Jump to content
Sign in to follow this  
Oberon

5ος Διαγωνισμός Flash Fiction Live

Recommended Posts

kitsos

Μου βγαίνει μια μεγαλύτερη ιστορία και θέλω να τη γράψω όπως της πρέπει. Αν βγει καλή θα ανέβει κάποια στιγμή στη βιβλιοθήκη. Dinosxanthi ευχαριστώ πολύ για το θεματάκι.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

ΤΑ ΤΗΓΑΝΟΨΩΜΑ

 

Το λάδι είχε κάψει, ήταν έτοιμο. Η Κίτσα έριξε και άλλο λίγο αλεύρι στην ζύμη. «Ωραία σκέφτηκε. Τα έχω βάλει όλα: αλεύρι, νερό, αλάτι, λίγο δυόσμο για να μοσχομυρίζουν και φυσικά λίγο τυρί. Αυτό που λείπει τώρα είναι να προσθέσω το πιο σημαντικό συστατικό.»

Άνοιξε το ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη και πήρε το κουτί που φύλαγε εκεί από την περασμένη εβδομάδα. Ένα κουτί που πάνω του είχε ζωγραφισμένο έναν αρουραίο, και με μεγάλα γράμματα έγραφε ΠΡΟΣΟΧΗ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ!

«Αυτό είναι ό, τι πρέπει! Θα δεί αυτός τι θα πάθει…Δεν ξέρει με ποιον πήγε να τα βάλει…Θα τον εκδικηθώ, δεν θα του περάσει έτσι…»

Η σκέψη της πέταξε στην μοναχοκόρη της, την Βούλα. Ένα 20χρονο κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά. Μπουμπούκι που άνθιζε και έκανε όλο τον κόσμο να το θαυμάζει.Είχε κουραστεί πολύ να την μεγαλώσει. Ο άντρας της την είχε παρατήσει όταν η Βούλα ήταν 6 μηνών και εκείνη είχε αναγκαστεί να γίνει και μάνα και πατέρας για το παιδί της. Λαμπάδα αναμμένη στέκονταν δίπλα της. Δούλευε σκληρά όπου έβρισκε για να μην λείψει τίποτα στο σπλάχνο της. Τι πιάνα, τι αγγλικά, τι φροντιστήρια όλα τα είχε η Βούλα. Αλλά και εκείνη δεν στενοχωρούσε ποτέ την μητέρα της. Γλυκομίλητη και καλόκαρδη πάντα προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Άνθιζε το κοριτσάκι της μέρα με την ημέρα και εκείνη δίπλα του έδινε νόημα στην ζωή της με το να την παρακολουθεί. Όταν η Βούλα μπήκε στο πανεπιστήμιο, η Κίτσα πήρε την μεγαλύτερη χαρά της ζωής της. Χαλάλι όλα όσα είχε τραβήξει, χαλάλι η κούραση της, χαλάλι η μοναξιά της.

 

 

Όμως ο εξωαποδώ πάντα καραδοκεί και ζηλεύει την ευτυχία των ανθρώπων. Έστειλε νοικάρη στο διαμέρισμα κάτω από το δικό τους εκείνον τον τρισκατάρατο. Με την πρώτη ματιά που έριξε στην Βούλα την λιμπίστηκε. Αμέσως κατάλαβε η Κίτσα τα πονηρά του σχέδια, καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό του.Και άρχισαν τα κομπλιμέντα, οι συζητήσεις, οι βόλτες, οι εκδρομές…

 

Μάταια προσπαθούσε να κάνει την Βούλα να απομακρυνθεί από εκείνον. Άβγαλτο το κοριτσάκι της, τυλίχτηκε στα δίχτυα του… Δεν ήθελε και πολύ. Εκείνος περπατημένος, ήξερε πώς να κάνει μια γυναίκα να τον ερωτευτεί. Αφού πήρε ό,τι ήθελε και γλέντησε το κορμί της, την παράτησε. Έπαιξε με το παιχνιδάκι του και το βαρέθηκε μετά. Δεν είχε πια τίποτα να του δώσει.

 

Πόσο έκλαψε το παιδί της, πόσο τον παρακάλεσε… Αυτός δεν έδινε καμιά σημασία, αδιάφορος εντελώς. Άρχισε να λιώνει η Βούλα. Δεν μίλαγε, δεν έτρωγε, δεν πήγαινε στην σχολή της, δεν μίλαγε στους φίλους της. Κλεισμένη μέσα στο σπίτι, ένα ζωντανό φάντασμα. Τι με το καλό την πήρε η Κίτσα, τι της φώναξε, τι την απείλησε …κανένα αποτέλεσμα. Το παιδί της ζούσε σε ένα σκοτάδι που το είχε φέρει εκείνος στην ψυχή της.

Στο μυαλό της Κίτσας τότε άρχισε να γεννιέται ένα σχέδιο εκδίκησης. «Αν φύγει από την ζωή αυτός ίσως λυθούν τα μάγια που έχει κάνει στο παιδί μου» σκέφτηκε. Το δηλητήριο τής φάνηκε η πιο εύκολη λύση…

Το τσιτσίρισμα του λαδιού στο τηγάνι την έβγαλε από τις σκέψεις της. Έτοιμα τα τηγανόψωμα, ροδοκοκκινισμένα και ευωδιαστά.Ήξερε ότι εκείνος ήταν στο σπίτι του. Τον είχε δει που πάρκαρε το αυτοκίνητό του στο γκαράζ. «Η εκδίκηση είναι δική μου…» σκέφτηκε, σκέπασε την πιατέλα με μια χαρτοπετσέτα και έκλεισε την πόρτα πίσω της καθώς έβγαινε από το διαμέρισμά της.

Edited by mariposa

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Το χωριό του Μάναφαλ είχε ακριβώς διακόσιους κατοίκους. Ούτε έναν περισσότερο, ούτε έναν λιγότερο, κάτι για το οποίο οι κάτοικοι ήταν περήφανοι. Ο Σλαχ, ο ιερομάντης του χωριού, έλεγε μάλιστα ότι το στρογγυλό αυτό νούμερο ήταν ένας πολύ καλός οιωνός και ότι μέρες αφθονίας τους περίμεναν. Δε γνώριζε όμως το τι πραγματικά περίμενε το χωριό τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου.

Ήταν η πρώτη μέρα μετά τη φθινοπωρινή ισημερία, όταν το κακό άρχισε. Ο Πάρσο, ο μικρότερος γιος του Μάρντ, του σιδερά, άρχισε να παραπονιέται ότι τον πονούσε το στομάχι του. Μάταια η μάνα του του έδινε από το πράσινο τσάι που ηρεμεί το στομάχι, οι πόνοι του συνέχιζαν. Ούτε και η κυρά Μπάρνα, η μαμή του χωριού, μπόρεσε να ηρεμήσει τους πόνους του, που ώρα με την ώρα, γίνονταν όλο και πιο έντονοι.

Και, όταν ο ήλιος έπεσε στον ορίζοντα, το αγόρι σφάδαζε από τους πόνους και καιγόταν από τον πυρετό. Η επόμενη αυγή βρήκε τη μητέρα του να θρηνεί γοερά το χαμό του γιου της. Και, μαζί της, να θρηνούν και οι μανάδες του Σάντν και της Κυβρίρ, που το προηγούμενο βράδυ είχαν αρχίσει να έχουν κι αυτοί στομαχόπονους και που, ως το πρωί, είχαν γίνει τόσο επώδυνοι όσο και αυτοί του Πάρσο. Μάταια ο Σλαχ προσευχόταν στις Χίλιες Μάσκες του Όντα, μάταια η κυρά Μπάρνα δοκίμαζε το ένα μαντζούνι μετά το άλλο, τα δύο παιδιά έσβησαν μέχρι τη δύση του ήλιου.

Κάπου το μεσημέρι, ο γερό-Τζάνζ άρχισε να έχει και αυτός ενοχλήσεις: η επόμενη αυγή δεν τον βρήκε ζωντανό. Και, για κάθε έναν που πέθαινε, άλλοι δύο έπεφταν άρρωστοι, αρχικά μόνο παιδιά και γέροι, αλλά σιγά σιγά η αρρώστια έπαψε να κάνει διακρίσεις σε φύλλο και ηλικία, θερίζοντας έναν έναν τους κατοίκους.

Ο ιερομάντης δεν προλάβαινε να προσεύχεται για τις ψυχές των νεκρών και για τη σωτηρία όσων απέμεναν ακόμα ζωντανοί. Ήταν ο εκατοστός που πέθανε, χτυπημένος κι αυτός από την άγνωστη επιδημία. Λίγο πριν αφήσει όμως την τελευταία του πνοή, ένα όραμα ήρθε και γέμισε τα μάτια του.

“Το Φίδι στις ρίζες του μεγάλου Δέντρου,” είπε, “αυτό είναι που έχει μολύνει τα πηγάδια μας με το φαρμάκι του.” Και ύστερα έσβησε.

Όσοι κάτοικοι απέμεναν όρθιοι έκαναν αμέσως συμβούλιο για να αποφασίσουν τι θα κάνουν. Κάποιοι έλεγαν να φύγουν από το χωριό και να πάνε σε κάποιο ψηλότερα, μήπως κι εκεί το νερό ήταν καθαρότερο. Άλλοι έλεγαν να σταματήσουν να πίνουν από το νερό και άλλοι ότι έπρεπε να προσευχηθούν όλοι μαζί στις Μάσκες για τη σωτηρία τους.

Μόνο ο Μπάενρ, το πρωτοπαλίκαρο του χωριού διαφώνησε. “Αυτά που λέτε είναι βλακείες,” αναφώνησε “θα κατέβω μέχρι τις ρίζες του Δέντρου και, μα τη Μάσκα του Μαχητή, θα φροντίσω ώστε το χωριό να σωθεί.” Και, όταν τον ρώτησε πώς θα αναγκάσει το Φίδι να σταματήσει να δηλητηριάζει τα νερά, αυτός απάντησε με στόμφο “αν όχι με τα λόγια, τότε με το ξίφος.”

 

Το ταξίδι του νεαρού άντρα ήταν επίπονο. Τα μονοπάτια που ήταν χαραγμένα στον κορμό του Δέντρου και που οδηγούσαν στα πιο χαμηλά χωριά και από εκεί στις Ρίζες ήταν απότομα και γεμάτα με κρυμμένες παγίδες, τόσο φυσικές όσο και στημένες από ληστές ή από τα τελώνια που καραδοκούσαν έξω από τα χωριά. Παρόλα αυτά ο Μπάενρ δεν συνάντησε ούτε ληστές ούτε τελώνια, αλλά ούτε και κάποιον άλλο ταξιδιώτη. Και, όταν έφτασε στο χωριό του Πάντρκ, το πρώτο από τα δύο χωριά πριν από τις ρίζες, ανακάλυψε με τρόμο ότι όλοι οι κάτοικοί του ήταν νεκροί, θύματα κι αυτοί του δηλητηρίου. Το ίδιο και στο Μάνγκριν το επόμενο χωριό, που βρισκόταν ακριβώς πάνω από τις Ρίζες του Δέντρου.

Και, όταν πια ο Μπάερν έφτασε στις Ρίζες, εκεί που το Φίδι αναπαυόταν, με τρόμο διαπίστωσε ότι ο Δράκοντας κοίτωνταν νεκρός, σφαγμένος από μία χρυσή λόγχη και το αίμα του έτρεχε ποτάμι στις πηγές που πότιζαν το Δέντρο. Και, δίπλα στο πτώμα του, στεκόταν μια Βάλκρα, μια από τις αγγελικές πολεμίστριες του Όντα.

“Γιατί το έκανες αυτό;” τη ρώτησε ο πολεμιστής, ενώ ένιωθε και ο ίδιος το δηλητήριο στον αέρα να τον πιάνει.

“Κάθε τι έχει το τέλος του,” είπε η πολεμίστρια, “έτσι και το Δέντρο. Ο φύλακας του πέθανε και το φαρμάκι του τρέχει μέσα στους χυμούς του Δέντρου, ποτίζοντάς το θάνατο. Σύντομα θα ξεραθεί και θα πέσει.”

“Και το χωριό μου; Τα άλλα χωριά;” ρώτησε ο πολεμιστής, νιώθοντας τη ζωή να σβήνει από μέσα του.

“Θα χαθούν κι αυτά,” είπε η άγγελος, “και η φυλή σου θα σβήσει για πάντα. Έτσι είναι το Θέλημά του.”

Και, οι θρύλοι λένε, ότι η Βάλκρα πήγε δίπλα του, ξάπλωσε στο έδαφος τον ετοιμοθάνατο πολεμιστή και πλάγιασε μαζί του μια τελευταία φορά και ότι από την ένωσή τους προέκυψε ο Τρένβος, ο πρώτος από τους ανθρώπους των πεδιάδων.

Και, όσο για το μεγάλο Δέντρο, αυτό έχει μείνει ένας θρύλος, που τον θυμούνται λίγοι μόνο. Γιατί η εποχή του πέρασε για πάντα, όπως εξάλλου γίνεται και με οτιδήποτε ακουμπάει το φαρμάκι του Χρόνου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Φάτσες πράσινες, λευκοί αφροί στα χείλη, μάτια που πετάγονται από τις κόγχες τους. Το πηγάδι. Από το πηγάδι βγαίνουν μορφές. Αερικά με σκούρους χιτώνες, μακριούς, που πίσω στην ουρά τους τραβούν μολυσμένους ατμούς. Κι οι ατμοί γίνονται χέρια. Χέρια που τραβούν τις σάρκες του λαιμού να τις σκίσουν, τις ματώνουν νύχια βρώμικα, γεμάτα χώμα. Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, τα χείλη αλλάζουν χρώμα, μα στα πράσινα πρόσωπα μοιάζουν κυπαρισσί -οι ατμοί είναι τώρα είναι τώρα μωβ- κι ο αφρός γίνεται κίτρινος κι ύστερα μωβ... τα νύχια μπήγονται βαθιά στις σάρκα του λαιμού, μαλλιά κολλάνε στους αφρούς και τα αίματα... Σώματα ξαπλώνουν καταγής και φτιάχνουν έναν κύκλο... Έναν κύκλο απήθμενο που μέσα του βγαίνουν μορφές ?αερικά- με σκούρους χιτώνες και κουκούλες, άυλοι... και στις ουρές απ’ τους χιτώνες τους σέρνουν στριγγλιές μανάδων...

 

Η Ρόζα άνοιξε τα μάτια της. Κρύωνε. Αισθανόταν σα να είχε κλειστεί στους πάγους της Εσκ για άλλη μια φορά, κανείς γύρω της να τη σώσει για ακόμα μια φορά, κι όμως ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπο της. Σηκώθηκε ξέπνοη, ανοιγόκλεισε τα μάτια της να συνηθίσουν το ημίφως της καμπίνας και βγήκε στην κουβ΄έρτα με τα νυχτικά της.

 

Το κατάστρωμα ήταν έρημο, ίσως επάνω να στεκόταν ακόμα στο τιμόνι ο Νέγκερης, μα δεν την ένοιαζε, δε στάθηκε να κοιτάξει. Με τα δόντια της να χτυπούν τόσο που στιγμιαία σκέφτηκε πως θα μπορούσαν να σπάσουν, έψαξε στο στερέωμα στο φως της Σέπτιας να βρει το Άστρο του Φονιά. Κούρμπωσε το χέρι της καρδιάς και κύκλωσε το άστρο στον ουρανό νοερά, έκανε και το σημάδι του παρελθόντος, για εκείνα που έφυγαν, με το δεξί της και κοίταξε μέσα από την κούρμπα του αριστερού το Φονιά. Τίποτα. Έκανε το σημάδι του σήμερα, του τώρα για αυτά που τούτη τη στιγμή συμβαίνουν και κοίταξε. Τίποτα ξανά. Έκανε των μελλούμενων το σημάδι με το χέρι της και πάλι τίποτα δεν είδε στο αστέρι.

 

«Δείξε μου» κραύγασε μες τη νύχτα «δείξε μου καταραμένη!»

 

Ξανάκανε τα σημάδια με τη σειρά και κοιτούσε τσιτωμένη. Το κορμί της είχε παγώσει και τα μακριά μαλλιά της έσταζαν σε όλη την πλάτη της υγρασία. Μα τα δόντια της είχαν σταματήσει να χτυπούν και πυρετική ζέστη την έκαιγε. Τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν από το κλάμα κι η ξάστερη νύχτα πάνωθέ της την κορόιδευε. Ξάφνου, καθώς ήταν έτοιμη να τα παρατήσει ξανά και βρίσει τη Σέπτια που μεσουράνιζε κι όμως την αλήθεια δεν της έδειχνε, ένα πρόσωπο φάνηκε μπροστά στο Φονιά. Ένα πρόσωπό που αν δεν το είχε πολλές φορές δει, αν κάθε μέρα δεν ξυπνούσε πλάι του, με τα φιλιά του, έτσι που την κοίταζε την ώρα τούτη από το Άστρο δε θα το γνώριζε ποτέ. Έλεος δεν είχαν τα μάτια του, κίτρινες κόρες και σχιστές την κοιτούσαν με μίσος ανείπωτο, τόσο που να το εξηγήσει σε άλλονε δε θα μπορούσε.

 

Βόγκηξε βαθιά, έριξε μια κατάρα στην έβδομη σελήνη και τη χάρη της που μέσα της είχε και τρέχοντας και παραπατώντας κατέβηκε στο αμπάρι. Μαύρο πυκνό σκοτάδι την κύκλωσε στον κλειστό χώρο, μα ψηλαφώντας βρήκε ένα βαρέλι, το πρώτο που έπιασε. Το χάιδεψε μέχρι που βρήκε την κάνουλα, την έστριψε και πέρασε το χέρι της κάτω της. Μύρισε το υγρό κλαίγοντας κι έμεινε εκεί ώρα πολύ.

 

Όταν ξημέρωσε η μέρα, χάραμα ακόμη, κουβαλώντας ένα δίσκο με σταφύλια, ψωμί, τυρί και κρασί και το γλυκύτερο χαμόγελο που είχε, πήγε να ξυπνήσει τον καπετάνιο της.

«Καλημέρα» του είπε αφού άφησε το δίσκο «στην υγειά μας.»

 

Εκείνος πήρε το ποτήρι από τα χέρια της και το κοίταξε κοιμισμένος. «Μα είναι πρωί...»

 

«Ε, δεν έχουν ώρα αυτά» του είπε γλυκά και τσούγκρισε το ποτήρι του.

 

«Δε θέλω κρασί πρωινιάτικο» της αντιγύρισε κι έκανε να το αφήσει.

 

Η Ρόζα κουνήθηκε γατίσια, η ράντα του νυχτικού της έπεσε και άφησε ακάλυπτο σχεδόν το δεξί στήθος της και με το ελέυθερο χέρι της του χάιδεψε πρώτα το μάγουλο κι ύστερα κατέβηκε στα χείλη.

 

«Πιες και θα ναι πιο ωραίο μετά» συμπλήρωσε την κίνησή της ναζιάρικα.

 

Έκανε να πιάσει το χέρι της, μα του ξεγλίστρησε γελώντας και ρούφηξε μια γουλιά από το ποτήρι της κλείνοντας τα μάτια.

 

Ο καπετάνιος της γέλασε άγρια και κατέβασε το δικό του μονορούφι. «Ωραίο μπρούσκο» της είπε κοιτάζοντας το ποτήρι του περίεργα. «Αυτό το άρωμα...»

 

«Μα είναι από τα βαρέλια σου, εκείνα που αφήσαμε πίσω στο χωριό και πήραμε μαζί μας το κώνειο; Δε μπορεί να ξέχασες κιόλας τη γεύση του, ένα δεκαήμερο ταξιδεύουμε όλο κι όλο» δεν τον άφησε να αποσώσει τη φράση του.

 

Ο καπετάνιος έπιασε το λαιμό του, πέταξε το ποτήρι στο πάτωμα της καμπίνας και άρχισε να ανασαίνει βαριά. Τέντωσε το χέρι του να την πιάσει μα εκείνη σηκώθηκε και πισωπάτησε, αλλάζοντας έκφραση στη στιγμή.

 

«Πες το μου, θέλω να το ακούσω στην τελευταία ανάσα σου, πες το!» Του φώναξε.

 

Μα εκείνος δεν είχε άλλη ανάσα να αρθρώσει.

 

«Πες το!» Τσίριξε. «Πες μου ότι τα έχυσες στο πηγάδι του χωριού! Εκατό βαρέλια κώνειο για εκατό βαρέλια μπρούσκο της Εσπερίας. Πες το!» φώναζε με όλη τη δύναμη που είχε στα πνευμόνια της.

 

Ο καπετάνιος της όμως έκανε απλά μια κίνηση ακόμα προς το μέρος της κρατώντας το λαιμό του, προσπάθησε να πάρει ανάσα για τελευταία φορά και κρέμασε άψυχος από την κουκέτα που τόσο και τόσα βράδια μοιράστηκαν.

 

Κι η Ρόζα φίλησε τα χείλη του για τελευταία φορά βγήκε στην κουβέρτα και ρίχτηκε στη θάλασσα. Οι τελευταίες σκέψεις της καθώς την τύλιγε η γλυκιά λήθη της Αλμυρής ήταν ότι ίσως η Σέπτια δεν έπρεπε να της δείξει, πως ίσως αν δεν το ήξερε, αν... πως θα μπορούσε να ζήσει, αν δεν το ήξερε... Ίσως....

Edited by Nienor

Share this post


Link to post
Share on other sites
trillian

Δε με βλέπω να προλαβαίνω :( Κόλλησε ο εγκέφαλος και μπλαφ! Αλλά μ' άρεσε πολύ η ιστοριούλα που ξεκίνησα, οπότε λέω να την τελειώσω και να την ανεβάσω έστω και εκπρόθεσμα :)

 

(πράγματι, πολύ ωραίο θέμα!!!)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adinol Doy

Πραγματικά, δὲν ξέρω πῶς μοῦ βγῆκε πάλι μιὰ κάπως παραμυθένια ἱστορία. Ἔχοντας ξεκινήσει νὰ γράφω, εἶχα πάλι στὸν νοῦ μου τὴν Nienor καὶ τὴν Naroualis. Ἀμὰν πιά! Τέλος πάντων! Ἰδοὺ τί ἀπίδια πιάνει ὁ σάκος:

 

Ἕνα παραμύθι (810 λέξεις)

 

 

«Θὰ σοῦ διηγηθῶ μιὰ ἱστορία», εἶπε ὁ πατέρας μου ἕνα γλυκὸ καλοκαιρινὸ βράδυ.

 

Ἀκούμπησα τὸ μάγουλό μου στὸ γόνατό του κι ἔκλεισα τὰ μάτια. Ἐκεῖνος χάιδεψε τὰ μακρυὰ μαλλιά μου ποὺ μύριζαν χαμομήλι κι ἐγὼ γουργούρισα εὐχαριστημένη σὰ γάτα.

 

«Εἶναι μιὰ ἱστορία ἀπὸ τὸ χωριό σου, πατέρα;» ρώτησα, μὰ δὲν ἀπάντησε. Ὄχι ὅτι μ’ ἔνοιαζε καὶ πολύ, δηλαδή, ἀλλὰ νά! Κάποιες φορὲς μοῦ διηγιόταν παραμύθια κι ἄλλοτε σκαρφιζόταν ἱστορίες τῆς στιγμῆς, ἔτσι ὥστε συχνὰ δὲν ἤξερες τί θυμόταν καὶ τί ἐφεύρισκε.

 

Ἡ ἱστορία πήγαινε ὡς ἑξῆς:

 

 

 

Φόρεσε τὸ μαῦρο πλεχτό της σάλι μὲ χάρη. Ἐκεῖνος τὴν κοίταξε· ἐξακολουθοῦσε νὰ τοῦ ἀσκεῖ μιὰ δυσεξήγητη ἕλξη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ τί ἔκανε κάθε φορά. Μπορεῖ νὰ ἔβηχε – ἢ νὰ ἔκλαιγε – νὰ γελοῦσε – ἢ νὰ θύμωνε. Δὲν εἶχε σημασία. Σημασία εἶχε ὅτι τὰ πάντα τὰ ἔκανε μὲ χάρη, πρᾶγμα ποὺ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν συνειδητοποιοῦσαν. Μόνον αὐτός. Μόνον αὐτὸς διέκρινε τὸν ἐρωτισμό της σὲ κάθε της πράξη, κίνηση καὶ συμπεριφορά, μονάχα αὐτὸς ἦταν εὐλογημένος νὰ βλέπει αὐτὸ ποὺ οἱ περισσότεροι – μέσα στὶς ἔγνοιες καὶ τὴν ἀλλοτρίωση τῆς καθημερινότητας – ἀδυνατοῦσαν νὰ σκεφτοῦν.

 

Κι ὅμως, τὸν πρῶτο καιρὸ δὲν τῆς ἔδινε σημασία. Ὄμορφος νέος ὁ ἴδιος – τόσο ὄμορφος, μάλιστα, ποὺ πολλοὶ ἄνθρωποι δάκρυζαν στὴν θέα του –, μποροῦσε νὰ ἔχει ὅποια δροσερὴ καλλονὴ ἐπιθυμοῦσε. Δὲν χρειαζόταν νὰ κάνει τίποτε· τίποτε ἀπολύτως. Τὸ μόνο ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει ἦταν ἁπλὰ νὰ κοιτάξει – κι ἀμέσως, ὅποια γυναίκα ὠρεγόταν, γινόταν δική του ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. Ὕστερα, ὅταν χόρταινε τὴν ἐρωτική του πείνα, στόχευε ἀλλοῦ, σὲ ἄλλα λημέρια, σὲ ἄλλες γειτονιὲς καὶ σ’ ἄλλα μάτια.

 

«Νά ’τος! Τώρα περνάει!» ψιθύριζαν ἀναμεταξύ τους οἱ ἔφηβες, φτιασιδωμένες καὶ πρόωρα ἀνεπτυγμένες, προσπαθώντας νὰ καλύψουν τὶς ἀτέλεις τοῦ σώματός τους ποὺ διαμορφωνόταν σταδιακά – γιὰ νὰ τὸν ἔχουν συντροφιά τους στὰ βραδυνά τους ὄνειρα.

 

«Τί ὡραῖος!» ἀναστέναζαν οἱ παντρεμένες γυναῖκες, πού, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν εἶχαν καλοπαντρευτεῖ ἢ ἂν ζοῦσαν εὐτυχισμένες μὲ ἕναν προικισμένο, ἐργατικό, στοργικό – ἤ, ἀκόμη καὶ γοητευτικό – ἄνδρα, θὰ ἔδιναν τὸ κάθε τὶ γιὰ νὰ τὸν κρατήσουν μιὰ φορὰ στὸν κόρφο τους.

 

«Νά ’σαι καλά, ψυχούλα μου, νὰ σὲ χαίροντ’ οἱ γονεῖς σου!» εὔχονταν οἱ γιαγιάδες σὰν τὸν ἀντίκρυζαν· καὶ τὸν κοιτοῦσαν μ’ ἕνα βλέμμα, πού, στὸ βάθος του, ἀντικατόπτριζε τὴν ἀνάμνηση τῆς ξεχασμένης νιότης καὶ τῶν παρελθόντων ἀπολαύσεων.

 

Μὰ αὐτὸς σημασία δὲν ἔδινε. Γνώριζε ἀπόλυτα τὴν δύναμη τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ρώμης του καὶ σεργιάνιζε ἤρεμος καὶ γαλήνιος σὲ δρόμους καὶ δρομάκια, περιφέροντας καὶ ἐπιδεικνύοντας τὰ πλουσιοπάροχα δῶρα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν εἶχε προικίσει ἡ πλάση, ἀδιαφορώντας συνάμα γιὰ τὸν φθόνο ποὺ προκαλοῦσε στὶς ψυχὲς τῶν ἀνδρῶν.

 

«Μᾶς ξεμυαλίζει τὶς κόρες!» ἔλεγαν θυμωμένα οἱ πατεράδες.

 

«Μᾶς ξεμυαλίζει τὶς γυναῖκες!» οὔρλιαζαν οἱ σύζυγοι.

 

Καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.

 

Τὸ μίσος, ὅταν δὲν ἐκτονώνεται, διογκώνεται στὴν καρδιὰ καὶ τὴν φαρμακώνει. Τὴν κάνει νὰ αἰσθανθεῖ πράγματα πού, σὲ κανονικὲς συνθῆκες, δὲν θὰ τὰ αἰσθανόταν. Κι ὅταν φαρμακώνετ’ ἡ καρδιά, λένε οἱ παληοί, φαρμάκι ποτίζει τὰ μυαλά.

 

Κι ἔτσι, οἱ ὠργισμένοι ἄνδρες, πῆγαν στὴν ἄκρη τῆς πόλης καὶ βρῆκαν τὸ σπίτι μιᾶς γυναίκας, γιὰ τὴν ὁποία οἱ φῆμες ἔλεγαν πὼς ἦταν μάγισσα. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ βεβαιότητα πόσα χρόνια πατοῦσε τὸ χῶμα – κάποιοι ἔλεγαν πὼς ἦταν νέα ποὺ ἔμοιαζε μὲ γρηὰ καὶ κάποιοι ἄλλοι, πάλι, πὼς ἦταν γρηὰ ποὺ ἔκανε ξόρκια γιὰ νὰ φαίνεται νέα. Ὅπως καὶ νά ’χε τὸ πρᾶμα, πάντως, αὐτὸ ποὺ ἦταν σίγουρο ἦταν ὅτι ἦταν ἄσχημη, καμπουριασμένη, κάπως παράλυτη καὶ φαινόταν πὼς εἶχε τὸ φέρσιμο ποὺ συχνὰ ἔχουν οἱ ἀγροῖκοι.

 

Οἱ ἄνδρες παρέβλεψαν τὸ ἀπωθητικὸ παρουσιαστικὸ τῆς γυναίκας, κατάπιαν τὴν ἀηδία ποὺ τοῦς ἔπνιγε, καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὴν μάγισσα νὰ τοὺς βοηθήσει. Τῆς εἶπαν τί καὶ πῶς, καθὼς ἐκείνη τοὺς ἄκουγε μὲ προσοχή. Ζήτησε χρήματα – κι ἦσαν πολλὰ αὐτὰ ποὺ ἀπαίτησε –, τῆς ἔδωσαν κι ἔφυγαν στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ – ἂν καὶ ὁ Θεὸς δὲν μπλέκεται σὲ τέτοια ζητήματα, ἂν θὲς τὴν γνώμη μου.

 

Τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα, ὅλοι εἶδαν τὸν ὀμορφονιὸ νὰ πηγαίνει ὅπου πήγαινε ἡ μάγισσα. Τὴν ἀκολουθοῦσε σὰ σκυλάκι, στὰ μάτια συνέχεια τὴν κοιτοῦσε, σπιθαμὴ δὲν τὴν ἀποχωριζόταν.

 

Οἱ γυναῖκες παραξενεύτηκαν. Οἱ γονεῖς του θορυβήθηκαν. Προσπάθησαν νὰ τὸν νουθετίσουν, ἀλλὰ μάταια. Ἐκεῖνος δὲν ἔβλεπε αὐτὸ ποὺ ὅλοι ἔβλεπαν· ἔβλεπε μονάχα μιὰ λυγερόκορμη κόρη καὶ μάτια γιὰ ἄλλον ἄνθρωπο δὲν εἶχε.

 

Τί εἴδους μάγια τοῦ ἔκανε, τί καταπότι τὸν ἔβαλε νὰ πιεῖ, τί φαρμακερὰ ξόρκια τοῦ ἔσπειρε, κανεὶς δὲν ἤξερε νὰ πεῖ.

 

Κι ὁ νεαρὸς ἄντρας ἀπόμεινε ἕρμαιο μιᾶς γυναίκας ποὺ δὲν τοῦ ἄξιζε – ἢ ἴσως αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ γυναῖκα τοῦ ἄξιζε, τόσο ἄκαρδος καὶ περήφανος ποὺ ἦταν. Καὶ πέρασε ἔτσι ἐρωτευμένος τὴν ζωή του, μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ φύγει.

 

 

 

«Καὶ τί ἀπέγινε ἡ μάγισσα, πατέρα;» ρώτησα.

 

«Κανεὶς δὲν μοῦ ’πε ποτέ», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος στοχαστικά.

 

«Καὶ ποιό εἶναι τὸ ἠθικὸ δίδαγμα τῆς ἱστορίας;» ξαναρώτησα.

 

Μὰ ὁ πατέρας δὲν ἀπάντησε. Μοῦ ἔδωσε ἕνα ζεστὸ φιλὶ στὸ μέτωπο καὶ μὲ καληνύχτισε γλυκά.

 

Κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, ἔκλεισα τὰ μάτια καί, προσπαθώντας πεισματικὰ νὰ καταλήξω σὲ κάποιο συμπέρασμα, ἔπλασα τὴν ἱστορία μὲ τὸν νοῦ μου, μέχρι ποὺ ἀποκοιμήθηκα.

Edited by adinol

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheTregorian

Να και το δικό μου! Καλή επιτυχία σε όλους τους συμφορουμίτες! :thmbup:

 

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΑΠΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ

Ο ελάχιστα παχουλός και αρκετά γηραιός άνδρας, ήταν καθιστός σε μια ξύλινη καρέκλα σε ένα απόλυτα σκοτεινό δωμάτιο. Έπλεκε και ξέμπλεκε τα χέρια του σιωπηλός ενώ δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια του. Απέναντι του, όρθια, στεκόταν μια μαγευτική γυναίκα. Τα κόκκινα της μαλλιά έφταναν πέρα απ’ τη μέση της, ενώ τα πράσινα μάτια της έλαμπαν από ευχαρίστηση. Το χρώμα του δέρματος της ήταν λευκό, υπερβολικά λευκό, ήταν λες και το είχαν περάσει από ένα στρώμα μιας πολύ λεπτής πούντρας.

 

Η κοπέλα αντίκριζε είχε καρφώσει τα μάτια της πάνω στον άνδρα. Αυτό το βλέμμα, αφενός αντικατόπτριζε μίσος και αφετέρου συμπόνια, αλλά όχι αυτή, την ανθρώπινη συμπόνια, αλλά μια συμπόνια που εκείνη κατασκεύαζε στο μυαλό της για να επιβεβαιώνει το θρίαμβο της: να ταπεινώσει έναν απ’ τους μεγαλύτερους άρχοντες του κόσμου. Ο άνδρας δεν τολμούσε αντίθετα να την αντικρίσει, όχι γιατί φοβόταν, ποτέ δεν φοβήθηκε. Απλά και μόνο η όψη της του έδειχνε αυτό το οποίο δεν μπορούσε να δεχθεί η αξιοπρέπεια του: είχε αποτύχει. Έγλυψε νευρικά τα χείλη του και ξεροκατάπιε.

 

«Διψάς;», ρώτησε ξερά η γυναίκα με ένα τόνο που ξέρναγε δηλητήριο. Ο άνδρας δεν απάντησε. Η γυναίκα έτρεξε προς ένα τραπεζάκι που υπήρχε δεξιά από την καρέκλα του άνδρα και πήρε ένα ποτήρι νερό που υπήρχε εκεί. Απομακρύνθηκε μερικά μέτρα και άδειασε με δύναμη το περιεχόμενο του στο πρόσωπο του άνδρα. Εκείνος εξεπλάγη, ανοιγόκλεισε τα μάτια του, έγλειψα ξανά τα υγρά πλέον χείλη του και συνέχισε ανέκφραστος να κοιτά το πάτωμα.

 

«Τι συμβαίνει;», αποκρίθηκε η γυναίκα συνεχίζοντας να τον αντικρίζει με μίσος, «Δεν έχεις κάτι να πεις; Παλαιότερα ήσουν πιο ετοιμόλογος, πιο… πώς να το πω… δραστήριος! Τώρα μένεις έτσι απλά σιωπηλός; Αλλά φυσικό είναι να μην μπορείς να μιλήσεις. Σ’ άρεσε να μιλάς μόνο όταν είχες το πάνω χέρι, μόνο όταν οι άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να ακούν χωρίς να απαντούν. Αυτό ήταν το στυλ σου… ο Κύριος Τέλειος, χωρίς κανένα απολύτως ελάττωμα και κανένας δεν είχε δικαίωμα να σε αμφισβητήσει.». Ο άνδρας παρέμενε σιωπηλός.

 

«Γιατί δεν μιλάς… ΜΙΛΑ!», είπε και τον χαστούκισε με δύναμη. Ο άνδρας και πάλι δεν αντέδρασε. Η γυναίκα γέλασε νευρικά.

 

«Δεν μιλάς… λογικό. Δεν αντέχεις να παραδεχτείς ότι εγώ κρατάω την τύχη σου στα χέρια μου τώρα… Σου στάθηκα τόσο καιρό! Όταν οι Λαέριοι μπήκαν στην Μητρόπολη και μου ζήτησες ενισχύσεις, τσακίστηκα να σε εξυπηρετήσω! Έστειλα στρατό και έσωσε το σιχαμένο τομάρι σου από τον εξευτελισμό. Όταν οι Ιλύριοι μπήκαν στην Λιμνούπολη, εγώ, απ’ όλους τους συμμάχους σου, μόνο Ε-Γ-Ω ήρθα να σε βοηθήσω. Όταν οι εχθροί σου συμμάχησαν με σκοπό να σε ξαποστείλουν μια και καλή Μ-Ο-Ν-Ο εγώ πάλι σε βοήθησα. Και με πρόδωσες… Μ-Ο-Ν-Ο εμένα πρόδωσες!

 

»Ποτέ δεν σου ζήτησα να με βοηθήσεις στρατιωτικά, ούτε οικονομικά παρόλο που εγώ το έκανα άπειρες φορές. Μόνο την αγάπη σου ζήτησα, αγνή και ειλικρινή αγάπη! Ναι, είσαι μεγαλύτερος μου, ναι, είμαι πολύ πιο όμορφη από ‘σένα και ίσως θα έπρεπε να περιμένω ένα νέο, γοητευτικό πρίγκιπα, αυτόν που λένε ίσως τα παραμύθια, αυτόν με το άσπρο άλογο. Εγώ όμως σε αγάπησα γιατί ήσουν ένας πραγματικός κύριος. Δεν σε απασχολούσε τίποτα πεζό έχει αυτός ο κόσμος… λεφτά… δόξα… εξουσία. Με αγαπούσες και ένιωθα τόσο ωραία που κοκκίνιζες κάθε φορά που με κοιτούσες.

 

»Όλα αυτά όμως κράτησαν λίγο… Μέχρι που ξεκίνησαν αυτές οι αναθεματισμένες εξεγέρσεις. Τότε, τα ξέχασες όλα. Αφιέρωσες την καρδιά σου και το μυαλό σου στη μάχη, στο αιματοκύλισμα. Το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να μην μετακινηθούν τα όρια της αυτοκρατορίας σου, να μην σπιλωθεί η δόξα σου. Αυτά ήταν τα μόνα που είχαν σημασία για σένα. Η αγάπη ήταν πλέον σπατάλη χρόνου. Με αντιμετώπιζες σαν έναν καλό σύμμαχο, αλλά εκμεταλλευόσουν και την ιδιαίτερη σχέση μας για να σου παρέχω όλο και περισσότερα… όλο και περισσότερα! Αλλά ως εδώ! ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟ ΣΟΥ ΣΚΥΛΑΚΙ! Σήμερα δεν ήρθα γιατί δεν αντέχω άλλο να είμαι ο δούλος σου, αυτός που σε αγαπά και εσύ δεν δίνεις τίποτα πίσω. Σήμερα δεν αντικρίζω αυτό τον άνδρα που ερωτεύτηκα, αυτό τον γλυκό άνθρωπο που ήταν έτοιμος να με κάνει βασίλισσα του και να ενώσει τα βασίλεια του.

 

»Όμως… Ναι… αυτό είναι! Δεν ένιωσες ποτέ τίποτα! Το μόνο που σε ένοιαζε ήταν βάλεις στα χέρια σου και το δικό μου βασίλειο! Σκυλί!», τον ξαναχαστούκισε με μεγαλύτερη δύναμη. »Όμως φτάνει! Ως εδώ! Η αγάπη έχει και τα όρια της. Παιδεύτηκα πολύ για να το αποφασίσω, αλλά πλέον δεν έχω καμιά αμφιβολία! Η αγάπη δεν έχει νόημα αν δεν έχει απόκριση. Ναι… δεν έχει κανένα νόημα. Ήρθε το τέλος!», είπε και αστραπιαία του έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο. Ο άνδρας έπεσε στο πάτωμα και η γυναίκα τον κλώτσησε με μεγαλύτερη δύναμη και μίσος συνάμα στη κοιλιά. Πλέον δεν μπορούσε να κινηθεί και να αντιδράσει απ’ τον πόνο. Εκείνη αφιονισμένη όπως ήταν, έβγαλε απ’ την τσέπη της μια σύριγγα γεμάτη με ένα υποκίτρινο υγρό και την κάρφωσε στο αριστερό μπράτσο του άνδρα, πρεσάροντας την συνάμα. Αφού όλο το υγρό πέρασε στο σώμα του άνδρα, έβγαλε την ένεση και πισωπάτησε. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.

 

«Δηλητήριο ήταν, έτσι δεν είναι;», ρώτησε ο άνδρας. Η γυναίκα δεν απάντησε. Συνέχισε να κλαίει, χωρίς όμως να έχει αλλάξει το βλέμμα μίσους που έφερε.

 

«Δηλητήριο είναι…», είπε ο άνδρας απατώντας ο ίδιος στην ερώτηση του. Η γυναίκα μην θέλοντας άλλο να τον αντικρίζει (αλλά και να βλέπεις εκείνος πως λυπόταν), γύρισε την πλάτη της και έκανε να φύγει.

 

«Αμάντα!», είπε ο άνδρας με σχεδόν ξεψυχισμένη φωνή. Εκείνη γύρισε και τον αντίκρισε ξανά, αφού πρώτα είχε σκουπίσει βιαστικά τα μάτια της. «Συγγνώμη…», είπε. Η γυναίκα έγνεψε αρνητικά θέλοντας να δείξει πως δεν έχει καμία διάθεση να τον συγχωρέσει.

 

«Αμάντα μην φεύγεις τώρα! Σε ενόχλησε το δηλητήριο και φεύγεις; Δεν μπορείς να το δεις να κάνει αυτό για το οποίο το χρησιμοποίησες; Υποκρίτρια! Το χειρότερο δηλητήριο ήταν αυτό που έχυνες εσύ τόση ώρα έχιδνα. Κάτσε τουλάχιστον και αντιμετώπισε αυτό που έκανες τόση ώρα, τόσο δηλητήριο δεν πήγε άχρηστο.», είπε και έκλεισε τα μάτια του για πάντα…

ΤΕΛΟΣ

Edited by TheTregorian

Share this post


Link to post
Share on other sites
Katerina Baou

Το σκοτάδι της κοιλάδας

 

Οι άνθρωποι δεν μιλούσαν πολύ σε αυτό το μέρος. Η ζωή τους ήταν κρυμμένη πίσω από τις μουσκεμένες κορυφές των δέντρων, πολύ πιο μακριά από τον ήδη χαρτογραφημένο κόσμο. Σε μια κοιλάδα που ξένο μάτι δεν είχε αντικρίσει. Μέχρι τώρα δηλαδή. Γιατί εκείνος, ο Κρίστιαν Τρις, τα είχε καταφέρει. Ήταν ο πρώτος και ήταν ο μόνος νικητής αυτού του αιματηρού μαραθωνίου. Στο κεφάλι του κουβαλούσε εικόνες καταστροφής, αιματοχυσίες, εικόνες ντροπής και απληστίας που μάταια προσπαθούσε να καταπνίξει μέσα του. Σκαρφάλωσε τις τελευταίες κορυφές των βουνών χωρίς πραγματικά να βλέπει ή να ακούει παρά μονάχα το θάνατο. Κι ύστερα... Ύστερα ο κόσμος σώπασε για λίγο καθώς μπροστά του ξεδιπλώνονταν το μυστήριο της Ανατολής. Ομιχλώδες και συνάμα κρυστάλλινο. Αγνό. Έπεσε στα γόνατα δακρυσμένος και προσευχήθηκε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια κι υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη μέρα.

 

Ύστερα, όταν συνήλθε και κατάφερε να προχωρήσει ξανά, ο κόσμος απέκτησε ξανά ήχους και μυρωδιές. Ένιωθε τα φύλλα των δέντρων να τον καλωσορίζουν με το άγγιγμά τους, τα λευκά κρίνα να γέρνουν για να τον συναντήσουν καθώς βάδιζε ανάμεσά τους προσεχτικά για να μην τα πατήσει. Όσο δύσκολη ήταν πριν η ανάβαση, τόσο εύκολη φαινόταν τώρα η κατάβαση. Σαν ένα παιχνίδι. Ακολούθησε το στενό μονοπάτι μέχρι που εκείνο χάθηκε κι απόμεινε να προχωράει μόνος αλλά ευτυχισμένος σε λιβάδια με τα άνθη τόσο φίνα ώστε ένιωθε τύψεις κάθε φορά που από λάθος του τσάκιζε κάποιο από αυτά με την πατούσα του. Ύστερα ο δρόμος του τον έφερε στις όχθες μίας λίμνης. Τα νερά της ήταν διάφανα και γαλάζια αλλά τόσο παγωμένα ώστε ένιωσε τα δόντια του να μουδιάζουν την ώρα που αργόπινε το νερό από τις χούφτες του. Κάπου μακριά έβλεπε την γαλάζια οροσειρά που είχε ανέβει να μικραίνει και να γίνεται μια γραμμή στο βάθος του ορίζοντα που όμως δεν χανόταν τελείως. Αντίθετα έκανε τον τεράστιο κύκλο της και ερχόταν να ενωθεί ξανά με τα βουνά απ' όπου είχε τρυπώσει στον μυστηριώδη αυτόν τόπο. Περπάτησε για λίγο ακολουθώντας την όχθη της λίμνης σταματώντας κάπου - κάπου να πάρει μερικές βαθιές ανάσες. Ο άνεμος που φυσούσε σ' αυτά τα μέρη ήταν κι αυτός αλλιώτικος, πιο χαρούμενος, πιο γλυκός. Όταν κουράστηκε ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο και πριν καλά - καλά κλείσει τα μάτια του είχε κοιμηθεί.

 

Το επόμενο πρωί έκπληκτος ανακάλυψε πως είχε ξυπνήσει μέσα σε μια σκηνή. Το φως του ήλιου που έπεφτε πάνω στο ύφασμα της σκεπής δεν μπορούσε να το τρυπήσει με αποτέλεσμα να βρίσκεται στο μισοσκόταδο. Ανακάθισε τρομαγμένος στο στρώμα του. Κάποιος του είχε βγάλει τα ρούχα και το μόνο που είχε για να καλύψει τη γύμνια του ήταν η κουβέρτα με την οποία σκεπαζόταν. Σηκώθηκε με δυσκολία. Το κορμί του πονούσε ακόμα από τις κακουχίες. Σύντομα ανακάλυψε ότι βρισκόταν σε έναν οικισμό. Οι άνθρωποι που τον είχαν βρει να κοιμάται, στην αρχή τον είχαν περάσει για νεκρό. Με νοήματα του έδωσαν να καταλάβει ότι είχε κοιμηθεί για παραπάνω από τρεις μέρες. Του έδωσαν φαγητό, κρασί και μέλι για να γεμίσει το στομάχι του και ρούχα για να ντυθεί. Του φόρεσαν παπούτσια από δέρμα και του χτένισαν τα μαλλιά πίσω σφιχτά σε έναν κότσο όπως συνήθιζαν οι άνθρωποι εκεί. Του ζήτησαν να τους αφηγηθεί την ιστορία του. Δεν τα κατάφερνε. Εκείνοι δεν είχαν αντικρίσει ξανά κάποιον που τα μαλλιά του να είναι ξανθά σαν τον ήλιο. Η γλώσσα του τους έκανε να γελάνε. Εκείνοι μιλούσαν με παράξενους ήχους και λαρυγγισμούς που δύσκολα μπορούσε να τους μιμηθεί. Με τον καιρό τα κατάφερε. Τους μίλησε για τον αγώνα των δικών του να κατακτήσουν την κορυφή των βουνών που για χιλιάδες χρόνια τώρα αποτελούσαν το τέλος του κόσμου. Για το πόσο τυχερός κι ευλογημένος ένιωθε ο ίδιος που τα είχε καταφέρει. Όπου οι λέξεις δεν υπήρχαν για να καλύψουν το κενό, χρησιμοποιούσε τα χέρια του ή ακόμα και σχήματα που ζωγράφιζε γι' αυτούς στην άμμο. Μέρα με τη μέρα μιλούσε όλο και πιο πολύ. Τους είπε ακόμα και για το όνειρό του κάποτε να ανοίξει το δρόμο προς την Ανατολή, να πάψει πλέον να υπάρχει αυτό το χάσμα ανάμεσα στον κόσμο του και τον δικό τους. Οι άνθρωποι όμως εκεί δεν μιλούσαν πολύ. Χαμογελούσαν όταν εκείνος πάσχιζε να τους τραβήξει την προσοχή, αλλά τα μάτια τους παρέμεναν σκοτεινά. Παρά τον ήλιο και την διαύγεια των νερών.

 

Μια μέρα, εκείνος αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να φύγει. Θα γυρνούσε πίσω, είπε, για να μεταλαμπαδεύσει στους δικούς του την πολύτιμη γνώση του ταξιδιού και του προορισμού του. Τότε ήταν που τα πρόσωπα των ανθρώπων έχασαν τη λάμψη τους. Εκείνο το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρησή του, τον κάλεσαν στην Μεγάλη Εστία του χωριού. Στο κέντρο της έκαιγε μια φωτιά που όμοιά της ο Κρίστιαν δεν είχε ξαναδεί. Οι φλόγες ήταν θεόρατες και ενώ τα βάθη τους έλαμπαν κατακόκκινα και πορτοκαλιά, οι γλώσσες τους άλλαζαν χρώματα κι από κίτρινες γίνονταν αργά γαλάζιες και μετά βαθύ μπλε ώσπου σ' ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού του απέκτησαν ένα φοβερό βιολετί χρώμα που τον ζάλισε. Ολόκληρη η Εστία έμοιαζε εξωπραγματική και μέσα της ξαφνικά χόρευαν εκείνες οι φριχτές εικόνες του μυαλού του που τόσο εύκολα είχε λησμονήσει την ημέρα που πάτησε το πόδι του σ' εκείνον τον τόπο. Φοβισμένος έκανε πίσω αλλά οι άνθρωποι τον άδραξαν και τον έφεραν ξανά μπροστά. Είχαν σχηματίσει γύρω του κύκλο και τα μάτια όλων τους, αντρών και γυναικών ήταν στραμένα πάνω του, ανέκφραστα - και γι' αυτό τρομαχτικά. Τι είδους μάγια του είχαν κάνει άραγε; Γιατί έβλεπε ξανά το παρελθόν του ζωντανό ενώ εκείνος δεν ήθελε παρά μόνο να ξεχάσει;

 

Έπειτα, μια κοπέλα ξέκοψε από τον ανθρώπινο αυτό κύκλο και τον πλησίασε. Στη θέα της ο Κρίστιαν ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Ήταν πανέμορφη, με μακριά μαύρα μαλλιά και παράξενα αμυγδαλωτά μάτια που μέσα τους έκρυβαν ολόκληρη την αστροφεγγιά του σύμπαντος. Τον πήρε από το χέρι και οι κινήσεις τους, τα βήματά τους έγιναν αργά χορός, στον ρυθμό αόρατων τυμπάνων. Ο ιδρώτας κυλούσε στο κορμί του το ίδιο και ο ξαφνικός του πόθος για κείνη. Πως ήταν δυνατόν να ζεί ανάμεσά τους τόσον καιρό και να μην την έχει ξαναδεί ποτέ; Δεν κατάλαβε πως βρέθηκαν από τον χορό στη σκηνή του ούτε γιατί η κοπέλα αυτή βρισκόταν μαζί του. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο στρώμα του κι εκείνη από πάνω του, λευκή σαν σμιλεμένο χιόνι άνοιγε τα φτερά της. Ω, ναι.. είχε σίγουρα φτερά σαν της πεταλούδας που λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι μαζί με τα μάτια της. Η θολωμένη ματιά του δεν μπορούσε να δει πιο πέρα από εκείνη. Μόνον όταν τελείωσε κι αυτό το μυστήριο κι εκείνη έγειρε απαλά από πάνω του θέλησε να αναζητήσει την αιτία αυτής της μαγικής τελετουργίας.

 

"Γιατί;" ψιθύρισε.

 

"Τα μυστικά δεν φεύγουν ποτέ από τον τόπο που τα γέννησε" απάντησε εκείνη γλυκά κι όπως στεκόταν από πάνω του, με τη μύτη της να ακουμπάει σχεδόν τη δική του, έχυσε στα χείλη του κάτι που δεν ήταν ούτε νερό από την λίμνη, ούτε κρασί ούτε χυμός από κανένα φρούτο. Η γεύση του ήταν πικρή και στιφή, έκανε το λαιμό του να καεί και τα μάτια του να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Τινάχτηκε μανιασμένος μπροστά προσπαθώντας μάταια βγάλει από μέσα του αυτό το φαρμάκι που τον είχε ποτίσει. Το δηλητήριο όμως κυλούσε ήδη στις φλέβες του νεκρώνοντας μέσα σε λίγα λεπτά το άτυχο κορμί του. Το τελευταίο πράγμα που είδε λίγο πριν ξεψυχήσει ήταν τα μάτια της. Μόνο που τώρα κανένα φως δεν έλαμπε μέσα τους. Τώρα υπήρχε μόνο σκοτάδι.

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

[παραλίγο να μην προλάβω, δεν ήξερα ποια απ' όλες τις ιδέες να διαλέξω!]

Φαρμάκι

 

***Το κείμενο έχει αφαιρεθεί μετά από παράκληση του συγγραφέα***

Edited by Nihilio

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
This topic is now closed to further replies.
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..