Είδος: συνήθως δεν κατατάσσω τις ιστορίες μου, αλλά θα μπορούσαμε να την πούμε ιστορία τρόμου
Βία; Όχι. μάλλον...
Σεξ; Δεν υπάρχει χώρος
Αριθμός Λέξεων: άντε πάλι..
Αυτοτελής; ναι
Σχόλια: πρωτογράφτηκε σε στιγμή συναισθηματικής φόρτισης (φαίνετε; ), αλλά νομίζω πως συνδυάζει επιτυχώς (χμ, δείγμα μετριοπάθειας...) το συναίσθημα με την λογική κατασκευή..
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΝΥΧΤΑ. Αλλά μία νύχτα αλλιώτικη, παράξενη, τόσο σκοτεινή που τίποτα δεν φαινόταν, ούτε καν τα νυχτοπούλια, μονάχα άκουγες το φτεροκόπημά τους στον αγέρα και θαρρούσες πως αόρατοι άγγελοι είχαν αναστατωθεί στον ουρανό.
Ένας άντρας ανέβαινε τον λόφο μόνος, εκεί που ο ουρανός ρόδιζε ακόμη. Πάνω στον λόφο βασίλευαν οι θάμνοι και γενικά η χαμηλή βλάστηση εκτός από ένα δένδρο, λίγο κοντά στην κορυφή του, μια βελανιδιά, η μόνη που ξεχώριζε από μακριά καθώς άπλωνε τα πελώρια κλαδιά της, σα χέρια πνιγμένων στον άδειο αγέρα.
Ο άνδρας έδειχνε κατάκοπος, παραπατούσε, ήταν φανερά αναστατωμένος και κάτι ακόμη περισσότερο: παραμιλούσε, σκόνταφτε απάνω στις πέτρες, άπλωνε τα χέρια κι έπιανε το κεφάλι του και τραβούσε τα μαλλιά του. Συχνά, καθώς δεν πρόσεχε που πατούσε, σκόνταφτε κι έπεφτε κάτω, όταν σηκώνονταν τα γόνατα κι οι αγκώνες του έτρεχαν αίματα. Θα ήταν κανένας τρελός ή κάποιος αληθινά απελπισμένος…
Κάτω στην πόλη η είδηση είχε αρχίσει να διαδίδεται, η φήμη κυκλοφορούσε: έπιασαν τον Δάσκαλο! Έπιασαν τον Δάσκαλο! Τον είχαν πράγματι συλλάβει το σούρουπο, στο όρος όπου βρίσκονταν με τους μαθητές του και τον οδηγούσαν τώρα, με δεμένα τα χέρια, στον δικαστή. Θα τον ανέκριναν και θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο! Οι μαθητές είχαν όλοι σκορπίσει, φοβισμένοι για την ζωή τους. Έλεγαν πως κυνηγούσαν κι αυτούς, πως θα τους έπιαναν, πιθανόν θα τους σκότωναν, έπρεπε λοιπόν να κρυφτούν και να φύγουν.
Ο άντρας που ανέβαινε τον λόφο ζύγωνε πια στην κορυφή του, όταν ακούστηκε η πρώτη βροντή κι ο τόπος γύρω φωτίστηκε. Η γης μύριζε κι ο αγέρας ήταν υγρός, μία δεύτερη αστραπή δεν τον βοήθησε να δει, μπλέχτηκε σε κάτι θάμνους, η βροντή ακούστηκε, εκείνος έπεσε χάμου και το πρόσωπό του γέμισε αίματα. Σήκωσε το κεφάλι κι είδε την μεγάλη βελανιδιά να ορθώνεται λίγα βήματα μπροστά του. Μία ταραγμένη ιδέα, όλο άναρθρες κραυγές, χαράχτηκε στο μέτωπό του. Τότε μία δεύτερη βροντή ακούστηκε τόσο δυνατά που θαρρούσες πως ο λόφος έτρεμε. Ο άντρας γραπώθηκε από το έδαφος και, γυρίζοντας το κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια καθώς αυτό που έβλεπε ούτε που φανταζόταν ότι μπορούσε ποτέ να γίνει. Ήταν Εκείνος, ο Δάσκαλος, ολόρθος μπροστά του…
Ο Δάσκαλος ήταν φωτισμένος από μία ορατή άλω που τον κάλυπτε από το κεφάλι ίσαμε τα πέλματα. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό κι ολοφώτεινο, μα είχε μια όψη περίεργη, που δεν μπορούσες να πεις εάν έκρυβε ηρεμία ή θλίψη. Άπλωσε το χέρι προς τον πεσμένο άνδρα, έσκυψε λίγο και τον κοίταξε κατάματα.
- Κύριε εσύ είσαι; Μα δεν μπορεί να είσαι εσύ; Πώς μπορεί; Σε σέρνουν δεμένο προς τον δικαστή, θα σε δικάσουν, θα σε κατηγορήσουν και θα αποφασίσουν…
Ο Δάσκαλος όμως στεκόταν μπροστά του και τον κοίταζε κι είχε μία αμφιβολία στα μάτια. Για πρώτη φορά έβλεπε αμφιβολία στα μάτια του Δασκάλου.
- Κύριε, σε πρόδωσα, εγώ σε παρέδωσα σε εκείνους…Πώς μπόρεσα να το κάνω αυτό; Πώς μπόρεσα;
Ο Δάσκαλος αναστέναξε κι ακούστηκε η φωνή του, σιγανή πολύ και θλιμμένη:
- Είμαι μόνος Ιούδα! Όλοι με εγκατέλειψαν, όλοι με άφησαν, όλοι σκόρπισαν. Κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, όλοι τρέχουν να σωθούν…Μονάχα εσύ απόμεινες να με σκέπτεσαι Ιούδα. Μονάχα εσύ…
Ο πεσμένος άνδρας είχε χάσει πλέον τα λογικά του, παραμιλούσε:
- Δεν ήξερα Κύριε, δεν είχα ιδέα, πώς μπορούσα να ξέρω; Έκανα λάθος, λάθος φρικτό, ένα έγκλημα που δεν διορθώνεται… Σε πρόδωσα, πρόδωσα Εσένα και τον εαυτό μου. Δεν ήξερα, δεν είχα ιδέα…
- Είμαι μόνος Ιούδα…αποκρίθηκε πάλι η φωνή του Δασκάλου που άπλωνε, τί παράξενο, θα ’λεγες παρακλητικά το χέρι.
- Τίποτα δεν διορθώνεται τώρα Κύριε, τίποτα δεν αλλάζει…Αυτό ήταν λοιπόν να γίνει…
- Ιούδα έμεινα μόνος, κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, ακούστηκε για τρίτη φορά η φωνή Του και το απλωμένο προς τον άντρα χέρι ταράχτηκε.
Ο Ιούδας είχε πια παρανοήσει. Η καταστροφή είχε σαλέψει το μυαλό του. Η απογοήτευση, η απελπισία είχαν κλονίσει την υγεία του. Πολλές φορές ένας άντρας χαμένος, πεσμένος στην θάλασσα, νιώθει ένα άλλο ναυαγό να του τείνει το χέρι, να τον καλεί να κρατηθούν μαζί, να ενώσουν τις δυνάμεις τους, να σωθούν μαζί… Άλλοτε το απλωμένο χέρι βρίσκει ανταπόκριση, άλλοτε όχι.
- Νομίζεις πως δεν σ’ αγάπησα κι εγώ Κύριε, πως δεν σε πίστεψα… είπε ο πεσμένος άντρας καθώς ανασηκωνόταν. Γύρισε την πλάτη στον Δάσκαλο, έκαμε μερικά βήματα και τότε μια αστραπή φώτισε την βελανιδιά μπροστά του, στο ένα κλαδί κρεμόταν και χόρευε μανιασμένα ένα σχοινί μέσα στην καταιγίδα. Το σχοινί έφτανε μέχρι χαμηλά και είχε μια θηλιά στην άκρη του. Τον περίμενε…
Ο Ιούδας έπιασε με τα δυο του χέρια την θηλιά. Γύρισε να κοιτάξει για μια τελευταία φορά τον Δάσκαλο που στεκόταν ακόμη εκεί.
- Ιούδα, Ιούδα…
Την στιγμή εκείνη ήρθε από μακριά, τρεις φορές, το λάλημα του πετεινού. Ο Δάσκαλος γύρισε κατά την μεριά της πόλης. Ολόκληρος έλαμψε λευκός κι ύστερα το φως άρχισε να φθίνει, σταδιακά μέχρι που χάθηκε.
Ο Ιούδας έμεινε στην βελανιδιά μονάχος. Σκέφτηκε την στιγμή που του έδωσαν τα τριάντα αργύρια κι εκείνος τα πέταξε με τόση καταφρόνια και το έβαλε στα πόδια. Εκείνη την στιγμή νόμισε πως μπήκε ζωντανός στην κόλαση… Μα τώρα σκέφτονταν πως δεν είχε ιδέα ακόμη τότε τι θα πει κόλαση και τι θα πει ζωντανός…
Τον βρήκαν τα ξημερώματα, να ίπταται λίγο πιο πάνω από το έδαφος.


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote




