Jump to content

Blogs

 

Ένας μπαμπάς που διάβαζε 1000 βιβλία το χρόνο

Ο μπαμπάς του Brandon ήταν γνωστός για το hobby του. Βιβλιοφάγος μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν τον θάνατό του. Διάβαζε το λιγότερο ένα βιβλίο την ημέρα. Και όλο το χρόνο θα είχε γράψει περίπου στις 600 κριτικές, άλλες χρονιές λιγότερες, και μια χρονιά είχε φτάσει τις χίλιες! Συνολικά είχε γράψει πάνω από δέκα χιλιάδες κριτικές. Κι όλα αυτά για τον εαυτό του. Τα έβαζε στον υπολογιστή του μαζί με τις βαθμολογίες. Μέχρι και τοπ λίστα υπάρχει εδώ: https://docs.google.com/spreadsheet/ccc?key=0Aud1LI_WoTmSdFFyNEJ4YzlSTzA5bGJJMldhRnpzNnc#gid=0 (Θα δείτε ότι αρκετά είναι βιβλία δράσης)   Από το άρθρο http://www.huffingtonpost.com/brandon-zarzyczny/my-dad-and-his-10496-book_b_3222900.html#slide=more295779

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Περί τέχνης

Δεν ξέρω τι είναι τέχνη. Ξέρω τι λένε κάποιοι, τι ορισμοί δίνονται σε κάποια βιβλία. Ξέρω ότι υπάρχει ένας ολόκληρος φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με το θέμα. Αλλά πέρα από αυτό, δεν ξέρω τίποτε. Ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν και πράγματα που δεν μου αρέσουν. Ξέρω επίσης ότι έχω κατά καιρούς δημιουργήσει πράγματα που αρέσουν σε κάποιους. Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει κάτι να αρέσει σε κάποιον - ούτε καν σε μένα. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί, αυτοί που με κάνουν να μου αρέσει ή να μη μου αρέσει κάτι, μού είναι άγνωστοι. Μπορώ να κάνω κάποιες εικασίες, της μορφής "μου αρέσει για τί μου θυμίζει το τάδε...", "δεν μου αρέσει γιατί προσβάλλει τα πιστεύω μου", αλλά όλα αυτά δεν εξηγούν τίποτε για το αντικείμενο - λένε κάτι σχετικά με μένα (τις αναμνήσεις και τα πιστεύω μου).   Ξέρω όμως ότι υπάρχει τέχνη, πολλή τέχνη - τη βλέπω παντού. Μικρή και μεγάλη, καλή και κακή, δήθεν και αυθεντική, εύπεπτη και σοβαρή. Αλλά οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν αφορούν ιδιότητες των πραγμάτων, δεν εκπορεύονται από τα ίδια τα πράγματα. Κυκλοφορούν μέσα στο κεφάλι μου (μαζί με όλα εκείνα τα "μού αρέσει", "μού θυμίζει", "μού τη δίνει") - κάπου τους διάβασα, τους άκουσα, από ανθρώπους πού εκτιμώ (γιατί άραγε;) και πιστεύω (ακόμη περισσότερο γιατί;)   Δεν με ενδιαφέρει τι (λέει καθένας για το τι) είναι τέχνη και τι δεν είναι. Μ' αρέσει να σκέφτομαι ότι ούτε και η τέχνη ενδιαφέρεται. Μ' αρέσει να σκέφτομαι ότι με υπερβαίνει, ότι υπάρχω μέσα της - ίσως είναι πιο κοντά στην αλήθεια αυτό, από όσο το ότι η τέχνη υπάρχει γύρω μου. Το ίδιο συμβαίνει με τη γλώσσα - και με τον κόσμο τον ίδιο.   Να δεις πώς το έλεγε ο ποιητής: Nicht wie die Welt ist, ist das Mystische, sondern dass sie ist. (Not how the world is, is the mystical, but that it is.)

odesseo

odesseo

 

Historiska Museet: παραπάνω από ένα Μουσείο

Ανήκω στην κατηγορία ανθρώπων που αγαπούν τα Μουσεία, τη βρίσκουν με μούμιες, πίνακες και αγάλματα και θεωρούν πως θα ήταν μια πάρα πολύ ωραία ιδέα αν τα μουσεία παγκοσμίως έκαναν ανταλλαγές περιεχομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε ΟΛΟΙ να έχουν πρόσβαση στην ιστορία και να μην χρειάζεται να πάνε μέχρι την Ιαπωνία για να δουν ένα πραγματικό κατάνα. Εντούτοις δεν άρχισα να γράφω για να μεταφέρω τις "επαναστατικές" μου πεποιθήσεις σχετικά με τον πανανθρώπινο πολιτισμό. Σκοπός μου είναι να περιγράψω λίγο το Ιστορικό Μουσείο της Στοκχόλμης. Όχι τόσο για αυτά που δείχνει, όσο για αυτά που λέει και αυτά που ρωτάει. Ναι, αυτό το Μουσείο υποβάλλει διαρκώς τον επισκέπτη στην επίπονη διαδικασία της σκέψης.   Η πρώτη επίσκεψη στο Historiska έγινε σχεδόν "τυχαία", όταν είχαμε την χαρά να φιλοξενούμε τον Nirgal. Μιας και το Vasa (το παλαιότερο πλοίο που ανασύρθηκε ολόκληρο μετά από ναυάγιο και έχει μετατραπεί σε Μουσείο) ήταν κλειστό για λόγους συντήρησης και το Nordiska είναι λίγο πιο λαογραφικό, καταλήξαμε στο Historiska.   Κάναμε αρχή με τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα (απ' το 4000 π.Χ μέχρι και την εποχή των Βίκινγκ), σκελετούς, κοσμήματα, εργαλεία, υφάσματα και τα λοιπά. Η παρουσίαση ήταν πολύ καλή, αν και σχετικά σύντομη, καθώς, όπως και να το κάνουμε, η Σκανδιναβία δεν είχε να επιδείξει τίποτα ιδιαίτερο από πολιτισμικής άποψης τω καιρώ εκείνω.   Και μετά περάσαμε στο πρώτο σοκ: ένας ευρύχωρος διάδρομος με καθίσματα και παιχνίδια για τα παιδιά και στην αριστερή του πλευρά πόρτες που οδηγούσαν σε θεματικά δωμάτια. Προφανώς δεν ήταν αυτό το σοκ, αν και ο χώρος ήταν μοντέρνος κι ευχάριστος. Το σοκ ήταν στις επιγραφές που υπήρχαν στην είσοδο κάθε δωματίου και περιγράφουν το θέμα που πραγματεύεται. Όπως, φερ' ειπείν, η οικογένεια και η δομή της, οι ρόλοι των φύλων, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η έννοια και τα πρότυπα της ομορφιάς, η δύναμη και η πίστη, η σχέση του πολιτισμού με το περιβάλλον, η μετανάστευση, το πώς αλλάζει η Ιστορία ανάλογα με το ποιος την αφηγείται, πώς κρίνουμε την Ιστορία με βάση το παρόν, πώς κατηγοριοποιούμε την σπουδαιότητα προσώπων και αντικειμένων, τόσο στην Ιστορία, όσο και στην καθημερινότητα. Κάθε δωμάτιο φέρνει τον επισκέπτη αντιμέτωπο με τις ιδέες, τις γνώσεις και τις προκαταλήψεις του, με αυτά που θεωρεί δεδομένα κι αυτά που νομίζει πως ξέρει, με τις επιπτώσεις που έχει η κάθε του πράξη στην Ιστορία. Το Μουσείο αυτό, για τον επισκέπτη που θέλει να σκεφτεί, είναι ένας υπέροχος πονοκέφαλος ιδεών και μια δημιουργική σύγκρουση με τον εαυτό του.   Το δεύτερο σοκ ήταν μια υπέροχη και τόσο απλή ιδέα που κάνει κάθε Έλληνα με 4000 χρόνια πολιτισμού και ιστορίας να ουρλιάξει "ΓΙΑΤΙ;;;;": μια αίθουσα παιχνιδιού. Το παιχνίδι είναι να βρεις αρχαιολογικά ευρήματα, να τα αξιολογήσεις και να τα τοποθετήσεις εκεί που ανήκουν. Το μέρος έχει σκάμματα με διαφορετικό είδος χώματος και άμμου (γιατί, προφανώς, είναι από διαφορετικές περιοχές) και πρέπει να πας στο κατάλληλο, να σκάψεις με τα χέρια σου, να βρεις το "εύρημα", να το καθαρίσεις προσεκτικά με το βουρτσάκι για να μην χαλάσει, να το πας στο "εργαστήρι" για να βρεις από ποια εποχή είναι και να το βάλεις στην κατάλληλη θήκη. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε ΕΝΑ παιδί που δεν θα έπεφτε με τα μούτρα στο σκάμμα, γεμάτο ενθουσιασμό, που δεν θα μπολιαζόταν με αγάπη για την ιστορία, αντί να θεωρεί πως ένα Μουσείο είναι ένα στείρο και νεκρό μαυσωλείο.   (Γενικά το Historiska είναι human-friendly και, κυρίως, children friendly. Εκτός από κόκκαλα και τέτοια που βρίσκονται πίσω από βιτρίνες, όλα τα υπόλοιπα μπορείς να τ' αγγίξεις και υπάρχουν επιγραφές που λένε: please touch. Επίσης έχει έναν κήπο με Βικινγκοσκηνές που μπορούν να παίξουν τα παιδιά, διάφορα μεγάλα παιχνίδια διάσπαρτα μέσα στο μουσείο, κουίζ για τα πιο μεγάλα, αλλά και γενικά οι γονείς τ' αφήνουν να τρέχουν και να παίζουν και να γελάνε. Είναι υπέροχο το πόσες φορές σταματάνε μπροστά σε κάτι που τους κάνει εντύπωση και ρωτάνε τι είναι, χωρίς να νιώθουν υποχρεωμένα να παρατηρούν το κάθε τι.)   Η αίθουσα με την ιστορία των Βίκινγκ δεν ήταν σοκ. Ήταν προσεγμένη, όμορφη, γεμάτη, αλλά συνηθισμένη... μέχρι που ο επισκέπτης φτάνει σ' έναν χώρο που πραγματεύεται το πώς έχει χρησιμοποιηθεί η εικόνα των Βίκινγκ κατά περίσταση. Μια απ' αυτές ήταν μια αφίσα του ΒΠΠ, στην οποία οι Ναζί παρομοίαζαν το τάγμα τους με τους Βίκινγκ προκειμένου να στρατολογήσουν Νορβηγούς στρατιώτες. Ξερά, στεγνά, χωρίς χαϊδέματα, αυτή η ΤΕΡΑΣΤΙΑ αφίσα ήταν απέναντι απ' τα λέγκο Βίκινγκ.   Και σαφώς πολλοί θα βγουν και θα πουν για τον "ουδέτερο" ρόλο της Σουηδίας στον ΒΠΠ και θα 'χουν δίκιο. Κοίτα, λοιπόν, όμως, που οι Σουηδοί, μέσα στο Ιστορικό τους Μουσείο, δεν ντρέπονται να πουν ούτε τι έκαναν, ούτε ότι ήταν λάθος. Στον πάνω όροφο του Μουσείου, ένας χρονολογικός διάδρομος πάει τον επισέπτη από εποχή σε εποχή κι από δεκαετία σε δεκαετία, μέχρι που φτάνει στον 20ο αιώνα. Κι εκεί λέει ξεκάθαρα ότι η Σουηδία επέτρεψε στην Γερμανία να περάσει κι έκανε τα στραβά μάτια. Ότι η Σουηδία προμήθευσε την Γερμανία με πρώτες ύλες. Και λέει ότι αυτό είναι ένα αμφιλεγόμενο πολιτικό κομμάτι της ιστορίας που ακόμα προβληματίζει τους Σουηδούς. Δεν κρύβει. Δεν καλύπτει. Φέρνει τον επισκέπτη μπροστά στην ιστορική μαλακία και του τη δείχνει με το δάχτυλο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να μάθει απ' τα λάθη του χωρίς, πρώτα, να τα παραδεχτεί. Κι αυτό ήταν ένα ακόμα σοκ.   Μέσα στο Historiska, η Ιστορία δεν είναι ωραιοποιημένη. Είναι όσο πιο ουδέτερη γίνεται. Βρίσκεται εκεί για να παίξει τον ρόλο του Σωκράτη. Σου δείχνει κάτι και σε ρωτάει ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σ' αυτό που είδες, ποια τα συμπεράσματά σου και πώς τα έβγαλες.   Χθες πήγα για δεύτερη φορά, μαζί με τον Άλεξ που δεν το είχε δει. Είμαστε σίγουροι ότι θα ξαναπάμε. Ότι θα πάμε κι άλλο κόσμο εκεί, όσους έρθουν να μας επισκεφτούν. Όχι γιατί έχει ΤΑ εκθέματα. Δεν είναι μόνο αυτός ο ρόλος ενός Μουσείου. Είναι πρόκληση για προβληματισμό για έμπνευση, για αμφισβήτηση. Δεν δίνει μόνο γνώση. Απαιτεί σκέψη.   http://www.historiska.se/

Sonya

Sonya

 

Διόρθωση

Είναι πρωί, έχεις μόλις κάτσει στο γραφείο με φρέσκο καφέ στο φλυτζάνι για να πάρεις λίγο κουράγιο. Αρχίζεις να ελέγχεις τα email σου. Είναι πολύ νωρίς όμως κι απλά ξεφορτώνεσαι μερικά spam που τρύπωσαν στα εισερχόμενα και πετάς newsletters (στα οποία δεν θυμάσαι καλά-καλά γιατί γράφτηκες). Όμως, κοίτα: κατεβαίνει και κάτι άλλο. Αργά-αργά. Είναι κάτι μεγάλο. Κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατέβηκε.   Ελέγχεις τον αποστολέα, είναι πελάτης σου, ελέγχεις το θέμα: «uRGENT διόρθωση!!!!!» Φαίνονται εντάξει και ανοίγεις το μήνυμα. Είναι μια φωτογραφία. Μεγάλη-μεγάλη, την αναγνωρίζεις αμέσως φυσικά. Ναι, γιατί λίγες μέρες πριν την είχες βάλει «σαλόνι» στο έντυπο του πελάτη.     infodump Ο πελάτης: όχι μικρή μεταφορική & logistics (όπως λέγονται πια) εταιρεία. Η φωτογραφία: εργάτες, ντυμένοι καθαρές φόρμες, μπατζάκια με τσάκιση και το λογότυπο της εταιρείας να φιγουράρει κατάστηθα, ξεφορτώνουν δέματα από ένα κλαρκ σε τεράστια αποθήκη.     Δεν υπάρχει κανένα σχόλιο, καμία οδηγία κι αναρωτιέσαι γιατί στην έστειλαν. Είχαν συμφωνήσει να τη βάλουν στο σαλόνι γιατί είναι καλοστημένη, καθαρή, με ωραία κίνηση που δίνει αίσθηση ταχύτητας, υπευθυνότητας, νοικοκυροσύνης, αξιοπιστίας... Μη λέμε κι άλλα, καταλαβαίνετε. Απλά ελπίζεις να μην θέλουν να την αλλάξουν γιατί σου αρέσει έτσι όπως έχει στηθεί στο έντυπο, άσε που δεν έχεις καμία διάθεση, φτου κι απ' την αρχή, να επιχειρηματολογείς υπέρ της μίας ή της άλλης λύσης.   Κάπου εκεί, χτυπάει και το τηλέφωνο. Αναγνωρίζεις αμέσως το νούμερο. Είναι ο πελάτης. Ναι, αυτός με τη φωτογραφία. Το σηκώνεις, τι άλλο;   - Πήρες τη φωτογραφία; ρωτάει η γνώριμη γυναικεία φωνή όλο αγωνία. - Καλημέρα, Μαρία. Την πήρα. - Αχ, ωραία, γιατί θέλουμε μια διόρθωση.   Τι μπορεί να θέλουν; Τη φωτογραφία την έχεις ακόμα ανοιχτή μπροστά σου και την κοιτάζεις· είναι μια χαρά.   - Τι διόρθωση βρε, Μαρία; Η εικόνα είναι τέλεια. - Όχι, δηλαδή, ναι, η φωτογραφία είναι μια χαρά και μας αρέσει πολύ αλλά, να... Μωρέ, βλέπεις αυτόν εκεί τον εργάτη; Τον δεύτερο από αριστερά; Που σηκώνει το χέρι;   Εστιάζεις την προσοχή σου στον εργάτη, τον δεύτερο από αριστερά που σηκώνει το χέρι, και ψάχνεις το ψεγάδι. Τίποτα.   - Τι έχει; Δεν βλέπω τίποτα περίεργο, λες ενώ αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι ίσως θα έπρεπε τελικά να μην αναβάλλεις κι άλλο το ραντεβού με το γιατρό. Στο 'χε πει: καμιά φορά η πρεσβυωπία αναπτύσσεται ραγδαία. - Να μωρέ, λέει η κοπελίτσα απ' την άλλη και αμέσως χαμηλώνει την ένταση της φωνής της. Είναι πακιστανός αυτός και είναι πολύ σκούρος. Μήπως θα μπορούσες να τον ξανοίξεις; Να μην φαίνεται ότι είναι ξένος...     -- Το περιστατικό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Ευτυχώς, δεν συνέβη σε μένα, αλλά σε συνάδελφο. Και, δυστυχώς, δεν ξεκαθαρίστηκε: πόση διόρθωση χρειαζόταν για να γίνει άνθρωπος; Χρειαζόταν άραγε ξανθά μαλλιά και λευκό δέρμα με φακίδες ή το λευκό δέρμα θα αρκούσε; Δεν είμαι σίγουρος, γιατί καμιά φορά, ξέρεις, αυτοί οι μετανάστες έχουν κι αυτό το βλέμμα που τους προδίδει.

Big Fat Pig

Big Fat Pig

 

Ανταπόκριση από Σουηδία #2

Κυρίες και κύριοι,   έκτη ημέρα στη Σουηδία.   Τελικά δε μιλάνε όλοι οι Σουηδοί αγγλικά. Αυτή ήταν αναμενόμενο βέβαια, απλώς στις πρώτες ημέρες δεν είχε τύχει να το διαπιστώσω. Καθώς επισκέφτηκα αρκετές εταιρείες, τόσο κατασκευαστικές, όσο και ιδιωτικές ευρέσεως προσωπικού (όχι ενοικίασης), χρειάστηκε να συνομιλήσω με διάφορους στο δρόμο. Στις εταιρείες (γραφεία και βιοτεχνίες), όσους κι αν συνάντησα, η συνεννόηση γινόταν στα αγγλικά και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Στο δρόμο συνάντησα και κάποιους οι οποίοι, αν και χαμογελαστοί, δεν γνώριζαν αγγλικά.   Επισκέφτηκα αρκετά από τα προάστια της πρωτεύουσας, όπως και κάποιες περιοχές του κέντρου. Τα εργοτάξια είναι συχνό θέαμα. Επίσης τα μαγαζιά έχουν κίνηση. Η οικονομία κινείται. Αυτή η κατάσταση μου έδωσε θάρρος και εν μέρη οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν. Δουλειές υπάρχουν. Ζήτηση υπάρχει. Το πρόβλημα είναι η γλώσσα. Ακόμα και σε τομείς όπως αυτός της κατασκευής, η γλώσσα είναι για τους περισσότερους εργοδότες προαπαιτούμενο.   Αλλά ακόμα κι αν κατέχεις τη γλώσσα δε σημαίνει ότι έχεις τη δουλειά στο τσεπάκι σου. Στη Σουηδία υπάρχει το εξής φαινόμενο: από τη στιγμή που θα γίνει η πρόσληψη, η απόλυση είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Η θέση εργασίας δεν κερδίζεται εύκολα (ο υποψήφιος εργαζόμενος θα εξεταστεί και θα ελεγχθεί από τον εργοδότη, ώστε ο τελευταίος να είναι σίγουρος ότι δεν παίρνει γουρούνι στο σακί) και κάποιες φορές (σχεδόν τις μισές) θα υπάρξει και μια δοκιμαστική περίοδος έξι μηνών. Γι' αυτό και όλες οι θέσεις εργασίας διεκδικούνται αρχικά μέσω βιογραφικών, και στη συνέχεια καλούνται για συνέντευξη όσοι έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον.   Γι' αυτό το λόγο δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν οι επισκέψεις μου εκτιμήθηκαν ως θετικές από όσους συνάντησα. Σε γενικές γραμμές αυτή η τακτική δε συνηθίζεται εδώ πάνω, και δεν μπορώ να ξέρω αν αυτή η "παραβίαση πρωτοκόλλου" κρίθηκε ως "απεγνωσμένη προσπάθεια για να βρω εργασία". Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι οι περισσότεροι με δέχτηκαν με χαμόγελο, πήραν το βιογραφικό μου και μου έδωσαν την κάρτα τους. Λίγοι ήταν αυτοί οι οποίοι δε δέχτηκαν το βιογραφικό μου, τονίζοντάς μου ότι η Σουηδική γλώσσα είναι "εκ των ων ουκ άνευ". Ακόμα λιγότεροι (δύο) μου είπαν ότι στον κατασκευαστικό τομέα υπάρχουν αλλοδαποί εργαζόμενοι οι οποίοι εργάζονται χωρίς να μιλάνε Σουηδικά.   Αυτά σχετικά με τις προσπάθειές μου στην αγορά εργασίας. Σχετικά με την καθημερινότητα των Σουηδών: Τα πράγματα εδώ δεν είναι όπως μου τα περιέγραφαν όσοι είχαν έρθει για λίγο ή όσοι μένουν (ή έμειναν) για αρκετό καιρό. Είναι πολύ ΚΑΛΥΤΕΡΑ! Δυστυχώς... Λέω "δυστυχώς", γιατί κάθε νέο στοιχείο που μαθαίνω για το πως λειτουργούν τα πράγματα εδώ πάνω, τόσο με κάνει να στενοχωριέμαι για το πως τα έχουμε καταφέρει στο νότο. Εντάξει, ο καιρός στην Ελλάδα είναι απλά ΤΕΛΕΙΟΣ! Εδώ το σχεδόν ανυπόφορο κρύο είναι τόσο συνηθισμένο, όσο και η αναπνοή. Είναι καθημερινό. Για όποιον όμως μπορεί να σφίξει τα δόντια και να το αντέξει, και ταυτόχρονα να αφήσει πίσω του τον κουτοπόνηρο και χαοτικό τρόπο ζωής που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, τότε η συμβουλή μου είναι: μάθε Σουηδικά και ανέβα. Όπως πολύ σωστά έχει πει ο Άλεξ (σύζυγος της Χριστίνας) στους συναδέλφους του Σουηδούς: "Σας σώζει ο καιρός. Αν είχατε καλύτερο θα είχαν έρθει όλοι".   Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω. Η Χριστίνα και ο ΆΛεξ, αν και δεν είναι Σουηδοί υπήκοοι (θα μπορούν να γίνουν σε πέντε - επαναλαμβάνω: πέντε!!! - χρόνια παραμονής και εργασίας εδώ), έχουν (από την πρώτη ημέρα έκδοσης ΑΦΜ) δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές! Τι πιο φυσιολογικό! Η απλή λογική λέει ότι από τη στιγμή που ζεις και εργάζεσαι σε αυτήν τη χώρα και πληρώνεις κρατικούς και δημοτικούς φόρους, έχεις το δικαίωμα να εκφραστείς μέσω των δημοτικών εκλογών, γιατί πολύ απλά "σου παίρνω τα λεφτά, οπότε κι εσύ μπορείς να μου δείξεις με την ψήφο σου αν νιώθεις καλά με όσα κάνω στη γειτονιά σου"!   Έχουν αλλάξει τρία σπίτια και δύο δήμους. Κάθε φορά που άλλαζαν δήμο, οι δημοτικές αρχές ενημερώνονταν αυτόματα μέσω της εφορίας και λίγες ημέρες αργότερα λάμβαναν μέσω ταχυδρομείου έναν φάκελο "καλωσορίσματος" από τον δήμο, μέσα στον οποία, εκτός από κάποια ενημερωτικά φυλλάδια, τους δινόταν και μια λίστα με τα καταστήματα της περιοχής και εκπτωτικά κουπόνια για να χρησιμοποιήσουν στις τοπικές αγορές. Τι πιο απλή κίνηση για να υποστηρίξεις την τοπική αγορά. Όταν τα παιδιά χρησιμοποιούσαν τα κουπόνια, οι καταστηματάρχες, αντιλαμβανόμενοι ότι έχουν να κάνουν με νέους πελάτες, τους ξεναγούσαν στα καταστήματά τους για να τους ενημερώσουν για τα προϊόντα.   Από τη στιγμή που κάποιος καταφέρει να γραφτεί στην εφορία και να εκδώσει Σουηδικό ΑΦΜ (πράγμα όχι και τόσο εύκολο), αυτομάτως έχει διάφορα προνόμια και προσφορές. Έχει την αμέριστη, έμπρακτη και καθημερινή βοήθεια του κράτους. Αν δε γνωρίζει τη γλώσσα, έχει δικαίωμα σε δωρεάν μαθήματα. Αφού περάσει κάποιες εξετάσεις και αποκτήσει κάποιο επίπεδο (περίπου το αντίστοιχο Lower των Αγγλικών), έχει το δικαίωμα να παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολές του Σουηδικού ΟΑΕΔ (υδραυλικός, δημοσιογράφος, τεχνικός υπολογιστών, κλπ). Όσο διαρκούν οι σπουδές, ο φοιτητής ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ!!! Ναι, δεν κάνω πλάκα, δεν έχω πάρει ναρκωτικά, δεν έχω τον Σβεν δίπλα μου να με απειλεί με ένα πιστόλι στον κρόταφο. Η λογική εδώ είναι η εξής: Τι να τον κάνω τον πολίτη κηφήνα; Αφού με τον α ή β τρόπο απέκτησε ΑΦΜ, αλλά δεν βρίσκει/ξέρει-να-κάνει κάποια δουλειά, ας του μάθω εγώ (το κράτος) κάποια τέχνη, ώστε μεθαύριο να προσφέρει στην κοινωνία. Για να τον βοηθήσω (και να τον δελεάσω) τον πληρώνω να μάθει. Αύριο, που θα δουλέψει, θα μου επιστρέψει όσα του πρόσφερα, μέσω της εργασίας του και των φόρων του.   Στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιοι κάφροι που ουρλιάζουν ότι σε λίγο η χώρα θα γεμίσει μικρά αλλοδαπά, ενώ οι ορίτζιναλ Έλληνες πάσχουν από υπογεννητικότητα. Τι περιμένουν, όταν το ελληνικό κράτος τιμωρεί τα ζευγάρια που κάνουν παιδιά; Εδώ πάνω, οι ξανθοί βάρβαροι δικαιούνται σε δεκαοκτώ (18) μήνες άδειας μετά την εγκυμοσύνη. Τη δεκαοκτάμηνη άδεια τη μοιράζονται η μαμά και ο μπαμπάς όπως νομίζουν. Επίσης, αυτοί οι βρομιάρηδες δείχνουν μια έφεση στα μεταχειρισμένα (δεύτερο χέρι, όπως τα λένε) πράγματα και ρούχα. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο, οι νέοι γονείς, αντί να αγοράσουν καινούργια ρούχα για τα μωρά τους, να αγοράσουν από καταστήματα "δεύτερο χέρι". Όταν τα παιδιά τους μεγαλώσουν (για όσους ξέρουν, τα μωρά έχουν την τάση να αλλάζουν μέγεθος ρούχων ανά μήνα - τα μούλικα), οι γονείς πολύ απλά επιστρέφουν (ή πουλάνε σε κάποια μικρή τιμή) τα ήδη πολλές φορές μεταχειρισμένα ρουχαλάκια, και αγοράζουν το επόμενο μέγεθος. Με αυτόν τον τρόπο γλιτώνουν πολλά χρήματα σε αγορές πραγμάτων τα οποία θα καταντήσουν άχρηστα εντός λίγων εβδομάδων/μηνών. Εννοείται ότι γίνονται και αγορές ολοκαίνουργιων (εξάλλου με αυτόν τον τρόπο ανανεώνεται και η αγορά μεταχειρισμένων), αλλά σε πολύ μικρότερο ποσοστό, απ' όσο γίνεται στην Ελλάδα. Κάτι άλλο που έμαθα είναι ότι εδώ πάνω οι βρομιάρηδες χρησιμοποιούν ευρέως αντί για πάνες, ειδικά υφασμάτινα βρακάκια για μωρά, τα οποία πλένουν όποτε τα μωράκια τα χέσουν. Προσωπικά δεν ξέρω, αλλά όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το μήνυμα έχετε παιδιά, μάλλον μπορείτε να υπολογίσετε πόσα χρήματα θα είχατε γλιτώσει αν κάνατε το ίδιο.   Βέβαια, θα μου πείτε: "Ξέρεις ρε μεγάλε πόσο νερό θα έπρεπε να καταναλώνω για να πλένω τις κουράδες των μωρών;" Κάποιοι άλλοι θα πρόσθεταν: "Εγώ ξεσκατίζω δύο πανομοιότυπους κώλους. Φαντάζεσαι το νερό που χρειάζομαι;" Εδώ πάνω το νερό είναι σχεδόν δωρεάν. Όπως ακριβώς το διαβάσατε. Σε αυτή τη σύγκριση δε φταίει η Ελλαδίτσα. Οι κερατάδες εδώ πάνω έχουν ανεξάντλητη πηγή καθαρού νερού: τα χιόνια.   Κόστος ζωής. Κάποιες τιμές σε προϊόντα σούπερ-μάρκετ (έχω κάνει μετατροπή σε ευρώ): Ρύζι μπαρμπα-μπεν σε σακουλάκια (4 σακουλάκια/κουτί): 3.55 Χυμός πορτοκάλι, βιολογικός (1 λίτρο): 2,40 Μανιτάρια ολόκληρα (αγορά από μανάβικο του σούπερ μάρκετ): 8,15/κιλό Εξάδα αυγών: 1,55 Μοτσαρέλα 250γρ: 3,55 Κρεμμύδια: 0,80/κιλό Tομάτες: 3,50/κιλό Ψωμί σε φέτες: 3,30/κιλό Παξιμάδια σταρένια συσκευασμένα 1 κιλό: 2,85 μπανάνες: 2,37/κιλό μανταρίνια: 3,17/κιλό κόκκινες φακές 800γρ: 2,60 μπισκότα μπράουνις: 1,19   Ζεστή σοκολάτα ρόφημα, σε καφετέρια στο κέντρο: 5 ευρώ   Αμόλυβδη 95: 2,35/λίτρο   Εβδομαδιαίο εισιτήριο για όλες τις συγκοινωνίες (μετρό, τραμ, λεωφορεία, προαστιακός): 35 ευρώ. Ακριβές, αλλά τις χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι. Ελάχιστοι χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητά τους. Η κίνηση στο κέντρο (ώρα αιχμής) είναι ελάχιστη.   Ιατρικές παροχές ολοκληρωμένες με ελάχιστη (κατά περίπτωση - ίσως και μηδενική) συμμετοχή. Η κοπέλα του ζευγαριού που με φιλοξενεί, χρειάστηκε πριν λίγους μήνες να κάνει εξετάσεις στο γόνατό της. Έβγαλε ακτίνες. Όταν ζήτησε να τις παραλάβει την ενημέρωσαν ότι έχουν καταχωρηθεί στον ιατρικό της φάκελο και ότι ο ορθοπεδικός που θα την εξετάσει έχει ήδη λάβει αντίγραφο μέσω e-mail!!! Άντε γεια!!! Σημείωση: αλλού έκανε την ακτίνα και άλλη ημέρα τη δέχτηκε ο ορθοπεδικό στο ιατρείο του.   Η εφορία παρακρατείται από το μισθό. Όταν υπογράφεις σύμβαση, ενημερώνεσαι για το μικτό ποσό. Κάθε μήνα λαμβάνεις το καθαρό. Ενημερώνεσαι για τους φόρους κάθε τέλος του έτους, όταν η εφορία στέλνει ενημερωτικό και ζητάει απλώς την υπογραφή σου, ως επιβεβαίωση ότι όσα αναγράφονται είναι ακριβή.   Αυτά μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Είναι και μια ώρα δύσκολη, αλλά ευτυχώς αύριο είναι Σάββατο. Εδώ τηρείται ευλαβικά η πενθήμερη εργασία, 39 ωρών. Κάποιοι εργάζονται και τα ΣΚ, αλλά έχουν άλλες ημέρες να καθίσουν.   Α! Ο κ.ο.κ. (κώδικας οδικής κυκλοφορίας, για όσους το ξέχασαν) επίσης τηρείται ευλαβικά. Οι οδηγοί δίνουν ΠΑΝΤΑ! ΠΑΝΤΑ! ΠΑΝΤΑ! (δε μιλάω για τα ασπρόμαυρα αρκουδάκια) προτεραιότητα στους πεζούς. Εδώ δεν κερδίζει όποιος ελέγχει τον μεγαλύτερο όγκο, αλλά τον μικρότερο, δηλαδή ο πεζός.   Τα συμπεράσματα δικά σας.   Αυτή η κοινωνία έχει επενδύσει στο μέλλον. Τα νέα μέλη της μεγαλώνουν ως ενεργά μέλη ενός συνόλου και όχι ως αποκομμένες ατομικές οντότητες. Οι Σουηδοί είναι κάργα πολιτικοποιημένοι (όχι κομματόσκυλα - μην τα μπερδέψετε).   Ειλικρινά, με ενοχλεί που μπαίνω στη διαδικασία να συγκρίνω την Ελλάδα με τη Σουηδία. Ίσως είναι άδικο. Αλλά δεν το κάνω γιατί το θέλω. Απλώς διαπιστώνω τόσα πράγματα εδώ, τα οποία φαίνονται τόσο αυτονόητα, που η σύγκριση απλώς αναδύεται από μέσα μου χωρίς να το επιδιώκω. Σκεφτείτε: πόσα από αυτά που περιέγραψα είναι διαδικασίες που απαιτούν κάτι περισσότερο από καλή θέληση για να πραγματοποιηθούν. Πόσα; Δεν απαιτούν ούτε υψηλή τεχνολογία, ούτε βαριά βιομηχανία, ούτε εξωγήινη νοοτροπία. Απαιτούν τρία πράγματα: όραμα, ανυστερόβουλη θέληση και προτεραιότητα στο "εμείς" και όχι στο "εγώ". Στην Ελλάδα δεν έχουμε κανένα από τα τρία.   Αυτά προς το παρόν.   Οι ανταποκρίσεις θα συνεχιστούν.   Σταμάτης ΥΓ1. Μου ήταν αδύνατο να γράψω χωρίς τη χρήση τόσων θαυμαστικών. Συγχωρέστε με.   ΥΓ2. Εντύπωση από τη χώρα: πολύ καλή, αν εξαιρέσω το κρύο που είναι από τον Τιτάνα (για όσους δεν ξέρουν: παγωμένος δορυφόρος του Κρόνου)! ΥΓ3. Εχθές το βράδυ, πέρασε δίπλα από το παράθυρο του σπιτιού ένα ελάφι. Τσάι πίναμε, όχι LSD. Το ελάφι έκανε τη βόλτα του από το διπλανό δάσος. Κανείς μαλάκας δε βγήκε να το πυροβολήσει και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να φάμε παϊδάκια ελαφίσια. Δεν πρόλαβα να βγάλω φωτογραφία, γιατί έπρεπε να μαζέψω πρώτα το σαγόνι μου και έτσι έχασα πολύτιμο χρόνο.

Nirgal

Nirgal

 

You wanna be a tree after you die?

Man i wanna be THAT tree!   This Awesome Urn Will Turn You into a Tree After You Die!       You don't find many designers working in the funeral business thinking about more creative ways for you to leave this world (and maybe they should be). However, the product designer Gerard Moline has combined the romantic notion of life after death with an eco solution to the dirty business of the actual, you know, transition. His Bios Urn is a biodegradable urn made from coconut shell, compacted peat and cellulose and inside it contains the seed of a tree. Once your remains have been placed into the urn, it can be planted and then the seed germinates and begins to grow. You even have the choice to pick the type of plant you would like to become, depending on what kind of planting space you prefer.     The Bios Urn is a patented design of Estudimoline, the design company of Gerard Moline, a Catalan artist and product designer who designed Bio Urn for animals in 1999. http://patentados.co...degradable.html       But! That is not the only design! There is also the "Spirit Tree"     One big thinker, José Fernando Vázquez Pérez, tells us this urn is certainly not the only one on the market, nor the first. In Mr. Pérez's opinion, the urn his company manufactures, called The Spirit Tree, is a superior design. The Spirit Tree is a "seed-like container designed to function as a biodegradable two-piece cinerary urn that grows into a living memorial in the form of a tree." The Spirit Tree urn, Pérez told Big Think, is "much cooler" than the design of "the Spanish dude!!!" Indeed, The Spirit Tree has won a number of design awards, and was a finalist in many others as well. So we decided to let Pérez have a run for his money on this design forum, and we are putting the question out to you:     Which urn would you like to have your remains placed in?

Eugenia Rose

Eugenia Rose

 

Η φωτογραφία, η καρδιά και τα σκουλήκια

Αριστερά, σ’ αυτή τη φοβερή και τρομερή φωτογραφία, βλέπετε τον Κώστα Γρίμπιλα. Στη μέση, η κυρία που ακουμπάει το χέρι της στην καρδιά ‘του’ είναι η Ρόζμαρι Ζάμιτ, μητέρα του εικοσάχρονου Αυστραλού δωρητή οργάνων Ντουζόν Ζάμιτ. Δεξιά είναι ο άντρας της, Όλιβερ. Αυτό που δεν βλέπετε, γιατί αυτοί οι Άνθρωποι δεν επέτρεψαν να χωρέσει εκεί, είναι τα σκουλήκια.   Ο Ντουζόν, όπως ίσως θυμάστε, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου το 2008 από μπράβους μαγαζιών στη Μύκονο (22, 8 και 7 χρόνια φυλάκιση). Ο Όλιβερ και η Ρόζμαρι Ζάμιτ προχώρησαν τότε στη δωρεά της καρδιάς του γιου τους –ίσως τον θυμάστε από τα δελτία ειδήσεων. Ο Όλιβερ μάλιστα πάντρεψε τον Κώστα, ο οποίος μένει πια στην Αυστραλία και έχει στενές σχέσεις με τους γονείς του ανθρώπου του οποίου η καρδιά χτυπάει στο στήθος του. Χθες διάβασα ότι ο Κώστας Γρίμπιλας και η σύζυγός του απέκτησαν παιδί. Είναι τόσο ευτυχισμένος, όσο και ευγνώμων για το δώρο που δέχτηκε πριν από χρόνια. Νιώθει, και έχει απόλυτο δίκιο, ότι χρωστάει τη ζωή του και τη ζωή του παιδιού του στον Ντουζόν.   Η περίπτωση Γρίμπιλα / Ζάμιτ είναι πολύ σπάνια, καθώς γνωρίστηκαν λόγω της δημοσιότητας που πήρε η δολοφονία. Κανονικά, απαγορεύεται από τον νόμο οι συγγενείς των δωρητών να γνωρίζουν τους λήπτες, ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα οικονομικών δοσοληψιών. Η ανάγκη όμως για μεταμοσχεύσεις είναι καθημερινή.   Σκέφτομαι λοιπόν (εδώ και χρόνια, απλώς τώρα στρώνομαι να το γράψω): Η εναλλακτική του Όλιβερ και της Ρόζμαρι όταν έμαθαν ότι ο γιος τους είναι νεκρός (και μάλιστα με τέτοιο τρόπο…) η αυθόρμητη, αυτόματη αντίδραση, ήταν προφανώς ένα οργισμένο / συντετριμμένο: «Να πάρουμε το σώμα του παιδιού μας πίσω. Να το κηδέψουμε και να το θρηνήσουμε».   Να αφήσουμε την καρδιά του να τη φάνε τα σκουλήκια. Δεν το σκέφτηκαν εκείνοι. Εγώ το προσθέτω. Επειδή είναι η σκληρή πραγματικότητα.   Βάζω, λοιπόν, τον εαυτό μου στη θέση του κάθε Κώστα Γρίμπιλα. Είμαι στο νοσοκομείο. Με τεχνητή καρδιά. Με βηματοδότη. Ή υποβάλλομαι κάθε δυο μέρες σε αιμοκάθαρση. Έχω κατεστραμμένους κερατοειδείς. Πνεύμονες. Συκώτι. Έχω ανάγκη από μεταμόσχευση δέρματος ή οστών. Η ζωή μου είναι σε διαρκή, καθημερινό κίνδυνο. Ίσως δεν έχω παρά λίγους μήνες βασανιστικής ζωής μπροστά μου. Η ιατρική αγγίζει πλέον τα επίπεδα της θαυματοποιίας. Σε πολλές περιπτώσεις, το μόνο που χρειάζονται οι γιατροί είναι όργανα για να μεταμοσχεύσουν. Είμαι λοιπόν σ’ αυτή την τραγική θέση και σκέφτομαι, ξέρω, ότι χθες πέθαναν 325 συνάνθρωποί μου σε όλη την Ελλάδα. Ακόμα κι αν μπορεί να μεταμοσχευθεί μόνο το ένα τρίτο των διαθέσιμων οργάνων (δική μου πρόχειρη εκτίμηση), αυτό σημαίνει χοντρικά εκατό καρδιές, διακόσιοι πνεύμονες, διακόσιοι κερατοειδείς. Στα σκουλήκια. Και ξέρω ότι σήμερα θα πεθάνουν άλλοι 325 συνάνθρωποί μου. Καλοί άνθρωποι. Που νοιάζονταν για τους άλλους. Και θα πάρουν και σήμερα όλα τα όργανά τους. Στα σκουλήκια. Κι εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω. Για χρόνια. Γιατί και αύριο, και μεθαύριο, θα συμβεί ακριβώς το ίδιο.   Θέλετε κι άλλα μακάβρια αλλά πέρα για πέρα αληθινά νούμερα; Αν ήμουν καρδιοπαθής και άντεχα να τη στήνω κάθε μέρα έξω από το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, το πιο πιθανό είναι ότι κάθε μέρα, κάθε μία εφιαλτική μέρα, θα έβλεπα να περνάει από μπροστά μου τουλάχιστον μία κατάλληλη καρδιά, κλεισμένη μέσα σε μια ξύλινη κάσα, για να σερβιριστεί. Στα σκουλήκια. Θα τρελαινόμουν –κυριολεκτικά!– να παίζω αυτό το διεστραμμένο παιχνίδι, ξανά και ξανά και ξανά. Μέχρι να βρεθεί κάποιος Όλιβερ και κάποια Ρόζμαρι να κάνουν αυτό που, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ αυτονόητο. Ή μέχρι να πεθάνω.   Δεν έχω ούτε εγώ ούτε κανένας συγγενής ή φίλος μου ανάγκη από μεταμόσχευση, αλλά αυτό δεν αλλάζει την πραγματικότητα, ούτε κάνει το όλο θέμα λιγότερο τραγικό. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Γιατί όταν κάποιος νεκρός χαρίζει ζωή σε ασθενείς, το μαθαίνουμε; Γιατί είναι είδηση η ανθρωπιά; Γιατί είναι ήρωες ο Όλιβερ και η Ρόζμαρι Ζάμιτ; Γιατί δεν μπορούμε περισσότεροι Έλληνες και Ελληνίδες να σκεφτούμε το αυτονόητο; Γιατί είμαστε από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά δωρεάς οργάνων;   Αύριο, σε μια βδομάδα, σε έναν χρόνο ή σε μια δεκαετία από σήμερα, κάποιος από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές (ή εγώ που τις γράφω) θα βρεθεί στη δύσκολη θέση εκείνου που θρηνεί χωρίς να περνάει καν από τον νου του το αυτονόητο. Δεν χρειάζεται και δεν ωφελεί να χτυπάτε ξύλο. Είναι θέμα αριθμών, είναι ζωή. Θα συμβεί.   Θα ήθελα τότε, όταν θα έχει σημασία, να φέρετε στη μνήμη σας αυτή τη φοβερή και τρομερή φωτογραφία. Και να γίνετε Όλιβερ και Ρόζμαρι.   Δεν κοστίζει τίποτα σε χρήματα. Είναι Δωρεάν, στην κυριολεξία. Κοστίζει μόνο σε καρδιά.

mman

mman

 

Τι έμαθα γράφοντας ένα μυθιστόρημα

Τι έμαθα γράφοντας ένα μυθιστόρημα   Μόλις τελείωσα ένα μυθιστόρημα Ε.Φ. και είμαι στη φάση των διορθώσεων. Είναι 110.000 λέξεις και μου χρειάστηκαν 6,5 μήνες κατάστρωση και 13 μήνες συγγραφή.   Τι ήξερα και επιβεβαίωσα αυτό τον ενάμιση χρόνο:   Ότι είμαι απελπιστικά αργός στον σχεδιασμό της πλοκής και ότι καμιά φορά μου παίρνει βδομάδες να σκεφτώ τα πιο απλά πράγματα. Ότι, σ’ εμένα, η οδήγηση μειώνει δραστικά τον χρόνο επίλυσης των προβλημάτων πλοκής. Ότι είναι αδύνατον να σχεδιάσω ένα έργο πολλών δεκάδων χιλιάδων λέξεων μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια –κι ότι αυτό είναι καλό. Ότι οι καλύτερες ώρες μου για γράψιμο είναι πολύ νωρίς το πρωί όταν δεν έχω ακόμα ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Ότι, για μένα, η καλύτερη εποχή για γράψιμο είναι ο χειμώνας και η χειρότερη το καλοκαίρι. Ότι η θέση λογικών στόχων συχνά οδηγεί στην υπέρβασή τους. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστική. Ότι είμαι θεός μέσα στη δική μου ιστορία κι αυτό σημαίνει ότι, αν όλα τα άλλα δουλεύουν σωστά, μπορώ να με εμπιστεύομαι ότι θα βρω τη λύση, όταν χρειαστεί, ακόμα και στο πιο δύσκολο πρόβλημα. Ότι αγαπώ τους γυναικείους χαρακτήρες, λατρεύω τους γυναικείους χαρακτήρες και τρελαίνομαι για τους γυναικείους χαρακτήρες. Ότι είμαι πολύ είρωνας. Ότι το γράψιμο είναι λύτρωση από το κακό μέσα μου.   Τι καινούριο έμαθα αυτόν τον ενάμιση χρόνο:   Ότι τα παγώνια βγάζουν μια πολύ χαρακτηριστική κραυγή που δεν μπερδεύω πια με τίποτ’ άλλο. Ότι μπορώ τελικά να ξεκινήσω κάτι χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος για το τέλος του. Ότι, στις δικές μου τουλάχιστον ιστορίες, αυτό που πρέπει πάση θυσία να στέκει είναι τα κίνητρα. Ότι μπορώ να γράψω πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι νόμιζα. Ότι ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την έκταση του έργου είναι το πόσο βαθιά μπαίνει κανείς στους χαρακτήρες. Ότι μπορώ να προχωρήσω πάνω από μια πρόταση ή ένα κομμάτι που είναι εμφανώς προβληματικά και να γράψω παρακάτω, γιατί ο σκοπός δεν είναι να κερδηθεί η μάχη της παραγράφου ή της πρότασης, αλλά ο πόλεμος του μυθιστορήματος. Ότι μπορώ, σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον, να συμβουλέψω τον εαυτό μου την ώρα που γράφω για το πώς θα διορθώσει μετά τα λογικά σφάλματα, τις αναληθοφάνειες, ακόμα και τις κλισέ ή αδύναμες εκφράσεις. Ότι, αν ξέρω τι θέλω να γράψω και κατέχω καλά το κομμάτι, μπορώ να γράψω μέσα σε έναν χώρο μικρό όσο ένα παλιό βαγόνι τραίνου με δεκαπέντε άτομα καθιστά και όρθια γύρω μου να μιλάνε μεγαλόφωνα για να ακουστούν πάνω από τη δυνατή μουσική. Ότι οι χαρακτήρες, και ειδικά οι δευτερεύοντες, είναι πολυεργαλεία που, αν τα εκμεταλλευτώ σωστά, μπορούν να ξεκλειδώσουν κάθε πόρτα πλοκής και κινήτρων. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι αναπάντεχη και τρομακτική. Ότι η συγγραφή ενός μυθιστορήματος απαιτεί τόσες νίκες επί του εαυτού σου όσες και οι λέξεις του. Και ότι οι σβησμένες λέξεις μετρούν για διπλές. Ότι η δέσμευση για συγγραφή σε τέταρτους ως υπόσχεση που δεν είναι σωστό να αθετήσω, δουλεύει τόσο καλύτερα όσο πιο σημαντικοί είναι αυτοί.

mman

mman

 

FANDOM! Αλήθεια εσείς πόσους μπορείτε να αναγνωρίσετε;

Βρήκα αυτή τη σίγουρα φλύαρη εικόνα με χαρακτήρες από όπου μπορείτε να φανταστείτε. Λοιπόν κοιτάξτε την και φτιάξτε μια πρόχειρη λίστα. Πόσους βρήκατε; Υπάρχουν και πίσω από τη μισόκλειστη πόρτα μπόλικοι (ο καλλιτέχνης είχε κέφια φαίνεται).   Για να σας δω...    

Eugenia Rose

Eugenia Rose

 

Κάτι μικρό γεννιέται (smalldemons.com)

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο πάντα με ενδιαφέρουν αυτά που συμβαίνουν στο περιθώριο του. Δηλαδή στο περιβάλλον του ήρωα.   Ειδικά αν ο ήρωας ακούει κάποιο τραγούδι, αμέσως το ψάχνω και το ακούω παράλληλα. Με αυτόν τον τρόπο νομίζω ότι ζω ακόμα περισσότερο τη στιγμή του βιβλίου. Και όσο να' ναι είναι σαν να φτιάχνεις ένα soundtrack για αυτό.   Επίσης όταν υπάρχουν αληθινά μέρη (όπως πόλεις/χωριά ή δρόμοι) που τα έχω επισκεφτεί, μπορώ εύκολα να φαντάζομαι την διαδρομή του ήρωα. Αν δεν τα ξέρω, τότε μ' αρέσει να μαθαίνω περισσότερα πράγματα για αυτά τα μέρη και έτσι φτιάχνω κάτι σαν χάρτη στο μυαλό μου.   Φανταστείτε τώρα ένα ιστοχώρο που θα συλλέγει όλες αυτές τις πληροφορίες. Για παράδειγμα: - Οι ταινίες που γίνονται referenced - Άλλα βιβλία που τα κάνουν αναφορά - Τοποθεσίες στο βιβλίο (μέρη, μαγαζιά, εστιατόρια, μπαρ) - Μουσική στο βιβλίο - Άνθρωποι (γνωστές φυσιογνωμίες) - κ.α. πράγματα (όπως και ένα παράξενο κοκταίηλ   Τι καλύτερο για τους βιβλιοφάγους ε; Ακόμα είναι work in progress, κι έχει πολύ ψωμί. Αλλά νομίζω ότι για αρχή καλό φαίνεται και πολύ ελπιδοφόρο. Για να δούμε.   Το site είναι: https://www.smalldemons.com/   Εισαγωγικό βίντεο: https://www.youtube....d&v=DSlY74J6iH8

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Το Φθινόπωρο της Νατάσσας

Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών μου στην δροσερή άμμο και ρουφώ αυτή τη στιγμή. Η Νατάσσα κάνει μακροβούτια στο νερό, ενώ ο Αντώνης, με πέδιλα και μάσκα λίγο πιο εκεί στα βράχια, κυνηγά χτένια. Η Θάλεια και η Κυβέλη (το Κυβελάκι), τα μικρά τους, παίζουν με τα κουβαδάκια τους δίπλα στις ψάθες. Η Νατάσσα βγαίνει χαμογελαστή από τη θάλασσα. «Τι υπέροχα που είναι!» φωνάζει ενθουσιασμένη. Το κέφι της είναι μεταδοτικό, όσο διασκεδαστικές είναι οι κυνικές αγκωνιές που σκαρφίζεται ο Αντώνης για να την πειράζει.   Είναι Νοέμβρης, και το καλοκαίρι μας έχει κατσικωθεί γλυκά. Είμαστε στις Αλυκές, λίγο πριν τη δύση του ήλιου, με έναν μελί ουρανό και την σκούρα πλάτη του Χτυπά να μας σκιάζει. Μετράω τρεις ή τέσσερις λουόμενους απ’άκρη σε άκρη όλης της παραλίας, μοναχικούς ρομαντικούς τους αποκαλώ, με τις ενοχλητικές ξαπλώστρες του καλοκαιριού εξαφανισμένες, και τα δοκάρια των ψάθινων ομπρελών άσκεπα στη σειρά τώρα, γυμνά και μυστήρια σαν στύλοι του Στόουνχετζ.   Έχει μια άλλη, πιο μελαγχολική μουσική το κύμα του Φθινοπώρου. Χωρίς τη βαβούρα του κόσμου, το κύμα σκάει στην υγρή άμμο λίγο στενάχωρα, σαν πένθιμα. Σαν αντίσταση η Νατάσσα και ο Αντώνης παίζουν ανέμελα ρακέτες και ξαφνικά είμαι στο βαθύ μέλλον, και κάθε ήχος, γέλιο και κουβέντα που παίζει γύρω μου έχει γίνει μνήμη, μια ηχώ φαντασμάτων. Oι Αλυκές έχουν αλλάξει λίγο, η Θάλεια και η Κυβέλη είναι ολόκληρες κοπέλες, νοσταλγικά θυμούνται τις ευτυχισμένες εκείνες μέρες με τους γονείς τους. Δεν μπορεί, τα κορίτσια θα έχουν αρπάξει κάτι από την ζωντάνια των δικών τους. Αντιλαμβάνονται πόσο τυχερές υπήρξαν. «Ήταν και ο κύριος Ντίνος εκεί.» Να’ναι καλά που με θυμήθηκαν.   Δύσκολη εποχή, η σημερινή, η δική μας. Φθινόπωρο του 2012. Του χρόνου θα καταφέρουμε να έχουμε άλλον έναν τέτοιο Νοέμβρη; Η ελπίδα χλομιάζει στη σκέψη μου. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, τα πάντα κάθονται σαν βαρύ πέπλο στο κεφάλι. Μου θυμίζουν ταινίες… ένα καλοκαίρι πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο… ένα καλοκαίρι πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο… και η μεταδοτική αισιοδοξία της Νατάσσας μετατρέπεται στη δύση μια τελευταίας, ανεπίστρεπτης εποχής αθωότητας και ανεμελιάς, όπως διαφημίζονταν και εκείνες οι ταινίες.   Για όλους μας είναι το Φθινόπωρο της αγωνίας, της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της ανέχειας, των απεργιών, της βίας, της υπόσχεσης ενός νέου φασισμού. Φοβάσαι να ονειρευτείς, να ελπίσεις, μέχρι και ο έρωτας για τους ελεύθερους έχασε τη γεύση του, ή έτσι νομίζω εγώ. Βλέπω εφιάλτες τα βράδια. Δεν είναι άγριοι και τρομεροί, είναι άηχοι και μουλωχτοί, με τυλίγουν στον ιστό τους αργά-αργά και αραχνιάζει η ψυχή μου. Θα είχαν κάποτε και οι δικοί μου γονείς τα προβλήματα τους. Σηκώθηκαν κι έφυγαν από την αγαπημένη τους Κωνσταντινούπολη κυνηγώντας μια καλύτερη ημέρα. Δεν γνώρισα τις αγωνίες τους τότε, το φρόντισαν καλά αυτό. Ο Αντώνης μοιράζεται περισσότερα με τις κόρες του χωρίς να μεταδίδει τις ανησυχίες που καίνε στο βλέμμα του. Η Θάλεια και η Κυβέλη, δεν είναι απλά προστατευμένες, μεγαλώνουν θωρακισμένες. Έχουν ήρωες γονείς. Έτσι τους βλέπω κι εγώ. Διορθώνουν πότε-πότε και το δικό μου βλέμμα. Τους ευγνωμονώ γι αυτό. Και αυτές οι λίγες γραμμές που γράφω, οι τόσο ανακουφιστικές, τις οφείλω φυσικά σε εκείνους.   Ο Αντώνης φωνάζει στα κορίτσια του να μαζέψουν τα πράγματα τους, να μην αφήσουν κανένα σκουπίδι στην παραλία. Η Νατάσσα μπαίνει άλλη μια φορά στη θάλασσα και κάνει τούμπες στο νερό. Σημαδεύει με τις πατούσες της τον ουρανό και με τα χέρια της καρφωμένα στο βυθό έχει όλη τη Γη στους ώμους της. Μια όμορφη ψευδαίσθηση, γιατί σχεδόν θα τη πίστευε κανείς. Η Νατάσσα θα μπορούσε, θα της ήταν παιχνιδάκι. «Τι σκέφτεσαι άνθρωπε;» με ρωτάει ο Αντώνης. «Άνθρωπε» τους χαιρετάει όλους και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που το λέει. (Όλως τυχαίως είχα χρησιμοποιήσει μόνο μία φορά αυτή την έκφραση πριν λίγα χρόνια, μέσα από τα χείλη ενός φανταστικού προσώπου, στο διήγημα μου “Ο Άγιος του Βραλ”. Ο πρωταγωνιστής αποκτά επίγνωση της προσωπικής του ανθρωπιάς, με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, κυρίως τις αδυναμίες, γεγονός που του επιτρέπει να είναι γενναιόδωρος προς τον συνάνθρωπο του.)   Και πως τελειώνει αυτό το διήγημα, που δεν είναι διήγημα, ούτε καν μυθιστόρημα, αλλά έπος ζωής; Ούτε η αρχή αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, ούτε φυσικά το τέλος. Είμαι πολύ μικρός για να τα δω όλα, κι ευτυχισμένα μικρός που είμαι ικανός να απολαύσω το ενδιάμεσα ψηφιδωτό. Στιγμές και συναισθήματα στην άμμο, στο γαλανό κύμα, στις φωτοσκιάσεις του ουρανού, στις σταγόνες στο δέρμα, στα γέλια των κοριτσιών, στα γαλανά μάτια του Αντώνη, στο χαμόγελο της Νατάσσας. Φωτογραφίες καρτ-ποσταλ της μνήμης. Ό,τι θυμάται ο καθένας που το έζησε, ή αυτός που το διάβασε εδώ, εσύ. Και για να απολογηθώ, ήταν ο ενθουσιασμός της που γέννησε αυτό το κείμενο, γι αυτό και του έδωσα τον τίτλο «Το Φθινόπωρο της Νατάσσας.»   [*Ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος-Πιπεριάν και η Νατάσσα Σέρβου είναι οι δημιουργοί του Χαλκιδέϊκου free-press AN.]

DinoHajiyorgi

DinoHajiyorgi

 

SFFNoWriMo Tips

Το SFFNoWriMo αρχίζει και ο γερό-RObiN σας παραθέτει μερικά μικρά μυστικά που μπορείτε να ακολουθήσετε για μια επιτυχημένη "μαγειρική" συνταγή:     Γράφετε κάθε μέρα έστω και από λίγο. Είναι από τα σημαντικότερα μικρά μυστικά. Η καθημερινή άσκηση φέρνει την επιτυχία. Ταυτόχρονα σε περίπτωση που κάτι σας συμβεί μπορείτε την επομένη να καλύψετε το κενό. Μην αφήσετε τις μπύρες να σας ξεμυαλίσουν (και τα λουκάνικα και τα hamburger κλπ κλπ).
 
Μην αγχωθείτε να τελειώσετε. Ακόμα και αν δεν φτάσετε το όριο των 50.000 λέξεων η εξάσκηση θα έχει προσθέσει ένα λιθαράκι.
 
Ενσωματώστε μέσα στη πρώτη εβδομάδα μαζί με τη γραφή σχέδιο για σκελετό της ιστορίας. Μιας και θα πρέπει να τη γράψετε σε χρόνο dt δεν υπάρχει χρόνος για αναλυτικές πλοκές. Βασιστείτε σε αυτά που ξέρετε να κάνετε καλύτερα και σε γρήγορες εναλλαγές σύμφωνα με τη διαίσθησή σας . Άλλωστε μετά το Νοέμβρη πάντα μπορείτε να αναπροσαρμόσετε την ιστορία … και ξεχάστε επιτέλους να νομίζετε ότι μόλις τελειώσει ο μήνας θα πάτε στον τυπογράφο .
 
Χρησιμοποιήστε ένα πρόγραμμα το οποίο κάνει auto-save οπότε δε θα κινδυνεύετε να χάσετε τα γραπτά σας αν συμβεί κάτι. Από τις καλύτερες λύσεις είναι το Google Docs το οποίο είναι δωρεάν και ταυτόχρονα είναι βασισμένο στο internet. Ακόμα και αν σας χαλάσει το PC στη μέση του πουθενά το κείμενό σας θα κάθετε πάνω στο σύννεφο του internet και θα περιμένει να το συνεχίσετε (τώρα το ότι θα σας έχουν σπάσει τα νεύρα που το PC σας θα είναι στο τεχνικό τμήμα του Πλαισίου με μια κούπα καφέ μέσα του είναι άλλη ιστορία).
 
Φροντίστε να καταλάβουν οι γύρω σας ότι έχετε μια υποχρέωση με τον εαυτό σας . Δικαιολογίες όπως «ήμουν κουρασμένος και δεν πρόλαβα» ή «είχα βάρδιες» δεν τις πιστεύει κανείς. Χρησιμοποιήστε τα Σαββατοκύριακα για να αναπληρώσετε το χαμένο χρόνο. Ξεχάστε τις εξόδους γιατί μπορεί πάνω σε αυτή την προσπάθεια να βασιστεί ένα μελλοντικό βιβλίο σας. Ακόμα πιο καλά μπορεί να σας εκδώσουν! (εντάξει βρίσκω κι εγώ τώρα θέματα να σας τονώσω το ηθικό…. λέμε τώρα )
 
Εκτός αν προσπαθείτε να γράψετε κάτι τραγικά πρωτοποριακό χρησιμοποιήστε κλισέ πλοκές γιατί θα σας βοηθήσουν στη ταχύτητα της συγγραφής. Μετά τις αναπροσαρμόζετε. Όποιοι έχουν εμπειρία από Παιχνίδια Ρόλων ή γραφή σεναρίων ή έχουν ασχοληθεί πολύ με τη δημιουργία σεναρίων εν γένει) θα δουν ότι έχουν ένα προβάδισμα στη δημιουργία σκελετού … τυχερούληδες!
 
Χρησιμοποιήστε λεξικά, βιβλιοθήκες, μουσεία και αξιοθέατα. Όλα αυτά ηλεκτρονικά μέσω της αγαπημένης σας μηχανής αναζήτησης για ταχύτητα και έμπνευση ιδεών. Καταγράψτε τις ιδέες σας σε κουτάκια συννεφάκια για ευκολία. Σας προτείνω το Mind Manager (το οποίο χρησιμοποιώ κι εγώ για να παρακολουθώ τις διαπλοκές στο forum χρόνια τώρα ) αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα εκεί έξω (ψάξτε για brainstorming και mind-mapping).
 
Βεβαιωθείτε ότι ο χώρος σας, τουλάχιστον γι αυτό τον μήνα, διακατέχεται από απόλυτη ησυχία ή έστω από απόλυτη μουσική, ανάλογα με τα γούστα σας. Η μουσική είναι καλός σύμμαχος για μερικούς. Απολαύστε μουσικές στιγμές μετά συγγραφής (προτιμήστε κλασική μουσική).
 
Μπαίνετε λιγότερο στο Facebook και περισσότερο στο SFF.gr Έτσι δε θα σπαταλάτε το χρόνο σας κάνοντας like στις γάτες της Melkiades ενώ ταυτόχρονα θα παρακολουθείτε την καθημερινή σταθερή πορεία των συμμετεχόντων από το σχετικό subforum.
 
Κάνετε συχνά διαλείμματα για να ξεκουράζεστε και να παίρνετε ενέργεια . Δείτε ότι το γραφείο σας είναι έτσι φτιαγμένο που θα μπορείτε να κάθεστε χωρίς να πιάνεστε και αν υπάρχει και παράθυρο με θέα ακόμα καλύτερα. Μερικοί συγγραφείς έχουν αναφέρει ότι διάφορες τεχνικές feng shui του βοήθησαν να αυξήσουν τις λέξεις τους κατά τουλάχιστον 15% (να δω ποιος θα το ψάξει και τι στο κόσμο) .
 
Τώρα αν είστε τίποτα hitech gadget freak μπορείτε να έχετε πάντα μαζί σας το ipad ή την android tab μαζί σας και να γράφετε όπου βρίσκεστε.
 
Πιέστε τον εαυτό σας να είστε το ίδιο σωστοί με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Δεσμευτήκατε σε έναν αγώνα ευχαρίστησης. Χαρείτε το. Μην παρατάτε την χαρά στη μέση.
Εμείς θα είμαστε εδώ να σας εμψυχώνουμε .     Καλή συγγραφή

RObiN-HoOD

RObiN-HoOD

 

Το πει or not to πει...

...και δεν εννοώ το κατούρημα. Τελείως. Αυτή η καταχώρηση έχει ως θέμα την κριτική. Το πώς τη βλέπω, πώς την θέλω, πώς θα ήθελα να την κάνω, αλλά ας όψεται μια κάποια ευγένεια που πολλάκις καταβάλλω προσπάθεια για να επιδείξω.   Η εικόνα που έχω για την κριτική είναι περίπου αυτή:     Έτσι τη γουστάρω. Χωρίς κανένα απολύτως έλεος. Θέλω να τσούξει, να πονέσει, να σμιλέψει τη γραφή και την ψυχή μου. Ο σεβασμός, ο κάθε σεβασμός, κερδίζεται. Με κόπο και με πόνο. Κι είναι χρέος του συγγραφέα να σέβεται τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης σε πληρώνει, φίλε συγγραφέα. Αν όχι με χρήμα, σε πληρώνει με χρόνο και όλη την καλή διάθεση να διαβάσει αυτό που έγραψες. Οφείλεις, αν μη τι άλλο, να μη βεβηλώνεις την όρασή του. Προσωπικά, προτιμώ έναν αναγνώστη που θα έρθει και θα μου πει, ντόμπρα και σταράτα ότι η ιστορία μου ήταν για τα μπάζα (και γιατί), παρά αυτόν που δε θα μου πει τίποτα, ή θα προσπαθήσει να μου το πει στην γαλλική. Μού πήρε πολύ καιρό να μπορέσω να δεχτώ κριτική, αλλά αφού έκανα την αρχή, πλέον δεν την χορταίνω. Ρίξε ξύλο, αναγνώστη, αντέχω.   Προφανώς, επειδή είμαι ελιτιστικό γουρούνι, διαχωρίζω τις κριτικές που μου γίνονται στις χρήσιμες και τις άχρηστες. Το τι δεν αρέσει, μού λέει από λίγα έως τίποτα. Το γιατί δεν αρέσει αυτό, μού λέει περισσότερα, το πώς θα μου άρεσε, είναι ένα λούνα-παρκ. Ναι, σαφώς, δεν έχουν όλοι τα ίδια γούστα και τα λοιπά, αλλά σίγουρα η οπτική του εκάστοτε αναγνώστη βοηθάει. Δε συζητάω καν για γραμματικοσυντακτικά, τα οποία όχι μόνο ζητάω, λαχταράω να δω! Κυρίως από τότε που (εν πλήρη αποδοχή των συνεπειών) αποφάσισα να αγνοήσω τους κανόνες για τα τελικά ν μέχρι να πάρουν κι αυτά απόφαση πότε θέλουν να μπουν και πότε όχι, περιμένω πάντα στη γωνία συγκεκριμένα μαστίγια που δεν κουράζονται ποτέ. Ποτέ, όμως.   Αλλά, τεσπα, ηνάφ οφ μι. Ή μάλλον, ηνάφ οφ μάι στόριζ. Το θέμα είναι, αγαπητοί φίλοι, τι κάνεις όταν διαβάζεις κάτι που καταφέρνει να βεβηλώσει ταυτόχρονα α) την ελληνική γλώσσα, β) την όρασή σου, γ) τη νοημοσύνη σου και δ) την αισθητική σου. Σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό. Πώς μεταφράζεις την ειλικρινή σου άποψη σε κάτι που δε θα οδηγήσει τον συγγραφέα σε αυτοχειρία; Κυρίως, όταν πρέπει να το κάνεις; Τι εννοώ; Θέλεις να πεις: "σπατάλησα τρεις ώρες απ' τη ζωή μου να διαβάζω ένα κείμενο, για το οποίο δεν σπατάλησες δέκα λεπτά να το περάσεις από αυτόματο ορθογραφικό έλεγχο. Επίσης, πριν ξαναγράψεις κάτι πιο πολύπλοκο από το όνομά σου, πέρνα μια βόλτα απ' το δημοτικό και το γυμνάσιο και (ξανα)μάθε γραμματική και σύνταξη. Όταν τελειώσεις μ' αυτά, (ξανα)κάνε τη διαδρομή μυαλό-κείμενο και μάζεψε τις λέξεις που σου έπεσαν. Αυτό το κείμενο έχει περισσότερες διορθώσεις δικές μου, παρά λέξεις δικές σου, το οποίο θα έπρεπε να σου λέει κάτι το οποίο προφανώς δεν είσαι σε θέση ν' ακούσεις. Και δεν έχω μπει καν στο ζουμί ακόμα..." Αντ' αυτού, προσπαθείς να βρεις ευγενικές λέξεις, που να λένε το ίδιο πάνω κάτω, αλλά με τρόπο που ο συγγραφέας να μην το καταλάβει. Προσπαθείς να κάνεις εποικοδομητική κριτική σε κάτι το οποίο στερείται βασικών πραγμάτων. Υπάρχει πιθανότητα η κριτική και όλες οι απαραίτητες φιοριτούρες, να χρειαστούν περισσότερη ώρα απ' όση χρειάστηκε ο συγγραφέας, το οποίο σημαίνει ότι ο αναγνώστης σπατάλησε περισσότερη φαιά ουσία για την ιστορία απ' τον συγγραφέα, το οποίο, σ' εμένα τουλάχιστον, φαίνεται ανούσιο (μιας κι ο συγγραφέας καταφανώς έχει τον αναγνώστη γραμμένο εκεί που δεν πιάνει το μελάνι) και άχρηστο (μιας κι ο συγγραφέας, κατά πάσα πιθανότητα, δε θα κάνει τίποτα με την κριτική σου, εκτός απ' το να σε βρίσει, από μέσα του, γιατί δεν έπιασες τα λεπτά νοήματα απ' το αριστούργημά του).   Δεν είμαι ευγενικός άνθρωπος όταν λέω τη γνώμη μου για κάτι. Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Γι αυτό και πολύ συχνά αποφεύγω τελείως να πω τη γνώμη μου. Γιατί ξέρω ότι είμαι κυνικό κάθαρμα. Μου είναι ΑΦΟΡΗΤΑ δύσκολο να χρυσώνω χάπια όταν κάνω κριτικές κι η διπλωματία δεν συμπεριλαμβάνεται στα ταλέντα μου. Επίσης, έχω υπομονή περιορισμένου βεληνεκούς στην επαναληψημότητα. Όταν λεω κάτι σε κάποιον πάνω από τρεις φορές κι επιμένει να μην καταλαβαίνει, δεν έχει νόημα να χαλάσω θερμίδες για να το ξαναπώ. Πα να πει, ΔΕ ΘΕΛΕΙ να καταλάβει. Πα να πει, όμως, σταμάτα να με ρωτάς κιόλας, γιατί στην τέταρτη θα μάθεις τι κάνει ο θρύλος κι ο Πειραιάς (το παθητικό, μην παρεξηγιόμαστε κιόλας) κάθε φορά που πάω στο γήπεδο. Και θα το μάθεις με γαργαλιστικές λεπτομέρειες. Και θα σε ρωτήσω, στο τέλος όλου αυτού: ΓΙΑΤΙ, καλέ μου άνθρωπε, αφού είναι προφανές ότι ή δε θέλεις ή δεν μπορείς, γιατί επιμένεις να βασανίζεσαι και να βασανίζεις κι εμένα μαζί; Κι εσύ, εντάξει, μαζοχίσου ελεύθερα, εγώ τι σου φταίω που χρειάζομαι τέσσερις υδραυλικές πρέσσες για να συγκρατήσω τον κάφρο μέσα μου;   Άι χάρντλι νηντ αντ, ότι δεν είναι έτσι όλες οι κριτικές. Ευτυχώς, λίγες είναι έτσι (που να πρέπει να τις κάνω, δηλαδή). Και πάλι περισσότερες απ' όσες θα ήθελα (0) ή αντέχει το νευρικό μου σύστημα (1), αλλά λιγότερες απ' τις κριτικές που, αν και (πάλι) "πρέπει" να τις χειριστώ με το γάντι, τουλάχιστον έχουν ένα ποιοτικό υπόβαθρο και δε θα πάνε τελείως στον βρόντο.   Κλείνω, αγαπητοί μου φίλοι, με μια παράκληση: μη δείτε αυτή την καταχώρηση σαν συγγραφείς: δείτε την σαν αναγνώστες. Θυμηθείτε την ιστορία που θεωρείτε ότι ήταν ο χειρότερος βιασμός που υπέστησαν οι οφθαλμοί σας, την ιστορία που δεν είχατε αρκετά ανεπτυγμένο υβρεολόγιο για να την αξιολογήσετε όπως θα θέλατε, την ιστορία που για πάρτη της ανοίξατε τον μεγαλύτερο μαζικό τάφο στην ιστορία της κριτικής, και μετά απλά αναστενάξτε...

Sonya

Sonya

 

Τι είστε πιο πολύ;

Ίσως κάποιοι το ακούσατε στις ειδήσεις την προηγούμενη βδομάδα. Εγώ το έμαθα από την πηγή, επειδή η κόρη μου είναι συμμαθήτρια με την εγγονή των θυμάτων. Επί χρόνια οικιακή βοηθός παίρνει τον γκόμενό της και τον 17χρονο ανήλικο γιο της και χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού που δουλεύει. Ο παππούς, φυσικά, της ανοίγει. Τους χτυπάνε, τους δένουν και τους φιμώνουν. Η γιαγιά έχει αναπνευστικά προβλήματα και πεθαίνει από ασφυξία, αλλά οι ληστές δεν ήρθαν τσάμπα: Βρίσκουν €300 (ολογράφως: τριακόσια ευρώ και μηδέν λεπτά). Οι ληστές, μετά την καταγγελία του παππού, συλλαμβάνονται. Κι όλ’ αυτά, μη φανταστείτε σε κανένα γκετοποιημένο κέντρο. Για το Χαλάνδρι μιλάμε.   Εισαγωγή στην απορία μου: 1.Θες να κλέψεις; Κλέψε. Μετά από τόσο καιρό όμως, θα ’πρεπε να ξέρεις αν και πόσα λεφτά έχουν στο σπίτι. (Hint: 1000 ευρώ δεν θα σε σώσουν. 2000 ευρώ δεν θα σε κάνουν Κροίσο. Πόσα περισσότερα να έχουν στο σπίτι; Αν ήξερες ότι έχουν μόνο 300, θα το έκανες;) 2.Κλέψε όταν είσαι εκεί, ίσως δεν χρειάζεται ληστεία. 3.Αν δεν κοιμάσαι τη νύχτα εκεί (ώστε να σηκωθείς όταν τα θύματα κοιμούνται), ή αν ξέρεις ότι κλειδώνουν τα λεφτά τους, στείλε κάποιους να κλέψουν χωρίς να εμφανιστείς εσύ. 4.Αν οι δικοί σου δεν ξέρουν να ανοίγουν πόρτες, φτιάξε ένα αντικλείδι. 5.Αν δεν σου εμπιστεύονται κλειδιά, τότε σκηνοθέτησε τη ληστεία ανοίγοντας εσύ στους δικούς σου. Έτσι ίσως γλιτώσετε, αν κάτι πάει στραβά. 6.Μια εξαιρετική ιδέα είναι να μην μπλέξεις τον ανήλικο γιο σου. 7.Αν παρόλ’ αυτά αναγκαστείς να κάνεις κανονική ληστεία, μέρα μεσημέρι, με δυο συνεργούς που είναι πολύ κοντινοί σου και ο ένας είναι ανήλικος, δείχνοντας πριν απ’ όλα το δικό σου πρόσωπο για ν’ ανοίξει η πόρτα, τότε, γνωρίζοντας τη γιαγιά επί τόσο καιρό, δεν θα ήταν εντελώς άχρηστο να θυμηθείς ότι μάλλον θα σου τα κακαρώσει αν τη φιμώσεις. (Επίσης, πάνω στον φόβο τους, μπορεί κάποιος να σου πάει από καρδιά έτσι κι αλλιώς). Γενικά, δεν είναι και τόσο καλή ιδέα να έχεις θανάτους την ώρα της ληστείας σου.   Και φτάνω επιτέλους στην (απολύτως ειλικρινή και καθόλου ρητορική) απορία μου, για να μην σας κουράζω:   Εσείς οι τρεις (και κυρίως οι δυο ενήλικες), τι είστε πιο πολύ, κακοί ή ηλίθιοι;   Υ.Γ.: Προσπαθήστε, έτσι σαν νοητική άσκηση (ειδικά όσοι γράφετε) να μπείτε στα εξής μυαλά: Της οικιακής βοηθού, που διαπράττει ληστεία μετά φόνου με συνεργό τον ανήλικο γιο της, για να βρει μόλις 300 ευρώ, της γιαγιάς που πεθαίνει επειδή μια πλαστική ταινία τής στερεί τον αέρα που γεμίζει το σπίτι, μόλις ένα χιλιοστό μακριά και του παππού που έχει ανοίξει με τα χέρια του την πόρτα στους δολοφόνους και τώρα κοιτάει έναν άνθρωπο, σύντροφο ζωής, να ξεψυχάει δίπλα του χωρίς αυτός να μπορεί να κουνηθεί. Αν τα καταφέρετε για οποιονδήποτε, συγχαρητήρια: Ζείτε στην Αθήνα του 2012.

mman

mman

 

The NaNoWriMo diaries (dun-dun-duuuuuun!)

Οι πιθανές αντιδράσεις σ' αυτή την εικόνα είναι τρεις: ?, α!, ωχ... Αλλά ας ξεκινήσουμε απ' το ?   National Novel Writing Month ονομάζεται το παγκόσμιο πρότζεκτ που θέτει έναν πάρα πολύ δύσκολο στόχο σε επίδοξους συγγραφείς: να γράψουν μια νουβέλα με τουλάχιστον 50.000 λέξεις (ή μέρος μιας νουβέλας, αλλά το μίνιμουμ λέξεων είναι αδιαπραγμάτευτο) μέσα σε τριάντα μέρες που ξεκινούν τα μεσάνυχτα 31 Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου και λήγουν τα μεσάνυχτα 30 Νοεμβρίου προς 1 Δεκεμβρίου. Έπαθλο δεν υπάρχει άλλο, εκτός απ' την ίδια τη δημιουργία και μπράγκιν ράιτς. Μιας και ο Οκτώβρης μπήκε και ο Νοέμβρης είναι κοντά και, μιας και το σφφ φιλοξενεί κάθε χρόνο σε μια μυστική γωνιά του τους νανοριμίτες (και μιας και προσεχώς κανας Νιχίλιος θ' ανοίξει το παραδοσιακό νανοριμοτόπικ για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι), ε, ας κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στις τριάντα μέρες συγγραφικής εκγατάλειψης.   Όποιος περιμένει την 1η του Νοέμβρη για να μπαρκάρει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, το πιθανότερο είναι να σωριαστεί χάμω γύρω στη δεύτερη με τρίτη εβδομάδα και να τον φάνε οι γύπες που πρόθυμα καραδοκούν κάθε χρόνο πάνω απ' αυτούς που αποφασίζουν να τολμήσουν. Όπως πολλά πράγματα στη ζωή, χρειάζεται προετοιμασία. Ακόμα κι αν δεν είστε του οργανωτικού στυλ, με πινακάκια, αρχεία επί αρχείων, τακτοποιημένα συρταράκια ιδεών και χαρακτήρων και μοιρογνωμόνια πλοκών, ΚΑΙ ΠΑΛΙ θα χρειαστεί να έχετε δυο-τρία βασικά πραγματάκια: έτοιμη πλοκή, τουλάχιστον δυο-τρεις βασικούς χαρακτήρες και ένα γενικό πλάνο της ιστορίας σας. Προσωπικά, δεν μπορώ ν' αρχίσω αν δεν εχω και τέλος. Αλλά δεν είμαι εδώ για να δώσω συμβουλές. Το μόνο που θέλω είναι να περιγράψω πώς είναι για μένα το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά του κάθε μου, σχεδόν, Νοέμβρη.   Όταν πάει να φύγει το καλοκαιράκι κι οι πρώτες βροχές ξεπλένουν την σκόνη (όχι πως η Στοκχόλμη προλαβαίνει και ποτέ να σκονιστεί, αλλά λέμε τώρα), αρχίζει να κατασταλάζει μέσα μου η ιστορία που θα γραφτεί απ' τις 3-4 που με κλωθογυρνάνε όλο το χρόνο. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που η μαγιά ετοιμάζεται: οι κούκλες παίζουν με φρενήρη ρυθμό τα βασικά κομμάτια της ιστορίας. Κάποιες κούκλες βγαίνουν εκτός μάχης ως ακατάλληλες, άλλες πάνε για ένα ρεκτιφιέ κι άλλες βγαίνουν απ' την ντουλάπα και ξεσκονίζονται. Μερικές δημιουργούνται επιτόπου κι οι παλιές φροντίζουν να τις περάσουν απ' τα καθιερωμένα καψόνια. Μέσα σ' ένα μήνα, οι βασικοί μου χαρακτήρες είναι έτοιμοι, έχουν τα ονόματά τους, τα μυστικά τους, το παρελθόν τους, την προσωπικότητά τους, πρόσωπα και σώματα. Κομμάτια διαλόγων παίζονται, σκηνικά στήνονται, κουστούμια ράβονται. Τρύπες κλείνουν, μερικές φορές ανοίγοντας άλλες, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Στο τέλος του μήνα, έχω μια γενική ιδέα του ποιος θα κάνει τι πού, πώς και με ποιον, αλλά, κυρίως, έχω γιατί θα κάνει αυτά που θα κάνει. Τον Οκτώβρη αυτή η διαδικασία γίνεται πιο συγκεκριμένη και λεπτομερής: τσεκάρεται η αληθοφάνεια του περιβάλλοντος που θα στηθεί η ιστορία, οι συνέπειες αλληλεπιδράσεων, τι θα φωτιστεί, τι θα μείνει στη σκιά, τι θα κρυφτεί και πώς μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Εγώ που δεν είμαι της οργάνωσης έξω απ' το κεφάλι μου σπάνια καταγράφω κάτι απ' αυτά, αλλά, αν γράψω, αυτό θα συμβεί τον Οκτώβρη. Σημαντικές λεπτομέρεις που θα κρίνουν κάποια πράγματα γράφονται, όπως και γενικές πληροφορίες σκηνικών. Μιας και ο κόσμος που έχω δουλέψει σχεδόν όλες μου τις φάνταζι ιστορίες είναι ένας, τσεκάρω ποια στοιχεία του θ' αναδείξω, αν θα συνδέσω χρονικά ή τοπικά αυτή την ιστορία με άλλες και πώς. Τον Οκτώβρη ζω στον κόσμο της ιστορίας μου. Προσεύχομαι στους θεούς του, υπακούω στους νόμους του, περπατάω στους δρόμους του, μιλάω με τους κατοίκους του. Θέλω να ξέρω κάθε του γωνιά όταν μπει η 1η του Νοέμβρη. Όχι γιατί θα τον περιγράψω (σπάνια μπαίνω σε περιγραφικές λεπτομέρειες), αλλά για να μπορούν οι χαρακτήρες μου να κινηθούν με άνεση μέσα του και να πουν την ιστορία τους.   Και μετά έρχεται η πρώτη του Νοέμβρη και τ' άλογα φορτσάρουν στην εκκίνηση. Η πρώτη λίγη ώρα είναι κινέζικο βασανισήριο στο οποίο κοιτάω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στην οθόνη και η κενή σελίδα μού θυμίζει το άδειο μου κεφάλι. Μέσα σε τριάντα μέρες πρέπει να έχουν γραφτεί 50.000 λέξεις εκεί πάνω κι εγώ δεν ξέρω εκείνη τη στιγμή ούτε καν από πού ν' αρχίσω. Όταν, δειλά-δειλά, γραφτεί η πρώτη προτασούλα, η πρώτη παράγραφος, μετά νιώθω σαν καουμπόης του φαρ-ουέστ. Ρίχνω ένα γιιιι-χα!, σπιρουνίζω το άτι και τρέχω ξέφρενα, γεμίζοντας σελίδες. Αν η πρώτη μέρα δεν έχει τουλάχιστον δύο χιλιάρικα, είναι τραγική αποτυχία, για μένα. (Ο καθημερινός μέσος όρος λέξεων, μπάι δε γουέι, είναι το 1666 του σατανά και περισσεύεουν κάτι λίγα για το τέλος). Η πρώτη βδομάδα, σε γενικές γραμμές, έχει όλο τον ενθουσιασμό και την φόρα της εκκίνησης. Νιώθω ότι θα κατακτήσω τον κόσμο. Τόση αυτοπεποίθηση έχω που γυρίζω ξεδιάντροπα και κάνω και διορθώσεις! Δηλαδή, ούτε τσίπα, ούτε τίποτα! (Ένα ακόμα μπάι δε γουέι, αν το νανόριμο έχει έναν κανόνα -εννοώ έναν άλλο κανόνα εκτός απ' τον σκάσε και γράφε- αυτός ο κανόνας είναι ο σκάσε και γράφε και μην κοιτάς πίσω σου.) Ρε, δε με σκιάζει φοβέρα καμιά! Έχω ιστορία, έχω χαρακτήρες που περπατάνε πάνω στην ιστορία σαν μοντέλες στην πασαρέλα κι εγώ τους φτύνω μην τους βασκάνω.   Τη δεύτερη βρομάδα ο ρυθμός, αναμενόμενα, πέφτει. Βγαίνουν και πάλι οι 1666 σατανικές λέξεις την ημέρα, αλλά δύσκολα, πολύ δύσκολα βγαίνει κάτι παραπάνω. Οι χαρακτήρες σα να βαριούνται, σα να ξεχνάνε τα λόγια τους, τα σκηνικά σα να παραπαίουν κι η υπόθεση σα να ξεφεύγει. Η δεύτερη βδομάδα, προς το τέλος της, είναι ένα κομβικό σημείο.Ξέρεις πως πρέπει να έχεις εικοσιπέντε χιλιάρικα στο τσεπάκι σου. Αν έχεις κάτω από είκοσι, εύκολα σε παίρνει από κάτω και τα παρατάς. Αν έχεις χτυπήσει το εικοσιπεντάρι κι είσαι στα μισά, συνειδητοποιείς ότι έχεις άλλο τόσο, μόνο που φαντάζει τόσο απροσπέλαστο όσο και το Έβερεστ. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που παρατούν το νανό, το κάνουν τότε, στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας. Κυρίως γιατί βλέπουν την τρίτη εβδομάδα να έρχεται και μαζί της...   writer's block. Ο φόβος και ο τρόμος του συγγραφέα γενικά, του νανοριμίτη ειδικά. Πού πας, ρε Καραμήτρο, να βγάλεις πενήντα χιλιάρικα σ' ένα μήνα, αν φας πέντε μέρες με το κεφάλι τάμπουλα ράζα; Ο πανικός έρχεται, οι παλάμες ιδρώνουν, ξεκινά η γκρίνια, η μουρμούρα κι οι δέκα ινδιάνικες κατάρες στο νανόριμο. Βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες να γράφεις κι ορκίζεσαι στα κόκκαλα του Όσκαρ Ουάιλντ ότι ποτέ των ποτών των ποτέποτων δεν πρόκειται να το ξανακάνεις για κανέναν απολύτως λόγο, δεν πα να σου τάξουν το βάρος σου σε μπύρα ή μια βδομάδα πληρωμένες διακοπές με την Αντζελίνα Τζολί ΚΑΙ τον Τζόνι Ντεπ μαζί. Ο κέρσορας αναβοσβήνει χλευαστικά: στο τέλος της εβδομάδας το κοντέρ πρέπει να δείχνει κάτι λιγότερο από 40Κ κι εσύ πνίγεις τον πόνο σου σε καφεΐνη, νικοτίνη (αχ, πόσο μού λείπεις τον Νοέμβρη, νικοτίνη μου...) και αλκοόλη. Σούρνοντας το κουφάρι σου, προσπαθείς να γράψεις μια λεξούλα κι άλλη μία ακόμα, να το πιάσεις από αλλού και ξαφνικά μπραφ! Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας τρως μια ξανάστροφη από κανα-δυο χαρακτήρες που σου ανακοινώνουν ότι αναλαμβάνουν αυτοί από δω και πέρα και αρχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Η πλοκή που φάνταζε τόσο ευθεία όσο και αδιέξοδη αρχίζει τις παρακάμψεις, βάζει, βγάζει και μέχρι το τέλος της εβδομάδας σε προσγειώνει πίσω, αλλά κοντά στο όριό σου.   Και μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Όταν ξεκινά η τέταρτη εβδομάδα, το μόνο που θες είναι να βλέπεις τις λέξεις που σου μένουν να μειώνονται. Να γίνουν τετραψήφιες, για αρχή και μετά 8.000, 7.000. 6.000. Κάθε χιλιάρικο είναι μια μεγάλη, τεράστια νίκη, είναι ένα άλμα προς το τέλος που βλέπεις θαμπά στην άκρη του τούνελ. Περιττό να πω ότι λέξεις όπως "ποιότητα" ή "επιμέλεια" έχουν σβηστεί εδώ και μέρες απ' το λεξιλόγιό σου και το μόνο που έχει απομείνει είναι "λέξεις". Κυρίως όσο πλησιάζουν οι μέρες στις 28-29 Νοέμβρη, οι λέξεις είναι το μόνο που μπορείς να σκεφτείς γενικά. Το μαλλί την έχει δει Μπετόβεν, το μάτι γυαλίζει, η γλώσσα κρέμεται στο πλάι σαν λαχανιασμένου ροτβάιλερ, τα δάχτυλα τρέμουν πάνω απ' τα πλήκτρα και το μόνο πράγμα που έχεις στο μυαλό σου είναι να τελειώσεις την μπιπ την ιστορία, μπιπ το μπιπ του μπιπ κι ας βρουν μετά το κουφάρι σου απλωμένο σα χτυπημένο χταπόδι πάνω στο πληκτρολόγιο. Φτάνει ο μετρητής λέξεων να λέει 50.001 και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.   Είναι μαγική η στιγμή που ο μήνας αλλάζει κι εσύ παίρνεις μια ανάσα, βαθιά και γεμάτη, και κοιτάς πίσω σου. Κοιτάς 50.000 λέξεις δικές σου, μια ιστορία δικιά σου, που γράφτηκε τόσο γρήγορα κι επίπονα, σα γέννα. Μόνο όσοι το έχουν κάνει μπορούν να το καταλάβουν. Αυτή την ανάσα, αυτό το συναίσθημα της ολοκλήρωσης, ότι τα κατάφερες, το έκανες, το έγραψες, νίκησες τον εαυτό σου, την καρέκλα, τον χρόνο, τα 'πιασες όλα μέσα στη χούφτα σου, τα ζούπηξες κι όταν την άνοιξες, μέσα υπήρχε μόνο μια ιστορία. Δική σου.   Όταν γράφω την τελευταία λέξη, νιώθω μόνο κούραση. Δε θέλω να δω υπολογιστή ποτέ ξανά στη ζωή μου, το μόνο που θέλω είναι ν' ανοίξω μπακάλικο και να γελάω σαν χαζόγρια κάθε φορά που κάποιος αναφέρει την συγγραφή. Την επόμενη μέρα όλο αυτό έχει εξαφανιστεί. Ο Δεκέμβρης εχει μέσα του τις 50.000 λέξεις κι όλη την χαρά και την υπερηφάνεια που τις ακολουθεί. Κι εγώ... εγώ μετράω μέρες, μέχρι το επόμενο. Πλέον το παραδέχομαι αναίσχυντα: λαχταρώ τις τριάντα βασανιστικές μέρες του νανόριμο κι αγαπώ τον Νοέμβρη που μου το χαρίζει.   Και, φυσικά, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την οικογένεια του νανό εδώ μέσα, που σπρώχνει, ενθαρρύνει, τραβάει, βοηθάει, είναι εκεί και συμπάσχει, συμβουλεύει, καμαρώνει. Γιατί πέρσι δεν έγραψε ο καθένας 50.000 λέξεις (κι όσες έγραψαν αυτοί που δεν ολοκλήρωσαν). Γράψαμε όλοι μαζί 500.000 (ή, μάλλον 600.000). Είναι τόσο ασύλληπτο όσο και πραγματικό. Κι είναι δικό μας. Όλων μας.

Sonya

Sonya

 

Όταν το βιβλίο επεμβαίνει στην πραγματικότητά μου

Το βιβλίο έχει μια μαγική ιδιότητα πάνω μου. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλώς συμπτώσεις. Ο Μπαρνταμού θα πέσει σε βαρύ πυρετό στις ζούγκλες της Αφρικής[1], θα πέσω κι εγώ. Ο ιερέας Ντουρέ, ή αλλιώς ο σταυροφόρος, θα βρει σε μια σπηλιά ένα μικρό ναό διασχίζοντας ένα μονοπάτι γύρω από ένα βουνό[2] όπως έτυχε να συμβεί αμέσως μετά και σε μένα. Ο Νικόλας Ερφ και η Άλισον ανεβαίνουν τον Παρνασσό[3], ενώ κι εγώ θα κάνω την δική μου αναζήτηση σε ένα από τα διάσημα βουνά της Ελλάδας. Η Μαργαρίτα θα συναντήσει τον Διάβολο του Φάουστ[4], θα τον συναντήσω κι εγώ στο τρένο. Σατανικές συμπτώσεις, θα έλεγε κάποιος. Όμως τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο.   Σε κάθε βούτηγμα μέσα σε ένα βιβλίο, δεν ξέρω από ποια θάλασσα θα βγω. Σαν τις ταινίες που σχετίζονται με τηλεμεταφορές στον χωροχρόνο, έτσι κι εγώ μεταφέρομαι στις δίνες των βιβλίων. Αλλά όπως οι ήρωες των ταινιών δεν μπορούν να συνηθίσουν αυτά τα ταξίδια, έτσι κι εγώ θ' αναδυθώ από τον υδάτινο κόσμο παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα μέχρι να ξαναγεμίσουν τα πνευμόνια μου από τον αέρα της πραγματικότητας.   Όμως τα πράγματα άρχισαν να γίνονται τρομακτικά όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι μετά από κάθε κλείσιμο του βιβλίου θα έπαιρνα και κάτι μαζί μου από εκείνο τον κόσμο. Ο Λάβκραφτ περιέγραφε ήρωες που διαβάζανε απόκρυφα κείμενα από χαμένα βιβλία και ανοίγανε πύλες στη διάσταση των Παλαιών. Ίσως αυτό να περιγράφει μεταφορικά τι γίνεται όταν διαβάζω ένα κείμενο. Όπου μέσα από τις πύλες αυτές περνάνε τα φαντάσματα των χαρακτήρων. Το χειρότερο όμως είναι όταν κομμάτια της προσωπικότητας τους πολιορκούν τη ψυχή μου και βγαίνουν μέσα από μένα σαν να είμαι δαιμονισμένος. Όνειρα θα με τυραννούν με στοιχειά των βιβλίων, είτε ένας Παλαιός, είτε τα ποντίκια από το σπίτι της Μάγισσας[5], είτε η κατσαρίδα του Κάφκα[6].   Φυσικά όλο αυτό γίνεται επειδή από την αρχή αυτά ήταν κομμάτια δικά μου, απλώς με το να τα ζήσω μέσα από ένα τρίτο πρόσωπο, μπορώ και να τα δω σε εμένα. Οι λέξεις πια έχουν πάρει το ρόλο των κλειδιών. Σαν τις λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιεί ένας υπνωτιστής για να επιβάλει στο αντικείμενό του μια σκέψη ή ενέργεια. Μάλλον θα ήμουν ένα πολύ καλό δείγμα για έναν υπνωτιστή. Πια συναισθήματα δέους, φόβου αλλά και συγχρόνως μια συνεχόμενη περιέργεια σε συνδυασμό με μια ένταση όπως το πέταγμα στα εφηβικά μου όνειρα με προκαλούν να συνεχίζω να γυρνάω τη κάθε σελίδα. Να προκαλώ την τύχη μου για το τι άλλο μέσα μου θα συναντήσω αποτυπωμένο πάνω στο χαρτί. Επειδή απ' ότι φαίνεται οι κόσμοι των βιβλίων επεκτείνουν τον κόσμο στον οποίο ζω, δίνουν περισσότερα χρώματα και καινούριες προοπτικές. Τα παράλληλα σύμπαντα των συγγραφέων γίνονται ένα. Ο δικός μου. Κι εγώ θα τον ζήσω και θα τον ανακαλύψω.         [1] Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας [2] Νταν Σίμμονς, Υπερίων [3] Τζων Φώουλς, ο Μάγος [4] Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα [5] Λάβκραφτ, Όνειρα στο σπίτι της μάγισσας [6] Κάφκα, Μεταμόρφωση

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Ένα καλό βιβλίο

Τι ορίζει ένα καλό βιβλίο; Μια όμορφη ιστορία; Ενδιαφέροντες χαρακτήρες; Σαγηνευτικές περιγραφές; Αληθοφανείς διάλογοι; Οι ειδικοί αδυνατούν να συμφωνήσουν κι οι επίδοξοι συγγραφείς (εμείς), βάζουμε λίγο απ' αυτό και λίγο από 'κείνο στο ταψί, με την ελπίδα ότι αυτό που θα βγει (το σταυρώνουμε και όσο είναι στο φούρνο, γιατί έτσι είπε η γιαγιά), θα τρώγεται. Τώρα, αν περιμένει κανείς ψήγματα σοφίας από έναν ερασιτέχνη, ανέκδοτο (pun intended) συγγραφέα, αμφισβητήσιμου φύλου, ακόμα πιο αμφισβητήσιμου ταλέντου και αδιαμφισβήτητου μαζοχισμού, θα περιμένει εις μάτην. Δεν έχω ιδέα πώς να γράψω μια καλή ιστορία κι όσες φορές τα έχω καταφέρει, πάντα νομίζω ότι ήταν τυχαίο. Αρνούμαι σθεναρά να αποτανθώ στους ειδικούς, δεν μπορώ να διαβάσω για τεχνικές συγγραφής ή οτιδήποτε παρόμοιο κι οι μόνοι που έχουν πραγματική επιρροή πάνω στη γραφή μου, είναι πέντε-δέκα (και πολλούς λέω) άνθρωποι που μ' έχουν πείσει και ότι θέλουν και ότι μπορούν να μου δείξουν μονοπάτια. Εντάξει, καλή μου Μούσα (σκατοζηλιάρα γκόμενα), κι εσύ, οκέι; Κι εσύ. Τράβα στο τσαρδί σου τώρα κι άσε με να μπλογκάρω με την ησυχία μου. Τι έλεγα; Α, ναι. Αυτά.   Τεσπά, η σημερινή ανάρτηση αφορά όχι το πώς γράφω, αλλά το πώς διαβάζω. Αφορά τα βιβλία που μ' έχουν μαγέψει, μ' έχουν εμπνεύσει, μ' έχουν παρασύρει στις σελίδες τους και μ' έχουν ρουφήξει στις ιστορίες τους. Αφορά τα βιβλία που δεν χορταίνω να διαβάζω ξανά και ξανά (και δεν πα να διαμαρτύρονται όλα τ' αδιάβαστα), που ξέρω σχεδόν απ' έξω κάθε τους γραμμή, που με κάνουν και κλαίω, και γελάω και νιώθω πως ζω δέκα ζωές μαζί. Αφορά αυτά τα βιβλία που μ' έκαναν να θέλω να γράψω, αυτά τα βιβλία που με δίδαξαν πώς να το κάνω, πώς να το αγαπώ, πιο ουσιαστικά από οποιοδήποτε εγχειρίδιο. Δεν είναι πολλά. Είναι μόλις τέσσερα κι απ' αυτά μόνο το ένα ανήκει καθαρά στον χώρο της φαντασίας (σκανδαλώδες!).   Κάτω κάτω, θα βάλω το Jitterbug Perfume του Tom Robins. Μέχρι να διαβάσω αυτό το βιβλίο, δεν είχα ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γράψει έτσι! Τα γράμματα χόρευαν σ' αυτόν τον τρελό χορό της αθανασίας κι αυτό το άρωμα από γιασεμί (το οποίο ήδη αγαπούσα, αλλά έκτοτε εκτοξεύτηκε σε άλλα επίπεδα λατρείας) με μέθυσε, με ζάλισε κι ένιωθα σε κάθε σελίδα ότι χώνομαι μέσα σε χρώματα, σε τραγούδια, σ' αισθήσεις κι αισθήματα. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη ανάγνωση, θυμάμαι να βγαίνω απ' το δωμάτιό μου, ασθμαίνοντας σχεδόν απ' την ένταση της ανάγνωσης κι από μια λάγνα επιθυμία να ρίξω βιαίως μερικά αχλάδια απ' το δέντρο. Ο κόσμος μου ολόκληρος άλλαξε απ' αυτό το βιβλίο. Άλλαξε ο τρόπος που τον έβλεπα. Δε νομίζω ότι έχω διαβάσει κάποιον άλλο συγγραφέα ο οποίος να έχει την ικανότητα να περιγράφει με τόση σουρρεαλιστική γλαφυρότητα τα πιο καθημερινά πράγματα και να κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει από απανωτές κρίσης συναισθησίας. Κάθε φορά που διαβάζω μια περιγραφή για ένα "ονειρικό άρωμα", δεν μπορώ παρά να αναστενάξω, ακούγοντας, μυρίζοντας τον Πάνα να γελάει κάτω απ' τα κέρατά του. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πώς να περιγράφω τον κόσμο μέσα απ' όλες τις αισθήσεις και την φαντασία μαζί.   Το τρίτο βιβλίο είναι το Wuthering Heights της Emily Bronte. Η κακή μου τύχη ήθελε να το διαβάσω από κακή μετάφραση του 197κάτι στα μικράτα μου, αλλά είχα-δεν είχα πάρει το proficiency όταν έπεσε στα χέρια μου ένα πρωτότυπο. Η δεσποινίς Bronte μου 'ριξε μια σφαλιάρα που μ' έστειλε να μαζεύω τα δόντια μου στους βάλτους. Αν τα Βικτωριανά συγγράμματα φημίζονται για υψηλά ιδεώδη, ρομαντισμό και ονειρομπουρμπουλήθρες, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη εξυμνούν το πάθος και φιλοξενούν έναν απ' τους πρώτους, ίσως, αντιήρωες και σίγουρα μια απ' τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της κλασικής λογοτεχνίας, τον Χήθκλιφ. Η συγγραφέας δε μασάει τα λόγια της. Οι χαρακτήρες είναι αποχρώσεις του γκρι, με μίση, πάθη κι έρωτες κατακόκκινους. Στο προσκήνιο ο έρωτας ανάμεσα σε Κάθριν και Χήθκλιφ, στο παρασκήνιο αδέρφια, σύζυγοι, παιδιά κι αφηγητής η οικονόμος που τα είδε όλα να συμβαίνουν. Αυτό το βιβλίο θα με συγκλονίζει για την εξομολόγηση της Κάθριν, "Nelly, I am Heathcliff" και τον σπαραγμό του Χήθκλιφ "I can't live without my life, I can't live without my soul". Αυτό το βιβλίο ξέρει πού και πώς να με χτυπήσει, ώστε να ματώσω κάθε φορά. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πως το καλύτερο, το πιο ζωντανό χρώμα, είναι το γκρίζο.   Δεύτερο βιβλίο είναι το Tigana του Guy Gavriel Kay. Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου λίγο μετά την ενηλικίωση και με άφησε να χάσκω. Ο Κέι δεν έγραψε αυτό το βιβλίο, το κέντησε, βελονιά βελονιά και μέσα απ' το υφαντό αυτό ξεπήδησε ένας κόσμος ολοζώντανος, χαρακτήρες καλοδουλεμένοι και προσεγμένοι, ο Μπράντιν (ο κακός που αγάπησα) και μια ιστορία που κλείνει με τη βροντερή δύναμη ενός Fus Ro Dah . Είναι, και με διαφορά απ' το δεύτερο, το καλύτερο βιβλίο φάνταζι που έχω διαβάσει ποτέ κι έχω διαβάσει κάμποσα. Με δίδαξε πολλά πράγματα, αλλά είναι δύο αυτά που κρατάω: το ένα είναι πώς να δείχνεις έναν λεπτομερέστατο κόσμο όχι με (βαρετές) περιγραφές, αλλά με φυσικότητα και οικειότητα μέσα απ' τα μάτια των χαρακτήρων και το άλλο είναι πόσο, πόσο, πόσο, ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ να δουλεύεις μια ιστορία, ώστε όταν ο κύκλος κλείνει, να σημαδεύει την ψυχή του αναγνώστη για πάντα.   Το χρυσό μετάλλιο θα πάει στο Pride and Prejudice της Jane Austen. α) Είμαι υποκειμενική και δε σηκώνω κουβέντα, γιατί είναι το δικό μου μπλογκ κι ό,τι θέλω γράφω. β) Ναι, είμαι επίσης λάτρης της Βικτωριανής εποχής, της Βικτωριανής λογοτεχνίας, με ανάβουν οι ατάκες του Γουάιλντ, κυλιέμαι μέσα στις εκφραστικές φιοριτούρες του βρεττανικού 19ου αιώνα σα γουρούνι στη λάσπη και γουστάρω. Κι αφού το ξεπεράσουμε αυτό, πάμε στο διά ταύτα. Όποιος θέλει να πει μια κλισέ ιστορία αγάπης και πάλι να είναι ενδιαφέρουσα, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο σχετικά με το πώς γίνεται. Όποιος θέλει να δημιουργήσει χαρακτήρες απόλυτα διακριτούς, με ξεχωριστές εκφράσεις, κινήσεις, λεξιλόγιο, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Όποιος θέλει να γράψει σπιρτόζους διαλόγους, εγκεφαλικές, λεκτικές μονομαχίες και μπηχτές με το νταντελένιο γάντι, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Κι όποιος θέλει να γράψει ένα ευτυχισμένο τέλος που να μελώνει χωρίς να λιγώνει, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Εμένα μου τα δίδαξε. Και μαζί τους με δίδαξε ότι μπορεί κάποιος ν' αγαπάει ένα κομμάτι χαρτί σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλοί άνθρωποι. Ξεχωριστοί άνθρωποι. Όλοι μαζί στο μυαλό μιας γυναίκας-σταθμού στην ιστορία της λογοτεχνίας: της Jane Austen.

Sonya

Sonya

 

Πολλή, σκληρή δουλειά

Προσπαθήστε να το εξηγήσετε αυτό σ' έναν άνθρωπο που δε γράφει. Προσπαθήστε ν' απαντήσετε με ειλικρίνια στην ερώτηση "τι κάνεις;" που απευθύνεται προς τον καθέναν από σας, τη στιγμή που βρίσκεστε αραχτοί κάπου (καρέκλα, ντιβάνι, καναπέ, πάτωμα, αιώρα, το μέρος προτίμησης τελοσπάντων), με το βλέμμα να κοιτάζει το απέραντο κενό με παριμοιώδη προσήλωση. Πώς το εξηγείς τώρα αυτό; Πώς του λες του άλλου "ρε φίλε, γράφω. Ναι, οκ, δεν έχω χαρτί, μολύβι, κομπιούτερ μπροστά μου, αλλά και πάλι, γράφω". Βρίσκομαι μέσα στο κεφάλι μου, παίζω αμέτρητα σενάρια με τις κούκλες μου, έχω πιάσει το κουβάρι μιας ιδέας και προσπαθώ να του δώσω αρχή, μέση και τέλος για να το κάνω ιστορία. Και μ' ενοχλείς. ΠΟΛΥ. Θα σε βάλω στην ιστορία μου και θα σε σκοτώσω προς παραδειγματισμό.   Σοβαρά, όμως. Δε νομίζω ότι ο συγγραφέας ξεκουράζεται ποτέ. Ούτε ο επαγγελματίας, ούτε ο ερασιτέχνης. 24/7 δουλειά. Τα πάντα είναι ερεθίσματα. Μια κουβέντα, ένας άνθρωπος, μια κατάσταση, μια είδηση, μια ταινία, μια μελωδία, οτιδήποτε παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον, που τσιγκλάει στο ελάχιστο την δημιουργικότητα, θέτει τον συγγραφέα αυτόματα σε δουλειά. Δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές που αναφώνησα (δυνατά ή από μέσα μου) "ω, σκατά!", γιατί κάτι ετοιμαζόταν προς αποθήκευση ή άμεση χρήση κι εγώ εκείνη τη στιγμή έπρεπε να κάνω κάτι άλλο και δεν μπορούσα να του δείξω την αφοσίωση που του άξιζε. Νταξ, μετά από μια πενταετία πάρε-δώσε με πελάτες, προπονήθηκα να χαμογελάω μηχανικά, να νεύω καταφατικά σε συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά και ταυτόχρονα ν' απομονώνω την πραγματική ουσία του εγκεφάλου μου στο σημείο που ήθελα να επεξεργαστώ. Κι όποιος νομίζει ότι το πέρα-δώθε, μπες-βγες ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μυαλό δεν είναι κουραστικό πράγμα, ας προσπαθήσει ν' ανέβει μέσα σε δυο ώρες τρεις ορόφους διακόσιες φορές τρέχοντας και μετά να 'ρθει να πει αν κουράστηκε ή όχι.   Το, δε, αστείο, είναι πως όλη αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα συνέχεια. Γράφεις- δε γράφεις, το μυαλό έχει πάρει ένα κολάι και συσσωρεύει, επεξεργάζεται, αποθηκεύει, απορρίπτει υλικό για ιστορίες. Χώρια που μια στο τόσο πρέπει να κάνεις και τη σκατοδουλειά να το συγυρίζεις, να πετάς καμιά σαβούρα και να βάζεις μια τάξη σ' αυτά που κρατάς, για να μπορούν να σου φανούν πραγματικά χρήσιμα. Γολγοθάς! Κουράζομαι και μόνο που το γράφω.   Και, φυσικά, η όλη αυτή διαδικασία φτάνει σ' ένα σεισμικό πηκ τη στιγμή που μια ιστορία γεννάται σήμερον και τα πάντα μέσα στο κεφάλι αρχίζουν να ουρλιάζουν "πικ μι! πικ μι!" ταυτόχρονα, με τσιριχτες φωνές που προκαλούν ημικρανίες. Και η κατάσταση δε βελτιώνεται. Όσο ο συγγραφέας διαλέγει πρωταγωνιστές, τους φτιάχνει μέσα όξω (στο περίπου, βέβαια, γιατί τα σκατοπράματα θα κάνουν του κεφαλιού τους τη στιγμή που θα τους δώσεις λίγα ψήγματα λογοτεχνικής ελευθερίας), διαλέγει το περιβάλλον της ιστορίας του, κάποιες σκόρπιες ιδέες και φράσεις που "χμ... αυτό κολλάει εδώ μια χαρούλα, χμ...", μέσα στο κεφάλι γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος (κι ας μην έχω ιδέα ποιος ήταν ο Κουτρούλης, κι ας μην πήγα ποτέ στον γάμο του, είμαι σίγουρη ότι θα ήταν κάτι πολύ φασαριόζικο και επεισοδιακό για να έχει γίνει μνημειώδες) και χρειάζονται μερικά ντεπόν (ή σφηνάκια τεκίλας) για να επιβάλλουν την τάξη (ή να φέρουν το απόλυτο χάος).   Ανέφερα ότι όλα αυτά συμβαίνουν πριν την έναρξη συγγραφής της ιστορίας, ναι; Ναι. Τώρα είναι Σεπτέμβρης, σε 40 μέρες ακριβώς ξεκινά ο Νοέμβρης, όλα τ' άλογα κούρσας ετοιμάζονται να υποδεχτούν ένα ακόμα νανόριμο και το δικό μου μυαλό βρίσκεται διαρκώς στην πίστα της ντισκοτέκ και κοπανιέται νυχθημερόν σαν το χταπόδι τραγουδώντας τσιριχτά το Στέιν Αλάιβ μ' όλα τα φώτα της ντισκομπάλας να εγγυώνται μια επιληπτική κρίση. Μέρα και νύχτα αυτή η δουλειά. Μα κοιμάμαι, μα βλέπω σάουθπαρκ, μα διαβάζω, μα ξεδιπλώνω τη μαγειρική/ζαχαροπλαστική μου ιδιοφυία στην κουζίνα (καλά, αυτό το τιραμισού ήταν το κάτι άλλο τελικά, Ευγενία, πρέπει να το φτιάξεις άμεσα, η κρέμα είναι αφρός, σου λέω!), μα κοιμάμαι, μα οτιδήποτε, ταυτόχρονα δουλεύω την ιστορία μου.   Ξέχασα, βέβαια, ν' αναφέρω ότι όλη αυτή η κουραστική κι ενίοτε ψυχοφθόρα διαδικασία, είναι το ψωμί μου, το τυρί μου και η κρεμ καραμελέ μου. Την λατρεύω. Είναι ό,τι πιο κοντινό στην καψούρα. Αισθάνομαι ένα μόνιμο "α" και "ω", πεταλούδες στο στομάχι, τριζόνια στον κώλο και, γενικά, όλα τα συμπτώματα. Ε, χρειάζεται κάποια δόση μαζοχισμού για να έχεις μια 24/7 δουλειά παράλληλα με την καθημερινότητά σου, οπότε γιού μάιτ, ας γουέλ, ιντζόι ιτ.

Sonya

Sonya

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..