Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Ο Άνθρωπος Που Λάτρευε Το Ηλιοβασίλεμα

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Το παρόν διήγημα ήρθε δεύτερο στον διαγωνισμό των Συμπαντικών Διαδρομών και δημοσιεύτηκε στο 7ο τους τεύχος τον Μάρτιο του 2007, σε ελάχιστα συντομευμένη εκδοχή.

 

Είχε δει άλλον έναν εφιάλτη. Όχι κάτι τρομακτικό ή φρικιαστικό. Δεν είχε σχέση ούτε με τον θάνατο ή τον φόβο του θανάτου. Ήταν ακόμα χειρότερο. Ονειρεύτηκε την ξύπνια του κατάσταση, την καθημερινή του ρουτίνα, που σήμαινε πως ο ύπνος αδυνατούσε πλέον να του προσφέρει την οποιαδήποτε απόδραση, μια έστω προσωρινή γλυκιά ψευδαίσθηση. Όταν ξύπνησε βρέθηκε για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με την δυστυχία που είχε καταφέρει πλέον να μολύνει και το υποσυνείδητο του. Αυτό ήταν ένα σημάδι πως πλησίαζε στα όρια του και έτρεμε να αναλογιστεί τι θα σήμαινε η λήξη της αντοχής του. Τον παρηγορούσε η ελπίδα πως αργά ή γρήγορα θα έρχονταν να τον πάρουν. Πότε όμως; Ίσως να τρελαινόταν συντομότερα από όσο είχαν υπολογίσει. Αφού είχε καταφέρει να ξεγελάσει πρώτα τον εαυτό του, πώς να ρίξει φταίξιμο στους άλλους; Είχε περάσει όλα τα σωματικά και κυρίως τα ψυχολογικά τεστ, είχε βγει πρώτος μέσα από μια ομάδα τόσων υποψηφίων.

 

Αρνήθηκε να σηκωθεί. Έτσι κι αλλιώς οι μηχανές έκαναν σχεδόν όλη την δουλειά από μόνες τους. Έμεινε ξαπλωμένος στην κουκέτα του να νιώθει τον βόμβο που δονούσε παρηγορητικά το στρώμα του. Η κυψέλη ενέργειας δούλευε ακατάπαυστα, μετέδιδε σε όλη την εγκατάσταση την παρουσία της με έναν ανεπαίσθητο τρίξιμο, το ένιωθες στα φύλλα του τοίχου και στις σχάρες στο πάτωμα. Τις πρώτες μέρες, γεμάτος ενθουσιασμό για το νέο του πόστο, όλος αστείρευτη όρεξη να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα του, δεν το παρατήρησε παρά μόνο όταν πια πέφτοντας για ύπνο, με την καρδιά του απαλλαγμένη από τον τρελό της χτύπο, ένιωσε το νανούρισμα του. Τώρα όμως αυτό είχε αλλάξει. Οι ήχοι της κυψέλης, του κεντρικού υπολογιστή, των μηχανών, δυνάμωναν μέρα με την μέρα, τους άκουγε όλη την ώρα, ήταν έτοιμος να χάσει τα μυαλά του.

 

Πετάχτηκε ξαφνικά όρθιος, μακριά από το κρεβάτι. Δεν είχε νόημα. Δεν υπήρχε καμία γωνία που να του προσφέρει ανακούφιση. Περνούσε πλέον από αυτή την ηλίθια διαδικασία με κάθε εγερτήριο και είχε αρχίσει να τον κουράζει. Καλύτερα να ξεκινούσε την ρουτίνα της ημέρας το γρηγορότερο, δεν άλλαζε τίποτα στο να το καθυστερεί. Στην μικρή του κουζίνα υπήρχε μηχανή καφέ που ήταν προγραμματισμένη να αλλάζει φίλτρο, να προσθέτει φρέσκο καφέ, να γεμίζει νερό και να βράζει αυτόματα μια συγκεκριμένη ώρα στο εικοσιτετράωρο έτσι ώστε να βρίσκει ένα θερμός έτοιμο με το που θα ξυπνούσε. Πριν μια εβδομάδα ξόδεψε όλη την ημέρα διαλύοντας το σύστημα για να βρει πως λειτουργούσε και να το καταργήσει χωρίς να του κάνει ζημιά. Όταν τα κατάφερε η χαρά του ήταν απίστευτη, ήταν κάτι σαν μια μικρή προσωπική νίκη. Τώρα έφτιαχνε ο ίδιος τον καφέ του, ακολουθούσε μόνος όλη την διαδικασία της αλλαγής του φίλτρου, το γέμισμα του νερού, της απόφασης για πόσα κουταλάκια καφέ και πόσα ζάχαρης. Όλη αυτή η τελετουργία του χάριζε μια ελευθερία καινούργια, του έδινε υπόσταση, ξεγελούσε έστω για λίγο την μοναξιά του.

 

Ακολούθησε τον μακρύ διάδρομο από το ιδιωτικό του διαμέρισμα βαθιά στον βράχο προς το παρατηρητήριο στην επιφάνεια. Έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του, για άλλη μια φορά, πως όσο διαρκούσε αυτή η πορεία δεν θα έκανε ξανά την ίδια σκέψη που έκανε κάθε φορά που περνούσε από εκείνο το σημείο. Φυσικά, με το που έβαλε το στοίχημα έκανε ακριβώς εκείνη την σκέψη. Κάθε μέρα, χωρίς εξαίρεση, πάντα η ίδια τρομακτική ιδέα να σκάει μέσα στο κεφάλι του. Ήταν ο μόνος ζωντανός, βιολογικός οργανισμός με σάρκα και οστά, για δισεκατομμύρια χιλιόμετρα σε κάθε κατεύθυνση. Ακόμα και ο τεχνικός αέρας που ανέπνεε εδώ μέσα συνεχώς αποστειρώνονταν, δεν υπήρχε ίχνος μικροβίων γύρω του πέραν αυτών που κουβαλούσε στο άτομο του. Αν και με τον αριθμό εμβολίων που τον είχαν μπολιάσει πριν την αναχώρηση δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ούτε και γι αυτό.

 

Το πόστο του ήταν μια ευρύχωρη πολυθρόνα ελαστικού τιτανίου, με κλασσική γέμιση υαλοβάμβακα, προσαρμοσμένη στην άκρη ενός βραχίονα που τον μετακινούσε κατά μήκος ενός μακροσκελή πίνακα ελέγχου σε ημικύκλιο. Πάνω από τον πίνακα ελέγχου υπήρχε το μοναδικό παράθυρο της βάσης, μια τεράστια φούσκα που του χάριζε μια μοναδική θέα των Θραυσμάτων του Ηφαίστου. Πόσο τον είχε συνεπάρει την πρώτη φορά που την αντίκρισε, πόσο γρήγορα την είχε ξεπεράσει. Δεν ήταν παρά μια ταπετσαρία σε ασπρόμαυρο που δεν άλλαζε ποτέ. Του θύμιζε επώδυνα την μοναξιά και την αιώνια πλήξη. Είχε δει φωτογραφίες από γωνίες του Γαλαξία που ήταν μοναδικής ομορφιάς. Το διάστημα ήταν διάσπαρτο από εικόνες που σου έκοβαν την ανάσα. Είχε δει χρώματα και σχήματα που μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να είχε ονειρευτεί. Αυτό εδώ το μέρος, αυτό που αντίκριζε, δεν ήταν ένα τέτοιο μέρος, ήταν μάλιστα το ακριβώς αντίθετο. Πήρε την θέση του μπροστά στο θέαμα του σύμπαντος που του αντιστοιχούσε με παντελή έλλειψη συγκίνησης κρατώντας στο χέρι του το κυπελάκι με τον αχνιστό καφέ. Έλεγξε πρώτα τις οθόνες που τον πληροφορούσαν αν όλα ήταν καλά, αν το σύστημα επιφυλακής και συντήρησης έκανε την δουλειά του. Οι πληροφορίες ήταν καθησυχαστικές, όλα δούλευαν ρολόι. Στην συνέχεια εξέτασε τα ραντάρ για προγνωστικά συμπαντικής ζύμωσης, ή «οδικής κυκλοφορίας» όπως την αποκαλούσε συχνά ο ίδιος. Παρά την φαινομενική ακινησία υπήρχε σημαντική δραστηριότητα εκεί έξω. Από ορατούς κομήτες και περιπλανώμενους μετεωρίτες μέχρι αόρατα σωματίδια paliar ικανά να κάνουν ζημιά αν διαπερνούσαν στέρεες επιφάνειες. Τα μάτια της βάσης έπρεπε να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση.

 

Η βάση ήταν προσαρμοσμένη πάνω σε μια μικρή σελήνη, που ήταν όμως και το μεγαλύτερο ουράνιο σώμα στον σχηματισμό. Βρισκόταν στην άκρη της Ζώνης του Ηφαίστου, μιας ουράς από αστεροειδείς που ακολουθούσε μια στοιχειωμένη τροχιά γύρω από έναν πλανήτη που δεν υπήρχε πια παρά μόνο σε θραύσματα. Πριν από οκτώ περίπου δεκαετίες η Ομοσπονδία της Γης διάλεξε αυτή την τοποθεσία για να εναποθέσει όλο το απαρχαιωμένο πυρηνικό της στοκ. Προσγειώθηκαν πάνω στους αστεροειδείς, έσκαψαν κατακόμβες βαθιά μέσα στην κρύα πέτρα, έθαψαν εκεί τον ζωντανό θάνατο που δημιούργησαν με τα αρρωστημένα τους μυαλά. Και η τρέλα τους πάλι δεν είχε τέλος. Η καχυποψία τους δεν ενταφιάσθηκε με τα όπλα του ολέθρου. Ήθελαν να επιτηρούν το θαμμένο απόθεμα γιατί τα πράγματα στην Γη ήταν ευμετάβλητα. Η Ομοσπονδία ήταν εύθραυστη. Η κάθε πυρηνική κεφαλή ήταν καταγεγραμμένη και ανά πάσα στιγμή κάποια κυβέρνηση μπορούσε να αποσχίσει και να διεκδικήσει πίσω τον οπλισμό που της αντιστοιχούσε. Δημιουργήθηκε αυτή η βάση που σκοπός της ήταν να καθησυχάσει όλες τις πλευρές. Στην αρχή λειτούργησε εξολοκλήρου με ρομποτικό προσωπικό που ήταν στον έλεγχο ενός κεντρικού υπολογιστή. Δεν υπήρχαν όμως περιθώρια για λάθη. Και υπήρξαν λάθη που προκάλεσαν ατυχήματα. Τα ρομπότ ήταν εκ των προτέρων προγραμματισμένα με ένα συγκεκριμένο λογισμικό και κάθε αναπάντεχη έκπληξη έφερνε το όλο σύστημα σε αδιέξοδο. Οι μηχανές δεν μπορούσαν να πάρουν πρωτοβουλίες, δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν σε δεδομένα που δεν είχαν προβλεφτεί από τους ειδικούς. Και ενώ η Ζώνη ήταν ιδανική για την λειτουργία που επιλέχθηκε, είχε ένα μειονέκτημα. Το φάντασμα του κατεστραμμένου πλανήτη στο κέντρο της προκαλούσε παρεμβολές εμποδίζοντας την μετάδοση νέου λογισμικού από την Γη. Η κατάσταση είχε φτάσει σε ένα εκρηκτικό αδιέξοδο. Η μία κυβέρνηση άρχισε να κατηγορεί την άλλη για σαμποτάζ και εχθρική επιβουλή. Αποφασίστηκε να σταλεί ένας αστροναύτης, ένας ειδικός επιστήμονας από ουδέτερο κρατίδιο που θα έλεγχε την κατάσταση από πρώτο χέρι. Θα ακολουθούσε μια μεγαλύτερη ομάδα, αλλά για τώρα η βάση μπορούσε να συντηρήσει μόνο ένα άτομο. Αυτός ο μοναχικός σκαπανέας, ο θυρωρός του πυρηνικού νεκροταφείου, θα είχε μια πολύ σκληρή αποστολή. Θα έπρεπε να είναι ικανός να αντεπεξέλθει γρήγορα και εύστροφα στις πιο αντίξοες και επικίνδυνες συνθήκες μπορώντας παράλληλα να δαμάζει την ανθρώπινη του φύση. Η μοναξιά του διαστήματος, η τρομακτική απομόνωση, δεν ήταν εύκολοι αντίπαλοι. Όσο διαρκούσε η πρώτη αυτή θητεία στην Ζώνη δεν θα υπήρχε καμία απολύτως επαφή με την Γη. Το πρόγραμμα είχε αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα στο παρελθόν. Η απόσταση από την λογική στην τρέλα ήταν πολύ μικρή. Τα σανατόρια ήταν γεμάτα από πρώην αστροναύτες. Οι πιλότοι του διαστήματος, οι «Φλας Γκόρντον» των μύθων, είχαν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοχειρίας από οποιονδήποτε άλλο κλάδο στο διαστημικό πρόγραμμα. Έπρεπε να διαλέξουν προσεκτικά. Τα τεστ θα ήταν διεξοδικά και σκληρά. Στο τέλος θα επιλεγόταν αυτός που θα ξεπερνούσε όλες τις προκλήσεις που θα του έθεταν.

 

Οι οθόνες συνέχισαν να δείχνουν πως όλα έβαιναν καλώς. Πήρε άλλη μια γουλιά από τον καφέ του και έσυρε το κάθισμα του στην άλλη άκρη του πίνακα. Άνοιξε το ηχητικό σύστημα του ραντάρ για να αφουγκραστεί το σάρωμα της περιμέτρου. Ήταν ένας πρόσθετος μηχανισμός διασφάλισης που όμως τελικά δεν τον βρήκε και τόσο απαραίτητο. Μετέδιδε έναν χαμηλό στατικό ήχο και ένα ηλεκτρονικό χτυποκάρδι που ακουγόταν σε όλη την βάση. Μια οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση της περιφέρειας άλλαζε ριζικά τον ήχο σε μια προειδοποιητική σειρήνα κινδύνου. Αυτό ήταν προγραμματισμένο να ηχήσει ακόμα και με το ηχητικό σύστημα κλειστό. Ήταν κουραστικό να ακούει συνέχεια εκείνο τον εκνευριστικό ηλεκτρονικό ήχο γι αυτό και κρατούσε τα ηχεία στο off. Αυτό κι έκανε τώρα καθώς δεν υπήρχε λόγος για το αντίθετο. Διοχέτευσε αντ’αυτού στο σύστημα το τρίτο cd των Plasmatics, μία από τις εκατοντάδες μουσικές επιλογές που είχε φέρει μαζί του, μαζί με τον ίδιο όγκο βιβλίων και dvd που θα συντρόφευαν την μοναξιά του. Τα είχε πλέον ακούσει, διαβάσει και δει όλα, πάνω από μια φορά το καθένα. Δεν μπορούσαν να τον σώσουν από τον κατήφορο που τον είχε καταβάλει.

 

Δίπλα στον πίνακα ελέγχου υπήρχε ένα ολόκληρο κέντρο επικοινωνίας, χτισμένο εκεί παρά την αδυναμία της βάσης να διαπεράσει τις παρεμβολές του νεκρού πλανήτη. Πόσες φορές δεν το είχε ξεκινήσει παίζοντας με τις συχνότητες, προσπαθώντας να ξεγελάσει την μελαγχολία του με μια απατηλή ελπίδα. Αν όχι με τη Γη, ίσως ερχόταν σε επαφή με κάποιο περαστικό διαστημόπλοιο. Άδικα όμως, δεν μπορούσε να φτάσει κανέναν, ήταν ολομόναχος. Κοίταξε εμπρός, την φαινομενικά αμετακίνητη, στατική θέα. Το έναστρο φόντο σκιαζόταν από αμέτρητα αιωρούμενα κομμάτια, θραύσματα πλανήτη και αστεροειδών, δέσμια μιας αχνής πλέον κεντρικής βαρύτητας. Η μοναδική πηγή φωτός, το Άστρο της Ίσιδος, μακρινό και χλωμό, βρισκόταν σταθερά στην πλάτη αυτής της σελήνης, αθέατο στο παράθυρο της βάσης. Η μόνη αλλαγή στο σκηνικό ήταν οι μικροί φάροι που αναβόσβηναν περιοδικά πάνω στους αστεροειδείς που ήταν εγκατεστημένο το πυρηνικό υλικό.

 

Χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς σαν «μοναχικό από την φύση του άτομο». Τους το επέτρεψε και έτσι βρέθηκε σε αυτή την σκοτεινή γωνιά του σύμπαντος, ένας απάνθρωπος σε απάνθρωπο πόστο. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τον εαυτό του στους άλλους. Δεν τον καταλάβαινε κανείς και είχε εγκαταλείψει νωρίς κάθε προσπάθεια να γεφυρώσει αποστάσεις. Στην Γη δεν είχε ανάγκη από κανέναν. Ήταν από τους πρώτους στην επιστήμη του και η δουλειά του τον αντάμειβε με το παραπάνω. Είχε όλα όσα επιθυμούσε για μια ανεξάρτητη και άνετη ζωή. Δεν ήταν σπασίκλας, δεν ζούσε μέσα στους υπολογιστές του. Του άρεσαν τα ταξίδια και ο αθλητισμός, πάθος του η πεζοπορία και το κολύμπι. Ήταν άνθρωπος της φύσης, ένιωθε πως συνομιλούσε μαζί της. Οι μοναχικοί του συλλογισμοί τον γέμιζαν, απολάμβανε την παρέα τους. Το πρόβλημα του ξεκινούσε όταν έπρεπε να συνεννοηθεί με άλλον άνθρωπο. Οι ξένες σκέψεις έπεφταν σαν αβάσταχτες παραφωνίες μέσα στην γαλήνη του, σαν βροχή από βότσαλα σε μια ατάραχη λίμνη. Το χειρότερο ήταν όταν έπαιρναν μια δική του σκέψη και την βίαζαν αστόχαστα, διαστρεβλώνοντας την φριχτά για να την χωρέσουν στα δικά τους στενά, ηλίθια μυαλά. Δεν υπήρχε κανείς που μπορούσε να τον ακούσει αληθινά και γι αυτό δεν έμπαινε στον κόπο να μιλάει σε κανέναν. Πως μπορούσε να μεταδώσει ένα συναίσθημα, τόσο μοναδικό, εύθραυστα όμορφο, γεννημένο μέσα από την πιο μυημένη αλχημεία του σύμπαντος; Είδε τον ήλιο να δύει από την κορυφή του Μάτσου-Πίτσου. Ήταν μόλις τρία καλοκαίρια πριν, έστησε σκηνή μέσα στα ερείπια μόνος, αφού καλοπλήρωσε τον οδηγό του να αποτραβηχτεί ένα πλάτωμα πιο κάτω. Πριν ανάψει την φωτιά, έστρωσε το χαλάκι που είχε αγοράσει σε κάποιο ντόπιο χωριό, και κάθισε να περιμένει το σκοτάδι. Το νεφέλωμα του ουρανού έπιασε φωτιά και οι γύρω κορυφές πυρακτώθηκαν στο άγγιγμα του. Ένιωσε τον αέρα γύρω του να αλλάζει. Υπήρχε ένας ήχος που έβγαινε από τα έγκατα του βουνού, διαπέρασε το κορμί του και επηρέασε τους χτύπους της καρδιάς του. Δεν ήταν ψευδαίσθηση, ήταν αλήθεια. Βγήκε από το στόμα του μια κραυγή και μεγάλα πουλιά τινάχτηκαν από τα δένδρα γεμίζοντας τον ορίζοντα. Ο ήλιος πήγε χαμηλότερα και η πλάση άρχισε να αιμορραγεί. Βάθυνε το κόκκινο και μέχρι να γίνει μαύρο καθαγίασε τις Άνδεις με εκείνη την τελετουργία που του βάφτισε εκ νέου την ψυχή. Όταν βγήκαν τα άστρα το σώμα του ήταν διάφανο, είχε μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Πώς να εξηγούσε, πώς να μετέδιδε εκείνη την εμπειρία του στον οποιονδήποτε;

 

Οι φωτογραφίες που έστελναν οι δορυφόροι στη Γη, οι εικόνες που έφερναν πίσω μαζί τους οι εξερευνητές του διαστήματος, του ασκούσαν από πάντα μια μυστηριώδη, σκοτεινή έλξη. Απίστευτοι κόσμοι, καινούργια χρώματα, τοπία απερίγραπτης, κοσμογονικής ομορφιάς δελέαζαν την φαντασία του. Υπήρχε εκεί έξω μια μεθόριος που τον καλούσε, ένιωθε πως ανήκε κάπου μακριά, σε έναν εξωγήινο κόσμο που θα μπορούσε επιτέλους να βρει το καταφύγιο που του ταίριαζε. Και υπήρχαν πολλά προγράμματα που ζητούσαν τολμηρά επιστημονικά μυαλά για τέτοιες ακριβώς αποστολές. Το πήρε απόφαση και, όπως κάθε τι άλλο για το οποίο πείσμωνε, το ακολούθησε μέχρι τέλους. Ολοκλήρωνε πάντα ότι αναλάμβανε. Η πρώτη του επαφή με το πρόγραμμα τον προσγείωσε άγαρμπα στην πραγματικότητα. Τεχνοκράτες, άνθρωποι χωρίς όνειρα και όραμα έκαναν κουμάντο. Αντί να αποθαρρυνθεί συνέχισε απτόητος. Κλείδωσε κάπου τον ρομαντισμό του, όσο χρειαζόταν για να μην τον αντιληφθούν οι άλλοι, και έπαιξε το παιχνίδι με τους δικούς τους όρους.

 

Το πρώτο του πόστο στην Ζώνη του Ηφαίστου ήταν πικρό χάπι. Αυτή η γωνία στην οποία τον πέταξαν δεν είχε καμία σχέση με τις εικόνες με τις οποίες ήταν εξοικειωμένος. Ήταν ένας μαύρος τόπος με θαμπές και γκρίζες αποχρώσεις. Πρέπει να ήταν το πιο άχρωμο σημείο του σύμπαντος. Έπρεπε λοιπόν να το αντέξει, να αποδείξει την αξία του, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Μετά, όταν θα ερχόταν η υπόλοιπη ομάδα, ίσως να τύχαινε σε καλύτερη αποστολή. Ίσως σύντομα να μπορούσε να διαλέξει και ο ίδιος τον προορισμό του. Φτάνει να άντεχε. Είχαν ήδη αρχίσει τα δύσκολα. Είχε αρχίσει να συνομιλεί φωναχτά με τον εαυτό του, κάτι που δεν το έκανε ποτέ όταν βίωνε την μοναξιά στη Γη. Και το πιο χειρότερο από όλα, είχε αρχίσει να ανακαλύπτει πως δεν του άρεσε η παρέα με τον εαυτό του.

 

Κάτι διαφορετικό τον τίναξε από το κρεβάτι. Κάτι είχε συμβεί. Βοούσε η σειρήνα κινδύνου σε όλη την βάση. Στάθηκε για λίγο να διαλύσει την θολούρα του ύπνου από το μυαλό του. Την ίδια στιγμή ένας μεγάλος κόμπος του κάθισε στο στομάχι. Ένιωσε περίεργα. Έτρεξε με την ψυχή στο στόμα, διέσχισε πανικόβλητος τον μακρύ, ατελείωτο διάδρομο προς το παρατηρητήριο. Δεν ήξερε τι θα αντίκριζε εκεί. Μόλις στάθηκε μπροστά στο μεγάλο παράθυρο έμεινε μετέωρος. Για μια στιγμή νόμισε πως είχε συμβεί ένα λάθος, ένα σφάλμα. Η εικόνα της θέας ήταν ίδια και απαράλλαχτη. Μαύρη, γκρίζα, ακίνητη. Μετά κοίταξε τις οθόνες, εκείνες έλεγαν μια πολλή διαφορετική ιστορία. Οι ειδικές κάμερες φανέρωναν μια καταιγίδα από ζωηρά σωματίδια paliar που διαπερνούσαν την Ζώνη σαν το χαλάζι. Καμία ύλη δεν μπορούσε να τα αναχαιτίσει, η ακλόνητη τους πορεία διέτρεχε το σύμπαν ανεμπόδιστα. «Σαν φαντάσματα» σκέφτηκε, «αλλά ποιος είναι τελικά φάντασμα, εμείς ή εκείνα;» Δεν ξέρανε πολλά για τα paliar, δεν είχε βρεθεί ακόμα τρόπος για να μελετηθούν. Δεν υπήρχαν αποδείξεις πως ήταν βλαβερά στον ανθρώπινο οργανισμό, ούτε δημιουργούσαν ζημιά στην στέρεα ύλη. Υπήρχαν όμως περιπτώσεις που βραχυκύκλωναν ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή που δημιουργούσαν καταστροφικά λάθη στο λογισμικό τους. Αυτό δεν συνέβαινε πάντα, δεν υπήρχε εξήγηση για το πότε και το γιατί εκδηλωνόταν, όταν όμως τύχαινε μπορούσε να αποβεί καταστροφικό. Κοίταξε καλά όλες τις οθόνες και ήταν εκεί, στην τελευταία που βρήκε το πρόβλημα. Η ένδειξη αναβόσβηνε στον αστεροειδή με τον κωδικό 65-D. Έδωσε τα τρία ψηφία στον κεντρικό υπολογιστή και κατέβασε όλα τα δεδομένα για το συγκεκριμένο σιλό. Το κομπιούτερ εξισορρόπησης του 65-D σίγουρα δεν ήταν στα καλά του. Είχε ανάψει την σύνδεση με μια κεφαλή εκατό μεγατόνων και αργά αλλά σταθερά είχε αρχίσει να ανεβάζει την θερμοκρασία στην γόμωση. Αυτό δεν ήταν πολύ χαρμόσυνο νέο. Έμεινε έκπληκτος με την ψυχραιμία του. Είχε να κάνει μια δουλειά, είχε εκπαιδευτεί για τέτοια ακριβώς περίπτωση, και όλη του η δύναμη και το ταλέντο μπήκαν αμέσως σε λειτουργία. Θα μπορούσε να είναι ευγνώμον για την κρίση, ίσως να του έσωζε την λογική.

 

Κάθισε στο πόστο του, έτριξε τα δάχτυλα του σαν τον πιανίστα πριν το ρεσιτάλ, και ξεκίνησε την διαδικασία. Κάπου στην άλλη άκρη της βάσης απογειώθηκε ένας Joe, έτσι αποκαλούσαν χαϊδευτικά τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ που έστελναν να μαστορεύουν τις εξωτερικές επιφάνειες στα μεγάλα διαστημόπλοια. Του έδωσε τις συντεταγμένες του 65-D και σύντομα είδε το ρομποτάκι και από το παράθυρο να απομακρύνεται προς το πλήθος των αστεροειδών. Υπολόγισε πως θα έφτανε στον προορισμό του σε σαράντα πέντε περίπου λεπτά. Εντωμεταξύ έπεσε με τα μούτρα να διαπεράσει το τρελαμένο λογισμικό μήπως και κατάφερνε να το μπλοκάρει από τον κεντρικό υπολογιστή. Αντιστεκόταν ήδη σε κάθε διαγνωστικό πρόγραμμα που του είχε ρίξει. Αν αποτύχαινε στην διαδικασία του hacking δεν είχε καμία άλλη επιλογή από το να ξαναρχίσει πάλι από την αρχή. Το Joe ήταν η εναλλακτική μέθοδος που δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ, η πιθανότητες του ήταν θεωρητικές και μόνο. Διέθετε βραχίονες στους οποίους βασιζόταν σαν τελική, ή μάλλον και σαν την πιο λογική, λύση. Μέσα στην κατακόμβη του αστεροειδή βρισκόταν ο καθεαυτού πίνακας σύνδεσης των πυρηνικών με το κομπιούτερ. Θα το έκλεινε από εκεί ακόμα και αν χρειαζόταν να τον ξεριζώσει από την βάση του. Πέρασε μία ώρα όταν ήρθε σήμα από τον Joe. Είχε φτάσει στον προορισμό του. Το ρομπότ αιωρούνταν σαν χαζό μπροστά στην πέτρα με τον κωδικό 65-D και περίμενε περαιτέρω οδηγίες. Η προσπάθεια να παρακάμψει το σφάλμα είχε αποτύχει. Αισθανόταν σαν να είχε μετατραπεί το μυαλό του σε πουρέ σόγιας, σαν αυτόν που έτρωγε κάθε μεσημέρι. Σκούπισε τον ιδρώτα από τα μάτια του και προσπάθησε να εστιάσει πάνω στον πίνακα ελέγχου. Τα νούμερα και οι ενδείξεις στις οθόνες χόρευαν διπλά. Όταν κατάφερε να τις διαβάσει οι μετρήσεις τον πληροφορούσαν πως η κατάσταση στο σιλό ήταν χειρότερη από κρίσιμη. Η γόμωση ήταν πλέον ελεύθερη στο άγγιγμα της τύχης. Θα μπορούσα να είχε ήδη εκραγεί. Άνοιξε την κάμερα του Joe και με το πηδάλιο που διέθετε ο πίνακας ώθησε το ρομπότ προς την είσοδο του σιλό. Ο φακός ήταν περιορισμένης εμβέλειας, προορισμένος για λεπτές, χειρουργικές επεμβάσεις και έτσι ήταν αναγκασμένος να τον πηγαίνει δεξιά κι αριστερά για να πάρει μια ολοκληρωμένη εντύπωση. Στην επιφάνεια του αστεροειδή υπήρχε μια τρύπα, ένας τέλειος κύκλος λαξευμένος από λέιζερ. Ένα μεταλλικό πλέγμα με ηλεκτρονική αμπάρα κάλυπτε το άνοιγμα της. Συνέδεσε την ειδική πρίζα του Joe με την εσοχή της αμπάρας και πληκτρολογώντας τον εικοσαεπταψήφιο κωδικό του σιλό άνοιξε την είσοδο. Μετά ώθησε το ρομπότ στο εσωτερικό του αστεροειδή. Κοίταξε έντονα στην μικρή οθόνη καθώς αυτό που του έδειχναν οι προβολείς δεν το είχε ξαναδεί. Η πέτρα ήταν απίστευτα λεία νομίζεις και ήταν από λαξευμένο βούτυρο. Σε διαρρύθμιση κατακόμβης, υπήρχαν γύρω-γύρω πόρτες που η κάθε μία τους έκρυβε και έναν πύραυλο. Η κάθε πόρτα είχε προσαρμοσμένο πάνω της και ένα είδος ρολογιού που παρουσίαζε τις ενδείξεις της κατάστασης των κεφαλών μέσα. Ένας προειδοποιητικό, κόκκινο φλας αναβόσβηνε πάνω σε όλες. Δεν ήξερε πόσο αργά ήταν, είχε όμως εκπαιδευτεί να μην τα παρατάει. Υπήρχε ένα καλώδιο που ξεκινούσε από κάθε πόρτα και προσαρμοσμένο πάνω στην πέτρα συνέχιζε προς το εσωτερικό του αστεροειδή. Ήξερε πως αν ακολουθούσε αυτά τα καλώδια θα έβρισκε και τον πίνακα σύνδεσης με τον κεντρικό υπολογιστή. Έλπιζε η διακοπή της σύνδεσης να ήταν αρκετή για να τερματίσει την κρίση. Εντωμεταξύ η βροχή των paliar είχε σταματήσει. Η Ζώνη πρόσμενε ατάραχη τις εξελίξεις. Πρέπει να ήταν η νηνεμία πριν την καταιγίδα γιατί μόλις αντίκρισε τον πίνακα στην οθόνη του έχασε την εικόνα. Πριν σχηματίσει μία σκέψη λευκό φως κάλυψε το σύμπαν.

 

Άσπρισε το παράθυρο και καθώς έκλεισε αντανακλαστικά τα μάτια του, είδε έκπληκτος την έκρηξη σε όλο της το μεγαλείο σαν πάνω σε αρνητικό φιλμ. Τα φίλτρα του παραθύρου δεν είχαν προλάβει να ενεργοποιηθούν εγκαίρως και παρέμεινε τυφλός μία ώρα, με τις σειρήνες να βαράνε ασταμάτητα πάνω από το κεφάλι του. Σοκαρισμένος, δεν μπορούσε να προσανατολιστεί για να βρει τον διακόπτη που έκλεινε τα αναθεματισμένα ηχεία. Άντεξε την φρίκη μέχρι να αρχίσει να βλέπει λίγο και έκλεισε αμέσως το σύστημα. Τα αφτιά του συνέχιζαν παρ’ όλα αυτά να κουδουνίζουν, όπως και τα μάτια του έβλεπαν κουκίδες που ακολουθούσαν εκνευριστικά το βλέμμα του. Η βάση όμως ήταν τώρα ήσυχη, γαλήνια και ψυχρή, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Μόνο οι οθόνες των κομπιούτερ φανέρωναν την έκταση της τραγωδίας σε αριθμούς. Παρά τα προστατευτικά τους στρώματα, τους είχε διαπεράσει μεγάλη ποσότητα ραδιενέργειας.

 

Κοίταξε από το παράθυρο και έμεινε αποσβολωμένος. Ο 65-D είχε εξαερωθεί εξαφανίζοντας μαζί του και προσκείμενους αστεροειδείς, κανείς από τους οποίους όμως δεν διέθετε οπλοστάσιο. Η αποστάσεις ανάμεσα στα σιλό είχαν υπολογιστεί για κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Τώρα, στην θέση του στεκόταν ένας μικρός, κόκκινος ήλιος που έσβηνε σιγά-σιγά. Χρώματα απίστευτης ομορφιάς είχαν εμπλουτίσει την ουρά της Ζώνης. Ήταν ένα απρόσμενο δώρο, ένα μικρό, συγκλονιστικό ηλιοβασίλεμα. Κάποια στιγμή ένιωσε ναυτία και θυμήθηκε να σηκωθεί και να πάει στο ιατρείο. Έπρεπε να ακολουθήσει μιαν ολόκληρη διαδικασία απολύμανσης. Έπρεπε να πλύνει και να ξύσει όλο του το σώμα, να εμβολιάσει τον εαυτό του και να πάρει χάπια. Μετά, όλα ήταν αφημένα στην τύχη, δεν υπήρχαν εγγυήσεις για την υγεία του. Δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσει με τη Γη για το ατύχημα. Όταν ερχόντουσαν να τον πάρουν θα είχαν να κάνουν με τετελεσμένα γεγονότα. Όταν επέστρεψε στο κέντρο ελέγχου το ηλιοβασίλεμα ήταν ακόμα εκεί αλλά μικρότερο. Έσβηνε αργά αλλά σταθερά.

 

Αισθανόταν μία αδυναμία αλλά δεν ήθελε να πάει να ξαπλώσει. Ο ύπνος δεν μπορούσε να του χαρίσει την εικόνα που αντίκριζε τώρα. Κάθισε στο πόστο του και βυθίστηκε σε κάτι μαγικό. Στεκόταν στην κουπαστή του Valiant, επέστρεφαν από την βάση στον Αρκτικό κύκλο μετά από δύο μήνες διαδικασιών εκπαίδευσης προσαρμογής. Είχε αρχίσει να δύει ο ήλιος σκορπώντας ένα βαθύ κόκκινο πάνω στην ασημί θάλασσα, σαν ζεστό αίμα πάνω σε κρύα λεπίδα. Τον κρατούσε υπνωτισμένο έξω στο κρύο, κάτω από το ελαφρύ χιόνι. Τον ξάφνιασε μια γυναικεία φωνή. «Δεν είναι πανέμορφο;» Γύρισε και είδε την Όλγα, την Ρωσίδα αστροφυσικό. Έχασε την μιλιά του, δεν ήξερε τι να της πει. Δεν θυμάται αν της χαμογέλασε καν. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Τον κοίταξε περιμένοντας τον να πει κάτι. Μετά του γύρισε την πλάτη της και γύρισε κάτω, στην κουκέτα με τους άλλους. Πριν κλείσει η πόρτα πίσω της εκείνος άκουσε τα γέλια από μέσα, φωνασκούσαν χωρατά πίνοντας βότκα, χαλαρώνοντας από την ένταση της εκπαίδευσης. Η Όλγα χάθηκε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Πόσο ήθελε να ήξερε τι έπρεπε να πει για να την κρατήσει δίπλα του, να την κερδίσει, να την φιλήσει, να φιλήσει εκείνα τα κατακόκκινα χείλη. Πόσο έτρεμε σε όλη του την ζωή την τόση ανθρώπινη, ευάλωτη πλευρά του. Ζήτησε παρηγοριά στην μελαγχολική δύση του ηλίου μέχρι να την σβήσει το σκοτάδι. Χαμένος τώρα στην νέα γλυκιά ψευδαίσθηση που του εξέπεμπε η Ζώνη ονειρευόταν εκείνο το χαμένο φιλί. Όταν έσβησε και η τελευταία υποψία λάμψης σηκώθηκε και γύρισε βαρύς στο κρεβάτι του. Προς έκπληξη του είδε όμορφα όνειρα, πουλιά φλαμίνγκο να φτερουγίζουν ενάντια σε ρόδινο ουρανό.

 

Ξύπνησε με ένα περίεργο συναίσθημα. Υπήρχε αίμα στο μαξιλάρι του. Έτρεξε ξυπόλητος στο κέντρο ελέγχου. Τα μηχανήματα γουργούριζαν καθησυχαστικά, οι ενδείξεις ήταν επιβεβαιωτικές, επικρατούσε ηρεμία στη Ζώνη. Η εικόνα όμως, ίδια και απαράλλαχτη όπως και πριν το ατύχημα, του κάθισε στην καρδιά σαν ταφόπλακα. Έλεγξε την πίεση του, πήρε τα χάπια του και προσπάθησε να ακολουθήσει την καθημερινή του ρουτίνα όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε. Άρχισε να κοιτάει το ρολόι. Ήταν ρυθμισμένο σε ώρα Γης. Είχε προγραμματίσει την ζωή του στη βάση, από το ξύπνημα, το υποτιθέμενο οχτάωρο, την ώρα αναψυχής, δείπνο και επιστροφή στο κρεβάτι σε ένα θεωρητικό εικοσιτετράωρο για μια ψυχολογική ψευδαίσθηση και τίποτα άλλο. Τώρα όμως είχε αρχίζει να κοιτάζει την ώρα περιμένοντας το σούρουπο, λες και υπήρχε περίπτωση να το δει. Δεν υπήρχε όμως; Όχι, όχι, δεν έπρεπε ούτε καν…πολύ αργά, η ιδέα ήρθε και έκατσε στο μυαλό του και ήξερε, όσο και αν της αντιστεκόταν, ήξερε πως δεν θα έφευγε τώρα ποτέ.

 

Η μάταιη του αντίσταση κράτησε μόνο δύο μέρες. Κάθισε στο πόστο του την τρίτη μέρα, νηστικός, άυπνος, με τις αισθήσεις του ηλεκτρισμένες. Θεωρητικά…αν ήταν να το κάνει, είπε στον εαυτό του, ποιο σιλό θα διάλεγε; Άνοιξε το πρόγραμμα και είχε αμέσως στην διάθεση του την λίστα. Το μάτι του έτρεξε πάνω κάτω και τυχαία στάθηκε στο 31-F. Ήταν όμως εφικτό, «υποθετικά όμως» σκέφτηκε ξεγελώντας για άλλη μια φορά τον εαυτό του. Μπήκε στο σύστημα και πολύ γρήγορα βρισκόταν μέσα στα δεδομένα και τις ρυθμίσεις του σιλό. Ήταν όλο στην διάθεση του, το όριζε σαν θεός με τις άκρες των δαχτύλων του. Κανείς δεν είχε σκεφτεί να το διασφαλίσει, όχι ενάντια στον θυρωρό του τουλάχιστον. Υπήρχαν φυσικά κωδικοί πρόσβασης και ήταν όλοι στην διάθεση του. Γέλασε νευρικά. Ένιωθε σαν άτακτο παιδί. Μέχρι που μπορούσε να το πάει; Μπήκε στη δουλειά και σε μισή ώρα μια πυρηνική έκρηξη ήταν ένα Enter μακριά. Σήκωσε τα χέρια του και έκανε πίσω, έλεγξε το ρολόι. Είχε άλλη μία ώρα μέχρι την δύση του ηλίου. Σηκώθηκε και γύρισε στην κουζίνα να ετοιμάσει τσάι. Έλεγε στον εαυτό του πως ακόμα δεν είχε αποφασίσει αν θα το πραγματοποιούσε αλλά από την άλλη…γιατί ξαφνικά είχε τόσο κέφι; Έφτιαξε τσάι, διάλεξε τα αγαπημένα του κουλουράκια και επέστρεψε με τον δίσκο στο πόστο του. Παίρνοντας υπ’όψη την απομόνωση ενός ανθρώπου, την αφύσικα επιβεβλημένη μοναξιά, είναι σημαντικό να φροντίσεις την διάθεση αυτού του κοινωνικού ζώου με όλα εκείνα τα αγαπημένα στοιχεία που θα τον στηρίξουν ψυχολογικά, όπως αγαπημένη μουσική, αγαπημένες ταινίες, βιβλία κ.λ.π. Στο φαγητό η πολυμορφία ήταν απαραίτητη για λόγους υγείας, οι μελέτες όμως έδειξαν πως οι αστροναύτες που έπαιρναν μαζί τους μόνο το αγαπημένο τους σνακ, μέχρι να επιστρέψουν από το ταξίδι τους ήταν πλέον αηδιασμένοι από αυτό. Τα κουλουράκια λοιπόν που είχε φέρει στη βάση ήταν όλων των ειδών, ακόμα και με σταφίδες που τις μισούσε. Έτρωγε όμως κι αυτά που δεν του άρεζαν για να μπορεί να εξακολουθεί να αποκαλεί τα αγαπημένα του αγαπημένα. Αυτές οι νόστιμες σκέψεις τον διασκέδασαν καθώς διέσχισε τον μακρύ διάδρομο από την κουζίνα στο παρατηρητήριο.

 

Όταν πάτησε το πλήκτρο ένιωσε σοκαρισμένος, σαν να είδε να το πράττει κάποιος άλλος, ένας ξένος. Κράτησε τα μάτια του σφαλιστά μέχρι να περάσει η αρχική λάμψη. Είχε φροντίσει να κλείσει το σύστημα ώστε να μην ηχήσουν σειρήνες. Δεν αναβόσβησε ούτε ένα φωτάκι πάνω στο ταμπλό. Η βάση ήταν νεκρικά ήσυχη, το κενό έξω ατάραχο στα ανύπαρκτα ηχητικά ερεθίσματα. Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε το μοναδικό, ασύλληπτης ομορφιάς ηλιοβασίλεμα. Θραύσματα αστεροειδών απλώθηκαν σαν πορφυρό πέπλο σε όλη την ζώνη δημιουργώντας μια εικόνα που μόνο ένας επαγγελματίας φωτογράφος με τα κατάλληλα φίλτρα θα μπορούσε να πιάσει. Δεν αισθάνθηκε σαν θεός. Αντίθετα, ένιωσε ευτυχισμένα μικρός, θνητός, εύθραυστος και προνομιούχος. Ήταν πιτσιρικάς πάλι, ήταν καλοκαίρι στο νησί του, καθόταν ψηλά στον βράχο, δίπλα στον Προφήτη Ηλία, και περίμενε την δύση. Μπορούσε να ακούσει τις φωνές των γονιών του που τον καλούσαν για το βραδινό αλλά επέλεγε να τους αγνοεί, δεν θα κατέβαινε την πλαγιά πριν σκοτεινιάσει. Η μαύρη σιλουέτα ενός καραβιού διέσχιζε την φλεγόμενη θάλασσα, του θύμισε τις φωτογραφίες που είχε δει με θωρηκτά στο Νεφέλωμα της Κασσιόπης. Έμεινε εκεί στην πολυθρόνα του, μαστουρωμένος από τα χρώματα και τις μνήμες (θα ορκιζόταν πως ένιωσε θαλασσινό αεράκι στο πρόσωπο του) μέχρι να επιστρέψει η Ζώνη στην μαύρη της ακινησία. Δεν είχε ιδέα πόσες ώρες είχαν περάσει. Το φλιτζάνι του είχε αδειάσει μόνο στο μισό και τα κουλουράκια ήταν αφάγωτα. Ένιωσε αναγούλα και πριν προλάβει να φύγει ξέρασε πάνω στο πάτωμα. Όταν έφτασε στο μπάνιο πρόσεξε στον καθρέπτη πως το δέρμα του είχε κοκκινίσει. Ακολούθησε την διαδικασία απολύμανσης χωρίς διάθεση και σωριάστηκε στο κρεβάτι του λιπόθυμος. Ονειρεύτηκε μια παραλία με λεία, πολύχρωμα χαλίκια. Ο ήλιος έκαιγε από ψηλά καυτός. Ήταν στα ρηχά και μάζευε κοχύλια. Η Καίτη ήταν στην ακτή, φορούσε μπικίνι και έκανε ηλιοθεραπεία. Τον κοίταξε πίσω από τα γυαλιά ηλίου της και του έγνεψε. «Έλα, βγες επιτέλους από το νερό» του φώναξε. Δεν την είχε δει ποτέ την Καίτη με μπικίνι. Δεν είχαν κάνει ποτέ τους παρέα. Δεν είχαν βρεθεί ποτέ τους μαζί σε εκείνη την παραλία. Δεν ήταν παρά η φιλενάδα ενός συνεργάτη στη σχολή, μια φαντασίωση. Όταν ξύπνησε ψηνόταν στον πυρετό και τουρτούριζε. Η γεύση του αίματος ήταν βαριά στο στόμα του, αιμορραγούσε στη μύτη και στα ούλα. Ναυτία αναδύθηκε στο στόμα του. Αυτή την φορά πρόλαβε την λεκάνη πριν κάνει εμετό.

 

Φόρεσε την στολή Perkins. Δεν είχε φανταστεί ποτέ πως θα έφτανε σε αυτή την ανάγκη, να βρεθεί εξαρτημένος από μια συσκευή που δεν χώνεψε ποτέ του. Ήταν πεπερασμένης τεχνολογίας, η βάση όμως διέθετε μία. Δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα γιλέκο που παρακολουθούσε τους ρυθμούς της καρδιάς του και αν ξαφνικά ο πολύτιμος μυς σταματούσε να χτυπάει παρείχε ηλεκτροσόκ για ανάνηψη. Προτίμησε να ξεχάσει που την φορούσε και παρά την τραγική του αδιαθεσία, μπόρεσε να χαθεί ευτυχισμένος στην γλυκιά παρηγοριά του ηλιοβασιλέματος. Το θέαμα τον ανακούφιζε πολύ πιο αποτελεσματικά από όλα τα φάρμακα που ήταν αναγκασμένος να παίρνει. Αναμφίβολα τα τρόφιμα, το νερό, και τα ίδια τα χάπια είχαν διαποτιστεί από ραδιενέργεια. Έσπασε τον μετρητή ακτινοβολίας, τον εκνεύριζε το διαρκές τιτίβισμα του. Αυτό που είχε σημασία ήταν το σούρουπο, η θέα της δύσης του ηλίου στο παράθυρο του. 25-Z, 26-Z, 65-B, 14-L και 15-M του συμπλήρωσαν μια αξέχαστη εβδομάδα. Είχε αρκετά σιλό για δύο ολόκληρους μήνες από σωστά εικοσιτετράωρα. Μετά…μετά θα έρχονταν να τον πάρουν, έπρεπε πια να έρθουν για να τον πάρουν. Δεν μπορεί να τον είχαν ξεχάσει ή να τον είχαν εγκαταλείψει; Πόσο καιρό αντέχει ένας άνθρωπος μόνος του; Έπρεπε να το γνώριζαν. Έσερνε το βήμα του, είχε αρχίσει να χάνει νύχια και μαλλιά. Είχε εγκαύματα στο σώμα του και πονούσε. Εμετός και διάρροια τον είχαν εξαντλήσει. Το πιο βασανιστικό στην επίπονη του πορεία ήταν το πόσο αργά, πόσο δύσκολα περνούσαν οι ώρες. Περίμενε πως και πώς να γίνει επτά το απόγευμα για να πυροδοτήσει την έκρηξη. Είχε καταλήξει πως η πρώτη ώρα δεν ήταν τόσο σημαντική γι αυτό και ξεκινούσε και λίγο νωρίς. Τα χρώματα έπαιρναν την σωστή χροιά μετά τις οχτώ, όταν τα πορτοκαλί και τα κόκκινα ήταν στις σωστές τους αναλογίες. Κι επειδή είχε αρχίσει να εξασθενεί και το μυαλό του, για να μην επαναλαμβάνει όλη την διαδικασία κάθε μέρα, κάθισε και αποκωδικοποίησε όλο το σύστημα. Προγραμμάτισε όλα τα σιλό έτοιμα στις προσταγές του, δεν χρειαζόταν παρά ένα κλικ σε κάθε τριψήφιο σύμβολο. Θα μπορούσε να τα προγραμματίσει να σκάνε ένα-ένα κάθε μέρα από μόνα τους με την σειρά αλλά το άφησε για αργότερα. Φοβόταν μην και η αδιαθεσία του τον καθυστερούσε να φτάσει στο παρατηρητήριο στην ώρα του, θα μπορούσε να το χάσει. Σιγά-σιγά άρχισε να κουβαλάει μαζί του διάφορα αναγκαία μέχρι να εγκατασταθεί μόνιμα στο κέντρο ελέγχου. Δεν χρειαζόταν πλέον να εγκαταλείπει το πόστο του, κοιμόταν και έτρωγε εκεί. Κάθε νέα λάμψη ήταν κι ένα φλας μιας ουράνιας φωτογραφικής μηχανής που αφαιρούσε κι από μια φλούδα της ύπαρξης του. Είχε αρχίσει να νιώθει σαν αρνητικό του εαυτού του, ήξερε πως σύντομα θα ήταν και άυλος.

 

Κολυμπούσε τώρα στον βυθό του Μπίμινι, από κάτω του κυκλώπεια τείχη ξεπρόβαλαν στην λευκή άμμο, χάραζαν τα όρια ενός ξεχασμένου πολιτισμού. Όταν βρήκε το κουράγιο επέστρεψε στην ακτή και κάθισε να απολαύσει την δύση. Ο ήλιος αυτή την φορά ήταν αθέατος, χαμένος πίσω από τα δένδρα της ζούγκλας. Το κόκκινο του φως όμως χρωμάτισε τα μυστηριώδη νερά του Διαβόλου, αναδύθηκε μπροστά του η ίδια η Ατλαντίδα, είδε τον ναό του Ποσειδώνα να αστράφτει χρυσός στο κέντρο της. Ήθελε να περπατήσει τους δρόμους της και να γνωρίσει τους κατοίκους της, εκείνοι θα τον γνώριζαν, θα τον καταλάβαιναν. Υπήρχε μια γυναίκα εκεί, μια ιέρεια του ναού, παρθένα, μιας ομορφιάς εξωγήινης συγκριτικά με τις κοινές θνητές που είχε γνωρίσει στην ζωή του. Το μακρόστενο, εύθραυστο της πρόσωπο, τα κατάμαυρα της μάτια ενάντια στο πορσελάνινο της δέρμα, άστραφταν στην φωτιά του ήλιου. Κάτι του είπε αλλά δεν την άκουσε. Ένας βόμβος άρχισε να πάλλεται από τον κεντρικό ναό. Οι κυψέλες της Ατλαντίδας ρουφούσαν την ζωτικότητα του ήλιου, σε λίγο θα έπεφτε το σκοτάδι και θα φωταγωγούνταν όλη η πολιτεία. Θυμήθηκε το ηλιοβασίλεμα που είδε από τον γυάλινο πύργο στο Κέϊπ-Τάουν. Ο ήλιος άστραφτε πάνω στους ουρανοξύστες αυτής της μοντέρνας Ατλαντίδας ποτισμένης από τις ονειρικές ανταύγειες μιας χημικής άχλης. Στεκόταν ψηλά, χιλιόμετρα πάνω από το έδαφος, γυμνός ενάντια στο αόρατο τζάμι της κρεβατοκάμαρας του. Δεν ήταν μόνος. Πίσω του στο κρεβάτι ήταν μια άλλη ιέρεια, με δέρμα από έβενο αυτή τη φορά, μέτραγε τα χρήματα που της είχε ακουμπήσει στο κομοδίνο. Κοίταξε τον ήλιο που χανόταν κατάματα, το φίλτρο της ρύπανσης του το επέτρεπε. Σκέφτηκε τις πεταλούδες του φωτός όπως παιγνίδιζαν στους φακούς παλιάς κοπής όταν καμιά φορά συναντούσαν κάποια ηλιαχτίδα. Έμοιαζαν να ακολουθούν με απίστευτη ταχύτητα μια ίσια γραμμή κατευθείαν για το κέντρο του ήλιου. Αυτό είχε ευχηθεί πολλές φορές για τον εαυτό του, να μεταμορφωνόταν σε μια ηλιακή πεταλούδα. Χανόταν όλο και βαθύτερα μέσα σε εκείνο το κόκκινο όταν επανήλθε ξαφνικά και επώδυνα πίσω στο παρατηρητήριο της βάσης. Ριγούσε ολόκληρος, το στήθος του πονούσε και ένιωθε πως είχε πάει κάπου αλλού που πλέον δεν θυμόταν. Τον είχε επαναφέρει το γιλέκο που φορούσε. Είχε σταματήσει η καρδιά του; Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το διάστημα ήταν εκεί μαύρο, ψυχρό, σκληρό. Δεν θα ερχόταν κανείς να τον πάρει. Και δεν είχε πια πολύ χρόνο. Έμεινε ακίνητος για πολύ ώρα να προσπαθεί να ανακαλύψει τα πιο βασικά και μύχια του συναισθήματα. Αυτή ήταν επιτέλους η ώρα να αποφασίσει τι ήθελε, τι ήταν εφικτό να αποκτήσει. Έπρεπε να εφαρμόσει την έξοδο που επιθυμούσε, τώρα, όσο μπορούσε να σκεφτεί έστω και λίγο.

 

Τον πήρε δύο μέρες να στήσει το πρόγραμμα. Θα χρειαζόταν τον μισό χρόνο αν είχε την υγεία του. Δεν ήταν τόσο δύσκολο και ούτε φυσικά ακατόρθωτο. Ήταν πανευτυχής όταν τελείωσε, ένιωσε πως ήταν η πιο δίκαιη, ταιριαστή ολοκλήρωση που του αντιστοιχούσε. Τώρα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο παρά να καθίσει το πόστο του, μπροστά στο παράθυρο της βάσης και να περιμένει. Ένιωσε πάλι σαν άτακτο αγοράκι. Είχε σκαρώσει την υπέρτατη σκανταλιά και οι ανώτεροι του πίσω στη Γη δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτα. Οι ηλίθιοι άνθρωποι θα ήταν αναγκασμένοι να τα βρουν μεταξύ τους. Κάθισε λοιπόν και περίμενε το τέλος, δεν θα αργούσε πολύ, ένιωθε το σούρουπο να πλησιάζει. Ο ρυθμός της καρδιάς του γινόταν ολοένα και πιο ασταθής. Αυτή την φορά το γιλέκο δεν θα του έσωζε τη ζωή. Το είχε ανοίξει μπροστά και είχε τραβήξει τα καλώδια του έξω, έμοιαζαν με τα χυμένα σωθικά του. Το Perkins ήταν συνδεδεμένο τώρα με τον κεντρικό υπολογιστή. Έσκυψε και άνοιξε τα ηχεία. Άκουσε τον χτύπο της καρδιάς του να αντηχεί μέσα σε όλη την βάση, όλο και πιο άτακτα, όλο και πιο αραιά. Μόλις σταματούσε τελείως, η στολή θα έστελνε ένα ηλεκτρονικό παλμό όχι στον ίδιο αλλά στο πρόγραμμα που θα πυροδοτούσε ταυτόχρονα όλες τις κεφαλές σε όλα τα σιλό. Την στιγμή του θανάτου του θα γινόταν ο ίδιος ένα ηλιοβασίλεμα. Όπου να’ναι τώρα. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ήξερε πως το μυαλό του θα είχε περίπου ένα λεπτό παραπάνω από την καρδιά του έτσι δεν υπήρχε τρόπος να χάσει την εμπειρία. Θα μεταμορφωνόταν σε ηλιακή πεταλούδα και θα ταξίδευε στο άπειρο. Όπου υπήρχε ζωή, όπου υπήρχε έστω κι ένα βλέμμα να γυρίσει και να κοιτάξει σε έναν γαλάζιο ή μωβ ουρανό και έπιανε μια υποψία του μικρού ήλιου που γεννήθηκε και χάθηκε σε μια στιγμή, ήξερε πως θα έφτανε εκεί, θα ήταν εκεί.

 

Το σκάφος απείχε μόλις έναν μήνα από την Ζώνη όταν είδαν τον νέο ήλιο στο βάθος του προορισμού τους. Το μυαλό τους δεν πήγε στην πυριτιδαποθήκη στην οποία κατευθύνονταν. Άστραψε πρώτα λευκός και τεράστιος, άλλαξε σε ένα πανέμορφο πορτοκαλί που κράτησε τρεις μέρες και μετά άρχισε να εξασθενεί σε γλυκές διακυμάνσεις του κόκκινου. Το συμβάν κατεγράφη στο ημερολόγιο του καταστρώματος χωρίς περαιτέρω συγκινήσεις. Την έκτη μέρα δεν είχε μείνει κανένα ίχνος.

 

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo

Είναι λίγες οι φορές που έχω καθήσει να διαβάσω κείμενό σου. Είναι γεγονός ότι με αποθαρρύνει το μέγεθός τους - δεν προσφέρονται άλλωστε για απνευστί ανάγνωση. Σήμερα βρήκα το χρόνο και το κουράγιο να διαβάσω το κείμενό σου (όχι χωρίς διακοπές, το ομολογώ) και θέλω να μοιραστώ μαζί σου τις σκέψεις μου.

Κατ' αρχήν, σέβομαι την προσωπική προσέγγισή σου στο θέμα της γραφής. Είναι προσεκτική, έχει θεωρητικά ερείσματα, με δυο λόγια είναι συγκροτημένη: είναι "άποψη". Δεν μπορώ να την αντικρούσω, γιατί δεν κάνει διάλογο μαζί μου, δεν έχει σκοπό άλλωστε να κάνει διάλογο με κανέναν. Κι αν ακόμη ήθελα να την αντικρούσω, πώς θα μπορούσα να απαντήσω σε μια άποψη που έχει τη μορφή λογοτεχνικού κειμένου; Μόνο με ένα άλλο λογοτεχνικό κείμενο. Αλλά ακόμη δεν έχουμε επιτύχει να υπερβούμε το διάλογο μεταξύ προσώπων (απεναντίας, αμφιβάλλω αν έχουμε φτάσει καν σε αυτό το επίπεδο) και να περάσουμε σε διάλογο κειμένων. Μένει λοιπόν η επικοινωνία του αναγνώστη με το κείμενο, η συμμετοχή του όχι σε αυτό που λέει, αλλά σε αυτό που είναι το κείμενο. Γιατί το κείμενο είναι μόνο του, και δεν το θέλει. Είναι κωφάλαλο, με νοήματα προσπαθεί να εκφράσει τη βαθύτερη ανάγκη του (ή, αν προτιμάς, του συγγραφέα) να επικοινωνήσει με κάποιον.

Διαβάζοντας το κείμενό σου, αρκετές φορές έπιασα τον εαυτό μου να είμαι έτοιμος να ανταποκριθώ σε ένα κάλεσμα του κειμένου να κάνω κάτι απλό, π.χ. να φτιάξω μια εικόνα. Σχεδόν ακαριαία, η εικόνα μου πέθαινε καθώς διάβαζα την περιγραφή του χώρου. Άλλοτε, ένιωθα την ανάγκη να γνωρίσω το χώρο που είχες την καλοσύνη να μου περιγράψεις, στερώντας μου την ευκαιρία να συμβάλω κι εγώ με τη φαντασία μου. Κι εκεί που ήθελα να ανοίξω μερικά συρτάρια, να σκύψω επάνω στον ήρωα να δω πώς αλλάζει το φίλτρο του καφέ (να δω τα χέρια του, αν φορά δαχτυλίδι ή βέρα), μου έσβηνες το φως και με έριχνες μέσα στη σκοτεινή ψυχή του, στις αγωνίες και στους φόβους του.

Σου έχω ξαναπεί ότι γράφεις κινηματογραφικά. Δεν κρατάς πένα, δεν γράφεις στο πληκτρολόγιο. Γράφεις στην κάμερα και μετά, καθώς προβάλλεις τις λήψεις στον τοίχο, καταγράφεις όλες τις λεπτομέρειες. Ο ήρωάς σου είναι περισσότερο ένα παρατηρούμενο ον, παρά ένας παρατηρητής. Και δεν βλέπω τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, αλλά μέσα από τα δικά σου, γιατί μόνο τα δικα σου μάτια μπορούν να βλέπουν αυτά που βλέπει ο ήρωας και αυτά που δεν βλέπει. Εξηγείς τις σκέψεις του με τέτοια άνεση σαν να είναι δικές σου, σχεδόν ταυτίζεσαι μαζί του. Εγώ όμως, που χωράω σε όλα αυτά;

Ο λόγος στρωμένος, οι περιγραφές εξονυχιστικές, ο ήρωας ολοζώντανος, μέχρι τη στιγμή που θα τον σκοτώσεις. Γιατί δεν μπορείς να μην τον σκοτώσεις, με έχεις προετοιμάσει, δεν μου έχεις επιτρέψει ούτε να φανταστώ ποια θα είναι η μοίρα του. Γιατί να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους πιλότους του διαστήματος να έχουν "το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοχειρίας"; Ακόμη κι αν στο τέλος της διήγησης ζούσε, θα περίμενα το sequel, στο οποίο θα αυτοκτονούσε. Όχι κρεμασμένος, όχι κόβοντας τις φλέβες του. Γιατί ο άνθρωπος που λάτρευε το ηλιοβασίλεμα στην πραγματικότητα λάτρευε να δει τον εαυτό του να γίνεται ηλιοβασίλεμα.

Δεν υπάρχει λόγος να πω εάν μου άρεσε ή όχι. Δεν γράφεις πλέον για τέτοιες εύκολες δηλώσεις.

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
odesseo

Δεν άντεχα να μην το ξαναδιαβάσω. Ούτε με το Solaris δεν ένιωσα τέτοια ανατριχίλα. Προσπάθησα να στριμωχτώ στον ελάχιστο χώρο που μου αφήνεις, να βρω μια χαραμάδα για να γλιστρήσω μέσα σε αυτό τον περίκλειστο κόσμο που έπλασες. Και μάλλον τα κατάφερα, μόνο που έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει με τρόμο την έξοδο. Γιατί με όλες αυτές τις περιγραφές, που πνίγουν τη φαντασία μου και δεν την αφήνουν να ανασάνει, κατάφερες να με παγιδεύσεις σε μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη του ήρωά σου.

 

Δεν λυτρώθηκα στο τέλος. Ο ήρωάς σου κοροϊδεύει το αναπόφευκτο με μια πράξη επιλογής, μια σκανταλιά. Κι ενώ εκείνος πεθαίνει ελεύθερος, εγώ ακόμη νιώθω εγκλωβισμένος. Εκείνος φεύγει, εγώ μένω. Αν δεν κατέστρεφες τη βάση, θα έλεγα ότι το έκανες επίτηδες, για να μείνω εγώ στο πόστο του μετά το θάνατό του.

 

Όσα έγραψα στο προηγούμενο post ισχύουν. Αλλά ξαναδιαβάζοντας το κείμενο, για τρίτη φορά, έχω πλέον την εντύπωση ότι σου ήταν εξαρχής γνωστά, και ότι σκόπιμα κάνεις ό,τι κάνεις. Μέσα στην απομόνωση της βάσης, ένιωσα πανικό. Μέσα στα δίχτυα της γραφής σου, νιώθω μαγεμένος.

Edited by odesseo

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Φίλε odesseo, το πρώτο σου ποστ με άφησε άφωνο (και με έβαλε να ψάχνομαι.) Σκεφτόμουν "να καθίσω τώρα να γράφω πως έμεινα χωρίς λόγια; Αφού είμαι χωρίς λόγια." Το δεύτερο σου ποστ με σκλάβωσε. Τα δύο ποστ μαζί φαντάζουν σαν πρόλογος στο διήγημα.

 

Ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω την οποιαδήποτε ανταπόκριση που γεννά κάτι που απλά έγραψα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Χεχε, μετά τα ποιητικότατα σχόλια του Odesseo, πάρε και λίγα "τεχνοκρατικά" δικά μου.

 

Μοναχικό, πολύ μοναχικό. Θα μου άρεσε να παρεισφρύσει κανένας παραπάνω διάλογος, ακόμα κι αν είναι ανάμνηση, όνειρο ή φαντασία.

Δεν με πείθει το γιατί η Γη αποφάσισε να αποθηκεύσει τα όπλα της και όχι να τα καταστρέψει.

Σε αντίθεση με τον odesseo, το μυαλό μου, φτωχό από εικόνες, αρέσκεται να παρασύρεται από τις περιγραφές σου.

Θα κάνω την "long" υπόθεση ότι το διήγημα έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία (από τον καφέ το είχα ψυλλιαστεί!) Ίσως αυτό να εξηγεί το γιατί παρακολουθείς τόσο από κοντά τον ψυχισμό του ήρωά σου.

Γενικά, με ψυχοπλάκωσε λιγάκι. Μου θυμίζει καθαρά ρομαντισμό, η ομορφιά της μελαγχολίας.

 

 

Τέλος, ορισμένες εκφράσεις που δεν ανήκουν στο προσωπικό μου λεξιλόγιο και πώς θα τις απέδιδα εγώ:

 

προπαρασκευασμένο(προκατασκευασμένο) λογισμικό

κάποια κυβέρνηση μπορούσε να αποσχίσει(αποσχιστεί)

πολλή (πολύ) διαφορετική ιστορία

οι υπεριώδης(εις) κάμερες

δημιουργούσαν καταστροφικούς ιούς(λάθη) σε λογισμικά προγράμματα(στο λογισμικό τους)

καταστροφικό(επανάληψη)

ευγνώμον(ων)

την τόση(τόσο;) ανθρώπινη... πλευρά του

ενάντια(πάνω) σε ρόδινο ουρανό, στο πορσελάνινο της δέρμα - μετάφραση του 'against';

φίλτρο της ρύπανσης(ακτινοβολίας)

τον(του) πήρε δύο μέρες

 

Α, και το σημαντικότερο: πολύ μου άρεσε, μπράβο! Αν και θα έχεις βαρεθεί πλέον να ακούς καλά σχόλια :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Σε ευχαριστώ πολύ tetartos. Στα επιστημονικά και τεχνικά είμαι πάντα σε επίπεδο Φλας-Γκόρντον δεκαετίας 30 ή Plan 9 του Ed Wood. Θα ήταν χρήσιμο να έχω έναν technical advisor να μου χτενίζει ορισμένα διηγήματα.

 

Και μια και το έφερε η κουβέντα...θα μπορούσες να μου χτενίσεις το "Αίνιγμα του Τρία"; Είναι από τα πιο πρόσφατα σου-φου μου. (Υπάρχει άλλο ένα, που θα το βάλω στο φόρουμ αφού διαβαστεί πρώτα στη Σύρο. Είναι πολύ αργά για να το αλλάξω εκείνο τώρα, ίσως και να γίνω ρεζίλι, θα μαζέψω όμως παρατηρήσεις και θα στο δείξω μόλις γυρίσω από το φεστιβάλ.)

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Υπόσχομαι να επανέλθω με πιο εκτενή σχολιασμό. Αυτό που μπορώ να πω προς το παρόν είναι ότι θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε μια συλλογή διηγημάτων ανάμεσα σε καταξιωμένους συγγραφείς του χώρου χωρίς να ζηλέψει τίποτα. Όμορφη ιδέα, πιο πολύ Ray Bradbury παρά Asimov, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Με άγγιξε

Edited by aScannerDarkly

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Ανάμεσα στους διαγωνισμούς, κάνω bump σε ιστορίες που πιστεύω ότι αξίζουν πραγματικά τον κόπο να διαβαστούν από τα καινούρια μέλη και να ξαναδιαβαστούν από τα παλιά, και οι οποίες είναι λίγο ή πολύ θαμμένες στις βιβλιοθήκες και δεν περιλαμβάνονται στη προσωπική μου Λίστα. Η σειρά είναι χρονολογική.

 

Διαβάστε και θυμηθείτε ότι η γνώμη σας έχει μεγάλη σημασία για τους συγγραφείς.

 

Bump στο "Ο Άνθρωπος που Λάτρευε το Ηλιοβασίλεμα" του DinoHajiyorgi, λοιπόν!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Bump. Dinoανάγνωσμα Απριλίου. :ablush:

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Ωραία ιστορία παρά το κακό τέλος.

Μου άρεσαν οι περιγραφές σου και οι μικρές λεπτομέρειες.

Μου άρεσε και η εφεύρεση των paliar. Αυτό που με ξένισε λίγο ήταν η χρήση λέξεων με λατινικούς χαρακτήρες κάτι που σίγουρα μπορούσες να αποφύγεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Ντίνο μου, συγνώμην, αλλά δεν θα σου γράψω κριτική. Μερικές φορές κάποια πράγματα με αγγίζουν και μου μιλάνε με κάποιον τρόπο που ούτε θέλω, ούτε μπορώ να αναλύσω. Κάτι που έγινε και με αυτό το διήγημά σου...

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..