Πολύ σύντομα οι φλόγες είχαν τυλίξει τον Άγιο, που άρχισε να τρέχει δεξιά και αριστερά ουρλιάζοντας. Έπεφτε πάνω σε σωρούς από τυλιγμένα δώρα και τα πολύχρωμα περιτυλίγματα τους έπιαναν και αυτά φωτιά και σύντομα πολλές πύρινες εστίες είχαν δημιουργηθεί στην μεγάλη αίθουσα. Ο Άγιος χωρίς να βλέπει που πήγαινε, άρχισε να κατευθύνεται προς το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο που δέσποζε στο κέντρο και είχε πάρει μια ολόκληρη ανθρώπινη εβδομάδα στον Ρούντολφ να το στήσει και να το στολίσει. Έπεσε πάνω του με δύναμη και ενώ το ξωτικό ήταν σίγουρο ότι θα το έριχνε κάτω, αυτό κατάφερε να σταθεί όρθιο, ενώ ο χοντρός σωριαζόταν, σχηματίζοντας έναν φλεγόμενο σωρό. Το δέντρο είχε αρπάξει και αυτό φωτιά, σπίθες άρχισαν να υψώνονται, κουκουνάρια έσκαγαν και στολίδια διαλύονταν με θόρυβο. Ο Ρούντολφ κοίταγε μαγεμένος το θέαμα, σκέφτηκε πόσο νόστιμα ζαχαρωτά θα έψηνε πάνω στον Άγιο και ήταν βυθισμένος σε μια έκσταση που τίποτα δεν μπορούσε να δια...

« Θα ξυπνήσεις επιτέλους παλιομεθύστακα;»

Ο Ρούντολφ άνοιξε τα μάτια του και όταν η θολούρα έφυγε σιγά σιγά από αυτά, αντίκρυσε μια ογκώδη φιγούρα ντυμένη στα κόκκινα, να ορθώνεται από πάνω του. Κατάφερε να σηκωθεί με κόπο και τρικλίζοντας ύψωσε το ανάστημα του όσο μπορούσε περισσότερο, ενώ έξυνε τον πισινό του, κάτι που έκανε πάντα όταν ξυπνούσε από ένα τόσο καλό μεθύσι. Ο Άγιος στεκόταν από πάνω του και η έκφραση στο πρόσωπο του φανέρωνε ότι δεν είχε, ως συνήθως, καθόλου καλή διάθεση.

«Πάλι μπεκρούλιασες ανεπρόκοπε; Πώς περιμένεις να τα προλάβεις όλα με τους ρυθμούς που δουλεύεις αχαΐρευτε; Ο καιρός τελειώνει. Τα παιδιά, δεν σκέφτεσαι τα παιδιά; Ανεπρόκοπε... μπασμένε,κοντοπίθαρε μπεκρούλιακα.»

Ο Ρούντολφ, χαμογέλασε γαλήνια στον Άγιο και ενώ έχωνε το δεξί του χέρι στην τσέπη του παντελονιού του, τον ρώτησε: «Το ξέρεις ότι έχεις μια πολύ όμορφη γενειάδα;»

SymphonyX13

Δεκέμβριος 2017


 

 

 

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
alinana

χαχαχαχαχα SymphonyX13, πόσο γέλασα! Εξαιρετικό!

ε τι να σχολιάσω, εντελώς στο θέμα, με χαρακτήρες, πλοκή, δράση και όλα. κυρίως με ευχάριστη ροή, απολαυστικό...

λιγάκι, εκεί που είχα πορωθεί με τις εξελίξεις, στενοχωρήθηκα όταν κατάλαβα ότι τις παίρνεις πίσω κλείνοντας

αλλά τελικά, έμεινες πιστός χεχεχε :) 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Aλίνα, χάρηκα πολύ που σου άρεσε η ιστορία και κατάφερε να σε διασκεδάσει. Αν κατάφερε κιόλας να σε κάνει να γελάσεις, τότε πέτυχε τον στόχο της. :)  Ναι εκεί στο τέλος γίνεται λιγάκι της ... ανατροπής! :lol:  Σε ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και το σχόλιο! :)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

SymphonyX13 δεν φαντάζομαι να περιμένεις δώρο από τον Άη Βασίλη μετά από αυτό.

Ομολογουμένως γέλασα... στο δια ταύτα καταλαβαίνουμε ότι Ρούντολφ ονομάζεται δύσμοιρο ξωτικό τινα με την κακή συνήθεια του μπεκρουλιάσματος. Η μύτη του να υποθέσω γίνεται κατακόκκινη, οπότε ο κακεντρεχής Σάντα προσλαμβάνει τάρανδο με κόκκινη μύτη προκειμένου να διακωμωδήσει τον Ορέστη Μακρή των ξωτικακίων...χμ αν ήθελα κάτι ήταν περισσότερη καφρίλα (αλλά πιπεράτη, όχι χύμα). Ας πούμε, μήπως μπεκρουλιάζει και ο Σάντα (μπυροκοιλιά, επίσης κόκκινη μύτη) σε τούτο το γιούνιβερς; Ας πούμε, ποια η σχέση του Ρούντολφ με τα λοιπά ξωτικά της παρέας; Ας πούμε, γιατί παρίας; Επειδή πίνει; Επειδή...γιατί;

(Ειλικρινά, θέλεις να το κάνεις αυτό σε ντυμένους Αη Βασίληδες στο δρόμο; Θες να τους βάλεις φωτιά στη γενειάδα; Πες μας για τα παιδικά σου χρόνια....) :rolleyes::rolleyes:

 

Να 'σαι καλά Δημήτρη για τη συμμετοχή σου!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Σε ευχαριστώ πολύ δασκάλα Ιρμάντα για την ανάγνωση, το σχόλιο αλλά και για το ότι άλλη μια ιστορία μου γεννήθηκε εξαιτίας σου! Όχι δεν έχω θέμα με τον Αη-Βασίλη, αντιθέτως. Είναι μόνο που μου αρέσει να βλέπω και μια διαφορετική πλευρά στα πράγματα, ιδιαίτερα αν με βοηθάνε να ..καφρίσω λίγο! :lol:

Χμμ τώρα που το λες, φλαμπέ φέτος ο Άγιος, ακόμα χειρότερα, πρόπερσι στις "Μετρημένες μέρες", λες να υποβόσκει τίποτα;; :lol:

Ευκαιρία να κάνω ένα bump σε εκείνη την ιστορία, μέρες που έρχονται!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now


×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.