Jump to content
  • Announcements

    • RObiN-HoOD

      Αναβάθμιση συστήματος 1-10-2017   09/30/2017

      Έγινε αναβάθμιση του συστήματος. Λόγω αυτού χάθηκαν ελάχιστα βραδινά μηνύματα αλλά όχι οι ιστορίες. Κατά τα γνωστά αν δείτε τίποτα περίεργο αναφέρετε το εδώ να το δούμε. Ευχαριστώ.
Arachnida

Σώστε τις ψυχές μας

Recommended Posts

kitsos

Ξαφνικά γύρισε προς το μέρος του.

«Γεια σου γλύκα» ψιθύρισε.

Εκείνος τα έχασε. Πρώτη φορά του έδινε σημασία η Νάντια. Τόσους μήνες στο ίδιο γραφείο ούτε καλημέρα δεν του είχε πει. Αλλά τώρα η ματιά της και τα λόγια της έσταζαν μέλι. Ο Άρης ξεροκατάπιε και χαλάρωσε λίγο την γραβάτα του. Ένιωσε τα μαγουλά του να φλέγονται. Σίγουρα είχε γίνει σαν παντζάρι. Προσπάθησε να αρθρώσει μια κουβέντα. Ένα απλό γεια, αλλά το μυαλό του είχε κολλήσει κι έτσι έμεινε απλά με το στόμα ανοιχτό να χάσκει σαν μπουκαπόρτα σε λιμάνι.

Η Νάντια χαμογέλασε ναζιάρικα και άρχισε να βαδίζει με χάρη προς το μέρος του. Ο Άρης γούρλωσε τα μάτια και περίμενε ενώ οι φλέβες στους κροτάφους του χτυπούσαν με μανία. Έρχεται, σκέφτηκε και χωρίς να το καταλάβει άρχισε να απλώνει τα χέρια του. Εκείνη απλά τον προσπέρασε και συνέχισε να προχωράει. Ο Άρης με το στόμα ανοιχτό και τα χέρια απλωμένα γύρισε προς το μέρος της και την είδε να χάνεται στην αγκαλιά του Ρίκυ. Ο γιος του αφεντικού είχε περάσει από το γραφείο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Οι μέρες του κυλούσαν άδειες και ανούσιες. Ένιωθε απέραντη μοναξιά. Κανένας δεν του έδινε σημασία, κανένας δεν του μιλούσε. Μάταια προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με τους περαστικούς. Ούτε καν τον κοίταγαν. Σαν να ήταν αόρατος. Και όταν κατάφερνε να κάνει κάποιους να τον προσέξουν, το έβαζαν στα πόδια τρέχοντας. Αφού δεν ήθελε να τους κάνει κακό γιατί τρόμαζαν; Να μιλήσει ήθελε μόνο.

 

Την προσοχή του τράβηξε μια όμορφη κοπέλα που ετοιμαζόταν να περάσει το δρόμο. Περιποιημένη, φωτεινή, άκουγε μουσική και φαινόταν τελείως απορροφημένη στις σκέψεις της. Ξαφνικά ένα αμάξι που κατέβαινε τρέχοντας τον δρόμο, έπεσε πάνω της. Η κοπέλα σωριάστηκε στον δρόμο. Πλήθος κόσμου έτρεξε γύρω της και εκείνος πήγε μαζί τους. Η κοπέλα ήταν ακίνητη και χλωμή. Φαινόταν να μην έχει ίχνος ζωής μέσα της.

 

«Γειά σου» άκουσε μια φωνή πίσω του.

 

Γύρισε και είδε την κοπέλα να τον κοιτάζει. «Απέκτησα παρέα» σκέφτηκε και της χαμογέλασε.

Edited by mariposa

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής
Οι μέρες του κυλούσαν άδειες και ανούσιες. Ένιωθε απέραντη μοναξιά. Κανένας δεν του έδινε σημασία, κανένας δεν του μιλούσε. Μάταια προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με τους περαστικούς. Ούτε καν τον κοίταγαν. Σαν να ήταν αόρατος. Και όταν κατάφερνε να κάνει κάποιους να τον προσέξουν, το έβαζαν στα πόδια τρέχοντας. Αφού δεν ήθελε να τους κάνει κακό γιατί τρόμαζαν; Να μιλήσει ήθελε μόνο.

 

Την προσοχή του τράβηξε μια όμορφη κοπέλα που ετοιμαζόταν να περάσει το δρόμο. Περιποιημένη, φωτεινή, άκουγε μουσική και φαινόταν τελείως απορροφημένη στις σκέψεις της. Ξαφνικά ένα αμάξι που κατέβαινε τρέχοντας τον δρόμο, έπεσε πάνω της. Η κοπέλα σωριάστηκε στον δρόμο. Πλήθος κόσμου έτρεξε γύρω της και εκείνος πήγε μαζί τους. Η κοπέλα ήταν ακίνητη και χλωμή. Φαινόταν να μην έχει ίχνος ζωής μέσα της.

 

«Γειά σου» άκουσε μια φωνή πίσω του.

 

Γύρισε και είδε την κοπέλα να τον κοιτάζει. «Απέκτησα παρέα» σκέφτηκε και της χαμογέλασε.

 

Τέλειο!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής

Πριν ο γιος της να φύγει για τη μάχη, χαρούμενος και καταενθουσιασμένος που επιτέλους θα πολεμούσε για τα ιδανικά του, η μητέρα του τον παρακαλούσε να μείνει κοντά της και να αφήσει τους σκοτωμούς για τους άλλους.

"Σε εκλιπαρώ γιε μου! Μην πας εκεί! Δεν θα γυρίσεις ποτέ πίσω!"

"Θα γυρίσω μητέρα.", της απάντησε περήφανος εκείνος.

"Μα κοίτα πως είσαι! Τα μπράστα σου είναι λεπτά και τα χέρια σου τρυφερά! Τα πόδια σου αγύμναστα και η αντοχή σου ελάχιστη! Δεν έχεις τη δύναμη να αναμετρηθείς με τα θηρία που θα ορμήσουν επάνω σου να σε φάνε!"

"Δεν έχω δύναμη μητέρα. Αλλά έχω πίστη. Και η πίστη μου θα με φέρει πίσω ζωντανό!"

"Όχι...", του είπε και λύγισε. "Δεν θα σε φέρει..."

Και όπως το είπε η μάνα, έτσι έγινε. Ο αδύναμος γιος της, αν και αποδείχτηκε γενναίος στην ώρα της μάχης, έπεσε αρκετά σύντομα πριν ο χρόνος να ανακηρύξει τους νικητές στο πεδίο. Δύο αντιπάλους κατάφερε να σκοτώσει αλλά μόλις ένας τρίτος τον πλησίασε, η λιγοστή του αντοχή τον άφησε ακάλυπτο στα εχθρικά χτυπήματα. Ακρωτηριάστηκε από το σπαθί του αντίπαλου πολεμιστή κι έπειτα ξεψύχησε ποδοπατημένος από από εχθούς και συμπολεμιστές.

Η μητέρα του τον θρήνησε, κατηγορώντας τον που δεν την άκουσε. Έκλαιγε πάνω από το άψυχο κορμί του μονολογόντας την ίδια φράση.

"Δεν είχε δύναμη...του το είπα...δεν είχε δύναμη..."

Ένας σακάτης γέροντας στάθηκε από πάνω της και κοίταξε το νεκρό πολεμιστή.

"Είχε πίστη", είπε.

Η μητέρα τον κοίταξε απορημένη. Ο σακάτης ολοκλήρωσε το λόγο του.

"Αλλά η μητέρα του δεν τον πίστευε..."

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo
Πριν ο γιος της να φύγει για τη μάχη, χαρούμενος και καταενθουσιασμένος που επιτέλους θα πολεμούσε για τα ιδανικά του, η μητέρα του τον παρακαλούσε να μείνει κοντά της και να αφήσει τους σκοτωμούς για τους άλλους.

"Σε εκλιπαρώ γιε μου! Μην πας εκεί! Δεν θα γυρίσεις ποτέ πίσω!"

"Θα γυρίσω μητέρα.", της απάντησε περήφανος εκείνος.

"Μα κοίτα πως είσαι! Τα μπράστα σου είναι λεπτά και τα χέρια σου τρυφερά! Τα πόδια σου αγύμναστα και η αντοχή σου ελάχιστη! Δεν έχεις τη δύναμη να αναμετρηθείς με τα θηρία που θα ορμήσουν επάνω σου να σε φάνε!"

"Δεν έχω δύναμη μητέρα. Αλλά έχω πίστη. Και η πίστη μου θα με φέρει πίσω ζωντανό!"

"Όχι...", του είπε και λύγισε. "Δεν θα σε φέρει..."

Και όπως το είπε η μάνα, έτσι έγινε. Ο αδύναμος γιος της, αν και αποδείχτηκε γενναίος στην ώρα της μάχης, έπεσε αρκετά σύντομα πριν ο χρόνος να ανακηρύξει τους νικητές στο πεδίο. Δύο αντιπάλους κατάφερε να σκοτώσει αλλά μόλις ένας τρίτος τον πλησίασε, η λιγοστή του αντοχή τον άφησε ακάλυπτο στα εχθρικά χτυπήματα. Ακρωτηριάστηκε από το σπαθί του αντίπαλου πολεμιστή κι έπειτα ξεψύχησε ποδοπατημένος από από εχθούς και συμπολεμιστές.

Η μητέρα του τον θρήνησε, κατηγορώντας τον που δεν την άκουσε. Έκλαιγε πάνω από το άψυχο κορμί του μονολογόντας την ίδια φράση.

"Δεν είχε δύναμη...του το είπα...δεν είχε δύναμη..."

Ένας σακάτης γέροντας στάθηκε από πάνω της και κοίταξε το νεκρό πολεμιστή.

"Είχε πίστη", είπε.

Η μητέρα τον κοίταξε απορημένη. Ο σακάτης ολοκλήρωσε το λόγο του.

"Αλλά η μητέρα του δεν τον πίστευε..."

 

Πολύ όμορφο. Και πολύ αληθινό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

mariposa και Παρατηρητή κάνετε πολύ καλή δουλειά, συνεχίστε έτσι. :D :thmbup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cosmo

Τα πρόσωπα των άλλων παιδιών ήταν πάρα πολύ φοβισμένα. Μερικά απο αυτά δεν άντεχαν και έβαζαν τα κλάματα.

Γιατί άραγε μας είχαν φέρει εδώ; Τι ήθελαν να μας κάνουν; Μια ψηλή λιγνή ηλικιωμένη γυναίκα μας λέει να παίξουμε, να ζωγραφίσουμε και να κάνουμε ότι θέλουμε. Προσπαθεί να φανεί ευγενική αλλά κρύβει τους πραγματικούς σκοπούς της. Πιστεύω οτι θέλει να μας σκοτώσει και μετά να μας φάει μαζί με τους ανθρωποφάγους φίλους της. Έχω ακούσει και για ανθρώπους που κλέβουν παιδιά και πουλάνε τα όργανα τους... Δεν μπορώ να καταλάβω τι κακό έκανα και με έφεραν εδώ. Ότι και να έχω κάνει υπόσχομαι να μην το ξανακάνω και να είμαι καλό παιδί. Αλλά σε παρακαλώ μαμά, μην με ξαναπάς εκεί. Δεν μου αρέσει το σχολείο...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής
Τα πρόσωπα των άλλων παιδιών ήταν πάρα πολύ φοβισμένα. Μερικά απο αυτά δεν άντεχαν και έβαζαν τα κλάματα.

Γιατί άραγε μας είχαν φέρει εδώ; Τι ήθελαν να μας κάνουν; Μια ψηλή λιγνή ηλικιωμένη γυναίκα μας λέει να παίξουμε, να ζωγραφίσουμε και να κάνουμε ότι θέλουμε. Προσπαθεί να φανεί ευγενική αλλά κρύβει τους πραγματικούς σκοπούς της. Πιστεύω οτι θέλει να μας σκοτώσει και μετά να μας φάει μαζί με τους ανθρωποφάγους φίλους της. Έχω ακούσει και για ανθρώπους που κλέβουν παιδιά και πουλάνε τα όργανα τους... Δεν μπορώ να καταλάβω τι κακό έκανα και με έφεραν εδώ. Ότι και να έχω κάνει υπόσχομαι να μην το ξανακάνω και να είμαι καλό παιδί. Αλλά σε παρακαλώ μαμά, μην με ξαναπάς εκεί. Δεν μου αρέσει το σχολείο...

 

 

Μα γιατί έχω νιώσει κι εγώ έτσι κάποτε...γιατί; Μήπως έχουν τίποτα τα σχολεία του Πειραιά;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής

Λίγο πριν την εκκίνηση, κοίταξε χάμω και έφερε στο νου του μια εικόνα από τα παλιά. Στην εικόνα εκείνη ήταν νεαρός, σε μια μικρή αλάνα, με τον αδελφό του δίπλα να ξαποσταίνει από το κατοστάρι που διένυσε σε χρόνο μηδέν.

-Θα τρέχεις πάντα δίπλα μου αδελφέ;

-Πάντα. Δεν θα σε αφήνω να τερματίζεις πρώτος

-Κι αν κάποια μέρα σε περάσω;

-Θα τρέξω ξοπίσω σου.

Η εικόνα χάθηκε. Μία ακόμα τη διαδέχτηκε, όχι τόσο ευχάριστη όσο η προηγούμενη. Σε αυτήν ήταν λίγο μετά τα τριάντα, σε ωχρό δωμάτιο γεμάτο γιατρούς, με τον αδελφό του στο κέντρο ξαπλωμένο στο λευκό κρεβάτι

-Κράτα τα μετάλλια μου μικρέ.

-...

-Και φρόντισε όταν ειδοθούμε ξανά να φέρεις περισσότερα.

Το μυαλό του άδειασε. Όση ενέργεια του είχε απομείνει τη μοίρασε στο κορμί του. Εκείνο το κατοστάρι δεν ήταν για τη νίκη. Ήταν για να επιστρέψει στο αδελφό του τα παλιά μετάλλια.

Ο Μαύρος Άγγελος έδωσε το σύνθημα κι εκείνος ξεκίνησε. Τα έδωσε όλα για όλα ώστε να φτάσει στο σκοτεινό τέρμα μαζί με τον αδελφό του. Λίγο πριν ξεκινήσει ψιθύρισε

-Μετά το τέρμα, δεν υπάρχει τέρμα αδελφέ. Μόνο ο δρόμος.

 

 

#Σε δύο αθλητές που έφυγαν νωρίς

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ivan Gig Nth Yuk

Όνομα Συγγραφέα: c'est moi

Είδος: flash fiction

Αριθμός Λέξεων: 74

Σχόλια: Πρόσφατα διάβασα το Monster. Όσοι το έχουν διαβάσει θα καταλάβουν τί εννοώ. Η ιστορία ξεκίνησε από εκεί και έναν στίχο από ένα τραγούδι που άκουσα τυχαία.

 

Ένα Τέρας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τέρας που δεν είχε καρδιά. Το τέρας αυτό τριγύριζε από πόλη σε πόλη και όποτε έβλεπε κάποιον που η καρδιά του χτυπούσε βιαστικά τον πλησίαζε κρυφά και όσο πιο γρήγορα μπορούσε τρύπωνε στο σώμα του και έκλεβε τη στιγμή που εκείνος ζούσε. Μια μέρα το τέρας βαρέθηκε να κλέβει τις στιγμές των άλλων ανθρώπων. Έτσι χάρηκε πραγματικά που δεν είχε καρδιά και αποφάσισε να μη ξανακλέψει ποτέ.

Edited by Guardian of the RuneRing #2

Share this post


Link to post
Share on other sites
white_unicorn

"- Τι κάνεις εσύ εδώ;

- Νόμιζα...

- Δεν είσαι εδώ για να νομίζεις! Είσαι εδώ για να υπηρετείς την Θεά..."

 

Ο διάλογος με την Ιέρεια είχε λήξει εκεί, ο υπηρέτης του Ναού είχε επιστρέψει στα καθηκοντά του.

Η Ιέρεια έκανε την προσφορά της, δεν πρόσεξε τον ίσκιο πάνω από το άγαλμα της Θεάς...

Η Θεά μας άλλαξε όψη, η Ιέρεια χάθηκε, ο υπηρέτης ακόμα θρηνεί...

Το Τέλος μας είναι πια εδώ....

 

"- Ο Ναός κατελήφθει Συνταγματάρχα.

- Το χωριό;

- Ερήμωσε.

- Φέρτε το τρυπάνι! Το πετρέλαιο είναι κάτω από τα πόδια μας!"

 

( :whistling: :rolleyes: :whistling: )

Edited by white_unicorn

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

‘Γιατί πολεμάς Τζούλιαν; Για τον όρκο στον πατέρα σου, για το όνομα του θεού σου ή για τα πλούτη αυτού του τόπου;’

 

Γλυκέ μου Ιησού, ένα αγόρι καταμεσής του στρατοπέδου! Η φωνή του είναι παιδική μα ακούγεται σοφή λες και είναι χιλιάδων ετών. Με πλησιάζει με αργά βήματα και βλέπω τον ρουχισμό του. Μοιάζει με πάλλευκο σάβανο στα μάτια μου. Αρχίζω να τρέμω και το μυαλό μου αστράφτει με μια ξαφνική θύμηση που μου λυγίζει τα γόνατα.

 

‘Σε ξέρω. Σε έχω ξανασυναντήσει.’

 

Το παιδί γνέφει και βρίσκω το κουράγιο να ξαναμιλήσω. Τα μάτια του καίνε τα δικά μου.

 

‘Που;’

 

‘Όχι σε αυτόν τον κόσμο Τζούλιαν. Πες μου τώρα λοιπόν. Γιατί είσαι εδώ. Ποιόν εχθρό πολεμάς;’

 

Η ερώτηση μου μοιάζει τόσο δύσκολη που κομπιάζω να απαντήσω. Κάπου μακριά, ακούγεται το κλάμα του Ιμάμη, καλώντας τους πιστούς του σε μια πόλη έτοιμη να παραδοθεί στις φλόγες.

 

‘Πολεμάω στο Όνομα του ουράνιου Πατέρα μου, απέναντι σε έναν εχθρό, βλάσφημο, που σκλάβωσε γενιές και γενιές πιστών σε μια Πόλη ιερή, που άνηκε στην Χριστιανοσύνη για αιώνες και αιώνες. Πολεμάω για την τιμή της οικογένειας μου, στο όνομα του επίγειου πατέρα μου που μου έδωσε δύναμη στο σώμα για να σηκώσω το σπαθί μου και δύναμη στην καρδιά για να το χρησιμοποιώ αληθινά. Πολεμάω και για εμένα, για τις αμαρτίες μου που θα σβηστούν όταν πατήσω το πόδι μου μέσα στην Ιερουσαλήμ. Πολεμάω στο όνομα του Θεού, του πατέρα, του άρχοντα μου και στο δικό μου. Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να κάνει ένας άντρας σε αυτόν τον κόσμο για να βρει τον προορισμό του.’

 

Το νεαρό αγόρι δεν απαντάει μα συνεχίζει να με κοιτά. Έπειτα γνέφει ξανά και μου γυρίζει την πλάτη, περπατώντας προς το σημείο που στεκόταν όταν τον πρωτοαντίκρυσα.

 

‘Περίμενε!’ Του λέω μα δεν δείχνει να με ακούει.

 

‘Είσαι άγγελος;’

 

Η ερώτηση τον σταματάει. Δεν τολμώ να πλησιάσω.

 

Γυρίζει ξανά προς το μέρος μου. Χαμογελάει. Γιατί χαμογελάει;

 

‘Νομίζεις ότι είσαι στον Παράδεισο;’

 

Και με αυτά τα λόγια, χάνεται από μπροστά μου, όσο ξαφνικά εμφανίστηκε, σαν ομίχλη που την παρασέρνει ο αέρας και το φως του ήλιου.

Edited by Dinosxanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Με μια μικρούλα προτίμηση στα #29 του Παρατηρητή και #32 του Cosmo, μου αρέσουν πολύ τα μικρούλια που γράφετε :)

Είναι δυνατό σαν είδος και πολύ δύσκολο να βγει κάτι πλήρες, ολοκληρωμένο.

Μην τα μεγαλώνετε όμως, άμα συνεχίσουμε έτσι σε λίγο θα γίνουν κανονικά διηγήματα :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

1.

"Το σχέδιο με την εξάπλωση της ευλογιάς πέτυχε. Τώρα, καθρέφτη -καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη;"

 

 

 

2.

"Συμβαίνει κάθε νύχτα σ' αυτό το ξέφωτο. Εκεί που κουβεντιάζουν, κάποιος ξαφνικά βουβαίνεται. Για πάντα".

"Τι εννοείς; Τι εννοείς, καλέ;"

 

 

 

 

3.

"Τα χαρτιά το λένε καθαρά: ή λεφτά θα χάσεις, ή μεγάλο κακό σε περιμένει".

"Δηλαδή;"

"Άμα δεν με πληρώσεις, θα καταλάβεις".

 

 

 

Α πα-πα, δεν είναι κι εύκολο πράγμα, κουράστηκα, πάω για επιδιόρθωση...

 

:stretcher:

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

"Έχεις δει ποτέ έναν αληθινό Άγγελο; Όχι; Πόσο ζηλεύω την καλή σου τύχη."

 

based on a true story.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Φτιάχνουν πόλεις. Και τις γεμίζουν με νεκρούς. Μετά κάθονται να παίξουν, σαν με κούκλες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Ξύπνησε το πρωί με μια παράξενη αίσθηση.

Το δέρμα της είχε χάσει την πλαστικότητά του, την απαλότητά του και την μυρωδιά του. Τα μάτια της δεν έλαμπαν φωτεινά- το χρώμα τους σαν να είχε ανακατευτεί με μαύρο και είχε χάσει την λάμψη του. Τα μαλλιά της δεν ήταν στιλπνά όπως πάντα. Αναρωτήθηκε τι της συνέβαινε…

 

Οι μέρες περνούσαν και εκείνη σιγά-σιγά έχανε το περίγραμμά της λες και κάποιος έπαιζε με την εικόνα της και της έβαζε ένα θολό φίλτρο. Ένα γκρι πέπλο την σκέπαζε, σβήνοντας τα χρώματά της και δίνοντάς της ένα ομοιόμορφο. Μετατρεπόταν σε κάτι άχρωμο, άοσμο και χωρίς ζωή. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει.

 

Γινόταν ανάμνηση…

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Είναι κρίμα που αυτό το ποίημα θα θαφτεί μέσα σε τούτο εδώ το τόπικ χωρίς να μπορούμε να το βρούμε στο μέλλον. Ίσως θα έπρεπε να το ανεβάσεις αλλού, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω που. Είναι πολύ δυνατό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Στάθηκε στην κορυφή κοιτάζοντας το χωριό να ξυπνά και να τινάζει από πάνω του την νυχτερινή υγρασία. Οι πρώτοι χωρικοί ήταν ήδη στους στάβλους και τα χωράφια ξεκινώντας τον ημερήσιο μόχθο τους. Δυο τρεις άλλοι κινούσαν προς το δάσος κρατώντας τσεκούρια και τραβώντας ξωπίσω τους μερικά γαϊδούρια. Οι γυναίκες άναβαν τις φωτιές και ξεκινούσαν το ζύμωμα. Μερικά παιδιά έπαιζαν τριγύρω ενώ τα μεγαλύτερα προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους γονείς τους. Τα πάντα δούλευαν σωστά. Καλοκουρδισμένο ρολόι στην υπηρεσία του βασιλιά. Την επομένη θα περνούσε η φρουρά για να εισπράξει τους φόρους. Όλοι το γνώριζαν μα δείλιαζαν να αντιταχθούν.

 

Κι εκείνος το ήξερε και δεν έβλεπε για ποιο λόγο θα έπρεπε να μείνει έστω και ένας ζωντανός για ακόμη μια μέρα. Έσφιξε τη λαβή του σπαθιού του και κατηφόρισε τη βουνοπλαγιά. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν πρόθυμα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

«Σ’ αναζητούσα. Όλη μου τη ζωή σε κυνηγούσα. Έστρεφα αλλού το βλέμμα μου για να σε ξεγελάσω, με την ελπίδα να φανείς στην άλλη άκρη. Ίσως και ν’ αναλώθηκα σε μάταιες πορείες. Γαντζώθηκα σε πύρινους κομήτες. Είδα φωτιές σε νέους γαλαξίες. Στα όρια του άμορφου, του ασχημάτιστου, πλανήθηκα, εκεί που σβήνουνε οι λάμψεις της αβύσσου. Μα δεν σε βρήκα.

 

Κι’ ύστερα, αποφάσισα: Άσ’ τον και θάρθει. Αμέτρητοι αιώνες προσπεράσαν.

 

Ήλιοι πνοές, γαίες θερμές, φεγγάρια νόμοι, κι’ εγώ σταθερό σημείο στα παγωμένα του σύμπαντος τοπία έμεινα περιμένοντας, απομυζώντας την κάθε πιθανότητα. Έπαιζα μικροπαίχνιδα με τους ανθρώπους. Στο τέλος οι ελπίδες τους γίναν λευκά πουλιά και πέταξαν για πάντα. Οι φόβοι τους ενώθηκαν με τις σκιές και χάθηκαν στη νύχτα. Η αγάπη τους έγινε φως, σκορπίστηκε στ’ αστέρια. Έμεινα μόνος μου εδώ, να σε προσμένω.

 

Τώρα που ήρθες, δεν θ’ αποφύγεις την απάντηση. Γιατί; Γιατί αποτρελάθηκαν και φτιάχνουνε φλασάκια σάμπως στα ψυχοτρόπα να’ ναι εξαρτημένοι; Ποια ανάγκη άραγε τους σπρώχνει, παράλληλους κόσμους να επιχειρούν να φτιάξουν, μέσα σ’ αυτόν τον μέγα;» Του είπε.

 

Με των σφαιρών τη μουσική του απάντησε εκείνος:

 

«Του σύμπαντος ετούτου την ευθύνη, έχεις εσύ, Υπερόν. Δικό σου είναι το project. Εγώ, είμαι ο Υπερ – ών. Των συμπάντων όλων δημιουργός αιτία. Όμως προσωπική μια συμβουλή σου δίνω: Για ρίξε μια ματιά σε κάτι τύπους:

 

Administrators, Moderators, και global moderators αυτοαποκαλούνται. Κι’ άλλοι πολλοί που ακολουθούν πιστοί τους φίλοι. Μα εγώ θαρρώ πως κάτι παίζει σαν ιός που έχουν αμολήσει.

 

Μια απάντηση από σένα περιμένω.»

 

Κι’ έφυγε δρασκελίζοντας ανάλαφρα των κόσμων τις τομές...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΒΙΑ

 

Κάπνιζε αμίλητος, κρατώντας το κεφάλι του. Από δίπλα ακουγόταν το κλαψιάρικο παραμιλητό της μάνας του. "Αχ, παιδί μου, τι κάνεις;" "Σταμάτα να καπνίζεις" "Όλα εγώ, η μάνα, όλα τα τραβάω..." "Σταμάτα πια!" "Αααχ..."

 

Πετάχτηκε πάνω κρατώντας απειλητικά το μισοτελειωμένο του τσιγάρο μπροστά στο πρόσωπό του. Ούρλιαξε μανιασμένα: "Μα το θεό... αν ξανακούσω τις γκρίνιες σου, θα- θα..."! Κουνούσε σαν τρελός τα χέρια του πάνω κάτω, η μάνα του ξαπλωμένη στο πάτωμα, δεμένη χειροπόδαρα, συνέχιζε να μυξοκλαίει κοιτάζοντας τις σβησμένες γόπες στο πονεμένο σώμα της.

 

 

 

:whistling: Αφιερωμένο στα αιώνια προβλήματα μάνας-γιου!

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

-Κάτι έρχεται... ακούω βήματα στις σκάλες...

-Πάμε να φύγουμε από εδώ...

-Αυτά τα πόδια... δεν είναι ανθρώπινα... Χριστέ μου...

-Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω...

-Οπλές... οπλές...

-...το όνομά Σου, ελθέτω...

-το μυαλό μου... ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΟΥΥΥ!!!!

-...η βασιλεία Σου, γενηθήτω το θέλημά Σου...

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Περίεργη η ζωή, σκέφτηκε, από την μια γλυκό του κουταλιού και από την άλλη γεύση πικραμύγδαλου...

Σύμφωνοι, ο νόμος της δυαδικότητας είναι από τους βασικούς του σύμπαντος: φως-σκοτάδι, καλό - κακό, δράση - αντίδραση, μαύρο - άσπρο. Κανείς όμως δεν σου λέει για την διάρκεια. Κανείς δεν σου λέει για την ισοδυναμία. Και κανείς δε στο λέει γιατί δεν υπάρχει...

Κάποια στιγμή η ζωή σου χαμογελάει στοργικά και σαν φιλόξενη οικοδέσποινα σε τρατάρει γλυκό του κουταλιού. Και εκεί που βρίσκεσαι αποχαυνωμένος από την γλύκα του, μεθυσμένος από την δύναμή του που σε κάνει να τα βλέπεις όλα όμορφα και πολύχρωμα, εκεί λοιπόν έρχεται ύπουλα και σιγά σιγά και με το άλλο χέρι σε κερνάει τα πικραμύγδαλα. Απίστευτη πίκρα που απομακρύνει ο,τιδήποτε γλυκό από το σώμα σου, την σκέψη σου, την διάθεσή σου. Περιμένεις εσύ τώρα, ξανά το γλυκό του κουταλιού αλλά αυτό δεν έρχεται γρήγορα ή δεν έρχεται ξανά...

Και μένεις πιο πικρός και από τα πικροράδικα με σάλτσα πικραμύγδαλου...

Ας ελπίσουμε ότι ετοιμάζεται το γλυκό του κουταλιού, μονολόγησε αναστενάζοντας.

Edited by mariposa

Share this post


Link to post
Share on other sites
DimitrisX

Ημερολόγιο (557η εγγραφή - 20/9/2010): Φοβερό, Εξαιρετικό...αλλά κάτι έλειπε

 

Δουλειά: Φοβερό περιβάλλον, εξαιρετικοί συνάδελφοι, αντικείμενο με προοπτικές...αλλά κάτι έλειπε.

Σπίτι: Φοβερό σχέδιο, λειτουργικοί χώροι, φοβερές προοπτικές...αλλά κάτι έλειπε.

Φαγητό: Ωραία γεύση, φοβερή προετοιμασία, εξαιρετικό σερβίρισμα...αλλά κάτι έλειπε.

Παρέα: Εξαιρετικοί άνθρωποι, φοβερή προετοιμασία, χοσρταστική παρουσίαση...αλλά κάτι έλειπε.

Εκδρομή: Φοβερά τοπία, έντονα χρώματα, εξαιρετικές μυρωδιές...αλλά κάτι έλειπε.

Club: Φοβερή ατμόσφαιρα, εξαιρετική μουσική, ευδιάθετος κόσμος...αλλά κάτι έλειπε.

 

Εκείνη: Φοβερή γυναίκα, εξαιρετικός χαρακτήρας, μεγάλη αντίσταση, πανέμορφη μέσα στο αίμα της...βρήκα αυτό που έλειπε.

Edited by DimitrisX

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

Επ,Δημήτρη!Τι σπλατερικά ένστικτα είναι αυτά!laugh.gifΩραίος!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now


×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.