Jump to content
Ιρμάντα

ΣΑ #7 - Απαντήσεις και Σχολιασμοί

Recommended Posts

Ιρμάντα

image.png.94bc2eb5ca41a0d33861bef1dc1040b4.png Πω -πω τι βλέπουν τα ματάκια μου της καημένης κουκουβάγιας....

 

Λοιπόν, προς όλα τα ζωάκια του δάσους:

Έχουμε διαβάσει την ασκησούλα εδώ:

 

 

...και παραδίδουμε κόλλες εδώ.

Άλλη μία οι παρατηρήσεις:

  • Ο κατάλογος με φανταστικά πλάσματα είναι υπερπλήρης, αλλά σε καμία περίπτωση δεσμευτικός. Βάλτε ό,τι φανταστικό ον (ή όντα) σας εμπνέουν.
  • Ανεβάζουμε μέχρι 6 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή. Υποθέτω θα έχουμε τελειώσει πολύ νωρίτερα αλλά αυτή ειναι η τελευταία προθεσμία.
  • Ανεβάζουμε εδώ.
  • Δέσμευση είδους (fantasy, horror, sci fi) δεν υφίσταται. Εξάλλου η άσκηση εξερευνά εξ ορισμού τα cross overs και τις πασης φύσεως διασταυρώσεις.
  • Δέσμευση για πεζό ή ποίηση δεν υπάρχει.
  • Δέσμευση ως προς αριθμό λέξεων επίσης δεν υπάρχει.

Λοιπόν, με σεμνότη (όσο μπορείτε) και προσήλωση...ξεκινάμε!!!!

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Νομίζω πως εδώ έπρεπε να βάλω το λινκ για το ποίημα που σκάρωσα με αφορμή την άσκηση. "Με τον καλύτερο φίλο" λοιπόν, στη βιβλιοθήκη ποίησης, all time MadnJim's classic.:)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Βασικά έπρεπε να το ανεβάσεις κατευθείαν εδώ. Θα το κοιτάξω όταν δεν θα είμαι σε κινητό. Εύγε νέε μου για τη σβελτάδα σου πάντως!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πρέπει να γίνει split από μεγάλο κεφάλι.

Λοιπόν, Σπυράκο. Τι να σου πω, με τον κηδεμόνα σου.

Αλλά δεν είναι το θέμα σου ή οτιδήποτε άλλο, καθώς αυτή τη φορά έχεις προσέξει και το θέμα ομοιοκαταληξία και όλα. Γενικά την πρόσεχες τη ρίμα σου, μπορεί να ξέφευγε κάτι αραιά και που, εδώ όμως όχι. Μια χαρά αλλα αυτό που λέει και ο πρίγκιπας Γουίλιαμ: Αν ήταν λυκάνθρωπος, ναι. Σκύλος, όμως; Όσο αταίριαστο και να είναι δεν είναι μυθικό πλάσμα.

Οπότε θα μας φέρεις πίσω την κόλλα σου διορθωμένη....:D Εννοώ, έχεις διαβολεμένη ευχέρεια σε κάτι τέτοια. Άντε στρώσου, και να το ανεβάσεις κατευθείαν εδώ μετά.

(Αυτό το μήλο που' φαγα

σάμπως βαρύ μου πέφτει

λυγίζουνε τα γόνατα, ζαλίζεται ο νους

καλά να πάθω που 'δωκα

πίστη στον άθλιο κλέφτη

Φοβού και δώρα φέροντες, πάντα, τους Δαναούς...)

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Έφτασεεεεεεε! Μια μικρή γρήγορη τρίπλα, δύο στροφές των τεσσάρων στίχων προστέθηκαν, τώρα υπάρχει και μυθικό ον στο σύμπλεγμα.:)

Με τον καλύτερο φίλο.pdf

  • Like 2
  • Haha 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Λοιπόν όντως είσαι γρήγορος και αποτελεσματικός, σαν υπερσύγχρονο καθαριστικό ένα πράγμα.

Ήταν μία καλή/ αξιέπαινη προσπάθεια, καίτοι άσεμνη και μη αρμόζουσα σε τάξη. Αλλά επειδή τέτοιοι κανόνες φυσικά δεν ισχύουν, ναι, θα έλεγα ότι σαν άσκηση ήταν επιτυχημένη. Καλό το χιούμορ. Ελπίζω όμως όποιο άλλο κείμενο ανεβεί να διαχειριστεί εξίσου το ψυχολογικό υπόβαθρο μίας τέτοιας αταίριαστης σχέσης. Πράγμα που είναι και το βασικό νόημα.

Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σου! Μήλο δεν ξαναπαίρνω από τα χέρια σου!

Edited by Ιρμάντα
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Μια ιστορία χωρίς τέλος! όταν την τέλειωσα μου έδωσε την εντύπωση ότι ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο. στα πλαίσια της άσ κησης, βέβαια, 2500 λέξεις είναι αρκετές. μετά τα σχόλια, θα γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις, οπότε βλέπουμε...

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ.docx

  • Like 3
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Τέτοια θέλω να βλέπω. Εύγε! Επιστρέφω το βραδάκι με σχόλια.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Καλησπέρα, ορίστε το πρώτο μέρος από το πραγματάκι που γράφω. Δοκιμάζω πολλά καινούρια πράγματα με τουτο 'δω και έχω χαρεί που το γράφω. Ευχαριστώ πολύ για την ιδέα και για όποιες διορθώσεις/ ιδέες έχετε να μου προσφέρετε.

Το δεύτερο κομμάτι το γράφω ακόμα και το τρίτο δεν το έχω αποφασίσει 100% αλλά έχω μια γενική ιδέα για το που θέλω να το πάω.

Δικό σας:

Spoiler

 

Η τάξη απαρτιζόταν κυρίως από ανθρώπους και ξωτικά αλλά μερικά σκαντζάρια είχαν αρχίσει να εμφανίζονται περιστασιακά στα μαθήματα. Οι καθηγητές δεν ήταν ακριβώς ενθουσιασμένοι, οι γονείς ήταν κυρίως δυσαρεστημένοι αλλά τα παιδιά περνούσαν τέλεια.

Οι εντάσεις ήταν καθημερινό φαινόμενο ανάμεσα στα παιδιά των ανθρώπων και στα παιδιά των σκαντζάρων. Πολύ σύντομα δημιουργήθηκαν κλίκες, συμμορίες και αναπάντεχες συμμαχίες ανάμεσα στα λιγοστά ξωτικά και τα ακόμη λιγότερα σκαντζάρια. Μπορεί τα ξωτικά να ήταν τα ψηλότερα όλων αλλά στους καβγάδες τα κοντά μα ρωμαλέα πρασινωπά πλασματάκια άντεχαν ξύλο για τρεις. Στα διαλείμματα το προαύλιο μεταμορφωνόταν σε αρένα όπου τα αγόρια των ανθρώπων προκαλούσαν τα ξωτικά, τα σκαντζάρια το έπαιρναν προσωπικά, τα αγόρια έτρωγαν ξύλο, μετά έφερναν τους φίλους τους, ξυλοκοπούσαν ξωτικά και σκαντζάρια και ύστερα επέμβαινε κάποιος καθηγητής, τιμωρούσε τυφλά τους νεόφερτους στη σχολική πραγματικότητα και τους έστελνε σπίτι τους.

Ήταν μια άγραφη συμφωνία που έδειχνε να βολεύει τους πάντες.

Τα παιδιά των ανθρώπων εδραίωναν την εξουσία τους στο Σχολικό Οικοσύστημα, τα σκαντζάρια είχαν το απόγευμα ελεύθερο από το κλουβί του σχολείου και τα ξωτικά είχαν επιτέλους την ησυχία τους. Σε σχέση με πριν τουλάχιστον.

Όλες αυτές οι φασαρίες και ίντριγκες ακολουθούσαν και τα κορίτσια κάθε φυλής, τα οποία ακόμα πιο διψασμένα για αναγνώριση και αποδοχή από τα αγόρια, κατέφευγαν σε πιο “πολιτισμένο” πόλεμο και τεχνικές τρομοκρατίας στα αντίπαλα στρατόπεδα. Οι καβγάδες στον διάδρομο, τα φαρμακερά σχόλια και τα κουτσομπολιά ακολουθούσαν τα κορίτσια σα μαύρο σύννεφο.

Στις τουαλέτες του σχολείου κατέφευγαν συχνά οι αποτυχημένοι και οι ανεπιθύμητοι από κάθε πλευρά, καθώς και εκείνοι οι οποίοι ηττήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον πόλεμο που επικρατούσε μέσα και έξω από τις αίθουσες.

Κάπως έτσι γνώρισε η Άννα τη Μαρί.

Η Άννα είχε κρυφτεί στην αγαπημένη της τουαλέτα και προσπαθούσε να κλαίει όσο πιο σιωπηλά μπορούσε. Για άλλη μία φορά είχε γίνει στόχος εκείνης της ξιπασμένης ξωτικής και της παρέας της. Ο σιωπηλός εξευτελισμός στους διαδρόμους του σχολείου ήταν κάτι που η Άννα είχε πια συνηθίσει. Όταν όμως ο εξευτελισμός την ακολουθούσε μέσα στην τάξη με θεατές ολόκληρο το τμήμα, τα πράγματα γινόντουσαν ανυπόφορα. Το χειρότερο για εκείνη ήταν ότι ποτέ κανείς δεν είπε στην ξωτική να βγάλει το σκασμό. Ακόμα και οι καθηγητές έδειχναν κουρασμένοι και αδιάφοροι στις προσβολές που ακολουθούσαν καθημερινά πλέον την Άννα μέσα στην τάξη. Η λογική της έλεγε ότι δεν πρέπει να δίνει σημασία, αλλά για την Άννα ήταν σχεδόν αδύνατο να μην ασχολείται με τα καυστικά σχόλια για την προφορά της, τα σγουρά της μαλλιά ή το περίεργο της ντύσιμο. Το καταραμένο της χωριό και οι στενόμυαλοι γονείς της την είχαν μετατρέψει σε ένα απροσάρμοστο που ένωνε ολόκληρη την τάξη εναντίον της.

Αυτές περίπου ήταν οι σκέψεις της όταν η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε διάπλατα και άκουσε από τους νιπτήρες την βαθιά, βραχνή φωνή μιας σκαντζαρής να μονολογεί στη διάλεκτο της. Αναγνώρισε πολλές και διάφορες βρισιές ανάμεσα στις μασημένες της προτάσεις μα έχασε κάθε ελπίδα να καταλάβει τι έλεγε όταν άνοιξε η βρύση. Ήξερε ότι ήταν μόνη στις τουαλέτες, καθώς τέτοια ώρα όλοι ήταν σε μάθημα και σε λίγο έπρεπε να επιστρέψει και εκείνη στην αίθουσα της. Η βρύση συνέχισε να τρέχει και η Άννα άρχισε να αναρωτιέται αν η σκαντζαρή την είχε παρατήσει ανοιχτή. Όταν είδε ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα λευκά αθλητικά παπούτσια μπροστά από την πόρτα το αίμα της πάγωσε. Πριν προλάβει να βάλει τον σύρτη, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια μικροκαμωμένη, ακόμα και για σκαντζαρή, κοπέλα, με γαλάζια μαλλιά, σκούρο δέρμα και τα πιο έντονα μοβ μάτια. Φορούσε ένα μισοσκισμένο μπλουζάκι γεμάτο αίματα και ένα παλιό τζιν. Η σκαντζαρή χαμογέλασε εγκάρδια στην Άννα φανερώνοντας ένα κενό δίπλα από τα δύο μπροστινά της δόντια εκεί που έπρεπε να βρίσκεται το πιο μυτερό από όλα.

Από εκείνη τη μέρα και μπρος, η Άννα και η Μαρί ήταν αχώριστες. Στην αρχή τα παιδιά αντέδρασαν με σθένος και μπόλικη χωλή στην απρόσμενη τους φιλία, όμως αποδείχθηκε ότι η Άννα έδινε τις πιο έξυπνες απαντήσεις όταν είχε δίπλα της την Μαρί και όταν ζόριζαν τα πράγματα η σκαντζαρή μοίραζε κλωτσιές και δαγκωνιές όπου και όσο την έπαιρνε. Σύντομα το πήραν χαμπάρι και οι δάσκαλοι που ανησύχησαν για το μέλλον της νεαρής Άννας και έσπευσαν να ενημερώσουν τους γονείς της οι οποίοι με τη σειρά τους της απαγόρευσαν να βλέπει την Μαρί.

Μετά από αμέτρητους καυγάδες και τιμωρίες ιστορικών διαστάσεων, η Άννα αναγκάστηκε να ξεκόψει από την Μαρί και να εντατικοποιήσει τις επισκέψεις της στην εκκλησία. Αυτός όμως ο χωρισμός είναι κάτι που κράτησε ελάχιστα καθώς τα κορίτσια άρχισαν να βρίσκονται έξω από το σχολείο, στο πυκνό δάσος κοντά στο χωριό ή ακόμα και τα βράδια που το είχαν σκάσει από τα σπίτια τους.

Όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο περισσότερο τα κορίτσια ξετρύπωναν τρόπους να επικοινωνούν και να συνεννοούνται από απόσταση. Οι κρυψώνες τους είχαν γίνει αμέτρητες και τα παιχνίδια τους με τον καιρό διαδέχθηκαν όνειρα, σχέδια απόδρασης από το χωριό και ένας έρωτας που ήρθε τόσο φυσικά όσο το νεράκι που κατεβαίνει κάθε άνοιξη από το βουνό αφού λιώσουν τα χιόνια. Τον αρχικό ενθουσιασμό και τη χαρά ακολούθησαν ένα μόνιμο σφίξιμο στο στήθος και ο παγερός φόβος ότι κάποιος θα τις δει μαζί. Δεν ήταν αρκετά κακό που ήταν και οι δύο κοπέλες, έπρεπε να είναι και από διαφορετική φυλή! Η θρησκεία της Άννας πριν λίγα χρόνια είχε σταματήσει να καίει τα Ξωτικά και τους σκαντζάρους, αν και τις λεσβιάζουσες ακόμα τις κρεμούσαν στην πλατεία. Εκτός αν ήταν και μάγισσες. Τότε τις καίγανε.

Τα βράδια η Άννα το έσκαγε από το παράθυρο της σοφίτας και έτρεχε μέχρι τις παρυφές του δάσους όπου την περίμενε η Μαρί. Αφού χανόντουσαν βαθιά μέσα στις σκιές του έπιαναν η μία το χέρι της άλλης σφιχτά και κατηφόριζαν μέχρι τη σπηλιά δίπλα από τον καταρράχτη που τα περισσότερα βράδια του καλοκαιριού περνούσαν παρέα. Μιλούσαν με τις ώρες για τις ιδέες που ξεχείλιζαν από τα έφηβα μυαλά τους και για τον άδικο κόσμο που τις φιλοξενούσε. Άλλες φορές άφηναν τα ρούχα τους στην όχθη της λίμνης, σκαρφάλωναν τον μικρό καταρράχτη και έκαναν βουτιές μέχρι να τις πονέσουν τα αφτιά τους ή απλά ξάπλωναν αγκαλιά και άκουγαν το δάσος γύρω τους.

Η Μαρί είχε σταματήσει το σχολείο χρόνια τώρα για να εργαστεί, όπως η υπόλοιπη οικογένειά της, στο ορυχείο κοντά στο χωριό. Είχε περιγράψει τις μέρες τις στην Άννα ως ανυπόφορες, ατελείωτες και απίστευτα κουραστικές και δεν περίμενε την ώρα να μαζέψει αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσει να ασχοληθεί με το πραγματικό της πάθος, τη μαγειρική. Φυσικά ήταν ανήκουστο μια σκαντζαρή να δουλεύει σε κουζίνα, αλλά είχε ακούσει ελπιδοφόρες ιστορίες από την Πόλη. Η Άννα την άκουγε ευλαβικά και θαύμαζε το θάρρος και την υπομονή που έκανε στην καθημερινότητά της. Οι δικές τις μέρες περνούσαν νωχελικά και ήρεμα, με τις μοναδικές εντάσεις να απαρτίζονται από τον περιστασιακό καυγά με τους γονείς της.

Όλα όμως άλλαξαν όταν η Μαρί σταμάτησε να εμφανίζετε στα ραντεβού τους.

 

 

  • Like 4
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Το κείμενο μοιάζει περισσότερο με περίληψη παρά με αφήγηση. Για μένα ήθελα πολλά στοιχεία να προστεθούν δίνει την αίσθηση ότι βιάζεσαι να το αποδώσεις. Παρόλα αυτά περιμένω να το δω  ολοκληρωμένο για τελικές προτάσεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Νομίζω ότι πιο σωστό θα ήταν τιμωρίες επικών διαστάσεων.

Μου αρέσει η ιστορία αν και την πας με το γρήγορο ρυθμό, προφανώς για να μη βγει πολύ μεγάλων διαστάσεων. Θα ήθελα να διαβάσω και τα υπόλοιπα.

Κάποια ιδέα δεν έχω να συνεισφέρω αλλά αν διαβάσω και το δεύτερο ίσως έχω κάποια πρόταση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

@Elli Sketo Η ιστορία σου μου άρεσε. Σε επίπεδο άσκησης έχεις ανταποκριθεί στο ζητούμενο. Έχουμε απαγορευμένο έρωτα, βασικά πιο απαγορευμένο δεν γίνεται, έχουμε αταίριαστο ζευγάρι και συνάμα μία αρκετά σαφή ματιά στην ψυχολογία των κοριτσιών. Όντως σου βγαίνει μεγάλο και επίσης να παρατηρήσω ότι θα έπρεπε, ως έχει, να βγει ακόμη μεγαλύτερο. Τα στοιχεία που παραθέτεις είναι πάρα πολλά, το πράγμα δείχνει να έχει βάθος, πλάτος, διαστάσεις τέλος πάντων. Όλη η κοινωνία και η δομή της. Τα σκατζάρια που δουλεύουν σε ορυχεία (πως και γιατί), που είναι ανήκουστο να δουλεύουν σε μαγειρίο, ας πούμε (πώς και γιατί), ο ρατσισμός/ σχολικός εκφοβισμός μεταξύ των διαφορετικής φυλής μαθητών. Πώς κατέληξαν όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι σε ένα σχολείο; Αφού μάλιστα ζούμε σε κοινωνία όπου ακόμη οι μάγισσες καίγονται; Ποιας θρησκείας και ποιου δόγματος είναι η εκκλησία; Τί ορυχείο είναι αυτό που δουλεύουν και οι νεαρές κοπέλες;

Φυσικά κάτι μου λέει ότι κάποια από αυτά τα πραγματεύεσαι στο επόμενο μέρος. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία σου, και αν καθήσεις να τη χτενίσεις λίγο στο λογοτεχνικό της κομμάτι θα γίνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Δείχνει σε κάποια σημεία να είναι πιο πολύ παράθεση ιδεών παρά ιστορία. Έλλη, βάλε τα καλά σου και φέρε μας τη συνέχεια.

Περιμένουμε!

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Αγαπητέ μου ΜadnJim μια χαρά σε βρίσκω, το ενέταξες μια χαρά το ποιηματάκι στην άσκηση χωρίς καν να φαίνεται ότι είναι προσθήκη! Άντε και με τον Κέρβερο την επόμενη φορά!

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim
5 hours ago, WILLIAM said:

Αγαπητέ μου ΜadnJim μια χαρά σε βρίσκω, το ενέταξες μια χαρά το ποιηματάκι στην άσκηση χωρίς καν να φαίνεται ότι είναι προσθήκη! Άντε και με τον Κέρβερο την επόμενη φορά!

Χμ, ωραία ιδέα! Thx William! :thmbup:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Λοιπόν, ποστάρω κι εγώ την ιστορία με τη λυκάνθρωπο και το κορίτσι. Δεν είναι τόσο ιστορία, όσο στιγμιότυπο. Νομίζω ότι είναι λίγο άθλια, αλλά η προσπάθεια μετράει.

 

Η φοβερή προστασία.docx

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Έγραψα κι εγώ μια βλακειούλα που μου 'ρθε, έτσι για το καλό.

 

Spoiler

 

Τα νερά κι οι εποχές και τ' άστρα

 

Κάτω απ’ τις ανθισμένες δαμασκηνιές, το χιόνι λάμπει μαλακό κι αφράτο, απάτητο από πόδια ανθρώπινα ή θεϊκά. Στην άλλη όχθη του ποταμού, οι εποχές μένουν αιώνια παγωμένες κάπου ανάμεσα στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Ο Σινμπάο ζηλεύει το χιόνι που χαϊδεύει τα πέλματα της αγάπης του. Ζηλεύει και τις δαμασκηνιές που τη σκιάζουν και που προσφέρουν στήριγμα στους τρυφερούς της ώμους. Φθονεί τα ανθάκια που ποθούν την ιερή της όψη και πέφτουν απ’ τα κλαδιά μόνο και μόνο για μια ευκαιρία να στολίσουν τα μαλλιά της. Και τι δεν θα ’δινε να ήταν στη θέση τους. Μα τους χωρίζουν τα νερά κι οι εποχές και τ’ άστρα. Στη δική του μεριά έχει καλοκαιριάσει. Το κοπάδι του βόσκει λίγο πιο πέρα· τα ζώα έχουν ήρεμη ιδιοσυγκρασία, σπάνια του προκαλούν προβλήματα. Βγάζει τον αυλό του και, με το βλέμμα κολλημένο απέναντι, αρχίζει να παίζει.

Δεν αργεί να εμφανιστεί. Είναι ντυμένη στα γαλάζια κι από τα βλέφαρά της κρέμονται κρύσταλλοι. Μαύρα μαλλιά στραφταλίζουν σ’ έναν ήλιο που στη μια όχθη είναι θολός και ψυχρός και στην άλλη ζεστός και καθάριος. Το πάλλευκο δέρμα της είναι καμωμένο από χιλιάδες χιονονιφάδες, είναι ολάκερη μαλακό κρύσταλλο, ανθρώπινη κι απάνθρωπη ταυτόχρονα. Τα χείλη της μοιάζουν κυανά λουλούδια, τα μάτια της, μαύρα κι αυτά, έχουν το χρώμα του χειμώνα, το χρώμα του νερού. Στην παγωνιά, η ανάσα της αχνίζει γαλάζια. Τιανλάν, ζωή μου, τραγουδάει ο αυλός. Τιανλάν, κυανό μου σύννεφο.

Κάποτε τον έλεγαν απλώς Μπάο, αυτός που ανθίζει. Ήταν υπάκουος γιος, το καμάρι των γονιών του. Το μέλλον του ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο, μα θα το δεχόταν στωικά και μ’ ευγνωμοσύνη, γιατί έτσι είχε μάθει. Μέχρι τη μέρα που η Τιανλάν κατέβηκε απ’ τον ουρανό, απ’ το παλάτι της πέρα απ’ τα αστέρια. Ο Μπάο την πόθησε με το που την είδε γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Ήταν ένας βοσκός, ένα σκληρό, ζεστό κορμί που λίγα χρόνια θα μετρούσε. Κι αυτή ήταν χιόνι και δροσοσταλιά, είχε δει τον κόσμο να γεννιέται κι είχε βαδίσει στο Ταό για περισσότερο καιρό απ’ όσον υπήρχαν άνθρωποι κι ανάσαιναν. Και τον ευλόγησε με το στόμα της και με τα δάχτυλά της και μ’ όλη τη γλύκα του ουρανού, εκείνη που έσταζε ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Μα ποιος θνητός αξίζει να αγαπήσει την κόρη του Πράσινου Δράκου; Κανείς, πόσο μάλλον ο ταπεινός Μπάο. Ο Δράκος έριξε το ποτάμι ανάμεσά τους. Τα νερά και τις εποχές και τ’ άστρα. Κι εκείνος, από Μπάο έγινε Σινμπάο, αυτός που ανθίζει χίλιες φορές, γιατί χίλιες φορές την είχε γυρέψει στις όχθες που τους χώριζαν και χίλιες φορές θα τη γύρευε ακόμα, ως να σωθούν τα χρόνια του όλα.

Τιανλάν, δροσιά στα στήθια μου, Τιανλάν, μέλι της πλάσης, ψέλνει ο αυλός και τα γαλάζια χείλη ανθίζουν για χάρη του, μόνο για χάρη του. Ένα-ένα, τα υφάσματα που ντύνουν τη μορφή της γλιστράνε, πέφτουν απ’ τους κομψούς της ώμους σαν ψιχάλα. Η θέα του γυμνού κορμιού της τον ζαλίζει, μα καταφέρνει να μη χάσει ούτε μια νότα. Κάτω απ’ τα μικρά της πόδια, το χιόνι παραμένει αφράτο, παραμένει απάτητο. Ξαπλώνει στην όχθη, προσέχοντας να μην αγγίξει τα νερά ανάμεσά τους. Τον κοιτάει με μάτια υγρά κι ένα λαχάνιασμα γαλάζιο φεύγει απ’ το στόμα κι απ’ τα ρουθούνια της.

Όταν τους χώρισε το ποτάμι γέλασαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να ξεγελάσουν τον Δράκο, πως η αγάπη τους ήταν πιο δυνατή από εκείνον που είχε γεννηθεί μαζί με το Ταό και που το είχε μπουσουλήσει πριν το περπατήσει. Κι αν τους χώριζαν τα νερά, τι μ’ αυτό, θα σμίγαν στα νερά. Μα το ποτάμι ήταν λάβα ζεματιστή για την Τιανλάν και παγερός χειμώνας για τον Σινμπάο και κανείς απ’ τους δύο δεν μπορούσε να φτάσει τον άλλο και να ζήσει.

Τον κοιτάει κι αγγίζει τα μικρά της στήθη, γλιστράει δάχτυλα μέσα της κι αγκομαχάει από ηδονή. Δεν αρκεί, δεν αρκεί, ακούει την απεγνωσμένη της φωνή μες στο μυαλό του. Σε χρειάζομαι. Ούτε να μιλήσουν δεν μπορούν, τα λόγια τους χάνονται μες στη βουή των υδάτων. Κι ο Σινμπάο κάνει το μόνο που μπορεί, το μόνο που κάνει πάντα. Της πετάει τον αυλό του. Χίλιους αυλούς έχει πετάξει και θα πετάξει άλλους χίλιους, ως να σωθούν οι ανάσες του όλες και πια να μη μπορεί να παίξει. Εκείνη τον πιάνει, βρίσκει τη μεριά που άγγιζαν τα χείλη του και τη σπρώχνει μέσα της. Αυτός λύνει το παντελόνι του και χαϊδεύεται, όλο του το κορμί πονάει από ανάγκη για την Τιανλάν του, ψελλίζει τ’ όνομά της, μα είναι λίγο, είναι τίποτα για κάποιον που έχει γευτεί τα πάντα. Κοιτιούνται στα μάτια, ψιθυρίζουν λόγια που δεν ακούγονται, τρέμουν και φλέγονται και σκάνε ταυτόχρονα, σαν τα πυροτεχνήματα που στολίζουν τους ουρανούς στην απαρχή κάθε καινούριου χρόνου.

Μα το ποτάμι κυλάει ακόμη ανάμεσά τους κι ο Δράκος είναι ακόμη πιο δυνατός απ’ την αγάπη κι οι άνθρωποι είναι ακόμη ανάξιοι για τις θεές. Μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν στις όχθες  κι ο Σινμπάο θα παίξει τον αυλό του κι η Τιανλάν θα λύσει τις ρόμπες της.  

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

@MadnJim

Ρε συ! Μπράβο! Φοβερό το μέτρο σου, για πρώτη φορά το έχεις κρατήσει από την αρχή ως το τέλος αψεγάδιαστο, εύγε! Ντάξει, γέλασα μάλλον περισσότερο απ' όσο έπρεπε, αλλά υποθέτω ότι αυτός ήταν και ο σκοπός. Πετυχημένο το βρήκα στα πλαίσια της άσκησης και σίγουρα δεν φαντάστηκα ότι θα σκεφτόταν να πάει κανείς προς ποίηση. Και πάλι μπράβο.

@John Ernst

Ωραία προσπάθεια, μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο σου κείμενο που διάβασα (αυτό του διαγωνισμού), τα κομμάτια της Λήδας με το "πλάσμα" ήταν πολύ ατμοσφαιρικά, η αλλαγή οπτικής στον σύζυγο όμως δεν δούλεψε ιδιαίτερα καλά. Και το τέλος με άφησε λίγο με τη χαρά, περίμενα κάτι παραπάνω, ίσως κάτι να έχασα κιόλας, δεν ξέρω. Πάντως, και στη δική σου περίπτωση έχεις επιτύχει το ζητούμενο της άσκησης και μπορώ να πω πως θα διάβαζα ευχάριστα ένα λίγο μεγαλύτερο διήγημα που να διαχειρίζεται καλύτερα το τέλος του.

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst
11 hours ago, elgalla said:

 

@John Ernst

Ωραία προσπάθεια, μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο σου κείμενο που διάβασα (αυτό του διαγωνισμού), τα κομμάτια της Λήδας με το "πλάσμα" ήταν πολύ ατμοσφαιρικά, η αλλαγή οπτικής στον σύζυγο όμως δεν δούλεψε ιδιαίτερα καλά. Και το τέλος με άφησε λίγο με τη χαρά, περίμενα κάτι παραπάνω, ίσως κάτι να έχασα κιόλας, δεν ξέρω. Πάντως, και στη δική σου περίπτωση έχεις επιτύχει το ζητούμενο της άσκησης και μπορώ να πω πως θα διάβαζα ευχάριστα ένα λίγο μεγαλύτερο διήγημα που να διαχειρίζεται καλύτερα το τέλος του.

Όντως, το λέω και στην αρχή, η ιστορία μου ανοίγει την όρεξη χωρίς να δίνει κάποιο τέλος. Σε σύγκριση με την προηγούμενη ιστορία είχα περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου, μόνο που όταν το ανάπτυξα σκέφτηκα δύο διαφορετικές πλοκές. Στη μία περίπτωση το πλάσμα συνέχιζε τις επιθέσεις σε διάφορες γυναίκες, στη δεύτερη ερχόταν το πολυπόθητο νεογνό, μόνο που παρουσίαζε κάποια ανωμαλία (ήταν για παράδειγμα ο Αντίχριστος!). Και στις δύο περιπτώσεις αναπτυσσόταν ένα πολύ μεγάλο κείμενο, ίσως και νουβέλα, με μια τόσο κοινότυπη πλοκή που δε μου έκανε όρεξη να συνεχίσω. Γι' αυτό το σταμάτησα εκεί που μου όριζε η άσκηση, και ίσως να βρω καλύτερο τρόπο να το αναπτύξω κάποια στιγμή. 

Τώρα με τους επιλόγους αυτών που γράφω υπάρχει όντως θέμα, που δε γνωρίζω πως θα το λύσω. Δεν έχω εμπειρία σε σύντομες ιστορίες, όλες μου οι προσπάθειες είναι κάπως μεγάλες, εκείνο που δουλεύω, ουσιαστικά, αυτόν τον καιρό είναι στις 28000 λέξεις, με επίλογο που σκέφτομαι ολική αναθεώρηση αυτού που  ήδη έχω γράψει. Πάντως, το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να γράψω μικρές ιστορίες και ακόμα δοκιμάζω πράγματα. Ίσως με το χρόνο και την άσκηση λυθούν αυτά τα ζητήματα. 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst
18 hours ago, elgalla said:

Έγραψα κι εγώ μια βλακειούλα που μου 'ρθε, έτσι για το καλό.

 

Αν είναι αυτή βλακειούλα... Επικό, ατμοσφαιρικό, έντονες κορυφώσεις. Καλή χρήση του λόγου, ζωντανές εικόνες. Θα μπορούσε να φτάσει εύκολα ένα επίπεδο πιο πάνω, να συγκινήσει. Δεν το κατάφερε για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι δεν είχε πρωτοτυπία, σε πολλά σημεία κάτι μου θύμιζε. Ο δεύτερος είναι ότι ήταν σύντομο. Δεν ξέρω αν ένα μεγαλύτερο κείμενο, ίσως διπλάσιο ή τριπλάσιο θα κρατούσε τον ίδιο ρυθμό και την ίδια λυρικότητα. Πάντως θα άξιζε να το προσπαθούσες.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla
45 minutes ago, John Ernst said:

Αν είναι αυτή βλακειούλα... Επικό, ατμοσφαιρικό, έντονες κορυφώσεις. Καλή χρήση του λόγου, ζωντανές εικόνες. Θα μπορούσε να φτάσει εύκολα ένα επίπεδο πιο πάνω, να συγκινήσει. Δεν το κατάφερε για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι δεν είχε πρωτοτυπία, σε πολλά σημεία κάτι μου θύμιζε. Ο δεύτερος είναι ότι ήταν σύντομο. Δεν ξέρω αν ένα μεγαλύτερο κείμενο, ίσως διπλάσιο ή τριπλάσιο θα κρατούσε τον ίδιο ρυθμό και την ίδια λυρικότητα. Πάντως θα άξιζε να το προσπαθούσες.

Ε, πόνημα του μισάωρου. Δεν ήθελα να γράψω παραπάνω, παρόλο που υπάρχει ολόκληρη ιστορία στο μυαλό μου που αφορά τη Γαλάζιο Σύννεφο και την εμπλοκή της στην Επανάσταση των Μαχητών (Boxer Rebellion) στην Κίνα. Είναι για άλλη φορά και θα ξέφευγε πολύ το πράγμα από το ζητούμενο της άσκησης. :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Α αυτό θα ήταν ενδιαφέρον, τι σχέση θα είχε ο μύθος με την εξέγερση των Μποξερ;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη
20 hours ago, elgalla said:

Έγραψα κι εγώ μια βλακειούλα που μου 'ρθε, έτσι για το καλό.

 

  Reveal hidden contents

 

Τα νερά κι οι εποχές και τ' άστρα

 

Κάτω απ’ τις ανθισμένες δαμασκηνιές, το χιόνι λάμπει μαλακό κι αφράτο, απάτητο από πόδια ανθρώπινα ή θεϊκά. Στην άλλη όχθη του ποταμού, οι εποχές μένουν αιώνια παγωμένες κάπου ανάμεσα στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Ο Σινμπάο ζηλεύει το χιόνι που χαϊδεύει τα πέλματα της αγάπης του. Ζηλεύει και τις δαμασκηνιές που τη σκιάζουν και που προσφέρουν στήριγμα στους τρυφερούς της ώμους. Φθονεί τα ανθάκια που ποθούν την ιερή της όψη και πέφτουν απ’ τα κλαδιά μόνο και μόνο για μια ευκαιρία να στολίσουν τα μαλλιά της. Και τι δεν θα ’δινε να ήταν στη θέση τους. Μα τους χωρίζουν τα νερά κι οι εποχές και τ’ άστρα. Στη δική του μεριά έχει καλοκαιριάσει. Το κοπάδι του βόσκει λίγο πιο πέρα· τα ζώα έχουν ήρεμη ιδιοσυγκρασία, σπάνια του προκαλούν προβλήματα. Βγάζει τον αυλό του και, με το βλέμμα κολλημένο απέναντι, αρχίζει να παίζει.

 

Δεν αργεί να εμφανιστεί. Είναι ντυμένη στα γαλάζια κι από τα βλέφαρά της κρέμονται κρύσταλλοι. Μαύρα μαλλιά στραφταλίζουν σ’ έναν ήλιο που στη μια όχθη είναι θολός και ψυχρός και στην άλλη ζεστός και καθάριος. Το πάλλευκο δέρμα της είναι καμωμένο από χιλιάδες χιονονιφάδες, είναι ολάκερη μαλακό κρύσταλλο, ανθρώπινη κι απάνθρωπη ταυτόχρονα. Τα χείλη της μοιάζουν κυανά λουλούδια, τα μάτια της, μαύρα κι αυτά, έχουν το χρώμα του χειμώνα, το χρώμα του νερού. Στην παγωνιά, η ανάσα της αχνίζει γαλάζια. Τιανλάν, ζωή μου, τραγουδάει ο αυλός. Τιανλάν, κυανό μου σύννεφο.

 

Κάποτε τον έλεγαν απλώς Μπάο, αυτός που ανθίζει. Ήταν υπάκουος γιος, το καμάρι των γονιών του. Το μέλλον του ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο, μα θα το δεχόταν στωικά και μ’ ευγνωμοσύνη, γιατί έτσι είχε μάθει. Μέχρι τη μέρα που η Τιανλάν κατέβηκε απ’ τον ουρανό, απ’ το παλάτι της πέρα απ’ τα αστέρια. Ο Μπάο την πόθησε με το που την είδε γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Ήταν ένας βοσκός, ένα σκληρό, ζεστό κορμί που λίγα χρόνια θα μετρούσε. Κι αυτή ήταν χιόνι και δροσοσταλιά, είχε δει τον κόσμο να γεννιέται κι είχε βαδίσει στο Ταό για περισσότερο καιρό απ’ όσον υπήρχαν άνθρωποι κι ανάσαιναν. Και τον ευλόγησε με το στόμα της και με τα δάχτυλά της και μ’ όλη τη γλύκα του ουρανού, εκείνη που έσταζε ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Μα ποιος θνητός αξίζει να αγαπήσει την κόρη του Πράσινου Δράκου; Κανείς, πόσο μάλλον ο ταπεινός Μπάο. Ο Δράκος έριξε το ποτάμι ανάμεσά τους. Τα νερά και τις εποχές και τ’ άστρα. Κι εκείνος, από Μπάο έγινε Σινμπάο, αυτός που ανθίζει χίλιες φορές, γιατί χίλιες φορές την είχε γυρέψει στις όχθες που τους χώριζαν και χίλιες φορές θα τη γύρευε ακόμα, ως να σωθούν τα χρόνια του όλα.

 

Τιανλάν, δροσιά στα στήθια μου, Τιανλάν, μέλι της πλάσης, ψέλνει ο αυλός και τα γαλάζια χείλη ανθίζουν για χάρη του, μόνο για χάρη του. Ένα-ένα, τα υφάσματα που ντύνουν τη μορφή της γλιστράνε, πέφτουν απ’ τους κομψούς της ώμους σαν ψιχάλα. Η θέα του γυμνού κορμιού της τον ζαλίζει, μα καταφέρνει να μη χάσει ούτε μια νότα. Κάτω απ’ τα μικρά της πόδια, το χιόνι παραμένει αφράτο, παραμένει απάτητο. Ξαπλώνει στην όχθη, προσέχοντας να μην αγγίξει τα νερά ανάμεσά τους. Τον κοιτάει με μάτια υγρά κι ένα λαχάνιασμα γαλάζιο φεύγει απ’ το στόμα κι απ’ τα ρουθούνια της.

 

Όταν τους χώρισε το ποτάμι γέλασαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να ξεγελάσουν τον Δράκο, πως η αγάπη τους ήταν πιο δυνατή από εκείνον που είχε γεννηθεί μαζί με το Ταό και που το είχε μπουσουλήσει πριν το περπατήσει. Κι αν τους χώριζαν τα νερά, τι μ’ αυτό, θα σμίγαν στα νερά. Μα το ποτάμι ήταν λάβα ζεματιστή για την Τιανλάν και παγερός χειμώνας για τον Σινμπάο και κανείς απ’ τους δύο δεν μπορούσε να φτάσει τον άλλο και να ζήσει.

 

Τον κοιτάει κι αγγίζει τα μικρά της στήθη, γλιστράει δάχτυλα μέσα της κι αγκομαχάει από ηδονή. Δεν αρκεί, δεν αρκεί, ακούει την απεγνωσμένη της φωνή μες στο μυαλό του. Σε χρειάζομαι. Ούτε να μιλήσουν δεν μπορούν, τα λόγια τους χάνονται μες στη βουή των υδάτων. Κι ο Σινμπάο κάνει το μόνο που μπορεί, το μόνο που κάνει πάντα. Της πετάει τον αυλό του. Χίλιους αυλούς έχει πετάξει και θα πετάξει άλλους χίλιους, ως να σωθούν οι ανάσες του όλες και πια να μη μπορεί να παίξει. Εκείνη τον πιάνει, βρίσκει τη μεριά που άγγιζαν τα χείλη του και τη σπρώχνει μέσα της. Αυτός λύνει το παντελόνι του και χαϊδεύεται, όλο του το κορμί πονάει από ανάγκη για την Τιανλάν του, ψελλίζει τ’ όνομά της, μα είναι λίγο, είναι τίποτα για κάποιον που έχει γευτεί τα πάντα. Κοιτιούνται στα μάτια, ψιθυρίζουν λόγια που δεν ακούγονται, τρέμουν και φλέγονται και σκάνε ταυτόχρονα, σαν τα πυροτεχνήματα που στολίζουν τους ουρανούς στην απαρχή κάθε καινούριου χρόνου.

 

Μα το ποτάμι κυλάει ακόμη ανάμεσά τους κι ο Δράκος είναι ακόμη πιο δυνατός απ’ την αγάπη κι οι άνθρωποι είναι ακόμη ανάξιοι για τις θεές. Μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν στις όχθες  κι ο Σινμπάο θα παίξει τον αυλό του κι η Τιανλάν θα λύσει τις ρόμπες της.  

 

 

 

Συμφωνώ απόλυτα με τον John Ernst. Αν αυτό είναι βλακειούλα...

Είχε πάρα πολύ ωραία ατμόσφαιρα και κατάφερες, σ' ένα μικρό κείμενο, να βάλεις όλη την ιστορία του ζευγαριού. Συγχαρητήρια!

Μου άρεσε επίσης πολύ το ανατολίτικο πλαίσιο της ιστορίας. Αλήθεια, εμπνεύστηκες από κάποιον υπαρκτό κινέζικο μύθο;

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

@Νίκη

Ναι, είναι βασισμένη σε έναν γνωστό κινέζικο μύθο σχετικό με την κόρη του Jade Emperor (η μεγαλύτερη θεότητα του ταοϊσμού)

@WILLIAM

Ελπίζω ότι θα το δείτε κάποια στιγμή στις οθόνες σας ^_^

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Ανεβάζω κι εγώ το ανοσιούργημά μου.

Σχόλια για τις υπόλοιπες, επιτρέψτε μου από αύριο γιατί είμαι κομμάτια :)

 

Spoiler

 

Γοργόνες και μάγκες

 

Είχα βαρεθεί να τον ακούω.

«Μάγκα μου, οι κοκκινωπές έχουν τα καλύτερα λέπια! Σου γαργαλάν τη μαλαπέρδα και βογκάς από ευχαρίστηση!»

Κάθε βράδυ, στο ίδιο μπαρ, μετά το τρίτο ποτήρι μπύρα, μου εξιστορούσε τα γαμήσια που έκανε στο μπουρδέλο με τις γοργόνες. Σιχαμάρα σκέτη. Μα, με λέπια;

«Και να σε ρωτήσω, ρε συ Σώτο, πόσο καιρό έχεις να πας με πραγματική γυναίκα;»

Το ποτήρι παραλίγο να του πέσει από τα χέρια, σάλια ανακατεμένα με αφρούς έτρεξαν στα μούσια του.

«Ποια αληθινή γυναίκα, ρε μαλάκα. Τι να κλάσουν αυτές πλέον. Εκεί κάτω, χύνεις στο νερό, αφήνεις το αλάτι να γεμίσει το στόμα σου και ταξιδέυεις σ' άλλες πολιτείες. Καύλα, σε λέω!»

«Και δε φοβάσαι;»

Πήγε να πιάσει το ποτήρι αλλά τελικά σκούπισε τα γένια του με μία βρώμικη χαρτοπετσέτα.

«Αναπνέω ακόμα, σωστά; Κι όσο αναπνέω θα γαμάω γοργόνες και θα πίνω μπύρες!»

Βέβαια, όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι τρελές μούφες. Είχα ακούσει κι από άλλους ότι, εκτός από τα μαγαζιά, τα θέατρα με φυσαλίδες και τις σχολές κολύμβησης, κάτω στο βυθό λειτουργούσαν και μπουρδέλα με γοργόνες. Δεν είχα πάει ποτέ, δεν είχα σκοπό να πάω. Σκεφτόμουν μία ουρά με λέπια να τρίβεται πάνω στο πουλί μου και ξέρναγα το μεσημεριανό μου.

Κι όλα αυτά, με αντάλλαγμα ανάσες από τον αέρα σου. Από τον αέρα μας. Οι γοργόνες τον ήθελαν, τον χρειάζονταν, για ποιον λόγο, κανείς δεν ήξερε. Αντί για ευρώ, άφηνες δύο ανάσες, αυτές ρουφούσαν σαν ηλεκτρική σκούπα, κι είχες ό,τι ήθελες. Από φύκια και μεταξωτές κορδέλες μέχρι παραστάσεις μέσα στο νερό, μαθήματα κολύμβησης, σεξ με λέπια.

Ο Σωτήρης ήταν πολλά πράγματα, αλλά ψεύτης δεν ήταν. Ειδικά για κάτι τέτοιο. Αποφάσισα λοιπόν να κατέβω για δεύτερη φορά στο βυθό να το ανακαλύψω μόνος μου μιας και την πρώτη φορά, αγόρασα μόνο ένα πολύχρωμο κοχύλι το οποίο κατάντησε να γίνει βάζο.

 

Προμηθεύτηκα την απαραίτητη στολή με τις φιάλες οξυγόνου, έκλεισα εισιτήρια με το πρώτο ταχύπλοο και ξαμολήθηκα στην ανοιχτή θάλασσα. Ο κόσμος αρκετός, κάποιοι πρωτάρηδες σαν κι εμένα, κάποιοι άλλοι πάλιουρες με το τσιγάρο στο στόμα. Είχα μία ανεξήγητη φαγούρα στα χέρια μου λες και δεκάδες μυρμήγκια έσκαβαν το δέρμα μου για να βρουν τροφή. Έκανα βήματα πάνω κάτω στο σκάφος όταν τ' αυτιά μου έπιασαν κομμάτια από μία συζήτηση παραπέρα.

«Είμαι έτοιμος, θα την κλέψω σήμερα. Έχω ετοιμάσει κι ενυδρείο να την βάλω».

«Ρε, μαλάκα, πώς θα την βγάλεις από το βυθό; Θα κυκλοφορείς με μία γοργόνα που δε θα μπορεί να αναπνεύσει στη πλάτη; Σοβαρέψου».

«Το χω κανονίσει, έννοια σου. Η Νρλαχ θα γίνει απόψε δικιά μου».

Όλα αυτά έμοιαζαν με συζήτηση τρελών που έχουν τυλίξει τα χέρια στη μέση τους και κολυμπάν στα ούρα τους. Κι όμως, συνέβαιναν στ' αλήθεια, εδώ πάνω σε ένα σκάφος που μας πήγαινε στη πόλη του βυθού.

Όταν φτάσαμε, φορέσαμε τις στολές μας, μας ενημέρωσαν ότι σε τρεις ώρες έπρεπε να επιστρέψουμε και βουτήξαμε. Η κατάβαση ήταν αρκετά εύκολη, ένα μεγάλο αυτόματο σχοινί σε βοηθούσε να προσανατολιστείς, ωρίς να σε παρασύρει το ρέμα του νερού. Είχα δει μία φορά την πόλη αλλά δεν ήταν αρκετή για να μη θαμπωθώ από το θέαμά της.

Σπίτια φτιαγμένα από κοράλλια, βράχους και πολύχρωμες πέτρες. Δρόμοι που είχαν χαραχτεί στη βάση του βυθού, μονοπάτια φτιαγμένα από φύκια που στροβιλίζονταν γύρω από κτήρια που σε σχήμα θύμιζαν κάθε λογής θαλάσσιο είδος: αστερίες, χταπόδια, αχινούς. Όλο το σκηνικό έμοιαζε βγαλμένο από παιδικό παραμύθι.

Μοναδική παραφωνία ήταν η ανθρώπινη παρουσία, μέσα σε κάτι τόσο μαγευτικό. Οι γοργόνες, θηλυκές κι αρσενικές, βρίσκονταν πίσω από πάγκους, μέσα σε μαγαζιά, κολυμπούσαν. Και ανάμεσά τους, μία αρμάδα από στολές κατάδυσης. Άνθρωποι κάθε λογής που αγόραζαν ό,τι μπορούσαν, με αντάλλαγμα λίγες από τις ανάσες τους.

Πάτησα τα πόδια μου στο έδαφος και ενεργοποίησα τα βαρίδια της στολής για να μη με σηκώσει η άνωση του νερού. Το βάδισμα ήταν αρκετά δύσκολο αλλά δεν είχα σκοπό να πάω μακριά. Είχα εντοπίσει από ψηλά ένα κτίριο, αρκετά πιο σκοτεινό και απομακρυσμένο από τα υπόλοιπα, κι ήξερα ότι εκεί πιθανότατα να έβρισκα αυτό που έψαχνα.

Το κτίριο ήταν χαμηλό με πολλά μικρά όστρακα παρατεταγμένα στο πλάι του. Η είσοδος ήταν αρκετά χαμηλή, έπρεπε να σκύψω για να περάσω. Κόσμος τριγύρω δεν υπήρχε, μόνο μία γριά γοργόνα καθόταν πάνω σε ένα βράχο και με περιεργαζόταν.

«Δεν έχουμε ανοίξει ακόμα», μου είπε κι απόρησα με την καθαρότητα της φωνής της.

«Ναι, κοιτάω γενικά, δεν έχω σκοπό να αγοράσω ακόμα».

Ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε πέρα, προς την πόλη.

«Αλήθεια», της είπα και γύρισε πάλι προς εμένα, «τι πουλάτε;»

Χαμογέλασε και σηκώθηκε. Η ουρά της ακουμπούσε ελαφρά στην άκρη στο έδαφος και κολύμπησε με μεγάλη ευκολία προς το μέρος μου.

«Αν δεν δεις, δεν θα καταλάβεις. Όποιος αγόρασε, έμεινε ευχαριστημένος πάντως».

Μου έπιασε το χέρι και με οδήγησε στο εσωτερικό. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ένιωθα σαν την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Μόνο που αντί για λαγό, πιθανότατα είχα μαζί μου μία γοργόνα τσατσά.

Περάσαμε από έναν χώρο υποδοχής και μετά σε έναν μικρό διάδρομο. Δεξιά κι αριστερά, κουρτίνες έκρυβαν την είσοδο από χώρους που υπέθεσα ότι ήταν «δωμάτια».

«Τα κορίτσια... ετοιμάζονται;» ρώτησα όλο νόημα.

«Πρωτάρης, έτσι; Θα στο κάνω απλό. Με δύο ανάσες, σου δίνω την κοκκινούλα μας. Δεν έχουμε ανοίξει επίσημα αλλά λέω να κάνω μία εξαίρεση... φαίνεσαι νοστιμούλης».

Κοντοστάθηκα και κοίταξα πίσω. Ή θα έφτανα ως το τέλος, ή θα έκανα μεταβολή, θα επέστρεφα πίσω και θα άκουγα τον Σώτο να μου λέει πώς τραβούσε μαλακία σκεπτόμενος τα λέπια μίας γοργόνας.

«Ας είναι. Πάμε», της είπα και τίναξα τα πόδια μου λες κι ετοιμαζόμουν να τρέξω μαραθώνιο. Με οδήγησε στο τέλος του διαδρόμου κι άνοιξε την κουρτίνα στα δεξιά. Ξαπλωμένο πάνω σε ένα πέτρινο κρεβάτι, ήταν το πιο υπέροχο πλάσμα που είχα δει. Κόκκινα μαλλιά, στητά στήθη, κατάλευκο δέρμα, μία λαμπερή ουρά με κόκκινη κι ασημένια απόχρωση.

«Νρλαχ, σήκω. Σου έχω έναν πρωτάρη, μούρλια. Μία μπουκιά θα τον κάνεις».

Η «τσατσά» μου έκλεισε το μάτι και μας άφησε μόνους. Η Νρλαχ άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε. Στην αρχή σάλεψε λίγο η ουρά της, μετά τίναξε τα χέρια πίσω και χασμουρήθηκε. Μικρές φυσαλίδες βγήκαν από το στόμα της.

«Γεια σου...;»

«Νίκος. Χάρηκα», της είπα κι έτεινα το χέρι μου. Χαμογέλασε, χωρίς να μου δώσει το δικό της.

«Γεια σου, Νίκο. Με έπιασες στον ύπνο, κυριολεκτικά. Δώσε μου λίγο χρόνο να ετοιμαστώ κι είμαι δική σου».

Σηκώθηκε κι άρχισε να κολυμπάει με αργές κινήσεις στο δωμάτιο. Έκατσα στο κρεβάτι, μαγκωμένος, τρέμοντας από αγωνία. Δε χόρταινα να την κοιτάω, τα μάτια της έμοιαζαν να κρύβουν μέσα τα πιο λαμπερά μαργαριτάρια, η ουρά της γέμιζε με χρώματα το βλέμμα μου.

«Θες να σε πληρ-»

«Μετά, στο τέλος. Την ώρα που τελειώνεις, ανοίγεις το στόμα, παίρνω τις ανάσες μου κι αυτό ήταν».

Ο τρόπος που το ξεστόμισε, τόσο απλά και ξέρα, με τάραξε. Συνειδητοποίησα ξανά που βρισκόμουν και το τι ήμουν έτοιμος να κάνω.

«Εμ... βασικά, άστο. Το μετάνιωσα. Δεν, δεν είναι για μένα αυτά».

Σηκώθηκα να φύγω και με κοίταξε απορημένη. Την ώρα που πήγα να βγω έξω, κοντοστάθηκα και την κοίταξα.

«Νρλαχ, είπες σε λένε;»

Εκείνη έγνεψε. Θυμήθηκα τη κουβέντα στο σκάφος. Θα την κλέψω απόψε και θα την βάλω στο ενυδρείο μου...

Έτρεξα καταπάνω της κι αυτή κολύμπησε προς τα πίσω υψώνοντας τα χέρια μπροστά.

«Μη τολμήσεις, ξέρω να παλεύω».

Χαμογέλασα.

«Δε θα σου κάνω κακό. Για την ακρίβεια, θέλω να σε προειδοποιήσω. Κάποιοι τύποι, ένας με γκρίζα μαλλιά και μούσια κι ένας ψηλός, αδύνατος, θέλουν να σε απαγάγουν».

Η Νρλαχ με κοίταξε. Στην αρχή γούρλωσε τα μάτια και μετά έβαλε τα γέλια.

«Ο Ντίνος; Αποκλείεται! Εντάξει, είναι λίγο τρελούτσικος για μένα, αλλά όχι και να με απαγάγει. Πώς δηλαδή, θα με φορτώσει στη πλάτη και θα με ρίξει σε κάνα ενυδρείο;»

Την κοίταξα, γέρνοντας το κεφάλι στη πλάτη και γνέφοντας ελαφρά.

Τότε ήταν που γούρλωσε τα μάτια και της ξέφυγε μία μικρή κραυγή.

«Τον μαλάκα! Γι' αυτό όλο με ρωτούσε προχθές τι ώρα δουλεύω σήμερα, πότε σχολάω κι όλα αυτά. Πώπω, τι θα κάνω; Πρέπει να το πω στην Μπζερ, πρέπει να ειδοποιήσει τους φύλακες-»

«Έλα μαζί μου».

Δεν ξέρω γιατί το είπα αυτό. Δεν ξέρω κι ακόμα και τώρα να με ρωτήσετε, πάλι ψέμματα θα σας πω.

«Μαζί σου; Πού; Κι εσύ να με κλέψεις θες;»

Σήκωσα τα χέρια μου απολογητικά.

«Όχι, όχι, παρεξήγηση. Μαζί μου, να κρυφτούμε κάπου μέχρι να φύγουν κι οι τελευταίοι. Σε δύομιση ώρες το σκάφος φεύγει και δεν υπάρχει άλλο για σήμερα. Μετά, ειδοποιείς την ασφάλεια ώστε να ενημερώσουν εμάς στην επιφάνεια και να τους συλλάβουν. Εδώ θα δημιουργηθεί μεγάλο επεισόδιο αν το βγάλεις φόρα παρτίδα».

Έδειξε να το καλοσκέφτεται μέχρι που με κοίταξε με τα φρύδια χαμηλωμένα.

«Μισό λεπτό... εσύ γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Κι αν το δεχτώ αυτό, πώς θα φύγεις εσύ μετά αν δεν υπάρχει άλλο σκάφος;»

«Γιατί...» και τότε όρμησα και τη φίλησα με πάθος κι αυτή ανταπέδωσε, αγκαλιάζοντάς με, και ρίχνοντάς με στο κρεβάτι.

Αυτό έγινε στο μυαλό μου. Στην πραγματικότητα έμεινα με ένα γιατί απλά να αιωρείται σαν πορδή στο νερό.

«Εντάξει, άστο, κατάλαβα. Θες να λες την ιστορία στα φιλαράκια σου πώς έσωσες μία πόρνη γοργόνα από τα χέρια ενός καυλωμένου παρανοϊκού».

«Νρλαχ, πριν έρθω εδώ δεν πίστευα καν ότι μπορούν να βρεθούν ερωτικά ένας άνθρωπος με μία γοργόνα. Τώρα που σε βλέπω... δεν ξέρω, μπορεί και ναι. Είσαι ένα ιδιαίτερο πλάσμα, ένα πλάσμα που σίγουρα δεν αξίζει την τύχη που την περιμένει. Αυτή τη στιγμή, μου αρκεί να σε βοηθήσω. Θα προσπαθήσω να επιστρέψω τελευταίος στο σκάφος, αφού έχουν φύγει αυτοί οι δύο».

Η Νρλαχ έκλεισε τα μάτια για μία στιγμή και τ' άνοιξε πάλι. Ήθελα πολύ να με εμπιστευτεί, δεν ήξερα ακόμα πώς είχα μπλέξει σε κάτι τέτοιο και γιατί δεν έπαιρνα τα κουλά μου να φύγω από εκεί μέσα. Ίσως, σκέφτομαι ίσως, γιατί με κοιτούσε μ' αυτόν τον τρόπο.

«Δεξιά από εδώ, αν περάσεις την ροζ κουρτίνα και στρίψεις αριστερά, θα βγεις στο πίσω μέρος του κτηρίου. Πήγαινε εκεί και περίμενέ με».

Άπλωσα τα χέρια να την αγκαλιάσω. Δίστασε αλλά τελικά με αγκάλιασε κι αυτή. Τα λέπια της, ήταν υπέροχα.

Βγήκα από το κτίριο και κοίταξα το οξυγόνο στη στολή μου. Έμεναν λίγο παραπάνω από δύο ώρες. Δεν υπήρχαν και πολλά μέρη να κρυφτούμε, θα έπρεπε να απομακρυνθούμε αρκετά για να μη μας εντοπίσουν οι δύο μαλάκες από το σκάφος. Η Νρλαχ βγήκε μετά από δέκα λεπτά, τυλιγμένη με ένα καφέ ένδυμα φτιαγμένο από φύκια. Με οδήγησε αρκετά μέτρα πιο μακριά από το μπουρδέλο, πίσω από δύο μεγάλους βράχους, γεμάτους με αχινούς.

Η ώρα πέρασε γρήγορα. Η Νρλαχ μου μίλησε για τη ζωή της, για την αλλαγή που συνέβη δύο χρόνια πριν, όταν ξεκίνησαν οι επαφές με το ανθρώπινο είδος. Πώς ξεκίνησε να πουλάει χειροτεχνίες, πώς μετά αναγκάστηκε να αλλάξει δουλειά γιατί έπεφτε θύμα κλοπών και στο τέλος να δουλέψει για την Μπζερ μιας κι η ομορφιά της αποδείχτηκε χρυσωρυχείο.

«Η αλήθεια είναι», είπα καθώς χάιδεψα απαλά την ουρά της, «ότι όσα είχα ακούσει για εσάς μου φαίνονταν τρελά ψέμματα. Μέχρι που-»

«Μέχρι πού;» μου είπε, καθώς κάθισε απλά πάνω στα πόδια μου.

«Μέχρι που τα μάτια μου δε μπορούσαν να αμφισβητήσουν αυτό που είδαν», της είπα και σήκωσα τη μάσκα μου την ώρα που ενώσαμε τα χείλια μας. Η ανάσα μου έγινε ανάσα της, το οξυγόνο μου, οξυγόνο της. Ο μετρητής βαρούσε σα δαιμονισμένος, οι φιάλες άδειαζαν, έπρεπε να σταματήσω αλλά δε μπορούσα. Τραβήχτηκα απότομα, κατέβασα τη μάσκα, ήπια νερό, έβηξα.

«Συγνώμη», μου είπε κι έσκυψε από ντροπή, «δε το ήθελα, το εννοώ!»

Πήρα βαθιές ανάσες και τότε κατάλαβα ότι αν έμενα περισσότερο, κινδύνευα να γίνω το επόμενο αξιοθέατο στη πόλη του βυθού.

«Πρέπει να φύγω. Σχεδόν όλοι πρέπει να έχουν επιστρέψει τώρα στο σκάφος, όταν απομακρυνθούμε, ειδοποίησε την ασφάλειά σας. Δε νομίζω να ρισκάρει κανείς τις σχέσεις που έχουμε για δύο καθάρματα».

Η Νρλαχ έγνεψε κι άρχισε να κολυμπάει μαζί μου προς το σημείο που ήταν στερεωμένο το αυτόματο σχοινί που θα με ανέβαζε στο σκάφος. Η πόλη είχε αδειάσει, μόνο γοργόνες είχαν μείνει πια που μάζευαν την πραμάτεια τους.

Έπιασα το σχοινί, τη χαιρέτισα, μου έστειλε ένα φιλί από μακριά και μου έγνεψε «Θέλω να σε ξαναδώ». Της έκανα μία υπόκλιση κι άρχισα να ανεβαίνω.

Στην αρχή ένιωσα θλίψη, μετά το στομάχι μου πετάρισε μία στιγμή, ύστερα χαμογέλασα κι έκλεισα τα μάτια. Τα χέρια μου ακόμα είχαν την υφή από τα λέπια της, το στόμα μου τη γεύση από τα χείλια της, το μυαλό μου το πράσινο των ματιών της.

Ήταν γοργόνα κι ήμουν άνθρωπος.

Και το μόνο που θα είχα για πάντα μαζί της, ήταν τρεις ώρες τη μέρα.

Μόνο τρεις ώρες. Κι αυτές, για κάποιον λόγο, μου έμοιαζαν σαν μία ολόκληρη ζωή.

 

 

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

@John Ernst Καλώς ήρθες στην τάξη μας, στη  παρέας μας, ό,τι και να πεις σωστό θα είναι! Μερικές παρατηρήσεις για την ιστορία σου, που όντως ανοίγει την όρεξη και μας αφήνει χωρίς κυρίως πιάτο:

·         Υπάρχουν κεριά παραφίνης, μελισσοκέρια, σπαρματσέτα. Υπάρχουν και λάμπες ασετιλίνης (και λάμπες παραφίνης). Από όσο ξέρω δεν υπάρχουν κεριά ασετιλίνης.

·         Μου άρεσε πολύ το πλάσμα σου, το οποίο περιγράφεις χωρίς να περιγράφεις. Κάποια κομμάτια του διαλόγου δεν με βρήκαν τόσο σύμφωνη γιατί μου φάνηκαν κάπως σύγχρονα από μεριάς του. Κάπως υπερβολικά φιλοσοφημένα. Ένα τέτοιο πλάσμα κατά την άποψή μου θα μιλούσε ίσως ακόμη πιο ποιητικά, αλλά χωρίς διάθεση κριτικής, ας πούμε για το πώς λειτουργούν οι άνθρωποι και τα λοιπά.

·         Στο τέλος δεν κατάλαβα αν η γυναίκα έπεσε σε κώμα μετά το ζευγάρωμά της με το πλάσμα, αν έγινε κιόλας ζευγάρωμα. Έφταιγε αυτό; Με άφησες με την εντύπωση πως η γυναίκα θα έμενε έγκυος. Αν όμως έπεσε σε κώμα…δεν ξέρω.

·         Επίσης μου άρεσε που κάθισες και έγραψες ολόκληρο διήγημα. Πίστεψέ με, έχουμε δει πολύ πιο πρόχειρες δουλειές σε διαγωνισμούς και παιχνίδια του sff. Έχει πολύ ενδιαφέρον το υλικό σου και θα μου άρεσε να το έβλεπα πιο ολοκληρωμένο.

 

Ευχαριστούμε πολύ για τη συμμετοχή σου!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
This topic is now closed to further replies.

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..