Jump to content
Sign in to follow this  
Sonya

H ξύλινη καρδιά

Recommended Posts

Sonya

Όνομα Συγγραφέα: Σόνυα

Είδος: παραμύθι

Βία; όχι

Σεξ; όχι

Αριθμός Λέξεων: 1,374

Αυτοτελής; ναι

Σχόλια: είπα να ενώσω τα δύο θέματα των διαγωνισμών σε μία ιστορία...

 

Η Ξύλινη Καρδιά

 

 

 

Μαγική νύχτα... Το φεγγάρι έλαμπε ολόγιομο, καθάριο ασήμι, ένιωθες πως θα ξεχειλίσει και θα παρασύρει με το φως του τον κόσμο ολάκερο. Νυχτοπούλια τραγουδούσαν στα δέντρα, νυχτολούλουδα σκόρπιζαν την μυρωδιά τους, οι σκανταλιάρηδες Μικροκαμωμένοι ήταν κι αυτοί ήσυχοι μέσα στα φυλλόσπιτά τους. Το χορτάρι ακτινοβολούσε σχεδόν λευκό, με τις σκιές που έπεφταν απ’ τα δέντρα να το κάνουν να μοιάζει στολισμένο με διαμάντια.

Μόνο εκείνη δεν είχε ησυχία ούτε στην ψυχή της, ούτε στο σώμα της κι η καρδιά της χτυπούσε σαν σφυρί στο στήθος της κι αντηχούσε στην ησυχία. Το ξόρκι που ‘χε ξεκινήσει με αυτοπεποίθηση και σιγουριά, είχε καταλήξει, μέσα απ’ τις διαρκείς επαναλήψεις, λυγμός.

«Παράτα τα, Ζελού, δεν θα τα καταφέρεις...» ψιθύριζε απέλπιδα ο Τούφικο, ο Μικροκαμωμένος της φίλος, αλλά εκείνη δώστου κι επέμενε ξανά και ξανά.

«Πρέπει, πρέπει να τα καταφέρω! Δεν υπάρχει τίποτα που να θέλω πιο πολύ απ’ αυτό, πρέπει να γίνω άνθρωπος!»

Και δώστου, έπλεκε στα δάχτυλά της τις σκληρές ίνες που της είχε χαρίσει το Σοφό Δέντρο για να την βοηθήσει, μέχρι που τα μάτωσε και τα πλήγιασε, αλλά δεν θα παρατούσε. Κι όλο σιγομουρμούριζε:

«Δέντρο σπάνιο και σοφό

Φως του φεγγαριού ψηλά

Άκου πως χτυπά η καρδιά μου

Δυνατά και βροντερά

Πάρε ξύλο, πάρε αίμα

Πάρε δάκρυα πολλά

Δώσε στην καρδιά μου σάρκα

Σα θνητού για να χτυπά.

Θέλω άνθρωπος να γίνω

Με τη μοίρα να δεθώ

Που τους κάνει να πεθαίνουν

Γιατί άνθρωπο αγαπώ.»

Έτσι της είχε πει η νύμφη πως γινόταν, που το ‘χε ακούσει κι εκείνη απ’ τη Μεγάλη Μάγισσα. Μόνο μια φορά είχε ξαναγίνει, βέβαια, αλλά αυτό ήταν αρκετό.

 

 

«Ζελού, Ζελού! Σου φέρνω νέα τέτοια, που δεν θα τα πιστεύεις! Βρήκα το ξόρκι!» είχε αναφωνήσει η πανέμορφη Λιράνια κι είχε τρέξει με το ανάλαφρο βήμα της προς την δρυάδα. «Η Μεγάλη Μάγισσα είπε πως πρέπει να ζητήσεις απ’ το Σοφό Δέντρο να σου δώσει ίνες απ’ τις ρίζες του και μ’ αυτές, το βράδυ που θα ‘ναι το φεγγάρι μια αγκαλιά μακριά, να πλέξεις στα δάχτυλά σου το σχήμα μιας καρδιάς και να πεις τα λόγια που κάνουν την καρδιά σου να χτυπάει. Κι όταν θα το ‘χεις έτοιμο, θα το βάλεις ανάμεσα στο στήθος σου και στο φεγγάρι, να πέφτει πάνω σου η σκιά του και θα γίνεις άνθρωπος!»

 

 

Αχ, ποιος το ‘λεγε πως θα μαγευόταν δρυάδα από άνθρωπο! Κι όμως, όταν συνέβη να περάσει απ’ το Αθάνατο Δάσος θνητός, μόλις τον είδε η Ζελού, τον ερωτεύτηκε παράφορα. Εκείνος, και γι άνθρωπος ακόμα, ήταν νεαρός, μόλις που ‘χε βγάλει γένια και τρομαγμένος είχε μπει στο Αθάνατο Δάσος που όλοι γνώριζαν πως κατοικούσαν Κένταυροι και μάγισσες και νεράιδες και κανείς δεν έμπαινε, γιατί φοβόντουσαν. Αλλά εκείνος, ενώ φαινόταν πως ήταν φοβισμένος πολύ, μπήκε και περπάτησε. Κι οι Αθάνατοι τον παρατηρούσαν, αόρατοι στα μάτια του (γιατί οι Αθάνατοι μπορούν να διαλέξουν αν θέλουν ή δεν θέλουν να τους βλέπουν).

Η Ζελού καθόταν μαζί με την Λιράνια, όταν ήρθαν οι Μικροκαμωμένοι να τους πουν πως είχε μπει ένας άνθρωπος στο Δάσος. Κι έτρεξαν κι οι δυο, γιατί πολλά χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχαν δει θνητό τελευταία φορά. Η Λιράνια γέλασε μαζί του, αλλά η Ζελού έμεινε άφωνη να τον κοιτάζει, ενώ μέσα στο στήθος της η ξύλινη καρδιά της άρχισε να χτυπάει βροντερά. Ο άνθρωπος την άκουσε και γύρισε προς το μέρος της, με τα μελιά του μάτια τρομαγμένα κι εκείνη άφησε το σώμα της να γίνει ορατό σ’ αυτόν που είχε κάνει την καρδιά της να χτυπήσει.

Πάγωσε με μιας εκείνος, σαν να τον είχε κοιτάξει η Μέδουσα, πάγωσε κι η Ζελού, τρομαγμένη απ’ το δυνατό ντουπ ντουπ που έκανε η καρδιά της. Άπλωσε το χέρι της να τον ακουμπήσει και με μιας αυτός έβγαλε μια φωνή κι εξαφανίστηκε τρέχοντας. Κι έμεινε η δρυάδα, με την καρδιά της να χτυπάει ρυθμικά, ενώ όλοι οι Αθάνατοι μαζεύτηκαν γύρω της περίεργοι απ’ τον παλμό.

Άλλαξε η ζωή στο Δάσος των Αθανάτων μετά από κείνη την ημέρα. Η Ζελού δεν έτρεχε ανέμελη, όπως πρώτα, ούτε φρόντιζε με την ίδια αφοσίωση τα δέντρα και τα λουλούδια. Μόνο πήγαινε κάθε τόσο στις παρυφές του Δάσους, μην μπορώντας να περάσει στον κόσμο των θνητών, ελπίζοντας μόνο πως ο άνθρωπος θα γύριζε πίσω. Μάταια, όμως, μιας κι αυτός είχε τόσο πολύ τρομάξει απ’ την δρυάδα. Και μαράζωνε εκείνη, μέρα με τη μέρα κι είχε σβήσει το χαμόγελο απ’ τα χείλη της κι η αλαφράδα απ’ την περπατησιά της.

Πολύ ανησύχησε η Λιράνια για την φιλενάδα της κι όλο το Δάσος αντηχούσε τον παλμό της ξύλινης καρδιάς. Κι έκλαιγε πικραμένη η Ζελού πως ήταν τρομαχτική στην όψη, γι αυτό και είχε φύγει μακριά της ο άνθρωπος κι όσο κι αν της έλεγε το Σοφό Δέντρο πως ήταν πολύ όμορφη, απλά ήταν δρυάδα κι όλοι οι Αθάνατοι τρομάζουν με την λάμψη τους τους θνητούς, εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν να βρει έναν τρόπο να γίνει κι εκείνη άνθρωπος.

Είδε κι απόειδε η νύμφη και με παρακάλια πήγε στην Μεγάλη Μάγισσα να ζητήσει την συμβουλή της. Κι εκείνη, που ήταν κάποτε άνθρωπος, κούνησε το άσπρο της κεφάλι και της είπε αυτά τα λόγια:

«Φορτίο βαρύ έχει στο στήθος της η Ζελού, γιατί οι ξύλινες καρδιές δεν φτιάχτηκαν για να χτυπάνε. Όμως εκείνη αγαπάει κι είναι ο έρωτας –για σας τους Αθανάτους- μαρτύριο αβάσταχτο. Και για τους ανθρώπους είναι πόνος, αλλά οι δικές τους καρδιές είναι από σάρκα και φτιαγμένες γι αγάπη, όπως ήταν κάποτε κι η δική μου. Η Ζελού δεν θα βρει ανάπαυση πουθενά στο Δάσος μας πια, όταν χτυπήσει η ξύλινη καρδιά, γίνεται ο παλμός της οδηγός. Γι αυτό και θα σου πω το ξόρκι που πρέπει να κάνει, για να γίνει θνητή και να σμίξει με τον άνθρωπο που αγαπάει. Σου λέγω, όμως, τούτο, Λιράνια, σε σένα μόνο: είτε το ξόρκι πετύχει, είτε όχι, η αγάπη θα νικήσει κι ο παλμός θα χτυπά για πάντα.»

 

 

Τα ‘χε κάνει όλα όπως της τα ‘χε πει η Λιράνια: τα λόγια, το σχήμα, όλα της φαινόντουσαν σωστά, αλλά συνέχισε να παραμένει δρυάδα: πράσινη, με μαλλιά από φύλλα και ξύλινη καρδιά. Ο Τούφικο την έβλεπε να παιδεύεται και να ματώνει και να κλαίει και να πεισμώνει και να κλαίει πάλι, μέχρι που το φεγγάρι που θα την έκανε άνθρωπο έδυσε κι εκείνη έμεινε να κοιτάζει τη μικρή καρδούλα που ‘χε φτιάξει με τις ίνες. Τη φίλησε τρυφερά κι έκλαψε, ξέροντας ότι το φεγγάρι θα ‘ταν πάλι μια αγκαλιά μακριά μετά από χρόνια ατελείωτα.

«Να τον έβλεπα τουλάχιστον λιγάκι, μια φορά μονάχα ακόμα» τραύλισε μέσα απ’ τα δάκρυά της. «Να ήξερε ότι υπάρχω, ότι θέλω την ξύλινη καρδιά μου να την κάνω καρδιά ανθρώπου και να τη δέσω με την δική του...»

Έκλαψε η δρυάδα, ενώ ο Τούφικο ο Μικροκαμωμένος της χάιδευε τα δάχτυλα, μέχρι που ξημέρωσε και βγήκε ο ήλιος κι εκείνη έκλαιγε ακόμα. Κι όπου έσταζαν τα δάκρυά της, άνθιζαν λουλούδια μεγάλα και ροδαλά, μέχρι που ο Τούφικο τρόμαξε πως θα τους πνίξουν με το μέγεθός τους κι έτρεξε γρήγορα (γιατί τους Μικροκαμωμένους δεν τους έπιανε κανείς στο τρέξιμο, ούτε οι Κένταυροι, ούτε οι νεράιδες) να φωνάξει τη Λιράνια τη νύμφη, την φιλενάδα της Ζελού.

Μέχρι να φτάσουν, ένιωσαν κι οι δύο έναν παλμό, ευγενικό, μα δυνατό, να ‘ρχεται από κει που καθόταν η Ζελού. Κι όταν στο τέλος έφτασαν, δεν μπορούσαν να την βρουν ανάμεσα απ’ τα λουλούδια. Μόνο η ξύλινη καρδιά της ήταν στο χώμα, που χτυπούσε τραβώντας τους Αθάνατους κοντά της.

Άκουσε από μακριά ο άνθρωπος αυτό τον παλμό, που ήταν φτιαγμένος για τ’ αυτιά των Αθανάτων και κατάλαβε ότι υπήρχε κάπου μια καρδιά που χτυπούσε γι αυτόν. Κι έτρεξε, μαγεμένος, νικώντας όλους τους φόβους του, στο Δάσος των Αθανάτων κι εκείνοι δεν τον εμπόδισαν καθόλου, ούτε κρύφτηκαν απ’ την ματιά του, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα του όλα εκείνα που έκαναν την ξύλινη καρδιά της δρυάδας να χτυπά.

Γονάτισε εκείνος ανάμεσα στα λουλούδια και πήρε στα χέρια του την καρδιά της Ζελού, ακουμπώντας την τρυφερά στο δικό του στήθος, ενώνοντας τον παλμό της με τον δικό του, μέχρι που έγιναν ένας χτύπος σαν μουσική και στον ρυθμό του χόρεψαν όλοι οι Αθάνατοι, νιώθοντας μια ευτυχία που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, ούτε να αντισταθούν.

Οι δυο καρδιές, η ξύλινη κι η ανθρώπινη, έμειναν μαζί ενωμένες για πάντα, κάνοντας τον κόσμο ολάκερο να τραγουδά, να χορεύει, να ζει και να ονειρεύεται τον παλμό της αγάπης τους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Κατ' αρχήν, σε ευχαριστώ που το έγραψες. Κατά δεύτερον, σε ευχαριστώ για το happy end, για το οποίο δεν έλπιζα, και ίσως να μην είναι αυτό που θα με...χόρταινε, είναι όμως υπέροχο. Μου έδωσε μια ευτυχία που ούτε εγώ μπορώ να εξηγήσω, ούτε να της αντισταθώ.

 

Θα κλείσω τώρα αυτό το ποστ, και το πανέμορφο παραμύθι θα γλιστρίσει και θα χαθεί ηλεκτρονικά. Το θέλω σε βιβλιαράκι με έγχρωμη εικονογράφιση, ανάμεσα σε άλλα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου για να ξέρω που κοιμάται, να ξέρω πως το έχω, και να νιώθω ήσυχος. Γι αυτό εύχομαι να μην αργείς...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

'nk you. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Πανέμορφο παραμύθι, μαγικό, αέρινο, γεμάτο ζωντανές εικόνες και μυρωδιά δάσους.

Η αγάπη όντως δεν ξεχωρίζει ανώτερα και κατώτερα όντα. Ο,τι κάνει την καρδιά μας να χτυπά, το κάνει για πάντα.

Το είπε και η Μεγάλη Μάγισσα "η αγάπη θα νικήσει κι ο παλμός θα χτυπά για πάντα".

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Μια πολύ γλυκιά και τρυφερή ιστορία με ένα συγκλονιστικό τέλος. Είναι προφανές πως έχεις χρησιμοποιήσει τη μαγική σου πέννα. Δεν μπόρεσα ούτε στιγμή να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από την οθόνη. Χαίρομαι όταν διαπιστώνω πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γράψουν με το μέλι. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Είναι όντως πανέμορφο και σε ευχαριστώ πολύ που επέστρεψες, που μοιράζεσαι και πάλι τις ιστορίες σου μαζί μας και μου έφτιαξες τη νύχτα μιας αρκετά δύσκολης μέρας. Δε μπορώ να τη σχολιάσω αυτή τη στιγμή, ούτε και να σου πω τι θα μπορούσες να της κάνεις αν την ξανάπιανες. Δε θέλω κιόλας για να είμαι ειλικρινής, μην το χαλάσω αυτό που μου άφησε. Άμα παλιώσει θα το προσπαθήσω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Πολυ γλυκο παραμυθι με εναλλαγες χαρας, στεναχωριας, ελπιδας και αγαπης. Οταν το διαβαζα το εβλεπα στο μυαλο μου ως εργο μιουζικαλ για καποιο λογο με νεραιδενιες μπαλαρινες. Πολυ δυνατη η φραση σου "οι ανθρωπινες καρδιες ειναι απο σαρκα και φτιαγμενες για αγαπη". Με αγγιξε πολυ. Μου θυμισε κατι που ειχα διαβασει. Τουρτες σε σχημα καρδιας, παστες σε σχημα καρδιας, κοσμηματα, καρτες, κερακια ολα σε σχημα καρδιας.Και μονο η καρδια δεν εχει σχημα καρδιας.Γιατι μοιαζει με γροθια βουτηγμενη στο αιμα, γιατι φτιαχτηκε για παθη, για λαθη, για ερωτα, για μισος, για πονο, γι’αγαπη, για ονειρα κατακοκκινα.Και αυτα δεν εχουν σχημα καρδουλας. Εχουν σχημα ζωης.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..