Jump to content
Sign in to follow this  
Oberon

4ος Διαγωνισμός Flash Fiction Live

Recommended Posts

Adinol Doy

Ἡ μπύρα μου κοντεύει νὰ τελειώσει καὶ πάω γι' ἄλλη. Μέχρι τὸ τέλος, θὰ ἔχω γίνει κουρούμπελο. Χίκ!

Share this post


Link to post
Share on other sites
nikosal

[...Για να δούνε το θέμα του διαγωνισμού όσοι μπουν τώρα στην πρώτη σελίδα...]

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Χα! βρήκα και στρώνομαι :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Αγχωτικό πράγμα! Γουστάρω κάργα. Έκανα την επίκληση στην μούσα μου και το αποτέλεσμα...είδωμεν! Μια γρήγορη διόρθωση εδώ κι εκεί... και το ανεβάζω. Κάπου 600 λέξεις πρέπει να είναι...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΡΟ

Πάνω σ’ έναν καμβά ενός πολύ διάσημου Ιταλού ζωγράφου συναντήθηκαν κάποτε ένας δράκος κι ένα άστρο. Εκείνον -γιατί όλοι οι δράκοι είναι αρσενικοί στους καμβάδες των διάσημων ζωγράφων- τον έλεγαν Κοραλλένιο. Κι εκείνη -διότι ο ζωγράφος ήταν Ιταλός κι οι Ιταλοί έχουν τα άστρα για θηλυκά- την έλεγαν Μαρμαρυγή. Στην αρχή δεν έδωσαν ο ένας σημασία στον άλλον, γιατί ο ζωγράφος δεν είχε ακόμη τελειώσει τον καμβά του, κρατούσε το πινέλο του και κοιτούσε βλοσυρός κι υπολόγιζε την ένταση του φωτός σε τούτο και σε κείνο το σημείο. Ο Κοραλλένιος ανησυχούσε για τις φολίδες του κι αναρωτιόταν αν θα μπορούσε ποτέ παλέτα μαγική ν’ ανακατέψει έτσι τα χρώματα που ν’ αποδώσει τέλεια το μοναδικό του χρώμα, ίδιο με του κοραλλιού. Κι η Μαρμαρυγή αναρωτιόταν κι αυτή, αν θα μπορούσε ποτέ κανείς να εφεύρει μια σκόνη μυστική που να φωσφορίζει και να επιτρέπει σ’ έναν Ιταλό ζωγράφο να ζωγραφίσει ένα χαρούμενο άστρο.

 

Ο ζωγράφος ζωγράφισε και ζωγράφιζε και ζωγράφιζε, μια πινελιά εκεί, μια μουτζούρα εδώ, μια γραμμούλα παραπέρα κι όσο η ώρα περνούσε, ο Κοραλλένιος κι η Μαρμαρυγή δυσφορούσαν. Πότε θα τελειώσει αυτός ο καμβάς; ρωτούσαν ο καθένας τον εαυτό του. Πότε θα σταματήσει τις διορθώσεις ετούτος ο Ιταλός ζωγράφος; Πότε θα έρθουν οι υπηρέτες του με τα εφαρμοστά πανταλόνια και τα φουσκωτά μανίκια, να πάρουν τον καμβά από το τρίποδο, να τον τυλίξουν σε μαλακά πανιά και σε δυνατά σκοινιά, να τον μεταφέρουν με μια γόνδολα σ’ ένα αψηλό και πλουμιστό σπίτι;

 

Α, σκεφτόταν ο Κοραλλένιος, να, έτσι θα τραβήξει κάποιος το μαλακό πανί. Έτσι το φως του ήλιου θα με χτυπήσει από το πλάι κι οι πινελιές στις φολίδες μου θα το αντανακλάσουν, φιλτράροντας όλα τα χρώματα εκτός από εκείνο της φωτιάς! Να, κάπου εκεί θα στέκεται ένας αφέντης γενναίος κι όμορφος, με τα χέρια στην πλάτη και στο στήθος ένα χρυσό μενταγιόν εξουσίας. Να, κάπου εκεί θα είναι καθισμένη μια όμορφη κυρά, μια μαργιόλα και μαυρομάτα, με ξανθά μαλλιά και μαύρα ματόκλαδα, με μια μισοτελειωμένη ταπισερί στο τελάρο της και τις θεραπαινίδες της στα πόδια της να σιγοτραγουδούν. Και να, έτσι, «αχ!», θα κάνει όταν με πρωτοδεί και θα φέρει το δεξί της χέρι στο στόμα της και τ’ αριστερό στην καρδιά της, γιατί θα νομίζει -αχ, όμορφη κυρά! να σε ξεγέλασε η τέχνη του Ιταλού ζωγράφου;-, θα νομίζει πως ο καμβάς πήρε φωτιά. Κι ο άντρας της, άρχοντας και κύρης της και αγαπημένος, θα την αγκαλιάσει και θα πει: «αλήθεια, όμορφη κυρά μου, ετούτος δω ο δράκος είναι σαν αληθινός, μα εσύ μη φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι στο πλάι σου και τίποτε δε θ’ αφήσω να σε πειράξει». Κι η κυρά, η όμορφη κυρά, η μαργιόλα κι η μαυρομάτα, θα παίξει τα μαύρα της ματόκλαδα και θα χαμηλώσει τα μαύρα της μάτια και δειλά αλλά ανυπόμονα, θα στείλει τις θεραπαινίδες της στο δωμάτιο του μωρού της, να δουν αν το αφεντόπουλο είναι καλά. Κι όσο οι θεραπαινίδες θα είναι αλλού, εκείνη την αγκάλη της και τα φιλιά της και τα γλυκύτερα από μέλι χάδια της θα δώσει του αντρός της κι όλη την ώρα κλεφτές ματιές θα μου ρίχνει, πονηρές, να μη μαρτυρήσω το μυστικό της. Κι εγώ, Κοραλλένιος και δράκος, βουβά θα της ορκιστώ ότι ποτέ στον κύρη μας δε θα το πω, πως δεν τρόμαξε στ’ αλήθεια η καλή κυρά, αλλά για τον φέρει στην αγκάλη της και στα χάδια της και στα φιλία της έκαμε μονάχα ότι τρομάζει. Κι ύστερα, για τα επόμενα πενήντα χρόνια, κάθε φορά που οι δυο τους θα συναντιούνται μπροστά μου, θα θυμούνται εκείνη την πρώτη φορά που με είδαν και πιο γλυκά και πιο αγαπημένα θα πλαγιάζουν μαζί, ως να τελειώσουν την ευτυχισμένη ζωή τους.

 

Κι από την άλλη, α, σκεφτόταν η Μαρμαρυγή, να, έτσι θα τραβήξει κάποιος το μαλακό πανί. Έτσι το φως του ήλιου θα με χτυπήσει από το κατά πρόσωπο κι οι πινελιές στις γωνίες μου θα το αντανακλάσουν, φιλτράροντας όλα τα χρώματα εκτός από εκείνο του μαργαριταριού! Να, κάπου εκεί θα στέκεται ένας αφέντης γενναίος κι όμορφος, με τα χέρια στην πλάτη και στο στήθος ένα χρυσό μενταγιόν εξουσίας, ένας λεβέντης κι ασίκης, με ξανθά μαλλιά και μαύρα ματόκλαδα. Να, κάπου εκεί θα είναι καθισμένη μια όμορφη κυρά, με μια μισοτελειωμένη ταπισερί στο τελάρο της και τις θεραπαινίδες της στα πόδια της να σιγοτραγουδούν. Και να, έτσι, «αχ!», θα κάνει όταν με πρωτοδεί ο κύρης και θα φέρει το δεξί του χέρι στο στόμα του και τ’ αριστερό θα το απλώσει στην κυρά του, γιατί θα νομίζει -αχ, αφέντη μου γενναίε! να σε ξεγέλασε η τέχνη του Ιταλού ζωγράφου;-, θα νομίζει πως ο καμβάς έχει επάνω δεμένο έναν καθρέφτη. Κι η κυρά του, όμορφη και καλή και αγαπημένη, θα τον αγκαλιάσει και θα πει: «αλήθεια, αφέντη μου γενναίε, ετούτο δω το άστρο είναι σαν αληθινό, μα εσύ μη φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι στο πλάι σου και τίποτε δε θ’ αφήσω να σε πειράξει». Κι ο αφέντης, ο γενναίος αφέντης, ο λεβέντης κι ασίκης, θα παίξει τα μαύρα του ματόκλαδα και θα χαμηλώσει τα μαύρα του μάτια και δειλά αλλά ανυπόμονα, θα στείλει τις θεραπαινίδες της κυράς στο δωμάτιο του μωρού τους, να δουν αν το αφεντόπουλο είναι καλά. Κι όσο οι θεραπαινίδες θα είναι αλλού, εκείνος την αγκάλη του και τα φιλιά του και τα γλυκύτερα από μέλι χάδια του θα δώσει της καλής του κι όλη την ώρα κλεφτές ματιές θα μου ρίχνει, πονηρές, να μη μαρτυρήσω το μυστικό του. Κι εγώ, Μαρμαρυγή και αστέρι, βουβά θα του ορκιστώ ότι ποτέ στην κυρά μας δε θα το πω, πως δεν τρόμαξε στ’ αλήθεια ο γενναίος αφέντης, αλλά για την φέρει στην αγκάλη του και στα χάδια του και στα φιλία του έκαμε μονάχα ότι τρομάζει. Κι ύστερα, για τα επόμενα πενήντα χρόνια, κάθε φορά που οι δυο τους θα συναντιούνται μπροστά μου, θα θυμούνται εκείνη την πρώτη φορά που με είδαν και πιο γλυκά και πιο αγαπημένα θα πλαγιάζουν μαζί, ως να τελειώσουν την ευτυχισμένη ζωή τους.

 

Κι όσο να τα σκεφτούν αυτά ο δράκος και το άστρο, ο Ιταλός ζωγράφος που ήταν διάσημος πολύ είχε τελειώσει τον καμβά του και τον κοιτούσε περήφανος και χαρούμενος πολύ. Κι ίσα που σκούπισε τις μπογιές από τα χέρια του, ίσα που ξέβγαλε λίγο τα λεπτά του πινέλα κι ύστερα ούτε τους υπηρέτες του με τα εφαρμοστά πανταλόνια και τα φουσκωτά μανίκια φώναξε, ούτε μαλακά πανιά ζήτησε, ούτε δυνατά σκοινιά χρησιμοποίησε. Μόνο με τα δυο του χέρια, ακόμη υγρά από το νερό σήκωσε τον πίνακα και πήρε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα του σπιτιού του.

 

«Πού μας πάει;» αναρωτήθηκαν τότε ο Κοραλλένιος κι η Μαρμαρυγή. Ποιος άραγε θα είναι εκείνος ο βιαστικός αφέντης που θέλει από τώρα να μας συναντήσει, χωρίς τα μαλακά πανιά μας και χωρίς τα δυνατά σκοινιά μας; Τότε ο ζωγράφος άνοιξε μια πόρτα σπρώχνοντάς την με τη μύτη του παπουτσιού του και μπήκε σ’ ένα δωμάτιο παιδικό κι απίθωσε τον πίνακα πάνω σε μια καρέκλα απέναντι από δυο παιδικά κρεβάτια.

 

«Αφέντη μου γενναίε,» είπε τότε, «λεβέντη μου κι ασίκη κι εσύ όμορφη κυρά μου μαργιόλα, μαυρομάτα, για δείτε, για δείτε ποιος ήρθε να σας συναντήσει!» Τότε από τα παιδικά κρεβάτια πετάχτηκαν ορθά δυο όμορφα παιδάκια, ένα αγόρι χρυσό κι ένα κορίτσι μαλαματένιο και πλησίασαν τον νωπό ακόμη καμβά. «Πατέρα,» ρώτησαν τότε, «πατέρα μας, πώς το κατάφερες αυτό; Πώς βρήκες παλέτα μαγική ν’ ανακατέψει έτσι τα χρώματα που ν’ αποδώσει τέλεια το χρώμα του κοραλλιού στις φολίδες του δράκου, πώς βρήκες μια σκόνη μυστική που να φωσφορίζει και να επιτρέπει σ’ έναν Ιταλό ζωγράφο να ζωγραφίσει ένα χαρούμενο άστρο;» Κι ο ζωγράφος έριξε μια κλεφτή ματιά στον Κοραλλένιο και τη Μαρμαρυγή, πονηρή, να μη μαρτυρήσουν το μυστικό του. Κι εκείνοι, δράκος κι άστρο, βουβά του ορκίστηκαν ότι ποτέ στους αφέντες τους δε θα το πουν, πως εκείνος δε βρήκε ούτε παλέτα μαγική ούτε σκόνη μυστική. Κι ότι μόνο αγάπη, αγάπη τρυφερή είναι ικανή ένα δράκο κι ένα άστρο να κά-νει να λάμπουν.

Edited by Naroualis
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nova

Η Συνάντηση.

Ήταν η εικοστή επέτειος από την μάχη με τον Εχθρό στην τροχιά της Σελήνης. Όπως κάθε φορά ο καπετάνιος είχε ήδη ετοιμάσει τη στολή του από την προηγούμενη ημέρα. Την είχε καθαρίσει και την είχε σιδερώσει και εκείνο το πρωί την φόρεσε με την ίδια υπερηφάνεια όπως την ημέρα που συναντήσανε τον Εχθρό. Ο Καπετάνιος αναρωτήθηκε ποιοι θα έρθουν στη συνάντηση εκείνη την χρονιά. Γιατί όσο και να σεβότανε την επέτειο ο κόσμος είχε τη δικιά του ζωή τώρα πια. Κάποιοι είχανε παντρευτεί και κάνει παιδιά, κάποιοι υπηρετούσανε σε σκάφη που ήτανε σε αποστολές στον Κρόνο ή τον Πλούτωνα, κάποιοι είχανε πεθάνει.

 

Ο Καπετάνιος φόρεσε και το πηλίκιό του για το οποίο ήτανε πολύ περήφανος. Το πηλίκιο που είχε την ημέρα της μάχης το έχασε όταν μια ακτίνα του Εχθρού χτύπησε το σκάφος και δημιούργησε ρήγμα. Το πηλίκιό του ήταν ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι της καμπίνας του και ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που χαθήκανε στο διάστημα από την αποσυμπίεση, πριν το σκάφος κλείσει το ρήγμα με τα αυτόματα συστήματα ασφάλειας. Το πηλίκιο που φορούσε εκείνη την ημέρα του το είχε δώσει ο ίδιος ο Ναύαρχος όταν έμαθε τι έγινε το δικό του. Ο Ναύαρχος τον παρότρυνε να το κρατήσει χωρίς να αλλάξει τα χρώματα του βαθμού, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του στην Τελική Μάχη, αλλά εκείνος δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο. Άλλαξε ότι μπορούσε από τα χρώματα κόβοντας και ράβοντας και το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό. Όχι τέλειο αλλά δεν μπορούσε να περιμένει τελειότητες. Όχι μετά από την Τελική Μάχη.

 

Η Τελική Μάχη στοίχισε πολλά στη Γη και στις αποικίες τις. Οι περισσότερες αποικίες, στον Άρη και στη ζώνη των αστεροειδών έπρεπε να εγκαταλειφθούν και η ίδια η Γη δέχθηκε πολλά πλήγματα από τα όπλα του εχθρού, εκατομμύρια πέθαναν εκείνη την ημέρα και οι οικονομίες των περισσότερων περιοχών ακόμα δεν είχανε συνέλθει.

 

Αλλά τα είχανε καταφέρει ο Εχθρός δεν ήταν πλέον στο ηλιακό σύστημα, είχανε υποχωρήσει και είχανε εγκαταλείψει το Γήινο διάστημα. Ήταν πλέον ελεύθεροι από τον Εχθρό που ποτέ δεν είχανε μάθει ούτε το όνομά του.

 

Ο Καπετάνιος χαμογέλασε στην ανάμνηση των σκαφών του εχθρού που διαλύονταν αργά μετά από συνεχείς εκρήξεις, χάνοντας αέρα ή οτιδήποτε ήταν αυτό που ανέπνεε ο εχθρός πέφτοντας αργά προς τη Σελήνη.

 

Βγήκε από το σπίτι και ανοίγοντας την πόρτα θυμήθηκε πως έπρεπε να φωνάξει και πάλι τον κλειδαρά, γιατί και πάλι η κλειδαριά δεν αναγνώριζε το DNA του για να ανοίξει ενώ πλησίαζε, αλλά χρειαζόταν να την ανοίξει με το χέρι. Τουλάχιστον η κλειδαριά διάβαζε τα αποτυπώματά του με την αφή και δεν έμενε κλεισμένος στο σπίτι, αλλά και πάλι οι καιροί ήτανε δύσκολοι αλλά και εκείνος ήτανε Καπετάνιος του Ομοσπονδιακού Διαστημικού Στόλου, δεν μπορούσε να καλεί συντρόφους αξιωματικούς και να τους αναγκάζει να ακουμπούνε την πόρτα.

 

Έξω είχε λιακάδα. Είχανε περάσει χρόνια μέχρι ο καιρός να σταθεροποιηθεί, αλλά και αυτό έγινε. Το μεσογειακό κλίμα της Ανατολικής Ισπανίας είχε γίνει τα τελευταία χρόνια αρκετά θερμό, πλησιάζοντας θερμοκρασίες Σαχάρας, και η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση υποσχόταν πως η νέα γενιά μετεωρολογικών δορυφόρων θα έλυνε το πρόβλημα μέσα σε μερικούς μήνες, αλλά περιμένανε εδώ και χρόνια να τοποθετηθούν. Το κόστος της Τελικής Μάχης και εδώ.

 

Έξω ο καπετάνιος δεν συνάντησε πολύ κόσμο. Κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά για την Κυβέρνηση, έκανε τόση ζέστη που ο κόσμος δεν ήθελε να βγει από τα σπίτια του. Και ο ίδιος ζεσταινόταν στην μάλλινη στολή του, αλλά σήμερα ήταν η συνάντηση, στην επέτειο της Τελικής Μάχης, του μεγαλύτερου θριάμβου της ανθρωπότητας.

 

Και δεν θα ήταν μόνο το πλήρωμά του, όλοι όσοι πολεμήσανε σε αυτή τη μάχη θα ήτανε εκεί και ο Καπετάνιος δεν έβλεπε την ώρα να τους συναντήσει.

 

Το σπίτι του ήταν λίγες εκατοντάδες μέτρα από το αστροδρόμιο και πήγε εκεί με τα πόδια, φτάνοντας μπροστά στο φρουρό της πύλης ντυμένο με τη γιορτινή του στολή του ανταπέδωσε το χαιρετισμό και προχώρησε προς το σκάφος του που δέχθηκε τόσες ζημιές που η κυβέρνηση αποφάσισε πως δεν μπορούσε να το επισκευάσει και το έκανε μουσείο.

 

Με μεγάλη του έκπληξη είδε σχεδόν όλο το πλήρωμά του παραταγμένο μπροστά του να τον χαιρετάει στρατιωτικά και ανταπέδωσε με υπερηφάνεια το χαιρετισμό θυμωμένος τι είχανε πετύχει μαζί. Ο Ναύαρχος που του είχε δώσει το πηλίκιό, του έκανε νόημα να ανεβεί στο βάθρο να δώσει τον πανηγυρικό λόγο πράγμα που έκανε με τιμή και υπερηφάνεια. Στο τέλος με δάκρυα στα μάτια χαιρέτησε ακόμη μια φορά το πλήθος των αξιωματικών που στεκόταν προσοχή μπροστά του και κατέβηκε για να αφήσει και άλλους να εκφωνήσουν λόγους.

 

Αλλά μπροστά του δεν ήταν οι παλιοί του αξιωματικοί που στεκόταν ακίνητοι τόση ώρα. Ήταν κούκλες από καταστήματα ρούχων που φορούσανε στρατιωτικές στολές. Όπως και ο φρουρός μια ακόμη κούκλα με το χέρι κολλημένο στο μέτωπο να χαιρετάει τον Καπετάνιο κάθε φορά που ερχόταν να τους δει και να εκφωνήσει πάντα τον ίδιο λόγο, πράγμα που συνέβαινε μια με δύο φορές την ημέρα τα τελευταία χρόνια.

 

Το σκάφος ήτανε ένα άδειο κουφάρι και το μοναδικό που είχε σωθεί ήταν η αποθήκη τροφίμων με τα τρόφιμα μακράς διάρκειας που χρησιμοποιούσανε στα ταξίδια. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Καπετάνιος ήταν ακόμη ζωντανός μετά από τόσα χρόνια και ενώ όλοι οι άλλοι είχανε πεθάνει.

 

Γιατί η Τελική Μάχη χάθηκε και ο Εχθρός έκανε αυτό που είχε έρθει από την αρχή να κάνει. Βομβάρδισε όλη τη Γη προκαλώντας καταστροφές και εξολοθρεύοντας πάνω από το ενενήντα της εκατό του πληθυσμού, οδηγώντας την ανθρωπότητα σε αφανισμό.

 

Τα μέλη του πληρώματος που επιζήσανε από τη μάχη πεθάνανε λίγους μήνες αργότερα από τα τραύματα και την έκθεση στην ακτινοβολία ενώ το ειδικά σχεδιασμένο ανοσοποιητικό σύστημα του Καπετάνιου, σχεδιασμένο στα βιολογικά εργαστήρια του στρατού, τον κράτησε ζωντανό.

 

Αλλά δεν μπόρεσε να τον κρατήσει μακριά από την τρέλα όπως έκανε και με το θάνατο.

 

Ο Καπετάνιος περπάτησε αργά και βγήκε από τη βάση χαιρετώντας ακόμη μια φορά την κούκλα στην είσοδο, κατευθυνόμενος στο σπίτι του.

 

Τον περίμενε η γυναίκα του με ζεστό σπιτικό φαγητό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΗΛΙΟΓΕΡΜΑ

 

 

 

Θάλασσα: Κοίταξε τους.

 

Ήλιος: Δεν μπορώ να δω καλά, τα Βουνα στέκονται μπροστά μου. Τι κάνουν;

 

Θάλασσα:Έρχονται προς τα εδώ. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Θα στείλω τα Κύματα για να τους ακούσουν.

 

Ήλιος: Κι εγώ θα στείλω τα Αστέρια για να τους δούνε. Η αδελφή μου η Σελήνη είναι ακομη μακριά και εγώ νυστάζω τόσο πολύ. Είναι ώρα να πέσω.

 

Αμμουδιά: Το γρασίδι τους άκουσε να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον. Οι λεπίδες του, τους άκουσαν να χαιρετούν ο ενας τον άλλον και να γελούν. Έκρυβαν δισταγμό οι φωνές τους, ίσως φόβο… Όχι, κάτι άλλο πιο ζεστό, πιο κρυμμένο. Τώρα στέκονται πάνω μου.

 

Θάλασσα: Που πηγαίνουν;Ο Ήλιος έφυγε κι εγώ δεν βλέπω πολύ καλά.

 

Αμμουδιά: Δεν έρχονται σε σένα Αφέντρα Θάλασσα. Έστριψαν και περπατούν κατα μήκος του κορμιού μου. Τα βήματα τους είναι ελαφρά.

 

Κύματα: Περίμενε μας Αμμουδιά, θα έρθουμε δίπλα σου για να παρατηρούμε καλύτερα.

 

Αστέρια: Ήρθαμε κι εμείς. Μας έστειλε ο θείος Ήλιος. Ναι, τους βλέπουμε καθαρά. Περπατούν πλάι πλάι.

 

Ανεμος: Πέρασα ανάμεσα από τα μαλλιά τους και τους ένιωσα να τρέμουν αλλά δεν τους έφερα κρύο. Μονάχα δροσιά στο πρόσωπο τους. Γιατί τρέμουν. Τι είναι αυτός ο φόβος που νιώθουν;

 

Αστέρια:Μήπως η Θάλασσα τους τρομάζει; Όταν καποια από εμάς σκοντάψουν, πέφτουν στα νερά της και σβήνουν. Γι'αυτό εμείς την φοβόμαστε.

 

Θάλασσα: Όχι, αυτό δεν γίνεται. Το κορίτσι έρχεται συχνά σε μένα. Την κρατάω επάνω για να βλέπει τον Ουρανό και τον Ήλιο, και αυτή βουτάει μέσα μου για να δει τα Κοχύλια στον βυθό. Τα μαλλιά της είναι κόκκινα σαν τα κοράλλια, και τα μάτια της γυαλιστερά σαν τα μαργαριτάρια που κοιμούνται ανάμεσα τους.

 

Κοχύλια: Ναι, την έχουμε δει. Μας γυριζει χαμογελαστή ανάμεσα στα δάχτυλα της και μας ξαναφήνει κάτω. Μήπως η άμμος σου τους καίει Αμμουδιά;

 

Αμμουδιά: Ο Ήλιος έχει πάει για ύπνο εδώ και ώρα και η ανάσα του Ανέμου με αγκαλιασε και με ανακούφισε.

 

Κύματα: Κοιτάξτε. Σταμάτησαν αλλά το σκοτάδι τους κρύβει από τα μάτια μας. Αστερια μπορείτε να τους πλησιάσετε;

 

Αστέρια: Φοβόμαστε την Θάλασσα αλλά να, ξεπροβάλει η μητέρα μας. Αυτή θα τους φωτίσει.

 

Σελήνη: Ήρθα κι εγώ και το φως μου τους αποκαλύπτει. Ναι κι εγώ τους ξέρω. Τους έχω δει να με κρατάνε μέσα στα μάτια τους. Αλλά δεν τους έχω ξαναδεί μαζί.Έχω δει το αγορι ανάμεσα στα Νυχτολούλουδα και στο Γρασίδι του σπιτιού του, μακριά από εδώ, να παρατηρεί εμένα και τα παιδιά μου. Αλλά δεν τον έχω ξαναδεί να μου χαμογελάει. Όχι έτσι.

 

Θάλασσα: Κύματα πλησιαστε τους κι άλλο. Την ώρα αυτή, συνήθως ηρεμώ αλλά τώρα θέλω να δω τι κάνουν. Δεν υπάρχει κανείς άλλος τριγύρω;

 

 

Αστέρια: Όχι Αφέντρα, κανείς άλλος δεν μας κοιτάζει εκει κάτω. Τα μάτια τους κοιτάνε το έδαφος και όχι τον ουρανό.

 

Αμμουδιά: Κανείς άλλος δεν πατάει επάνω μου. Όταν φτάσει το ηλιόγερμα, οι υπόλοιποι φεύγουν για να κοιμηθώ.

 

Κύματα: Κοιτάξτε!

 

Αστέρια: Μα… αυτοί μοιάζουν να λάμπουν περισσοτερο από εμάς τώρα. Τι συνεβη;

 

Κύματα: Πήρε το χέρι της στο δικό του. Τα δάχτυλα τους μπλέχτηκαν.

 

Αμμουδιά: Την κρατάει για να μην σκοντάψει στο γέρικο κορμί μου.

 

Άνεμος: Αμμουδιά, δεν σκέφτεσαι σωστά. Την κρατάει γιατί την θέλει κοντά του. Το γεύτηκα στον ιδρώτα του μετώπου του, στην ανάσα που με φιλάει από το στόμα του. Τα μάτια του έχουν γεμίσει με τα δικά της.

 

Θάλασσα: Σηκωθείτε παιδιά μου, φέρτε με πιο κοντά τους.

 

Κύματα:Μας παρατηρούνε. Μήπως οι φωνές μας τους τρομάζουν;

 

Άνεμος: Δεν νομίζω καλά μου Κύματα. Δεν τρέμουν πια.

 

Αμμουδιά: Σταμάτησαν και κάθισαν. Τα χερια τους είναι ακόμη ενωμένα.

 

Σελήνη: Τώρα καταλαβαίνω. Ελάτε παιδιά μου και ρίξτε και το δικό σας φως επάνω τους. Το έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές. Άνεμε νοτιά, δρόσισε το πρόσωπο τους γιατί σύντομα θα είναι ζεστό. Αμμουδιά κράτησε τα κύματα πίσω. Δεν είναι πια δύο άνθρωποι. Είναι ενωμένοι. Θα το καταλάβουν σύντομα ακόμη κι αν δεν το ξέρουν, ακόμη κι αν φοβούνται να το ξεστομίσουν. Το έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές.

 

Άνεμος: Η καρδιά τους πάλλεται.Η ανάσα τους είναι κοφτη σαν να θέλουν να την μοιραστούν μεταξύ τους.

 

Κύματα: Δεν φαινονται να μας ακούνε. Τι κανουν;

 

Θάλασσα: Δεν έχουμε όνομα γι’αυτό μικρά μου, αλλά μπορεί να έχει περισσότερη δύναμη κι από μένα όταν παίζω με τον πατέρα σας τον Άνεμο.

 

Σελήνη: Και μπορεί να κρύψει μέσα του όσο φως βγάζω από μέσα μου, κι εγώ και τα παιδιά μου.

 

Αμμουδιά: Και να απελευθερώσει περισσότερη αγάπη από αυτήν που έχει το κορμι μου για τον Ήλιο.

 

Θάλασσα:Οι άνθρωποι το αποκαλούν… φιλί.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

 

«Αμάν… άργησα πάλι…» σκέφτηκε η Έμα κοιτάζοντας το ρολόι στον τοίχο του υπερσύχρονου εργαστηρίου στο Imperial College. Είχε απορροφηθεί στις σημειώσεις της και ούτε που κατάλαβε ότι το φως έξω από παράθυρο είχε αρχίσει να μειώνεται αισθητά. Από τότε που ο καθηγητής Πέντρι την είχε επιλέξει ανάμεσα σε τόσους φοιτητές για να τον βοηθήσει στην έρευνά του, έχανε τις ώρες, τις μέρες, ξεχνούσε ακόμη και να φάει. Ήταν κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένη που θα έπαιρνε μέρος στην πραγματοποίηση ενός πανάρχαιου ονείρου: αυτό του αόρατου ανθρώπου. Είχε βοηθήσει στην κατασκευή ενός μανδύα, με την χρήση καινούργιων υλικών και άρτιας τεχνολογίας, που κατάφερνε να γυρίζει το φως πίσω από την κατεύθυνση που είχε έρθει κάνοντας αυτόν που τον φορούσε πραγματικά αόρατο.

 

Η Έμα μάζευε γρήγορα τις σημειώσεις της προσπαθώντας να τακτοποιήσει το εργαστήριο και να είναι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην συνάντηση που είχε με τον Μπρους στο αγαπημένο τους παρκάκι, λίγο πιο μακριά από το πανεπιστήμιο.

 

Στην σκέψη του και μόνο μια γλυκιά αίσθηση να την πλημμυρίζει. «Τι καλός που είναι …ευγενικός, τρυφερός, όμορφος, καλοσυνάτος…» σκέφτηκε με ένα χαμόγελο στα χείλη. Τον είχε γνωρίσει λίγο μετά την επιλογή της στην έρευνα –ενός καλού μύρια έπονται είχε αποφανθεί τότε- στην καφετέρια του πανεπιστημίου. Δεν υπήρχε ελεύθερη θέση αλλού και είχε καθίσει δίπλα της για να πιεί τον καφέ του. Κουβεντιάσανε για λίγο και ανακαλύψανε τόσο κοινά που ήταν φυσικό επακόλουθο να αρχίσουν να κάνουν παρέα. Η παρουσία του μετά από λίγο καιρό της είχε γίνει τόσο απαραίτητη που με χαρά δέχθηκε την πρότασή του να μετακομίσει στο σπίτι της. Από τότε είχε γίνει απίστευτα ευτυχισμένη. Την πρόσεχε και την φρόντιζε όσο κανένας άλλος δεν το είχε κάνει στην ζωή της. Ενδιαφερόταν για την δουλειά της και καθόταν με τις ώρες ακούγοντάς την να αραδιάζει τεχνικές λεπτομέρειες για τα «μετα-υλικά», την νανοτεχνολογία και τις ιδιότητες του φωτός και της όρασης.

 

Σήμερα είχε αποφασίσει να του κάνει μια έκπληξη: παρόλο που ο καθηγητής δεν είχε ανακοινώσει την ανακάλυψη του μανδύα, εκείνη θα τον φορούσε και θα πήγαινε αόρατη στην συνάντησή τους.

 

«Παράξενη αίσθηση» μουρμούρισε περπατώντας στον δρόμο προς το παρκάκι. Σαν να είχε βγεί από τα παραμύθια της γιαγιάς. Μπορούσε να δεί τα πάντα αλλά κανένας δεν φαινόταν να την βλέπει. Ακόμη και ένας σκύλος παραλίγο να πέσει πάνω της.

 

Είδε από μακριά τον Μπρους να κάθεται στο παγκάκι τους κάτω από την μεγάλη βελανιδιά. Δεν την είχε πάρει είδηση, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Μιλούσε στο κινητό του και έμοιαζε πολύ απορροφημένος στην συζήτηση του. Η Έμα πλησίασε χαζεύοντας τα κυματιστά του μαλλιά που τόσο της άρεσε να χαϊδεύει.

 

«…Στρατηγέ μου είναι κοντά η αποκάλυψη, μην έχεις άγχος » τον άκουσε να λέει. «Φυσικά και θα μου αποκαλύψει τα πάντα για τον μανδύα. Είναι τόσο χαζή – παρόλα τα πτυχία της- που εύκολα την έκανα να με ερωτευτεί. Νομίζει ότι από ενδιαφέρον για αυτή ακούω την πρόοδο της έρευνα της …Ναι σας λεω…από μέρα σε μέρα θα έχω στα χέρια μου τον μανδύα…Όχι δεν θα είναι δύσκολο… έχω βρει το κουμπί της….»

 

Η Έμα ένιωσε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Η ακοή της άρχισε να χάνεται, τα μάτια της σκοτείνιασαν, μια βοή γέμισε το κεφάλι της και μια πικρή γεύση ανέβηκε στο στόμα της. Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά που φοβήθηκε ότι θα την καταλάβαινε και εκείνος. Βάζοντας τα δυνατά της να μην λιποθυμήσει, έκανε μεταβολή και έφυγε τρέχοντας προς το εργαστήριο.

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Edit (Ξέχασα τίτλο:) Νυχτερινή συνάντηση...

 

Να τα φάει να τον ξεχάσει, να μην υπάρχει πια για εκείνη... Κι ύστερα θα χορέψουμε μαζί σε όλες τις ανατολές, σε κάθε δύση... Στα φεγγάρια των εραστών που θα μεσουρανίζουν τις ερχόμενες νύχτες και θα παιχνιδίζουν με τα κυπαρίσσια. Χρυσαφιά θα φαίνονται στο φως της Πρίμια, χρυσαφιά κι ακριβά, σαν τις στιγμές μας. Θα κολυμπήσουμε στα κύματα τις ώρες του ωκεανού, όταν η μπλε Σέξτια θα είναι ψηλά στον ουρανό και η πλάση ωκεανός θα μοιάζει. Και μέσα σε εκείνον τον απέραντο ωκεανό δυο ψυχές ενωμένες σε δυο κορμιά θα δείχνουν ένα, θα είναι ένα και τίποτα να τις χωρίσει δε θα μπορεί.

Ήταν καθισμένη κάτω από τον μεγάλο πλάτανο σιμά στη βρύση του χωριού, πλάι στο ρέμα. Κι ακούγοντας το νερό να κυλάει προς τα Νέλια για να βρει την Αλμυρή κι εκείνη να το αγκαλιάσει, οι συνειρμοί της ήταν αρωματικοί, σαν το καλό κρασί. Κοιτούσε μπροστά της πότε πότε με ανυπομονησία μα ήταν γλυκό το βάσανο της αναμονής και το σφίξιμο στο στομάχι της ανέβαζε χαμόγελα στο χλωμό της πρόσωπο. Γιατί αργούσε; Τη σκεφτόταν άραγε;

«Σου τα έφτιαξα πιτούλες» θυμόταν τη Μεγάλη Κόκκινη να της λέει. «Γλυκές και ξέσκεπες, και καθαρές όσο τα μέτωπά σας. Μη σκιάζεσαι, είναι απαλό μαϊκό, σα χάδι μάνας σε άρρωστο παιδί, ανακουφιστικό. Και εκείνη καλύτερα θα νιώσει, τον καϊμό της θα της τον απαλύνει κι εσείς θα μπορέσετε να είσαστε μαζί. Μη σε κόφτει και δε θα της βγει σε κακό. Νέα κι όμορφη είναι, γρήγορα θα καψουρευτεί κάποιον άλλο. Να, τούτες εδώ είναι, πάρ’τες και μήνυσέ του να τις κεράσει στην κοπέλα με την Πρίμια μεσούρανα όσο εκείνη θα τον κοιτά. Μόνο προσέχετε να μη φάγει κανείς άλλος από τούτες δω γιατί να μαντέψει τη χάρη της σα κάνεις λάθος με τα μάγια δε μπορεί κανείς. Ούτε κι εγώ. Είναι φτιαγμένες μόνο για τούτο: λησμονιά για αγαπημένο. Τίποτα άλλο.»

Η κοπέλα κρύωνε λίγο καθώς η νύχτα προχωρούσε και είχε τυλιχτεί μέσα στο μεγάλο σάλι της και είχε χουχουλιάσει μισοξαπλωμένη στον πλάτανο, μα η σκέψη του αγαπημένου της την κρατούσε ζεστή και χαμογελαστή καθώς το αγιάζι της νύχτας έπεφτε γοργά. Θυμόταν πόσο είχαν γελάσει όταν του εκμυστηρεύτηκε τα πρώτα που της είπε η Ταξιδεύτρα άμα την είχε ρωτήσει πως θα το έκαναν. Θα έλιωναν το ματζούνι στο τσάι της, είχε πει, και θα έφτυνε μέσα εκείνος και θα έριχναν κι αλμυρό νερό κι από πάνω θα χόρευαν και μαζί της κάτω από το φως της κόκκινης σελήνης. Και δε θα τους έπαιρνε χαμπάρι, όχι, θα πίστευε πως απλά διασκεδάζουν. Χα! Αλλά εντάξει, η Ταξιδεύτρα είχε καταλάβει άμα της εξήγησε κι αλλιώς τα σκέφτηκε και καλύτερα της τα μαγείρεψε. Θυμήθηκε και τα φιλιά του στα χείλια της μετά από τα γέλια και η αίσθηση, εκείνο το γλυκό μούδιασμα κι η αναταραχή στους μηρούς της επέστρεψαν και τη νανούρισαν και τα φιλιά στα βαριά της βλέφαρα μύριζαν γέλια χαρούμενα κι ο ήχος της ανάμνησης της έμοιαζε θυμαρένιος.

 

 

Η Σέπτια μεσουράνιζε όταν επιτέλους κατάφερε να πάει να τη βρει. Ανέβαινε με μεγάλες δρασκελιές την πλαγιά του βουνού όπου ήταν σκαρφαλωμένη η βρύση πάνω από το χωριό τους και ήδη την κρατούσε νοερά στην αγκαλιά του, είχε τα χείλια του ακουμπισμένα στο λαιμό της και της ψιθύριζε τον έρωτά του, κάτω από το φως της σελήνης που κρατά στο φως της κρυμμένα καλά τα μυστικά και τα φυλάγματα. Τα μυστικά και τα φυλάγματα που από την επόμενη μέρα κιόλας δε θα υπήρχε λόγος να μείνουν κρυμμένα για τους δυο τους. Θα το βροντοφώναζε σε όλους το πόσο την αγαπούσε. Θα τη σήκωνε στην αγκαλιά του στην πλατεία του χωριού, μπροστά στην ταβέρνα της Μαργαρώς, και θα έλεγε σε όλους τους πως είναι δικιά του και πως άλλη από εκείνη δε θα πάρει ποτέ κι ας είναι και πριγκιποπούλα.

Κόντεψε στον πλάτανο, όλος χαρά, μα τη βρήκε κοιμισμένη. Έκανε να την ξυπνήσει αλλά δεν τόλμησε να ταράξει αυτό που τα μάτια του γεύονταν: τη μορφή της γαλήνια κοιμισμένη με όνειρα να τρεμοπαίζουν στα κλειστά της βλέφαρα. Απόθεσε μονάχα στα μαλλιά της ένα χάδι κι ένα φιλί απαλό και κάθισε δίπλα της να τη χαζεύει και να αναρωτιέται αν εκείνον ονειρευόταν.

Κάποτε, λίγο πριν τη δύση της Σέπτιας, πρόσεξε το καλάθι και το άνοιξε. Μέσα του είχε πίτες, ακόμα ζεστές, που ανέδιναν μια μυρουδιά λιγουρευτική και τον καλούσαν να τις δοκιμάσει. Έκοψε μια μικρή μπουκίτσα και κοιτάζονταν την κοιμισμένη κοπέλα στοργικά την έβαλε στο στόμα του, μάσησε, κατάπιε...

 

 

 

 

Ονειρευόταν γλάρους να πετούν στην ανατολή και να χάνονται. Άνοιξε τα μάτια της αργά, προσπαθώντας να θυμηθεί που βρισκόταν και τον είδε δίπλα της ακουμπισμένο να χαζεύει κάτι μακρινό. Τεντώθηκε σα γάτα, του χαμογέλασε και ακούμπησε τα χέρια της πάνω του να τη δει για να τον αγκαλιάσει. Εκείνος την κοίταξε με βλέμμα κενό. Τη χαιρέτησε ευγενικά, της γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Τις λίγες στιγμές μέχρι να γυρίσει το βλέμμα της στο καλάθι, που της φάνηκαν αιώνες, τα μάτια της έτρεχαν σα την βρύση επάνω. Έκοψε ένα κομματάκι κι έφαγε κι εκείνη.

Edited by Nienor

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adinol Doy

Τί ἄγχος, Θεέ μου! Ἰδοὺ καὶ τὸ δικό μου πόνημα:

 

Τὸ σαράκι

 

Πολλὲς φορὲς εἶχε ἀναρωτηθεῖ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τῆς ἔτρωγε τὰ σωθικά. Ἦσαν ἄραγε τὰ διαψευσμένα ὄνειρα, οἱ προσδοκίες μιᾶς ζωῆς ποὺ δὲν ἐκπληρώθηκαν ποτέ, οἱ συνεχεῖς ἀπορρίψεις, ὁ ἔρωτας ποὺ δὲν γνώρισε στὴν ζωή της; Μπορεῖ ἕνα ἀπ’ ὅλα – ἢ καὶ ὅλ’ αὐτὰ μαζί. Τὸ θέμα πάντως ἦταν πὼς ἔνοιωθε κάτι νὰ τὴν πνίγει, κάτι νὰ τῆς στερεῖ τὴν ἀνάσα· καὶ τὸ βράδυ, σὰν ἔπεφτε γιὰ ὕπνο, κοιμόταν ἀνήσυχα, λὲς καὶ κάποιο πλάσμα καθόταν στὸ στῆθος της καὶ τὴν πλάκωνε ἀνελέητα. Καὶ ξυπνοῦσε κάθιδρη.

 

Στὴν χώρα της οἱ ἄνθρωποι λέγαν πὼς αὐτοὶ ποὺ δὲν καλοκοιμοῦνται ἔχουν τὸ σαράκι μέσα τους. Τί ἀκριβῶς εἶν’ αὐτό, κανεὶς δὲν ἤξερε νὰ πεῖ – ἤ, ἴσως, κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ πεῖ. Γιατὶ τὸ νὰ μαρτυρήσει κανεὶς τὴν ἀλήθεια στὸν ἄλλον, μπορεῖ κάποτε νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸν ὄλεθρο. Κι ἂν δὲν τὸ πιστεύετε, ρωτῆστε καὶ θὰ μάθετε! Μὰ ὅλα ἐτοῦτα ἡ ὄμορφη Καλλιστώ – ὄνομα καὶ πρᾶμα! – τὰ ἀγνοοῦσε. Κανεὶς δὲν μπῆκε ποτὲ στὸν κόπο νὰ τὴν ὁρμηνέψει, νὰ τῆς συμπαρασταθεῖ. Οἱ γονεῖς της εἶχαν πεθάνει στὰ χωράφια ὅταν ἦταν παιδούλα καί, ἐξὸν ἀπ’ τὴν γιαγιά της, κανεὶς δὲν τὴν προστάτεψε. Μὰ ὅταν πέθανε κι ἐκείνη (πᾶνε χρόνια ἀπὸ τότε – οἱ θεοὶ ν’ ἀναπάψουν τὴν ψυχούλα της), ἀπέμεινε μονάχη στὸν κόσμο, κι ἦταν μόνον δεκαεφτὰ χρονῶ κορίτσι. Κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, ποιός νὰ τὴν βοηθήσει μετὰ ἀπὸ κεῖνον τὸν πόλεμο ποὺ κάμαν οἱ ἀρχόντοι – κακὸ χρόνο νά ’χουν οἱ σκατόψυχοι! – ποὺ σκόρπισε τὴν ὀδύνη, τὴν δυστυχιὰ καὶ τὴν φτώχεια;

 

Μόνη κατάμονη πορευόταν ἡ Καλλιστὼ στὸν κόσμο. Καὶ μόνη κατάμονη προσπαθοῦσε νὰ συντηρήσει τὸν ἑαυτό της καὶ τὸ καλύβι ποὺ τῆς ἀφῆκε ἡ γιαγιάκα της. Πήγαινε ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ βγάλει τὸ ψωμί της – μιὰ στὰ χωράφια, μιὰ ξενοπλένοντας – καὶ κάθε βράδυ καθόταν στὸ ποτάμι νὰ κλάψει τὴν μοίρα της. Τὰ πουλιὰ κοιμόνταν στὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων, τὰ ψάρια ἀκολουθοῦσαν τὴν ροὴ τοῦ ποταμοῦ, τὰ νυχτόβια ζῶα ἔψαχναν τὴν τροφή τους· καὶ κανένα πλάσμα δὲν ἔδειχνε τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν θλίψη της· διότι, ὅ,τι κι ἂν λένε, τὰ πλάσματα τῆς φύσης ὑπακοῦν στοὺς δικούς τους κανόνες καὶ δὲν νοιάζονται γιὰ τὰ παθήματα τῶν ἀνθρώπων, πού – ἔτσι κι ἀλλιῶς – μόνοι τους τὰ προκαλοῦν.

 

Στὰ παραμύθια, ποὺ πρόφτασε ν’ ἀκούσει ἀπ’ τὸ μελένιο στόμα τῆς γιαγιᾶς της, πάντοτε κατέφθανε ὁ πρίγκηπας ποὺ ἔσωζε τὴν ἀρχοντοπούλα ἀπ’ τὴν δυστυχία της. Μὰ ἐκείνη ἀρχοντοπούλα δὲν ἦταν· καὶ οἱ καλοὶ πρίγκηπες εἶχαν πάψει νὰ ὑπάρχουν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Ἴσα-ἴσα, ἦσαν ἐκεῖνοι πού ’χαν ξεκινήσει τὸν πόλεμο ποὺ σάρωσε τὴν χώρα. Κι ἔτσι τώρα τί νὰ προσδοκᾶ, τί νὰ περιμένει; Ὁ καιρὸς περνοῦσε. Οἱ μέρες, οἱ μῆνες καὶ τὰ χρόνια κυλοῦσαν, μὲ τὴν ἴδια δυστυχία, τὴν ἴδια μιζέρια, τὴν ἴδια ἀπελπισία. Ὡστόσο, παρ’ ὅλο ποὺ κανεὶς δὲν βρέθηκε νὰ τὴν ἀγαπήσει (τί παράξενο πρᾶμα κι ἐτοῦτο!), παρ’ ὅλο ποὺ μετὰ δυσκολίας τὰ ἔβγαζε πέρα, παρ’ ὅλο ποὺ φιλενάδες δὲν εἶχε νὰ μοιραστεῖ τὸν πόνο της (ἡ ἀλλοπαρμένη, λέγαν συγκαταβατικά, καθὼς καταλάβαιναν τί τὴν ἔκανε ἔτσι) καὶ νὰ ξαλαφρώσει ἡ ψυχή της, τὸ σαράκι μέσα της δὲν ἔλεγε νὰ τὴν ἀφήσει σὲ ἡσυχία. Ἂν τὴν εἶχε ἀφήσει, σίγουρα θὰ ἀποτολμοῦσε νὰ τελειώσει ἀπὸ μόνη της τὴν ζωή της. Ὅμως τὸ σαράκι ὅλο καὶ φούσκωνε μέσα της.

 

Τὸ εἶδε νὰ βγαίνει ἀπὸ μέσα της μιὰ νύχτα μὲ λειψὸ φεγγάρι. Ἀναδευόταν στὰ σπλάγχνα της, σάλευε σὰ μανιακό, διογκωνόταν. Κι ὅταν ἔφθασε στὰ πνευμόνια της κι ἔνοιωσε νὰ τῆς κόβει τὴν ἀνάσα, βγῆκε ἀπ’ τὸ στόμα της. Ἦταν ἕνα λαμπερὸ ὄν, στρογγυλὸ καὶ ἁπαλό· καί, μ’ ὅλο ποὺ μάτια δὲν εἶχε, τὴν κοιτοῦσε ἐρευνητικά. Τὸ κοίταξε κι ἐκείνη, στὴν ἀρχὴ ἔκπληκτη, ὕστερα μὲ κατανόηση. Ἔσκυψε, τὸ ἔπιασε προσεκτικά, τὸ τύλιξε μὲ τὸ σκωροφαγωμένο σάλι της καὶ τὸ πῆγε στὸ φτωχικό της σπιτάκι.

 

Σ’ ὅλη τὴν διαδρομὴ περπατοῦσε χαμογελώντας. Τί σκεφτόταν κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ βεβαιότητα. Ἴσως νὰ ἔνοιωσε κάποιου εἴδους λύτρωση· ἡ προσμονή της εἶχε λάβει τέλος.

Edited by adinol

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Επισκεπτήριο

 

Τρέχω για να γλιτώσω. Ξέρω ότι ήρθε εκείνη η ώρα ξανά.

 

Δεν τολμώ να σταθώ ούτε λεπτό. Όπου λαχανιάζω και επιβραδύνω, οι τοίχοι των κτηρίων αρχίζουν να διαλύονται. Λιώνουν και αναδομούνται στο γνώριμο περίγραμμα του γυναικείου προσώπου. Δεν έχει σημασία από τι είναι φτιαγμένοι. Οστά, μάζες από έντομα, αίμα που ρέει αέναα, φλεγόμενα κόπρανα. Όλα είναι ικανά να μου δείξουν τα χαρακτηριστικά της χαμένης αγάπης μου.

 

Τσαλαβουτώ στη λάβα που με κάνει να ουρλιάζω από πόνο αλλά δεν καταδέχεται να λιώσει το κορμί μου και να με λυτρώσει. Γύρω μου τρεκλίζουν άλλοι κολασμένοι, ο καθένας τυφλωμένος από το δικό του μαρτύριο, το ίδιο αδιάφοροι ο ένας για τον καημό του άλλου όσο είχαμε υπάρξει και ζωντανοί. Δεν αντέχω άλλο· ξέρω πως δε θα τα καταφέρω να γλιτώσω. Τουλάχιστον, ας υπομείνω τη συνάντηση με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, αθέατος.

 

Αφήνομαι στα νύχια ενός δαίμονα-μεταφορέα. Απλώνει τα αγκάθια του κάτω από τα νύχια μου, μέσα στα ρουθούνια μου, στα χείλη μου, στη βάλανό μου, σε κάθε υπερευαίσθητο σημείο. Και με σηκώνει στον αέρα. Σφίγγομαι για να μην ουρλιάξω. Ξέρω πως αν το έκανα, θα κάρφωνε και τις αμυγδαλές μου. Τους αρέσει αυτό.

 

Ούτε στον αέρα βρίσκω ανακούφιση. Δεν υπάρχει γύρω τίποτα που να απειλεί να πάρει τη μορφή της, μα η ατμόσφαιρα εναλλάσσεται συνεχώς. Πότε καυτή και βρωμερή, πότε παγωμένη και φέρει το μοναδικό άρωμά της. Και ο δαίμονας ψαρεύει τις σκέψεις μου. Αδυνατώ να τον ξεγελάσω και να μείνω μετέωρος επ’ αόριστο.

 

Αλάθητα, διασχίζει το στερέωμα της Κόλασης με τα αστέρια που στάζουν πύον και με αποθέτει στο περβάζι του καταλύματός μου. Όπως όλες οι τεράστιες τρώγλες στον τόπο της αιώνιας τιμωρίας, δε διαθέτει κι αυτόό πόρτα. Μόνο αμέτρητα παράθυρα που βγάζουν στις εισόδους ενός λαβυρίνθου. Κάθε επίσκεψη και διαφορετική διαδρομή, διαφορετική δοκιμασία.

 

Έχω χάσει τόσο χρόνο, ώστε οι ραγισμένοι από την υγρασία τοίχοι της παμπάλαιας πολυκατοικίας μεταλλάσσονται ταχύτατα γύρω μου. Βλέπω πλέον όχι μόνο το περίγραμμα του προσώπου της, μα κι εκείνο του γυμνού κορμιού της. Θυμάμαι τόσο καλά κάθε λεπτομέρειά του, ώστε δεν είναι δυνατό να μην το αναγνωρίσω. Ξαναρχίζω να τρέχω.

 

Πίσω από κάθε σφαλιστή πόρτα, κάτι ακούγεται. Αλυσίδες που σέρνονται, ραδιόφωνα που δεν έπιαναν καλό σήμα, ουρλιαχτά. Γυναικεία ουρλιαχτά. Οι ήχοι που εκείνη υπέμενε για μήνες, οι ήχοι του ιδρύματος στο οποίο την έκλεισαν όταν έμαθε όλη την αλήθεια για μένα. Όταν παραφρόνησε. Εν τω μεταξύ, οι μορφές στους τοίχους έχουν πια και λεπτομέρειες. Ξεχωρίζω τις θηλές της, τις αρθρώσεις των δαχτύλων της, τις μπούκλες των μαλλιών της. Σε λίγο θα φανούν τα μάτια της. Δεν αντέχω να δω αυτά τα μάτια να με κοιτούν.

 

Ταχύνω το βήμα μου και φτάνω ως το δικό μου σπίτι. Η πόρτα μου, πάντα ιδιότροπη, καμώνεται πως είναι φουσκωμένη από το νερό και αρνιέται ν’ ανοίξει. Με αναγκάζει να μείνω λίγο ακόμη στο διάδρομο, να δω τη γυναίκα να ζωντανεύει κι άλλο. Με αναγκάζει να ακούσω τα αδιάλειπτα γέλια του γείτονά μου, του οποίου το πρόσωπο δεν έχω δει ποτέ, ούτε και θέλω να το δω, φοβούμενος να ανακαλύψω τι παραμόρφωση θα είχε υποστεί από την τιμωρία που τον κάνει να καγχάζει. Τη δίκαιη τιμωρία του. Κανείς μας δεν είναι αθώος εδώ.

 

Καταφέρνω να μπω μέσα μόλις έγκαιρα. Ο ψυχικός μου πόνος κινδύνευε να προσελκύσει τους Μάρτυρες, τους φριχτούς εκείνους δαίμονες που δεν επιτρέπουν σε κανέναν την αξιοπρέπεια του μοναχικού μαρτυρίου, εκτός κι αν βρίσκεται στο σπίτι του. Σπίτι. Τι ειρωνεία. Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα σ’ αυτό το άδειο δωμάτιο που οι σκουριασμένοι σωλήνες του πάντα στάζουν αίμα και στο πατρικό μου; Ή στο δωματιάκι που είχα μοιραστεί μαζί της;

 

Κλείνω την πόρτα μου και την αντικρίζω σε όλη της μεγαλοπρέπεια. Γυμνή μέσα στο μαγικό κύκλο, αδυνατισμένη, χλομή, γεμάτη σημάδια. Εγώ την έχω καταντήσει έτσι. Για χάρη μου βασανίζεται και κάνει την τελετή. Για να με δει, πληρώνει το ακατανόμαστο τίμημα στους δαίμονες κάθε φορά. Και δεν μπορώ να την αναγκάσω να σταματήσει.

 

«Αγάπη μου», ψιθυρίζει. «Δυσκολεύτηκα πολύ να σε βρω αυτή τη φορά. Φοβήθηκα».

 

Δακρύζω για να μην την κοιτάξω κατάματα. Ξέρω πως θα το πληρώσω μετά. Κάθε δάκρυ θα μείνει να αιωρείται γύρω μου για μέρες. Θα γίνει μια κρυστάλλινη σφαίρα που θα προβάλλει εικόνες από την ευτυχία στην οποία δεν έχω δικαίωμα πια.

 

«Πες μου», με παρακαλεί μια ακόμη φορά. «Ποια είναι η φύση του μαρτυρίου σου; Πώς μπορώ να το ελαφρύνω;»

 

Μου απαγορεύεται να της πω, όσο κι αν το προσπαθώ, οι λέξεις δε βγαίνουν. Ο ίδιος κύκλος που τις επιτρέπει να έρθει κοντά μου, μας εμποδίζει να αγγιχτούμε. Και δε θα μάθει ποτέ ότι αυτό είναι η τιμωρία μου.

 

Οι επισκέψεις της.

 

edit: τίτλος

Edited by Electroscribe

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Η Άλλη Μητέρα

 

Έτρεχε για μέρες. Για να ξεφύγει. Ήξερε πως δεν ήταν δυνατόν, πως δεν είχε σημασία πια, θα μπορούσε να κάτσει κάτω και να περιμένει να έρθει το τέλος. Αλλά συνέχισε να τρέχει. Για να μην τον βρουν. Φοβόταν το βλέμμα του πατέρα του. Φοβόταν το βλέμμα της μητέρας του. Φοβόταν το βλέμμα από το οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει. Είχαν τελειώσει όλα. Το όλο σχέδιο είχε καταρρεύσει. Και το κρίμα ήταν όλο στον λαιμό του. Πονούσε όλο του το κορμί από το άγγιγμα που τον είχε σημαδέψει. Ήταν καταραμένος και θα έτρεχε μέχρι να του βγει η ψυχή.

 

Ζαλισμένος από τον καυτό ήλιο, σε μεγάλη απόσταση πέρα από τον ορίζοντα είδε στήλη καπνού να ανεβαίνει στα ουράνια. Ήξερε πως δεν υπήρχε κανείς προς εκείνη την κατεύθυνση. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει κανείς άλλος. Πέρα από σκέτη, άγονη, ψημένη γη. Έκαιγε όμως μια φωτιά και κάποιος πρέπει να την είχε ανάψει. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί με το δέος να του πλακώνει την ψυχή. Χωρίς να τρέχει. Με βήμα διστακτικό.

 

Βρέθηκε μπροστά σε μεγάλο κρατήρα γεμάτο φλεγόμενα μαύρα θραύσματα. Το χώμα είχε ανασκαφεί σαν να το είχε οργώσει θεϊκό αλέτρι. Είδε πέτρες λιωμένες, άμμο να έχει κρυσταλλώσει και ο αέρας βρωμούσε από μυρωδιά που δεν είχε ξαναμυρίσει ποτέ του. Έβηξε και πισωπάτησε τρομοκρατημένος. Δεν ήταν τόπος θυσιών εδώ. Ένιωσε ένα ρίγος στην πλάτη. Θα πρέπει να ήταν έργο του Άλλου, αυτού για τον οποίον μιλούσαν με πίκρα οι δικοί του.

 

Γύρισε για να το βάλει στα πόδια και αντιλήφθηκε πως του έφραζαν τον δρόμο. Του έφυγε προς στιγμή η μιλιά. Η λαμπερή στολή αντανακλούσε το φως του ηλίου και σχεδόν τον τύφλωνε. Μπορούσε όμως να δει το πρόσωπο. Το πρόσωπο της. Τα μεγάλα πράσινα της μάτια που τον κοιτούσαν. Τα χρυσαφένια της μαλλιά που έλαμπαν περισσότερο και από τον ήλιο. Ήταν τελικά ένας άγγελος;

 

Του μίλησε. Δεν είχε ξανακούσει αυτές τις λέξεις. Δεν είχε ξανακούσει κανέναν να μιλάει έτσι. Τόσο τραγουδιστά. Τόσο υπνωτικά.

«Σε έστειλε Εκείνος;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, «Με έχει συγχωρέσει; Μπορώ να γυρίσω πάλι πίσω;»

Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα στα μάτια του. Του φάνηκε πως τον κοίταζε με οίκτο. Κάτι του είπε, πάλι δεν την κατάλαβε. Του έδειξε τα μεταλλικά κομμάτια που φλέγονταν καρφωμένα στο χώμα. Του έδειξε τη λαμπερή της στολή που είχε σκιστεί στο πλάι. Η φωνή της ήταν λυπημένη.

 

Ο άντρας έπεσε στα γόνατα και τον πιάσανε οι λυγμοί. Έκλεισε το πρόσωπο στις χούφτες του και αφέθηκε σε λυγμούς. Του μιλούσε ο Θεός και του ήταν αδύνατο να καταλάβει. Του είχε όμως στείλει κάποια. Όπως είχε συμβεί και πριν. Υπήρχε ελπίδα λοιπόν. Δεν θα τελείωναν όλα από το σφάλμα του.

 

Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Τα λεπτά της χείλη τραβήχτηκαν σε ένα περίεργο, ισχνό χαμόγελο. Σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο στήθος της.

«Ιένα» του είπε, «Ιένα.»

Μετά άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε το μέτωπο του, ακριβώς πάνω στο σημάδι του. Εκείνος δεν σταμάτησε να κλαίει.

«Δεν μπορώ να σου πω το όνομα μου» της είπε, «Φοβάμαι. Πρέπει πρώτα να με καταλάβεις και μια μέρα να με συγχωρέσεις. Σκότωσα τον ίδιο μου τον αδελφό, τον μονάκριβο μου αδελφό και κατέστρεψα το μεγάλο Του σχέδιο. Αν σε έστειλε Εκείνος, ας πάνε όλα κατ’ευχή με το θέλημα του, και μια μέρα θα σου πω το όνομα μου» είπε κομπιάζοντας.

 

Η Ιένα δεν είπε τίποτα άλλο. Ναυαγός σε ξένο κόσμο, ένιωθε τον βαθύ πόνο του ξένου αυτού πλάσματος. Έξω από το στοιχείο της, θα προσαρμοζόταν στις συνθήκες και θα επούλωνε τον πόνο του άντρα. Ήταν σίγουρη πως με τον τρόπο του, ήταν κι αυτός ένας ναυαγός.

 

Τέλος

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ

Ξημέρωνε.

 

«Μια μέρα ακόμα και θα τον δω», σκέφτηκε.

 

Έφτιαξε καφέ και ξύπνησε την ξαδέρφη της.

 

«Τι τρέχει μωρή; Αύριο δεν είναι να ‘ρθει;»

 

«Ναι»

 

«Και τι με ξυπνάς από τα’ άγρια χαράματα. Αφού είναι όλα έτοιμα» είπε η Βούλα και τεντώθηκε.

 

«Έφτιαξα καφέ και είπα να σε ξυπνήσω για να μην κρυώσει.»

 

η Βούλα ανασηκώθηκε στους αγκώνες της και χασμουρήθηκε. Κοίταξε την ξαδέρφη της και χαμογέλασε.

 

«Σε έχει φάει η αγωνία έτσι;»

 

«Ναι» είπε δειλά η Νίκη.

 

«Όλα θα πάνε καλά, θα το δεις. Δε χρειάζεται να ανησυχείς. Και το νυφικό θα του αρέσει και οι γόβες. Και το στέμμα.»

 

«Ναι όλα θα πάνε καλά» Αναστέναξε η Νίκη.

 

Είχε περάσει μήνας τώρα που της είχε γράψει πως το καράβι θα έπιανε Πειραιά για δυο μέρες. Δυο ολόκληρες μέρες θα τον είχε στην αγκαλιά της. Δεν θα ξεκολλούσε από πάνω του. Μέσα στο γράμμα ένας ασημένιος ζίππο από αυτούς που πάντα της άρεσαν.

 

«Να κατέβεις στην Αθήνα μερικές ημέρες πιο νωρίς» της έγραφε. «Να πας να μείνεις στην ξαδέρφη σου. Σήκωσε από την τράπεζα όσα λεφτά θέλεις. Σήκωσε τα όλα. Να πάτε στα μαγαζιά να ψωνίσεις το καλύτερο νυφικό και ότι άλλο χρειάζεται για να είσαι έτοιμη και όταν ξανάρθω θα παντρευτούμε.»

 

Στο λιμάνι τώρα με την ξαδέρφη της δίπλα στο καράβι να περιμένει. Η σακούλα με το νυφικό να τις κόβει το χέρι. Τρέχει αίμα. Θα το λερώσει. Βγήκαν όλοι. Εκείνος πουθενά. Ένα φέρετρο μπροστά της και οι ελπίδα της μέσα στο κουτί.

 

 

 

Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα καθώς μια άγρια κραυγή έβγαινε με δύναμη από τα μισάνοιχτα χείλη της. Έμεινε έτσι για κάμποσο μη μπορώντας να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Ψάχνοντας στα τυφλά πήρε από το κομοδίνο ένα πακέτο τσιγάρα και τον ασημένιο ζίππο. Σηκώθηκε με κόπο. Αν την έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερη. Περπάτησε ξυπόλητη ως την μπαλκονόπορτα. Το κρύο πέρασε από τα πέλματα της και γρήγορα έφτασε μέχρι τους γυμνούς της μηρούς κάνοντας την ν’ ανατριχιάσει. Το λιγοστό φως της αυγής έριχνε κοκκινωπές πινελιές στον σκουρόχρωμο καμβά του ουρανού. Άναψε ένα τσιγάρο και στον μεταλλικό ήχο του αναπτήρα δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. Ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της. Ένα δεύτερο σαν να φοβήθηκε μη χάσει το δρόμο ακολούθησε το υγρό ίχνος. Ακούμπησε το κεφάλι της στο τζάμι και ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγε για εκείνον. Εκείνον που χάθηκε για πάντα. Τον έφερνε στο νου της μουσκεμένο να παλεύει άσκοπα με τα μανιασμένα κύματα. Έκλαιγε για τη συνάντηση τους στον Πειραιά. Μια συνάντηση που δεν πρόφτασε να γίνει. Έκλαιγε και για την ίδια. Έναν άνθρωπο χωρίς χαρά, χωρίς ελπίδα. Μια γυναίκα που περίμενε τον άνθρωπο της στο λιμάνι με τη σακούλα του νυφικού να τις κόβει το χέρι. Μια γυναίκα που ζούσε πέντε χρόνια τώρα μόνο στα όνειρά της. Μια νεκρή μέσα στους ζωντανούς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
heiron

Συνάντηση_στη_γη.doc

 

Εδίτιον:Είδα ότι πόσταρα 2 λεπτά εκπρόθεσμα.Αν θέλετε δεν το μετράτε το δικό μου.Ούτως ή άλλως έγινε ένας αχταρμάς..είναι και μισό!Αλλά μια που ήρθα να κλείσω το τόπικ το πόσταρα.

 

Να και η ιστορία χωρίς attachment και άλλα δεινά

 

Μια ελαφριά αύρα από τη θάλασσα έφερνε μικρά κύματα. Άλλα έσπαγαν στους κοφτερούς βράχους κι άλλα έσβηναν νωχελικά στην αστραφτερή αμμουδιά. Κι ο κάμπος πέρα, ο ατελείωτος, έμοιαζε να ψιθυρίζει κάτι καθώς τα φυτά χάιδευαν τα φύλλα του διπλανού τους.

Όλα ήταν σχεδόν έτοιμα και η αγωνία του μεγάλωνε διαρκώς. Τόσος καιρός προετοιμασία, χώρια το μακρύ, πολυήμερο ταξίδι με το σκάφος για να φτάσει σε αυτή εδώ την ακτή, την τόσο μακρινή από τη γη του. Και απόψε, μόλις ανέτελλαν τα άστρα θα μπορούσε να γίνει ήρωας και να σώσει το λαό του.

Ο Ραντ μπορούσε να αναλάβει τώρα κι ο ίδιος να χαλαρώσει με μια βόλτα ως το λόφο δίπλα στη θάλασσα.

Πλησιάζοντας, η ένταση του τραγουδιού των φυτών και των κυμάτων αυξανόταν σαν κάποιος να φώναζε δυνατά ή να γελούσε. Μα ήταν σίγουρος πως η περιοχή ήταν έρημη. Ο Ραντ και η ομάδα του είχε χτενίσει ολόκληρη την έκταση και δεν είχε εντοπίσει ψυχή.

Μόλις ανέβηκε στο λόφο διέκρινε τρεις ανθρώπινες φιγούρες κάτω από το μεγάλο δέντρο στην κορυφή. Μια κοπέλα και ένα παιδί γελούσαν και χόρευαν ενώ ένας τρίτος άνθρωπος είχε ακουμπίσει στον κισσό που έντυνε τον κορμό του δέντρου και έπαιζε ένα τραγούδι με τη φλογέρα του.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να κρυφτεί και να βγάλει το όπλο του αλλά αμέσως είδε ότι τον είχαν αντιληφθεί. Η κοπέλα έπιασε το παιδί από το χέρι και πήγε προς το μέρος του. Ήταν όμορφη και φιλική αν και δεν θα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στις δεσποινίδες της πρωτεύουσας. Τα μαλλιά και τα μάτια της είχαν το βαθύ πράσινο χρώμα των φύλλων του δέντρου ενώ το φόρεμά της ήταν απλοικό και καστανό σαν το χώμα. Θα μπορούσε να είναι εκθαμβωτική αν δεν ήταν τόσο απεριποίητη, τόσο αφύσικα φυσική.

Το παιδί του χαμογελούσε τώρα. Ήταν μια μικρογραφία της κοπέλας, με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά και παρόμοιο ντύσιμο. Ο γέροντας στο βάθος, που συνέχιζε το τραγούδι του, θα μπορούσε να ήταν παππούς των δύο νεαρών μιας και η ομοιότητα μεταξύ των τριών ήταν προφανής.

Τα λόγια της κοπέλας ήταν σε μια άγνωστη σε αυτόν γλώσσα αλλά τον καθησύχασαν τόσο που όταν του άρπαξε το χέρι κι άρχισε να χορεύει δεν αντέδρασε. Σκέφτηκε ότι ακόμη κι αν ήταν εχθροί σύντομα ο Ραντ θα τους αντιμετώπιζε καταλλήλως. Όμως πιθανότατα ήταν φιλικοί, όπως φαινόταν από τη συμπερίφορά τους και όφειλε να τους προειδοποιήσει για την επερχόμενη καταστροφή. Ο χρόνος που απέμεινε δεν ήταν πολύς.

Χόρεψαν για μερικά χτυποκάρδια μέχρι να αρχίσει να τους προειδοποιεί για το τι έμελλε να συμβεί. Εκείνοι έδειξαν να καταλαβαίνουν άλλα συνέχιζαν να χαμογελούν και να διασκεδάζουν.

Ο ήλιος πλησίαζε πια τον ορίζοντα και η επίθεση θα άρχιζε πολύ σύντομα. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Τραβώντας την κοπέλα από το χέρι έκανε να αρπάξει το παιδί που χόρευε μπροστά. Όμως το παιδί εξαφανίστηκε και έμεινε να κρατάει μια χούφτα από ρίζες, μαλακές και γεμάτες χώματα. Το άλλο του χέρι βαστούσε ένα μπουκέτο από άνθη με εφτά κοκκινωπά ροδοπέταλα.

Η κοπέλα και το παιδί βρισκόταν πίσω από το δέντρο και συνέχιζαν ατάραχοι να χορεύουν Ραντ τον ήχο της μουσικής που έπαιζε ο γέροντας.

Μπερδεμένος από αυτό που είχε μόλις συμβεί, έσπευσε να πιάσει το γέρο. Δεν υπήρχε οδός διαφυγής, πίσω του ήταν ο πελώριος κορμός του δέντρου, και εξάλλου τα αδύναμα άκρα του ήταν αδύνατο να ξεφύγουν από τη δυνατή λαβή του. Όμως το μόνο που έπιασαν τα χέρια του ήταν τελικά δυο μικρά ξερά κλαδιά του δέντρου. Ο γέρος συνέχιζε απαθής να παίζει στην άλλη πλευρά του δέντρου.

«Υποπλοίαρχε», ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.

Ο Ραντ μαζί με μια ενωμοτία τετράποδων ακτινοβολητών είχε φτάσει επιτέλους.

«Είχε διακοπέι κάθε επικοινωνία μαζί σας και αφού πλησιάζει η ώρα της ενεργοποίησης έσπευσα να σας βρω»

Ο υποπλοίαρχος πρόσεξε πως ο Ραντ δεν έδωσε σημασία στην τριμελή παρέα κάτω από το δέντρο.

«Μου απέσπασαν την προσοχή αυτοί οι τρεις, Ραντ. Νομίζω ότι πρέπει να τους πάρουμε μαζί μας, αν και φαίνεται αδύνατο να τους πιάσω μόνος μου», δήλωσε απογοητευμένος από την αδυναμία του ανθρώπου έναντι της μηχανής και των εξωγήινων.

«Υποπλοίαρχε, δεν υπάρχει κανείς εδώ τριγύρω. Οι ενδείξεις του εγκεφάλου σας δείχνουν πως έχετε κάποιο είδος παραίσθησης. Θα αναλάβω εγώ από εδώ και πέρα. Η συστοιχία έχει αρχίσει να βαλλει κατά των στόχων που είχαμε εκτοξεύσει στον Ήλιο. Σε μερικά λεπτά θα αρχίσει η διαδικασία μετατροπής του σε υπερκαινοφανή. Ο στόλος των Θεγκ είναι καταδικασμένος»

Δύο από τους ακτινοβολητές έκαναν να ακινητοποιήσουν τον υποπλοίαρχο.

«Τις ίδιες παραισθήσεις είχε και η επικεφαλής της προηγούμενης συστοιχίας που είχε σταλεί εδώ. Τρία άτομα τις μιλούσαν για τη Γη. Την ιστορία της ως κοιτίδα της ανθρωπότητας και την αξία των ζωντανών μορφών που έκαναν την επανεμφάνισή τους εδώ και εκατοντάδες αιώνες. Η αποστολή εκείνη ματαιώθηκε και οδήγησε στην συντριβή μας στην αστρομαχία στο Σείριο»

Γη; Ο πρώτος πλανήτης;

Ο υποπλοίαρχος αναλογίστηκε όλες εκείνες τις ιστορίες για τον αρχαίο πολιτισμό που αναπτύχθηκε στη Γη και την τραγική, ολοκληρωτική καταστροφή της. Που, τελικά, δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική.

«Η αποστολή ματαιώνεται», φώναξε αλλά ήδη οι ακτινοβολητές τον έσερναν μακριά.

Ο Ραντ τον σημάδεψε με το όπλο.

«Οι διαταγές μου επιβάλλουν να συνεχίσω χωρίς εσάς»

Edited by heiron
έβαλα την ιστορία για όσους δεν μπορούν να διαβάσουν το συνημμένο αρχείο

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Το Πηγάδι της Πανδίας

--------------------------

 

Μέσα στο ξερό πια πηγάδι, αυτό που έλεγαν πως ανήκε στη θεά του μακρινού μικρού φεγγαριού, την Πανδία, είχε πέσει ο Σύραλο όταν ήταν μικρός. Και ούτε οι μάγισσες του χωριού, ούτε οι θεραπευτές κατάφεραν να τον κάνουν να ξαναβγάλει μιλιά από τότε που τον έβγαλαν γεμάτο λάσπες και μώλωπες.

Οι μόνοι ήχοι που έβγαζε ο Σύραλο, που έγινε βοσκός όταν μεγάλωσε, ήταν οι ήχοι από τη φλογέρα του, κάθε νύχτα που η μικρή σελήνη, γεμάτη και όμορφη, έλαμπε στον ουρανό.

Τότε, ο νεαρός βοσκός μισοξάπλωνε στον κορμό κάποιου δέντρου, ή και στο δροσερό χορτάρι και αφού γδυνόταν - άγνωστο το γιατί - έπαιζε μελωδίες στη φλογέρα κοιτώντας προς το φεγγάρι.

Ποτέ δεν έπαιζε την ίδια μελωδία ξανά, ποτέ δεν εξηγούσε, ούτε με χειρονομίες, τι είχε συμβεί όταν έπεσε στο πηγάδι της Πανδίας, ούτε και γιατί συχνά τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα που έλαμπαν κι αυτά στην μαγευτική νυχτερινή φωταύγεια, που δημιουργούσε η θεά μαζί με τ'άστρα.

 

Μερικές νύχτες, κάποιες κοπέλες του χωριού που συμπαθούσαν τον όμορφο καστανομάλλη Σύραλο και δεν τις πείραζε καθόλου που δεν μιλούσε, τον ακολουθούσαν κρυφά και, χασκογελώντας, παρακολουθούσαν την νυχτερινή του τελετουργία προς την Πανδία.

Εκείνος όμως - είτε γνώριζε πως άρεσε στα κορίτσια, είτε όχι - ποτέ δεν είχε δώσει σημασία σε καμμια τους, πέρα από ένα ευγενικό νεύμα όταν τις απαντούσε στο δρόμο, καθώς πήγαινε το κοπάδι του για βοσκή.

 

Μια νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, νύχτα που η Πανδία έλαμπε πάλι, η Βασίλισσα των Ξωτικών έτυχε να πετά ακριβώς δίπλα από το σημείο που ο Σύραλο γυμνός έπαιζε τη φλογέρα του.

Μαγεύτηκε η πανέμορφη ξωθιά από την αρρενωπότητα του βοσκού αλλά και από την ονειρική, χαρούμενη μουσική και αποφάσισε να χορέψει εκεί μπροστά του, κι ας ήταν πάντα αόρατη σε ανθρώπινα μάτια.

Χόρεψε όλη τη νύχτα με τα λευκά, αιθέρια πέπλα της να χορεύουν σαν στρόβιλος κι αυτά ολόγυρά της, ώσπου κάποια στιγμή ο Σύραλο άρχισε να παίζει ένα τραγούδι τόσο λυπητερό, καθώς η σελήνη πήγαινε προς τη δύση, τόσο θλιμμένο που έβγαζε τόση οδύνη, που η Βασίλισσα των Ξωτικών άρχισε να κλαίει, νιώθοντας κι αυτή τον πόνο του νεαρού βοσκού.

 

"Γλυκέ, θνητέ άντρα που τόσο όμορφη μουσική παίζεις, αχ! Τι να μπορούσα άραγε να κάνω για να απαλύνω τον πόνο σου;" ρώτησε φωναχτά η μεγάλη ξωθιά σκουπίζοντας τα μάτια της με το πέπλο της. "Τι να σου έχει συμβεί, σ' εσένα που κρύβεις τόση ομορφιά μέσα σου;"

 

Παρόλο που ήταν άυλη για τους ανθρώπους η καλόκαρδη νεράιδα δεν μπόρεσε να αντισταθεί και απλώνοντας το κατάλευκο χέρι της χάιδεψε, σαν απαλή, φευγαλέα αύρα, το δακρυσμένο μάγουλο του βοσκού. Ένα δάκρυ όμως, κύλησε στο δάχτυλό της!

Ο Σύραλο ταράχτηκε σαν κάτι να είχε νιώσει, κάποιο κρύο ρεύμα ανέμου ίσως, και χαμήλωσε τη φλογέρα κοιτώντας παραξενεμένος γύρω του.

Αλλά και η Βασίλισσα ταράχτηκε! Πώς μπορούσε ένα δάκρυ, ένα ανθρώπινο θνητό δάκρυ, να την αγγίξει; Οι νόμοι του Αόρατου Κόσμου έκαναν αδύνατο κάτι τέτοιο, από τότε που είχε διασπαστεί ο ένας και ενωμένος κόσμος, σε κείνον των πνευμάτων και εκείνον των θνητών!

 

Κι όμως, είχε συμβεί!

 

Για πολλούς μήνες κάθε νύχτα που η Πανδία έλαμπε, η Βασίλισσα των Ξωτικών πήγαινε να χορέψει κοντά στον Σύραλο, όπου κι αν βρισκόταν, αρκεί να έπαιζε τη φλογέρα του. Κάθε φορά άγγιζε και ένα δάκρυ του που κύλαγε πάνω στο δάχτυλό της.

 

Ώσπου μια νύχτα μέσα στο καταχείμωνο που έκανε τόσο κρύο και είχε ρίξει τέτοιο χιόνι ώστε κανένα πλάσμα, εκτός από τα αόρατα και τα "εξωτικά" δεν μπορούσε να βγει στη φύση, η Βασίλισσα που περίμενε να ακούσει τη φλογέρα να παίζει ώστε να μπορέσει να βρει με μαγικό τρόπο τον Σύραλο, δεν άκουσε τίποτα.

Πέταξε από δω, πέταξε από κει, πέταξε πιο πέρα ολόγυρα και πάνω από το χωριό, από τις στάνες, από το δάσος πιο πέρα, αλλά ο νεαρός βοσκός τον οποίο η λευκόθωρη ξωθιά είχε πια αγαπήσει, δεν βρισκόταν πουθενά.

Τότε θέλησε να ζητήσει από όλα τα ζώα, που πάντα μπορούν να δουν τον Αόρατο Κόσμο, να ψάξουν να βρουν το Σύραλο.

 

Αλλά έκανε τόσο κρύο που κανένα ζώο δεν μπορούσε να βγει έξω, και η Βασίλισσα ντρεπόταν να ζητήσει από άλλες νεράιδες να τη βοήθησουν. Δεν ήταν πρέπον μια Βασίλισσα, η μεγάλη ξωθιά, να ερωτευτεί ένα θνητό!

 

Δεν ήξερε ποιον να ρωτήσει, κι ο Ήλιος που όλα τα βλέπει ήτανε στην άλλη μεριά του κόσμου.

 

Ξαφνικά, για μια στιγμή τα σύννεφα διαλύθηκαν και φάνηκε η σελήνη. Αιώνες πολλούς είχαν περάσει από τότε που η Βασίλισσα είχε στρέψει το βλέμα της προς την θεά Πανδία, που ήταν πρωτοξαδέλφη της. Η Πανδία είχε θυμώσει πολύ όταν χώρισαν οι δύο κόσμοι και τα πηγάδια που ήταν αφιερωμένα σ'αυτήν ξεράθηκαν, ώστε δεν ήθελε να ξαναδεί κανέναν κάτοικο του κόσμου της Γης, ούτε ορατό, ούτε αόρατο! Γι'αυτό και είχε απομακρυνθεί τόσο πολύ και έδειχνε μικροσκοπική, ακόμα κι όταν ήταν γεμάτη!

 

"Χαιρετώ σε, ξαδέλφη!" είπε η ξωθιά στρέφοντας το βλέμα της προς τον ουρανό. "Μια χάρη θέλω μόνο από σε. Να μου πεις πού είναι ο βοσκός που τόσο ωραία παίζει φλογέρα!"

 

Το γέλιο που ήρθε από τον ουρανό, μόνο νεραϊδίσια αυτιά μπορούσαν να το ακούσουν.

 

"Καλή σου νύχτα, ξαδέλφη! Αν λες για το μουγκό βοσκό που προσπαθεί να με κολακέψει, είναι τρελός! Ακόμα και μια τέτοια παγερή νύχτα βγήκε γυμνός να παίξει την φλογέρα του. Σε γκρεμό έχει πέσει ο ανόητος! Αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να κοπάσει το θυμό μου με τις μελωδίες του! Ποτέ!"

 

"Μα τι σου έκανε; Πανδία, εσύ του πήρες τη φωνή;" ρώτησε η ξωτικιά γυναίκα.

 

"Εγώ, ναι. Εγώ που με απομάκρυναν οι άνθρωποι και άφησαν τα πηγάδια μου να ξεραθούν που μέσα τους καθρεφτιζόταν κάποτε ο κόσμος ο αληθινός, ο κόσμος που ήταν ένα και αυτοί τον χώρισαν. Οι άνθρωποι που προτίμησαν θεά να με θεωρήσουν αντί να δουν τη φύση μου, που είναι και δική σου φύση σαν αυτό που είναι! Φύση μαγευτική και όμορφη. Φύση που μοιάζει θεϊκή και κατοικείται από μυριάδες πλάσματα παράξενα, αλλά είναι Φύση!"

 

"Μα ο Σύραλο τι σου έκανε, στρίγγλα;" φώναξε θυμωμένη τότε η νεράϊδα.

 

"Αυτός; Τίποτα, Συραλίν! Αλλά κατάρα του έδωσα όταν έπεσε παίζοντας στο πηγάδι μου, φωνή ποτέ να μην έχει ώσπου ή οι άνθρωποι θεοί να γίνουν, οι οι θεοί άνθρωποι θνητοί! Κι αν γινόταν αυτό, εγώ θα επέστρεφα κοντά στη Γη ξανά!"

 

Αυτά είπε η θεά Πανδία και σώπασε. Τα σύννεφα ξανάσμιξαν και χάθηκε το φως της.

 

"Αν...αν οι άνθρωποι θεοί γενούν ή οι θεοί ανθρώποι..." μονολόγησε η όμορφη ξωθιά και έκρυψε το προσωπό της με τα χέρια της.

 

* * * * * * *

 

Την επόμενη νύχτα κάτω από τον καθάριο ουρανό η μεγάλη Πανδία, τεράστια και λαμπερή ανέτειλε. Ένας βοσκός που μια κοπέλα είχε σώσει από το γκρεμό που είχε πέσει καθόταν δίπλα του και τον άκουγε να παίζει μουσική με τη φλογέρα του.

 

Σε μια στιγμή ο βοσκός σταμάτησε να παίζει και τη ρώτησε: "Το ξέρω το πρόσωπό σου. Το'χω ξαναδεί. Μοιάζεις πολύ με μια θεά που κάποτε είδα σ'ένα όνειρο και είχα αγαπήσει. Το όνομά σου δεν ξέρω μόνο, όμορφη κόρη. Εσύ που μου'σωσες και τη ζωή και οι μάγισσες και οι θεραπευτές λένε πως το πέσιμο στο γκρεμό με έκανε να ξανάβρω τη φωνή μου που από τρόμο είχα χάσει, και από τρόμο ξαναβρήκα. Πώς σε λένε, εσύ που παρουσιαστικό ξωθιάς πεντάμορφης έχεις;"

 

"Συραλίν..." απάντησε η ωραία κοπέλα με τα κρινένια δάχτυλα και τα λευκόξανθα μαλλιά και σώπασε σαν κάποια μακρινή λύπη να πέρασε από το νου σου. "Αλλά μη μου μιλάς άλλο τώρα. Παίξε τη φλογέρα σου μόνο..."

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

ΟΚ, ξεπέρασα το όριο κατά τέσσερα λεπτά αλλά χμμμ άργησα λίγο να ξεκινήσω επειδή έκανα edit και το πρώτο ποστ για να βάλω το θέμα. Δεν θα μου το κρατήσετε αμανάτι, ε? :eek:

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Τι λές τώρα... Φυσικά και δεν κρατάμε αμανάτι τίποτα.

 

Παιδιά σαν να έγραφα διαγώνισμα.... Με έπιασε άγχος

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

OK, αν δεν έχει κάποιος άλλος αντίρρηση, σε 3 λεπτά θα κλείσω επίσημα το τόπικ μέχρι να φτιάξω το πολλ και μετά θα ξαναανοίξει για σχόλια και ψήφους, οκ? :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
heiron

Εμένα ξαφνικά με πήραν τηλέφωνο,μου πιάσανε κουβέντα οι γονείς από το άλλο δωμάτιο...Το έλα να δεις.Και η ιστορία ήταν πολύ μεγάλη βασικά οπότε είπα να μην ποστάρω τίποτα...Τελικά πόσταρα βεβαια αλλά αυτό κυρίως για να δείτε τι σκ*τα έγραψα.Γιατί στην τελική άνοιξα επιτέλους το word να γράψω κάτι! :rudolph:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Λοιπόν, κλείνω το τόπικ πάλι (τυπικά δηλαδή) και μαζί μ'αυτό και το συγγραφικό μέρος του Flash Fiction Live! Αναμείνατε και σε λίγο θα δείτε και το πολλ, όπου θα μπορέσουμε να ψηφίσουμε 1 ιστορία ο καθείς, όπως λένε και οι "κανόνες" του διαγωνισμού. :)

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Το poll είναι έτοιμο και το τόπικ ανοίγει ξανά και για σχόλια και συζήτηση επί των 11 ιστοριών, όπως και για να ψηφίσουμε στο poll αυτή που θεωρούμε καλύτερη.

Σαν θέμα τιμής, σαν "έθιμο" ας μην ψηφίσει κάποιος τη δική του ιστορία. Περισσότερα για το διαγωνισμό και το δώρο κλπ, δείτε στο πρώτο ποστ του τόπικ.

 

Καλή ανάγνωση. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Τις διάβασα όλες και το ρίχνω ΔΑΓΚΩΤΟ. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία μπορώ να πω, και περιμένω και το επόμενο σύντομα! (Αν και για να πω την αμαρτία μου, καλύτερα ο διαγωνισμός να γίνεται μια πιο "αντιεμπορική" μέρα από την παρασκευή το βράδυ.)

 

Υ.Γ. Δεν μπορούμε να κάνουμε edit τις ιστορίες μας, έτσι; (το λέω γιατι από την δική μου λείπουν μισό κιλό τόνοι)

Edited by Dinosxanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Και γω έχω λαθάκια αλλά δεν πειράζει. Ο χρόνος κάποιες φορές περνάει γρήγορα και κάποιες άλλες καλπάζει.

11 ιστορίες είναι πολύ καλά ή μου φαίνεται;

 

edit: ένα μεγάλο μπράβο στον Dain και τον nikosal για το άψογο της διοργάνωσης.

Edited by kitsos

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

E, την επόμενη φορά το κάνουμε άλλη μέρα, όποτε μπορούν οι περισσότεροι. Και όντως, δεν θα ήταν σωστό να διορθώσουμε το παραμικρό πια στα κείμενά μας αφού έχει κλείσει το συγγραφικο μέρος του διαγωνισμού. (Aργότερα τις ρετουσάρουμε όσο θέλουμε και τις βάζουμε και στις Βιβλιοθήκες τις ιστορίες, αν θέλουμε).

 

Πράγματι ανάβει τα αίματα πάντως η φάση, ε? Αγχωτική μεν, αλλά κάνει την αδρεναλίνη να τρέχει! :D

 

Ναι, Κώστα. Εξαιρετικά καλά θα έλεγα. Και ήταν και πολύ καλό και άνετο το θέμα του Νίκοσαλ!!! :thumbsup:

 

Edit: Τhank you, Κώστα. :)

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Πραγματικά απίθανη ιδέα και πραγματοποίηση Dain και nikosal. Νομίζω επίσης ότι είμαστε όλοι καταπληκτικοί που ανεβάσαμε σε μία ώρα τόσες ωραίες ιστορίες.

Μπράβο σε όλους!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..