Jump to content
Sign in to follow this  
Παρατηρητής

Για μια ανθρώπινη ψυχή

Recommended Posts

Παρατηρητής

Όνομα συγγραφέα: Παρατηρητής

Είδος: Ηρωική φαντασία

Βία: Περίπου

Σεξ: Όχι

Αριθμός λέξεων: κάπου στις 2000

Αυτοτελής: Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος

Σχόλια: Αυτή η ιστορία δημοσιεύτηκε πέρυσι στο πρώτο τεύχος του 2012. Σήμερα που φτάνω στη μέση της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου, αναβιώνω αυτή την ιστορία και την αφιερώνω σε κάθε άνθρωπο που χάνει κάτι πολύτιμο, ότι κι αν είναι αυτό, με την πάροδο του Χρόνου.

 

 

 

 

Για μία ανθρώπινη ψυχή

 

 

«Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι που προσεύχονται στο Χρόνο να τους λυτρώσει από τις δυσκολίες, διότι δεν εκτιμούν πόσο μικρή είναι ανέκαθεν η ζωή τους…»

 

Ένας σοφός μιας σοφής Εποχής

 

 

 

Ο πόνος ήταν βαρύς. Η απελπισία μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Κλεισμένος σε ένα στρατόπεδο του βορρά, κάτω από τη σκιά της Ερυθρής Ημισελήνου, ο Γιόρκουν θρηνούσε τη χαμένη του ζωή που σιγά σιγά παραδίνονταν στη δικαιοδοσία του Χρόνου. Η ψυχή του ήταν καταδικασμένη να πεθάνει και να χαθεί μια για πάντα στη Φυλακή της Απέραντης Κλεψύδρας.

 

Αυτός ήταν ο σκοπός του θεσμού των στρατευμάτων. Οι νέοι της χώρας του Λευκού Πελάγους, μετά την ενηλικίωση τους ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετήσουν την Μητέρα και την Ιερή Ιεραρχία που την αντιπροσώπευε στη γη. Απομονωμένοι από τους αγαπημένους τους, στα σύνορα με τις εχθρικές χώρες, άγρυπνοι και αδρανείς, έπρεπε να μυηθούν το μυστικό της πολεμικής φύσης. Στην πραγματικότητα, η υπηρεσία στα Στρατεύματα ήταν η τελετή του θανάτου της ψυχής των ανδρών. Ήταν ο βιασμός της αγνότητας και η αναγέννηση της ως θηρίο που για το υπόλοιπο της ζωής θα δρούσε ενστικτωδώς, δίχως την αίσθηση της ευαισθησίας, της καλοσύνης και της φιλανθρωπίας. Οι άνθρωποι έπρεπε να γίνουν ζώα, να πράττουν για το συμφέρον τους, να σκοτώνουν για να τραφούν, να νοιάζονται μοναχά για τις βιολογικές τους ανάγκες. Αυτό ήταν τα Στρατεύματα. Μία ψυχοπαγίδα του Χρόνου, ένα μυητικό στάδιο έπειτα από την εγκεφαλική παγίδα του Σχολείου, πριν τον τελικό προορισμό της Κοινωνίας. Της Κοινωνίας των Τέλειων Ανθρώπων. Της Κοινωνίας των Άψυχων.

 

Λίγοι μάθαιναν το μυστικό που έκρυβαν τα Στρατεύματα. Όσοι επέστρεφαν στα σπίτια τους έπειτα από την χρονοβόρα θητεία, συνειδητοποιούσαν πως κάτι τους έλειπε. Δεν μπορούσαν όμως να αναγνωρίσουν ποιο ήταν αυτό. Οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως το που και το πώς, όταν χάνουν την ψυχή τους, την χάνουν δίχως να το έχουν καταλάβει…

 

Ένα από τα επόμενα θύματα της ψυχοπαγίδας, ήταν ο Γιόρκουν, ο μυθοπλάστης. Κατείχε τον τίτλο του Υμνωδού των Αθέατων Αστεριών. Οι καλλιτέχνες ήταν τα αγαπημένα θύματα του Χρόνου διότι αρκετοί από εκείνους κατάφεραν στο διάβα των αιώνων να γίνουν αθάνατοι μέσα από τα έργα τους. Ο Γιόρκουν ήταν επόμενος στη γραμμή για να παραδώσει την ψυχή του στο Χρόνο, τον Άρχοντα των Όλων, και να επιστρέψει στο σπίτι του ως ζώο, έτοιμος πια να ενταχθεί στην Κοινωνία των Τέλειων Ανθρώπων.

 

Εκεί όπου οι συνάνθρωποί του αρέσκονταν στην ιδέα της προοδευτικής εκείνης Κοινωνίας των Άψυχων, εκείνος θρηνούσε το χαμό της ψυχής του. Στη μοναξιά της σκοπιάς, στη σκοτεινή νύχτα και στο παγερό χάραμα, δάκρυζε εγκαταλελειμμένος από κάθε πρόσωπο που αγαπούσε, γνωρίζοντας πως όταν θα επέστρεφε μετά από καιρό, όλοι τους θα ήταν πια διαφορετικοί στα μάτια του. Η μόνη συντροφιά που είχε και που δεν αποχωριζόταν ποτέ, ήταν το φυλαχτό της αγαπημένης του και το βιβλίο στο οποίο είχε γράψει το παραμύθι του: το παραμύθι των αθέατων αστεριών, η ιστορία που υμνούσε τους ήρωες του παρελθόντος που είχαν αγιάσει στα πέρατα του ουρανού, κρυμμένοι πίσω από τους λαμπρούς αστερισμούς που αποτέλεσαν τη δόξα τους.

 

Πάνω από εκείνο το παραμύθι έσταζε τα δάκρυα του όταν περίμενε τις ώρες να περάσουν στη μοναξιά της σκοπιάς. Ώσπου ένα βράδυ οι αθέατοι αστέρες μαζεύτηκαν από τα βάθη του ουρανού και στάθηκαν από πάνω του, σχηματίζοντας το Μελανό Αστερισμό που μόνο ο υμνωδός τους μπορούσε να δει.

 

«Για την ψυχή σου μη θρηνείς, το Χρόνο δεν θα αφήσουμε να την αρπάξει. Το σώμα σου θα παραμείνει στη γη μα το πνεύμα θα πετάξει. Πέρα από το σκοτάδι και το φως, μακριά θα ταξιδέψει, τον Άρχοντα του Μαρασμού και τους Δώδεκα Αδελφούς, να βρει και να παλέψει

 

Κι έτσι όπως μιλούσαν από ψηλά, σαν Άγγελοι των Ουρανών της Πίστης, το βιβλίο υψώθηκε στον αέρα και οι σελίδες του πλημμύρισαν με φως. Φλόγες ξεπήδησαν από το πουθενά και το τύλιξαν, καίγοντας το στον αέρα. Μα μέσα από τη στάχτη του μικρού βιβλίου, ένα μεγάλο σπαθί είχε σχηματιστεί ξαπλωμένο στο χιόνι. Ο Μελανός Αστερισμός μίλησε.

 

«Αέρας την άσβεστη φωτιά να υψώνει, νερό τη γη να δυναμώνει. Ευλογημένο από τους δώδεκα βασιλείς που εγκατέλειψαν τη Γη, απόψε σου εμπιστευόμαστε ετούτο το σπαθί. Τιμή για την τιμή, ισχύς για την ελπίδα, σπαθί για τους ανήλεους, αγάπη για ασπίδα

 

Αγγίζοντας ο Γιόρκουν το σπαθί που γυάλιζε στη σκιερή αντανάκλαση του Μελανού Αστερισμού, ένιωσε το πνεύμα του να αποχωρίζεται από το σώμα. Ο Αστερισμός του έδειξε το δρόμο για τον Μακρύ Κήπο των Αιώνων κι έπειτα οι αθέατοι αστέρες αποχωρίστηκαν, προσευχόμενοι για τη νίκη του υμνωδού τους.

 

Κι έτσι, αφήνοντας το σώμα του τελείως άβουλο να υπηρετεί τις διαταγές της Ιερής Ιεραρχίας, ο Γιόρκουν ξεκίνησε το μακρινό του ταξίδι για το παλάτι του Χρόνου με σκοπό να αναμετρηθεί με εκείνον και τους Δώδεκα Μήνες για την κυριαρχία της ανθρώπινης του ψυχής.

 

Το ταξίδι ήταν μακρύ και έμοιαζε ατέλειωτο, όπως οι μέρες που το βασανισμένο σώμα περίμενε το πνεύμα να επιστρέψει. Η φρίκη που ο Γιόρκουν αντίκρισε στην περιπλάνηση του δεν μπορούσε να περιγραφτεί από κανέναν παραμυθά. Είδε δάση να ανθίζουν και αμέσως να μαραίνονται. Είδε λουλούδια να βλαστίζουν και να καίγονται στο λεπτό. Είδε ποτάμια να κυλούν και πριν να προλάβουν να ξεχυθούν στις θάλασσες, να στερεύουν. Είδε θάλασσες από γαλήνιες να τρικυμίζουν, βυθίζοντας καράβια και έπειτα να χάνονται αφήνοντας στη θέση τους βαθιές κοιλάδες με νεκρά κουφάρια. Και συνεχίζοντας, είδε πέτρες να μεταμορφώνονται σε πελώριους πύργους και απότομα να γκρεμίζονται και να γίνονται πέτρες ξανά. Είδε φωτιές να πυργώνονται ως τον ουρανό και να καίνε τους αιθέρες. Και μέσα από τη στάχτη που γέμιζε τον κόσμο όλο, είδε μωρά να ξεπετάγονται από ομφάλιους λώρους και στιγμιαία να γίνονται παιδιά και από παιδιά έφηβοι που καθώς προχωρούσαν μεγάλωναν ώσπου τα μαλλιά τους άσπριζαν και έπεφταν, καταλήγοντας γέροι που ανήμποροι πια σωριάζονταν στο χώμα και γίνονταν σκουλήκια. Και όσο προχωρούσε έβλεπε πλήθη από αυτούς να βαδίζουν γύρω του, πίσω και μπροστά του, με το ίδιο σκηνικό να επαναλαμβάνεται. Είδε παιδιά να παίζουν μεταξύ τους ώσπου αλληλοσκοτώθηκαν με φονικά παιχνίδια. Είδε ζευγάρια να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται ενώ σε μια στιγμή ο ένας ξερίζωνε την καρδιά του άλλου τρώγοντας ή λιώνοντας την στα χέρια. Είδε ανθρώπους να κολυμπούν σε λίμνες από χρυσάφι ώσπου να πνίγονται γυμνοί σε βάλτους από κόπρανα και σκουπίδια. Είδε πολεμιστές με διάφορες στολές να σφάζονται σαν ζώα και πάνω από τα κουφάρια τους να τρωγοπίνουν φτωχοί και άρχοντες μαζί. Είδε φλεγόμενα αντικείμενα να πέφτουν από τους ουρανούς γεμίζοντας τον κόσμο με φωτιά, και μέσα από τη στάχτη άνθρωποι να κραυγάζουν τα μεγαλεία τους. Είδε τα πάντα να μαυρίζουν, είδε σκιές ολόγυρα του να στήνουν πανηγύρια και μέσα από ψίθυρους να τραγουδούν, καλώντας τον να πλησιάσει. Τον χλεύαζαν, τον ειρωνεύονταν, τον φοβέριζαν και όλοι μαζί κραύγαζαν το όνομα του Άρχοντα του Πριν και του Μετά, του Ποτέ και του Πάντοτε, όσο ο Γιόρκουν ταξίδευε μέσα από βροχή, λιακάδα, χιόνι και ομίχλη.

 

Κι αφού ταξίδεψε στον Μακρύ Κήπο των Αιώνων, έχοντας αντικρίσει τη Φύση και τον Άνθρωπο να ολοκληρώνουν τον κύκλο τους και μαζί να καταλήγουν στο Σκότος, ο Γιόρκουν έφτασε στην Αυλή του Σύμπαντος. Εκεί, σε ένα μέρος όπου συνυπήρχε το φως και το σκοτάδι, η ζέστη και το κρύο, το ηλιόφως και το χιόνι, η ξηρασία και η βροχή, συνάντησε τους ίσκιους των Δώδεκα Αδελφών. Εκεί στάθηκαν και οι δώδεκα, βλοσυροί και σιωπηλοί, οχυρωμένοι με πανοπλίες τρομερές αντίστοιχες των δώδεκα αστερισμών από όπου αντλούσαν τη δύναμη τους. Και βλέποντας το πνεύμα του εύθραυστου θνητού να περπατά στην περιοχή τους, τον κύκλωσαν προτάσσοντας του τα μακριά σπαθιά τους. Τι θα μπορούσε να κάνει το πνεύμα του θνητού ενάντια στους Φύλακες της Ισορροπίας; Δώδεκα μάγοι, δώδεκα πολεμιστές, δώδεκα θεοί με σπαθιά σφυρηλατημένα στην αέναη φλόγα του Σύμπαντος, εναντίων ενός αδύναμου θνητού που αμυνόταν για την ψυχή του.

 

Όρμισαν και οι δώδεκα ταυτόχρονα στοχεύοντας από ένα μέλος ο καθένας για να εξορίσουν το βλάσφημο πνεύμα στη γη του Πουθενά. Τέσσερις όρμισαν να χτυπήσουν τα πόδια, τέσσερις τα χέρια, δύο να τρυπήσουν τον κορμό και δύο το λαιμό και το κεφάλι. Μα εκεί που νόμισαν πως τα όπλα τους θα κατακερμάτιζαν το πνεύμα του θνητού, συγκρούστηκαν με έναν στρόβιλο που τσάκισε τα ξίφη τους μεμιάς. Ήταν το ξίφος των Δώδεκα Βασιλέων, των αρχαίων κυρίαρχων της Γης. Χάρισε στο Γιόρκουν αστραπιαία ταχύτητα, ανυπέρβλητη δύναμη και οξυμένη αντίληψη έτσι ώστε να αφοπλίσει ταυτόχρονα και τους δώδεκα αντιπάλους. Με το που αναγνώρισαν οι Μήνες το ξίφος που σφυρηλατήθηκε στο Όρος της Απρόσιτης Κορυφής, ένα δώρο που τα Πνεύματα του Γαλαξία εμπιστεύονταν στην κατοχή λίγων, αρνήθηκαν να επιτεθούν στον ξιφομάχο. Γονάτισαν γύρω του σιωπηλοί, δηλώνοντας υποταγή. Μέσα από τα κράνη τους τα φλεγόμενα μάτια φούντωναν στη θέα του Γιόρκουν, μεταδίδοντας του το βουβό τους μήνυμα: θα επέστρεφαν ξανά για εκείνον κάποτε να τον εκδικηθούν ο καθένας με μεγαλύτερη οργή από τον άλλον.

 

Κι έτσι, αφήνοντας την ήττα τους στα χέρια του Υμνωδού των αθέατων αστεριών, αλλά και την κατάρα τους να επιστρέψουν δριμύτεροι, οι Δώδεκα Αδελφοί χάθηκαν πέρα από την ομίχλη. Μα είχαν αφήσει κάτι επιπλέον στα πόδια του νικητή τους. Ήταν ένα ξίφος, μακρύτερο από εκείνο που βαστούσε ο Γιόρκουν και πολύ βαρύτερο. Ήταν το Έτος, το σπαθί των Τεσσάρων Εποχών. Κάθε που κάποιος νικούσε τους Δώδεκα Μήνες δίχως να πληγωθεί, κέρδιζε ένα από αυτά τα ξίφη που τον έκαναν ισχυρό για το υπόλοιπο της ζωής του. Τέτοια ξίφη τα είχαν αποκτήσει λίγοι στον κόσμο και συνήθως ήταν άνθρωποι δίχως αρετές και αισθήματα.

 

Ο Γιόρκουν πήρε το ξίφος. Δύο πανίσχυρα όπλα σφίγγονταν στις παλάμες του. Η Αυλή του Σύμπαντος ήταν αφύλακτη. Ο δρόμος πλέον ήταν ανοιχτός για τον Γιόρκουν να συναντήσει το Χρόνο.

 

Βάδιζε στο σκοτάδι και στο απόλυτο κενό. Όλες οι εικόνες που συνάντησε πρωτύτερα και τα καιρικά φαινόμενα που μάστιζαν όλα μαζί την Αυλή του Σύμπαντος είχαν χαθεί. Μία επιβλητική σιωπή βασίλευε παντού. Ο Γιόρκουν, βρισκόταν στο Άπειρο.

 

Δύο έντονες κόκκινες λάμψεις φάνηκαν ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά του Γιόρκουν. Δύο τεράστιες πύρινες σφαίρες που ξεπηδούσαν από μια απέραντη μαύρη θάλασσα, μάτωναν το σύμπαν ολόκληρο με το ερυθρό τους φως. Ήταν δύο ήλιοι που ανέτελλαν ταυτόχρονα, ο ένας από τη Δύση και ο άλλος από την Ανατολή. Ακολουθούσαν την ίδια πορεία, αναμένοντας να φτάσουν στο ζενίθ τους ώστε να ενωθούν για να αποτελέσουν ένα ολόλαμπρο άστρο. Όσο υψώνονταν και οι δύο, κίονες με μαθηματικά σύμβολα απλώνονταν στο μονοπάτι που ακολουθούσε ο Γιόρκουν, το οποίο δεν ήταν παρά μία γέφυρα στη μέση της απέραντης μαύρης θάλασσας.

 

Η γέφυρα έδειχνε να καταλήγει σε έναν λευκό πύργο. Ο Γιόρκουν προχωρούσε κάτω από τους δύο ήλιους που πλησίαζαν μεταξύ τους όμως ο πύργος φαίνονταν ακόμη μακριά. Βάδιζε, βάδιζε, αλλά τον πύργο δεν τον πλησίαζε. Σε εκείνο το δρόμο με τους κίονες ήταν που συνειδητοποίησε πόσο μικρός και ασήμαντος ήταν ο άνθρωπος μπροστά στο σύμπαν καθώς ο λευκός πύργος όλο και μεγάλωνε παραμένοντας απρόσιτος.

 

Οι δύο ήλιοι ήταν έτοιμοι να συναντηθούν όταν ο Γιόρκουν έφτασε τον πύργο. Ήταν ένα κολοσσιαίο οικοδόμημα φτιαγμένο από αμέτρητα ανθρώπινα οστά. Στα πλευρά του υπήρχαν δύο προπύργια, δύο τεράστιες κλεψύδρες. Αντί για άμμο, η μία περιείχε άψυχα κορμιά που σκορπίζονταν ασταμάτητα στο σωρό, ενώ η άλλη περιείχε ψυχές που κραύγαζαν θρηνητικά, προσπαθώντας να αντισταθούν την αναπότρεπτη πτώση. Ήταν το πιο αποτρόπαιο θέαμα που αντίκρισε ο Γιόρκουν στο ταξίδι του. Ήταν το πιο φρικτό μέχρι να αντικρίσει την πορφυρή άμμο που ξεχύθηκε αργά μέσα από τη σκοτεινή πύλη του οστέινου πύργου. Καθώς την κοιτούσε να απλώνεται μπροστά του, μία μορφή σχηματίζονταν και υψώνονταν μέσα από τους αναρίθμητους κόκκινους κόκκους. Κάτι ζωντάνευε μέσα από την άμμο, μα εκείνη τη στιγμή ο Γιόρκουν τυφλώθηκε από το ολόλαμπρο άστρο πάνω από τον πύργο. Οι ήλιοι συναντήθηκαν.

 

Όλα ήταν λευκά από το εκτυφλωτικό φως. Ο Γιόρκουν με δυσκολία αντίκρισε μία γιγαντιαία μελανή φιγούρα να δεσπόζει ακλόνητη. Οι ήλιοι αποχωρίσθηκαν και όλα άρχισαν να φαίνονται όπως πριν. Όλα, ο κολοσσιαίος πύργος, οι μακάβριες κλεψύδρες, μόνο που πλέον μπροστά από αυτά στεκόταν ένας θεόρατος γίγαντας. Ένας κατασκότεινος μανδύας τύλιγε το μακρόστενο κορμί του και μία κουκούλα κάλυπτε το πρόσωπο που παρακολουθούσε σκυφτό το μικρό πνεύμα σαν βράχος έτοιμος να πέσει από την ορεινή κορυφή. Στο ένα χέρι του, που ήταν σκελετωμένο και σάπιο, κρατούσε ένα τρομερό δρεπάνι, ενώ στο άλλο, που ήταν νεανικό και δυνατό, βαστούσε έναν πυρσό με μια φουντωμένη φλόγα.

 

Αυτός ήταν ο Χρόνος, ο Αέναος, ο εχθρός της ζωής, ο θεός της δημιουργίας και της καταστροφής, κραδαίνοντας τα φοβερά του όπλα, τον Μαρασμό και την Πρόοδο.

 

Τα λόγια ήταν σύντομα. Οι όροι ήταν απλοί. Εάν ο Γιόρκουν νικούσε στη μονομαχία, το πνεύμα θα επέστρεψε στο σώμα με έπαθλο την ψυχή. Εάν έχανε, η ψυχή θα έμενε στην τεράστια κλεψύδρα να ταλαιπωρείται παντοτινά. Η δύση των ήλιων θα έκρινε τον νικητή. Αυτά όρισε ο ατάραχος Χρόνος και το φοβισμένο πνεύμα δέχτηκε.

 

Η μονομαχία ξεκίνησε. Οι δύο αντίπαλοι πολέμησαν κάτω από τους ήλιους που έδυαν. Μυριάδες ρολόγια και καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα δυσκολεύοντας την αυτοσυγκέντρωση του Γιόρκουν. Κραδαίνοντας το Έτος και το σπαθί των Δώδεκα Βασιλέων, επιτίθονταν σαν μικρός στρόβιλος στο γιγάντιο θεό. Ο Χρόνος, ακλόνητος, απέκρουε τις επιθέσεις των ισχυρών σπαθιών, πότε τυλίγοντας με τον μανδύα τον αντίπαλο του, πότε απωθώντας τον με τον πυρσό. Ήταν πανίσχυρος και γνώριζε πως το πνεύμα του θνητού, όση δύναμη κι αν του χάριζαν τα δύο ξίφη, δεν είχε ελπίδα να νικήσει. Όμως κάτι τον παραξένεψε όταν κατέβασε με ορμή το δρεπάνι για να τον εξουδετερώσει μεμιάς: το τρομερό δρεπάνι, ο Μαρασμός, συναντούσε αντίσταση όταν η κοφτερή λεπίδα άγγιζε το πνεύμα. Ήταν το φυλακτό της αγαπημένης του Γιόρκουν που τον προστάτευε. Ο Χρόνος ήξερε πως το μόνο πράγμα που μπορούσε να τον νικήσει ήταν η αληθινή αγάπη των θνητών. Αιώνες και χιλιετίες προσπαθούσε να την εξολοθρεύσει, όμως ποτέ δεν κατάφερε να νικήσει την αγάπη. Και τώρα ο αντίπαλος του προστατεύονταν από εκείνη.

 

Κραύγαζε σαν τρελός ο Χρόνος και καταριόταν τους ηττημένους γιους του, τους Μήνες, που δεν κατάφεραν να σβήσουν την αγάπη της ερωμένης του Γιόρκουν. Άρχισε να επιτίθεται με μανία, επιδεικνύοντας στον αντίπαλο του όλη του την υπεροχή. Ο Γιόρκουν αντιστεκόταν γενναία, όμως πόσο ακόμα θα μπορούσε να αντέξει; Οι ήλιοι έδυαν, πλημμυρίζοντας το σύμπαν με ερυθρό φως, ενώ τα ρολόγια και οι καμπάνες χτυπούσαν αδιάκοπα.

 

Στην αρένα της Δύσης και της Ανατολής οι δύο μονομάχοι πάλευαν σε έναν άνισο αγώνα για την κυριαρχία μιας ανθρώπινης ψυχής. Τα ξίφη έχαναν την ισχύ τους και το πνεύμα του Γιόρκουν αποδυναμωνόταν, ενώ ο Μαρασμός τον χτυπούσε αλύπητα και η φλόγα της Προόδου χτυπούσε επάνω του, εξορίζοντας τις ωραιότερες αναμνήσεις του στην κλεψύδρα των ψυχών. Ο Γιόρκουν δεν θα άντεχε για πολύ να πολεμάει. Όσο οι αναμνήσεις του χάνονταν με τη μορφή φλεγόμενων περιστεριών, ξεχνούσε την αγαπημένη του και το φυλαχτό έχανε την ιδιότητα του. Τα ηλιοβασιλέματα ετοιμάζονταν να στέψουν το Χρόνο νικητή της μονομαχίας. Το σκοτάδι θα επικρατούσε και η ψυχή θα πέθαινε στην Απέραντη Κλεψύδρα.

 

Οι αθέατοι αστέρες παρακολουθούσαν από μακριά τη μάχη. Έβλεπαν τον υμνωδό τους να τσακίζεται από τα χτυπήματα του φοβερού Χρόνου. Τότε ήταν που αποφάσισαν να επιχειρήσουν το μεγαλύτερο τόλμημα έπειτα από τη μεταθανάτια θέση που έλαβαν στον ουρανό: να δώσουν ένα μεγάλο αντάλλαγμα στο Γιόρκουν και σε όσους έσωσαν τη μνήμη τους από τη Λήθη. Να πολεμήσουν οι ίδιοι το Χρόνο.

 

Από τις Άκρες του Σύμπαντος, τα σκοτεινότερα διαστήματα όπου κρύβονταν για αιώνες, οι αθέατοι αστέρες μετατράπηκαν σε ταχύτατους κομήτες και όρμισαν όλοι μαζί στην αρένα της Δύσης και της Ανατολής. Εκεί που το σκοτάδι επιβαλλόταν, τη στιγμή που ο Γιόρκουν έστεκε γονατιστός και ανήμπορος με τα σπασμένα ξίφη να περιμένει την Πρόοδο να τον κάψει και τον Μαρασμό να τον κομματιάσει, δεκάδες κομήτες έπεσαν με ορμή πάνω στον σκοτεινό γίγαντα. Ο Χρόνος ούρλιαζε και οπισθοχωρούσε προσπαθώντας να αποφύγει τον καταιγισμό των αστεριών. Τώρα πια δεν είχε να αντιμετωπίσει ένα ανθρώπινο πνεύμα αλλά τις αθάνατες ουσίες των αρχαίων ηρώων που έπεφταν πάνω του σαν θεϊκές κατάρες. Τώρα αυτοί ήταν οι αντίπαλοι του, οι ήρωες που ταλαντεύονταν ανάμεσα στη Δόξα και τη Λήθη. Κάποτε του είχαν ξεφύγει όχι όμως και ετούτη τη φορά…

 

Ο Γιόρκουν εξαντλημένος αντίκριζε θολές λάμψεις να χάνονται σε μία δίνη σκότους. Τα πάντα κυλούσαν αργά. Έκλεισε τα μάτια και έπεσε. Σκοτάδι και ησυχία.

 

«Θα μας συναντάς στις σκιές.», κάποιοι τραγουδούσαν μέσα από αγγελικές φωνές. Γεννηθήκαμε σκιές και καταλήξαμε σκιές. Θα μας συναντάς στις σκιές»

 

Ο Γιόρκουν συνήλθε. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος όπου φυλούσε σκοπιά τη νύχτα που το πνεύμα αποχωρίστηκε από το σώμα για το μεγάλο ταξίδι. Ξημέρωνε και τα πρωινά άστρα αποχαιρετούσαν τον ουρανό. Ο Γιόρκουν κοίταξε ψηλά, εκεί όπου συνήθιζε να βλέπει τους αθέατους αστέρες. Τίποτα δεν φαίνονταν πια εκεί.

 

Στα πόδια του ήταν σωριασμένα μικρά διαμάντια. Όσο ξημέρωνε η λάμψη τους χάνονταν. Ο Γιόρκουν άκουσε από την Ανατολή κάποιους να τραγουδούν πένθιμα «θα μας συναντάς στις σκιές…». Κοιτώντας προς την αυγή, αντίκρισε τις ψυχές των αρχαίων ηρώων να στέκονται και να τον κοιτούν από μακριά. Κάποιοι του χάρισαν ένα θερμό χαμόγελο και έπειτα, όλοι μαζί στράφηκαν προς την ανατολή και χάθηκαν. Από το σημείο που αποχώρησαν, υψώθηκε ο ήλιος.

 

Εκείνη τη μέρα που το πνεύμα επέστρεψε στο σώμα, ο Γιόρκουν ελευθερώθηκε από τα Στρατεύματα. Εκπλήρωσε την υποχρέωση του και αναχώρησε για το σπίτι. Πλέον ήταν έτοιμος να ενταχθεί στην κοινωνία των Άψυχων και να ζήσει εκεί τη ζωή του. Η μάχη με το Χρόνο του στοίχισε πολλά. Του άσπρισε τα μαλλιά, του αποδυνάμωσε το σώμα και του μείωσε την όραση, ενώ μία μαύρη κλεψύδρα είχε σχηματιστεί στο στήθος του. Όμως το έπαθλο της μάχης ήταν σπουδαίο. Ένιωθε πως εκείνο το κομμάτι του εαυτού του για το οποίο πολέμησε, πως δεν είχε πεθάνει.

 

Από τους φίλους του τον περίμεναν λίγοι. Η αγαπημένη του, που του είχε δώσει το φυλαχτό για όσο θα έλειπε, ήταν εκεί. Δεν είχε πάψει στιγμή να τον αγαπάει.

 

Όσο για τους αστέρες, ο Γιόρκουν δεν μπορούσε πια να τους βλέπει. Όσες φορές κοιτούσε στον ουρανό, στα σημεία όπου κάποτε τους έβλεπε, οι αστέρες δεν ήταν εκεί. Δεν είχαν χαθεί, απλώς είχαν βρει μία νέα κατοικία. Βρίσκονταν σε ένα μέρος πιο θερμό και πιο ασφαλή. Σε μία ανθρώπινη ψυχή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
synodoiporos

Μία πολύ καλή ιστορία, ένα εξαιρετικό παραμύθι !

 

Ο Παρατηρητής χρησιμοποιεί με άψογο τρόπο τον λόγο και τα εκφραστικά του μέσα και πετυχαίνει να μας βάλει στην ατμόσφαιρα της ιστορίας του για όσα λεπτά διαρκεί η ανάγνωση.

Μου άρεσε το παρακάτω απόσπασμα, μία αλληγορία της στρατιωτικής θητείας και της κοινωνίας των ανθρώπων :

 

Στην πραγματικότητα, η υπηρεσία στα Στρατεύματα ήταν η τελετή του θανάτου της ψυχής των ανδρών. Ήταν ο βιασμός της αγνότητας και η αναγέννηση της ως θηρίο που για το υπόλοιπο της ζωής θα δρούσε ενστικτωδώς, δίχως την αίσθηση της ευαισθησίας, της καλοσύνης και της φιλανθρωπίας. Οι άνθρωποι έπρεπε να γίνουν ζώα, να πράττουν για το συμφέρον τους, να σκοτώνουν για να τραφούν, να νοιάζονται μοναχά για τις βιολογικές τους ανάγκες. Αυτό ήταν τα Στρατεύματα. Μία ψυχοπαγίδα του Χρόνου, ένα μυητικό στάδιο έπειτα από την εγκεφαλική παγίδα του Σχολείου, πριν τον τελικό προορισμό της Κοινωνίας. Της Κοινωνίας των Τέλειων Ανθρώπων. Της Κοινωνίας των Άψυχων.

 

Λίγοι μάθαιναν το μυστικό που έκρυβαν τα Στρατεύματα. Όσοι επέστρεφαν στα σπίτια τους έπειτα από την χρονοβόρα θητεία, συνειδητοποιούσαν πως κάτι τους έλειπε. Δεν μπορούσαν όμως να αναγνωρίσουν ποιο ήταν αυτό. Οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως το που και το πώς, όταν χάνουν την ψυχή τους, την χάνουν δίχως να το έχουν καταλάβει…

 

Επίσης, ξεχώρισα μερικές πολύ όμορφες εικόνες, όπως η εμπνευσμένη απόδοση του Άρχοντα Χρόνου :

 

…μόνο που πλέον μπροστά από αυτά στεκόταν ένας θεόρατος γίγαντας. Ένας κατασκότεινος μανδύας τύλιγε το μακρόστενο κορμί του και μία κουκούλα κάλυπτε το πρόσωπο που παρακολουθούσε σκυφτό το μικρό πνεύμα σαν βράχος έτοιμος να πέσει από την ορεινή κορυφή. Στο ένα χέρι του, που ήταν σκελετωμένο και σάπιο, κρατούσε ένα τρομερό δρεπάνι, ενώ στο άλλο, που ήταν νεανικό και δυνατό, βαστούσε έναν πυρσό με μια φουντωμένη φλόγα.

 

Αυτός ήταν ο Χρόνος, ο Αέναος, ο εχθρός της ζωής, ο θεός της δημιουργίας και της καταστροφής, κραδαίνοντας τα φοβερά του όπλα, τον Μαρασμό και την Πρόοδο.

 

Καθώς και αυτή η σκηνή από την μάχη :

 

Ο Γιόρκουν δεν θα άντεχε για πολύ να πολεμάει. Όσο οι αναμνήσεις του χάνονταν με τη μορφή φλεγόμενων περιστεριών, ξεχνούσε την αγαπημένη του και το φυλαχτό έχανε την ιδιότητα του.

 

Τέλος, πολύ ατμοσφαιρική ήταν και η τελική σκηνή της αποχώρησης των Αθέατων Αστέρων :

 

Ο Γιόρκουν εξαντλημένος αντίκριζε θολές λάμψεις να χάνονται σε μία δίνη σκότους. Τα πάντα κυλούσαν αργά. Έκλεισε τα μάτια και έπεσε. Σκοτάδι και ησυχία.

 

«Θα μας συναντάς στις σκιές.», κάποιοι τραγουδούσαν μέσα από αγγελικές φωνές. Γεννηθήκαμε σκιές και καταλήξαμε σκιές. Θα μας συναντάς στις σκιές»

 

Ο Γιόρκουν συνήλθε. Βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος όπου φυλούσε σκοπιά τη νύχτα που το πνεύμα αποχωρίστηκε από το σώμα για το μεγάλο ταξίδι. Ξημέρωνε και τα πρωινά άστρα αποχαιρετούσαν τον ουρανό. Ο Γιόρκουν κοίταξε ψηλά, εκεί όπου συνήθιζε να βλέπει τους αθέατους αστέρες. Τίποτα δεν φαίνονταν πια εκεί.

 

Στα πόδια του ήταν σωριασμένα μικρά διαμάντια. Όσο ξημέρωνε η λάμψη τους χάνονταν.

 

Μετά την πρώτη ανάγνωση, ξαναδιάβασα άλλες δυο-τρεις φορές αυτήν την ιστορία και κάθε φορά μου φαινόταν και καλύτερη.

 

Ο Παρατηρητής θέτει πολύ υψηλά τον πήχη των μελλοντικών μας προσδοκιών από αυτόν. Ας πρόσεχε… ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Παρατηρητής

Ωχ..,με έκανες να κοκκινίσω! Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι σε ευχαριστώ!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stelios

Φίλε μου Παρατηρητή, να είσαι καλά να μας χαρίζεις και άλλα σαν αυτό που διάβασα.

Άψογη δουλειά, και ακόμα καλύτερες προθέσεις.

Μπράβο!!

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest roriconfan

Με διαφορά το πιο καλό από ότι έχω διαβάσει από εσένα ως τώρα. Πολύ καλός και ο Θούλης σου αλλά οι συμβολισμοί και η μαγεία αυτού εδώ τρώνε λάχανο σε δύναμη και εικόνα σχεδόν ότι έχω διαβάσει στο φόρουμ.

 

Λίγο βολικά συνέβαιναν όλα αλλά δε βαριέσαι, ήταν υπέροχο παρόλη την υπερβολή του. Έξοχα! Ένα υβρίδιο μεταξύ Θούλη και τούτου να σκαρφιστείς και έπιασες την κορυφή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Πως μου ξέφυγε τούτο! Όντως πολύ καλό!

Μοναδική ελάχιστη παρατήρηση, στο ξεκίνημα θα ήθελα λίγο παραπάνω αναφορά στην αγαπημένη του, μιας και διαδραματίζει σοβαρό λόγο στην συνέχεια. Μια-δυο σειρές δλδ.

Το πως έβγαλες αυτό από τον στρατό είναι... θαύμα! Εμένα μου βγάζει μονάχα μια απέραντη ξινίλα (ο στρατός, όχι το διήγημα)!

Edited by Solonor

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Μεσα σε τοσο λιγες λεξεις επλασες εναν ολοκληρο κοσμο, μια μυθολογια, απειρους συμβολισμους, περασες μηνυματα, προσφερες εναλλαγες συναισθηματων και μια αλληγορια που σε κανει σε καθε παραγραφο να κανεις σκεψεις, συλλογισμους και παραλληλισμους. Φιλε μου ενα μεγαλο μπραβο. Καταφερες να δημιουργησεις ενα παραμυθι για μεγαλους που εχουν ρομαντικες παιδικες ψυχες και νομιζω οτι οσοι το διαβασαν προβληματιστηκαν λιγο για τη ζωη τους, την ψυχη τους και για τα πραγματα που εχασαν ή κερδισαν με την παροδο του χρονου. Για μενα αυτη η ιστορια εγινε το Ετος μου και πλεον νιωθω ετοιμος να παλεψω με τον Χρόνο.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.