Jump to content
Sign in to follow this  
Naroualis

Στο Γάιδαρο καβάλα

Recommended Posts

Naroualis

Όνομα Συγγραφέα:Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη

Είδος: Φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων:1800

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Για το διαγωνισμό του Ιανουαρίου.

 

 

 

 

ΣΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ ΚΑΒΑΛΑ

Είναι ο Ζάκουπιτ κι ο Κριμπιμάτι, καβάλα σ’ έναν άσπρο γάιδαρο και πάνε. Κι αναρωτιέσαι τώρα εσύ, σαν απλός νους, πού πάνε, μες το ξεροβόρι, κι οι δυο μαζί πάνω στο κακόμοιρο το ζωντανό, ο καθένας να ζυγίζει όσο ο γαϊδαρέλος μοναχός του;

 

Μεγάλη ιστορία. Ο Ζάκουπιτ είναι γητευτής, από τα χωριά του Νότου, μαυριδερός σαν άπλυτο τσουκάλι και σκεπασμένος ως τ’ αυτιά με βαμβακερά κουρέλια. Ξεκίνησε απ’ τον τόπο του να πάει στο Άλελο, στο Φεστιβάλ Επίκλησης Δαιμόνων, αλλά στο δρόμο τον ξάφρισαν κάτι επιτήδειοι και του άφησαν μοναχά το σαρκίο του και τα ρούχα που φορούσε. Ο Κριμπιμάτι με τη σειρά του είναι από το Βορρά, από τις Χίλιες Λίμνες. Είναι πλανόδιος έμπορος υλικών για επικλήσεις –«φρέσκα πόδια σαύρας, φρέσκα!»- ξανθωπός και πλαδαρός κι ντυμμένος κάπως ελαφρά. Κι αυτός για το Άλελο ξεκίνησε κι είχε μια παρόμοια συνάντηση με τους ίδιους επιτήδειους που ξάφρισαν το Ζάκουπιτ.

 

Συναντήθηκαν λίγες μέρες πριν, έξω από το Χάνι της Αλυσιδώς. Δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τώρα, το αντίθετο, ήταν ο καθένας μοναχός του, ξελιγωμένοι της πείνας και χωρίς τον άσπρο γάιδαρο. Τους βρήκε μισοπεθαμένους ένας από τους ημεροδρόμους που σύχναζαν στο χάνι, τον έναν αριστερά και τον άλλο δεξιά από την ποτίστρα των ζώων. Είχαν προσπαθήσει κι οι δυο να πιούν νερό από τη γούρνα, σκασμένοι από τη δίψα, αλλά το κρύο είχε κάνει στην επιφάνεια της ποτίστρας μια κρούστα πάγο τόσο χοντρή που μόνο με τσεκούρι μπορούσες να τη σπάσεις.

 

Ο ημεροδρόμος έβαλε τις φωνές, βγήκαν οι πελάτες, βγήκε κι η ίδια η Αλυσιδώ, που εκείνη την ώρα έπλεκε δίπλα στο τζάκι, τους μάζεψαν μέσα, τους κάθησαν όσο πιο κοντά στη φωτιά γινόταν, τους τάισαν λίγο ζωμό, καυτό-καυτό, ν’ αρχίσει το αίμα τους να ξεπαγώνει κι ύστερα τους έδωσαν και ζεστό τσίπουρο με μέλι, σπεσιαλιτέ του καταστήματος. Εκείνοι ίσα που μπορούσαν να αρθρώσουν λίγα σύμφωνα –«γκ… γκ…»- ενδεικτικά του κρύου που τους είχε τσακίσει κι ύστερα μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο ξεράθηκαν στον ύπνο.

 

Όταν συνήλθαν, βρήκαν την Αλυσιδώ δίπλα στο τζάκι να πλέκει. Της είπαν ο καθένας την ιστορία του και της υποσχέθηκαν όλη την καλοτυχία που μπορούσαν να καλέσουν με τις επικλήσεις τους, αν τους δάνειζε για λίγες μέρες το γάιδαρό της. Η Αλισυδώ ήταν μια πολύ ορεκτική γυναίκα, όλο αφράτες γωνίες και τραγανές στρογγυλάδες κι ήταν γνωστή σε όλο το Βουβό Βουνό για το χάρισμά της να μπορεί να προβλέπει πότε θα πέσει χιόνι. Στα λόγια των δύο αντρών, χαμήλωσε τις βλεφαρίδες της με δυσφορία. Τους είπε ότι ο γάιδαρός της ήταν όλη της η κινητή περιουσία, άσε που ένας άσπρος γάιδαρος ήταν πολύ σπάνιος, άσε που τον είχε πολύ καλομαθημένο και δε θα καθόταν πολύ στα χέρια δυο ξένων, άσε που ήταν ζωντανό δύστροπο κι ανάποδο.

 

-Γλυκειά μου Αλυσιδώ, έκανε τότε ο Ζάκουπιτ, αν μας δανείσεις το γάιδαρό σου, ξέρεις ότι θα στο ξεπληρώσουμε τετραπλά, όταν γυρίσουμε από το Άλελο. Έχω πολλούς φίλους στο Φεστιβάλ των Επικλήσεων, και σε λιγότερο από έναν μήνα θα είμαι πίσω, με το γάιδαρό σου κι όσα φυλακτά και ξόρκια καλοτυχίας μπορούν ν’ αντέξουν οι τοίχοι του σπιτιού σου…

 

-Κι εγώ το ίδιο, βιάστηκε να παρεισφρήσει στη συζήτηση ο Κριμπιμάτι. Πολλοί μάγοι και γητευτές μου χρωστάνε χάρες και δε θα αρνηθούν να σε λούσουν στα καλότυχα ξόρκια, αν μάθουν ότι βοήθησες το φίλο τους…

 

Όμως η Αλυσιδώ δίσταζε. Κι ο δισταγμός της ήταν μάλλον ύποπτος, γιατί σε αυτήν την πλευρά του Βουβού Βουνού, κανείς μα κανείς δεν αρνείται ποτέ μια υπόσχεση καλότυχων ξορκιών, ειδικά το χειμώνα. Ο Ζάκουπιτ δεν την πίεσε περισσότερο, αλλά έκανε ένα υπόγειο νόημα στον Κριμπιμάτι, να τον συναντήσει έξω.

 

-Καταλαβαίνεις βέβαια ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ, του είπε συνωμοτικά, μακρυά από τα πάντα ανοιχτά αυτιά της χανιτζούς. Γιατί δε θέλει να μας δανείσει το γάιδαρο;

 

-Μήπως να κάνεις κανένα αναγνωριστικό ξόρκι; Απάντησε στον ίδιο τόνο ο Βόρειος. Να φωνάξεις κανένα κατώτερο δαιμονικό να μας πει τι γίνεται εδώ;

 

-Δε μου άφησαν το γριμμόριό μου οι ληστές, αναστέναξε ο Ζάκουπιτ. Τίποτε δε μου άφησαν, ούτε ένα κλαράκι γκυ, ούτε ένα τόσο δα καρβουνάκι από κόκαλο φονιά, ούτε καν μια κιμωλία του Άλελο, να σχεδιάσω το άστρο των επικλήσεων. Αλίμονο, πρέπει να κινηθούμε με τον παλιό τρόπο.

 

Κι έτσι το ίδιο βράδυ, οι δύο τους, σύντροφοι πια ενάντια στην ύποπτη ξεροκεφαλιά της Αλυσιδώς, παραφύλαξαν στο στάβλο, όπου ο άσπρος γαϊδαρέλος χουχούλιαζε ευτυχής μέσα στο άχυρό του, μήπως και δουν κάτι που να τους εξηγούσε τη συμπεριφορά της χανιτζούς. Ήρθαν και πέρασαν τα μεσάνυχτα, ήρθε και πέρασε η όγδοη ώρα της νύχτας, ήρθαν και πέρασαν κι η ένατη κι η δέκατη κι η δωδέκατη ώρα της νύχτας, αλλά τίποτε δεν άλλαξε στον στάβλο. Ο γαϊδαρέλος κοιμόταν μακάριος, το χάνι ροχάλιζε ανέμελο κι οι δυο πονηροί άλλαζαν βάρδιες μεταξύ τους, κατασκοπεύοντας το αντικείμενο της επιθυμίας τους.

 

Κι εκεί γύρω στο τέλος της δέκατης τρίτης ώρας της νύχτας, λίγο πριν το ξημέρωμα, στο πιο βαθύ σκοτάδι, ο Ζάκουπιτ σκούντηξε τον Κριμπιμάτι που λαγοκοιμόταν και του έδειξε σιωπηλά την πόρτα του στάβλου. Ήταν η Αλισυδώ, με τα νυχτικά και τα μαλλιά ξέπλεκα και μ’ ένα κερί στο δεξί της χέρι. Πλησίασε το γάιδαρο κι εκείνος ξύπνησε και την κοίταξε με ένα βλέμμα που έμοιαζε με ανθρώπινο. Τότε η γυναίκα έκανε τρεις φορές τον κύκλο γύρω από το ζώο κι είπε με απαλή τραγουδιστή φωνή:

 

-Γάιδαρέ μου, γαϊδαρέλο, να χιονίσει αύριο θέλω.

 

Τότε τα άσπρα αυτιά του ζώου κουνήθηκαν πάνω κάνω σε μια σχεδόν ανθρώπινη καταφατική κίνηση κι απ’ το γαϊδουρίσιο στόμα βγήκε μια αντρική φωνή:

 

-Χανιτζού μου παινεμένη, αύριο μέρα χιονισμένη.

 

Κι η Αλυσιδώ ξαναγύρισε στο κρεβάτι της ικανοποιημένη.

 

Τότε ο Ζάκουπιτ κι ο Κριμπιμάτι χωρίς να χάσουν ούτε ένα λεπτό παραπάνω, βγήκαν από την κρυψώνα τους, σαμάρωσαν το γάιδαρο και βγήκαν στο δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν κι ας ήταν ακόμη αξημέρωτα. Είχαν κάνει ήδη δυο ωρών δρόμο πριν η Αλυσιδώ ανακαλύψει την κλεψιά τους, «απατεώνες, γητευτές κι εμπόροι, έπρεπε να σας είχα μυριστεί, αλλά θα τιμωρηθείτε όπως σας ταιριάζει…»

 

Κι έτσι τώρα είναι οι δυο τους πάνω στον άσπρο κλεμμένο γάιδαρο, σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο και πηγαίνουν κι έχει πέσει η νύχτα πια και ρίχνει κι ένα χιόνι ρυζάτο και φυσάει κι ένας βοριάς από την παγωμένη κορυφή του Βουβού Βουνού που ξυρίζει και το Άλελο είναι ακόμη πέντε μέρες δρόμο μακρυά.

 

Και δε φτάνει που συμπεριφέρθηκαν έτσι αχάριστα στην Αλυσιδώ, αλλά έχουν κι άλλα σχέδια, ο καθένας να ρίξει τον άλλο. Ο Ζάκουπιτ σκέφτεται πόσο σπουδαίος θα γίνει με το γάιδαρο αυτό, θα εγκατασταθεί σε μια από τις πόλεις του Βορρά και θα πληρώνεται αδρά για να μαντεύει αν θα πέσει χιόνι την επόμενη μέρα. Κι ο Κριμπιμάτι σκέφτεται ότι ο Μέγας Μάγος του Καιρού θα πλήρωνε κάμποσο χρυσάφι για τον Άσπρο Γάιδαρο του Χιονιού –έτσι θα τον ονόμαζε-, αλλά ίσως όχι περισσότερο από την Καλασού, τη μάγισσα που αγαπά τον πάγο.

 

Και συνεχίζουν το ταξίδι τους, ρίχνοντας ο ένας κλεφτές ματιές στον άλλο και ψάχνοντας για μέρη όπου θα μπορούσε να κάνει στον σύντροφό του κακό και να μείνει μόνος αυτός κάτοχος του πολύτιμου ζώου. Όλα τα υπολογίζουν, όλα τα ζυγίζουν σιωπηλοί και δύσθυμοι, το Άλελο πλησιάζει και δε θα έχουν ακόμη πολλές ευκαιρίες να ξεφορτωθούν ο ένας τον άλλο και δεν έχουν καταλάβει ότι εκτός από τους ίδιους υπάρχει και κάποιος τρίτος που υπολογίζει και ζυγίζει, σιωπηλός και δύσθυμος κι αναπολεί το ζεστό του στάβλο και το μαλακό του άχυρο και τα τρυφερά τσουκνιδολούλουδα που τον τάιζε η Αλυσιδώ με το παχουλό της χέρι.

 

Συνέχιζαν λοιπόν την πορεία τους, μέσα από διάσελα, πάνω από ποταμάκια παγωμένα, γύρω από απόκρημνους λόφους, κάτω από δέντρα φορτωμένα χιόνι, δίπλα από τα ριζά γκρεμών γυμνών απ’ ο,τιδήποτε, πήγαιναν και πήγαιναν και το Άλελο πλησίαζε. «Αύριο θα είμαστε στο Φεστιβάλ,» έλεγαν ο ένας στον άλλο. Και μόνο ο άσπρος γάιδαρος χασκογελούσε χαιρέκακα, αλλά οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς κάνουν οι γάιδαροι όταν χασκογελούν κι οι δυο απατεώνες άκουγαν μόνο ένα αχνό γκάρισμα, σα βογκητό.

 

Περνούσαν οι μέρες, στο γάιδαρο καβάλα. Περνούσαν κι οι νύχτες, ζαρωμένοι δίπλα σε μια τόση δα φωτίτσα, να μασουλάνε γαλέτες που είχαν κλέψει από το χάνι και να κρατάνε με βάρδιες σφιχτά το καπίστρι του γαϊδάρου, μη μας φύγει τώρα που κοντεύουμε να φτάσουμε. Άλλη μια μέρα καβαλαρία κι αύριο φτάνουμε στο Φεστιβάλ. Άλλη μια νύχτα στο ύπαιθρο κι αύριο θα κοιμόμαστε σε μετάξια κι από πάνω απ’ τα μετάξια θα πέφτουν βαριές γούνες και βελέντζες. Άλλη μια μέρα γαλέτα κι αύριο θα τρώμε ψητά και εκλεκτά τυριά και θα μας παρακαλάνε να τους πουλήσουμε τον Άσπρο Γάιδαρο του Χιονιού. Και θα περνάμε φίνα κι ωραία αύριο που θα φτάσουμε, φίνα κι ωραία και θα στείλουμε κι ένα πουγκί ασήμι στην Αλυσιδώ κι ίσως την καταφέρουμε –με τα πλούτη που θα αποκτήσουμε- να γίνει ερωμένη μας, με τις αφράτες τις γωνίες της και τις τραγανές της στρογγυλάδες…

 

Κι εκείνη την τελευταία νύχτα στο ύπαιθρο, θέλησαν να δοκιμάσουν την αποτελεσματικότητα του αποκτήματός τους. Ο Κριμπιμάτι τον κρατούσε σφιχτά από το καπίστρι κι ο Ζάκουπιτ έκανε τρεις φορές το γύρο του ζώου, κι ύστερα είπε:

 

-Γάιδαρέ μου, γαϊδαρέλο, να χιονίσει αύριο θέλω.

 

Κι ο γάιδαρος απάντησε:

 

-Μέχρι ο ήλιος να βουτήξει, κόκκο χιόνι δε θα ρίξει.

 

Χάρηκε ο Ζάκουπιτ, γιατί και το υπόλοιπο ταξίδι τους θα ήταν χωρίς χιόνια και έμαθε το υπόλοιπο μέρος του ξορκιού. Χάρηκε κι ο Κριμπιμάτι γιατί τώρα θα ήξερε όλες τις πιθανές απαντήσεις του γάιδαρου, οπότε θα μπορούσε να τον πουλήσει ευκολότερα. Κι αυτήν την τελευταία τους νύχτα μακρυά από ζεστό κρεβάτι και ζεστό φαΐ, είπαν ότι θα κοιμηθούν κι οι δυο, να ‘ναι φρέσκοι αύριο στο Φεστιβάλ κι έδεσαν σφιχτά τον γάιδαρο σε ένα δέντρο, τόσο σφιχτά, που το ζωντανό μετά βίας μπορούσε να κουνήσει το κεφάλι.

 

Όταν ήρθε το πρωί, ο αδύναμος ήλιος φώτησε τα βήματα ενός άσπρου γαϊδαρέλου, που βάδιζε μόνος, μιας μέρας δρόμο μακρυά από το Άλελο και προς το Χάνι της Αλυσιδώς, κοντά στην κορυφή του Βουβού Βουνού. Ήταν σαμαρωμένος κι απ’ το λαιμό του κρεμόταν ένα καπίστρι, όχι κομμένο ή σπασμένο αλλά μασημένο. Από τον Ζάκουπιτ και τον Κριμπιμάτι ο ήλιος δε μπόρεσε να βρει ούτε ίχνος, όμως ήξερε ότι αν περίμενε την άνοιξη, να δυναμώσει και να λυώσει τα χιόνια, τότε ίσως έβρισκε κάτι από αυτούς, λίγα βρώμικα βαμβακερά κουρέλια ή μια τούφα ξανθωπά μαλλιά.

 

Το ζώο έφτασε μετά από πέντε μέρες πίσω στο χάνι. Η χανιτζού έπλεκε δίπλα στο τζάκι όταν της το είπαν. Πετάχτηκε έξω χαρωπή, τον πήρε αγκαλιά, φίλησε την άσπρη του μουσούδα και τον τάισε με το ίδιο της το χέρι καρότα, μήλα κι άλλες γαϊδουρολιχουδιές.

 

-Αχ, γαϊδαρέλο μου, πού να ‘ξεραν; του είπε κάποια στιγμή που δεν άκουγε κανείς. Πού να ‘ξεραν ότι γίνεται το αντίθετο από αυτό που λες κάθε φορά; Οι ανόητοι! Αν πρόσεχαν ότι δε χιόνιζε τη μέρα που σε έκλεψαν, τη μέρα που σου είχα ζητήσει να χιονίσει, δε θα τα πάθαιναν τώρα αυτά…

 

Κι ο άσπρος γάιδαρος συμφώνησε μ’ ένα πονηρό γκάρισμα.

Edited by Nienor
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
PiKei

Νομίζω πως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά σου είναι το ύφος σου. Από το "ο καθένας να ζυγίζει όσο ο γαϊδαρέλος μοναχός του" σκέφτηκα πως εδώ θα υπάρξει μια ενδιαφέρουσα χρήση του Λόγου, ένα Ύφος. Και πραγματικά υπάρχει. Όπως υπάρχει κι ένα υποχθόνιο χιούμορ, (που προσωπικά θα το ήθελα ίσως περισσότερο), ωραία χανιτζού, "λαμόγια" ήρωες και εκδίκηση του γαϊδάρου που δεν είναι προϊόν απάτης, αλλά καταφανής ανοησία των ηρώων.

 

Λόγω του "διδακτικού" (και μην βγάλεις καντήλες με την λέξη) της ιστορίας θα μπορούσα άνετα να την δω σαν παραμύθι ή ακόμα και σαν μέρος μιας ευρύτερης ενότητας (δεν έχω ψάξει τίποτα άλλο δικό σου στην Βιβλιοθήκη ακόμα, για να μην θολώσω την πρώτη μου εντύπωση).

 

Keep Up!

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

Συμφωνώ και συνυπογράφω με τον προλαλήσαντα: δεν έχω ούτε μια "παρατήρηση" γι αυτή την ιστορία :) Ή μάλλον έχω μόνο μία - είναι η Αλυσιδώ της Αλυσιδούς (κατά το Ηρώ - Ηρούς ας πούμε). Αυτό το μόνο. Η ιστορία είναι άρτια, το ύφος είναι πετυχημένο, η διήγηση απολαυστική, γενικά συμφωνώ ότι φέρνει πολύ σε παραμύθι.

 

Και ίσως αυτό είναι το μόνο που με "χάλασε" λιγάκι...δεν ξέρω, ίσως η επιρροή από κάποια παραμύθια να ήταν πολύ φανερή προσωπικά, αλλά δε με ξετρέλανε όσο ξέρω ότι θα έπρεπε, τόσο καλογραμμένη που είναι. Ίσως είναι ότι...χμμμ ίσως είναι ότι η ιστορία είναι υπερβολικά άρτια κατά κάποιο τρόπο. Ο κόσμος από πίσω δεν έχει τόσο βάθος, νομίζω θα έπρεπε να τον εμπλουτίσεις λιγάκι, ώστε να έχει νόημα που η ιστορία αυτή συμβαίνει ειδικά εκεί και όχι σε οποιοδήποτε άλλο κόσμο. Μας λες βέβαια για το φεστιβάλ των μάγων, αλλά....δεν ξέρω, ίσως είναι κάτι τελείως προσωπικό αυτό που με εμποδίζει να μαγευτώ με την ιστορία και δε θα έπρεπε να αλλάξεις τίποτα απολύτως...

 

Όπως και να έχει όμως, η παραπάνω παρατήρηση είναι καθαρά θέμα ουσίας της ιστορίας, που είναι τελείως υποκειμενικό - όσον αφορά τα "αντικειμενικά", η δομή, το γράψιμο ήταν απολύτως άρτια και χρήζουν συγχαρητηρίων :thumbsup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Μια παρατήρηση μόνο. Ή κανε το πιο παραμύθι, ή κάνε το πιο ρεαλιστικό!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Λοιπόν, νωρίτερα σήμερα έλεγα τα εξής για αυτή την ιστορία και πραγματικά θεωρώ πως δε θα μπορούσα να τα πω καλύτερα κι εδώ: Είναι μερικές φορές που διαβάζοντας κάτι έχεις την αίσθηση πως αν σου έλεγε κάποιος την ιστορία συνοπτικά για την γράψεις ο ίδιος, θα την έγραφες ακριβώς με αυτό τον τρόπο που την έχει γράψει ο συγγραφέας. Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα με το κείμενο αυτό. Ότι θα είχα χρησιμοποιήσει τον ίδιο τρόπο αφήγησης, τα ίδια επίθετα (λέμε τώρα... αν μου είχαν έρθει στο μυαλό, γιατί τα βρίσκω ειλικρινά υπέροχα), το χιούμορ της, όλα της! Τα καταλαβαίνω απόλυτα και δεν έχω απολύτως καμία παρατήρηση. Είναι μια ιστορία που μου μίλησε εντελώς άμεσα, είμαι προκατειλλημένη απέναντί της, τη λάτρεψα. Δε θέλω να της αλλάξεις τίποτα -ή μάλλον επειδή τούτο είναι λίγο επίφοβο, άκου τους άλλους. Όταν κάτι είναι τόσο κοντά στο προσωπικό γούστο μας δε μπορούμε σίγουρα να είμαστε αντικειμενικοί. Μπορώ όμως πάντα να σου ξαναπώ ότι: τη λάτρεψα! :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
lithonis

Ένα υπέροχο παραμυθάκι.

Μου άρεσε πολύ το ύφος και η γλώσσα. Μου θύμισε αρκετά τα παραδοσιακά ελληνικά παραμύθια. Έχει ένα διδακτικό ύφος χωρίς να σου περνάει την αίσθηση της αυθεντίας κάτι που βρίσκω πολύ ωραίο. Αφήνει τον αναγνώστη να αναλογιστεί και να κρίνει.

 

Μειονέκτημα θεωρώ το συνέδριο μάγων και τις ιδιότητες των δυο ηρώων που τονίζονται αρκετά. Ο λόγος είναι ότι τα θεωρώ μοντέρνες ιδέες και μου αφαιρούν την αίσθηση του παραδοσιακού παραμυθιού την οποία λάτρεψα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια παιδιά, με κάνετε να κοκκινίζω.

 

Ήταν μεγάλη έκλπηξη για μένα η δεύτερη θέση, δεν πίστευα στα μάτια μου! Και περισσότερο γιατί υπήρχαν πολύ ωραιότερες ιστορίες από αυτήν, με πιο δυνατά συναισθήματα ΄και πιο καλογραμμένες.

 

Τρίλλιαν, αυτό με την Αλυσιδώ το σκέφτηκα πολύ πριν το γράψω. Η πρώτη αναφορά ήταν τυχαία, έπρεπ το χάνι να έχει ένα όνομα και αυτό μου ήρθε εκείνη τη στιγμή. Μετά, πολύ μετά αποφάσισα ότι η Αλυσιδώ ήταν γυναίκα και μάλιστα με συμμετοχή στο μύθο. Όταν πήγα να διορθώσω σε "Αλυσιδούς" σκέφτηκα ότι έπρεπε ίσως να μείνει "Αλυσιδώς" για να διατηρηθεί η αίσθηση του λαικού -του όχι λόγιου- στην ιστορία. Ακόμη έχω τις αμφιβολίες μου βέβαια αν έκανα καλά. Κι ίσως να μην αποφασίσω ποτέ. :Ρ

 

Δυστυχώς ακόμη δε μπορώ να δω πού ξεκινάει το παραμύθι και πού τελειώνει το ρεαλιστικό του θέματος. ίσως σε λίγους μήνες, αν το παρατήσω εντελώς να καταλάβω και να διορθώσω. Προς το παρόν δεν θα τα καταφέρω. Το μόνο που μπορώ τώρα να δω είναι ότι έπρεπε να ειπωθεί πιο έντονα το πόσο ανάποδο είναι αυτό το ζωντανό, ώστε η λύση να μη φαντάζει τόσο ξεκούδουνη.

Share this post


Link to post
Share on other sites
panwraia
good.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
laas7

Τωρα το διαβασα... ειναι οπως οσα εχω διαβασει απο εσενα πολυ πολυ καλο. Μου αρεσουν πολυ ολες οι ιστοριες σου και ο τροπος που γραφεις που νιωθω πως δεν εχω πολλα να πω... μπραβο!

Σκεφτομουν ... ισως αυτο το κατι παραπανω να ειναι να συνδεσεις τα διαφορα παραμυθια που εχω κατα καιρους διαβασει απο σενα σε εναν κοσμο... μια ανθολογια παραμυθιων απο εναν φανταστικο κοσμο... δεν ξερω αν το εχεις ηδη σκεφτει... θα εδινε ακομα μεγαλυτερο βαθος- υποβαθρο και ταυτοχρονα θα ηταν ελευθερο... να σκεφτεις οσες ιστοριες θελεις και να γραψεις ανεξαρτητες μεταξυ τους... δεν ξερω αν σου αρεσει η ιδεα. Ελπιζω να την βρισκεις καλη! :)

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πολύ ωραίο ήταν αυτό! Έξυπνο, πονηρό και γλυκό.

Μόνη μου παρατήρηση (που δεν θα έχει καμιά σημασία για 'σένα, έπειτα από δέκα χρόνια δουλειάς πάνω στη συγγραφή, :rolleyes: ) είναι ότι ξοδεύεται λίγο παραπάνω χώρος στο "και πήγαιναν και πήγαιναν και υπολόγιζαν ότι θα γίνονταν πλούσιοι".

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Διασκεδαστική ιστορία, σαν ένα λαϊκό παραμύθι. Μόνο το όνομα του ενός από τους πονηρούς κλέφτες με χάλασε λίγο γιατί την πρώτη φορά το διάβασα Κιριμπάτι και μετά μου το θύμιζε και με έβγαζε από την ιστορία λίγο.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..