Jump to content
Sign in to follow this  
Oberon

3oς Διαγωνισμός Flash Fiction Live.

Recommended Posts

Oberon

Mακάρι να μπορέσεις. Ο διαγωνισμός θα γίνει αύριο κανονικά πάντως. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest Dune
Mακάρι να μπορέσεις. Ο διαγωνισμός θα γίνει αύριο κανονικά πάντως. :)

 

 

ΤΟ μύνημα σου λέει 4/7. Εσύ λές αύριο. Τελικά θα γίνει 5/7; Τϊ ώρα;

Share this post


Link to post
Share on other sites
nikosal

To έγραψε βράδυ το μήνυμα και λέει "αύριο". Δηλαδή Τετάρτη, 4 Ιουλίου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest Dune
To έγραψε βράδυ το μήνυμα και λέει "αύριο". Δηλαδή Τετάρτη, 4 Ιουλίου.

 

 

Στις 9 δική σας ώρα σωστά; Σ'αυτό το τοπικ;

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Ναι.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Απόψε στις 9 το βράδυ ώρα Ελλάδας, 3ος Διαγωνισμός Flash Fiction Live.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Λοιπόν, το θέμα του διαγωνισμού είναι:  Σπάζοντας τα δεσμά.

Οποιαδήποτε δεσμά. Προσωπικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, ενός ατόμου, συνόλου, κόσμου, οτιδήποτε. Γράψτε μια ολοκληρωμένη ιστοριούλα επιστημονικής φαντασίας, μυθοπλασίας ή φανταστικού τρόμου με αυτό το θέμα.

Ο χρόνος είναι 60 λεπτά από τη στιγμή που δημοσιεύεται το ποστ αυτό. :)

 

 

Όταν τελειώσετε, προσθέστε την ιστορία σας με "add reply" σε αυτό το τόπικ. Καλό γράψιμο.

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest Dune

Σπάζοντας τα δεσμά

 

 

 

Όλα είχαν αρχίσει γιατί ήθελε να γράψει ένα βιβλίο. Ετσι είχε δεχτεί. Να τα αφήσει όλα πίσω. Πούλησε τα έπιπλα, το αυτοκίνητο, την μοτοσυκλέτα. Πούλησε τους τέσσερις υπολογιστές, πούλησε το πελατολόγιο, μόνο την ψυχή του δεν πούλησε.

 

Αυτό το έκανε μετά. Δεν περίμενε να γυρίσουν τα πράγματα έτσι. Οι πατροπαράδοτοι ρόλοι, πόσο ισχυροί ήταν τελικά. Η γυναίκα του θα δούλευε στο εξωτερικό, θα έβγαζε ένα κάρο λεφτά, για την ίδια δουλειά που έκανε και στην Αθήνα μέσα στο καυσαέριο. Δούλευαν και οι δύο σαν τους σκύλους έβγαζαν κοντά 2500 ευρώ και όμως τους έμεναν μόνο 100-150 το μήνα.

 

Γιατί είχαν κάνει όχι ένα αλλά δύο μωρά. Πάνες επί δύο μωρομάντηλα επί δυο, γαλα κρέμα επί δύο. Να μην έφταναν αυτά ήταν ολομόναχοι. Το δικο του σόι δεν ενέκρινε το γάμο γιατί εκείνη ήταν φτωχιά. Το δικό της σόι επειδή εκείνος ήταν φτωχός. Και άλλα πολλά βέβαια, άλλες επαναστάσεις του παρελθόντος. Που δεν είχαν πετύχει απόλυτα, και οι κρατούντες έκαναν ακόμη αντίποινα. Για να δείξουν πώς έπρεπε να είναι τα πράγματα. Χίλια χρόνια, χίλιες γενιές πίσω, όπως τους είχαν μάθει κι αυτούς οι γονείς τους, και τους γονείς τους οι δικοί τους γονείς. Να υποκούουν, χωρίς να σκέφτονται.

 

Ετσι αν ήθελαν να πάνε έστω μία παραμικρή βόλτα, έπρεπε να πληρώσουν μπειμπυ σίτερ. Δεν τους δόθηκε η παραμικρή βοήθεια. Ούτε κάν σε συναισθηματικό επίπεδο. Απόρριψη, πρόκληση, με τα τηλέφωνα "ενδιαφέροντος" να φαίνονται σαν τηλεφωνα ενημέρωσης: Ζείτε ακόμη; Αμ ποιος σας είπε να μας πηγαίνετε κόντρα.

 

Αυτό ήταν βέβαια ένα κέρδος. Γιατί όταν θα γύριζαν από το εξωτερικο με κάποια λεφτά επιτέλους, θα έφτιαχναν το σπίτι τους και, έτσι όπως δεν είχαν κανέναν να τους περιμένει, θα το έφτιαχναν όπου ήθελαν. Και τα παιδιά δεν θα γνώριζαν την υποταγή. Με λίγη τύχη.

 

Όμως η τύχη δεν ήρθε. Οι πατροπαράδοτοι ρόλοι. Σεξουαλική επανάσταση, φεμινιστική επανάσταση, χειραφέτηση, τόσες ωραίες ιδέες, είχαν περάσει και κερδίσει υποτίθεται έδαφος. Όμως οι ρίζες σαν αόρατες αλυσίδες μέσα μας έπαιζαν το ρόλο τους.

 

Νομιζαν ότι θα έβρισκαν υπηρέτριες φτηνές στην αθλια χώρα που πηγαίναν. Την είχαν διαλέξει επίτηδες επειδή εκεί θα έκαναν μεγαλύτερη οικονομία. Κάτι που ευτυχώς έγινε. Μέσα σε όλα τα άλλα που στράβωσαν.

 

Γιατί οι γυναίκες σ'εκείνο το μέρος δεν δουλευαν. Ετσι ήταν, δουλεύαν για τους άντρες της οικογενειάς τους, τους αδερφούς, τον πατέρα τον σύζυγο. Είχαν ήδη αρκετή δουλειά και για πάντα. Ήταν πιο εύκολο να πετύχεις κουνουπι με περίστροφο παρά να βρείς γκουβερνάντα.

 

Ετσι αντί να γράφει αυτός έγινε μάγειρας, γκουβερνάντα και υπηρέτρια. Ήρθε πολύ κοντα με τα παιδιά του και έμαθε να μαγειρεύει. Αυτά ήταν κάτι καλό. Όμως όλα στράβωσαν μεταξύ τους.

 

Εκείνος περίμενε από εκείνη να τον ανταμοίβει λεκτικά για τις δουλειές του σπιτιού και των μωρών. Εκείνη ένοιωθε ένοχη που είχαν γυρίσει τα πράγματα έτσι, και δεν έγραφε. Το σχέδιο πήγαινε κατά διαόλου τίποτα δεν προχωρούσε, εκτός από τα παιδιά που ήταν πανευτυχή που είχαν τον μπαμά και την μαμά τους τόσες ώρες μαζί τους. Πόσο θα γελούσαν όλοι αυτοί πόυ χρόνια προσπαθούσαν να τους τιμωρήσουν στερώντας τους κάθε ευκαιρία, γνωριμία, υποστήριξη. Επειδή δεν υποτάχτηκαν. Επειδή δεν έκαναν ότι εκείνοι είχαν υποδείξει πως έπρεπε να κάνουν.

 

Σύντομα άρχισαν να καυγαδίζουν, και ύστερα από λίγο καιρο χώρισαν. Όμως τουλάχιστον έκαναν την συμφωνία να μην χωρίσουν μέχρι να τελειώσει η πενταετία που είχαν ορίσει και έτσι να μαζευτούν τα χρήματα για το σπίτι των παιδιών. Τουλάχιστον αυτά να μην γίνονταν losers.

 

Ύστερα από κάποιο διάστημα σε μία συζήτηση με την μάνα της, μία τρελή γρουσούζα γυναίκα που έπαιζε τάβλι με τον εαυτό της και δεν μιλούσε με κανένα, εκείνη είχε πεί ότι θα έπαιρναν διαζύγιο ευθύς μόλς γύρισαν. Τότε ξαφνικά τα τηλέφωνα πλήθυναν. Όλοι νοιάζοζνταν. Πότε θα έρθετε έλεγε η άλλη άχρηστη μάνα σ'εκείνον. Μόλις βρούμε τρόπο έλεγε εκείνος με μία κρυφή ελπίδα. Πέρασε κι άλλος ένας χρόνος με αυτή τη κοροιδία. Γιατί όλοι χαίρονταν, την παραδειγματική τιμωρία των δύο επαναστατών. Π¨Ου είχαν φύγει από το παλάτι στην μέση της ερήμου αναζητώντας την θάλασσα. \Γιατί δεν υπήρχε η θάλασσα. Μαλάκες και χαζοί ήταν εκείνοι που δεν την είχαν βρεί; Αντίθετα, ήταν αρκετά έξυπνοι ώστε να μην χάσουν τον χρόνο τους ψάχνοντας την.

 

Και ξαφνικά τα παιδά μεγάλωσαν. Πήγαν στο σχολείο και ο χρόνος άδειασε. Κι εκείνος άρχισε να γράφει πάλι. Τα λεφτά στην τράπέζα μαζεύονταν. Εντάξει δεν θα έκτιζαν παλάτι ένα μικρό σπιτάκι μόνο. Η ένταση στο σπίτι μειώθηκε. Εκείνη σταμάτησε να μιλάει τόσο με γκόμενους στο Ιντερνετ, εκείνος σταμάτησε να της κρατάει μούτρα διαρκώς. Τα παιδιά έγιναν πίο συνεργάσιμα, κι εκείνοι είδαν ότι δεν τα είχαν κάνει πιά όλα χάλια. Κι ας τους έλεγαν με κάθε τρόπό οι δικοί τους ηλίθιους.

 

Η πίκρα φυσικά είχε μεγαλώσει κι άλλο. Μέσα στην απόγνωση του προηγούμενου χρόνου η ειρωνία, καλυμένη μάλιστα από υποκριτικά λόγια νοιαξίματος, ήταν ένα σκέτο αγκάθι. Είχε σβυσει και τις τελευταίες ελπίδες. Ότι όταν γύριζαν, από τις καινούργιες ένοιες που είχαν ανακαλύψει, μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή, θα μοιράζονταν την εμπειρία με τους …. δικούς τους. Ότι ίσως θα καταλάβαιναν κι εκείνοι ότι δεν ήταν εχθροί τους. Ότι απλά ήθελαν να ανακαλύψουν την ακρογιαλιά και τη θάλασσα . Είχαν ακούσει ότι κάπόιο τις είχαν βρεί και ήθελαν να τις βρούν κι οι ίδιοι.

 

Κι ίσως εκεί ήταν που κατάλαβαν γιατί ήταν όλα ένας μύθος. Γιατί ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά τους. Στα τάρταρα της απελπισίας, εγκαταλελειμένοι ξεχασμένοι, χωρίς τίποτα πίσω, ούτε κάν την ελπίδα πιά, το είδαν. Αυτό που είχαν δεί και οι άλλοι. Ότι ακριβώς επειδή ήταν έτσι τα πράγματα, δεν υπήρχε λόγος να γυρίσεις. Γι'αυτό και δεν είχε γυρίσει ποτέ κανείς από την ακρογιαλιά.

 

Δεν τους περίμενε τίπότα πίσω. Ήταν λυπηρό, ίσως δραματικό. Όμως ήταν ταυτόχρονα και ο λόγος που ήταν ελεύθεροι. Και αυτοί και τα παιδιά τους. Να ζήσουν κάπου αλλού κάπως αλλιώς. Με κάποιες άλλες ιδέες. Αυτή ήταν η ακρογιαλιά, η θάλασσα.

 

Γιατί αν φορέσεις τα δεσμά ίσως αυτοί πόυ σου τα φόρεσαν σου κάνουν την ζωή σου πρόσκαιρα πιο άνετη. Όμως θα τους ανήκει. Η ζωή σου. Όπως και η δική τους ζωή ανήκες στους προηγούμενους, και εκείνων στους προηγούμενους… Κι αυτό ήταν τελικά τα παλάτια στην έρημο απέναντι σ'αυτό που είχαν ανακαλύψει όσοι έφυγαν από εκεί, και δεν βρήκαν ποτέ φυσικά το λόγο να ξαναπάνε πίσω για να το πούνε στους υπόλοιπόυς. Μία ζωή που έβλεπε στο παρελθόν, απέναντι με μία ζωή που έβλεπε στο μέλλον.

 

 

 

Τα παιδιά ακόμη δεν ξέρουν. Όταν θα έρθει η ώρα, όταν θα ανακοινωνουν τις απόψεις τους στους φίλους τους, όταν θα βρίσκουν φίλους στην ακρογιαλιά, θα νομίζουν ότι όλα ήταν πάντα έτσι. Ότι είναι φυσικό να σκέφτονται όλοι έτσι. Όμως όχι, δεν ήταν πάντα έτσι.

Edited by Dune

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Δεσμώτης

 

Ήταν κρεμασμένος στο βράχο… για πόσον καιρό; Ούτε που μπορούσε να θυμηθεί. Έλεγαν ότι τον είχαν καταραστεί να θυμάται τα πάντα, για να είναι η τιμωρία του αιώνια, αλλά φαίνεται ότι ακόμη κι οι κατάρες κάποτε ξεθυμαίνουν. Δε θυμόταν και πολλά πια. Μόνο λίγες αναλαμπές, λίγες στην κυριολεξία λαμπερές στιγμές, ένα χάδι της μητέρας, ένα χαμόγελο του μικρότερου αδελφού. Κι εκείνη η γυναίκα, η καταραμένη γυναίκα…

 

Από τους τιμωρούς του πάλι δε θυμόταν πολλά. Είχε μια ασαφή εντύπωση, μια θολή εικόνα ενός άντρα στην ακμή του, με μαύρη πλούσια γενειάδα κι ενός ακόμη άντρα, λίγο μικρότερου στην ηλικία. Ο δεύτερος πρέπει να ήταν κουτσός. Ο γενειοφόρος κρατούσε κάτι κόκκινη και ζεστό και το κράδαινε μπροστά του σαν… σαν όπλο; Σαν απειλή; Σαν κάτι που ήθελε μόνο δικό του και δεν ήταν πια;

 

Κρεμασμένος στο βράχο τόσον καιρό, τόσους αιώνες.. στην αρχή έρχονταν κάποιες γυναίκες και έκλαιγαν για την τιμωρία του. Κι ερχόταν κι ένα πουλί κι έκανε κάτι οδυνηρό, αλλά πια δε θυμόταν τι. Κάτι οδυνηρό. Κάτι που πονούσε… Ερχόταν τακτικά. Ερχόταν ακόμα.

 

Γιατί τα έζησε όλα αυτά; Ποιος τον οδήγησε να κάνει ότι κι αν ήταν αυτό που ξεκίνησε να κάνει, αυτό που τον έφερε τόσους αιώνες κρεμασμένο πάνω σ’ αυτόν εδώ το βράχο;

 

Το κόκκινο και λαμπερό και ζεστό πράγμα στα χέρια του τιμωρού του… Αυτό το υπέροχο πράγμα που ζέσταινε κι έκαιγε κι άφηνε να το πλησιάσεις λίγο μόνο, αλλιώς σε σκότωνε, τρώγοντάς σε ως το κόκκαλο… Κι εκείνη η καταραμένη γυναίκα, που δεν ήξερε να συγκρατήσει την περιέργειά της… Θυμόταν και αυτήν την κακή στιγμή, τον μικρότερο αδελφό να κλαίει πάνω από τα καμώματα της γυναικός του, ν’ αναρωτιέται: «Πώς θα ζήσουν τώρα, αδελφέ; Πώς θα επιβιώσουν; Η ανοησία της τους έστειλε όλα τα κακά που σκαρφίστηκαν οι θεοί. Δεν υπάρχει τίποτε που να τους βοηθά, τίποτε που να τους προστατεύει;»

 

Ήξερε ότι η απόφαση ήταν παρμένη από καιρό. Ήξερε ότι δεν ήταν το φταίξιμο της ανόητης γυναίκας. Ήταν εκείνο το σαράκι που του έτρωγε την ψυχή, οι άνθρωποι αβοήθητοι κι ο γενειοφόρος τιμωρός να μην τους δίνει έλεος. Ήταν απόφαση παρμένη από καιρό, μόνο αφορμή ήταν τα δώρα της κακίας και της αρρώστιας και του μίσους…

 

Και το πήρε το καυτό, το κόκκινο όπλο, το όπλο που έμοιαζε με λουλούδι. Και το έδωσε στους ανθρώπους. Κι ύστερα τον έπιασε ο γενειοφόρος τιμωρός του, τον ανέβασε στο βράχο κι έβαλε τον άλλον, τον κουτσό να τον δέσει εκεί, να τον κρεμάσει εκεί, με χοντρές αλυσίδες. Αλλά το κόκκινο λουλούδι, το κόκκινο ζεστό όπλο πίσω πια δε μπορούσαν να το πάρουν.

 

Θυμόταν ένα όνομα. Τι να σήμαινε; Ποιος να ήταν; Ήταν κάποιος σπουδαίος ήρωας; Ήταν ένα καινούργιος θεός; Ήταν κάποιος τιμωρός στη θέση του γενειοφόρου τιμωρού του; Ούτε κι αυτό το θυμόταν. Ούτε καν αν ήταν αυτός ο άντρας που σκαρφάλωνε τώρα στο βράχο κοιτώντας τον με μάτια οργισμένα, με μάτια δακρυσμένα, λέγοντας λόγια προσβλητικά για κείνους που τον έφεραν σ’ αυτήν τη θέση.

 

Κι όπως ο άντρας που λεγόταν Ηρακλής ήρθε κοντά του και έσπασε με τα γυμνά του χέρια τις αλυσίδες που τον κρατούσαν δέσμιο, ο δεσμώτης Προμηθέας αναρωτήθηκε τι θα έκανε τώρα, που ήταν πια ελεύθερος, τώρα που πια έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τη φυλή των ανθρώπων που ο ίδιος βοήθησε να ανδρωθεί.

Edited by naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
darky

.Η Οργή ενός Θεού.

Με έβαλαν στις αλυσίδες σα να ήμουν σκυλί. Χειρότερα από ζώο. Έδεσαν τα χέρια μου. Τα πόδια μου και το λαιμό μου με αλυσίδες βαριές από ατσάλι. Με έφεραν ως το ναό του ψεύτικού τους θεού. Δεν έχω αρκετό σάλιο για να τους φτύσω όλους εκείνους. Να φτύσω το είδωλο της απάτης. Προσπαθώ, μα δεν μπορώ να τους μισήσω γι' αυτό. Είναι μόνο ζώα. Μικρά ανόητα ζώα. Είναι σαν τα μυρμήγκια μπροστά μου. Πώς μπορεί κανείς να μισήσει τα μυρμήγκια;

 

Ο Αρχιερέας τους στέκεται μπροστά και μιλάει για μένα. Πώς τολμά; Από κάτω το πλήθος βρίζει και απαιτεί να επισπεύσουν τη θυσία μου. Πώς τολμούν; Να φέρονται έτσι σε μένα. Έναν αληθινό Θεό. Θέλουν να με θυσιάσουν σε αυτό το ψεύτικο είδωλο. Εμένα! Έναν αληθινό Θεό. Τον τελευταίο αληθινό Θεό. Προσφορά σε τούτη την ανόητη επινόηση. Όπως έκαναν σε όλους τους υπόλοιπους.

 

Κάψε μίσος μου. Γέμισέ με δύναμη να σπάσω αυτές τις αλυσίδες. Τραβώ και οι αλυσίδες τρίζουν. Ο Αρχιερέας γυρίζει και με κοιτάζει έντρομος. Στρατιώτες με δόρατα τρέχουν προς το μέρος μου. Δε θα προλάβουν. Κάψε μίσος μου. Κάψε μέχρι τους ουρανούς. Συγκεντρώνω όλη μου την δύναμη και την οργή στο δεξί μου χέρι. Θα σπάσουν αυτές οι αλυσίδες, θα γίνουν κομμάτια. Όλα θα γίνουν κομμάτια αν μόνο μπορέσω να ελευθερώσω το δεξί μου χέρι.

 

Οι κρίκοι ανοίγουν. Υψώνω το χέρι μου προς τον πατέρα ουρανό. Μισώ βαθιά όπως μόνο ένας αληθινός Θεός μπορεί να μισήσει. Όπως οι άνθρωποι δεν μπορούν καν να φανταστούν. Δεν μπορούν να φανταστούν τα απύθμενα βάθη της φωτιάς που καίει μέσα μου. Σύντομα δε θα χρειάζονται πολύ φαντασία.

 

Οι αλυσίδες σπάζουν. Υψώνω το δεξί μου χέρι προς τον ουρανό. Ο Ιερέας ουρλιάζει. Τα μυρμήγκια σκορπίζουν. Είναι πολύ αργά για να σωθούν. Δε θα γλυτώσει κανένας.

 

"Κεραυνέ μου έλα σε μένα."

 

Η παλάμη μου κλείνει αργά γύρω από την χρυσή λάμψη που κρατώ μέσα της. Την αρχαία δύναμη. Ανόητοι άνθρωποι. Τώρα θα δείτε την οργή ενός Θεού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το δέντρο στην αυλή, το άκουγε να κλαίει όποτε το περνούσε για να πάει μια βόλτα. Το ένιωθε να αναστενάζει όταν έκλεινε την πύλη του κήπου πίσω του και όλο εκείνο το μαύρο συναίσθημα καθόταν στους ώμους του, σαν πρόσθετο παλτό, όσο διαρκούσε ο μελαγχολικός του περίπατος.

 

Κάτω στην ακτή, τραβηγμένη στα χαλίκια σάπιζε η βάρκα του. Πόσα χρόνια είχαν περάσει;

 

Δεν πήγαινε μακριά. Το τοπίο δεν αργούσε να εκδηλωθεί, λάσπη, πέτρες και όλο το δάσος έγερναν καταπάνω του μόλις τον έβλεπαν να έρχεται. Το άντεχε όσο μπορούσε. Ίσως λίγο περισσότερο σήμερα, σκεφτόταν, με τα σαγόνια του σφιγμένα, τα δόντια του να τρίζουν. Μέχρι να μην μπορεί να πάρει αναπνοή.

 

Έκαμνε στροφή και με γοργό βηματισμό έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, με τον άνεμο να τον καταδιώκει και τα σκόρπια φύλλα να τον χαστουκίζουν για την αναίδεια του. Το στομάχι του ήταν όλο κόμπους όταν επιτέλους διάβαινε την αυλή του ξανά, το δέντρο να κλαψουρίζει ακόμα, το δέντρο που είχαν φυτέψει με την Μαίρη.

 

Η μουχλιασμένη ζέστη της καλύβας πόσο γλυκά τον καλωσόριζε στο σκοτάδι της. Άναβε την μικρή λάμπα και γέμιζε την κιτρινισμένη ταπετσαρία σκιές και ψιθύρους. Βούλιαζε στην ιδρωμένη πολυθρόνα και χαμογελούσε ανακουφισμένος. Η φωνή της ήταν εδώ, πάντα εδώ, την άκουγε και την έβλεπε, την αγαπημένη του, την σκεφτόταν μέχρι να τον πάρει ο ύπνος και να την δει στα όνειρα του. Η μνήμη της ήταν ένας σουβλερός, εκδικητικός πόνος και η μόνη απόλαυση που του είχε απομείνει.

 

Η μαγεμένη του αγαπημένη που στάθηκε ανίκανος, όσο ζούσε εκείνη, να διαπεράσει την τρέλα της, για να σταθεί ίσος δίπλα της, εκεί στην κόψη του κύματος, για να ακούσει επιτέλους τα λόγια των κυμάτων, τα λόγια που μόνο εκείνη καταλάβαινε.

 

«Τι λέει η θάλασσα αγάπη μου;» τη ρωτούσε.

Πως τον κοίταζε, σαν να τον λυπόταν.

Και όταν κατάφερνε εκείνη να κοιμηθεί, την κοίταζε και έκλαιγε.

 

Τις πρώτες νύχτες που ξύπνησε και δεν την βρήκε δίπλα του, πουθενά στο καλύβι τους, τον έπιασε πανικός. Βγήκε ξυπόλητος στη νύχτα και φώναζε το όνομα της. Δεν θυμόταν πως, τα βήματα του τον έφεραν στην παραλία, εκεί την βρήκε να κάθεται με την νυχτικιά της, να κοιτάζει εκστασιασμένη τον αφρό της θάλασσας όπως έσκαγε πάνω στις πέτρες. Την ρώτησε αλλά σήμερα δεν θυμόταν τι του είχε απαντήσει. Επειδή δεν είχε καταλάβει τα λόγια της τότε. Νόμισε πως δεν είχε σημασία να την καταλάβει, αφού την αγαπούσε. Νόμιζε ο ηλίθιος πως έφτανε η αγάπη.

 

Η ίδια διαδικασία κάθε βράδυ της μοιρασμένης τους ζωής. Στην αρχή πήγαινε μέχρι την κατηφόρα για να τη κοιτάζει, να σιγουρευτεί πως ήταν καλά. Μετά σταμάτησε κι αυτό. Την ένιωθε μόνο να επιστρέφει δίπλα του το ξημέρωμα, πως μύριζε από αλάτι. Ένα βράδυ ψιθύρισε αστειευόμενη στο αφτί του: «Ούτε σήμερα φάνηκε ο ναύτης μου.»

 

Και ένα πρωί ξύπνησε και κατάλαβε πως η Μαίρη δεν είχε γυρίσει καθόλου. Έτρεξε με την ψυχή στο στόμα και δεν γνώριζε γιατί, αλλά ήξερε τι θα βρει εκεί. Την λευκή της νυχτικιά διπλωμένη πάνω στα χαλίκια, μερικές πέτρες από πάνω για να μην την πάρει ο αέρας.

 

Δεν βρέθηκε ποτέ.

 

Ούτε όμως είχε φύγει τελείως. Ήταν εκεί, στις σκιές της ζωής του να τον ζεσταίνει ενάντια στο ψύχος του κόσμου και εκεί μέσα στο σκοτάδι καθόταν να την σκέπτεται και να κλαίει.

 

Και η βάρκα, η βάρκα με την οποία είχαν έρθει σε αυτόν τον τόπο πριν χρόνια, σάπιζε πάνω στα χαλίκια.

 

Μέχρι που ένα βράδυ…

 

Τον ξύπνησε η πόρτα του καλυβιού καθώς έκλεινε. Μετά άκουσε και την πύλη της αυλής να γκρινιάζει απ'έξω.

 

Πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε έξω ξυπόλητος να την προλάβει. Το δέντρο τους έμεινε σιωπηλό, τον άφησε να περάσει.

 

Κατέβηκε στην ακτή λαχανιασμένος και, ω, τα κύματα τραγουδούσαν. Καταλάβαινε την κάθε τους λέξη. Άρπαξε την βάρκα και την έσπρωξε μέσα στο νερό. Μπήκε μέσα, έλυσε τα κουπιά και άρχισε να κωπηλατεί.

 

Μόλις είχε αρχίσει να ροδίζει στον ορίζοντα. Το γκρίζο της νύχτας πετάρισε μακριά και έλαμψε ο κόσμος χρυσαφής. Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από την παραλία όταν την είδε, όπως ήταν σίγουρος πως θα την έβλεπε εκεί. Στεκόταν στα χαλίκια, στην κόψη του κύματος και τον περίμενε. Την είδε επιτέλους να χαμογελάει.

 

Έστρεψε την βάρκα προς την ακτή και άρχισε να κωπηλατεί προς το μέρος της. Ερχόταν για την Μαίρη του, ο ναύτης της ήταν επιτέλους εδώ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Arachnida

Κουρτίνες, γραβάτα και ινδιάνοι που χορεύουν γύρω από ένα ηφαίστειο στο Περού Γιάννης Πλιώτας

 

 

 

 

 

 

 

Κοίταξα πρώτα δεξιά και μετά αριστερά. Μετά πάλι δεξιά. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι και ξανακοίταξα δεξιά. Άλλαξα γνώμη. Αριστερά. Ή μήπως ήταν καλύτερα δεξιά;

 

“Λοιπόν;” με ρώτησε ο ευγενικός κύριος απέναντί μου. “Ποια κουρτίνα θα διαλέξετε; Είναι και οι δύο πολύ καλής ποιότητας, σας το εγγυώμαι.”

 

Θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι σε ένα τηλεπαιχνίδι και πίσω από μία από τις δύο κουρτίνες να ήταν ένας ζονκ. Αυτό θα ήταν κακό. Ξανακοίταξα τις κουρτίνες προβληματισμένος. Δεξιά ή αριστερά άραγε;

 

Ο ευγενικός κύριος έκανε ένα βήμα πίσω, άλλο ένα βήμα πίσω και μετά δύο μπροστά. Τα παπούτσια του έτριξαν φρικτά στο παρκέ. Αν δεν ήξερα ότι κατά τα φαινόμενα το επάγγελμά του ήταν πωλητής κουρτινών, θα μπορούσα να τον είχα περάσει για χορευτή. Τίνος χορού; Ίσως ενός εξωτικού που χορεύουν μόνο στο μακρινό Περού οι αυτόχθονες. Ένα βήμα πίσω για να συμβολίσουν τον σεβασμό στη θεά γη, άλλο ένα βήμα πίσω ως ένδειξη σεβασμού απέναντι στον σεβασμό τον ίδιο και μετά δύο μπροστά γιατί αν συνέχιζαν να περπατάνε προς τα πίσω τίποτε δεν ήταν εγγυημένο για την ασφάλειά τους- όχι στο Περού δεν υπάρχουν οι πωλητές-εγγυητές των πάντων.

 

Ο πωλητής με κοίταξε με προσμονή και ένωσε τα δάχτυλά του κάτω από το πηγούνι του και έσμιξε τα φρύδια του σαν να σκεφτόταν κάτι πολύ σημαντικό. Αν είχε μακριούς κυνόδοντες, φορούσε μοβ κάπα με μυτερούς γιακάδες και οι γωνίες στο πρόσωπό του έριχναν μυστηριώδεις σκιές στον χώρο (ή το αντίθετο, τι είναι λογικό τέλος πάντων), θα μπορούσε να είναι ένα βαμπίρ που συλλογιζόταν αν άξιζε να μου ορμήσει στο λαιμό τώρα ή αν θα έπρεπε να περιμένει ώσπου να μείνουμε μόνοι μας πίσω από μία κουρτίνα.

 

Και με αυτή την μακάβρια σκέψη ξαναγυρίσαμε στο αρχικό μου δίλημμα για την κουρτίνα. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται για την κουρτίνα. Τι στο καλό; Όλες οι κουρτίνες ίδιες δεν είναι; Αν δεν είσαι γυναίκα δεν νομίζω ότι μπορείς πραγματικά να διακρίνεις κάποια διαφορά. Σαν τις μαξιλαροθήκες νομίζω. Η κουρτίνα κρατάει τον ήλιο έξω. Τέλος. Και κρεμασμένη ανάποδα να είναι πάλι τον κρατάει έξω.

 

Όμως και πάλι δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι η αναβλητικότητα και η αναποφασιστικότητα που κυβερνούν τη ζωή μου, τις σκέψεις μου, τις πράξεις μου, το σπίτι μου και ακόμα-ακόμα τις σχέσεις μου. Ίσως είναι δύσκολο να το καταλάβετε. Ίσως είναι δύσκολο να το καταλάβω και εγώ. Υπάρχει, συμβαίνει και με βασανίζει. Είμαι ψυχαναγκαστικά αναποφάσιστος.

 

Τα διλήμματα είναι εκνευριστικά, είναι πολλά, καταναλώνουν τον χρόνο μου, τα όνειρά μου, τα θέλω μου και ίσως μία μέρα αρχίσουν να με τρώνε, από μέσα προς τα έξω. Ή από έξω προς τα μέσα, δεν είμαι σίγουρος.

 

Συνήθως από την χώρα της σκέψης που βρίσκομαι πολλές φορές χαμένος να περιπλανιέμαι ανάμεσα σε ποτάμια από χρωματιστά προϊόντα σούπερ-μάρκετ, βουνά από ταινίες, λίμνες από όλων των ειδών τα ποτά και ατελείωτους τίτλους βιβλίων που περνούν σαν υπότιτλοι κάτω απ' τη ματιά μου, με γλυτώνει μία φωνή. Είτε είναι οι φίλοι μου που εκνευρίζονται να με περιμένουν να διαλέξω ταινία (πάντα διαλέγω εγώ ταινία, εκτός και αν έχουν ήδη διαλέξει οπότε ψάχνω στον Άτλα με τις δικαιολογίες και ανασύρω την κατάλληλη για να φύγω και να δω μία μόνος μου, αφού περάσω πολύ ώρα στο video-club κοιτώντας τα άδεια κουτιά στα ράφια, κλείνει η παρένθεση σε λίγο, να τη, τώρα , περιμένετε, μην παίρνετε ανάσα θα χαθεί ο ρυθμός της αφήγησης, ναι λίγο ακόμα, οκ σταματάω να σας εκνευρίζω, αποφάσισα να την κλείσω, δηλαδή δεν αποφάσισα αλλά καλύτερα να το κάνω), είτε η κοπέλα μου που περιμένει να αποφασίσω ποιο παραμύθι θα της αφηγηθώ το βράδυ πριν κοιμηθούμε (υποτίθεται έχω ταλέντο σε αυτό, αλλά το έχουν επιβεβαιώσει μόνο άτομα που ήταν εκτός λογικής ερωτευμένα μαζί μου, άρα παραδέχομαι ότι μπορεί και να μην έχω, εντάξει το είπα και αυτό), είτε ο υπάλληλος στον φούρνο της γειτονιάς που περιμένει να διαλέξω ανάμεσα στην τυρόπιτα και το τυροκούλουρο. Αλήθεια αυτά τα δύο μου φαίνονται τόσο ίδια- υπάρχει εκεί έξω ευτυχισμένος κόσμος -τι ευτυχισμένος; ευλογημένος- που απλά λέει “μία τυρόπιτα” και ξεμπερδεύει; Δηλαδή δεν σας περνάει από το μυαλό να πάρετε το “τυροκούλουρο”; Ή την “χωριάτικη τυρόπιτα”; Ή την “ζαμπονοτυρόπιτα”; Γιατί εγώ να μην μπορώ να αποφασίσω με την πρώτη ματιά;

 

Τελικά μπορεί να είναι και κατάρα, αλλά δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ αυτό. Όπως έλεγα λοιπόν, μία φωνή, συνήθως ενοχλημένη, πάντα με επαναφέρει, έτσι και τώρα, είναι ο υπάλληλος από το μαγαζί με τις κουρτίνες, ο πωλητής αν θυμάστε που ίσως είναι βαμπίρ, ίσως σε κάποια προηγούμενη ζωή ήταν ο μάγος της φυλής και διαβεβαίωνε τους καλόπιστους ινδιάνους ότι θα κάνει πολύ κρύο τον χειμώνα- το ξέρετε υποθέτω το ανέκδοτο, να μην φάω χρόνο και σε αυτό.

 

Κάνει μία μικρή υπόκλιση, πιάνει λίγο τον κόμπο της γραβάτας του που φαίνεται να τον ενοχλεί και μου δείχνει με το δεξί του χέρι την αριστερή κουρτίνα (ίσως είναι κάποιο ύπουλο κόλπο marketing που υποσυνείδητα μου υποβάλλει μία επιλογή- τέλος πάντων ας κάνω πως το καταπίνω και αυτό), λέγοντας: “Τελικά κύριε θα είναι η γαλάζια κουρτίνα με το φεγγάρι ή η γαλάζια κουρτίνα με τα αστέρια;”

 

Ιδρώνω. Προσπαθώ να σκεφτώ, αλήθεια προσπαθώ πολύ σκληρά. Ιδρώνω κι άλλο. ΣΚΕΨΟΥ!

 

Ουσιαστικά πλέον δεν σκέφτομαι. Μπορεί και οι δύο κουρτίνες να μοιάζουν, αλλά η επιλογή έχει μία σημασία, μεγάλη ή μικρή. Δείχνω αναστενάζοντας την δεξιά κουρτίνα και του με νόημα, αλλά όχι με πολύ θέρμη: “Σίγουρα όχι αυτή.”

 

Ο υπάλληλος με κοίταξε ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης και έκανε ένα νεύμα, πιάνοντάς με φιλικά από τον ώμο. Τον κοίταξα στα μάτια και του είπα με ειλικρίνεια: “Αλλά για την άλλη, ειλικρινά δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Είστε βέβαιος 100% ότι ταιριάζει; Εννοώ -και θέλω να μου το πείτε αν είναι δύσκολο αυτό που ζητάω- μήπως γίνεται να ράψουμε ένα φεγγάρι ανάμεσα στα αστέρια της; Δεν θα δίνει έτσι μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της νύχτας;”

 

Το βλέμμα του υπαλλήλου δεν άργησε να μετατραπεί από συγκαταβατικό σε ολοκληρωτικά απεγνωσμένο. Ένιωσα για μία μόνο στιγμή τα δάχτυλά του στον ώμο μου να σφίγγουν. Μετά άνοιξαν (ευτυχώς), ξέσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του, έκανε μεταβολή και καμπουριάζοντας με παράτησε και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Αν ήταν ιππότης και φορούσε σιδερένιες μπότες τα βήματά του θα ράγιζαν τα πλακάκια του μαγαζιού, πρέπει να σταματήσω να κάνω τέτοιες ανόητες σκέψεις, η ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ.

 

Η υπάλληλος που ήταν στο ταμείο άνοιξε το στόμα της για να πει κάτι, αλλά η έκφραση στα μάτια του, μάλλον την έκανε να το ξανασκεφτεί. Ξέλυσε με μανία την γραβάτα του και την πέταξε πάνω σε έναν σωρό με περσινές κουρτίνες που ήταν δίπλα στην πόρτα. Την άνοιξε σαν να άνοιγε την πόρτα του σπιτιού ενώ ήξερε πως η γυναίκα του ήταν μέσα με τον μαραγκό (παλιό ανέκδοτο δεν το αναφέρω καν, το προσπερνώ δεν χρειάζεται να σας ζαλίζω, αλήθεια δεν αξίζει μία άλλη φορά), ακούστηκε το κουδουνάκι πάνω στην πόρτα να κουδουνίζει χαριτωμένα, η πόρτα σφράγισε παρά έκλεισε και αμέσως ακολούθησε μία άναρθρη κραυγή από τον δρόμο. Η υπάλληλος στο ταμείο μου χαμογέλασε αμήχανα και σήκωσε τους ώμους της απορημένη ρωτώντας με: “Μα καλά τι τον έπιασε αυτόν;”

 

Την κοίταξα, προσπαθώντας να μην σκαλώσω για περισσότερο από το αναμενόμενο στο μπούστο της: “Ε, λοιπόν δεν ξέρω. Φοβάμαι πως τον έσφιγγε η γραβάτα του. Δε νομίζετε; Τουλάχιστον απελευθερώθηκε μια για πάντα από αυτή. Απελευθερώθηκε από τα δεσμά του.”

 

Η χαριτωμένη κοπέλα με κοίταξε χαμογελώντας μου πλέον πλατιά: “Μπορεί, δεν είμαι σίγουρη”, είπε.

 

Την κοίταξα λίγο καλύτερα και παρατήρησα τα σκουλαρίκια που κουνιόνταν στα αυτιά τους στον ρυθμό που λίγο νωρίτερα είχε δώσει το κουδουνάκι. Είχαν σχήμα φεγγαριού.

 

Ανταπέδωσα το χαμόγελο. Είχα απελευθερωθεί κι εγώ από τα δεσμά μου. Έδειξα την σωστή κουρτίνα και είπα: “Τελικά θα πάρω αυτή με το φεγγάρι. Νομίζω.”

Share this post


Link to post
Share on other sites
iliosporos

Σπάζοντας τα δεσμά

 

Δεν έπρεπε να πάρει αυτή τη στροφή.

Δεν ήξερε αν έφταιγε εκείνος ο φτηνιάρικος χάρτης της Αρκαδίας που αγόρασε από το βενζινάδικο ή αν ο ίδιος ήταν ηλίθιος και απλά χάθηκε.

Σίγουρα όμως δεν έπρεπε να έχει στρίψει εκεί.

Ολοκληρωτικά χαμένος ανάμεσα σε κάμπους με κερασιές κάπου έξω από την Σίταινα ή μπορεί και τα Βέρβενα, ιδέα δεν είχε.

Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί το συνέδριο έπρεπε να γίνει στα Δολιανά σε εκείνον τον βρωμοξενώνα που γούσταρε το αφεντικό, αλλά πλέον δεν είχε καμία σημασία, γιατί δεν το προλάβαινε με τίποτα.

Και σαν να μην έφταναν αυτά σκοτείνιαζε, με έναν αφέγγαρο ουρανό.

Έτρεχε χωρίς να ξέρει το λόγο σηκώνοντας σκόνες στον καλά πατημένο χωματόδρομο.

-Τελείωσα. Σκέφτηκε. Διανυκτέρευση στο αμάξι απόψε και αύριο καλά να είμαστε βλέπω τι θα κάνω.

Πριν τελειώσει την πρότασή του στο οπτικό του πεδίο φάνηκε ένα μοναστήρι.

Κλασσικό, πέτρινο κτίριο με κελιά για τους μοναχούς, ξύλινα μπαλκονάκια, πολλά δέντρα και μια μικρή εκκλησίτσα στην αυλή.

-Δεν θα ήταν άσχημα να ζητήσω φιλοξενία για το βράδυ.

Έξω από την πόρτα έγραφε Ιερά Μονή αδελφού του Ιησού του Κερασφόρου.

Περίεργος Άγιος. Ούτε που τον είχε ξανακούσει ποτέ.

Τόσο πολύ τους αρέσουν τα κεράσια σε αυτή την περιοχή;

Γέλασε και χτύπησε δυνατά τη πόρτα και ξανά και ακόμα μία φορά πιο δυνατά.

Πέντε λεπτά μετά κάποιος του άνοιξε. Ένα νεαρός μοναχός, ούτε πάνω από 20 χρονών.

-Μπορείς να με πας στον ηγούμενο ρε παλικάρι;

-Βεβαίως, κύριε.

Τον οδήγησε στο εσωτερικό της μονής.

 

Ο ηγούμενος ή όπως αλλιώς λεγόταν το αξίωμά του τον υποδέχθηκε με χαρά.

Ένας ηλικιωμένος αλλά γεροδεμένος άντρας που η πίστη του στον Θεό φαινόταν να μπορεί να μετρηθεί στις ζάρες του προσώπου του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο ζαρωμένο πρόσωπο, ούτε τόσο λευκά και μακριά μαλλιά.

Φυσικά και δεν υπήρχε πρόβλημα να μείνει εκεί ένα βράδυ.

Περπατήσανε μαζί προς το κελί που θα του παραχωρούσαν.

Πολλές από τις πόρτες που περάσανε στα δεξιά και αριστερά του διαδρόμου ήταν κλειστές εκτός από μία.

Έριξε μια κλεφτή ματιά κυρίως από περιέργεια. Ποτέ δεν είχε δει πως έμοιαζε το κελί ενός μοναχού. Αναρωτήθηκε τι αφίσες θα έχουν μέσα και χαμογέλασε μα αυτό που είδε του έκοψε και το γέλιο και την ανάσα.

Μέσα στο πέτρινο δωμάτιο υπήρχε ένα κλουβί, με χοντρά, καλογυαλισμένα χρυσά κάγκελα. Ήταν μπηγμένα βαθιά και στο πάτωμα και στο ταβάνι από τοίχο σε τοίχο και η υποτυπώδης πόρτα διπλά αλυσοδεμένη με μια βαριά χρυσή αλυσίδα και ένα πελώριο λουκέτο.

Πίσω από τα κάγκελα καθισμένος στο πάτωμα ήταν ένα εξοστεωμένος γέρος, γυμνός και σχεδόν καλυμμένος από μύγες. Γύρω του βρίσκονταν ακαθαρσίες κάθε είδους, μισοφαγωμένα τρωκτικά και κόπρανα.

Στην αρχή του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι μύγες ήταν πάνω του, ενώ είχαν να επιλέξουν τόσα πολυτελή γεύματα αλλά μετά ο γέρος του χαμογέλασε όλο ευγένεια που δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό το ζεστό χαμόγελο.

-Τι είδους ιεροί άνθρωποι είναι αυτοί που κρατάνε φυλακισμένο έναν αθώο γεράκο.

Γύρισε να κοιτάξει τον ηγούμενο, ο οποίος είχε σταματήσει και στεκόταν δίπλα του.

Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε του είπε: - Παιδί μου, μην σε ξεγελούν τα φαινόμενα. Καμιά φορά ο πειρασμός εμφανίζεται μπροστά μας με τρόπο που δεν αντιλαμβανόμαστε και σκοπό έχει να μας ξεγελάσει.

-Μα γιατί τον κρατάτε φυλακισμένο.

-Όπως εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί περνάς τη ζωή σου μπροστά σε έναν υπολογιστή, έτσι και εσύ δεν ξέρεις πως λειτουργεί η ζωή στο μοναστήρι. Ότι και αν γίνει αυτό το βράδυ, μην μιλήσεις σε αυτό τον άνθρωπο, ούτε να ξαναμπείς σε αυτό το δωμάτιο. Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο, ακολούθησέ με.

 

Μη θέλοντας να καταχραστεί τη φιλοξενία τους, άφησε τον ηγούμενο να τον οδηγήσει στο δωμάτιό του, πνίγοντας σκέψεις και λόγια που ίσως έλεγε, ίσως δεν ξεστόμιζε ποτέ.

 

Κοιμήθηκε με τα ρούχα, βαριά, στο λιτό ξύλινο κρεβάτι που του προσέφεραν με το σκληρό και άβολο στρώμα.

Ξύπνησε στη μέση της νύχτας νοιώθοντας την κύστη του να τον πιέζει. Βγήκε έξω από το δωμάτιο ψάχνοντας ένα μέρος να ξαλαφρώσει. Πέρασε ξανά από τον ίδιο διάδρομο, και κοντοστάθηκε έξω από το δωμάτιο με τη χρυσή φυλακή.

Ο γέρος ήταν ακόμα εκεί στην ίδια ακριβώς θέση, χαμογελαστός και κρατούσε ένα μικρό μαύρο κερί που φώτιζε αλοπρόσαλα το πρόσωπό του.

Τα βήματά του τον οδήγησαν μέσα στο δωμάτιο.

Ο γέρος του χαμογέλασε στοργικά, σαν τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ και ύστερα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του.

-Δεν θα σου ζητήσω καν να με βοηθήσεις παιδί μου. Τόσοι επισκέπτες πέρασαν από εδώ αλλά κανένας δεν με βόηθησε. Έχω χάσει την πίστη μου στην καλοσύνη πια.

Πλησίασε ακόμα περισσότερο. Παρατήρησε ότι το κλειδί βρισκόταν πάνω στο λουκέτο.

-Γιατί δεν βγαίνεις μόνος σου; Τον ρώτησε. Κάποιος ξέχασε το κλειδί στο λουκέτο. Είναι η μεγάλη σου ευκαιρία.

Δεν έχει νόημα να βγω έτσι. Το κλειδί είναι στην ίδια θέση εδώ και χρόνια αλλά κανείς δεν το γύρισε ποτέ για να με αφήσει να βγω. Δεν υπάρχει πια καλοσύνη στον κόσμο. Όλοι εμπιστεύονται τυφλά τα πρόσωπα του Θεού, χωρίς ποτέ να αναρωτιούνται για τις πράξεις του.

-Όχι εγώ παππού, είπε και πλησίασε στο λουκέτο. Με μια αποφασιστική κίνηση γύρισε το κλειδί και άνοιξε το λουκέτο.

Ο γέρος σηκώθηκε από το πέτρινο πάτωμα και στάθηκε απέναντί του. Πρέπει να ήταν πάνω από δύο μέτρα. Χωρίς να περπατήσει, κινήθηκε προς την πόρτα.

Τα μάτια του δεν ήταν πια λαμπερά και δακρυσμένα, ήταν σκοτεινά και έβγαζαν φλόγες. Η πόρτα εκτινάχθηκε μπροστά στα μάτια του αφήνοντας τα κάγκελα διάπλατα ανοιχτά.

 

-Σε ευχαριστώ, παιδί μου… του είπε με μια φωνή που έμοιαζε με 100 φωνές η μια πάνω στην άλλη.

 

Χωρίς να κάνει βήμα, βγήκε από το κελί και παράλληλα άρχισε η μεταμόρφωση.

Σγουρές κοκκινόμαυρες τρίχες κάλυψαν όλο το σώμα, το δέρμα του έγινε κόκκινο και φολιδωτό, φλογισμένα φτερά ξεπήδησαν από την πλάτη του, και δύο σειρές πορφυρά κόκκινα κέρατα φύτρωσαν μέσα από το κρανίο του. Μια ουρά μαστίγωσε το πάτωμα και άφησε πίσω της μια γραμμή φωτιάς.

 

Στον αέρα μύρισε αμμωνία αλλά δεν ήταν από τον θέαμα μπροστά του, ήταν επειδή κατουρήθηκε από το φόβο του.

 

Το κινητό που είχε ξεχάσει από το απόγευμα στην τσέπη του χτύπησε τρομάζοντάς τον ακόμα περισσότερο. Νομίζοντας ότι κάποιος θα τον βοηθούσε, το έβγαλε για να απαντήσει. Είδε 15 αναπάντητες.

 

Ήταν το αφεντικό….

 

-Άει στο Διάολο Μαλάκα!! Σκέφτηκε και πέταξε το κινητό στο κεφάλι του πλάσματος.

 

Edited by iliosporos

Share this post


Link to post
Share on other sites
nikosal

Ξύπνιος από ώρα, με το στρίγκλισμα της σειρήνας σηκώθηκε, έστρωσε με τα χέρια τα μαλλιά, τέντωσε το τσαλακωμένο παντελόνι του και πήγε κατευθείαν στο παράθυρο. Ο ήλιος είχε ροδίσει στην αυγή, ένα διαστημόπλοιο ερχόταν από νότια να προσγειωθεί και στο κέντρο ελέγχου υπήρχε κίνηση, όπως πάντα. Οι εξωγήινοι, χορτάτοι ύπνο αυτοί από φυσικού, ανέβαιναν και κατέβαιναν τις σκάλες, κάποιοι συγκεντρώνονταν ήδη στην είσοδο, υπό τις διαταγές ενός αξιωματικού.

 

Ο θάλαμος άρχιζε να παίρνει ζωή. Μερικοί από τους συγκρατούμενους ακόμα κοιμούνταν ή στριφογύριζαν στο κρεβάτι, μα άλλοι σηκώνονταν αργά, όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις τους, πήγαιναν στο τραπέζι με τα ξεροκόμματα που ονομάζονταν «πρωινό» ή έσπρωχναν τους άλλους να ξυπνήσουν. Αλλά αυτός απόψε δεν νοιαζόταν ούτε για τον ύπνο, ούτε για το φαγητό. Απόψε είχε να σκεφτεί την ελευθερία του, την στιγμή που θα συναντούσε ξανά τους καλύτερους φίλους του, τα δυο αδέλφια του, τη μητέρα του. Απόψε θα ζούσε ξανά.

 

Η φωνή του κρατούμενου αρχιφύλακα ήχησε απειλητική, όπως πάντα. Τη μισούσε αυτή τη φωνή, γιατί ήταν δική τους, όχι τα τσιρίγματα και στριγκλίσματα της εξωγήινης λαλιάς, και μαρτυρούσε ό,τι τον ενοχλούσε περισσότερο: την υποταγή, το προσκύνημα και την εξαθλίωση λίγων, πολύ λίγων γήινων, για δυο ξεροκόμματα ψωμί αντί για ένα για πρωινό, για ύπνο σε στρώμα, αντί για κουρέλια, για έξοδο στην αυλή μισή ώρα παραπάνω. Θαρρείς και αυτό ήταν ελευθερία.

 

Αλλά απόψε και αυτή η φωνή θα έσβηνε. Δεν θα την άκουγε ξανά, δεν θα έβλεπε ξανά το στόμα από το οποίο έβγαινε, το μισητό αρχιφύλακα το δικό τους, το γήινο, που είχε προσφέρει τον εαυτό του σε αυτούς, και μάλιστα ώριμα, συνειδητά, για να ζήσει λίγο παραπάνω, λίγο καλύτερα, λίγο πιο βολικά. Λίγο πιο βολικά, μέσα σε ετούτο το κολαστήριο.

 

Κάτω από τις διαταγές του αρχιφύλακα βγήκαν γραμμή στο προαύλιο και βάδισαν προς τη βάση του κέντρου ελέγχου. Εκεί τους ανέλαβαν οι εξωγήινοι, φάτσες γουρουνίσιες, γραμμές ίσιες, μάτια μισόκλειστα και απειλητικά σαν των δαιμόνων. Τους σταμάτησαν, τους μέτρησαν, ο αρχιφύλακας πια ένας από αυτούς, μέρος της μάζας, τους ξαναμέτρησαν, αδιάφοροι για την εμφάνισή τους, για τους δυο αρρώστους που ίσα που κρατιούνταν στα πόδια τους, τους βρήκαν σωστούς και τους έδωσαν διαταγή να πάνε, όπως κάθε πρωί, για την έξοδο βήτα. Εκεί το διαστημόπλοιο θα τους μετέφερε στα αγροκτήματα, να σκάψουν, να ιδρώσουν, να φάνε άλλο ένα κομμάτι ψωμί, να βγάλουν τα πολύτιμα λαχανικά για το νεκρό πλανήτη τους και να τους γυρίσουν πίσω το βράδυ, κατάκοπους και εξαθλιωμένους.

 

Αλλά εκείνος είχε άλλο σκοπό.

 

-Απόψε δεν δουλεύουμε γουρούνια! Φώναξε δυνατά σηκώνοντας το χέρι του. Απόψε είμαστε ελεύθεροι! Απόψε θα γυρίσετε στον πλανήτη σας με άδεια χέρια.

 

Οι εξωγήινοι τον κοίταξαν απορημένοι -το είδε στο γουρουνίσιο βλέμμα τους. Του έκαναν νόημα να το βουλώσει, μα αυτός συνέχισε τις φωνές: «Απόψε θα συναντήσω τα αδέλφια μου, καθάρματα!»

 

Ένας τον έσπρωξε στη πλάτη με το όπλο, πόνεσε, μα δεν έδωσε σημασία, συνέχισε τις φωνές. Πιο δυνατά, τον πέταξε κάτω. Σηκώθηκε, γύρισε στους δικούς του.

 

-Αν δεν ελευθερωθούμε μόνοι μας, αυτά τα γουρούνια θα μας σκοτώσουν, δεν το βλέπετε;

 

Κανείς δεν κουνήθηκε. Ούτε ο συγκρατούμενος – αρχιφύλακας, ούτε ο Πρίμο, με τον οποίο μοιραζόταν έξι μήνες το κρεβάτι.

 

Μια ριπή ακούστηκε, είχαν χάσει την υπομονή τους. Δεν ένιωσε πόνο, τι είχε μείνει στο πεινασμένο μισό κορμί του να πονέσει; Μια δεύτερη ριπή, και ήταν νεκρός.

 

Λένε ότι υπάρχει μετά θάνατο ζωή. Δεν υπάρχει. Ένα δυο δευτερόλεπτα μόνο, και σίγουρα μετρούσε λάθος, ένιωσε την ψυχή του να βγαίνει, είδε να έρχονται προς το μέρος του οι φίλοι του, τα αδέλφια του που είχαν χαθεί δυο μήνες πριν, η μητέρα του που πέθανε στο τρένο κιόλας, καθώς τους έφερναν εδώ. Αυτός έμεινε τελευταίος, αν και ο πιο φιλάσθενος πάντα, επειδή έφτιαξε με το μυαλό του αυτό το θέατρο, με τους γερμανούς να είναι οι εξωγήινοι των παιδικών παραμυθιών του, πολύ χειρότεροι βέβαια από ό,τι τους φανταζόταν τότε. Μα σήμερα είχε αποφασίσει να ακολουθήσει. Σήμερα έδωσε τέλος στη σκλαβιά του. Σήμερα ήταν πάλι ελεύθερος.

 

Edit: 10:04 μικραίνω τα γράμματα...

 

 

Edited by nikosal

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Μόλις γύρισα... Χμ, όχι μόνο δεν πρόλαβα, αλλά πάλι υπάρχουν και πολλές (και μεγάλες!) συμμετοχές.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ivan Gig Nth Yuk

Κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν εννέα και πενήντα επτά, σε λίγες στιγμές θα ερχόταν η στιγμή που περίμενε. Σε λίγες στιγμές θα πολεμούσε ξανά με το πεπρωμένο. Οι σκέψεις περνούν απ 'το μυαλό του σα βροχή, εικόνες, ήχοι τετριμένοι, στιγμές, ανάγκες. Γράφει μηχανικά. Το μυαλό του παιδεύει ο χρόνος, όχι το τι πρέπει να πεί. Αυτό το ξέρει ήδη καλά. Αναστενάζει. Τα χέρια του ιδρωμένα στο πληκρολόγια χτυπούν με ακρίβεια. Ξέρει τί κάνει.

 

Δεν μένει πολύς χρόνος. Είναι στο τέλος, εντυπωσιακό, όμορφο. Είναι στο τέλος, συγκλονοστικό απρόσμενο, τέλειο. Στην τέλεια ιστορία αρμόζει ένα τέτοιο τέλος. Κοιτά το ρολόι του.

 

Η ώρα είναι δέκα. Και λίγο πριν απ' την ψυχή του εκραγεί το τελευταίο συναίσθημα, λίγο πριν αποδείξει την αξία του, αναστενάζει. "Ξανά" μονολογεί. "Πόσες φορές, θα πρέπει; Πόσες". Πατάει το κουμπί στο ρολόι του. Η ώρα δείχνει εννέα ακριβώς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

ΟΚ, κυρίες και κύριοι. Το τόπικ αυτό κλείνει. Μπράβο σε όλους και όλες. Το Poll για τον παρόντα διαγωνισμό, όπου θα μπορείτε να ψηφίσετε και να σχολιάσετε όσο τραβάει η όρεξή σας τις ιστορίες που γράφτηκαν στο παρόν τόπικ βρίσκεται εδώ:

 

Poll για τον 3ο Διαγωνισμό Flash Fiction Live!

 

 

 

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
This topic is now closed to further replies.
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..