Jump to content
Sign in to follow this  
Mournblade

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.

Recommended Posts

Mournblade

Όνομα Συγγραφέα: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος
Είδος: Τρόμος
Βία; Ε, κάτι ψιλά
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3850, χωρίς τίτλο & αστερίσκους
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Συμμετοχή στον 48ο διαγωνισμό σύντομης ιστορίας με θέμα: Εξορία
Αρχείο:  word & pdf, scroll down στα συνημμένα.

 

 

                                                                                   Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.

 

                                      

     Ο Σεργκέι τινάχτηκε απότομα από τον ύπνο, παίρνοντας μια βιαστική ανάσα. Αδέξια βήματα ακούγονταν από τον διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Είχε ξεχάσει την πόρτα του σαλονιού ανοικτή. Το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από το παράθυρο της κουζίνας ήταν αρκετό ώστε να μπορέσει να διακρίνει την μορφή του Εμίν που στεκόταν όρθιος στην είσοδο. Πάλι τον είχε πάρει ο ύπνος διαβάζοντας στον καναπέ.

     «Τι συμβαίνει αγόρι μου;» ρώτησε, ανασηκώνοντας το κεφάλι.

     «Παππού, είδα ένα άσχημο όνειρο».

      Ο Σεργκέι ανακάθισε βαρυγκωμώντας. Οι αρθρώσεις του κορμιού του έτριξαν με θόρυβο. Δεν ήταν νέος πια. Ο οργανισμός του δεν δεχόταν εύκολα τα απότομα ξυπνήματα. 

     «Νόμιζα πως είχαμε ξεπεράσει αυτή τη φάση προ πολλού».

     Ο Εμίν δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι, γεμάτος ντροπή.

      Ο Σεργκέι άναψε το μικρό διακριτικό φως του λαμπατέρ που χρησιμοποιούσε για την ανάγνωση τα βράδια, και καλοκοίταξε τον δεκαεπτάχρονο εγγονό του. Πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο χλωμό. Προς στιγμήν, ανησύχησε.

     «Τι συμβαίνει αγόρι μου; Έλα, πλησίασε».

     Ο νεαρός, ολοφάνερα ζαλισμένος, παραπάτησε ως το μέρος του και ξάπλωσε στον καναπέ, χρησιμοποιώντας το κορμί του ως προσκεφάλι.

      Ο Σεργκέι τον αγκάλιασε.  Αυτή η κίνηση έφερε στον νου του θύμησες από τότε που ο μικρός είχε χάσει τους γονείς του. Έτσι έκανε και τότε, όταν είχε κλειστεί στον εαυτό του. Ήταν ο δικός τους σιωπηρός τρόπος επικοινωνίας, η συνήθεια που τους είχε κρατήσει ενωμένους. Καθόντουσαν για ώρα στον καναπέ, χαζεύοντας τους άδειους τοίχους, χαμένοι στις σκέψεις τους.

      «Δεν έχω ξαναδεί πιο ζωντανό όνειρο παππού», απολογήθηκε ο νεαρός. «Ήταν λες και ήμουν εκεί. Στη συντέλεια του κόσμου».

     Ο Σεργκέι τον κοίταξε με περιέργεια, ανασηκώνοντας το δεξί του φρύδι.

     «Στη συντέλεια του κόσμου;»

     «Του πρώτου κόσμου».

     Ο ηλικιωμένος άντρας αναστέναξε απαλά.

     «Και τι είδες δηλαδή;»

     «Ο κόσμος ήταν φωτιά, ο ήλιος παγωμένος. Ολόγυρα είχε ένα στεφάνι από πάγο. Ένα ουράνιο τόξο τον σκέπαζε. Δεν είναι εύκολο να το περιγράψω… Ήταν τόσο παράξενο. Τα πάντα κινούνταν αρμονικά, με τάξη: οι μέλισσες, τα φύλλα που παρέσυρε ο αέρας. Αν πετούσες κάτι ψηλά, αυτό προσγειωνόταν απαλά, σαν πούπουλο. Το θαλασσινό νερό έμοιαζε με υδράργυρο που κάποιος είχε σκορπίσει. Τεράστιες υδάτινες σφαίρες είχαν γίνει οι ωκεανοί, και ο βυθός κρυβόταν στο κέντρο τους! Τα κύματα ήταν αλλόκοτα. Πήγαιναν μπρος-πίσω, σαν εκκρεμές. Η βροχή… η βροχή ήταν πολύχρωμη! Στράγγιζε στα σταματημένα σύννεφα, κάτω από έναν ουρανό βαμμένο σαν βιτρό. Η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη. Διαυγής. Μύριζε γλυκά, σαν γιασεμί. Μυριάδες άστρα ήταν ορατά τη μέρα. Γυάλινοι ήλιοι που άστραφταν σαν εκτυφλωτικά πετράδια».

    Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Εικόνες από το όνειρο του μικρού, πυροδότησαν τη φαντασία του. 

    «Ήταν τόσο όμορφα. Τόσο ειρηνικά. Τα πάντα ήταν φτιαγμένα ώστε να διαρκούν. Ώστε να μην φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου. Ώσπου εμείς, οι άνθρωποι, κάναμε το αδιανόητο. Αρπάξαμε ό,τι πιο απαγορευμένο. Τότε όλα τα κακά της γης ξεχύθηκαν στον κόσμο. Τα πάντα αφήνιασαν. Ο κόσμος ολόκληρος ξεκίνησε να καταρρέει. Οι όμορφες λευκές φλόγες έσβησαν. Τρόμοι γεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες. Οτιδήποτε έπιανα στα χέρια μου, τριβόταν. Μια μαυρίλα σκέπασε τα πάντα, μια απόκοσμη δίνη. Ξαφνικά άκουσα μια βροντερή φωνή να ραγίζει τα ουράνια:

     Ο χρόνος αναστράφηκε. Η μέρα που τα πάντα άλλαξαν, είναι σήμερα. Ο Αφανισμός θα σημάνει την εποχή της κάμψης». 

     Ο Σεργκέι τον κοίταξε γεμάτος δυσπιστία. Που στο διάολο τα είχε ακούσει όλα αυτά; Το παιδί του περιέγραφε μια βιβλική καταστροφή.

     Για αρκετή ώρα δεν μίλησε κανείς, ως συνήθως.

     Το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούσαν έξω από τα παράθυρα. Ο Εμίν, ήρεμος πια, ακούμπησε στο στήθος του Σεργκέι και κοίταξε το ταβάνι. Η χαρακτηριστική μυρωδιά του οινοπνεύματος που χρησιμοποιούσε ο παππούς του όταν ήθελε να ξυριστεί, μιας και απεχθανόταν τις λοσιόν ξυρίσματος, έφτασε ως τα ρουθούνια του. Η οικειότητα που ένιωσε, τον έκανε αμέσως να αισθανθεί καλύτερα.

    «Και τι έγινε μετά;»

     «Με κατάπιε το σκοτάδι. Ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα δάσος. Ένα δάσος που άρχισε να αλλάζει γύρω μου, να μαραζώνει. Ένας μακρύς διάδρομος από σκελετωμένα δέντρα απλώθηκε μπροστά μου. Άρχισε να βρέχει· και το ξεραμένο, γεμάτο ρωγμές χώμα, γέμισε με λάσπες. Άκουγα παντού γύρω μου το νερό να στάζει».

    Ο νεαρός δίστασε.

    «Τότε… τότε ήταν που είδα Εκείνη».

    «Ποια Εκείνη;»

    «Εκείνη», επανέλαβε όλο νόημα ο Εμίν.

    Ο Σεργκέι δίστασε.

    «Την Παναγία εννοείς;»

    Ο Εμίν ένευσε θετικά.

    «Η μορφή της ίσα που διακρινόταν μέσα στο μισοσκόταδο. Αμέσως κατάλαβα ποια ήταν. Το νερό δεν την άγγιζε. Οι σκιές τρεμόπαιζαν πίσω της: το δάσος καιγόταν από μια μαύρη φλόγα. Είχε το δεξί της χέρι υψωμένο. Μου απαγόρευσε να πλησιάσω».

    Ο Σεργκέι ανακάθισε. Δεν είχε τον μικρό για θρήσκο.

    «Και τι έγινε μετά;»

    «Με κατέκλυσε το δέος. Έγινα ένα με το χώμα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω. Η θέρμη που εξέπεμπε ήταν βάλσαμο, κι ένιωσα, βαθιά μέσα μου, πως ήταν η μόνη που μπορούσε να με καταλάβει. Ένιωσα ξεγυμνωμένος· από κάθε σκέψη, από κάθε αμαρτία. Άγγιξε το κεφάλι μου, και χαμογέλασε. Το ένιωσα, όπως νιώθεις τον ήλιο να βγαίνει μέσα από τα σύννεφα με τα βλέφαρα σφαλιστά. Τα δέντρα άρχισαν να λυσσομανάνε. Υποκλίνονταν μπροστά της. Ζήτησα συγχώρεση, κι εκείνη, αφού πρώτα στράφηκε πίσω, είπε:

 

     Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ.

     Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει.

     Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα. Κάψε τη σαρκοφάγο.

 

      Τότε όλα μαύρισαν. Για αρκετή ώρα έβλεπα οράματα που δεν είχαν κανένα νόημα. Έπειτα ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Μου πήρε ώρα να συνέρθω».

     Ο Σεργκέι εξεπλάγην, νιώθοντας τις τρίχες στον σβέρκο να ανασηκώνονται.

     «Ποια σαρκοφάγο;» ρώτησε.

     «Τη σαρκοφάγο που βρήκατε με τη γιαγιά Ιβάνα σ’ εκείνον τον αρχαίο, εγκαταλειμμένο φάρο της Μαύρης Θάλασσας, όταν ήσασταν δώδεκα χρονών. Τότε που η γιαγιά έπεσε στον σφραγισμένο τύμβο κάτω από το δώμα και την περιστροφική σκάλα. Στο σημείο που το δάπεδο βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα».

     «Δεν σου έχω πει ποτέ αυτή την ιστορία! Καλά καλά ούτε εγώ δεν τη θυμάμαι».

    «Την είδα στο όνειρο, παππού. Αποτυπώθηκε μέσα μου σαν κάτι που έζησα εγώ ο ίδιος».

    Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Δεν ήταν δυνατόν. Θα του την είχε πει σε ανύποπτη φάση η αδερφή του, η Ιβάνα. Έψαχναν έναν φίλο που είχε χαθεί. Έναν φίλο που ποτέ δεν επέστρεψε. Το ποδήλατο του είχε βρεθεί κοντά στον όρμο. Όλοι έψαξαν, μα κανείς δεν βρήκε τίποτα. Όμως εκείνοι ήξεραν.

   Ήξεραν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον φάρο.

    Έτσι, ένα πρωινό που έβρεχε, μόλις οι αρχές παράτησαν την υπόθεση, πήγαν να ψάξουν καλύτερα.

     Η θάλασσα ήταν αγριεμένη και φυσούσε δυνατά. Αυτό όμως δεν τους πτόησε. Ανέβηκαν στην κορυφή, έψαξαν ολόγυρα, κοίταξαν στα βράχια. Δεν βρήκαν τίποτα. Όμως ξαφνικά, όταν ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, το χειρότερο συνέβη: Το δάπεδο υποχώρησε και η Ιβάνα γκρεμίστηκε σ’ έναν κρυφό χώρο που ένας θεός ήξερε πόσο καιρό είχε να ανοιχτεί. Ως και τα ανοίγματα του ήταν σφραγισμένα.

     Της φώναζαν για ώρα, μα τίποτα δεν ακουγόταν. Είχε λιποθυμήσει. Ήταν πολύ ψηλά για να δοκιμάσουν να κατέβουν να τη βοηθήσουν. Δύο παιδιά έσπευσαν να ζητήσουν βοήθεια, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν και προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν φωνάζοντας. Τότε εκείνη ξύπνησε, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κολλήσει στον τοίχο και να ουρλιάζει τρομοκρατημένη.

     Λίγο πριν λιποθυμήσει ξανά, φώναξε πανικόβλητη:

 

     Η σαρκοφάγος! Άνοιξε! Τρέξτε, τρέξτε να σωθείτε! 

 

      Όταν έφτασαν τα διασωστικά συνεργεία, το μόνο που βρήκαν ήταν την Ιβάνα να κείτεται αναίσθητη μέσα στη στάχτη. Δεν υπήρχε καμία σαρκοφάγος. Στο νοσοκομείο δεν θυμόταν τίποτα, παρά έναν απροσδιόριστο τρόμο που τριβέλιζε στις άκρες του μυαλού της.

     Από τότε, άλλαξε. Έγινε σκληρόκαρδη. Μοναχική. Δεν χαμογελούσε, εκμεταλλευόταν τους πάντες, και ξέχασε τι πάει να πει συμπόνια. Αποξενώθηκε απ’ όλους. Παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία έναν ηλικιωμένο τραπεζίτη που πνίγηκε στη θάλασσα δυο χρόνια μετά τον γάμο. Το μόνο που την ένοιαζε πια ήταν, είτε να συγκεντρώνει πλούτη ,είτε να χαίρει της εύνοιας εκείνων που βρίσκονταν σε θέση εξουσίας, ως η μοναδική κληρονόμος των Βάλντας που είχε πραγματικά προκόψει.

     Μετά τον ξαφνικό θάνατο των αδερφών τους, έλαβε ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία γιατί ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος με το να προσπαθεί να απεξαρτηθεί από την κοκαΐνη. Έφυγε από την Οδησσό, αποτραβήχτηκε στα ανατολικά Καρπάθια Όρη, στο χωριό Παλιανίυτσια. Αγόρασε ένα αρχοντικό, κι ένα παλιό αποστακτήριο βότκας από έναν χρεωκοπημένο παραγωγό, κι έκτοτε διέμενε εκεί, απομονωμένη, μακριά από τη βαβούρα του Κίεβου ή τη λιακάδα της Οδησσού όπου είχαν μεγαλώσει.

     «Παππού, δεν θέλω να μείνουμε με τη γιαγιά. Δεν θέλω να φύγουμε από την Οδησσό», παρακάλεσε ο Εμίν.

     Ο Σεργκέι αναστέναξε.

     «Το ξέρω αγόρι μου. Δεν γίνεται όμως. Έχουμε σοβαρά οικονομικά προβλήματα».

     Το παιδί έσκυψε το κεφάλι.

     «Είμαστε τυχεροί που προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει. Είναι κάτι που δεν συνηθίζει να κάνει».

     «Τι να κάνουμε εκεί; Είναι το πιο μουντό και καταθλιπτικό μέρος σ’ ολόκληρη την Ουκρανία».

     «Είναι πάμπλουτη. Τη χρειαζόμαστε. Θα κάνεις υπομονή έναν χρόνο. Θα στρωθείς στο διάβασμα και θα πάρεις την υποτροφία. Έπειτα μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου όπως ακριβώς επιθυμείς».

     Ο Εμίν δεν μίλησε.

     Το στήθος του πλάκωνε ένα βάρος.

 

      Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει.

 

     Τελικά, δεν άντεξε: ξεφούρνισε αυτό που είχε στο μυαλό του.

     «Παππού;»

     «Ναι;»

     «Τη φοβάμαι τη γιαγιά».

     Ο Σεργκέι δίστασε.

     «Τι φοβάσαι δηλαδή;»

     «Φοβάμαι τον τρόπο που με κοιτάει».

     Ο Σεργκέι στράφηκε να τον κοιτάξει. Σοβαρολογούσε.

     «Πως σε κοιτάει δηλαδή;» ρώτησε, νιώθοντας άβολα ξαφνικά.

     «Με λαχτάρα. Σαν να ανυπομονεί να μείνει μόνη μαζί μου».

      

 

                                           ***

 

     Στον δρόμο για το πέρασμα Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο Εμίν έπαιζε με τον παλιό Zippo του μπαμπά του. Δεν κάπνιζε, όμως επειδή ήξερε πόσο πολύ εκείνος αγαπούσε τον αναπτήρα του, όντας μανιώδης καπνιστής από μικρή ηλικία, δεν τον αποχωριζόταν ποτέ. Ήταν το μοναδικό αντικείμενο που του είχε μείνει από εκείνους.

    Όλα τα υπόλοιπα τα είχαν πάρει οι τράπεζες.

    «Παππού, θα μας φτάσει η βενζίνη;»

    Ο Σεργκέι σκυθρώπιασε, προσπαθώντας να αγνοήσει το καντράν.

     «Το ελπίζω. Μόνο κάτι ψιλά μας έχουν απομείνει».

     Χαϊδεύοντας αφηρημένα τα γένια του, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Οι βουνοκορφές των Καρπαθίων ήταν εκθαμβωτικές: τα πρώτα χιόνια είχαν ντύσει τις κορυφές στα λευκά. Διάφανα νέφη ομίχλης αιωρούνταν χαμηλά, κρύβοντας το πέρασμα στις σκιές και τη θολούρα μιας καταποντισμένης στο βαθυπράσινο χρώμα χώρας. Βρισκόντουσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ουκρανίας, σ’ ένα από τα πιο παρθένα μέρη της Ευρώπης. Είχαν ταξιδέψει μέσα από πυκνά δάση, από δρόμους σκιερούς, κάτω από απότομες πλαγιές που στεφάνωναν τα μονοπάτια με συστάδες από αρχαία έλατα και ρηχές λιμνούλες, θορυβώδη ποτάμια και κρυφούς καταρράκτες. Ως και μια αρκούδα συνάντησαν νωρίς το μεσημέρι, να τους κοιτάει ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων, καθώς επεξεργαζόταν το κουφάρι ενός λύγκα που μόλις πρόσφατα είχε ψοφήσει.

     Από τη στιγμή που πέρασαν το Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο καιρός χάλασε. Ο ήλιος κρύφτηκε, τα χρώματα πήραν να μουνταίνουν. Ένα ψιλόβροχο έφερε ο νοτιάς, θάβοντας τα βουνά μέσα στην καταχνιά του απομεσήμερου.

      Φτάνοντας στο Παλιανίυτσια, δεν συνάντησαν ψυχή. Το χωριό έμοιαζε ερημωμένο. Η καρδιά του Εμίν βούλιαξε από απογοήτευση. Ήταν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Από μακριά διέκριναν το παλιό αρχοντικό, που ορθωνόταν άκαμπτο στην κορφή του λόφου. Στο λιβάδι της ανατολικής πλαγιάς, αντίκρισαν το εγκαταλειμμένο αποστακτήριο: ένα ογκώδες κτίριο κτισμένο από πλίνθους και ξύλινα πατώματα. Τα σιδερένια παράθυρα είχαν μαυρίσει από τις αναθυμιάσεις. Τα ανοίγματα του υπογείου ίσα που διακρίνονταν ανάμεσα στο ψηλό χορτάρι και τα παρατημένα καδρόνια.

     Παρκάροντας το αυτοκίνητο στην αυλή, ο Εμίν ένιωσε να ζαλίζεται. Το κρύο ήταν ανυπόφορο. Ένα θεόρατο νέφος ομίχλης κατέβαινε από το βουνό.

     Η Ιβάνα τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού, με τα χέρια σταυρωμένα.

     Μόλις την είδε, η καρδιά του Εμίν σφίχτηκε.

     Το πρόσωπο της ήταν χλωμό, άκαμπτο, κι όπως πάντα, αντιπαθητικό.

     «Γεια σου αδελφή. Χρόνια έχουμε να ανταμώσουμε», είπε ο Σεργκέι.

     «Σιμώστε, μπείτε μέσα», απάντησε εκείνη. «Ο καιρός άλλαξε. Σε λίγο θα νυχτώσει».

     Εκείνοι δεν μίλησαν. Μπήκαν μέσα στο παλιό αρχοντικό και μια παγωνιά τους τύλιξε. Το σκοτάδι έσπευσε να τους υποδεχτεί· μπαλώματα αιωρούμενης σκόνης παρασύρθηκαν από το ρεύμα του αέρα που είχε τρυπώσει μέσα από την ανοικτή πόρτα.

Η Ιβάνα έκλεισε την είσοδο με πάταγο, και χωρίς να βγάλει άχνα, σύρθηκε ως το παράθυρο. Κοιτούσε αμίλητη, με σκεπτικό ύφος, την καταχνιά που τύλιγε το Παλιανίυτσια, λες και είχε ξεχάσει τους επισκέπτες που μόλις είχαν μπει στο σπίτι της. Στον Εμίν έκανε εντύπωση πόσο τρομακτικά γερασμένη έδειχνε, κι ας ήταν μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη από τον Σεργκέι. Ούτε ένα φως δεν ήταν ανοικτό στο σπίτι.

     «Αντάρα έρχεται πάντα με την άπνοια», ανακοίνωσε τελικά βραχνά, σε δυσοίωνο τόνο. «Σαν να φέρνει κακό αυτή η ομίχλη».

     Ο Σεργκέι έριξε μια ματιά στον εγγονό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της.

    «Μη λες τέτοια. Τρομάζεις το παιδί».

    Η Ιβάνα χαμογέλασε ψεύτικα. Τα δόντια της ήταν χαλασμένα.

    «Ελάτε, μη χολοσκάτε», είπε τάχα αμέριμνα, βαδίζοντας στο βάθος του διαδρόμου. «Ετοίμασα κάτι ειδικά για την περίσταση. Τσάι δικής μου έμπνευσης. Τίποτα καλύτερο έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι. Μόλις πιείτε, θα νιώσετε ξαλαφρωμένοι».

    Το ισόγειο του αρχοντικού ήταν ζοφερό, γεμάτο μούχλα και υγρασία. Είχε να ζεσταθεί για χρόνια. Ο Σεργκέι και ο Εμίν κοιτάχτηκαν μεταξύ τους επιφυλακτικά, γεμάτοι απορία. Ήταν κανονικό αχούρι. Δεκάδες κλουβιά κείτονταν σκεπασμένα στο σαλόνι, ανάμεσα από σκουπίδια και παρατημένα σκουριασμένα αντικείμενα. Η Ιβάνα πλησίασε και ξεσκέπασε ένα από δαύτα. Ο κούκος που βρισκόταν μέσα στο κλουβί άρχισε να κρώζει δυνατά. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές ξεσηκώθηκαν και τα υπόλοιπα πουλιά. Έκρωζαν τόσο δυνατά, που ο Εμίν ξέχασε πως βρισκόντουσαν σε σπίτι και όχι σε πτηνοτροφείο. Το δάπεδο ήταν λερωμένο από τα περιττώματα τους. Το σαλόνι βρωμοκοπούσε. 

    Η Ιβάνα σκέπασε ξανά το κλουβί και απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς την κουζίνα.

    «Τι στο διάολο…» μουρμούρισε ο Σεργκέι. «Πως ζεις έτσι; Γιατί έβαλες τους κούκους μέσα στο σπίτι;»

   Η Ιβάνα τον κοίταξε, παρατεταμένα, και δεν απάντησε.

    «Για συντροφιά», είπε τελικά. «Νιώθω οικειότητα μαζί τους. Με συγκινεί το κάλεσμα τους».

    Ο Εμίν ένιωσε τα μηνίγγια του να σφυροκοπάνε. Η παρουσία της γιαγιάς του προκαλούσε ανασφάλεια, αμηχανία. Όλα τα ένστικτα τον προειδοποιούσαν: κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Ο Σεργκέι δίπλα του δεν μίλησε, βαθιά προβληματισμένος. Ήδη είχε αρχίσει να μετανιώσει την απόφαση του να δεχτούν τη βοήθεια της.

     Η απομόνωση τόσων χρόνων, προφανώς, είχε πειράξει τα λογικά της.

    «Ποιος ξέρει γιατί;» αναρωτήθηκε εκείνη φωναχτά. «Ίσως γιατί είναι καταδικασμένα από γεννησιμιού τους να επιβιώνουν μοναχά τους στην εξορία. Πλάσματα εγκαταλειμμένα, παρατημένα από τους γονείς τους ώστε να μεγαλώσουν σε φωλιές ξένες. Κάνουν τα πάντα για να επικρατήσουν. Τίποτα δεν τα σταματάει… σπρώχνουν τα ετεροθαλή αδέλφια έξω από τη φωλιά, αρπάζουν πρώτα το φαγητό που φέρνουν οι θετοί γονείς, δυναμώνουν πιο πολύ».

     Η Ιβάνα χασκογέλασε, καθώς καθόταν με κόπο στο τραπέζι της κουζίνας.  

     Το τσάι μοσχοβολούσε.

    «Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως τα ξένα πουλιά δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος τους, ούτε το πόσο αταίριαστα είναι σε σχέση με τους υπόλοιπους νεοσσούς. Δεν αντιλαμβάνονται τι τέρατα, τι δολοφόνους, μεγαλώνουν εις βάρος των αληθινών παιδιών τους».

     «Ιβάνα, είμαστε κουρασμένοι», διέκοψε ο Σεργκέι, κάνοντας ήδη σκέψεις για το ποια δικαιολογία θα έβρισκε για να έφευγαν την επομένη, ζητώντας ταυτόχρονα και δανεικά. «Που να αφήσουμε τα πράγματα;»

     «Στον πάνω όροφο. Θα είναι όλος δικός σας», είπε εκείνη, χαμογελώντας. «Άιντε: πιείτε. Θα κρυώσει».

     Ο Εμίν έβαλε το φλιτζάνι στο στόμα, όσο ο Σεργκέι έπινε δύο γουλιές για να μην θίξει την αδελφή του. Μια μεθυστική μυρωδιά τον τύλιξε, όμως διάλεξε να μην βρέξει καν τα χείλη.

 

     Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα.

 

    «Ώρα για ύπνο», πρόσταξε εκείνη τραχιά. «Εδώ κοιμόμαστε νωρίς. Καλό θα ήταν να κάνετε κι εσείς το ίδιο».

 

 

                                           ***

 

    Ο Εμίν πετάχτηκε από τον ύπνο του αλαφιασμένος. Στο αρχοντικό βασίλευε πηχτό σκοτάδι. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Μια ανυπόφορη μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Καμένο μέταλλο· λες και ρινίσματα τροχισμένου σιδήρου είχαν μολύνει τον αέρα. Το παιδί πήγε ως το δωμάτιο του Σεργκέι. Ήταν άδειο. Μην βγάζοντας άχνα, κατέβηκε στο ισόγειο. Τα κλουβιά ήταν αδειανά, η εξώθυρα ανοικτή. Ίχνη λάσπης εντόπισε στο κατώφλι. Τα φώτα του αποστακτηρίου ξεχώριζαν σαν φάρος στη συννεφιασμένη νύχτα, γύρω από μια θάλασσα από χόρτα που λικνίζονταν αδιάκοπα κάτω από το απαλό χάδι του αγέρα.

     Το παιδί κατέβηκε το μονοπάτι, μπήκε στο παμπάλαιο κτίσμα, κι αφού πέρασε τα στοιβαγμένα, γεμάτα βότκα βαρέλια, βρήκε την πόρτα που οδηγούσε στο κελάρι. Εκεί βρήκε κι άλλα ίχνη. Με την καρδιά του να βροντοχτυπάει, κατέβηκε την σκάλα κι έφτασε στο υπόγειο. Οι ήχοι από πάνω σίγασαν, πνίγηκαν στη σιωπή. Μόνο τα σκαλοπάτια που έτριζαν ακούγονταν. Η κατάβαση τον έκανε να νιώσει πως βυθιζόταν σ’ έναν κόσμο που βρισκόταν παρακάτω από τον δικό τους.

      Στην αποθήκη διέκρινε μια στητή, ακίνητη μορφή που έγερνε πάνω από ένα μακρύ κιβώτιο. Ήταν ξύλινο, και σκαλισμένο, θυμίζοντας αρχαία σαρκοφάγο.

      Η Ιβάνα στεκόταν όρθια πάνω από την ξαπλωμένη μορφή του Σεργκέι. Ένας απαίσιος ήχος ακουγόταν.

      Το υπόγειο κατακλυζόταν από μια ανυπόφορη ξινή σαπίλα, ανάκατη με εκείνη την παράξενη μεταλλική οσμή.

     «Παππού!» φώναξε το παιδί, τρέμοντας. «Φύγε από πάνω του! Τι κάνεις;»

      Η Ιβάνα δεν κουνήθηκε. Στεκόταν ακίνητη σαν μαριονέτα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το σκοτάδι που την τύλιγε. Η σκιά της ορθώθηκε πανύψηλη. Ο Εμίν αναγκάστηκε να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω για να την αντικρίσει. Ίσα που χωρούσε στο υπόγειο.

     Στο βάθος, το κορμί του Σεργκέι, σε πλήρη αποσύνθεση πια, σφάδαζε.

     Το παιδί, έβαλε τα κλάματα.

      Όχι, όχι παππού.

     Τον κατέκλυσε η φρίκη. Ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

     «Τι είσαι;» ρώτησε ξεψυχισμένα.

     Μάτια ψεύτικα, γυάλινα, εχθρικά, έλαμψαν απόκοσμα. Τα τοιχώματα του υπογείου ράγισαν. Αόρατα άκρα χώθηκαν στις σχισμές του τοίχου. Μια απαίσια σκιώδη μορφή που έμοιαζε με Μαντώδες έντομο τον σκέπασε, λες και ήθελε να τον καταβροχθίσει. Η μαυρίλα που την τύλιγε, κρεμόταν σαν σάρκα σαπισμένη.

     Η φωνή που ακούστηκε, έβγαινε μέσα από τα σπλάχνα της Ιβάνα. Η γερόντισσα ακόμη στεκόταν παγωμένη πάνω από το πτώμα του Σεργκέι.

     Απόκοσμοι μεταλλικοί θόρυβοι ακουγόντουσαν μέσα από τα έγκατα της γης.

     «Δεν ήπιες, τελικά, ε;»

     Ο Εμίν σωριάστηκε ανήμπορος στο δάπεδο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό το πλάσμα, έμοιαζε να είναι καμωμένο από σκοτάδι, και τον είχε πλακώσει σχεδόν ολόκληρο.

     «Τι είσαι;» επανέλαβε, γεμάτος φρίκη. «Σε βλέπω!»

     Ο αέρας τρεμούλιασε.

     «Είμαι μια από τους δευτερόπλαστους», σφύρισε σαν φίδι. «Εσύ, ξέρεις τι είσαι;»

     Το παιδί άρχισε να τρέμει. Τα αναφιλητά, και ο τρόμος που τον είχε κατακλύσει, είχαν κλέψει τη φωνή του.

    «Παιδί του Κάιν. Παιδί της Εύας. Φορέας της επιδημίας που λέγεται απληστία».

    Ο Εμίν άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω. Τα νύχια του μάτωσαν. Η παγερή, μιαρή ανάσα που τον τύλιξε, ήταν σκέτο δηλητήριο.

    «Ήρθα από μακριά. Ζούσα για χρόνια από κάτω. Κάτω από το θέατρο που έχετε στήσει. Ζούσα από τις ακαθαρσίες, τα περιττώματα σας. Από τα πτώματα σας. Σας έβλεπα να αλληλοσπαράζεστε, έκανα υπομονή στην εξορία».

    Μεταλλικά νύχια καμωμένα σαν μαύρα αγκίστρια απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του. Ο Εμίν έκλεισε τα μάτια και κλαψούρισε, περιμένοντας ένα χτύπημα που ποτέ δεν ήρθε.

    «Πόσο σας μισώ! Μας κυνηγήσατε τότε, στην αρχή. Τώρα… τώρα εμείς οι λίγοι που έχουμε απομείνει, επιστρέφουμε τη χάρη».

    Το παιδί ούρλιαξε, νιώθοντας να χάνει το μυαλό του.

    «Φύγε από πάνω μου!»

    Ένα αόρατο δίχτυ τυλίχτηκε γύρω του. Κάθε διέξοδος είχε αποκλειστεί. Η σκιά τρεμούλιασε από αγαλλίαση. Ο Εμίν κοίταξε γεμάτος φρίκη το άψυχο σώμα του Σεργκέι που εκείνος ο γίγαντας είχε απομυζήσει.

    «Τι θα μου κάνεις;»

    Ένα υποχθόνιο γέλιο απλώθηκε στο υπόγειο.

    «Ω, όχι, όχι, δεν θα τραφώ από εσένα. Εσένα σε θέλω για παιδί μου», είπε. «Εσείς χρησιμοποιείτε τη γέννηση για να διαρκέσει η γενιά σας· εμείς, το μίασμα».

    Ο Εμίν ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. Πανικόβλητος, άρχισε να ψαχουλεύει στις τσέπες. Εκεί βρισκόταν μονάχα ο παλιός Zippo του μπαμπά του.

    Οι σκιές στα πέρατα του χώρου άρχισαν καίνε.

    Το ψύχος που κατέκλυσε ξαφνικά το κελάρι, πάγωσε το αίμα του.

    «Άσε με να φύγω», ικέτευσε.

    «Εσείς μας κάνατε έτσι. Εσείς φταίτε για όλα», τον κατηγόρησε η φωνή. «Κλέψατε από τον Πυρήνα της Γνώσης. Μολύνατε τον χρόνο. Αυτό που είχε σκοπό να πλάθει, άρχισε να καταστρέφει. Μας ρημάζει όλους. Μας σαπίζει εκ των έσω».

     Ο Εμίν άρχισε να κοιτάει τριγύρω του, σαν εγκλωβισμένο θηρίο. Μόνο βαρέλια έβλεπε και ξύλινα κιβώτια.

     «Μας κάνατε εκτρώματα», συνέχισε η φωνή. «Κι από τη στιγμή που ενωθήκαμε με την άβυσσο, γίναμε σκοτάδι».

     Ο Εμίν ένιωθε την καρδιά του να είναι έτοιμη να σπάσει. Έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως. Ήταν όλα ή τίποτα.

     «Εσείς οι πρωτόπλαστοι, σε κάθε αναπαραγωγικό κύκλο, δέχεστε μια καινούρια ψυχή που βοηθάει τη γενιά σας να διαρκέσει. Εμείς ποτέ δεν είχαμε αυτό το προνόμιο. Πρέπει να κλέψουμε για να μην χαθούμε. Γέρικα εξόριστα πνεύματα είμαστε, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε κορμιά που δεν μας ανήκουν, από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος».

     Το παιδί δεν μίλησε. Ανασηκώθηκε και στύλωσε τα πόδια του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Τα χέρια του έτρεμαν. Άθελα του, εστίασε το βλέμμα στο περίγραμμα της μορφής που διαγραφόταν στο σκοτάδι. Κομμάτια λιπαρής μαύρης σάρκας κρέμονταν από τα άκρα της. Το πλάσμα αντιλήφθηκε την απέχθεια του.

    «Αποσυντιθέμεθα υπερβολικά γρήγορα. Ο χρόνος είναι δηλητήριο για εμάς. Όμως, ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι για να κρατηθούμε στη ζωή. Παρασιτώντας εις βάρος των αγαπημένων υιών. Ασελγώντας στα κορμιά τους· καπηλεύοντας τις ψυχές τους, κλέβοντας χρόνια από τις ζωές τους. Όταν έρχεται η ώρα να αφήσουμε το λείψανο, αν δεν βρούμε κάποιον άλλο ξενιστή, πέφτουμε σε καταστολή. Αφήνουμε τη σαρκοφάγο να επωάσει σε άλλη φωλιά».

     Ένα μαύρο γλοιώδες κεντρί ορθώθηκε πάνω από τον Εμίν.

     Το κορμί της Ιβάνα άρχισε να σπαρταράει.

     Ο Εμίν δεν έχασε την ευκαιρία: κλωτσώντας τα μισάνοιχτα βαρέλια που βρίσκονταν γύρω του, έχυσε μεγάλη ποσότητα βότκας στο δάπεδο. Ένας βαθύς κρότος ακούστηκε. Τα ξύλινα δοκάρια έτριξαν. Οι πτυχές του σκότους ζάρωσαν ακόμη περισσότερο. Ο αέρας συσπάστηκε, και το παιδί ένιωσε μια εμετική υγρασία να μουσκεύει το πρόσωπο του.

     «Μην τολμήσεις! Θα σε γδάρω», βρυχήθηκε η φωνή, και αθέατα γαμψά μεταλλικά νύχια άστραψαν.

     Νύχια που η παραμικρή επαφή με τον αέρα τα έκαναν να τρίβονται. 

     Σαγόνια άνοιξαν διάπλατα. «Μη με αναγκάσεις να σε μαγαρίσω».

     Ο Εμίν άναψε για τελευταία φορά τον αναπτήρα του μπαμπά του.

      Ούτε ο ίδιος δεν περίμενε το υπόγειο να τυλιχθεί τόσο γρήγορα στις φλόγες. Η μορφή αναρίγησε και άρχισε να σφαδάζει από τον πόνο. Σαν καπνός υποχώρησε για να κρυφτεί στη σαρκοφάγο. Η ξαφνική έκρηξη που ακολούθησε, καθώς η φωτιά απλώθηκε από τα κανάλια προς τις ανοικτές δεξαμενές του συλλέκτη, έριξε τον Εμίν φαρδύ πλατύ στο πάτωμα. Η άκαμπτη μορφή της Ιβάνα που καιγόταν ζωντανή, όρθια, δίχως να βγάζει άχνα, ίσα που διακρινόταν πίσω από τις φλόγες.

     «Παππού!» φώναξε ο Εμίν, θρηνώντας.

     Η φωτιά μαινόταν γύρω του. Οι αναθυμιάσεις λίγο έλλειψε να τον κάνουν να λιποθυμήσει. Με μάτια δακρυσμένα, βήχοντας, ανασηκώθηκε κοιτώντας ανήμπορος τις φλόγες να κατατρώγουν τα πάντα.

     Δεν υπήρχε τρόπος να πλησιάσει. Ξαφνικά, νόμισε πως διέκρινε μια μαυροντυμένη μορφή να στέκεται όρθια στο βάθος, έχοντας σηκωμένο το δεξί της χέρι.

 

     Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ.

   

     Ο Εμίν άρχισε να κλαίει σπαρακτικά, σαν μικρό παιδί. Όμως, ο πυκνός καπνός που φλόμωνε το πρόσωπο του, και η πυρκαγιά που θέριευε γύρω του, τον επανέφεραν στα συγκαλά του. Τα σαπισμένα δοκάρια της οροφής λύγισαν, άρχισαν να υποχωρούν τρίζοντας. Το ξύλινο δάπεδο του ισογείου λαμπάδιασε· οι φλόγες απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του σαν κύμα.

    Μαζεύοντας το κουράγιο του, άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες για να σώσει τη ζωή του.

     Λίγο πριν φύγει για πάντα από εκείνο το καταραμένο μέρος, στράφηκε να κοιτάξει τη σαρκοφάγο. Μια ελαιώδης σφαίρα είχε γίνει πια η σκιά, μια μαύρη σφαίρα που συρρικνωνόταν, έτοιμη να χαθεί στην ανυπαρξία.

    ‘Από τη στιγμή που ενώνεσαι με την άβυσσο, γίνεσαι σκοτάδι,’ σκέφτηκε αναρριγώντας.

    Ποτέ δεν κατάλαβε με ποιόν τρόπο τα πόδια του τον οδήγησαν τελικά έξω στο λιβάδι.

    «Και μείνε εκεί για πάντα», ψιθύρισε άψυχα, βαθιά κλονισμένος, πριν λιποθυμήσει από τη φρίκη και τη στεναχώρια, και τα πάντα σβηστούν από το μυαλό του, σαν κάτι που είχε ζήσει κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος.

    

 

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.doc

Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.pdf

  • Like 6

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Καλημέρα, Γρηγόρη.

Νομίζω πρώτη φορά σε βλέπω σε τρόμο (δεν έχω διαβάσει ακόμα το Εκκρεμές που βγήκε 3ο στο Έπος της Φαντασίας, για τρόμο μου κάνει πάντως :p ).

Θα προσπαθήσω πρώτα να σου πω, με μία παρομοίωση, πώς ένιωσα διαβάζοντας το διήγημά σου.
Ήταν σαν να μπαίνω σε ένα μαγαζί με θαυμαστά και πολυποίκιλα πράγματα απ' όλο τον κόσμο. Σαν σουβενίρ shop. Κοιτούσα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, κάποια λίγο συνηθισμένα, κάποια άλλα καινοτόμα ενώ πωλητής μου τα παρουσίαζε. Κάποια στιγμή όμως κατάλαβα ότι ο πωλητής δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για τα προιόντα του, παρά μόνο για να βρει εύκολο τρόπο να μου τα πλασάρει. Το χαμόγελό του δε με έπεισε, τα πράγματα έχασαν το ενδιαφέρον τους κι εγώ έφυγα στο τέλος νηστικός κι όχι χορτάτος όπως ήθελα.

Κάπως έτσι ένιωσα και στην ιστορία σου. 
Η γραφή σου είναι καλή, στιβαρή, απέφυγες παλιές υπερβολές που μάλλον έχεις πετάξει στο καλάθι των αχρήστων (ευτυχώς). Υπάρχουν κάποια μικρά σκαλώματα όπως και μικροί λόξυγγες αλλά θεωρώ ότι μπορείς εύκολα να τα διορθώσεις.
Το μεγαλύτερο μου πρόβλημα ήταν η ίδια η δομή της ιστορίας. Βάζεις πάλι μέσα κοσμογονικά πράγματα, θρησκευτικές αλληγορίες, βιβλικές καταστροφές. Είναι κάτι που το κρατάς σαν μοτίβο, ακόμα και σε μία απλή ιστορία μεταξύ ενός εγγονού και του παππού του που θα μπορούσε να δώσει κάτι πάρα πολύ όμορφο, πας να το φορτώσεις με Κάιν, Έυα, Παναγία και πρωτόπλαστους.

Οι χαρακτήρες σου νομίζεις ότι σε νοιάζουν αλλά τελικά δε σε νοιάζουν ιδιαίτερα. Δεν έχουμε καμία προσπάθεια ανάπτυξής τους, υπάρχουν σαν απλά πρότυπα τα οποία τα έβαλες στην ιστορία μέσα για να εξυπηρετήσουν την πλοκή σου. Ο Εμίν περιγράφει το όνειρο σαν φιλόσοφος (μάλλον όπως θα ήθελες εσύ σαν Γρηγόρης να το περιγράψεις κι όχι ο χαρακτήρας) ενώ είναι 17 χρονών, λέει στον παππού του για "Εκείνη" που είδε κι αμέσως υπονοοεί την Παναγία (ενώ μετά ο Σέργκει αναρωτιέται πώς έγινε θρήσκος), περιγράφει ένα βιβλικό όνειρο και στο τέλος ο παππούς σκαλώνει στη σαρκοφάγο την οποία δε θυμόταν και μετά.
Κουβέντες και φράσεις που δεν στέκουν λογικά αλλά εξυπηρετούν την πλοκή σου και μόνο.

Μετά φτάνουν σ' εκείνο το απομονωμένο εξοχικό, με τη σαλεμένη γιαγιά και τους κούκους, τους οποίους βλέπει ο παππούς, ακούει την αδερφή του να μιλάει αλλοπρόσαλλα κι αντί να σηκωθεί να φύγει σκέφτεται "ντάξει μωρέ, ας πιούμε ένα τσάι, εγώ λεφτά θέλω να ζητήσω".

Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν προσπάθησες να δώσεις μία ρεαλιστική υπόσταση στους ήρωές σου, μόνο να πράττουν και να σκέφτονται βάση του σεναρίου που είχες στο μυαλό σου.
Το στοιχείο του τρόμου είναι λίγο στερεοτυπικό, δεν με έπεισε ιδιαίτερα ενώ΄εχεις μερικές πολύ καλές ιδέες. Επίσης δεν ξέρω κατά πόσο εντός θέματος είσαι, υπάρχουν υπόννοιες για την εξορία της γιαγιάς Ιβάνας όσο και του πλάσματος, αλλά κι αυτά δεν κινούν την ιστορία όπως θα έπρεπε παρά μόνο είναι μία εναλλακτική εκδοχή για την κατάστασή τους.
Ο τίτλος, μάλλον λίγο άστοχος κι απλά τραβάει κάπως το μάτι.

Δε θέλω να σε κουράσω άλλο, υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που θα ήθελα να αναφέρω αλλα΄το ζήτημα νομίζω το έπιασες.
Σε όλα τα σχόλια που σου έχω κάνει, θεωρώ ότι το βασικό μου θέμα είναι το εξής:

Η έντονη μεγαλομανία σου να ντύσεις τις ιστορίες με περισσότερο περιτύλιγμα ενώ μία απλή κορδέλα αρκεί, της οποίας το χρώμα θα αποφασίσεις εσύ.

Καλή επιτυχία!
 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Βλέπω μια προσπάθεια να ελαφρύνεις κάπως τον λόγο σου κι αυτό είναι θετικό. Βέβαια κράτησες το βαρύ ύφος στο χειρότερο δυνατό σημείο, στις περιγραφές του πιτσιρικά όταν μιλάει στον παππού του για το όνειρο που είδε, κάνοντάς τον να μοιάζει με ψευτοκουλτουριάρη που την πέφτει σε "έντεχνη γκόμενα". Το ζήτημα δεν είναι στη σύνταξη των προτάσεων (η απλότητα που επιχειρείς εκεί είναι μια αρχή), αλλά στο λεξιλόγιο και στις έννοιες που αναπτύσσεις. 

Πέρα από αυτό (που είναι το πιο κραυγαλέα αδύναμο σημείο του διήγηματος), εσύ εδώ έχεις δυο ιστορίες. Μια τυπική ιστορία τρόμου με πολύ αναμενόμενη εξέλιξη (αυτό με το τσάι-ποτό πολυπαιγμένο), που όμως έχει σωστή ατμόσφαιρα και μπορούσε να με πιάσει. Και μια στα γνώριμα λημέρια σου, της κοσμογονίας βασισμένης σε υπαρκτές μυθολογίες και κυρίως στην εβραϊκή. Όχι ιδιαίτερα του γούστου μου, αν και δέχομαι ότι αυτό ήθελες να γράψεις, αυτό ενδεχομένως γουστάρεις να γράφεις γενικώς και γιατί όχι; Αλλά οι δυο ιστορίες δεν κατάφεραν να δέσουν στα μάτια μου, η πλοκή της πρώτης αδικείται και είναι σαν μια αρχή που ακολουθείται κατευθείαν από το τέλος χωρίς μέση, η κοσμοπλασίας της δεύτερης μοιάζει ξώφαλτση από τον άγαρμπο τρόπο που εισάγεται. Ίσως με τις διπλές λέξεις να ήταν καλύτερα τα πράγματα, αλλά μάλλον θα σου πρότεινα να πετάξεις τον τρόμο από το παράθυρο (εφόσον η δεύτερη είναι εκείνη που σε ενδιαφέρει), γιατί ίσως να σε έβαλε σε συγκεκριμένα μοτίβα-κλισέ (προσωπικά θα προτιμούσα να διαβάσω την πρώτη, βέβαια, γιατί με κέρδισε το setting). Στα των χαρακτήρων, με έχει καλύψει ο Γιάννης.

Τέλος, βρήκα ενδιαφέρουσα τη χρήση του θέματος, ο εξόριστος όφις, έξυπνη οπτική το δίχως άλλο. Και το μεγαλύτερο θετικό ήταν για μένα το setting(ξανά), ωραία, φρέσκια επιλογή. 

Καλή σου επιτυχία!

Υ.Γ. Είπαμε, όχι μονολεκτικούς τίτλους, αλλά κι εσύ το πήγες στο άλλο άκρο. :p

Edited by Morfeas
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Disco_Volante

Γρηγόρη καλησπέρα,

Ευχαριστήθηκα πολύ την ιστορία σου και μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι ένα από τα καλύτερα κείμενά σου. Από την αρχή κεντρίζεις τον ενδιαφέρον του αναγνώστη τον οποίον κρατάς σε εγρήγορση μέχρι και το τελευταίο λεπτό.

Η ιστορία σου έχει αρχή, μέση, τέλος κάτι που είναι αρκετά δύσκολο, για πολλούς, μέσα σε ένα σφιχτό όριο λέξεων. Παρ’ όλα αυτά καταφέρνεις να αποδώσεις μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με ένα δυνατό τέλος. Και σε αυτό το διήγημα υπάρχουν φυσικά τα χαρακτηριστικά σου στοιχεία όπως οι περίτεχνες περιγραφές και η αρκετή πληροφορία.

Αν θα πρέπει να βρω οπωσδήποτε κάποιο μειονέκτημα αυτό θα σχετίζεται με τη δράση της ιστορίας. Αυτή έρχεται κυρίως προς το τέλος και προσωπικά θα ήθελα να ξεκινά λίγο πιο νωρίς. Βέβαια, αν γινόταν αυτό ίσως δεν θα μπορούσες να προσφέρεις όλες τις αρχικές πληροφορίες που ήθελες και οι οποίες είναι σημαντικές για την εξέλιξη της ιστορίας.

Και επειδή το κείμενό σου εντάσσεται στα πλαίσια ενός διαγωνισμού, κατά την άποψή μου, η ιστορία σου είναι μια καλή ιστορία τρόμου και σίγουρα εντός του δοθέντος θέματος.

Επομένως, keep up the good work…

Καλή επιτυχία!
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλησπέρα Γρηγόρη!

Η ιστορία σου, όντως, όπως ήδη παρατήρησαν τα παιδιά, δεν είναι τόσο βαρυφορτωμένη. Έχει βέβαια κάποιους πλατειασμούς, ας πούμε ολόκληρη η περιγραφή για τον zippo, οκ πες ένα σκέτο το παλιό zippo του πατέρα του, δεν χρειάζονται οι άλλες πληροφορίες. Πάντως είσαι πολύ βελτιωμένος ως προς αυτό το θέμα και μπράβο.

Τι δεν με έπεισε: το αρχικό όραμα του παραδείσου. ΟΚ μάλλον ήθελες να το χρησιμοποιήσεις αυτό ως βάση για το τί ακριβώς ήταν τα πλάσματα, οι δευτερόπλαστοι, αλλά πραγματικά δεν χρειαζόταν. Και μετά στο διάλογο με το πλάσμα έχουμε ακόμη περισσότερο tell, κάπου κουράζει. Μου άρεσε πολύ η ακίνητη γιαγιά και η κινούμενη σκιά της, πολύ όμως. Ήταν αναμενόμενο το τέλος, βέβαια, zippo+vodka=BOOM αλλά και πάλι δεν πείραζε.

Και τα πουλιά; Πού κολλούσαν ακριβώς;

Ο παραλληλισμός με τον κούκο και τις κλεμμένες ψυχές ίσως;

Το ποιηματάκι από κείθε πάνε άλλοι δεν μου άρεσε, κυρίως επειδή μου θύμισε το παλιό, καλό: Από δω παν κι οι άλλοι. Ξέρεις.

Σε γενικές γραμμές: πολύς πρόλογος μέχρι να μπούμε στο κυρίως διήγημα, πολύ μπλα-μπλα που μπορούσες να έχεις αποφύγει. Μία παράγραφο ήθελες για τον εφιάλτη μονάχα. Με πιο καίριες λέξεις, με λιγότερες περιγραφές και να το νιώσουμε ότι πονάει. Οι υπερβολικά ωραίες φράσεις καμιά φορά απονευρώνουν την ένταση.

Αυτά.

Καλή σου επιτυχία φίλε Γρηγόρη.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

@Ιρμάντα

Γκουχ Γκουχ. Φιλενάδα, αυτός είναι ο Αντώνης, όχι ο Γρηγόρης. :D

  • Confused 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
1 minute ago, elgalla said:

@Ιρμάντα

Γκουχ Γκουχ. Φιλενάδα, αυτός είναι ο Αντώνης, όχι ο Γρηγόρης. :D

Ο Mournblade????

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Γράψε λάθος, έπαθε πατατράκ το φόρουμ και μου εμφάνιζε ότι σχολίασες την ιστορία του σολονορ. Ο, τι να'ναι, ρε! :D

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

:bleh::D Είπα κι εγώ!!!!:lol:

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Η ιδέα, ειδικά εκεί με τη γιαγιά, μου θύμισε το βιβλίο που διαβάζω τώρα, την τριλογία του Vandermeer. Σύμπτωση ή το δικό μου μυαλό; Δεν ξε.

Η ιστορία ξεκινάει με ένα απ’ τα γκραντ-κλισέ και κάπως μπερδεμένη πρόταση. Στη συνέχεια στρώνει, αν και υπάρχουν μερικά μπουρδουκλώματα (χρησιμοποίησε το κορμί του (ποιου;) ως προσκεφάλι). Δεν είναι πολλά και η γραφή ρέει. Όχι ότι δε χωράει κι άλλη βελτίωση (η αρκούδα που επεξεργάζεται), αλλά διαβάζεται ευχάριστα.

Ωστόσο, υπάρχουν μερικά τεχνικά ζητηματάκια όπως:

-Το ύφος της περιγραφής του ονείρου, αν και ατμοσφαιρικότατο, δεν ηχεί καθόλου προφορικά, ηχεί όπως το υπόλοιπο κείμενο.

-Ο μονόλογος με τον κούκο, μου φάνηκε και λάθος και εκβιασμένος.

-Ο τρόπος κι ο ρυθμός που δίνεται το παρελθόν, τραβάει αρκετά και κλωτσάει.

-Υπάρχουν πολλές επαναλήψεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Μάλιστα, λέγεται κιόλας ξερά, με tell.

-Ο μονόλογος στο τέλος με τις εξηγήσεις τραβάει πολύ και ξεφουσκώνει κάπως τη φάση.

Γενικά μου έδωσε την εντύπωση πως ήθελες να χωρέσεις μεγαλύτερη ιστορία στις λέξεις.  Το διάβασα με ενδιαφέρον και μου άρεσε το τελείωμα του πρώτου μέρους. Δεν βαρέθηκα, αλλά νομίζω πως η ιστορία θέλει λέξεις για να σταθεί.

Τέλος:

-Η φάση με το τσάι εκτός από κλισέ είναι και σχετικά εύκολο εύρημα.

-Η κορύφωση και η λύση είναι επίσης εύκολα.

-Μου φάνηκε πως χώνεις τη λέξη εξορία περισσότερο από άγχος να πείσεις πως είναι εντός θέματος.

Αυτά, καλή επιτυχία!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

Γεια σου Γρηγόρη,

Αγαπημένη φράση του διηγήματος: Ο κόσμος ήταν φωτιά, ο ήλιος παγωμένος   Αγαπημένο σκηνικό: τα πουλιά μέσα στο σπίτι. Η αυτοεξορία:  έξυπνη παραλλαγή στο αρχικό θέμα. Η φύση του κακού πλάσματος μού τράβηξε το ενδιαφέρον. Δεν κατάλαβα τι σημαίνει η φράση:  Ο χρόνος αναστράφηκε. Η μέρα που τα πάντα άλλαξαν, είναι σήμερα. Ο Αφανισμός θα σημάνει την εποχή της κάμψης. Το τέλος, επίσης, γαία πυρί μιχθήτω, μου φάνηκε χιλιοειπωμένο, τετριμμένο. Θα μπορούσες να κλείσεις την ιστορία κάπως πιο πρωτότυπα.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Καλησπερα Γρηγόρη,

Οκ,  συμφωνώ ότι η  γραφή -όπως και  στον προηγούμενο διαγωνισμό- είναι λίγοτερο φορτωμένη και πιο  προσβάσιμη στον  αναγνώστη γγιάννη ο οποίος  ενδιαφέρεται πιο πολύ για την ιστορία.

Εκεί που υπάρχει διαφορά  μεταξύ των δύο προσπαθειών σου είναι ότι στον μεν προηγούμενο διαγωνισμό  και η ίδια η ιστορία ήταν λιγότερο φορτωμένη, μία μικρή προσωπική ιστορία και γι'αυτό μου άρεσε. Εδώ πάλι έχουμε ένα κλασικό premise για ιστορία τρόμου το οποίο σώνει και καλά στο τέλος μας βγαίνει  χάι φάντασι. Και η μεταστροφή από μόνη της δεν είναι τόσο κακή. Αυτό που είναι κακό όμως είναι πως δίνεται άτσαλα:

Προσωπικά, βγήκα εκτός τόπου και χρόνου  από την αρχή με  και το πώς  μιλάει ο εγγονός για το όνειρο. Και όταν κατάφερα να ξαναμπω, έπρεπε, να ξαναβγω γιατί ακολούθησε ο τεράστιος διάλογος exposition προς το τελείωμα.

Κοινώς, μία  συμπαθητική ιστορία που θα μπορούσε να δώσει καλό τρόμο καταρρέει λόγω της ανάγκης να γίνει κάτι παραπάνω από μία απλή ιστορία τρόμου.  Το καλό με τις ιστορίες τρόμου είναι ότι - σε αντιθέση με το αστυνομικό-  ο δράστης δεν χρειάζεται να έχει κίνητρο: Το τέρας έφαγε τον μήτσο γιατί βρωμούσαν οι κάλτσες του ή βασικά γιατί έτσι γούσταρε.

Δεν χρειάεται τώρα το τέρας να έχει background  εκατομμυρίων χρόνων.

Αυτά!

Καλή επιτυχία!

Edited by jjohn
  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.