Jump to content
Waylander

Μια λεξη ο καθενας...

Recommended Posts

The Phantom

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Waylander

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν...

Share this post


Link to post
Share on other sites
cesar_cy

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής.

Share this post


Link to post
Share on other sites
The Phantom

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Share this post


Link to post
Share on other sites
ntoing

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

 

( :whistling: )

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος, από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο.

 

 

:tongue:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Waylander

Αφου την πηδιξαμε την υποθεση....

 

 

 

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος, από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο.Εβλεπε ονειρα γεματα μικρους μπλε σατανικους γνομους, στρουμφοκατι ελεγαν την φιλι τους, που ειχαν κατακλησει την βαση εξορυξης του πλανητη των ερημων Μπουν και εκλεβαν το πολυτιμο ζαχαρωτο που εξαληφε αρωστιες και χαριζε μακροζωια.....

 

 

 

:juggle: :juggle: :juggle:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Άλλη μια ευκαιρία;...

 

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος, από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο.Εβλεπε ονειρα γεματα μικρους μπλε σατανικους γνομους, στρουμφοκατι ελεγαν την φιλι τους, που ειχαν κατακλησει την βαση εξορυξης του πλανητη των ερημων Μπουν και εκλεβαν το πολυτιμο ζαχαρωτο που εξαληφε αρωστιες και χαριζε μακροζωια.....

Ήταν σίγουρος πως κάποιος αντίπαλός του είχε απορυθμίσει όλα τα προστατευτικά νοοπλέγματα του καταλύμματός του, εκθέτοντάς τον έτσι στις επιδράσεις των ζωντανών ολονοοϊστοριών που μετέφερε το σκάφος στον Gliese 581, για να τους εξοικιώσει τους ντόπιους γρήγορα με τη γήινη φανταστική λογοτεχνία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος, από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο.Εβλεπε ονειρα γεματα μικρους μπλε σατανικους γνομους, στρουμφοκατι ελεγαν την φιλι τους, που ειχαν κατακλησει την βαση εξορυξης του πλανητη των ερημων Μπουν και εκλεβαν το πολυτιμο ζαχαρωτο που εξαληφε αρωστιες και χαριζε μακροζωια.....

Ήταν σίγουρος πως κάποιος αντίπαλός του είχε απορυθμίσει όλα τα προστατευτικά νοοπλέγματα του καταλύμματός του, εκθέτοντάς τον έτσι στις επιδράσεις των ζωντανών ολονοοϊστοριών που μετέφερε το σκάφος στον Gliese 581, για να τους εξοικιώσει τους ντόπιους γρήγορα με τη γήινη φανταστική λογοτεχνία. Δεν εννοούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι γήινοι έφτιαχναν ιστορίες για πλάσματα ανύπαρκτα και κόσμους που δεν είχαν ποτέ γνωρίσει, κι όμως ήταν αναγκασμένος, γιατί μέσα στα περίεργα γραπτά τους κρυβόταν το κλειδί για τη σωτηρία του πλανήτη τους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Waylander

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί και τον κρύσταλλο που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεας της Απελπισιας, που είχε αναφερθεί στην προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεου της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτο ηταν αληθεια καθως στην παραξενη πραγματικοτητα των λαβυρινθων του βραχου το πραγματικο και το μη πραγματικο συναντιουνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος, από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο.Εβλεπε ονειρα γεματα μικρους μπλε σατανικους γνομους, στρουμφοκατι ελεγαν την φιλι τους, που ειχαν κατακλησει την βαση εξορυξης του πλανητη των ερημων Μπουν και εκλεβαν το πολυτιμο ζαχαρωτο που εξαληφε αρωστιες και χαριζε μακροζωια.....

Ήταν σίγουρος πως κάποιος αντίπαλός του είχε απορυθμίσει όλα τα προστατευτικά νοοπλέγματα του καταλύμματός του, εκθέτοντάς τον έτσι στις επιδράσεις των ζωντανών ολονοοϊστοριών που μετέφερε το σκάφος στον Gliese 581, για να τους εξοικιώσει τους ντόπιους γρήγορα με τη γήινη φανταστική λογοτεχνία. Δεν εννοούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι γήινοι έφτιαχναν ιστορίες για πλάσματα ανύπαρκτα και κόσμους που δεν είχαν ποτέ γνωρίσει, κι όμως ήταν αναγκασμένος, γιατί μέσα στα περίεργα γραπτά τους κρυβόταν το κλειδί για τη σωτηρία του πλανήτη τους.

Η ιστορια της σωτηριας της γης απο τους εξωγηινους Ζεγκα χαρη στο μυστηριωδη καλεσμα θεων και ηρωων της φαντασιας των γηινων ηταν ξακουστη στα περατα του γαλαξια...

Share this post


Link to post
Share on other sites
DimitrisX

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το Κλειδί και τον Κρύσταλλο, που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο Βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του Βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεάς της Απελπισίας, που είχε αναφερθεί στην Προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του Κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεού της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον Κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτό ήταν αλήθεια καθώς στην παράξενη πραγματικότητα των λαβυρίνθων του Βράχου, το πραγματικά και το μη πραγματικό συναντιώνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος. Από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο. Έβλεπε όνειρα γεμάτα μικρούς μπλε σατανικούς γνομους, στρουμφο-κάτι ελεγαν τη φυλή τους, που είχαν κατακλήσει τη βάση εξόρυξης του πλανήτη των ερήμων Μπουν και έκλεβαν το πολύτιμο Ζαχαρωτό που εξάληφε αρρώστιες και χάριζε μακροζωΐα.

Ήταν σίγουρος πως κάποιος αντίπαλός του είχε απορυθμίσει όλα τα προστατευτικά νοοπλέγματα του καταλύμματός του, εκθέτοντάς τον έτσι στις επιδράσεις των ζωντανών ολονοοϊστοριών που μετέφερε το σκάφος στον Gliese 581, για να τους εξοικιώσει τους ντόπιους γρήγορα με τη γήινη φανταστική λογοτεχνία. Δεν εννοούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι γήινοι έφτιαχναν ιστορίες για πλάσματα ανύπαρκτα και κόσμους που δεν είχαν ποτέ γνωρίσει, κι όμως ήταν αναγκασμένος, γιατί μέσα στα περίεργα γραπτά τους κρυβόταν το κλειδί για τη σωτηρία του πλανήτη τους.

Η ιστορία της σωτηρίας της γης από τους εξωγήινους Ζέγκα, χάρη στο μυστηριώδες κάλεσμα θεών και ηρώων της φαντασίας των γήϊνων, ήταν ξακουστή στα πέρατα του γαλαξία. Ένα ολο-παιγνίδι πέρα από κάθε φαντασία, το οποίο προσέλκυε όλες τις φυλές του γαλαξία του Μαγγελάνου. Είχαν περάσει χιλιετίες από τότε και το παιγνίδι έπαψε να έχει διασκεδαστικό χαρακτήρα. Μόνο ο σκοπός έμεινε ο ίδιος: τα μυστικά του Βράχου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nirgal

Έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος αιμορραγώντας, μην μπορώντας να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει από τους διώκτες του μυαλού του. Στα χέρια του κρατούσε το Κλειδί και τον Κρύσταλλο, που δεν χωρούσε αμφιβολία ότι θα τον βοηθούσαν να βρει την έξοδο από τους λαβυρίνθους που εδώ και ώρα δεν τον άφηναν να φτάσει στο Βράχο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο κουρασμένος, αλλά ήξερε πως αν σταματούσε θα τον έβρισκαν. Ήθελε να προλάβει, να αποκαλύψει τα μυστικά του Βράχου πριν πέσει η τελευταία νύχτα και γεννηθεί το κορίτσι με την ψυχή της Θεάς της Απελπισίας, που είχε αναφερθεί στην Προφητεία.

H Προφητεία που τον στοίχειωνε, μια κατάρα από την στιγμή που την πρωτοαντίκρυσε να κρατάει το απαγορευμένο πετράδι που έκρυβε μέσα του πια, στα χέρια της, το μυστικό που τύλιγε στο αδράχτι του σαν μάγισσα παραμυθιού.

Μια παγερή σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, καθώς τα μάτια του έπεσαν στο χρώμα του Κρυστάλλου. Ήταν λες και αναδυόταν η μορφή ενός αρχαίου καρχαρία, το άβαταρ του διώκτη του, του θεού της Λήθης. Εκείνου που θα σκύλευε το κορμί του μετά το τέλος.

Ωστόσο, γνώριζε πως οι διώκτες του μυαλού του είχαν παίξει πολύ με τη σκέψη του, και πως όσα έβλεπε μέσα στον Κρύσταλλο δεν ήταν απαραιτήτως αληθινά.

Τόσο, που φοβόταν να κοιμηθεί, αφού δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που κοιμάται ή αυτός που ξυπνούσε. Και αυτό ήταν αλήθεια καθώς στην παράξενη πραγματικότητα των λαβυρίνθων του Βράχου, το πραγματικά και το μη πραγματικό συναντιώνταν.

Έπρεπε να σκεφτεί περισσότερο για να βρει τον δρόμο διαφυγής. Μετά από τόσες περιπλανήσεις στον λαβύρινθο, βρισκόταν ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο κι αυτό ήταν κάτι που τον μπέρδευε και τον έκανε να φοβάται. Έτσι και τώρα καταλάβαινε πως βρισκόταν πάλι στο σημείο του λαβυρίνθου που έμοιαζε με το Δάσος της Οδύνης.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν τί στο διάολο γύρευε εκεί μέσα και κυρίως τί ήθελε από εκείνον, ο γιγάντιος μωβ Μινώταυρος που του έσφιγγε το λαιμό.

Πετάχτηκε ιδρωμένος. Από την ημέρα που είχε επιλεγεί να είναι μέλος της αποστολής στον δεύτερο πλανήτη του Gliese 581, έβλεπε συνεχώς το ίδιο όνειρο. Έβλεπε όνειρα γεμάτα μικρούς μπλε σατανικούς γνομους, στρουμφο-κάτι ελεγαν τη φυλή τους, που είχαν κατακλήσει τη βάση εξόρυξης του πλανήτη των ερήμων Μπουν και έκλεβαν το πολύτιμο Ζαχαρωτό που εξάληφε αρρώστιες και χάριζε μακροζωΐα.

Ήταν σίγουρος πως κάποιος αντίπαλός του είχε απορυθμίσει όλα τα προστατευτικά νοοπλέγματα του καταλύμματός του, εκθέτοντάς τον έτσι στις επιδράσεις των ζωντανών ολονοοϊστοριών που μετέφερε το σκάφος στον Gliese 581, για να τους εξοικιώσει τους ντόπιους γρήγορα με τη γήινη φανταστική λογοτεχνία. Δεν εννοούσε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι γήινοι έφτιαχναν ιστορίες για πλάσματα ανύπαρκτα και κόσμους που δεν είχαν ποτέ γνωρίσει, κι όμως ήταν αναγκασμένος, γιατί μέσα στα περίεργα γραπτά τους κρυβόταν το κλειδί για τη σωτηρία του πλανήτη τους.

Η ιστορία της σωτηρίας της γης από τους εξωγήινους Ζέγκα, χάρη στο μυστηριώδες κάλεσμα θεών και ηρώων της φαντασίας των γήϊνων, ήταν ξακουστή στα πέρατα του γαλαξία. Ένα ολο-παιγνίδι πέρα από κάθε φαντασία, το οποίο προσέλκυε όλες τις φυλές του γαλαξία του Μαγγελάνου. Είχαν περάσει χιλιετίες από τότε και το παιγνίδι έπαψε να έχει διασκεδαστικό χαρακτήρα. Μόνο ο σκοπός έμεινε ο ίδιος: τα μυστικά του Βράχου.

Τα μυστικά αυτού του αφιλόξενου γαλάζιου βράχου.

Edited by Nirgal

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now


×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines.