Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ FLASH FICTION

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Χωρίς ψηφοφορία και διαγωνισμούς, εκτός αν σας εξιτάρει το αντίθετο, συνδράμετε μια fantasy ή horror ή sci-fi Χριστουγεννιάτικη ιστορία εδώ, έως 500 λέξεις, και μέχρι τα μεσάνυχτα της 24ης Δεκεμβρίου (προς 25η).

 

Σε περίπτωση που είστε εντάξει με την μη ύπαρξη ψηφοφορίας, μπορείτε να βάλετε όσες ιστορίες θέλετε. (Προσοχή, όχι μια ιστορία χωρισμένη σε πολλές συνέχειες των 500 λέξεων. Αυτό είναι μη αποδεκτό!)

 

Καλές γιορτές.

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Χιόνι…

 

Ο Γιαννάκης είχε ακούσει τόσα και τόσα για τις γιορτές των Χριστουγέννων από όταν ήταν μικρός – για το πώς ο Αι-Βασίλης δίνει δώρα στα παιδιά, για το πώς όλοι οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι τις γιορτές…

 

Είχε καταλάβει εδώ και καιρό ότι δε γίνονται όλοι οι άνθρωποι καλύτεροι τις γιορτές. Άλλωστε, οι νταήδες στο σχολείο ακόμα τον έδερναν τα Χριστούγεννα, και κατάλαβε ότι, εφόσον δε θέλουν να είναι καλύτεροι, τίποτα δε θα το άλλαζε αυτό.

 

Αυτό που επιθυμούσε ο Γιαννάκης, όμως, ήταν…

 

Λίγο χιόνι…

 

Περπατούσε στους δρόμους και σκεφτόταν ότι, από τότε που έφυγαν από την πατρίδα τους, ίσως να μην μπορούσε να τους φτάσει καν ο Άγιος Βασίλης. Ίσως να ήταν πάρα πολύ μακριά… Διάφορες σκέψεις, όλες ολότελα φυσιολογικές για ένα παιδάκι που δεν έχει κλείσει καν τα δέκα του χρόνια, στριφογύριζαν στο μυαλό του.

 

Δεν ζήτησα κάτι παράλογο, έτσι δεν είναι;

 

Κάπου ανησυχούσε ότι είχε ζητήσει πάρα πολλά από τον Άγιο. Δεν ήξερε, βέβαια, ότι δεν μπορούσε να περιμένει και πολλά, αλλά αναριγούσε το φυλλοκάρδι του στην ιδέα να πραγματοποιούταν η ευχή του: δεν είχαν δει χιόνι εδώ και πάρα πολύ καιρό.

 

Κοίταζε τις βιτρίνες στα μαγαζιά, και το αποτέλεσμα της διακόσμησης, αλλού ακολουθώντας την παράδοση, βάζοντας ψεύτικο χιόνι ή βαμβάκι, κι αλλού έχοντας αφήσει τέτοιες διακοσμήσεις στο παρελθόν, είχε μιαν αλλόκοτη αίσθηση, σα σκακιέρα – άλλα τετράγωνα χιονάτα, άλλα όχι.

 

Αναστέναξε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του, όταν του πέρασε μια σκέψη από το νου.

 

Μάλλον δε βρίσκει καμινάδα για να μπει.

 

Κι όντως, ένα αποικιακό διαστημόπλοιο δεν έχει καπνοδόχους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sylook

Χεχχεχε....Πολύ καλό RaspK....

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

«Φτάσαμε!!»

Δεν ήταν ανάγκη να το φωνάξει, οι τάρανδοι ήξεραν πολύ καλά που βρίσκονται. Πουθενά αλλού στον παγωμένο ωκεανό τα κύματα δεν στροβιλίζονταν και κόχλαζαν τόσο φριχτά και γνώριμα.

 

Κράτησε τα γκέμια σταθερά στο αριστερό χέρι και γύρισε προς την καρότσα. Μόλις ο Ρούντολφ ξεκίνησε την βουτιά προς τη νότια θάλασσα ο σάκος γλίστρησε μέσα στο κράτημα του. Το μόνο που χρειαζόταν τώρα ήταν η ομάδα να διατηρήσει τον συντονισμό της. Ήταν πάντα μια μεγάλη δοκιμασία για τον ίδιο, πόσο μάλλον για τους ταράνδους του.

«Ψυχραιμία, και τελειώσαμε!» φώναξε πάνω από το απόκοσμο ουρλιαχτό των κυμάτων.

 

Μόλις ο Ρούντολφ ολοκλήρωσε την πτώση και έφερε την ομάδα σε νέα ευθεία, τα νερά τινάχτηκαν ψηλά ανοίγοντας την βλέννα του ωκεανού. Η Ρ’λίε ξεπρόβαλε υγρή και μαύρη, καλυμμένη με νεκρό φύκι. Είδαν αμέσως τις πέτρινες πόρτες στο κρηπίδωμα, ανάμεσα στα κοφτερά βράχια της ανίερης ηπείρου. Άνοιξαν τρίζοντας, όμοια με σαγόνια που είχαν αντιληφθεί την άφιξη τους.

«Να’τος! Μας έρχεται!» συνέχισε ο Άγιος, τονίζοντας το εμφανές.

 

Ήταν εκείνος, αυτοπροσώπως. Ο μεγάλος Μπαμπάς. Χρειάστηκε να βγάλει μόνο το κεφάλι του από την πύλη για να καλύψει ολόκληρο τον ορίζοντα. Τα πλοκάμια του ξετυλίχθηκαν και ορθώθηκαν στον διάβα τους σαν απροσπέλαστοι γίγαντες. Άρχισαν να κυματίζουν και να απλώνονται, να ψάχνουν να τους αρπάξουν. Κάθε πλοκάμι και εκατοντάδες βεντούζες, κάθε βεντούζα και ένα φριχτό στόμα με σουβλερά δόντια. Σε αυτές τις βεντούζες σημάδευε ο Άγιος καθώς πετούσε τα πακέτα ένα-ένα, καρφώνοντας τα εκεί, ενώ ταυτόχρονα οι Ρούντολφ, Ντάνσερ, Πράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούπιντ, Ντόνερ και Μπλίτζεν μανούβραραν μακριά από την αρπαχτική διάθεση του Μεγάλου. Χρειάστηκαν να καταφέρουν κάποιες κλοτσιές με τις οπλές τους. Το ίδιο το έλκηθρο έφαγε μερικές πλαϊνές αλλά στο τέλος εκτοξεύτηκαν έξω από εκείνον τον εφιάλτη, με την αποστολή τους διεκπεραιωμένη.

 

Ο Άγιος κοίταξε πίσω, είδε τον αρχαίο θεό να υποχωρεί μουγκρίζοντας όλο κακία, οι πύλες να κλείνουν ξανά, ο μαύρος ωκεανός να διεκδικεί την Ρ’λίε για άλλον ένα χρόνο. Ανακουφισμένος, τίναξε γκέμια και φώναξε τον τελευταίο τους προορισμό, πίσω στην κορυφή του κόσμου, στο σπίτι.

 

Κάθε χρόνο ήταν σωστή σπαζοκεφαλιά να διαβάζει εκείνη την γλοιώδη λίστα, να ξεχωρίζει τα άκακα αντικείμενα από εκείνα που θα μπορούσαν να συντελέσουν στην επιστροφή των Παλιών. Ήθελε επαγρύπνηση και ειδικές γνώσεις για να μην γίνει κάποιο λάθος. Ήταν χρέος του να αντεπεξέλθει στην πρόκληση. Τι έφταιγαν εξάλλου τα μικρά Κθουλάκια για τα αμαρτήματα των Πατέρων τους;

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Δεν μου λες ρε Ντίνο, το όριο των 500 λέξεων το έβαλες τυχαία ή πρώτα έγραψες το κείμενό σου και μετά στρογγυλοποίησες; ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Δεν μου λες ρε Ντίνο, το όριο των 500 λέξεων το έβαλες τυχαία ή πρώτα έγραψες το κείμενό σου και μετά στρογγυλοποίησες; ;)

 

Τι εννοείς; Πως είναι δύσκολο να γράψεις ιστορία 500 λέξεων; Τσέκαρε το "Ο Θρίαμβος του Ορθοφρενούς Μέγιστου του Τρίτου" στην Βιβλιοθήκη Επιστημονικής Φαντασίας. 500 λέξεις ακριβώς παρακαλώ!

 

Το εδώ διήγημα το τέλειωσα στις 575 περίπου λέξεις. Μετά ήρθε πολύ κλάμα και πόνος για να κατέβει εκεί που είναι τώρα.

 

Και έμπνευση μου για το τόπικ ήταν το logokipos.gr όπου κάνουν κάτι παρόμοιο, μόνο που σαν πιο μάγκες, το όριο τους είναι 400 λέξεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites
voodoo4

Ωραίο θέμα, θα συμμετάσχω με την παρακάτω ιστορία:

 

 

ΛΥΤΡΩΣΗ

-----------

Ο Σύοση-Ι έκανε τους τελευταίους ελέγχους και όπλισε το μηχανισμό, καθώς το σκάφος πλησίαζε με γοργό ρυθμό το σημείο μηδέν. Άνοιξε τις οπτικές ασπίδες για να απολαύσει τη θέα του άστρου σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, και εν συνεχεία βυθίστηκε στις σκέψεις του.

 

Έκανε μια σύντομη αναδρομή της ζωής του.

Θυμήθηκε τις διδαχές του πατέρα του, τις ίδιες διδαχές που προσπάθησε να μεταγγίσει και στο λαό του, για αγάπη, για ισότητα,

για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Θυμήθηκε το χλευασμό και την περιφρόνηση αυτών που προσπάθησε να βοηθήσει, αυτών που προσπάθησε να ελευθερώσει απ' τους Δυνάστες, θυμήθηκε τους λίγους αλλά πιστούς συντρόφους του, θυμήθηκε το φόβο τους, θυμήθηκε το βασανισμό του.

Κοίταξε τα σημάδια στο σώμα του και χαμογέλασε.

Όλοι τον είχαν για νεκρό, αλλά αυτός έζησε, ξεγέλασε το θάνατο και τώρα βάδιζε - πετούσε - οικιοθελώς καταπάνω του.

Γιατί πλέον ήξερε. Η λύτρωση έρχεται μόνο με το θάνατο. Κι αυτή τη λύτρωση θα πρόσφερε και στο λαό του.

 

Η τρομερή θερμότητα του άστρου του έφερε ζαλάδα και τάση λιποθυμίας, μα πριν προλάβει να βυθιστεί στο μακάριο πέλαγος του ύπνου κατάφερε

να διακρίνει την φωτεινή ένδειξη στην οθόνη του μηχανισμού: 4, 3, 2, 1...

 

--------------------

 

Δώδεκα εκατομμύρια χρόνια μετά, σε κάποιο μακρινό πλανήτη ο σοφός Μπελσαζάρ κατέβηκε από την καμήλα του και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. Το φως του άστρου άρχιζε να εξασθενεί, αλλά πλέον δεν είχε σημασία.

Ύστερα από τρεις μήνες ταξίδι είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Μαζί με τους συντρόφους του μπήκαν στη σπηλιά και με σεβασμό πρόσφεραν τα δώρα τους στο νεογέννητο βασιλιά, που ξάπλωνε ευτυχισμένος στο αχυρένιο του στρώμα. Βγήκαν από το σπήλαιο και επιβιβάστηκαν και πάλι στις καμήλες τους. Έτεινε για τελευταία φορά το βλέμμα του στον ουρανό - το άστρο είχε γίνει μια αχνή ανάμνηση στον έναστρο ωκεανό.

Χαμογέλασε και κίνησε ανατολικά για το μακρύ ταξίδι της επιστροφής.

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Ευχαριστώ, Sylook, για το σχόλιο, και χαίρομαι που σου άρεσε. :)

Ανάμεικτα συναισθήματα για το κείμενο, Ντίνο - νομίζω ότι έχει πήξει, κατά βάση. Εξέτασε μήπως μπορείς να το ξαναπεράσεις.

Μου φαίνεται ενδιαφέρον, voodoo4, ότι είχες παρόμοια σκέψη με τον Clarke· όσοι δεν ξέρετε τι λέω, διαβάστε το: "The Star."

 

Θα γράψω κι άλλα αργότερα, αλλά θέλω να τα συλλογιστώ...

Share this post


Link to post
Share on other sites
voodoo4
Μου φαίνεται ενδιαφέρον, voodoo4, ότι είχες παρόμοια σκέψη με τον Clarke· όσοι δεν ξέρετε τι λέω, διαβάστε το: "The Star."

 

Εγώ πάλι ξενέρωσα... Πρώτον γιατί το θέμα το έχει διαπραγματευτεί ήδη άλλος (και μάλιστα του μεγέθους του Clarke :oops: ), και δεύτερον γιατί το "The Star" είναι σε περίοπτη θέση στο Top 100 Sci-fi SS και δεν το έχω διαβάσει :crybaby:

 

Που μπορώ να το βρω στα ελληνικά;;

 

EDIT: Μόλις είδα το λινκ σου σε άλλο topic. Σπεύδω προς ανάγνωση

Edited by voodoo4

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

[έκανα κάποιες διορθώσεις στο κείμενο]

 

The train jiggled past overcast valleys and hills nigh hidden from sight in mist and dusk; soon the light of the sun would fade in the outside world, leaving our reflection cast at the inside of the glass pane.

 

No carts passed by these hours that would have otherwise seemed so lonely. A chat, a misfit manner, an attitude born from an exhausted mind and a spirit full of joy for what life may offer or not in the end, a long discussion, like any other... The confections I bought still fresh in their box and cold from the chill of the early days of the new year, a weird sight for a man to have laid out before him. Still, I had little space elsewhere, so the food tray on the front seat's back would have to suffice, one way or another.

 

"It sure is a pitty;" a look at my direction "that it has not snowed, as predicted." A smile, a small nod, and a look at the misty landscape outside the window. "It does not snow that much in the city, unfortunately." A rather bemused smile from my part. "I know - in Moschaton, where I live, it snows very, very rarely." A broader smile. "It must snow once a decade there." A broader smile answered back. "Nah - twice, actually."

 

What pains and wonders does life hold for us all?

Edited by RaspK

Share this post


Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Κρακ, κρακ, κρακ, κρακ... κάνει το χιόνι, καθώς οι μπότες θρυμματίζουν τον πάγω από κάτω του. Προχωρά μόνος του, κουβαλώντας τον βαρύ του σάκο πάνω από τον ωμο του, ο μακρύς του σκούφος πέφτει πάνω στο πρόσωπό του και το καλύπτει. Η παχιά κοιλιά του τρέμει, καθώς γελά, προχορώντας κόντρα στο αέρα, με το χαλάζι να τον χτυπά με μύριες μικρές γροθιές.

 

Όμως αυτός συνεχίζει, ο σάκος παραμένει στην πλάτη του, διασχίζοντας το λευκό σκοτάδι. Που και που, η γλώσσα του γλύφει μια νιφάδα που πιάνεται στη γενιάδα του και νιώθει τη γεύση της στάχτης, καθώς διαλύεται στο στόμα του. Όταν το πόδι του παγιδεύεται σε κάποια τρύπα, βγάζει ένα νέο ακριβώς μπροστά, ολόϊδιο, αφομοιώνοντας το προηγούμενο. Η γενειάδα του ψαχουλεύει τον αέρα, ξεχωρίζοντας τις οσμές, ψάχνοντας για θυράματα. Οι οσμές καταχωρούνται και αναλύονται στις βοηθητικές 'μύτες' κάτω από τη γενιάδα του και τα μάτια του, που ξεπροβάλουν εναλλάξ από τη χοντρή κοιλιά του και τον όγκο που χρησιμεύει για σάκος του, αναλύουν το τοπίο. Πού και πού, το πλοκάμι που έχει για σκούφο κινείται τεμπέλικα, με το μικρό του ράμφος να δαγκώνει το έδαφος, αρπάζοντας ένα μικρό ζωύφιο.

 

Στο βάθος, βλέπει ένα φως. Είναι μικρό, κρύο και σχεδόν αμελητέο, αλλά είναι κάτι. Φιλτράρει τα δεδομένα μέσα από τα όργανά του και ανιχνεύει τρεις μορφές, μία σταδιακά κρυώνει. Θα πρέπει να καταναλώσει όσο είναι καιρός, ώστε να μην παγώσει στη μέση του πυρηνικού χειμώνα.

 

Πλησιάζει, μισο-τρέχοντας, μισο-ρέοντας στο χιόνι, προς το μικρό κτίσμα και σκρφαλώνει αθόρυβα πάνω στην μικρή τρώγλη, αναζητώντας ένα μικρό άνοιγμα, κάποιον εξαεριστήρα ή μια απειροελάχιστα μεγαλύτερη τρύπα στο φίλτρο του αέρα. Τη βρίσκει και αμέσως, ρέει μέσα της, κυλώντας στους σωλήνες της θέρμανσης.

 

Ένα από τα μικρά σήματα τον αντιλαμβάνεται πρώτο, βλέποντας την υγροποιημένη, κόκκινη μάζα του να κιλά από μία τρύπα των σωμάτων του συστήματος θέρμανσης, και αμέσως επιταχύνει την έξοδό του, σταδιακά στερεοποιούμενο σε ένα ευχάριστο για αυτό σχήμα.

 

Το παιδί φωνάζει κάτι με χαρά και αυτός μιμείται το χαρούμενο ύφος του, καθώς το σιχαμένο, μικρό πλάσμα γυρνά την πλάτη του σε αυτόν. Το ράμφος του κροταλίζει σε αναμονή και τα στόματά του στάζουν, αναμένοντας το γεύμα...

 

Ήταν τα καλύτερα χριστούγεννα που είχε ποτέ.

Edited by Atrelegis

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Okay, Atrelegis, το έγραψες στα γρήγορα, γι αυτό και κάποια λαθάκια, αλλά δεν του έριχνες άλλη μια ματιά πριν το ποστάρεις; Ή διαβάζεις όπως ποστάρεις; Ένας Duffy Duck σε αμφεταμίνες.

 

Μου άρεσε όμως πολύ. Τέλεια ατμόσφαιρα, ένα εξαίσιο creature και τελική ατάκα που τσακίζει!

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Σχόλιο για το τελευταίο δικό μου δεν έχει; :atongue2: (j/k)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Σχόλιο για το τελευταίο δικό μου δεν έχει; :atongue2: (j/k)

 

Το δικό σου είναι υπεράνω.

 

Αλλά πράγματι, το όλο κείμενο μου έδωσε την αίσθηση καρτ-ποστάλ και η γλώσσα με πήγε σε ένα άλλο επίπεδο, τόσο που όταν είδα το Moshaton, δεν διάβασα "Μοσχάτο" αλλά...Μόσατον (με παχύ σ) και σκέφτηκα πως θα ήταν μια κρυπτική αναφορά σε κάτι άλλο, ένα γκόθικ μυθιστόρημα ίσως. Αν αυτό ήταν μια συζήτηση σε βαγόνι του Ηλεκτρικού στην Αθήνα, εσύ με είχες σε ένα τρένο που διέσχιζε μια στοιχειωμένη κοιλάδα σε κάποιο Βρετανικό τοπίο!!

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Σημειωτέον, έκανα ένα μικρό λαθάκι: είναι Moschaton, και όχι Moshaton. :ablush: Χαίρομαι πάρα πολύ που σου άρεσε τόσο! :ahappy:

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

«Φτάσαμε!!»

Δεν ήταν ανάγκη να το φωνάξει, οι τάρανδοι ήξεραν πολύ καλά που βρίσκονται. Πουθενά αλλού στον παγωμένο ωκεανό τα κύματα δεν στροβιλίζονταν και κόχλαζαν τόσο φριχτά και γνώριμα.

 

Κράτησε τα γκέμια σταθερά στο αριστερό χέρι και γύρισε προς την καρότσα. Μόλις ο Ρούντολφ ξεκίνησε την βουτιά προς τη νότια θάλασσα ο σάκος γλίστρησε μέσα στο κράτημα του. Το μόνο που χρειαζόταν τώρα ήταν η ομάδα να διατηρήσει τον συντονισμό της. Ήταν πάντα μια μεγάλη δοκιμασία για τον ίδιο, πόσο μάλλον για τους ταράνδους του.

«Ψυχραιμία, και τελειώσαμε!» φώναξε πάνω από το απόκοσμο ουρλιαχτό των κυμάτων.

 

Μόλις ο Ρούντολφ ολοκλήρωσε την πτώση και έφερε την ομάδα σε νέα ευθεία, τα νερά τινάχτηκαν ψηλά ανοίγοντας την βλέννα του ωκεανού. Η Ρ’λίε ξεπρόβαλε υγρή και μαύρη, καλυμμένη με νεκρό φύκι. Είδαν αμέσως τις πέτρινες πόρτες στο κρηπίδωμα, ανάμεσα στα κοφτερά βράχια της ανίερης ηπείρου. Άνοιξαν τρίζοντας, όμοια με σαγόνια που είχαν αντιληφθεί την άφιξη τους.

«Να’τος! Μας έρχεται!» συνέχισε ο Άγιος, τονίζοντας το εμφανές.

 

Ήταν εκείνος, αυτοπροσώπως. Ο μεγάλος Μπαμπάς. Χρειάστηκε να βγάλει μόνο το κεφάλι του από την πύλη για να καλύψει ολόκληρο τον ορίζοντα. Τα πλοκάμια του ξετυλίχθηκαν και ορθώθηκαν στον διάβα τους σαν απροσπέλαστοι γίγαντες. Άρχισαν να κυματίζουν και να απλώνονται, να ψάχνουν να τους αρπάξουν. Κάθε πλοκάμι και εκατοντάδες βεντούζες, κάθε βεντούζα και ένα φριχτό στόμα με σουβλερά δόντια. Σε αυτές τις βεντούζες σημάδευε ο Άγιος καθώς πετούσε τα πακέτα ένα-ένα, καρφώνοντας τα εκεί, ενώ ταυτόχρονα οι Ρούντολφ, Ντάνσερ, Πράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούπιντ, Ντόνερ και Μπλίτζεν μανούβραραν μακριά από την αρπαχτική διάθεση του Μεγάλου. Χρειάστηκαν να καταφέρουν κάποιες κλοτσιές με τις οπλές τους. Το ίδιο το έλκηθρο έφαγε μερικές πλαϊνές αλλά στο τέλος εκτοξεύτηκαν έξω από εκείνον τον εφιάλτη, με την αποστολή τους διεκπεραιωμένη.

 

Ο Άγιος κοίταξε πίσω, είδε τον αρχαίο θεό να υποχωρεί μουγκρίζοντας όλο κακία, οι πύλες να κλείνουν ξανά, ο μαύρος ωκεανός να διεκδικεί την Ρ’λίε για άλλον ένα χρόνο. Ανακουφισμένος, τίναξε γκέμια και φώναξε τον τελευταίο τους προορισμό, πίσω στην κορυφή του κόσμου, στο σπίτι.

 

Κάθε χρόνο ήταν σωστή σπαζοκεφαλιά να διαβάζει εκείνη την γλοιώδη λίστα, να ξεχωρίζει τα άκακα αντικείμενα από εκείνα που θα μπορούσαν να συντελέσουν στην επιστροφή των Παλιών. Ήθελε επαγρύπνηση και ειδικές γνώσεις για να μην γίνει κάποιο λάθος. Ήταν χρέος του να αντεπεξέλθει στην πρόκληση. Τι έφταιγαν εξάλλου τα μικρά Κθουλάκια για τα αμαρτήματα των Πατέρων τους;

 

:roflmao:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Mε αυτά τα bump της Κέλλυς έχω κατατρομάξει. :dazzled:

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Χρόνια Πολλά!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.