Jump to content
Nihilio

Ελληνικά φάνταζυ τραγούδια

Recommended Posts

melkiades

Η αχελώνα - Φένια Παπαδόδημα

 

Στίχοι:  Σοφία Γιαννάτου


Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης 

 

Απ`της Σύμης το γιαλό βάρκα βγήκε πρόβαλε
πριν απ`τον Αυγερινό να προλάβει τον καιρό.

Ήτανε κι ένας ψαράς δόλωνε ξεδόλωνε
παραγάδι πετονιά ψάρια έπιανε πολλά.

Και μια μέρα στ`ανοιχτά μια χελώνα συναντά
την ψαρεύει με το δίχτυ και την παίρνει για το σπίτι.

Την αφήνει μοναχή της πάει αυτός στην αγορά
βγαίνει αυτή απ`το καυκί της μια πανώρια κοπελιά.

Ο ψαράς στην αγορά κι η χελώνα μες στο σπίτι
έγινε νοικοκυρά με το φως του αποσπερίτη.

Βάζει ψάρια στη φωτιά δυο μπαρμπούνια ροδοψήνει
βάζει ρίγανη και λάδι έρχεται ο ψαράς το βράδυ.

’’Άραγε ποιος μαγειρεύει’’ λέει μονάχος κι απορεί
πάει και παραμονεύει το πρωί με την αυγή.

Βγαίνει πάλι η αχελώνα μια πανέμορφη κυρά
την παντρεύεται γυναίκα μα τον βρήκε συμφορά.

Ζήλεψε ο βασιλιάς και φιρμάνι έβγαλε
να την πάρει του ψαρά τη χελώνα την κυρά.

Του`δωσε παραγγελιά στοίχημα του έβαλε
να`ρθει τώρα στο παλάτι να το βάψει με χρυσάφι.

Να χρυσώσει το παρτέρι μέσα κι έξω την αυλή
να καλέσει ένα ασκέρι για να φάει και να πιει.

Να του βρει κι ένα ανθρωπάκο το μικρότερο στη γη
να`χει γένια, να`χει χτένια να`χει μπόι μια πιθαμή.

Όλη νύχτα ο φτωχός γύρνα κλωθογύρναγε
μα στου φεγγαριού το φως όλα γύρισαν αλλιώς.

Ένα μαγικό ραβδί η χελώνα του`δωσε
να χρυσώσει την αυλή μέχρι την ανατολή.

Του`δωσε κι ένα τσουκάλι με ολόχρυσο κουτάλι
ένα ασκέρι να ταΐσει και το ρήγα να νικήσει.

Του`στειλε τον αδερφ'ο της που`χει μπόι μια πιθαμή
μες στου βασιλιά τα γένια σαν το ψύλλο να χωθεί.

Ζήσανε για χίλια χρόνια ο ψαράς και η χελώνα
και ο ρήγας στο παλάτι όλο ξύνεται ακόμα.
 

http://www.youtube.com/watch?v=Uu1jSWpS9CM

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μάρβιν ΑΑΠ

αχ, δεν ήξερα ότι αυτό το παραμύθι έχει γίνει τραγούδι!

 

έντιτ: μόλις το άκουσα -πολύ ωραίο είναι! : ))

Edited by Μάρβιν ΑΑΠ

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Δυο τραγούδια για πρωτοπόρους του φανταστικού (ευχαριστώ τον Ανδρέα Καπανδρέου που μου τα θύμισε)

 

Στίχοι: Γιώργος Πιας
Μουσική: Γιώργος Πολύζος
 
Να ήρθε ο καιρός, πετάμε (πετάμε!)
και ζωή αλλού ζητάμε.
Στ’ αστέρια τ’ ουρανού πετάμε (πετάμε!)
εδώ πέρα δε χωράμε.
 
Βερν, προφήτη Ιούλιε Βερν,
τα έργα σου για όλα λεν,
για πύραυλους και διαστημικά ταξίδια.
Βερν, του κόσμου οραματιστή,
το μέλλον πρόβλεψες εσύ,
μ’ απόλυτη και με φανταστική ακρίβεια.
 
Στα χρόνια τα παλιά, που ζούσες (ζούσες)
στους ανθρώπους εξηγούσες
πως κάτω απ’ τους βυθούς μπορούνε (μπορούνε)
πολιτείες να κτιστούνε.
 
Βερν, προφήτη Ιούλιε Βερν,
τα έργα σου για όλα λεν,
για πύραυλους και διαστημικά ταξίδια.
Βερν, του κόσμου οραματιστή,
το μέλλον πρόβλεψες εσύ,
μ’ απόλυτη και με φανταστική ακρίβεια.
 
 
 
στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Αλκίνοος Ιωαννίδης
 
Φωτογραφία στον τοίχο, 
κραυγή με δίχως ήχο.
Κοράκι πεθαμένο, 
σοκάκι στοιχειωμένο.
 
Τα μάτια του δυο δρόμοι
κι όσο κοιτάει νυχτώνει.
Κατάμαυρη θητεία, 
κλεμμένη αμαρτία.
 
Φωνή και δυναμώνει, 
ο χρόνος που τελειώνει.
Γιορτή που αγριεύει.
Δωμάτιο που στενεύει.
 
Τη σκοτεινή, τη μαύρη μου
την όψη χάρισε μου
κι αν δεν την αγαπήσω
πώς θες να τη νικήσω;
 
Με τις φωνές που άκουγες
στον ύπνο μίλησέ μου
Καταραμένε φίλε μου
κι άγιε αδερφέ μου.
 
Σ’ ένα σκυλί πνιγμένο
το μυστικό κρυμμένο.
Δυο λίρες η αλήθεια
και τρεις τα παραμύθια.
 
Εφιάλτες τα όνειρά του
μηνύματα θανάτου.
Δυο μαύρα περιστέρια
του μάτωσαν τα χέρια.
 
Αίμα και τα γραφτά του
μα πότισαν κρυφά του
της ομορφιάς τη γλάστρα
για να φυτρώσουν τ’ άστρα.
 
Τη σκοτεινή, τη μαύρη μου
την όψη χάρισέ μου
κι αν δεν την αγαπήσω
πώς θες να τη νικήσω;
 
Με τις φωνές που άκουγες
στον ύπνο μίλησέ μου
Καταραμένε φίλε μου
κι άγιε αδερφέ μου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Φραγκοκάστελο

Στίχοι - Μουσική - Ερμηνεία: Λουδοβίκος των Ανωγείων

 

Γυναίκα από τα δώδεκα
μεγάλωσε μες των αντρών το βλέμμα.
Λένε πως ήταν μια θεά
κι η ομορφιά της ένα ψέμα
 
Πήγε να πάρει κύματα,
για το κακό να το ξορκίσει, 
γιατί της κάμαν δέσιμο
που δεν μπορεί να λύσει, 
γιατί της κάμαν μαγικά
με μια παλιά γητειά.
 
Την κράτησε η θάλασσα
στην αγκαλιά της Αφροδίτης
κοντά στο Φραγκοκάστελο
που βγαίνει Αποσπερίτης.
 
Κάθε που οι δροσουλίτες φαίνουνται
με τ’ άλογά τους στης αυγής την πάχνη, 
γοργόνα μες στα κύματα
το βασιλιά της ψάχνει
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
melkiades

Το όνειρο του πολεμιστή - Γιάννης Χαρούλης

 

Στίχοι: Δημήτρης Υφαντής


Μουσική: Δημήτρης Υφαντής

Στου δράκου την καμπούρα
πάνω στης ράχης το φτερό
στ’ άγρια τα κάστρα πολεμάω
κι έτσι τους χρόνους μου μετρώ

Φτιάχνω φαρέτρα μαύρη
απ’ της νύχτας τα μαλλιά
πάνω στης γης τ’ αλάτι γράφω
και τραγουδώ με τα σκυλιά

Την κούπα μου γεμίζω,
κερνάω το φίδι για να βγει
όρθιος στον ήλιο να γρικάω,
στον ουρανό του αετού η κραυγή
 

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=N-NGweGO3WA

 

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
melkiades
Η μάγισσα Σκουποξυλάνθη (Κατερίνα Φωτεινάκη)

Στίχοι: Έμη Σίνη
Μουσική: Άγγελος Αγγέλου 

Είναι ψηλή και λυγερή
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

Είναι καλή κι ευγενική
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

Έχει μαλλί μαύρο, μακρύ
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

Μάτι μελί, χείλη μπλαβί
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

Όμως κάτι δεν της πάει,
την εικόνα της χαλάει
και τη μάγισσα ασχημαίνει
κι αυτή νιώθει πικραμένη.

Μια ελιά σαν μπάλα τένις,
που τη βλέπεις και παθαίνεις,
που δε θα`θελες να είχες,
ροζ, μεγάλη, με δυο τρίχες!

Μα μια μέρα πριν χαράξει
φίλτρο μαγικό θα φτιάξει.
Την ελιά να εξαφανίσει
την ασχήμια να ξορκίσει...

Βάζει πόδια μιας ακρίδας,
μισή μύτη νυχτερίδας,
δαχτυλάκι από πιθήκι
κι ένα ξίφος με τη θήκη!

Δυο κεραίες κατσαρίδας,
μαγουλάκι παλαμίδας,
τραπεζίτη ταραντούλας
και φτερό μιας λιβελούλας.

Βλεφαρίδα από σκαθάρι
και μουστάκι από ψάρι,
τρία νύχια από σκουλίκι
και δυο κουταλιές τζατζίκι!!

Τέλος, βάζει δέκα μύγες
κι ένα σορτς με πέντε ρίγες,
μαύρη φτέρνα από ποντίκι
και μια τσίμπλα από κατσίκι.

Όταν πάρει μία βράση
είναι έτοιμο να δράσει!
Κι επιτέλους η ελιά της
θα χαθεί από μπροστά της!

Μα στη μύτη δεν το βάζει,
το σκουπόξυλο φωνάζει
και τον κόσμο όλο γυρίζει
και τα μάτια όλων ραντίζει.

Την ασχήμια παραβλέπουν
και καμιά ελιά δε βλέπουν,
μα είναι εκεί κι αυτή κι οι τρίχες
που δε θα`θελες να είχες!

Είναι ψηλή, πανέμορφη
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

Κούκλα σωστή και ζηλευτή,
η μάγισσα Σκουποξυλάνθη!

 

http://www.youtube.com/watch?v=qVB4H6ioFq8

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

Μετράει;

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μάρβιν ΑΑΠ

 

Ω, βρήκα κι εγώ κάτι!

 

 
Ο Γιάννες ο Μονόγιαννες
 
παραδοσιακό του Πόντου
 
 
- Καλώς καλώς το πρόγεμα μ', καλώς το δειλινάρι μ',

Καλώς το τρώγω κι αγρυπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.

- Σπαθίν κα έν' το πρόγεμά σ', κοντάρ' το δειλινάρι σ',

Φαρμάκ' να τρώς και αγρυπνάς και κείσαι και κοιμάσαι.

- Κόρ' απ' εμέν 'κ' εντρέπεσαι, απ' εμέν 'κι φοβάσαι;

- Από εσέν 'κ' εντρέπομαι, απ' εσέν 'κι φοβούμαι.

- 'Σ τον Θο σ', 'ς τον Θο σ', νε κόρασον, τα γονικά σ' απόθεν;

- Η μάννα μ' απ' τους ουρανούς, ο κύρη μ' απ' τα νέφα,

Τ' αδέλφα μ' στράφτ'νε και βροντούν κ' εγώ γριλεύω ρδάκους,

'Σου πεθερού μου το τσακόν' σερέντα ρδάκων δερμα,

έναν να παίρω και τ' εσόν, γίνταν σεράντα έναν.

- Καθώς που λες, νε κόρασον, άμε απόθεν έρθες,

Ας έν' ο Γιάννες χάρισμα σ', έπαρ' 'τον κι άμε δέβα,

Ας έν' ο Γιάννες αδελφό μ', η κάλη του η νύφε μ',

Του Γιάννε τα μικρότερα ας είν' γυναικαδέλφα μ'.

 

βρε τη δρακοφόνισσα!

 

 

φυσικά και μετράει, νομίζω, Κελαινώ. σε ποιον εδώθε κόσμο κάνει τέτοια συζήτηση κανείς με το χάρο; :DD

Edited by Μάρβιν ΑΑΠ
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μάρβιν ΑΑΠ

μισό είναι! δεν έχει δρακοφόνισσα το τραγούδι! :DD

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

 

Ψηλά στου Διγενή τ’ αλώνια
τις νύχτες του καλοκαιριού
του κάτω κόσμου τα τελώνια
με λεν τρελή του φεγγαριού.

Μα εγώ χρυσόβουλο κρατάω
από καιρούς βυζαντινούς
και τ’ άγρια βάθη που κοιτάω
δεν τα χωράει ανθρώπου νους.

Ψηλά στου Διγενή τα κάστρα
στον τάφο του νεκρού παλικαριού
τα νυχτοπούλια κάτω απ’ τ’ άστρα
με λεν τρελή του φεγγαριού.


και βέβαια ένα θεατρικό:

https://www.youtube.com/watch?v=1lkOCNVY0JE

 

οριακά φάντασυ αλλά σίγουρα ονειρικό/παραμυθικό. Από την παράσταση Καίσαρ και Κλεοπάτρα.

 

Στίχοι:  

Μάνος Χατζιδάκις


Μουσική:  

Μάνος Χατζιδάκις


Η μητέρα μου ήταν γάτα
κι ο παππούς μου αϊτός
έτσι μ’ έφερε και μένα
σε μια νύχτα ο κεραυνός.

Η μητέρα μου ήταν γάτα
κι ο παππούς μου αϊτός
ο πατέρας μου ο Νείλος
και η αγάπη μου ο ουρανός.

Με μια γάτα για μητέρα
και το Νείλο για πατέρα
θέλω να `μπω στο παλάτι
σαν βασίλισσα τρανή.

Πέφτει η γάτα στο ποτάμι
σαν τ’ αστέρι την αυγή
έτσι εμένα θα με φάει
ένας Καίσαρας που αργεί.

Τι θα γίνω σαν με φάει
στην κοιλιά του σαν με πάει
ψάρι θα γενώ στο Νείλο
κι αστεράκι την αυγή.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

https://www.youtube.com/watch?v=pV83FCj2IqQ

Στίχοι:  

Θοδωρής Γκόνης


Μουσική:  

Νίκος Ξυδάκης


Ποτέ μου εγώ τη θάλασσα στα μάτια δεν την είδα
μα ξέρω για τα πάθη της καλύτερα απ’ την ίδια
σε βράχους μέσα έζησα, σε βάτους και λαγκάδια
μα ξέρω για τα κύματα και του νερού τα χάδια,
τον Άγιο εσυνάντησα με το κουπί στην πλάτη
σε πέτρα πάνω μοναχό, πεζό και στρατηλάτη.

Άγιε μου και προφήτη μου τι σου’ χουν καμωμένα
άνοιχ’ τα φύλλα της καρδιάς και πες τα όλα σε μένα,
δίχτυ μου έπλεξε διπλό πάνω στα άλμπουρά της
με φώναξε για μια στιγμή και γέρασα κοντά της
κι από τα λόγια τα πικρά και τ’ αρμυρό της δάκρυ
εμαραθήκαν τα κλαριά κι η γης απ’ άκρη σ’ άκρη.

Μίλα σιγά προφήτη μου, ο Πάνας μη ξυπνήσει
και με τραγούδια και φωνές παράπονα αρχίσει,
μη δει πως σ’ άλλονε Θεό τώρα κερί ανάβω
μίλα σιγά προφήτη μου κι εγώ θα καταλάβω
μ’ ένα πανί ξεκίνησα Γαϊτα στα νερά της
μ’ ένα κουπί εβούλιαξα κι έφυγα μακριά της.

Άγιε μου και προφήτη μου πάρε ψωμί και γάλα
κι εγώ μ’ αυτά που μου `χεις πει αλλά και μ’ όλα τ’ άλλα
βουνό λέω τη θάλασσα με βράχους και χαράδρες
λύκοι τα μαύρα κύματα, τσακάλια και φονιάδες.

 

 
 
Μουσική:  

Δημήτρης Αποστολάκης


Μια φορά γιε μου κι έναν καιρό
βασιλιάς καλός όριζε τόπο μακρινό...

Θυμούμαι ως τώρα τη γιαγιά
έτοιας λογής ν’ αρχίζει
και σε καιρούς αλλοτινούς
ο νους τση ν’ αρμενίζει.

Να μου μιλεί σιργουλευτά
για κείνα και για τ’ άλλα
για μαγικά, για έρωτες,
για φονικά μεγάλα.

Για βασιλιάδες νιους καλούς
που κάστρα επατούσαν
τσι μάισσες και τα θεριά
σκοτώναν κι ενικούσαν.

Κι όντεν ο ύπνος ο γλυκύς
δόξευγε το μυαλό μου
στον κόσμο των παραμυθιών
γύριζ’ ο λογισμός μου.

Έσβησ’ ο χρόνος ο κακός
μαζί με τη χαρά μου
τσι ιστορίες τση γιαγιάς
από τα όνειρά μου.

Κι έρχουντ’ απ’ τον παλιό καιρό
Θε μου να `ταν αλήθεια
ώρες αεροφύσημα
κείνα τα παραμύθια.

Μην κλαις μικρή μου και πληγές
ανοίγεις μου στα στήθη
εμείς οι δυο θα κάνουμε
τον κόσμο παραμύθι.

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Trison
Δημήτρης Κατής & Εξόριστοι - Δόξα και Τιμή
 
Κρίσεις για τον κύριο Κατή δεν θα'θελα να κάνω πάντως το παρακάτω είναι συμπαθητικό για το είδος του και στιχουργικά είναι on-topic.  Ανάλογη θεματολόγια είχαν και τα περισσότερα τραγούδια του group.
 
Τζένη Στράλλα(στίχοι)
 
Δημήτρης Κατής(μουσική)
 

Κρίση θεϊκή όρισε να `ρθει πριν καταστροφή να μας βρει
Γίγαντα παιδί γιος κατακτητή και σαν νικητής να σταθεί
Λέγαν οι παλιοί σαν στο κάστρο μπει τούτη η λεβεντιά σταματά
Κάθε τι κακό που μας τυραννά μέσα στους καιρούς πολεμά

Πάνω στ’ άσπρο του άτι γυρνά μες στα μάτια του λάμπει η χαρά
Το μαχαίρι στα χέρια του υγρό απ’ το αίμα που στάζει νωπό
Οι τιτάνες από ύπνο ξυπνούν στ’ όνομά του κρασί για να πιουν
Σαν ημίθεο τον χαιρετά ο λαός που για νίκες διψά

Λόγος στα σπαθιά σίδερα φωτιά έγινε η αρχή τη νυχτιά
Χύθηκαν ψυχές μέσα στις σκιές λάφυρα φριχτά τα κορμιά
Ξέπλυνε η βροχή τη δικιά μας γη απ’ τη συμφορά του ληστή
Δόξα και τιμή για τον νικητή μ’ αίμα κέρδισε τη ζωή

Πάνω στ’ άσπρο του...

Του θριάμβου φωνές αντηχούν όλοι θέλουν τον ήρωα να δουν
Λευτεριά και αλήθεια μαζί δέναν του Διγενή την ψυχή

 

 

https://www.youtube.com/watch?v=FDJ-pPfm3LM&index=3&list=PLyHZWqr46mydlmjRX4e2ioE-UH3YU9688

Edited by Trison

Share this post


Link to post
Share on other sites
Trison
Υπέροχοι στίχοι για τον δράκοντα που σαν πλάσμα του φανταστικού είναι δεμένο με την ελληνική λαϊκή παράδοση.
 
 
 
Στίχοι - Δημήτρης Υφαντής
  
Μουσική - Δημήτρης Υφαντής
 

Ζούσε στης γης τα τάρταρα ένα μεγάλο φίδι
που κάθε χρόνο μέτραγε τα λέπια του κορμιού του.
Χίλια τα βγάζει της ουράς, χίλια του κεφαλιού του.

Μα αλίμονο στην πλάτη του κατάρα κουβαλούσε
δυο δυνατά σπαθόφτερα που χρόνο με το χρόνο
μεγάλωναν και την καρδιά του γέμιζαν με πόνο.

Ντροπή εγώ της ράτσας μου να κουβαλάω φτερούγες
που θα `πρεπε να σέρνεται στο χώμα η κοιλιά μου.
χίλια είναι τα βάσανα, χίλια τα δάκρυά μου.

Κι άρχισε τότε να τρυπάει μ’ ορμή της γης τα σπλάχνα
να πέσει ν’ αποκοιμηθεί και να καλοπαιθάνει
σεισμός μεγάλος γίνηκε κι ο ουρανός εφάνη.

Κι ένοιωσε στις φολίδες του τη ζεστασιά του ήλιου
σε χρώματα κι αρώματα ο κόσμος κολυμπούσε
κι άκουσε τότε μια φωνή που τον παρακαλούσε.

Χτύπα καλέ μου τα φτερά και ζύγωσε τ’ αστέρια
δεν είσαι φίδι να μετράς τα λέπια του κορμιού σου, 
χίλια να βγάζεις της ουράς, χίλια του κεφαλιού σου.

Δεν είσαι κι όσα σ’ έμαθαν οι άλλοι να νομίζεις
πως τάχα το `χει η μοίρα σου να σέρνεις την κοιλιά σου.
Είσαι θεριό και δράκοντας κι άπλωσε τα φτερά σου

 

https://www.youtube.com/watch?v=CPKL5UL0nhU

Edited by Trison

Share this post


Link to post
Share on other sites
Trison

Μέδουσα, άλλο ένα φανταστικό πλάσμα της μυθολογίας μας.  Δύο τραγούδια back to back.  Δυστυχώς δεν βρήκα video του ενός από την πρώτη εκτέλεση από τις Δυνάμεις του Αιγαίου.

 

Δυνάμεις του Αιγαίου - Η Μέδουσα.

 

Στίχοι:  Α. Τζάφας

  

Μουσική: Χρήστος Τσιαμούλης

 

 

Όταν ερωτεύεσαι τα μαλλιά σου φίδια
αστραπή το βλέμμα σου, 
πορφυρό το δέρμα σου.
Όταν ερωτεύεσαι φλόγα έχεις στα χείλη
στην καρδιά σου άβυσσο, 
στους μηρούς κοχύλι.

Πώς να ξεχάσω τη γεύση σου, 
τ’ όνομά σου πώς να ξεχάσω, μέδουσα.

Όταν ερωτεύεσαι τα νύχια σου μαχαίρια
με κρατάς αιχμάλωτο 
μες τα δυο σου χέρια.
Όταν ερωτεύεσαι τα στήθη σου φεγγάρια
ο λαιμός σου εικόνισμα
μα η ψυχή σου άδεια.

 

https://www.youtube.com/watch?v=qibHXUzl6IQ

 

Σωκράτης Μάλαμας - Μέδουσα

 

Στίχοι:Μανώλης Δουλούμης

  

Μουσική:Νίκος Μαστοράκης

 

 

Η ματιά σου είναι βάρος και φωτιά, 
στα μαλλιά σου φίδια φτιάχνουνε φωλιά.

Ο λαιμός σου κύκνος στη λίμνη του χορού
και τα δυο σου στήθη καμπάνες του καημού.

Θα `ρθω να σε πάρω, μάγισσα κυρά.
Στην καρδιά μου μέσα καίει μια φωτιά, 
φλόγα που δροσίζει τα βάθη του μυαλού, 
ψύχος που φλογίζει τις άκρες του κορμιού...

Άκου τη φωνή μου μες στη σιγαλιά
να σε νανουρίζει με αφή και μυρωδιά!

Πέντε αισθήσεις, φως μου, δεν είναι αρκετές.
Το κορμί ζητάει λάγνες λαβωματιές.

Θα σε αντικρίσω φόβο δε γροικώ
στη ματιά σου κόντρα ασπίδα εγώ κρατώ.
Κι αν στη μάχη πάνω πετρώσω και χαθώ, 
κάποιοι θα θυμούνται τον πέτρινο τρελό...

 

Edited by Trison
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Το 2005, οι Χειμερινοί Κολυμβητές κυκλοφόρησαν το δίσκο Η Μαστοράντζα του Ερντεμπίλ, "συλλογή 14 ιστορικών τραγουδιών του Ε. Ζάχου". Η μουσική ανήκε ως συνήθως κυρίως στον Αργύρη Μπακιρτζή, ενώ οι εμπνευσμένοι από τη βαλκανική και ευρύτερη ανατοική παράδοση στίχοι ανήκαν στον εθνογράφο Ευάγγελο Παπαζαχαρίου που υπογράφει γενικά το έργο του "Ε. Ζάχος". Ο δίσκος είχε δηλωμένο στόχο να αποτελέσει "ένα μουσικό ταξίδι ανιχνεύοντας ό,τι ενώνει τους λαούς και όχι ό,τι τους χωρίζει" και το συγκρότημα κέρδισε εξαιτίας του βραβείο Αρίων καλύτερου έντεχνου συγκροτήματος. Άλλοι θεώρησαν πως ο δίσκος αποτελεί δείγμα νοσταλγίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον κατέκριναν. Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δει όλους τους στιχους με σημειώσεις εδώ και να κρίνει μόνος του

Αυτό που μας αφορά εμάς είναι τα κομμάτια με σαφείς μυθολογικές/υπερφυσικές αναφορές κι αυτά σας παρουσιάζω:



Ο άγιος κι ο ασίκης

Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Αργύρης Μπακιρτζής



Ο Ασίκ Καρίπης ο φτωχός
στον Καύκασο γυρνούσε
βρε
ολομόναχος.

Απ’ το Σιβάζ ήρθαν γραφτά
παντρεύουν την καλή του
βρε αχ
για λεφτά.

Κι ο Ασίκης το καλό του σάζι
σκασμένος δίνει μια
βρε αχ
και το σπάζει.

Δε φτάνω, λέει μπαϊλτισμένος
μα νάσου ο Αη Γιώργης
βρε
αρματωμένος.

Μεγάλε μου Άη Γιώργη καπετάνο
δανείζεις το άτι σου
μωρέ αχ
σε μουσουλμάνο;

Πάρτο Καρίπ και μη διστάσεις
στη γης μη βάλεις πόδι
μπρε
και θα προφτάσεις.

Πετάει ο ασίκης στον αιθέρα
και φτάνει στο Σιβάζ
μωρέ
την ίδια μέρα.

Αρπάζει την καλή του απ’ τα καπάνια
και πέταξαν ψηλά,
μωρέ, πολύ ψηλά
στα επουράνια.




Ο γιος του τυφλού

Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Λάμπρος Τσίγγας

 

 

Τον είδα να ’ρχεται μεσ’ απ’ τα χιόνια
καλπάζει ανάλαφρος στην καταχνιά,
με τ’ άσπρο του άλογο απ’ άλλα χρόνια
σαν παραμύθι απ’ τα παλιά.

Γκελ καρντάς γκελ,
εγώ είμ’ ο Κιόρογλου
γιος του τυφλού.

Μες το μαρμάρινο κι αβέρτο αλώνι
τους δράκους πάλεψε με τα φτερά
κι όσοι τον γνώρισαν σαστίσαν όλοι
και κάποιο κλάψανε από χαρά.

Γκελ καρντάς γκελ,
εγώ είμ’ ο Κιόρογλου
γιος του τυφλού.

Στους κάμπους διάβηκε μες το λιοπύρι
ίδιος Αρχάγγελος, τρελός Βοριάς
κι όπου κι αν πάτησε κόκκινοι κρίνοι
φυτρώσαν χάρισμα της λεβεντιάς.

Γκελ καρντάς γκελ,
εγώ είμ’ ο Κιόρογλου
γιος του τυφλού.

Κι είπα καρντάσι μου τι με κοιτάζεις
φόρα το ρούχο σου το κρεμεζί
καβάλα στ’άλογο και μη διστάζεις
βιτσιά στο φάρο σου κι έλα μαζί.

Γκελ καρντάς γκελ,
εγώ είμ’ ο Κιόρογλου
γιος του τυφλού.




Ο ανέμελος σαλός
Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Αργύρης Μπακιρτζής

 

 

"Μη με χτυπάς, είμ' άνθρωπος, μικρέ, δεν είμ' ελάφι,
είμ' ο ντερβίς Αμπντάλ Μουσά, που τα μακάμια γράφει".
Μα ο κυνηγός ετόξευσε, στα στήθια το χτυπάει
και να το πιάσει κυνηγά σ' έναν τεκκέ όπου πάει.

Βροντάει την πόρτα του τεκκέ, χτυπιέται 'κει και κλαίει:
"Για δώστε μου το ελάφι μου", στους ντερβισάδες λέει.
Βγαίνει και ο Αμπντάλ Μουσά, με ράσο ματωμένο,
του δείχνει εκεί το βέλος του, στα στήθια του μπηγμένο.

"Έλα μικρέ και βγάλ' το μου και πάρε με και σκλάβο!"
"Όχι, ντερβίσης θα γινώ, να ιδώ, να καταλάβω".
Και το μικρό μπεγόπουλο έμεινε εκεί ντερβίσης,
τον είπαν Καϊκουσούζ Αμπντάλ, να μην τον λησμονήσεις!



Μάρκο Κράλιεβιτς
Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Αργύρης Μπακιρτζής
Εισαγωγή: Φίλιππος Παπαφιλίππου
Εισαγωγικό Κείμενο: Μένανδρος (6ος αι. μ.Χ.)

 

 

"Ήκουν δε αυτούς επωδαίς και τελεταίς
ανοίγειν του Άδου τας πύλας
και κατάγειν ον βούλονται ασφαλώς
και οπίσω αύθις αναπέμπειν!"

Πήρα το μαύρο πρόβατο απ' τα κέρατα
και τριγυρνούσα στο Στρυμόνα, στα βουνά
μες στα γυμνά τα βράχια και τα έλατα
στο Τσέγγελ Ντάγ, στου Μάρκου τα στενά.

Και βρήκαμε τη νύχτα με φεγγάρι
του Μάρκο Κράλιεβιτς το λείψανα τα άγια,
το πρόβατο έπεσε άψυχο κουφάρι
κι έψαλα των Βογόμιλων τα μάγια!

Κι ο Άδης μού 'κανε μεγάλη χάρη.
Βγήκε ο Μάρκο Κράλιεβιτς σα μπόρα
κι είπε: Σταθείτε, Σλάβοι, Σκιπετάροι,
μην πολεμάτε πια γι' αυτή τη χώρα!

Αφού θυμάστε ακόμα τ' όνομά μου
αξίζω να μου κάνετε χατίρι
να βρουν αναπαμό τα κόκαλά μου
Το γκρεμισμένο χτίστε το γεφύρι!




Στη Ρούσα την πεντάμορφη
Στίχοι: Ευάγγελος Ζάχος
Μουσική: Αργύρης Μπακιρτζής

 



Στη Ρούσσα την πεντάμορφη, -αλ ελμά, βερ ελμά
της Μέλισσας την κόρη
μίλησε το Καρά Γιλάν, -αλ ελμά, βερ ελμά
μαύρου φιδιού τ' αγόρι, -βερ γκιουζέλ ελμά.

Θα 'ρθούνε να σε κλέψουνε, -αλ ελμά, βερ ελμά
οι σύντεκνοι του δράκου
έλα μαζί μου να σωθείς, -αλ ελμά, βερ ελμά
και το σεβντά μου άκου, -βερ γκιουζέλ ελμά.

Μα η Ρούσσα η Πεντάμορφη, -αλ ελμά, βερ ελμά
τις μέλισσες μαζώνει
και μες το κάστρο της Μπαλ Κηζ, -αλ ελμά, βερ ελμά
κλείνεται και γλιτώνει, -βερ γκιουζέλ ελμά.

Κι έρχεται ο δράκοντας Γεσίλ, -αλ ελμά, βερ ελμά
των σερπετών φοβέρα
που κυβερνάει τα δώδεκα, -αλ ελμά, βερ ελμά
τα ζώδια στον αιθέρα, -βερ γκιουζέλ ελμά.

Μα μπρος στο κάστρο της Μπαλ Κηζ, -αλ ελμά, βερ ελμά
ο δράκοντας βαλτώνει
κι ο πονηρός Καρά Γιλάν, -αλ ελμά, βερ ελμά
σ' ένα μήλο τρυπώνει, -βερ γκιουζέλ ελμά.

Στη Ρούσσα το προσφέρουνε, -αλ ελμά, βερ ελμά
κι εκείνη το δαγκάνει
και δίχως άλλην αφορμή, -αλ ελμά, βερ ελμά
την παρθενιά της χάνει, -βερ γκιουζέλ ελμά. Edited by Electroscribe
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Σας βάζω ένα που είναι οριακά  φαντασίας, αλλά που θεωρώ ότι παρουσιάζει την πρωσοποίηση της θάλασσας, οπότε ταιριάζει εδώ. Αν προσέξετε, τη γυναίκα του τίτλου, εκτός που την παρουσιάζει σαν πόρνη του λιμανιού, τη στολίζει με ένα σωρό παραφερνάλια και σύμβολα θαλασσινά και σε κάποιο στίχο την αποκαλεί "αμφίβια μοίρα".

 

Γυναίκα, ποίηση Καββαδία, δίσκος: Ο σταυρός του Νότου

 

https://www.youtube.com/watch?v=Hsv6f25UUAg

 

 

ΥΓ: προσπάθησα να σας βάλω και το τραγούδι του νεκρού αδελφού και είχα βάλει το τραγούδι απ' το γιουτούμπ και είχα γράψει κι όλα τα λόγια, αλλά όταν προσπάθησα να βάλω δεύτερο τραγούδι, έχασα όλα τα προηγούμενα! Κι είχαν πονέσει τα δάχτυλα μου να γράψω τα λόγια! :aangry:

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μάρβιν ΑΑΠ

φάνταζι και τρόμος μαζί! οκ, ίσως λίγο υπερβολικό, αλλά τελευταία έχω κολλήσει πολύ με τους Συνθετικούς και είπα να το μοιραστώ. είναι ακόμα καλύτεροι στις συναυλίες τους : ))

 

ακούστε!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Ξεχάσαμε να προσθέσουμε ένα πολύ γνωστό, που μάλιστα το κάναμε και στο σχολείο: το παραδοσιακό "του Νεκρού αδερφού". Κοιτάχτε και τους στίχους:

Μάνα με τους εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονώ και ήλιος δεν σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
-Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή, μ' άσκημα απηλογήθης.
Κι α' μο 'ρτει γιε μου θάνατος κι α' μο 'ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
-Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω.

 

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

Κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι

Κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

Βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα  έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,

Στου Κωνσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της:

«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, και μυριανάθεμά σε,

Οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

Το τάξιμο που μου ‘ταξες πότε θα μου το κάμεις;

Τον ουρανό ‘βάλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

Αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις.»

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,

Η γης αναταράχθηκε κι ο Κωνσταντής εβγήκε!

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι

Και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

 

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.

Από μακριά την χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

-Άιντε αδερφή να φύγουμε, στη μάνα μας να πάμε.

-Αλίμονο αδερφάκι μου και τι είναι τούτη η ώρα;

Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,

Κι αν είναι πίκρα πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.

 -Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσαι όπως κι αν είσαι.

Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

 

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν

Δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,

Μόν’ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:

«Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»

-Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;

-Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε.

Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,

Να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους;»

-Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια,

Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους;

-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.

-Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις!

-Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αι-Γιάννη

Κι εθύμιασέ μας  ο παπάς με περισσό λιβάνι.

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε:

«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο!

Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!

Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

-Άκουσες Κωσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;

-Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ότι κι αν θέλουν ας λέγουν.

-Πες μου, που είναι τα κάλλη σου και πού είν’ η λεβεντιά σου,

Και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

-Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.

 

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.

Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της ‘χάθη!

Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοίζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,

Βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

Βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα

Και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.

Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

-Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,

Κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω

Κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα!

-Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα!

-Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

-Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι,  η Αρετή σου!

 

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

 

 Εκτός από φαντασία έχει και μια αρκετά ισχυρή δόση τρόμου, με ένα (αγαθοποιό βέβαια) "ζόμπι", όπως μπορεί κάποιος φανατικός της φαντασίας να χαρακτηρίσει το νεκροζώντανο Κωνσταντή! Θα σας βάλω κι ένα βιντεάκι:

https://www.youtube.com/watch?v=C-5WcpK-9Yk

(Σας προτείνω να το ψάξετε και με τον τίτλο μάνα με τους εννιά σου γιούς, πάλι από την Ήπειρο της Πεντατονίας, καθώς με αυτόν τον τίτλο έχει ένα συνοδευτικό βιντεάκι με γοητευτικά ανατριχιαστικές εικόνες!)

Edited by Νίκη
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Λοιπόν, το καλοκαίρι, στο μέρος που παραθέριζα, άκουσα το τραγούδι "Σιμούν", του Παπακωσταντίνου και λάτρεψα τις ονειρικές και επαναστατικές ταυτόχρονα, εικόνες.

Ψέλνει στη Σιμωνόπετρα κι ακούγεται στον Άδη
μα οι τρομαγμένοι κάνουνε πως τάχα δεν ακούν.
Κλέβει το χνούδι απ'τα παιδιά, τα μονοπάτια σβήνει,
βαφτίζεται στην έρημο και γίνεται Σιμούν.

Στέλνει καράβια στο γκρεμό,
τον ίσκιο ξεθωριάζει,
κάνει κι εμένα φρύγανο,
μα εμένα δε με νοιάζει.

Με το 'να χέρι στη χαρά και τ' άλλο στην ομίχλη,
δεμένο με γλεντήσανε τα λαίμαργα πουλιά.
Γυρεύω την πανσέληνο να πέσει στο πηγάδι,
να κοιταχτώ, να θυμηθώ πως ήμουνα παλιά.

Να θυμηθώ, να ξεχαστώ
να γίνω ερυθρελάτη
οι ρίζες μου στον ουρανό,
τα φύλλα στο κρεβάτι.

Να βρω κι εσάς αδέρφια μου, που 'χετε ξεθυμάνει,
το φόβο και την ομορφιά να βάλουμε μαζί.
Να πλύνουμε με το κρασί τα νυσταγμένα μάτια
κι ύστερα να σαλπάρουμε στη θάλασσα πεζοί.

Και τα παρτάλια οι σκέψεις μας,
πειρατική σημαία.
Όλα στραβά γινήκανε
και όλα είν' ωραία.

Μετράει; Εμένα πάντως οι στίχοι μου φαίνονται αρκετά φαντασίας. Ιδίως οι στίχοι: "Με το 'να χέρι στη χαρά και τ' άλλο στην ομίχλη, δεμένο με γλεντήσανε τα λαίμαργα πουλιά. Γυρεύω την πανσέληνο να πέσει στο πηγάδι, να κοιταχτώ, να θυμηθώ πως ήμουνα παλιά. Να θυμηθώ, να ξεχαστώ, να γίνω ερυθρελάτη." μου θυμίζουν παραδοσιακό ξόρκι.

Ακούστε το κι εσείς: (το βιντεάκι είναι κάπως μελό, αλλά αυτό βρήκα)

 

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..