Jump to content
VangVan

Θεογένεσις

Recommended Posts

VangVan

 Απόλυτο σκοτάδι, σιωπή, απομόνωση. 
  Υπάρχω; Υπήρξα κάποτε; Δεν μπορούσα να πω με σιγουριά. 
 Μια άγνωστη βούληση ψιθύριζε σκόρπιες σκέψεις. Σαν όνειρο θυμόμουν, την δύναμη που κυρίευε το κορμί και την γλυκιά ηδονή που γευόμουν από την λατρεία και τον τρόμο των θνητών. 
  Εγκλωβισμένη στο κενό της καταραμένης φυλακής, εκεί που μ’ έριξαν οι ιερείς των ασημένιων πολεμιστών, πόσοι να έζησαν και να πέθαναν χωρίς να γνωρίσουν το όνομά μου, χωρίς να πληρώσουν το τίμημα των προγόνων τους;
  Δεν ήλπιζα τίποτα μέχρις ότου άκουσα ή μάλλον ένιωσα την φωνή της να με καλεί με τον αρχαίο τίτλο της χαμένης μου δόξας. 
Το  κάλεσμα ήταν αρχικά ασθενικό, μια απατηλή υποψία 
Παρά την άρνησή μου η νεαρή μύστης ήταν επίμονη.
Γεφύρωσε το χάσμα της ανυπαρξίας και συντάραξε την ψυχή μου. 
Σταδιακά η ενέργεια  της επίκλησης γινόταν ισχυρότερη και την ένιωθα να σχίζει τον χώρο όπως η κοφτερή λάμα που σέρνεται πάνω στο μαλακό δέρμα ανυπεράσπιστου θύματος.
   Ξαφνικά, οι αόρατοι τοίχοι που με κρατούσαν ράγισαν και άφησαν να περάσει η γλυκιά μελωδία του ονόματός μου. Φωνές ακατανόητες με πλημμύρισαν λατρεία που επανέφερε την λησμονημένη, ακόρεστη δίψα. Ένιωθα για πρώτη φορά, έβλεπα για πρώτη φορά. Η αρχέγονη ζωή αναδεύτηκε και άρχισε να σχηματοποιεί το αχαλίνωτο χάος. Λευκά οστά καλύφθηκαν με παλλόμενους μυς. Επιδερμίδα αλαβάστρινη έκρυψε την ασχήμια της σάρκας και ένα νέο σώμα, θηλυκό, σφριγηλό, έτοιμο να σαγηνεύσει, ν’ αρπάξει, να εξουσιάσει έγινε ΕΓΩ.
  Σαν έμβρυο, κουλουριασμένη, περίμενα την τροφή από την άγνωστη μητέρα. Η οσμή του ζεστού αίματος ήταν καθαρή, μεταλλική, γεμάτη υποσχέσεις. Ένα πορφυρό σύννεφο, μικροσκοπικών σφαιριδίων, σκέπαζε το νέο σώμα και εισχωρούσε από κάθε πόρο με μια αυτόβουλη ορμή. Η διαδικασία της αναγέννησης ήταν αργή, βασανιστική, μα ταυτόχρονα οργασμική. Κάθε παλμός του κόκκινου νέφους μετέφερε την οδύνη και την απελπισία του ανώνυμου δωρητή προκαλώντας ρίγη δημιουργίας στα νεόπλαστα κύτταρα. Περίμενα υπομονετικά την ολοκλήρωση ξέροντας πως κάθε στιγμή που περνά τα δεσμά μου εξασθενούν. Η θεία φωνή της μύστιδος, που τώρα ακουγόταν πια ολοκάθαρη να με καλεί μέσα από τις οιμωγές των αθώων, μου κρατούσε συντροφιά. Πόσο ευτυχισμένη ήμουν που άκουγα το όνομά μου ξανά και ξανά από τα εκστατικά χείλη των λατρευτών.
 Ιτζπαπάλοτλ, η λέξη αντηχούσε στα τοιχώματα της μήτρας που με έτρεφε. 
  Δυνάμωσα, το κέλυφος της ανυπαρξίας είναι σχεδόν διάφανο. Η γυναικεία μορφή που με καλεί στέκετε  όρθια, από πάνω μου, κρατώντας κοντά στο γυμνό της στήθος το ματωμένο μαχαίρι. Γύρω της παραταγμένοι σε ημικύκλια άνδρες και γυναίκες περίεργα ενδεδυμένοι ψάλλουν.
  Στα πόδια της γυναίκας, κείτονται αραδιασμένα ανθρώπινα οστά και πρόσφατα μακελεμένα κορμιά νεαρών ανδρών και γυναικών με ολόλευκο δέρμα και πυρόξανθα μαλλιά. Κολλημένο πάνω στο κέλυφος είναι το πρόσωπο μιας κοπέλας. Οι πληγές, τα δάκρυα και το αίμα δεν μπορούν να κρύψουν την ομορφιά της. Τα γαλάζια μάτια κοιτούν προς το μέρος μου κενά, ανέλπιδα.  
  Πλησίασα το κεφάλι μου προς το πρόσωπο της ετοιμοθάνατης. Η φυσιογνωμία της από τόσο κοντά φάνηκε οικεία λες και την είχα δει ή αγγίξει αναρίθμητες φορές. Ακούμπησα τα χείλη μου πάνω στο αόρατο περίβλημα. Ηλεκτρισμός με διαπέρασε και εκείνη τινάχτηκε μακριά ουρλιάζοντας, σπαταλώντας την λιγοστή σπίθα ζωής που της απέμενε.
  Δύο άντρες,  αποτραβήχτηκαν από το μπροστινό ημικύκλιο και άρπαξαν την κοπέλα σαν αδειανό σακί ξαπλώνοντάς την πάνω στο φλούδι της φυλακής  μου. Το άψυχο σώμα γέμισε βαθυκύανες φλύκταινες και άρχισε να συσπάτε. Ωχροκίτρινο πύο εξερράγη από τα αφύσικα εξάρματα, έλουσε το κέλυφος.
Γογγύζοντας σαν ανόητο σφαχτάρι άρχισα να κτυπώ με μανία την επιφάνεια που είχε  μαλακώσει και με απρόσμενη ευκολία μεγάλα κομμάτια αποσπάστηκαν. Το ζεστό φως του ήλιου με τράβηξε έξω από τα βάθη του σκότους.
  Ανασηκώθηκα, άνοιξα τα χέρια μου και αγκάλιασα νοερά τους θνητούς οπαδούς μου. Η αιματοβαμμένη μύστης γονάτισε και με τρεμάμενα χέρια μου παρέδωσε ένα οψιδιανό σκήπτρο, παλαιό σύμβολο της εξουσίας μου. 
Στην στιλπνή επιφάνειά του η όψη μου χαμογελούσε και τα μάτια μου έλαμπαν. Το  βλέμμα μου στάθηκε για λίγο σε ένα κρανίο που είχε κυλίσει πλάι μου. Μια πεταλούδα έδινε στερνό φιλί στο νεκρικό απολειφάδι. Ταιριαστός νεκροπομπός για ένα θύμα της Ιτζπαπάλοτλ, της Μαύρης Πεταλούδας.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..