Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Σουβλάκι Άλφα-Άλφα στο Μπέτα-Σεντόρι

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Ο Μασεναλόν δεν ήταν καλά. Η γαστρίτιδα είχε επιδεινωθεί στα τρία από τα τέσσερα στομάχια του και το τέταρτο έστελνε κύματα ναυτίας στους σιελογόνους αδένες του που είχαν πρηστεί και είχαν γίνει κατακόκκινοι. Χτυπούσε την ουρά του νευρικά πάνω-κάτω καθώς βημάτιζε πέρα-δώθε. Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε κάτω στον πλανήτη. «Χάος! Τρέλα! Ένα τσίρκο!» αναφώνησε.

 

Ο Μπέτα ήταν περικυκλωμένος από τόσα σκάφη που του έδιναν μιαν αίγλη, μια σημαντικότητα που φυσικά δεν άξιζε, σαν να επρόκειτο για τόπο κάποιου προσκυνήματος. Ανέκαθεν ήταν γνωστός σαν χώρος απολεσθέντων, ψυχών κυρίως, μια σαβούρα σε αυτήν την ξεχασμένη γωνία του Άλφα-Σεντόρι. Ο Μασεναλόν δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχαν κατά νου οι Φούρον όταν αποφάσισαν να βάλουν αυτό το μέρος όχι μόνο στον πανσυμπαντικό χάρτη αλλά και στα βιβλία της ιστορίας. Μπορούσε από εδώ να διακρίνει τα ογκώδη πολεμικά τους με τα κανόνια έτοιμα, καχύποπτα στραμμένα κατά πάντων. Σε μισή τροχιά απέναντι, με το άστρο του Προμηθέα πλάτη, οι γαλέρες των Ζαλάρ περίμεναν το ίδιο τρομακτικές εκείνη την μικρή σπίθα που θα ξεκινούσε το νέο μακελειό. Ανάμεσα και γύρω από αυτούς τους αιώνιους αντιπάλους είχε μαζευτεί κάθε καρυδιάς καρύδι, οπορτουνιστές που έτρεξαν να καρπωθούν τα φρούτα της ιστορικής συνάντησης έως και απλώς περίεργοι αργόσχολοι που μάλλον δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν παρά τουρισμό στο πιο έκρυθμο σημείο του Γαλαξία. «Ότι ξεπηδήσει από εδώ σήμερα, και η ίδια η Κόλαση ακόμα, ένα είναι σίγουρο…κανείς δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό το μέρος.» Ο πρέσβης ήθελε να ελπίζει αλλά δεν μπορούσε να διώξει την απαισιοδοξία του, και είχε κάθε δίκιο να ανησυχεί.

 

Ο πόλεμος ανάμεσα στους Φούρον και τους Ζαλάρ κρατούσε πάνω από χίλια χρόνια. Γενεές είχαν έλθει και παρέλθει βιώνοντας τις συγκρούσεις τους σαν μέρος της ζωής, ήταν μια από της αλήθειες του σύμπαντος. Ο Γαλαξίας ήταν χωρισμένος σε δύο υπερδυνάμεις, δύο αντιπάλους που μισούνταν θανάσιμα. Οι ουδέτεροι έπρεπε να διαλέγουν στρατόπεδα ή να μεταναστεύουν μακριά, πολύ μακριά. Κανείς δεν έμενε αμέτοχος, δεν ήταν εφικτό. Ο εφιάλτης του πολέμου ήταν ορατός και απτός σε όλους. Πλανήτες καταλαμβάνονταν και ανακαταλαμβάνονταν συνέχεια, πότε από την μία και πότε από την άλλη παράταξη, συνέχεια, χωρίς τέλος ή λογική. Πέρα από τους εκάστοτε μισθοφόρους, που πολεμούσαν κυρίως μόνο για το πάθος να μείνουν οι ίδιοι ζωντανοί, δεν μπορούσε κανείς να γίνει μάρτυρας σε σύρραξη που εμπλέκονταν οι καθαυτοί αντίπαλοι και να μην σημαδευτεί για πάντα η ψυχή του από την φρίκη, την λύσσα εκείνου του μίσους. Δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να δώσει μιαν απάντηση στο γιατί. Δεν υπάρχει εξήγηση παρά καυτό, ανελέητο, άσβεστο μίσος. Κατεγράφη στα χρονικά της πέμπτης μάχης της Αντινόης, εκατό χιλιάδες Φούρον και εκατό χιλιάδες Ζαλάρ έχασαν την ζωή τους όλοι, μέχρι τον τελευταίο. Όταν καταστράφηκαν όλα τα βομβαρδιστικά και όλα τα καταδιωκτικά, όταν και τα τελευταία μεταγωγικά έπεσαν το ένα πάνω στο άλλο, όταν δεν είχε μείνει ούτε ένα τανκ ή ελικοφόρο στην επιφάνεια του πλανήτη, όταν εξαντλήθηκε και η τελευταία ριπή πολεμοφοδίων, χιλιάδες στρατού βούτηξαν στη μάχη με νύχια και δόντια ξεσχίζοντας ο ένας τις σάρκες του άλλου. Δεν επέζησε μάρτυρας που να εξιστορήσει σε ποια παράταξη ανήκε ο τελευταίος ξεψυχών για να καθοριστεί νικητής. Την επομένη φυσικά οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν με την ίδια σφοδρότητα.

 

Οι Γεδέοι, κάστα διπλωματών, προσπαθούσε επί έναν αιώνα να συμφιλιώσει τις δύο πλευρές. Το μήνυμα ειρήνης ήταν δύσκολο να διαπεράσει την λογική του μίσους. Ήταν όμως ένας σπόρος που αργά ή γρήγορα θα καρποφορούσε. Και ήρθε εκείνη η στιγμή, αναπάντεχη και καχύποπτη, όπου ξαφνικά ανακοινώθηκε ανακωχή και ο Γαλαξίας σίγησε, από την έκπληξη θαρρείς. Οι Γεδέοι έπρεπε να προχωρήσουν πολύ προσεχτικά και να κάνουν όλα τα επόμενα και απαραίτητα βήματα χωρίς να δυσαρεστήσουν κανέναν. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος από διπλωματικά ταξίδια και αποστολές, μπρος-πίσω ακατάπαυστα, κι αυτό μόνο για να ορισθούν οι όροι των συνομιλιών. Και έγιναν βήματα προόδου, αργά μεν αλλά πάντοτε κοντύτερα στην επίτευξη της ειρήνης. Μετά ακολούθησε μια δεύτερη μακρά περίοδος όπου επιτέλους άρχισαν να συναντιόνται κατά πρόσωπο αντιπρόσωποι των δύο πλευρών με τους Γεδέους πάντα παρόντες. Δεν ήταν εύκολο, έγιναν λάθη, μίσος χιλιετηρίδων ήταν δύσκολο να νικηθεί. Με κάποιο θαύμα ίσως, οι διαπραγματεύσεις δεν ακυρώθηκαν και έφτασε αυτή η στιγμή, η καθεαυτή υπογραφή της συνθήκης σε τόπο που πρότειναν οι Φούρον και που οι Ζαλάρ δέχτηκαν μετά από εξονυχιστικές διαβουλεύσεις. Η ιστορική συνάντηση και υπογραφή της συνθήκης θα λάβαινε μέρος σε έναν ουδέτερο, ασήμαντο πλανήτη, τον Βήτα του Κενταύρου.

 

Είχε περάσει πολύς καιρός από την μέρα που είχαν ξεκινήσει οι διαπραγματεύσεις. Ακόμα και τώρα όμως, λιγότερο από μία ώρα πριν την οριστική ειρήνη και τον αφοπλισμό, και οι δύο πλευρές κρατούσαν το δάχτυλο στην σκανδάλη, έτοιμοι για την παραμικρή αφορμή που θα έβαζε ξανά φωτιά στον Γαλαξία. Ο Μασεναλόν στεκόταν στο ιδιαίτερο του δώμα στην ναυαρχίδα των Γεδέων και παρατηρούσε νευρικός τον πλανήτη. Σε μια αίθουσα, δύο συρόμενες πόρτες παρακάτω, θα κατέφθαναν σε λίγο οι δύο ηγέτες για να υπογράψουν το κείμενο που είχαν συντάξει πενήντα διπλωμάτες και εκατό γραφιάδες. Ήξερε πως κάτω εκεί στον Μπέτα, στα καταγώγια και τα μπαρ τα οποία το μέρος είχε σαν μοναδική φήμη, κυκλοφορούσαν αρματωμένοι Φούρον και Ζαλάρ που μπεκρόπιναν ελεύθερα. Σίγουρα δεν ήταν συνετό αλλά η γραμμή των δύο παρατάξεων ήταν ξεκάθαρη. Αν δεν μπορούσε να αποφευχθεί μια έστω και απερίσκεπτη σύγκρουση μέχρι την συνθήκη, τότε η ειρήνη δεν άξιζε ούτε όσο η μελάνη που θα ξοδευόταν για την υπογραφή της. Ο Μασεναλόν είχε βάλει περιπόλους να επιτηρούν τους δρόμους, να κρατούν τις δύο φυλές το κατά δύναμη χώρια αλλά και πάλι δεν μπορούσε να καθησυχάσει τον εαυτό του. Οι Φούρον και οι Ζαλάρ που τυχόν να συναντιόνταν εκεί κάτω θα ήταν οι πρώτοι που θα αντίκριζαν ο ένας τον άλλον προσωπικά από την εποχή των πεδίων των μαχών.

 

Την πόλη την έλεγαν Ματίκα, είχε πάρει το όνομα της κόρης κάποιου πειρατή. Ήταν τυχαία σπαρμένη στην μέση του ξερού πουθενά, ένα συνονθύλευμα από καύκαλα παλιών μεταγωγικών που είχαν θαρρείς συντριβεί παρέα στην επιφάνεια του πλανήτη για να φτιάξουν αυτή την παρδαλή παραγκούπολη. Στους πλήρης είκοσι οχτώ μήνες που κρατάει η περιστροφή του Μπέτα γύρω από τον Νάνο 8, οι έξι, χωρισμένη σε δύο ηλιοστάσια, είναι φορτωμένοι με αμμοθύελλες, και οι υπόλοιποι είκοσι δύο μαστίζονται από βαρεμάρα. Είναι ένα μέρος που το αγαπούν μόνο οι ντόπιοι και οι μύγες ζου. Σήμερα όμως η πόλη ζούσε μια δόξα που αυτή η πέτρα δεν είχε δει από την μέρα που αποκόπηκε του πατρικού της γίγαντα εκατομμύρια χρόνια πριν. Κατέφτασαν καραβάνια από όλες τις γωνίες του Γαλαξία, γέμισε ο τόπος ξένους και νέο χρήμα. Τρία πάρκα ψυχαγωγίας και ένα καζίνο φύτρωσαν στις παρυφές μέσα σε μία νύχτα. Φυλές του σύμπαντος που είχαν μόνο ακουστά η μία την άλλη τσούγκριζαν τώρα ώμους στα στενά σοκάκια της Ματίκας. Ο μονόφθαλμος, σκονισμένος γίγαντας στάθηκε στην γωνιά του δρόμου, έριξε την σκιά του στο ρομποτάκι με το ένα πόδι που ζητιάνευε ελεημοσύνη από τους περαστικούς. «Μια σταγόνα λαδάκι ή ότι μπορώ να ανταλλάξω γι αυτό?» τιτίβισαν τα στεγνά του ηλεκτρόδια. Ο άλλος έψαξε την τσέπη του και βρήκε μια βίδα περασμένη σε παξιμάδι, ούτε θυμόταν από πού τα είχε φυλάξει. Τα πέταξε στο τενεκεδάκι που κρατούσε ο μηχανικός επαίτης. «Ω, τι θησαυρός, είστε πολύ γενναιόδωρος κυκλώπιε μου φίλε.» Ο γίγαντας σήκωσε την προβοσκίδα του και ξεφύσησε μια ερώτηση σε κοφτές πορδές. Το ρομποτάκι κατανόησε αμέσως το πεινασμένο αδιέξοδο του ξένου ευεργέτη του. «Ορεμανάμ? Εκεί.» Σήκωσε το μηχανικό του χέρι και έδειξε πέρα από την βουή του δρόμου, στο μαγαζί απέναντι, με την ψηλή καπνοδόχο που άστραφτε στην οροφή του. Με πολύ μεράκι και γούστο που δεν θα εκτιμούσε κανείς, έγραφε Η Ωραία Ελένη πάνω από την είσοδο του.

 

«Ώ ρε Μάνα μου! Ώ ρε Μάνα μου τι έχω εδώ! Να τρώει η Μάνα και του παιδιού να μην δίνει!» φώναζε ο Γιώργης καθώς γυρνούσε μπριζόλες, μπιφτέκια και σουβλάκια πάνω από τα κάρβουνα. Οι ντόπιοι δεν έδιναν σημασία στις φωνές του. Καταλάβαιναν πως το ψήσιμο του κρέατος από αυτόν τον Γήινο απαιτούσε από παράδοση και κάποιες θρησκευτικές επικλήσεις. Ήταν οι νεοφερμένοι που είχαν κατακλύσει το μαγαζί σήμερα που αντιδρούσαν. Γυρνούσαν και κοιτούσαν τον καταστηματάρχη με απορία, ανέμεναν σχεδόν κάποια επίθεση από μέρους του. Ο Γιώργης όμως έμενε προσηλωμένος εκεί, στην φωτιά του, ευτυχής και κατακόκκινος μπροστά στα κοντοσούβλια του. Είχε πέσει δουλειά, πολύ δουλειά, δεν είχε καιρό ούτε να γυρίσει να δει το γεμάτο του μαγαζί, τόσο γρήγορα έφευγαν οι παραγγελίες. Είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί και τα φυλαγμένα αποθέματα που είχε για τους επόμενους τρεις μήνες αλλά δεν τον ένοιαζε. Αύριο θα έστελνε μια νέα, έκτακτη παραγγελία και οι νέες προμήθειες θα προλάβαιναν να φτάσουν πριν την επόμενη εποχή της αμμοθύελλας. Σημασία είχε πως όλα πήγαιναν καλά. Η νευρικότητα που επικρατούσε στους δρόμους δεν τον απασχολούσε. Είχε ζήσει η αφεντιά του σκοτούρες που πολλοί από τους θαμώνες του δεν μπορούσαν να φανταστούν. Στο τέλος είχε μάθει ένα πράμα. Το άγχος δεν ωφελούσε κανέναν, τα γρανάζια της μοίρας θα γυρνούσαν, θα έφερναν τα μοιραία είτε μας άρεσε είτε όχι. Δρόσισε το λαρύγγι του με ένα ποτηράκι ρετσίνα και κοίταξε την ξεθωριασμένη φωτογραφία στον τοίχο, το χωριό του το Αγέρωχο στον Όλυμπο. Κατακλύστηκε η καρδιά του από ζεστή ευδαιμονία. Κανείς πελάτης του δεν νοιαζόταν για την ρετσίνα. Δεν ήταν του γούστου τους. Μετά το επεισόδιο με τον Καλοδιανό έπαψε και να το αναφέρει στο μενού. «Δεν πειράζει, αυτοί χάνουν, όλο και περισσότερο για μένα.» Στην πελατεία του πρόσφερε τις μπύρες Μπάι και το γαλάζιο κρασί του Πουνάμ. Παρομοίως, το κρέας στην σχάρα ήταν από τους Έσω Κόσμους, τρυφερά, γλυκά παϊδάκια ασβοδράκων και ψαχνά βουβαλιών από την Καλιβαρκία, την κύρια πηγή των προμηθειών του. Η ρετσίνα του όμως, αυτή ερχόταν από το χωριό του στην Γη, από το Αγέρωχο το μοναδικό.

 

Μετά την πρώτη επέκταση της Γήινης ομοσπονδίας στο απώτερο διάστημα, μετά τις νέες επαφές με νέες κουλτούρες και πολιτισμούς, άρχισε σιγά-σιγά να στερεώνεται μια υποδομή που θα γεφύρωνε τις αποστάσεις για την αποδημία που θα ακολουθούσε. Πόλεις και φυλάκια θα χτίζονταν σε νέους πλανήτες, πολλά ναυπηγεία θα στήνονταν σε νέα πόστα με παροχές νέων τεχνολογιών. Μια στρατιά από εργατική δύναμη, από κάθε καρυδιάς καρύδι ξεχύθηκε από την Γη στις τέσσερις γωνίες του σύμπαντος. Ανάμεσα τους, αόρατοι στην αρχή, υπήρχαν και πολλοί Έλληνες. Σύντομα αυτή η φυλή άρχισε να ξεχωρίζει καθώς είχαν αυτή την ιδιαιτερότητα να γίνονται δηλαδή αφεντικά του εαυτού τους. Ο Γιώργης έχτισε την Ελένη με τα ίδια του τα χέρια. Την μέρα που άφησε ελεύθερος πια τα ναυπηγεία του Τιτάνα είχε μαζί του μόνο την Ελπινίκη, την κορούλα του, η Ελένη η γυναίκα του είχε αποβιώσει τρία χρόνια πριν. Την έθαψε στο πικρό χώμα του άσπλαχνου δορυφόρου και κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρο του έστω και αργά ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του. Ακολούθησε τις μεγάλες πομπές που ταξίδευαν προς το άγνωστο, προς τον μακρινό Γαλαξία, κυνηγώντας την ευκαιρία. «Δεν μας κυνηγάει η μοίρα, εμείς την κυνηγάμε» έλεγε στην Ελπινίκη και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Όπως και άλλοι Έλληνες, αποκαλούσε το σκάφος του καίκι. Στην αρχή, το Ελένη ήταν εμπορικό. Προσκολλούνταν, όπως και όλα τα καίκια, δίπλα στα μεγάλα πλοία, σαν τα μικρά ψαράκια στα κήτη των ωκεανών, και όταν τα καραβάνια πραγματοποιούσαν το άλμα παρέσερναν μαζί τους στις αποστάσεις και τα μικρά, που μόνα τους δεν θα έφταναν ποτέ τους τόσο μακριά. Δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Έπρεπε να είσαι επιδέξιος καπετάνιος αλλιώς το καίκι δεν επιβίωνε την δύνη. Ο Γιώργης ήταν βουνίσιος, ήταν όμως και το πείσμα του τέτοιο, και τα κατάφερε, βγήκε ζωντανός από όλες τις δοκιμασίες που συνάντησε. Δεν άργησε να αντιληφθεί πως τα πλάσματα του Θεού, σε όποια πλευρά της πλάσης και να τα απαντούσε, ήταν κατά βάθος όλα το ίδιο, είχαν τις ίδιες ανάγκες. Κυρίως κατανόηση και τροφή. Έτσι το εμπορικό του καϊκάκι έγινε καντίνα και άρχισε να κάνει χρυσές δουλειές. Την μέρα που ένα παρακινδυνευμένο άλμα του τσάκισε την Ελένη πάνω στον Μπέτα πάλι η αναποδιά δεν τον πτόησε. Έδωσε προσοχή στους ντόπιους και πρόσεξε πως δεν είχε φαγάδικο ο τόπος, μόνο ένα μπακάλικο που πουλούσε κονσέρβες. Έσυρε το Ελένη σε μια γωνιά του δρόμου και η ψησταριά Η Ωραία Ελένη άνοιξε την πόρτα του σε όντα που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ την σαγήνη της τσίκνας.

 

«Ώ ρε Μάνα μ’!» αναφώνησε και έριξε μια ματιά στην Ελπινίκη που καθόταν άκεφη και βαριεστημένη στο ταμείο. Η αλλαγή που είχε πέσει στον κόσμο τους δεν την είχε ενθουσιάσει καθόλου. Η κόρη του μόλις είχε μπει στα δεκατρία και βαριόταν τη ζωή της. Μασούσε την τσίχλα της και έσκαγε τσιχλόφουσκες με απλανές βλέμμα, ασυγκίνητη από τις περίεργες φυλές που της κατέβαλαν τον οβολό τους. Ήξερε πως κάποια στιγμή σύντομα θα έπρεπε να αποχωριστεί την αγαπημένη του κόρη που τόσο του θύμιζε την Ελένη, δεν ήθελε όμως να το σκέφτεται από τώρα, ήταν κάτι που του τσίμπαγε επώδυνα την καρδιά. Ίσως σε έναν χρόνο, όχι ακόμα, κάποια στιγμή όμως έπρεπε. Θα την έστελνε πίσω στην Γη, στην Ελλάδα, να γνωρίσει κάποιο καλό παλικάρι με ένα κεφάλι, τέσσερα άκρα και καθόλου πλοκάμια.

 

Δεν άκουσε το άνοιγμα της πόρτας, κατάλαβε όμως αμέσως πως κάτι συνέβη όταν σίγησε ξαφνικά η ψησταριά. Νομίζεις και οι πελάτες του έπαψαν να αναπνέουν. Ο Γιώργης έστρεψε το βλέμμα του στην είσοδο, και όπως παραδέχτηκε και αργότερα, δεν περίμενε ποτέ να εντυπωσιαστεί ποτέ όσο εντυπωσιάστηκε εκείνη την στιγμή από την αναπάντεχη πελατεία που είχε προκύψει. Τέσσερις αρματωμένοι Φούρον μπήκαν στο μαγαζί και η υπόλοιπη πελατεία έκανε αυτόματα χώρο στο εκτόπισμα τους. Δεν τους είχε αντικρίσει ποτέ πριν μάτι εκεί μέσα, είχαν όμως όλοι ακούσει περιγραφές και ήξεραν τι έβλεπαν. Στον Γιώργη δεν θύμιζαν τίποτα από τα αλλοπρόσαλλα όντα που συναντούσε σε αυτή την πλευρά του Γαλαξία, η μορφή τους όμως του ήταν οικεία. Είχε δει φωτογραφίες μικρός σε κάποιο περιοδικό με ζώα του παγωμένου Βορρά, τις πολικές αρκούδες. Οι Φούρον έμοιαζαν με εκείνα τα ζώα, ψηλοί, υπερήφανοι, μαύρο βλέμμα, κατάμαυρη μουσούδα και ολόλευκη, καθαρή γούνα. Ήταν ζωσμένοι με αρματωσιές, αχρείαστες θα έλεγε κανείς μην μπορώντας να μην προσέξει τις τρομερές τους πατούσες με τα μεγάλα νύχια και τα δυνατά τους σαγόνια. Πλησίασαν τον πάγκο και γρύλισαν την παραγγελία τους με άγρια διάθεση. Ο Γιώργης στάθηκε μπροστά τους με το βλέμμα του υψωμένο για να μπορεί να τους κοιτά κατάματα και πρόσφερε το πιο ζεστό του χαμόγελο. «Πεινάτε φίλτατοι? Τέσσερις μπριζόλες και μπύρες στο πι και φι! Καθίστε, παρακαλώ καθίστε.» Οι Φούρον γύρισαν το βλέμμα τους σε ένα γεμάτο τραπέζι στην γωνία που άδειασε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Κάθισαν εκεί και προσπαθούσαν ακόμα να συνηθίσουν τις μικρές καρέκλες όταν η Ελπινίκη τους έφερε, βαριεστημένη, τον πρώτο γύρο από μπύρες. Ο Γιώργης δεν ήταν ξεκομμένος από τα πράγματα. Του άρεζε πολύ να διαβάζει εφημερίδες και ακόμα περισσότερο να σχολιάζει τα νέα (άσχετα αν είχε μόνο την Ελπινίκη να τον ακούει). Οι διάφορες φυλλάδες κατέφθαναν με κάποια καθυστέρηση βέβαια στο Μπέτα αλλά αυτές εδώ ήταν μία από τις λίγες φορές που ο πλανήτης ο ίδιος, και οι ειδήσεις, προηγούνταν μακράν του οποιουδήποτε τυπογραφείου. Ο Γιώργης ήξερε τι διακυβεύονταν σήμερα, εκεί πάνω στην τροχιά τους. Υπήρχε μια αρκετά μεγάλη λίστα από έλληνες που είχαν χάσει την ζωή τους σε αυτόν τον πόλεμο, κάποιοι σαν μισθοφόροι της μιας πλευράς και άλλοι της άλλης. Και δεν ήταν ούτε η ιδεολογία του δίκιου κάποιας παράταξης ούτε ο φόβος της ουδετερότητας που τους είχε ωθήσει στα όπλα. Οι λόγοι ήταν οικονομικοί. Η μάχιμη ένταξη πληρωνόταν καλά και οι Έλληνες είχαν να στείλουν ενίσχυση στους δικούς τους, πίσω στην Ελλάδα. Σε κάποιο χωριό και νησί κάποια μάνα ή αδελφή βασίζονταν σε εκείνους, αθάνατη παλιά ιστορία. Ανατρίχιαζε και ούτε να το σκεφτόταν ήθελε να βρέθηκαν ποτέ δύο έλληνες αντιμέτωποι στο πεδίο της μάχης. Οι τέσσερις Φούρον στο μαγαζί του δεν θα λάβαιναν ιδιαίτερη μεταχείριση, που σήμαινε πως θα είχαν να κάνουν με την καλύτερη περιποίηση σε αυτή τη γωνιά του γαλαξία, την μόνη περιποίηση που ήξερε να μοιράζει ο Γιώργης σε όλη του την πελατεία. Στην αρχή ανησύχησε πως η παρουσία των τεσσάρων θα άδειαζε τους υπόλοιπους θαμώνες αλλά τελικά, μετά την πρώτη εντύπωση, χαλάρωσαν κάπως τα πνεύματα. Οι μπριζόλες άρχισαν να πηγαινοέρχονται, η μπύρα έρεε άφθονη, και σε λίγο οι Φούρον άρχισαν να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, να γρυλίζουν χωρατά και να αφήνουν ένα είδος μουγκανητό που πρέπει να ήταν γέλιο. Αυτό βοήθησε να ηρεμίσουν λίγο και οι υπόλοιποι και σύντομα επανήλθε το φυσιολογικό μουρμουρητό στο κατάστημα.

 

Υπήρχε όμως κάτι ακόμα, μια μικρή σκέψη που τριβέλιζε μέσα στο κεφάλι του Γιώργη και δεν τον άφηνε σε ησυχία. Σαν μια θεωρητική αναπαράσταση μελλούμενων να έπαιζε μέσα στο κεφάλι του. Η άκρη του ματιού του έπιασε μια ταραχή, μια φασαρία έξω από το παράθυρο της ταβέρνας, πέρα στην αρχή του δρόμου. «Ελπινίκη! Έλα εδώ!» Βγήκε από τον ονειροπόλο κόσμο στον οποίο ήταν χαμένη και ήρθε υπάκουα κοντά του. «Πήγαινε κάτω στην αποθήκη, θυμάσαι τη δόση που δούλευα χθες? Το πακέτο που ήρθε από πατρίδα? Πήγαινε φέρ’ το.» Πήρε την θέση της στο ταμείο και σκούπισε τα χέρια του παρατηρώντας την κίνηση στον δρόμο. Μετά ξαφνικά μια άλλη σκέψη έσκασε στο κεφάλι του. Έσκυψε δίπλα από την θράκα και έψαξε μέσα στο ντουλάπι που κρατούσε τα διάφορα του συστατικά. Βρήκε αμέσως το βαζάκι που έψαχνε και ξεβιδώνοντας το έριξε μέσα μια ματιά και με την μύτη του. Ευτυχώς, ήταν ακόμα γεμάτο, όσο φανταζόταν πως θα χρειαζόταν τουλάχιστον. Άκουσε πάλι την πόρτα του μαγαζιού ακολουθούμενη από την γνωστή όξινη σιγή. Είχαν σταματήσει να φωνασκούν και οι Φούρον. Έτριξε το πάτωμα από βαρύ βηματισμό και ήχησε ένα λαρυγγικό κροτάλισμα που όμοιο του δεν είχε ξανακούσει. Ο Γιώργης σηκώθηκε αργά και γύρισε προς τους Ζαλάρ που είχαν μπει στην Ωραία Ελένη. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως αντίκριζε άξιους αντίπαλους στους τρομερούς Φούρον. Αυτοί ήταν τρεις, στο εκτόπισμα τους όμως ήταν κάτι από παραπάνω ισάξιοι στους άλλους τέσσερις. Οι Φούρον είχαν παγώσει στις θέσεις τους, το βλέμμα τους καυτό, τα σαγόνια τους να τρεμοπαίζουν και οι πατούσες τους έτοιμες στις θήκες των όπλων τους. Ο Γιώργης και όλη σχεδόν η τρεμάμενη πελατεία του αντίκριζαν για πρώτη φορά και τους τρομακτικούς Ζαλάρ. Και ενώ οι Φούρον προκαλούσαν μεν στον Γήινο δέος, πάλι μπορούσε να τους δει με μεγαλύτερη συμπάθεια καθώς οι άνθρωποι είχαν μια ζεστή τάση προς οτιδήποτε χνουδωτό. Οι Ζαλάρ όμως, αυτοί μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν όρθιοι κροκόδειλοι, σαν σκληρόπετσα ερπετά. Πλατάγιζαν επιδεικτικά τα σαγόνια τους και άφηναν ένα ανατριχιαστικό, κοφτό κροτάλισμα. Και με ένα βλέμμα τόσο ψυχρό που κατέβαζε με μιας την θερμοκρασία του χώρου. Σαν τους Φούρον, ο βαρύς οπλισμός που κουβαλούσαν έμοιαζε με πλεονασμός. Και εκείνα τα όπλα, πέρα από την ισχύ πυρός που διέθεταν, ήταν επώδυνα και στην θέαση τους, με όλες τις αιχμηρές και αγκυλωτές γωνίες που είχε ο σχεδιασμός τους ξυπνούσαν φριχτούς συνειρμούς για την ζημιά που μπορούσαν να προκαλέσουν και χωρίς την σκανδάλη. Ο πρώτος Ζαλάρ άνοιξε το σαγόνι του και άφησε ένα μεγάλο επιφώνημα. Οι Φούρον σηκώθηκα αργά όρθιοι. Όσοι πελάτες βρισκόντουσαν κοντά στην πόρτα πετάχτηκαν στον δρόμο. Οι άλλοι βούτηξαν κάτω από τα τραπέζια. Η κίνηση μπροστά στο μαγαζί άδειασε με μιας, μόνο λίγη σκόνη περνούσε τώρα από εκεί. Ο Γιώργης πρόσεξε τον μικρό τενεκεδένιο επαίτη να εξαφανίζεται χοροπηδώντας στο ένα του πόδι. Για ένα απύθμενο δευτερόλεπτο οι δύο εχθροί ένωσαν τα βλέμματα τους. Ξαφνικά, ένα μπαμ έσκασε σαν βόμβα μέσα στην εύθραυστη σιγή του μαγαζιού και οι δύο αντίπαλοι τράβηξαν ταυτόχρονα τα όπλα από τους ζωστήρες. Η καρδιά του Γιώργη φτερούγισε καθώς πίστεψε πως αυτό ήταν το δευτερόλεπτο πριν από το τέλος. Οι κάνες τους όμως στράφηκαν προς το μικρό κορίτσι που μόλις είχε βγει από την αποθήκη κουβαλώντας μια σκάφη που ήταν σκεπασμένη με ένα πανέρι. Η Ελπινίκη έμεινε αποσβολωμένη, με την τσιχλόφουσκα της σκασμένη και απλωμένη πάνω στην μύτη της, να κοιτάει όλον αυτόν τον εξοπλισμό να προσέχει εκείνη. Ο Γιώργης βρέθηκε δίπλα στην κόρη του χωρίς απότομες κινήσεις και της πήρε μαλακά την σκάφη. «Πόσες φορές σου έχω πει για την τσίχλα, ε?» Χαμογέλασε καθησυχαστικά και στις δύο ομάδες σπρώχνοντας την Ελπινίκη πίσω. «Γύρνα στην αποθήκη και περίμενε εκεί.»

 

Οι Φούρον και οι Ζαλάρ κατάλαβαν αμέσως πως το μικρό, ασήμαντο πλάσμα δεν ήταν απειλή γι αυτούς. Οι κάνες τους στράφηκαν εκεί που έπρεπε και έμειναν εκεί σηκωμένες, να σημαδεύουν ο ένας τον άλλον. Πρώτος ο Φούρον πέταξε την καθιερωμένη προσβολή. Οι Ζαλάρ κροτάλισαν ομαδικά και σφύριξαν την απειλή τους. Υπήρχε μια κάποια ηδονή στο μίσος που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον. Αν πατούσαν τις σκανδάλες, στην οποιαδήποτε έκβαση, το μακελειό θα τελείωνε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Θα ξεκινούσε ένας νέος και ένδοξος κύκλος αίματος για τα αδέλφια τους αλλά αυτή την απόλαυση θα την στερούνταν οι ίδιοι. Σαν τον Γιώργη που απολάμβανε αργά πότε-πότε ένα πούρο, ήθελαν να απολαμβάνουν με το στανιό την βία τους. Ήθελαν πρώτα να εξαντλήσουν όλες τις προσβολές που είχαν συσσωρευμένες μέσα τους και μετά, δεν ήταν καν σίγουροι πως θέλανε να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους. Όχι, θέλανε να ορμήσουν πάνω στον αντίπαλο τους, να τον κάνουν κομμάτια, να του χαρίσουν αργό, χορταστικό θάνατο, να νιώσει να του φεύγει η ψυχή, χειρότερα, να ξέρει πως ηττήθηκε οικτρά.

 

Σε όλα αυτά ακριβώς πόνταρε και ο Γιώργης. Άφησε την σκάφη δίπλα στην σχάρα και σήκωσε το πανέρι. Κοίταξε καλά τον θησαυρό του και σχεδόν γέμισε από αισιοδοξία. Μόλις χθες το βράδυ, με ρετσίνα και παλιά τραγούδια στο γεμάτο παράσιτα σιντοφωνάκι του, είχε καθίσει με μεράκι να το περνάει κομμάτι-κομμάτι στα σουβλάκια του, χοιρινό εκλεκτό σταλμένο από το χωριό. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά με μόνο πέντε άλματα, είχε φτάσει από την Γη μέσα σε δύο εβδομάδες. Η ειρωνεία ήταν πως ήθελε και μία εβδομάδα να διασχίσει και την απόσταση Αγέρωχο – Αθήνα - Μπουένος Άϊρες για την εκτόξευση στον τροχιακό σταθμό. Μερικά πράγματα στην πατρίδα δεν έλεγαν να αλλάξουν. Όπως οι δασμοί και τα ταξιδιωτικά έξοδα που ήταν τελείως ασύμφορα για πιο συχνές παρόμοιες παραγγελίες. Ο Γιώργης έμπαινε στο έξοδο μια φορά στις τόσες, για λίγο πατρίδα στο αντεράκι του και όχι για την πελατεία του που δεν είχε μυρίσει ποτέ της τέτοια τσίκνα. «Για να ευφραίνονται οι θεοί» σκέφτηκε. Έστρωσε αμέσως τα εκλεκτά του σουβλάκια στην σχάρα και φύσηξε να κορώσει τα κάρβουνα. Δεν ήθελε πολύ για να πετύχει αυτό που επιδίωκε. Άρπαξε με τα δάχτυλα τα μαγικά μπαχαρικά από το βαζάκι και τα σκόρπισε πάνω στο κρέας. Έκλεισε τον απορροφητήρα και ανέμισε την βεντάλια πάνω από την σχάρα. Καπνός πλούσιος σε μπαχαρικά απλώθηκε μέσα στο μαγαζί.

 

Οι Ζαλάρ είχαν επιθυμήσει το ρίγος της μάχης, τις κραυγές, τα ουρλιαχτά, το αίμα, την πτωμαίνη στις μπότες τους. Τα συμπόσια τους είχαν χάσει τις γλαφυρές διηγήσεις της δοξασμένης βίας που συνόδευαν τόσο καλά το κρασί Κρελ. Οι ηγέτες τους ξαφνικά είχαν αρχίσει να σκέφτονται το αδιανόητο, την ειρήνη. Πόσο ατιμωτικό ακουγόταν στους ίδιους, στους παλαιότερους βετεράνους, πόσο πρόσβαλε την μνήμη των πεσόντων ηρώων τους. Τι οδύνη να πέσει αυτή η φριχτή στιγμή πάνω στις δικές τους πλάτες. Η συνθήκη, μόλις επικυρωνόταν, θα ήταν ιερή και ατιμωτικό να την παραβεί κανείς. Οι τρομπέτες όμως δεν είχαν ηχήσει ακόμα. Υπήρχε χρόνος για μερικούς ακόμα νεκρούς Φούρον. Το φτηνό πιοτό που είχαν κατεβάσει στα καταγώγια αυτού του σκουπιδότοπου τους είχε ανεβάσει τον πυρετό της λύσσας στα σωστά επίπεδα. Τα συναισθήματα των Φούρον ήταν ίδια και απαράλλαχτα με αυτά των αντιπάλων τους. Ποιος όμως θα έκανε την πρώτη κίνηση να κατεβάσει την κάννη του, για μια αληθινή, σωστή μάχη? Ζαλισμένοι από την μπύρα δεν θέλανε να βασιστούν στο σημάδι τους, αν και από την δύναμη πυρός που διέθετε η κάθε πλευρά μπορούσε με μια ριπή να εξαφανίσει το απέναντι μισό του ψητοπωλείου. Ο Φούρον πέταξε πρώτος το όπλο του στο πάτωμα και γρύλισε θριαμβευτικά με το θάρρος του. Ο Ζαλάρ είχε ντροπιαστεί αλλά αυτό δεν θα επαναλαμβανόταν. Οι τρεις σαύρες άφησαν τον οπλισμό τους ταυτόχρονα κάτω. Κροτάλισαν νέες προσβολές. Οι Φούρον γρύλισαν και γύμνωσαν τα γαμψά τους νύχια. Οι Ζαλάρ, σαν να χαμογελούσαν, άνοιξαν τα σαγόνια τους και άφησαν εκτεθειμένα τα τρομερά τους δόντια, κίνηση που εκδήλωνε πρόκληση σε μάχη. Μπορούσαν να συντρίψουν το κεφάλι ενός αντιπάλου μέσα στο στόμα τους. Υπήρξαν όμως και άλλες κινήσεις που δεν ήταν στις προθέσεις τους. Τα σαγόνια των Ζαλάρ γέμισαν αναπάντεχα σάλιο. Το στομάχι των Φούρον γρύλισε κι αυτό έναν δικό του σκοπό. Έντονη, πρωτόγνωρη μυρωδιά τσιμπούσε ανελέητα τα ρουθούνια τους, γαργάλαγε βασικά κέντρα του ενστίκτου μέσα στο μυαλό τους. Πλατάγισαν τις γλώσσες τους, κατάπιαν το σάλιο τους, το κενό στα στομάχια τους έγινε απύθμενο. Εξακολουθούσαν να μην αποκολλούν το βλέμμα τους ο ένας από τον άλλον, αλλά δεν μπορούσαν πια να σκεφτούν την επόμενη τους κίνηση κατά του αντιπάλου τους. Κάθε τακτική είχε εγκλωβιστεί μέσα στην ευωδιαστή τσίκνα του χοιρινού, άλφα-άλφα ψαχνό από το Αγέρωχο Ολύμπου, Ελλάδα, Γη. «Τι έχω δω! Τι έχω δω!» φώναξε ο Γιώργης μπερδεύοντας τους περισσότερο, κλονίζοντας την ετοιμότητα τους. Η μυρωδιά, οι φωνές, τους έκαναν ξαφνικά να νιώθουν ευάλωτοι, σαν να είχαν χάσει την αρματωσιά τους. Ο Γήινος στάθηκε ανάμεσα τους με δύο πιατέλες σουβλάκια, χωρίς τα καλαμάκια για κάθε ενδεχόμενο, και τις κράτησε ο άτιμος κάτω από τις μύτες τους. «Ένα δειγματάκι? Κερασμένο από το κατάστημα!» τους είπε όλο καρδιά, χαμόγελο και σοφή ψυχραιμία. Και τους είχε, εκεί! Ο θρίαμβος του! Το βλέμμα τους έφυγε, κατέβηκε στο πιάτο, εκεί που το λίπος τσιτσίριζε ακόμα πάνω στις τραγανές άκρες του ψαχνού. Γρύλισαν τα στομάχια τους αλλά και πάλι κανείς τους δεν έκανε την πρώτη κίνηση. Εκείνη την στιγμή αντήχησαν οι τρομπέτες από τους ουρανούς και ο κόσμος άρχισε να τσιρίζει όλο χαρά στους δρόμους. Η ειρήνη είχε υπογραφεί, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Εκεί στην τροχιά του πλανήτη, ο Μασεναλόν αναστέναξε ανακουφισμένος καθώς έγειρε πίσω στο κάθισμα του. Ξεκινούσε μια νέα χιλιετία, η ειρήνη είχε να χτίσει πάνω σε πολλά ερείπια, είχε να ιάνει πολλές πληγές. Το αδύνατο όμως είχε επιτευχθεί και αυτό ήταν το σπουδαίο. Το μικρό επεισόδιο κάτω στον πλανήτη δεν θα αναγραφόταν ποτέ σε κανένα ιστορικό βιβλίο. Τον συνειρμό του τι θα απέφερε μια αψιμαχία εκεί μέσα στο φαγάδικο της Ματίκας δεν τον έκανε κανείς από όσους έγιναν μάρτυρες του. Χρόνια μετά μόνο, το εγγονάκι του Γιώργη θα άκουγε την ιστορία από τον παππού του και το σουβλάκι που έσωσε τον γαλαξία θα γινόταν αγαπημένη διήγηση μεταξύ ελλήνων, και δημοφιλέστατο λαϊκό άσμα που θα παίζονταν μέχρι τις παρυφές των Νεφελωμάτων της Κασσιόπης..

 

Το νέο της ειρήνης ήρθε και έκατσε πλέον και μέσα στην Ωραία Ελένη. Ο Γιώργης ανακουφίστηκε. Οι πολεμιστές αυτοί είχαν τιμή και η συνθήκη ήταν ιερή. Πρώτοι η Ζαλάρ αυτή τη φορά άπλωσαν τα χέρια τους και γέμισαν τις δαγκάνες τους από μια χούφτα σουβλάκια. Οι Φούρον ακολούθησαν το παράδειγμα τους και γεύτηκαν τον μεζέ. Συνηθισμένοι στο ωμό ή έστω παστό κρέας, δεν ήταν προετοιμασμένοι για την γευστική έκρηξη που συγκλόνισε τα λαρύγγια τους. Το τέλος της στρατιωτικής ζωής θα έφερνε πολλές αλλαγές σε πολλούς κόσμους που κατείχαν οι δύο φυλές. Μία από αυτές θα ήταν το ξεπέταγμα των πρώτων ψησταριών που η νέα ανάγκη θα σκορπούσε στον γαλαξία. Και θα ήταν έλληνες αυτοί που θα άνοιγαν το δρόμο, έλληνες που θα έχτιζαν περιουσίες στα γούστα της καινούργιας πελατείας. Το πρώτο κέρασμα του Γιώργη σίγουρα δεν τους ικανοποίησε, ήθελαν κι άλλο. Ο Γιώργης επέστρεψε στην σχάρα του. «Ελπινίκη! Κρασί!» φώναξε. Νέο πλήθος γέμισε γρήγορα πάλι το μαγαζί, αλάλαζαν και απαιτούσαν να φάνε και να πιούνε. Οι σκόρπιες μονάδες των πρώην αντιπάλων καλούνταν πίσω στα πλοία τους για παράδοση των όπλων και την επιστροφή στην πατρίδα τους. Οι τρεις Ζαλάρ και οι τέσσερις Φούρον πήραν χώρια από μία άκρη του καταστήματος και παρήγγειλαν κι άλλα σουβλάκια. Ο Γιώργης δεν τους απογοήτευσε, τους μοίρασε όλη την παρτίδα και τους την χρέωσε αδρά. Για τον εορτασμό της ειρήνης κέρασε το κρασί και την μπύρα σε όλους, ο ίδιος απόλαυσε την ρετσίνα του.

 

Κάθισε στην καρέκλα του μπροστά στο μαγαζί και κάπνισε το πούρο του. Ο Νάνος 8 είχε αρχίσει να δύει και ήταν η ώρα με το γλυκύτερο φως. Το χώμα έπαιρνε την έντονη απόχρωση της ώχρας και ο ουρανός από πάνω το βαθύτερο του μπλε. Ήταν η στιγμή που άρχιζαν να γίνονται ορατά τα άστρα χωρίς να έχει νυχτώσει ακόμα. Τα μεγάλα πλοία είχαν φύγει, σύντομα θα έφευγαν και οι υπόλοιποι επισκέπτες. Πολύ πιθανό να άλλαζαν μερικά πράγματα, μπορεί ο τόπος, τώρα που μπήκε στον χάρτη, να έφερνε νέους, μόνιμους κατοίκους. Για τώρα όμως, η πόλη ήταν πάλι όπως την αγαπούσε, ήσυχη. Ακούμπησε την ράχη της καρέκλας στην είσοδο και έπλεξε τα δάχτυλα του πίσω από το κεφάλι. Αγνάντεψε τον έναστρο θόλο. Μια ικανοποίηση χουχούλιαζε στα σωθικά του. Η μέρα είχε πάει καλά, πολύ καλά. Εκεί ψηλά, δύο άστρα αριστερά του Σείριου έλαμπε αχνά ο ήλιος της πατρίδας. Έπαιξε το φως του σαν να του έκλεινε το μάτι. Τρεις πλανήτες δίπλα ήταν το σπίτι του. Μετά την εποχή της αμμοθύελλας θα σήκωνε την Ελένη από το χώμα για να πάει την Ελπινίκη εκεί πίσω, στον τόπο που δεν είχε αντικρίσει ποτέ της. Ήταν καιρός.

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Απλά εξαίσιο. Δεν έχω παράπονο, γκρίνια, ή ό,τι άλλο, μόνο κανά δύο λαθάκια που είναι μικρά (π.χ. σιαλογόνοι - το σωστό είναι σιελογόνοι). :D Νά 'σαι καλά!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ευχαριστώ RaspK FOG!

 

Αλλά τόσο speed reader;!!! 12:23 το πόσταρα, το διάβασες κιόλας μέχρι 12:28! Μάλλον εγώ διαβάζω αργά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK
:rofl2: Μην ανησυχείς - μπορώ να διαβάσω όντως πολύ γρήγορα. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Γιατί δεν το είχα διαβάσει; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΧΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ; Αφού ξέρω ότι άστρα+σουβλάκι=love for ever! Είναι κανείς που θα χαθεί στις ηδονές των εξωγήινων πολιτισμών χωρίς να νοσταλγήσει έστω μια στιγμή το κοντοσούβλι; ΄Πού πάμε, οι καψεροί, οι αλλοπαρμένοι, χωρίς ένα κεμπάμπ από τον Κικιλίντζα στη Φλώρινα, χωρίς ένα τσουρέκι από του Τερκενλή, χωρίς γαλακτομπούρεκο από το Βάρσο στην Κηφισιά;

 

Η πολεμική σύρραξη, το σουβλάκι και η λυρικότητα της τελευταίας παραγράφου. Πώς τα καταφέρνεις, Ντίνο; Πώς τα 'χεις όλα αυτά αξεδιάλυτα μέσα στο μυαλό σου; Πώς τα κάνεις να μοιάζουν όλα σοφά στριμωγμένα στη συμπαντική σούπα;

 

Αποχωρώ σε ένδειξη διαμαρτυρίας που άργησα να το διαβάσω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Για λόγους χρόνου δεν είχα σχολιάσει και το είχα ξεχάσει. Μάλιστα! Το σουβλάκι σώζει ζωές είναι το συμπέρασμα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Διόρθωση παράληψης: Το παρόν διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά τον χειμώνα του 2006 στο ΕΦ ΖΙΝ #8 του Δημήτρη Σπυρίδωνος.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Ίσως χωρίς κάποια ιδιαίτερη πλοκή και κάπως απλοϊκή η υπόθεση για τα μέτρα σου,... ΑΛΛΑ!

1) Χαρακτηριστικό ελληνικό, αλλά όχι ελληναράδικο υφάκι.

2) Αναλλοίωτες ελληνικές αξίες που μετά από παγκόσμιες έγιναν... συμπαντικές (σουβλάκι, κοψίδι, κρασάκι... γραφειοκρατία).

3) Πετυχημένη ατμόσφαιρα αναμονής που μυρίζει μπαρούτι ακριβώς πριν την κρίσιμη συμφωνία.

4) Πολύ ζωντανός κεντρικός χαρακτήρας.

 

Μπράβο Ντίνο!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ευχαριστώ mman για τα καλά σου λόγια.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Bump. Hajiyorgiκό ανάγνωσμα Μαΐου. :asmile:

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.