SFF.gr - Επιστημονική Φαντασία & Φανταστικό (ΣΦΦ) - Science Fiction Fantasy Greece: Η ασημένια σφραγίδα - SFF.gr - Επιστημονική Φαντασία & Φανταστικό (ΣΦΦ) - Science Fiction Fantasy Greece

Jump to content

Updates are coming ... fasten your seat belts!!!

Παρακαλούμε χρησιμοποιείτε (προαιρετικά) την ακόλουθη φόρμα όταν γράφετε ιστορίες:

Τα περιεχόμενα του forum «Βιβλιοθήκη» διατίθενται στους επισκέπτες του αυστηρά για προσωπική ανάγνωση, αποκλειστικά προκειμένου για την άσκηση κριτικής. Απαγορεύεται η ανατύπωσή τους, σε οποιοδήποτε άλλο μέσο και με οποιoδήποτε τρόπο καθώς και για εμπορικούς σκοπούς, χωρίς γραπτή άδεια του ιδιοκτήτη - κατόχου των πνευματικών δικαιωμάτων κάθε ιστορίας ή ποιήματος. Τα κείμενα που εκτίθενται στο forum δεν θεωρούνται "δημοσιευμένα", βάσει εθίμου καθιερωμένου σε παρόμοια fora και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο παγκοσμίως.

Παρακαλούμε χρησιμοποιείτε (προαιρετικά) την ακόλουθη φόρμα όταν γράφετε ιστορίες:
Όνομα Συγγραφέα:
Είδος: (πχ, ηρωική φαντασία, επιστημονική φαντασία, τρόμος, κτλ)
Βία; (Ναι/Όχι)
Σεξ; (Ναι/Όχι)
Αριθμός Λέξεων:
Αυτοτελής; (Ναι/Οχι.) (Αν όχι, ποιο μέρος είναι αυτό; 1ο; 2ο; 3ο; κοκ)
Σχόλια: (Ό,τι άλλο θέλετε να προσθέσετε)
Page 1 of 1
  • You cannot start a new topic
  • You cannot reply to this topic

Η ασημένια σφραγίδα

#1 User is offline   Nihilio 

  • Devil's Advocate
  • Group: Moderators
  • Posts: 6,062
  • Joined: 26-April 04
  • Gender:Male
  • Όνομα:Μιχάλης

Posted 28 September 2009 - 20:15

Είδος: τρόμος
Βία;
Ναι
Σεξ; Ναι
Αριθμός Λέξεων:
2350
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Οι narualis και cassandragotha είχαν την απορία πώς θα ήταν ιστορία που θα έβγαινε από την εισαγωγή στο write off τους αν την έγραφε ένας άντρας. Αυτή είναι η δική μου συμμετοχή στο πείραμα. Η εισαγωγή είναι γραμμένη από τον cesarCy

---
Μια γυναικεία κραυγή έσπασε την μονότονη σιωπή της νύχτας. Η γυναίκα έτρεχε μέσα στο δάσος. Προσπαθούσε να αποφύγει τους κυνηγούς της. Δεν θα τα κατάφερνε, οι λύκοι ήταν πολύ πιο γρήγοροι από αυτήν και αργά ή γρήγορα θα την κατασπάραζαν. Η αγωνία την κυρίευε. Προσπαθούσε να σκεφτεί κάποιο τρόπο να σωθεί αλλά το μυαλό της είχε παγώσει. Τι ήθελα να έρθω στο δάσος τέτοια ώρα αναρωτιόταν και τα έβαζε με τον εαυτό της. Οι ελπίδες της σιγά-σιγά άρχισαν να εξανεμίζονται. Οι λύκοι κόντευαν απειλητικά.

Δεν πίστευε ποτέ πως θα γινόταν δείπνο για τους λύκους αλλά έτσι είναι η ζωή. Μέσα στο δάσος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα, μόνο σκιές. Ήταν πολύ αργά, σίγουρα θα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα.

Ξαφνικά μέσα στις σκιές τους δάσους διέκρινε ένα χλωμό φως ακριβώς μπροστά της. Χωρίς να σκεφτεί άρχισε να τρέχει προς την πλευρά του φωτός. Όσο προχωρούσε τόσο πιο δυνατό και λαμπερό γινόταν το φως. Οι ελπίδες πως θα τα καταφέρει ξανά γεννιούνταν. Έτσι όπως ακολουθούσε το φως, βγήκε έξω από το δάσος.

Το φως γινόταν πιο δυνατό και τελικά είδε πως προερχόταν από μια σπηλιά που την έβλεπε πρώτη φορά. Μπήκε μέσα στην σπηλιά αλλά οι λύκοι δεν την ακολούθησαν, απλώς κάθισαν γύρω από την είσοδο της σπηλιάς και την περίμεναν να βγει.


Πώς έμπλεξα έτσι; σκέφτηκε, και αμέσως το μυαλό της πήγε στον Τάκη. Αυτός θα ξέρει τι να κάνω. Με μια βιαστική κίνηση έβαλε το χέρι της στην τσέπη του μπουφάν της και έβγαλε το κινητό της. Ευτυχώς το είχε ακόμα πάνω της. Έκανε να καλέσει αλλά, στο περίεργο φως της σπηλιάς, διαπίστωσε ότι δεν είχε σήμα. Το μυαλό της θόλωσε και, πανικόβλητη, πέταξε μακριά το τηλέφωνό της, πιο βαθιά μέσα στη σπηλιά.
Το άκουσε να σπάει με έναν δυνατό κρότο. Προσπάθησε όσο μπορούσε να ελέγξει την παρόρμηση της να τρέξει έξω και να πέσει επάνω στα κοφτερά δόντια των λύκων. Καλύτερα να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα το μαρτύριο, της έλεγε η ηχώ από την κρούση. Το αλύχτισμα ενός λύκου συμπλήρωσε τη φωνή σα μια υπόσχεση για ένα γρήγορο τέλος
Τελικά τα κατάφερε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και εξέτασε το χώρο στον οποίο βρισκόταν. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πόσο λαμπερή ήταν η σπηλιά. Πάνω στους πέτρινους τοίχους της κάτι έλαμπε παράξενα με ένα φως γαλανόλευκο, σαν ξεβαμμένο νέον. Η πηγή του ήταν άγνωστη, κάποιο πέτρωμα που σχημάτιζε λίμνες και ρυάκια από ακανόνιστη λάμψη στους τοίχους. Πλησίασε πιο κοντά και, έκπληκτη, διαπίστωσε ότι ήταν ασήμι. Όχι όμως ασήμι σαν το σταυρουδάκι που κρεμόταν από το λαιμό της, αυτό ήταν ασήμι άγριο, πρωτόγονο, ανέγγιχτο από το χέρι ανθρώπου
Το σταυρουδάκι! Καλά που το θυμήθηκε. Της το είχε χαρίσει η μάνα της και την είχε ορμηνέψει να μην το βγάλει ποτέ της. Της είχε πει ότι όσο το φορούσε θα την προστάτευε. Έτσι θα έκανε και τώρα,
Το έσφιξε στη γροθιά της και προσευχήθηκε Αχ Παναγίτσα μου, κάνε να έρθει ο Τάκης να με βοηθήσει. Ο Τάκης της ήταν δυνατός, ψημένος από τη δουλειά στα χωράφια. Και έξυπνος. Θα μπορούσε να τη σώσει, όπως οι ήρωες στις ταινίες που πάντα σώζουν την κοπέλα λίγο πριν το τέλος. Και αυτή τη φορά θα το άξιζε το ξύλο που θα έτρωγε, είχε κάνει βλακεία και έπρεπε να την τιμωρήσει για να μάθει το μάθημά της.
Ό Τάκης ήξερε να την φροντίζει, το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή που τον είδε, όταν τον πρωτόφερε σπίτι τους ο πατέρας της.
Ήταν τριάντα χρονών και νοικοκύρης και ήξερε πως να φροντίσει μια γυναίκα, ακόμα και μια τόσο χαζή που πήγαινε για δεύτερη χρονιά στην πρώτη και που όλα έδειχναν ότι δε θα την πέρναγε ούτε και φέτος, που κουβέντα να τελειώσει και όλο το γυμνάσιο. Τα δύο χρόνια που ήταν αρραβωνιασμένοι και τα άλλα τρία που ήταν παντρεμένοι δεν είχε παράπονο από αυτόν. Την φρόντιζε, έφερνε λεφτά στο σπίτι, την είχε στην πένα και την έβγαζε στα μπουζούκια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Στενοχωριόταν βέβαια που ακόμα δεν του είχε κάνει παιδί και που κάποιες φορές την πονούσε πολύ όταν της έδινε το μάθημά της. Τουλάχιστον αυτός δεν έβγαζε λωρίδα όπως ο πατέρας της.
Μια κίνηση από το βάθος της σπηλιάς την τράβηξε απότομα από τις σκέψεις της. Ταραγμένη αναπήδησε προς τα πίσω και άφησε μια κραυγή να ξεφύγει από τα χείλη της. Οι λύκοι ούρλιαξαν άλλη μια φορά σε απάντησή της.
Δειλά δειλά πλησίασε και ξανακοίταξε πιο προσεκτικά μέσα στο φωτεινό στόμιο από το οποίο είδε την κίνηση. Μια γυναίκα την κοίταζε δειλά, διστακτικά. Φορούσε το ίδιο γαλάζιο φόρεμα και το ίδιο ξεφτισμένο δερμάτινο μπουφάν. Τα μαλλιά της ήταν μακριά καστανά και ανακατεμένα όπως και τα δικά της. Το πρόσωπό της θα ήταν το ίδιο με το δικό της, αν το κάτω μισό του δεν ήταν πασαλειμμένο με αίματα. Έβγαλε τη γλώσσα της και έγλειψε διστακτικά το άνω χείλος της, το ίδιο και η γυναίκα απέναντί της. Ένα παχύρευστο υγρό κάλυπτε το πρόσωπό της. Αναγνώρισε αμέσως τη μεταλλική του γεύση. Η γυναίκα απέναντί της ήταν το είδωλό της σε έναν καθρέπτη.
Πώς βρέθηκα γεμάτη αίματα, αναρωτήθηκε. Τρόμαξε. Θυμόταν τι γίνεται όταν ξυπνάς και είσαι πασαλειμμένη με αίματα και είναι πάντα κακό. Όπως όταν είχε ξυπνήσει και το σεντόνι της ήταν γεμάτο από το αίμα που έβγαζε ανάμεσα στα πόδια της. Το είχε δει η μάνα της και έβαλε τα κλάματα. Αμέσως την έψαξε για να δει αν φορούσε ακόμα το σταυρουδάκι της και, όταν είδε ότι το φορούσε, έκανε ανακουφισμένη το σταυρό της και τη βοήθησε να πλυθεί και μαζί έκαψαν τα σεντόνια για να μην τα δει ο πατέρας της.
“Τι μου συμβαίνει;” ρώτησε μεγαλόφωνα.
“Δε θυμάσαι;” τη ρώτησε μια γυναικεία φωνή από πίσω της. Της ακουγόταν οικεία αλλά ήξερε ότι δεν ήταν η δική της φωνή.
Γύρισε και είδε μια άγνωστη γυναίκα να στέκεται πίσω της. Ήταν ολόγυμνη, κάπου στο ύψος της και με ένα κορμί καλογυμνασμένο. Στο πρόσωπό της είχε ζωγραφισμένο κάτι που έμοιαζε με σβάστικα με το κέντρο της να είναι ακριβώς πάνω από το δεξί της μάτι.
“Μη φοβάσαι, Βάσω,” της είπε η γυμνή γυναίκα και εκείνη αναγνώρισε το όνομά της. Βάσω. Πάνω στην ταραχή της το είχε ξεχάσει.
“Ποια είσαι;” την ρώτησε.
“Θα το καταλάβεις όταν θα είσαι έτοιμη,” της είπε η μυστηριώδης γυναίκα.
Η Βάσω ήθελε να της κάνει τόσες ερωτήσεις, αλλά μόνο μία της ήρθε φυσικά στα χείλη της.
“Γιατί είμαι γεμάτη αίματα;” ρώτησε.
“Προσπάθησε να θυμηθείς,” της είπε η γυναίκα.
Η Βάσω προσπάθησε. Δε μπορούσε.
“Φταίει το ασήμι,” της είπε η ξένη, “το ακουμπούσες πολύ καιρό και σε δένει με τα μάγια του.”
“Τ-τι εννοείς;” ρώτησε η Βάσω, σφίγγοντας το σταυρουδάκι της.
“Δε θυμάσαι τι έγινε σήμερα; Όταν το είχες βγάλει;”
Η Βάσω δεν έβγαζε σχεδόν ποτέ το σταυρουδάκι της. Ούτε καν όταν κοιμόταν. Μόνο στο μπάνιο, όταν πλενόταν, για να μην πιάνει πατίνα. Σήκωσε το χέρι της και το μύρισε. Κάτω από τη μυρωδιά του ιδρώτα, του αίματος και του χώματος υπήρχε και αυτή του σαπουνιού. Είχε κάνει μπάνιο πριν λίγο. Αλλά γιατί δε το θυμόταν;
“Δε θυμάσαι τι έγινε όταν το είχες βγάλει;” την ξαναρώτησε η γυναίκα. Η φωνή της ήταν βαθιά και μητρική, αν και δε φαινόταν μεγαλύτερη σε ηλικία από τα είκοσι.
Η Βάσω θυμήθηκε τον εαυτό της να γδύνεται. Είχε βγάλει το φόρεμα που φορούσε τώρα και τα εσώρουχά της και τελευταίο το σταυρουδάκι. Είχε μόλις μπει στο ντους όταν η εξώπορτα του σπιτιού βρόντηξε. Πριν προλάβει να βγει από το ντους άκουσε τον Τάκη να φωνάζει “Είναι το φαΐ έτοιμο;”
Η Βάσω δαγκώθηκε. Το φαγητό ήταν στο φούρνο, αλλά ο άντρας της είχε γυρίσει νωρίτερα από το καφενείο και εκείνη δεν είχε προλάβει να στρώσει το τραπέζι. Έπρεπε να το είχε σκεφτεί. “Σε λίγο αγάπη μου,” φώναξε, “έρχομαι σε λίγο να στρώσω τραπέζι.”
Ούτε που κατάλαβε για πότε η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και για πότε ο εξαγριωμένος Τάκης την τραβούσε με το ζόρι έξω από τη μπανιέρα.
“Ανεπρόκοπη,” της φώναξε εξαγριωμένος καθώς την έσερνε πάνω στα λευκά πλακάκια του πατώματος, “το μυαλό σου στα λούσα το έχεις, άχρηστη.”
“Μα-” πήγε να διαμαρτυρηθεί η Βάσω, αλλά τη διέκοψε ένα ηχηρό χαστούκι. Το κεφάλι της γύρισε στο πλάι και βρέθηκε να κοιτάζει ένα από τα γαλάζια κρίνα που στόλιζαν τα πλακάκια.
“Έπρεπε να σε στείλω στην άχρηστη τη μάνα σου, που ούτε παιδί δικό της δε μπόρεσε να κάνει, ανίκανη.”
Η φράση ούτε παιδί δικό της αντηχούσε μέσα στο μυαλό της Βάσως και τη δάγκωνε μέσα της, σε κάποιο μέρος του μυαλού της που πάντα ήξερε ότι υπήρχε.
“Που στο χωριό με κοιτάνε και γελάνε πίσω από την πλάτη μου που σε πήρα ο μαλάκας!” συνέχισε ο Τάκης, ενώ συνέχισε με μανία να δίνει στη γυναίκα του το μάθημά της με ηχηρά χαστούκια.
Η Βάσω έκλαιγε. Ήξερε ότι δεν έφταιγε και όμως ο άντρας της την τιμωρούσε.
“Λένε: τον καημένο τον Τάκη πήρε το μπάσταρδο.” Την άρπαξε από το μαλλί και έτσι όπως ήταν την ανασήκωσε και την κοίταξε στα μάτια. “Που και ο πατέρας της ο ίδιος τον πλήρωσε χρυσάφι για να την ξεφορτωθεί.”
“Γιατί,” ρώτησε η Βάσω, ανίκανη να καταλάβει αυτό το ξέσπασμα.
“Αλά ξέρω εγώ,” είπε ξανά ο Τάκης, σα να μην την άκουγε, “εσύ και η κάργια η μάνα σου με μαγέψατε. Σαν την μάγισσα τη μάνα της είναι κι αυτή και με έδεσε με ξόρκια η σκύλα.”
“Τάκη - ” ξεκίνησε να λέει κλαίγοντας η Βάσω, αλλά δεν πρόλαβε. Ο άντρας της ούρλιαξε “ΣΚΑΣΕ” και κοπάνησε το κεφάλι της στον τοίχο. Η Βάσω ένιωσε την μύτη της να σπάει καθώς ήρθε σε επαφή με τα κρύα λευκά πλακάκια και, καθώς ο άντρας της την τράβαγε πάλι πίσω από το μαλλί, είδε ότι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο από το αίμα της, είχε ανθίσει ανάμεσά στα γαλάζια κρίνα.
Όμως δεν έκλαψε. Δεν ζήτησε συγνώμη. Ο πόνος και το αίμα είχε ξυπνήσει μέσα της κάτι που δεν ήξερε καν ότι βρισκόταν εκεί. Κάτι που της έλεγε ότι δεν ήταν αυτή που χρειαζόταν το μάθημα, αλλά εκείνος, εκείνος που δεν μπορούσε να περιμένει ούτε πέντε λεπτά. Εκείνος που έπινε τον καφέ του όσο εκείνη δούλευε στο σπίτι. Εκείνος που της έλεγε για το παιδί που δεν του είχε κάνει ενώ δεν την άγγιζε καν, παρά μόνο μετά από τα “μαθήματα” που της έδινε και πάντα βιαστικά και άγρια.
Ήθελε το μάθημά του και μάλιστα γρήγορα.
Ανασηκώθηκε, γρυλίζοντας. Ο Τάκης πισωπάτησε φοβισμένος. Το γρύλισμά της ήταν υπόκωφο, σαν σκυλιού έτοιμου να επιτεθεί. Τίναξε πίσω τα μαλλιά της και φανέρωσε ένα πρόσωπο παραμορφωμένο, με κοφτερά δόντια. Τα νύχια της ήταν μακριά και γαμψά και τρίχες φύτρωναν σε όλο της το κορμί. Ο Τάκης έκανε να φύγει, αλλά σκόνταψε στην πόρτα του μπάνιου και το πλάσμα - η Βάσω – όρμησε πάνω του. Εκείνος ούρλιαξε με μια κραυγή υγρή, πνιγμένη στο ίδιο του το αίμα, καθώς τα νύχια της του ξέσκιζαν το λαιμό. Το αίμα του, αλικό καθώς ξεπεταγόταν από την καρωτίδα, τα έβαψε με το έντονο κόκκινο χρώμα που ποτέ δεν άφηνε τη γυναίκα του να χρησιμοποιεί γιατί, όπως έλεγε, “έτσι βάφουν τα νύχια τους οι παστρικιές”. Κάτι που λίγο την ένοιαζε τώρα, καθώς το κτήνος που ξεπήδησε από μέσα της μασουλούσε λαίμαργα τις σάρκες του άντρα της.
Και όταν πια εκείνο χόρτασε, τότε μόνο ένα μικρό κομμάτι της Βάσως ξύπνησε και αμέσως έκανε αυτό που ήξερε και το έβαλε να πάει και να αρπάξει στα δόντια του αυτό που θα την προστάτευε, το μικρό σταυρουδάκι. Αμέσως η μορφή της έλιωσε και η Βάσω, γυμνή και καταματωμένη, βρέθηκε να κοιτάει το πτώμα του άντρα της. Πανικόβλητη όρμισε και ντύθηκε με τα πρώτα ρούχα που βρήκε μπροστά της και βγήκε έξω. Αμέσως άρχισε να τρέχει μακριά από το χωριό, προς τα δέντρα της πλαγιάς. Και από το βουνό οι κραυγές των λύκων την υποδέχονταν ανάμεσά τους...

“Τι έκανα;” κλαψούρισε, καθώς οι μνήμες επέστρεψαν. “Τι είμαι;”
Η γυναίκα την αγκάλιασε. “Είσαι αυτό που είσαι,” της είπε.
Μια ακόμα μνήμη ξύπνησε μέσα στο στήθος της Βάσως. “Μαμά;” είπε.
“Ναι, κορίτσι μου,” της είπε η γυναίκα, “ναι. Καλώς μας ήρθες πίσω.”
“Τι είμαι μαμά;” ρώτησε η Βάσω κλαίγοντας με αναφιλητά.
“Είσαι μια κόρη του φεγγαριού κορίτσι μου, ούτε άνθρωπος ούτε και ζώο. Είσαι μια από εμάς.”
“Και γιατί... γιατί τον σκότωσα;”
“Το κρίμα είναι στο λαιμό της ανόητης της αδερφής σου,” της είπε η μητέρα της. “Σε άφησα μαζί της να σε μεγαλώσει, αλλά η ηλίθια νόμιζε ότι, σφραγίζοντάς σε με το ασήμι, θα σε κρατούσε μακριά μας. Δεν ήξερε ότι έτσι έκανε τον λύκο πιο δυνατό. Πάντα ήταν ανόητη, σαν τον πατέρα της, για αυτό η σελήνη δε τη σημάδεψε.”
“Τι εννοείς;” ρώτησε η Βάσω, αφήνοντας την αγκαλιά της μητέρας της. Όλα αυτά της φαίνονταν τόσο ξένα μα και τόσο γνώριμα, σαν ο κόσμος να είχε σε μια στιγμή λιώσει και ξαναστερεοποιηθεί σε ένα νέο σχήμα.
“Το ασήμι κορίτσι μου ρουφάει από μέσα μας το φως του φεγγαριού και μας αφήνει στην μορφή του ανθρώπου. Και όσο μένουμε παγιδευμένες σε αυτό τόσο ο λύκος μέσα μας θεριεύει. Και μπορείς να βαρέσεις το ζώο αλλά όχι το θηρίο.”
“Και τώρα τι θα κάνω, μητέρα;”
“Τώρα θα διαλέξεις. Το ασήμι στη σπηλιά σε κρατάει άνθρωπο. Αν αφήσεις εδώ το φυλακτό σου μπορείς να έρθεις με εμένα και τις αδερφές μου. Ή μπορείς να το πάρεις μαζί σου και να γυρίσεις πίσω στους ανθρώπους, στην άλλη μάνα σου και τον κύρη σου. Η επιλογή είναι δική σου.”
Η Βάσω, με τα μάτια θολά από τα δάκρυα είδε τη γυναίκα να γυρίζει την πλάτη της και να απομακρύνεται, μέχρι που, στο ημίφως έξω από τη σπηλιά η μορφή της έλιωσε σε αυτή μιας λύκαινας.
Έτσι έμεινε μόνη της να κοιτάζει το είδωλό της στον ασημένιο καθρέφτη. Τα δάκρυα της είχαν στερέψει, αφού πρώτα είχαν οργώσει στενά μονοπάτια πάνω στο ξεραμένο αίμα.
Τι να κάνω; αναρωτήθηκε. Τι να κάνω θεέ μου;
Σιωπηλή ξεκίνησε να βγάζει τα ρούχα της. Όταν τελείωσε ξανακοίταξε το είδωλό της, αυτή τη φορά πιο προσεχτικά. Της είχε μείνει μόνο το σταυρουδάκι της, που δέσποζε ακόμα ανάμεσα στα στήθη της, πάνω από την καρδιά της, δεμένο από την αλυσίδα που περιέβαλε το λαιμό της. Το έβγαλε και το πέταξε στο δάπεδο της σπηλιάς και ύστερα έτρεξε έξω από αυτή, για να συναντήσει τη νέα της οικογένεια.
Τα ουρλιαχτά της ενώθηκαν με αυτά των άλλων λύκων, αντηχώντας πέρα ως πέρα στα αρκαδικά όρη.

This post has been edited by nyheelliw: 28 September 2009 - 20:19

Posted Image

- Civilised men are more discourteous than savages because they know they can be impolite without having their skulls split, as a general thing.

R.E. Howard - The Tower of the Elephant


Page 1 of 1
  • You cannot start a new topic
  • You cannot reply to this topic

Other Replies To This Topic

#2 User is offline   Cassandra Gotha 

  • Group: Members
  • Posts: 610
  • Joined: 29-December 08
  • Gender:Female
  • Όνομα:Άννα

Posted 29 September 2009 - 08:02

Πολύ καλό, βίαιο και δυνατό. Από αυτά που σε κάνουν κάπως κουρέλι με την ορμή τους.

Αλλά, πώς και γιατί έγραψες κι εσύ πάνω-κάτω για το ίδιο θέμα; Σα να μην ακολούθησες την εισαγωγή, αλλά το τι είχαμε γράψει η Naroualis κι εγώ. Όχι ότι δεν έκανες καλά, ίσα-ίσα που είχε ενδιαφέρον, απλά είμαι περίεργη αν το έκανες σκόπιμα ή δεν κατάφερε η εισαγωγή με τη σπηλιά να σε πάει αλλού.
Birdie Num Num

#3 User is offline   Nihilio 

  • Devil's Advocate
  • Group: Moderators
  • Posts: 6,062
  • Joined: 26-April 04
  • Gender:Male
  • Όνομα:Μιχάλης

Posted 29 September 2009 - 10:09

View PostCassandra Gotha, on 29 September 2009 - 09:02, said:

Αλλά, πώς και γιατί έγραψες κι εσύ πάνω-κάτω για το ίδιο θέμα; Σα να μην ακολούθησες την εισαγωγή, αλλά το τι είχαμε γράψει η Naroualis κι εγώ. Όχι ότι δεν έκανες καλά, ίσα-ίσα που είχε ενδιαφέρον, απλά είμαι περίεργη αν το έκανες σκόπιμα ή δεν κατάφερε η εισαγωγή με τη σπηλιά να σε πάει αλλού.

Να σου πω, είμαι γενικά πολύ του κοσκινίσματος. Η αρχική ιδέα ήταν ότι η σπηλιά ήταν στοιχειωμένη ή ότι υπήρχε μέσα βρικόλακας/λάμια. Όμως κάτι δε δούλευε. Έφαγα λοιπόν μια μέρα μια φλασιά ότι η κοπέλα είναι
Spoiler

Γενικά πάντως δε νομίζω ότι ακολουθώ ακριβώς το ίδιο θέμα με τις δυο σας. Σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο έχει παρόμοιο θέμα με τη δικιά σου ιστορία, αγγίζει μια από τις θεματικές της ιστορίας της Narualis αλλά συνολικά πάει σε μοντέρνο τρόμο.
Posted Image

- Civilised men are more discourteous than savages because they know they can be impolite without having their skulls split, as a general thing.

R.E. Howard - The Tower of the Elephant

#4 User is offline   manstredin 

  • Group: Moderators
  • Posts: 300
  • Joined: 24-March 08
  • Gender:Female
  • Όνομα:Βάγια

Posted 29 September 2009 - 13:02

Ωμό και γρήγορο, σαν γροθιά στο στομάχι. Μου άρεσε ιδιαίτερα το λυτρωτικό του τέλος. ήταν λες και παίρνεις βαθιά ανάσα που την κρατούσες όσο διάβαζες. Οι περιγραφές σου μου φάνηκαν άψογες και η επιλογή του χαρακτήρα πολύ εύστοχη. Παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται μονάχα σε ένα σκηνικό, κατάφερες να με ταξιδέψεις με μεγάλη επιτυχία στην ζωή της Βάσως και βήμα βήμα, με οδήγησες στην τελική της απόφαση.
Spoiler

Είσοδος στην Ενυδρία απ' το http://enydria.blogspot.com

#5 User is offline   Nihilio 

  • Devil's Advocate
  • Group: Moderators
  • Posts: 6,062
  • Joined: 26-April 04
  • Gender:Male
  • Όνομα:Μιχάλης

Posted 29 September 2009 - 13:09

View Postmanstredin, on 29 September 2009 - 14:02, said:

Spoiler


ΟΚ, για να το πάμε άλλη μια φορά:
Spoiler

Posted Image

- Civilised men are more discourteous than savages because they know they can be impolite without having their skulls split, as a general thing.

R.E. Howard - The Tower of the Elephant

#6 User is offline   Dark desire 

  • Group: Members
  • Posts: 448
  • Joined: 06-July 08
  • Gender:Female
  • Όνομα:Αλεξάνδρα

Posted 29 September 2009 - 18:09

Εγω να πω κατι ασχετο? Μακαρι ολες οι κακοποιημενες γυναικες να μπορουσαν να γινουν λυκανθρωποι, μαγισσες, λαμιες, τερατα, η παντως κατι μοβορικο. Να κοπει ο βηχας σε κατι καθικια... (Ναι, εχω αναλαβει υποθεση ενδοοικογενειακης βιας και ναι, το πηρα πατριωτικα, κυριως επειδη ειδα μια κοπελιτσα δυο χρονια μικροτερη μου με κιμαδιασμενα μουτρα κι ενα αγγελάκι τριων ετων να με κοιταει τρομαγμενο κι ετοιμο να κλαψει, κι απο την αλλη ενα διποδο κτηνος να πουλαει τσαμπουκα)

#7 User is offline   dagoncult 

  • Group: Members
  • Posts: 418
  • Joined: 10-April 09
  • Gender:Male

Posted 11 October 2009 - 15:22

Ίσως δεν ήταν και η πιο δυνατή ιστορία. Λίγο άνευρη. Κάπως κουρασμένη στο πρώτο μισό.
Spoiler
Στο δεύτερο μισό, ως το τέλος, η ένταση ανέβηκε, ειδικά στις βίαιες σκηνές. Το ίδιο το τέλος, για μένα, ήταν επίσης χωρίς σπίθα, ενώ και
Spoiler


#8 User is offline   Martin Ocelotl 

  • Rarely Aware
  • Group: Members
  • Posts: 266
  • Joined: 08-August 09
  • Gender:Male
  • Όνομα:Martin

Posted 12 October 2009 - 07:10

Τεχνικά
Spoiler


Λόγος
Spoiler

Τύπος
Spoiler

Ιστορία

Spoiler


Το Συμπέρασμα μου

Spoiler

Note
Αν κάτι που είπα δεν είναι ευκρινές και εύγλωττο παρακαλώ ενημέρωσε με. Μπορώ να επεκταθώ σε επί μέρους θέματα δίνοντάς σου διευκρινιστικά παραδείγματα.



Θέλετε την κριτική μου;
Spoiler


This post has been edited by Martin Ocelotl: 12 October 2009 - 07:15

"Η ελευθερία δεν είναι Αγαθό αλλά υποχρέωση κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου."
Martin Ocelotl

Page 1 of 1
  • You cannot start a new topic
  • You cannot reply to this topic

1 User(s) are reading this topic
0 members, 1 guests, 0 anonymous users