Jump to content

Blogs

 

Το φιλί της Μούσας

Εντάξει, υπερβολές. Δεν είναι πάντα φιλί κι αγαπούλες. Μερικές φορές είναι τσιρίδες, σκαμπίλια και κρίσεις ζήλειας. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Μούσα είναι γένους θηλυκού. Έχει όλα τα χαρακτηριστκά του φύλου: γκρινιάρα, απαιτητική, ζηλιάρα και ναζιάρα. Και attention whore. Και τότε γιατί επιμένει ο κόσμος να την λατρεύει; Ε, είναι καλή στο κρεβάτι.   Όταν ήμουν πιτσιρίκα, δεν την έλεγα Μούσα. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό. Αυτό που είχα μέσα στο κεφάλι μου, το οποίο μ' έκανε να φεύγω και να χάνομαι για ώρα, να ζω άλλες καταστάσεις σ' άλλους κόσμους με άλλους ανθρώπους, να με τσιγκλάει, να με γαργαλάει, να με πονάει μερικές φορές, το είχα εικονοποιήσει σαν μαμούνια. Δεν έλεγα ψέματα όταν με ρώταγε η μάνα μου "γιατί δε διάβασες;" κι εγώ απαντούσα: "μ' ενοχλούσαν τα μαμούνια". Δεν μπορούσα να το εξηγήσω καλύτερα. Και, ναι, ήταν ενόχληση αρκετά συχνά, γιατί δεν ήξερα τι να τα κάνω. Απλά γυροφέρνανε στο μυαλό μου, δεν μπορούσαν να βγουν από πουθενά και με κανέναν τρόπο και ζουζουνίζανε και με ζαλίζανε. Η μουσική τα ηρεμούσε, μερικές φορές. Ίσως γι αυτό ένας απ' τους πρώτους μου έρωτες ήταν το πιάνο μου.   Πρόσφατα η μάνα μου μού θύμισε ότι ήμουν οχτώ ετών όταν έγραψα ιστορία πρώτη φορά, ένα μονόπρακτο θεατρικό ΕΦ (κι εγώ σοκαρίστηκα), το οποίο παίξαμε με την παιδική μου φιλενάδα για τις μανάδες μας. Επίσης μού θύμισε ότι έγραφα πολύ συχνά ιστορίες για τους φίλους μου, με τους οποίους παίζαμε τα απογεύματα τους Μυστικούς Εφτά (τον Σκάμπερ τον έκανε ένα θηλυκό κόλεϊ, γιατί δεν μας βρισκόταν πρόχειρο αρσενικό κόκερ). Και πολλές φορές μ' έβρισκε φουρκισμένη να διαμαρτύρομαι γιατί συνέβη αυτό στο τάδε βιβλίο, ενώ εγώ ήθελα να συμβεί το άλλο και να ισχυρίζομαι ότι εγώ θα το έγραφα καλύτερα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα είχα ξεχάσει αυτά, ενώ συνέβαιναν παράλληλα με ποδήλατο, μπάλα, ξύλο, μήλα, κρυφτό, κυνηγητό, λάστιχο, σουμπουτέο κι ένα σκασμό άλλα παιχνίδια που θυμάμαι με απόλυτη καθαρότητα.   Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, έγραφα τραγούδια με φρενήρη ρυθμό. Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, έβγαζα τ' απωθημένα μου στην κιθάρα μου και σ' ένα μικρό μπλοκάκι (που κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα), το οποίο γέμιζε με στίχους σε καθημερινή, σχεδόν, βάση. Κοκκινίζω και μόνο που θυμάμαι όλη αυτή τη δραματορομαντικομελούρα της ηλικίας που είναι αποτυπωμένη σε στίχους φτηνού ελαφρορόκ και σε αντίστοιχες μελωδίες των δύο ριφ. Νόου Μούσα δέαρ. Απλές ορμόνες και ό,τι άλλο πάει στραβά στην εφηβεία. Ναι, μερικές φορές (σπάνια), που έγραφα κάτι καλύτερο, ένιωθα μια σκιά, ένα χάδι στο μυαλό μου, αλλά όχι συγκεκριμένη παρουσία.   Ούτε όταν έγραψα την πρώτη μου συνειδητή ιστορία, γύρω στα δεκάξι, δεκεφτά, ένιωθα τη Μούσα. Ένιωθα πείσμα και πολλά άλλα πράγματα, αλλά όχι αυτό το γαργαλητό στο μυαλό μου. Αυτό το ένιωσα πρώτη φορά πριν από δέκα χρόνια, περίπου, όταν χρειάστηκε να ξεπεράσω κάτι και ο μόνος τρόπος που βρήκα να το ξορκίσω χωρίς να το ξεχάσω, ήταν να γράψω. Ναι, τότε την ένιωσα. Καθόταν δίπλα μου, μού ψιθύριζε, μού σκούπιζε τα δάκρυα, με παρηγορούσε, με βοηθούσε στην κάθε λέξη και μού έδινε δύναμη για να μην τα παρατήσω. Ε, πολύ θέλει ο άνθρωπος για να πέσει; Ανάσκελα και με τα πόδια στον αέρα μ' έριξε η ρουφιάνα.   Από τότε μ' έχει στη διάθεσή της. Δέκα χρόνια πλέκει ιστούς κι ακόμα και τώρα, που ξέρει ότι μ' έχει δεμένη χειροπόδαρα, συνεχίζει να πλέκει κι άλλο, για παν ενδεχόμενο. Μου ψιθυρίζει, με χαϊδολογάει, με ξυπνάει μέσα στη μαύρη νύχτα, μ' ενοχλεί όταν κάνω το οτιδήποτε δεν την αφορά, με συντροφεύει όταν έχω μοναξιές, μου κρατάει μούτρα όταν δεν της δίνω σημασία και υστεριάζει όταν βαριέμαι. Έχει γίνει ο φανταστικός φίλος που δεν είχα όταν ήμουν παιδάκι. Είναι πάντα εκεί όταν παίζω με τις κούκλες, να μού δίνει ιδέες. Μερικές φορές παίζει και μόνη της. Κι όταν με κοιτάω στον καθρέφτη και λέω: "μωρή, μιλάς μόνη σου, φύρανες," η Μούσα κακαρίζει.   Αλλά οι πιο όμορφες στιγμές, αυτές που κάνουν όλες τις κορδέλες, τις υστερίες και τα νάζια ν' αξίζουν τον κόπο, είναι τα φιλιά της στο αυτί μου. Η στιγμή που έρχεται απ' το πουθενά και ψιθυρίζει κάτι κι ίσα που αγγίζει το δέρμα μου, κάνοντάς με ν' ανατριχιάσω ολόκληρη, η στιγμή που το φιλί της, στον αέρα σχεδόν, γεμίζει το μυαλο με αστερόσκονη μου και το μουδιάζει, η στιγμή που κάθομαι ακίνητη κι ούτε καν αναπνέω, είναι η στιγμή που νιώθω σαν θεότητα, αθάνατη κι εκλεκτή. Στο μυαλό μου μεγαλώνει μια ιστορία και τη νιώθω σα μάνα να σχηματίζεται μέσα μου, ακούω την καρδιά της να χτυπάει, νιώθω τις κινήσεις της κι αγωνιώ για τη στιγμή που θα την κρατήσω στα χέρια μου. Ναι, πονάει όταν βγαίνει και σαν παιδί χρειάζεται φροντίδα και προσοχή για να μεγαλώσει, αλλά στο τέλος... εκεί βρίσκεται η στιγμή που η ιστορία στέκεται έτοιμη κι εγώ με τη Μούσα, πιασμένες χέρι χέρι, καμαρώνουμε το παιδί μας.   Ναι, με βασανίζει και ζητά τον ουρανό με τ' άστρα. Όσα πιο πολλά της δίνω, τόσο πιο απαιτητική γίνεται. Αλλά της τα δίνω. Γιατί με τίποτα δε θ' άντεχα τη σιωπή της.

Sonya

Sonya

 

Ταξίδι στο κέντρο

Στο κέντρο τίνος; Καλή ερώτηση. Του μυαλού; Της φαντασίας; Της μαγικής χώρας που κατοικούν μάγοι, εξωγήινοι και τζίνι; Γουατέβα.   Του δε πόιντ.   Μέρος πρώτο: παίζοντας με τις κούκλες   Επειδή η συγγραφή ως βασικό χόμπι ήρθε σταδιακά εδώ μέσα, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των ανθρώπων που γνώριζα να την αισθάνονται σαν κάτι τελείως φυσικό, μού φαίνεται πολύ παράξενο που τώρα, σε καινούργιο περιβάλλον και με καινούργιες γνωριμίες, λαμβάνω πολύ συχνά ερωτήσεις τύπου: "τι εννοείς, 'γράφεις'; Τι γράφεις; Τι είναι αυτό; Πώς γίνεται;" Και, ξαφνικά, το -για μένα- αυτονόητο γίνεται κάτι παράξενο που οφείλω να εξηγήσω (και μάλιστα οφείλω να εξηγήσω σε μια γλώσσα που μόλις και μετά βίας μιλάω, το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο, τραστ μι). Και συνειδητοποιώ, επίσης, ότι το -για μένα- αυτονόητο, μπορεί για κάποιον άλλο συγγραφέα (επαγγελματία ή μη) να είναι κάτι άγνωστο. Μπορεί οι δικές του διαδικασίες να διαφέρουν άρδην απ' τις δικές μου. Οπότε, είπα να μοιραστώ το δικό μου ταξίδι απ' την ιδέα μέχρι την ιστορία, το ταξίδι στο κέντρο.   Ένας παλιός φίλος, ψυχίατρος στο επάγγελμα, μού είχε πει κάποτε ότι είμαι κιναισθητική. Σκατά στα μούτρα μου αν είχα καταλάβει. Οπότε μου εξήγησε ότι κάποιοι άνθρωποι είναι οπτικοί (δηλαδή η βασική αίσθηση με την οποία αντιλαμβάνονται τον κόσμο είναι η όραση), άλλοι είναι ακουστικοί (παρομοίως για την ακοή αυτή τη φορά) και λίγοι είναι κιναισθητικοί, δηλαδή αντιλαμβάνονται τον κόσμο περισσότερο με... την αφή. Συγκεκριμένα, με όλο τους το σώμα. Παρατηρούν ιδιαίτερα τη γλώσσα του σώματος και προσπαθούν πάντα να βρουν τι κρύβεται πίσω απ' τα φαινόμενα, στα οποία πολύ συχνά δε δίνουν και μεγάλη σημασία. Όχι και πολύ καλό για κάποιον άνθρωπο που παίζει μουσική όλη του τη ζωή, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Πού θέλω να καταλήξω; Μα, φυσικά, στο ότι και η συγγραφή, για μένα, είναι μια παρόμοια διαδικασία.   Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχεί ένα χάος. Αλλά είναι ένα οργανωμένο χάος. Μού θυμίζει το δωμάτιό μου στο πατρικό μου σπίτι: τις σπάνιες φορές που κάποιος το έβλεπε, νόμιζε ότι είχε υποστεί κάποια πυρηνική καταστροφή κι αναρωτιόταν πώς έβρισκα το οτιδήποτε εκεί μέσα. Όμως εγώ ήξερα ή ένιωθα πού βρισκόταν το καθετί κι ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να το βρω, παρά το μόνιμο χάος από βιβλία, σι-ντι, ρούχα, σκατολοΐδια και γατότριχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο μυαλό μου. Κάθε φορά που μπαίνω εκεί μέσα, νομίζω ότι θα χαθώ, αλλά συγχρόνως ξέρω ακριβώς πού είμαι και πώς να γυρίσω πίσω (άσχετο που μερικές φορές επιλέγω να μείνω). Δεν είναι λαβύρινθος. Είναι ένα πολυεπίπεδο, μουλτινταϊμένσιοναλ μέρος, που τα πάντα συμβαίνουν παράλληλα ή ταυτόχρονα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τους κάνει κέφι. Και τι κυκλοφορεί εκεί μέσα; Έλα μου ντε. Κυρίως κόσμος. Το μυαλό μου είναι περισσότερο απ' όλα το μέρος στο οποίο παίζουν οι κούκλες μου. Το περιβάλλον είναι ένα μέικ-μπιλίβ μέρος που αλλάζει ανάλογα με τα κέφια μου (και τα δικά τους) και το οποίο σπάνια έχει κάποια ουσιώδη σημασία. Μερικές φορές δεν το βλέπω καν, βλέπω μόνο μια γκρι μάζα. Τώρα, οι κούκλες. Ω, με κάνουν να μετανιώνω για όλες τις αποκεφαλισμένες, ακρωτηριασμένες μπάρμπι της παιδικής μου ηλικίας, που τις σνόμπαρα τόσο άκαρδα και το μόνο που τις έβαζα να κάνουν ήταν να πυροβολούν η μια την άλλη. Βέβαια, οι μπάρμπι ήταν χαζογκομενάκια και όλες ανεξαιρέτως ξανθές, ενώ οι δικές μου κούκλες είναι... μοναδικές! Και το πιο σπουδαίο απ' όλα είναι ότι τις φτιάχνω μόνη μου! Καλά, ίσως όχι τελείως μόνη μου...   Άρχισα να γράφω συνειδητά για να καταλάβω. Τους άλλους. Γιατί κάποιος κάνει κάτι. Ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα. Τι θέλει να πετύχει; Κι αν αυτός συναντούσε εκείνον, τι θα γινόταν; Το πρώτο μου πειραματόζωο ήταν ο φουκαράς ο αδερφός μου που, εν αγνοία του, έγινε το έναυσμα για να γράψω. Το δεκαεξάχρονο μυαλό μου γύρευε έναν τρόπο να καταλάβει το εικοσάχρονο δικό του, το οποίο ήταν τόσο διαφορετικό σε εμπειρίες, τρόπο σκέψης και φύλο (ναι, ακόμα και αυτό :Ρ) που το καθιστούσε τελείως εξωγήινο. Φήμες λένε ότι τα κατάφερα κι όντως από τότε η μονίμως ταραγμένη και γεμάτη φωνές και καυγάδες σχέση μου με τον αδερφό μου ηρέμησε σχεδόν αυτοστιγμί. Γράφοντας σαν να ήμουν αυτός, τον έκανα οικείο, δικό μου μ' έναν πολύ μοναδικό τρόπο. Οι πρώτες μου κούκλες είχαν παρόμοια χαρακτηριστκά, μια περιορισμένη γκάμα από αρετές και κακίες, με τις οποίες έπαιζα, φτιάχνοντας συνδυασμούς, σχέσεις και καταστάσεις. Διαβάζοντας, γράφοντας, ζώντας -πάνω απ' όλα-, άρχιζα σιγά σιγά να σκάβω όλο και πιο βαθιά στο χάος, για να βρω καινούργια συναισθήματα, καινούργια χαρακτηριστικά, καινούργιες καταστάσεις που θα μπορούσα να βάλω τις κούκλες μου να παίξουν. Θυμάμαι συχνά να φοβάμαι. Υπήρχαν μέρη που δεν ήθελα να πάω στο μυαλό μου, κλειστές ντουλάπες γεμάτες αράχνες, σκοτεινές γωνίες με μπαμπούλες, αναμνήσεις και συναισθήματα που δεν ήθελα ν' αγγίξω. Κι όταν σκόνταφτα τυχαία σε κάποιο, το πέταγα με τρόμο. Τι φοβόμουν; Μα εμένα, φυσικά. Φοβόμουν την ασχήμια, την κακία, τον φθόνο, όλα αυτά που κρύβονταν στο μυαλό μου. Και θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που τα νίκησα. Μέσα στον πυρετό του πρώτου νανόριμο, έγραψα έναν βιασμό. Κάτι άρρωστο που μ' έκανε να νιώθω εγώ η ίδια βρώμικη. Κι όχι μόνο τον έγραψα. Τον έδωσα σε κόσμο να το διαβάσει. Ένα βήμα παραπέρα: τον έδωσα στον πατέρα μου να το διαβάσει, με όσο θάρρος μπορούσα να συγκεντρώσω. Κι εκείνος, ο λατρεμένος μπαμπούλας που με μια του λέξη μπορούσε να με στείλει στον ουρανό ή στην κόλαση, τον βρήκε "καλογραμμένο, αν και λίγο πιο χυδαίο απ' όσο θα μού άρεσε". Κι ο φόβος γκρεμίστηκε.   Έμαθα, λοιπόν, αν και πολύ πολυ αργότερα συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει όλο αυτό το ταξίδι, ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να φοβάται. Δεν έχει την πολυτέλεια να φοβάται. Κάθε κατάσταση, κάθε συναίσθημα είναι εργαλείο. Απ' τον ονειρικό έρωτα μέχρι το ξεκοίλιασμα ενός μωρού, όλα, όλα επιτρέπονται όταν παίζεις με τις κούκλες. Όχι μόνο επιτρέπονται: επιβάλλονται. Το μυαλό μου, πλέον, πεινάει και διψάει. Τρέφεται από εμπειρίες και τρέφει ιστορίες. Μέσα του, σε χρώματα, σε ήχους, σε μέρη που έχουν ή δεν έχουν σημασία, οι κούκλες παίζουν μεταξύ τους κι εγώ μαζί τους. Μερικές φορές, είναι τόσο ωραίο το παιχνίδι, που πρέπει, πρέπει να το δουν κι άλλοι...

Sonya

Sonya

 

Η δύναμη της λέξης. Μπορεί να γίνει φυλακή, αλλά και απελευθερωτική

Το παρακάτω απόσπασμα για μένα είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του ΥΠΕΡΙΩΝ του Dan Simmons. Ο ήρωας μας περιγράφει με επιχειρήματα για τα συμπεράσματα πάνω στον λόγο.     "Οι λέξεις είναι τα απώτατα αντικείμενα. Είναι πράγματα με νου." Ουίλιαμ Γκας   Έτσι είναι. Καθαρά και υπερβατικά όσο οποιαδήποτε Ιδέα έριξε ποτέ τη σκιά της στη σκοτεινή πλατωνική σπηλιά της αντίληψής μας. Ταυτόχρονα όμως οι λέξεις αποτελούν και παγίδες που οδηγούν στην εξαπάτηση και στην παρεξήγηση. Λυγίζουν τη σκέψη μας οδηγώντας την σε ατέρμονα μονοπάτια αυταπάτης. Το γεγονός ότι ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής μας ζωής μέσα σε νοητικούς πύργους χτισμένους από λέξεις σημαίνει ότι μας λείπει η απαραίτητη αντικειμενικότητα ώστε να δούμε τη φρικτή παραμόρφωση της πραγματικότητας την οποία φέρνει μαζί της η γλώσσα. Παράδειγμα: το κινέζικο ιδεόγραμμα που συμβολίζει τη λέξη “ακεραιότητα” είναι ένα σύμβολο αποτελούμενο από δυο μέρη, που παριστάνει έναν άνθρωπο να στέκεται δίπλα στο λόγο του. Ως εδώ καλά. Όμως τι ακριβώς σημαίνει η παλαιά αγγλική λέξη “εντιμότητα”; Ή η λέξη “πατρίδα”; ή “πρόοδος”; Ή “δημοκρατία” ή “ομορφιά”. Ωστόσο, ακόμα και μέσα στις αυταπάτες μας γινόμαστε θεοί. Ένας φιλόσοφος και μαθηματικός ονόματι Μπέρτραντ Ράσελ, ο οποίος έζησε και πέθανε τον ίδιο αιώνα με τον Γκας, έγραψε: “Η γλώσσα όχι μόνο εξυπηρετεί την έκφραση της σκέψης, αλλά και καθιστά δυνατές σκέψεις που δεν θα υπήρχαν χωρίς την ίδια.” Εδώ βρίσκεται η ουσία της δημιουργικής ιδιοφυΐας του ανθρώπου – όχι στα δημιουργήματα του πολιτισμού ούτε και στα όπλα που μπορούν να σημάνουν το τέλος του, αλλά στις λέξεις που γονιμοποιούν νέες ιδέες σαν σπερματοζωάρια που επιτίθενται σ' ένα ωάριο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς πως τα δυο σιαμαία βρέφη λέξη και ιδέα αποτελούν τη μοναδική συνεισφορά που μπορεί, πρόκειται ή δικαιούται να προσφέρει το ανθρώπινο είδος στο γλεντοκόπι του σύμπαντος. (Πράγματι το DNA μας είναι μοναδικό, το ίδιο όμως ισχύει και για το DNA της σαλαμάνδρας. Πράγματι, χτίζουμε κατασκευάσματα, το ίδιο όμως κάνουν και πολλά άλλα είδη, από τους κάστορες ως τα μυρμήγκια-αρχιτέκτονες. [...] Πράγματι, υφαίνουμε χειροπιαστά αντικείμενα από το υλικό ονείρων των μαθηματικών, όμως η αριθμητική αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό ολόκληρου του σύμπαντος. Όποιον κύκλο και να χαράξουμε, θα δούμε να ξεπροβάλει το π. [...] Πείτε μου όμως, έχει κρύψει ποτέ το σύμπαν έστω και μια λέξη κάτω από το εξωτερικό στρώμα της βιολογίας, της γεωμετρίας ή της άψυχης πέτρας; [...] Ούτε μια λέξη.     Να λοιπόν η διπλή υπόσταση της λέξης. Του λόγου. Και όπως μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας: Εν αρχή ην ο Λόγος

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Το 11ο Γατί

Είναι καιρός τώρα που μπήκε στην οικογένεια αυτό το τερατάκι, απρόσκλητο, φάντης-μπαστούνι στη μιζέρια μου, ένα αξιολάτρευτο τόσο δα σα χαμστεράκι, ένα ασπρούλικο γατάκι με ουρίτσα ποντικίσια.   Ντρεπόμουν να το πω. Ήδη όλοι με κοιτάζατε κάπως με το που έλεγα «έχω δέκα γάτες». Ναι, πολλές είναι. Υπήρξαν εποχές που είχαμε και περισσότερες, που δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε στο σπίτι, που σκορπούσα τις κροκέτες στο μπαλκόνι όπως πετάς το καλαμπόκι για να φάνε οι κότες. Τώρα όμως, όπως το βλέπω – καθώς τις βλέπω να τρώνε μαζεμένες από τα πιάτα τους, μου φαίνονται λίγες, τις μετρώ και είναι όντως δέκα.   Γύρισα σπίτι ένα μεσημέρι, άνοιξα πόρτες και παράθυρα, και να’σου ένα πικρό κλάμα νιαούρισμα από τον κήπο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν μια από τις δικές μου που παγιδεύτηκε κάπου. Να φωνάζω «ψι-ψι» εγώ, να απαντάει νιάου αυτό. Το βρήκα μέσα στη φοινικιά, σκαρφαλωμένο στα φύλλα, ήμερο, μια σταλιά γατάκι (ευτυχώς όχι του μπιμπερού) λευκό αλλά μουτζούρικο. «Αμάν» λέω, «ποιος είσαι εσύ.» Φινίτο. Γούτσου-γούτσου και τσουπ στην αγκαλιά μου. Χρειάστηκε μία εβδομάδα να το ζεσταθούν οι άλλες γάτες, ενώ το αποδέχτηκαν αμέσως οι δύο σκυλίτσες. Ιδίως η μεγάλη, κολιτσίδα, να το ακολουθεί και να ξερογλύφεται. Έμαθε το μικρούλη εύκολα τα κατατόπια (πιάτα με φαγητό, πιάτο με νερό, άμμος) και πόσο αστείο σε μέγεθος φαντάζει τόσο κούτσικο δίπλα στις άλλες. Εκείνο δεν χώνεται πολύ στις γάτες κι εκείνες δεν παίζουν ακριβώς μαζί του, τα βράδια όμως δίπλα μου χουχουλιάζουν τυχαία μαζί.   Μικρό, αληθινό ποντίκι, λευκό, γίνεται σχεδόν αόρατο πάνω στο σεντόνι. Ειδικά τη νύχτα, στον φωτισμό του ψηφιακού ρολογιού από το βίντεο. Υπήρξαν φορές που παραλίγο να καθίσω πάνω του (ακούω κρύα χάχανα). Κι αν το ονόμασα τερατάκι κάπου στην αρχή, αυτό δεν ήταν τυχαίο. Είναι ακάθεκτο. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή σκαρφαλώνει πάνω μου σε χρόνο ντε-τε (τι κι αν φορώ σορτσάκι ή δεν φορώ μπλούζα, τα νυχάκια να είναι καλά). Βουρ πάνω στο πληκτρολόγιο, να μασήσει το καλώδιο του mouse ή του rooter, ή να ορμήσει στην οθόνη. Το πετάω μαλακά μακριά μου στο κρεβάτι, μέχρι να επιστρέψω την προσοχή μου στον υπολογιστή, να’το πίσω να συνεχίσει εκεί που το διέκοψα. Δεν ξεχνάει. Θυμάται με πείσμα την διασκέδαση που του’κοψα στη μέση.   Βγήκα να κάνω κάτι δουλειές στον κήπο σήμερα και άρχισε να με ακολουθεί. Πόσο αστείο και ευάλωτο έδειχνε στο μέγεθος του ενάντια στον μεγαλύτερο, εξωτερικό κόσμο. Εκείνο όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ανυποψίαστο κινδύνων, να τρέχει σαν τρελό, χαρούμενο, μέχρι την μπροστινή πύλη, κάτω από την μπροστινή πύλη, ατενίζοντας με περιέργεια την άσφαλτο, έτοιμο να κατέβει τα σκαλοπάτια. Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Ήταν και η πύλη κλειδωμένη και τα κλειδιά μέσα στο σπίτι. Το φώναξα κι ευτυχώς γύρισε πίσω στα χέρια μου. Επέστρεψα στο σπίτι και έκλεισα προσωρινά την πόρτα της κουζίνας. Συγνώμη που σ’αγαπώ τόσο μικρούτσικο μου, που σε μαθαίνω ότι ο άνθρωπος είναι όλο χάδια και αγκαλιές, αλλά αυτός είμαι και δεν μπορώ αλλιώς. Κάθε βράδυ τις μετρώ για να ξέρω ότι όλα τα παιδιά μου είναι στη φωλιά τους.   Θα προτιμούσα να μην είχε έρθει. Φαντασίωση μου να τους κλείσω τα μάτια πριν κλείσουν τα δικά μου. Κανείς άλλος δεν νοιάζεται γι αυτά και τρέμω για το τι θα απογίνουν. Δεν θέλω να τα μαζεύω πια. Όταν ακούω γατάκι να κλαίει στο δρόμο (όταν ζούσε η μητέρα μου έψαχνα να το εντοπίσω) τώρα επιταχύνω το βήμα μου. Πρώτη μου φροντίδα, όπως μπορώ, τα δικά μου. Να όμως που έρχονται κι εκείνα σε μένα, όπως αυτό το χαμστεράκι, το 11ο γατί.   Αλλά είναι τόσο μικρό (κι ευωδιαστό, μαλακούτσικο, ζεστούλι και χνουδωτό) που αν με ρωτήσετε, πάλι «δέκα γάτες» θα σας απαντήσω. Τόσο δα χώρο πιάνει, και ο μόνος μπελάς: την άμμο υγιεινής γεμίζει. :Ρ

DinoHajiyorgi

DinoHajiyorgi

 

26 Συμβουλές από γνωστούς συγγραφείς

http://www.buzzfeed....-famous-authors   1. Ernest Hemingway     2. Elmore Leonard   Image by DERMOT CLEARY / AP   3. Anton Chekhov     4. George Orwell     5. E.L. Doctorow   Image by MARY ALTAFFER / AP   6. Henry Miller   Library Of Congress   7. Elmore Leonard   Image by Carlos Osorio / AP   8. John Steinbeck     9. Stephen King   Image by Mark Lennihan / AP   10. Ralph Waldo Emmerson     11. Neil Gaiman     12. James Patterson   Image by Deborah Feingold / Reuters   13. Stephen King   Image by MIKE SEGAR / Reuters   14. Mark Twain     15. Edgar Allan Poe     16. John Steinbeck     17. Annie Dillard     18. Ray Bradbury   Image by STEVE CASTILLO / AP   19. Saul Bellow   Image by ELISE AMENDOLA / AP   20. Erica Jong     21. Kurt Vonnegut   Image by MARTY REICHENTHAL / AP   22. T.S. Eliot     23. Ernest Hemingway     24. F. Scott Fitzgerald   Library Of Congress   25. Neil Gaiman     26. G.K. Chesterton     Design by Chris Ritter for BuzzFeed

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Το νόημα της ζωής

Ένα άνθρωπος έχει ταξιδέψει για πολλές ημέρες στα Ιμαλάια για να αναζητήσει τις λέξεις ενός Ιερού Ινδού, ο οποίος διαλογίζεται σε μια απομονωμένη σπηλιά. Κουρασμένος από το ταξίδι του, αλλά βέβαιος ότι η αναζήτησή του είναι έτοιμη να εκπληρωθεί, ρωτάει τον σοφό άνδρα:   "Ποιο είναι το νόημα της ζωής;" Μετά από μια μακρά παύση, ο σοφός άνδρας ανοίγει τα μάτια του και λέει, "Η ζωή είναι μια πηγή ". "Τι εννοείς η ζωή είναι μια πηγή;" γαβγίζει ο ερωτών. "Έχω ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να ακούσω τα λόγια σας, και αυτό είναι το μόνο που έχετε να μου πείτε; Αυτό είναι γελοίο. " Ο σοφός αλλάζει το βλέμμα του από το δάπεδο της σπηλιάς και κοιτάζει πάνω λέγονας, "Δηλαδή δεν είναι μια πηγή;"

Διγέλαδος

Διγέλαδος

 

Μια Στιγμή Προσωπικής Ευτυχίας

Με ξύπνησε το νιαούρισμα της γάτας. Αμέσως χάθηκε το όνειρο που έβλεπα, σβήστηκε τελείως από την μνήμη μου. Στάθηκα για λίγο μπερδεμένος, δεν είχα ιδέα τι ώρα της ημέρας ήταν. Μετά είδα την ώρα στο καντράν του dvd και συνήλθα. Ήταν περασμένες πέντε το απόγευμα. Είχα γύρει νυσταγμένος λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι, κι ενώ μόλις είχα τελειώσει το φραπέ μου.   Τι ήθελε η γάτα; Ήταν όλες στην κουζίνα και μου φώναζαν. Είχε ακόμα λίγα στεγνά μακαρόνια στα πιάτα τους. Η μικρή σκυλίτσα τριγυρνούσε στα πόδια μου, και η μεγάλη, περίμενε υπομονετικά έξω από την μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας. Έβγαλα το τάπερ με το φαγητό τους από το ψυγείο και αφού άδειασα τα υπολείμματα από τα πιάτα των μέσα στο μεγάλο της σκύλας έξω, γέμισα και τα τρία πιάτα με φαγητό. Το ένα μικρό πιάτο για τις γάτες πάνω στον πάγκο. Το μικρό πιάτο για την σκυλίτσα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας. Και το μεγάλο για την σκύλα, στον χώρο έξω από την πόρτα.   Ο κουβάς με το νερό για τη μεγάλη ήθελε άλλαγμα. Έχυσα το νερό στις ρίζες της λεμονιάς και τον γέμισα με φρέσκο νερό. Ο κήπος ήταν στη σκιά, με τον ήλιο χαμένο πίσω από τα σπίτια στη δύση. Άνοιξα τις μάνικες και πότισα λίγο το χώμα και το τσιμέντο. Συνήθως το καλοκαίρι αφήναμε την άγρια βλάστηση του κήπου να ξεραθεί, έχω όμως τρεις ενήλικες και τέσσερις μικρές χελώνες να τριγυρνούν φέτος. Καλό θα ήταν να διατηρηθεί λίγο πράσινο. Το πότισμα έφερε κάποιες από αυτές στα φανερά. Με είδαν και ήρθαν τρέχοντας. Άσχετα με όσα λένε τα παραμύθια, όταν βάλουν σκοπό να πάνε κάπου, οι χελώνες κινούνται γρήγορα. Μόλις που προλάβαινα να μπω μέσα, να κόψω φύλλα από τα μαρούλια στο ψυγείο, να τα βρέξω και να επιστρέψω στον κήπο να κόψω τα φύλλα μπροστά τους.   Έπλυνα τα πιάτα που είχαν μαζευτεί στον νεροχύτη και γύρισα να ρίξω άλλη μια ματιά στον κήπο. Αυτή ήταν μια από εκείνες τις στιγμές, μια τέλεια στιγμή, μια προσωπική στιγμή νιρβάνα, μια στιγμή ευτυχίας. Στις γάτες μου που έπλεναν την γούνα τους, τη σκύλα μου που έπινε από το φρέσκο νερό, τον δροσισμένο κήπο, τα φύλλα της λεμονιάς που έσταζαν υγρά, οι χελώνες μου που μασουλούσαν το μαρούλι. Θα μπορούσε να ζήσει έτσι ένας άνθρωπος, να ζήσει πολλά χρόνια, απαλλαγμένος από άγχος, στο αργό σούρσιμο του χρόνου, με λίγο από μαγείρεμα, σκούπισμα και γράψιμο από δίπλα.   Φτάνει να είναι ικανός να ξεχάσει τους απέξω, τους δράκους που και καλά θέλουν το κάστρο του και δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Γιατί τόσο διαρκεί μια στιγμή, τόσο κρατάει. Μετά φεύγει και χάνεται σαν όνειρο, και μένει η άθλια βία των δράκων εναντίων της ηρεμίας και της λογικής σου.

DinoHajiyorgi

DinoHajiyorgi

 

Αναζητώ κινούμενο σχέδιο.

Νεότερος, είχε τύχει να δω μία ταινία anime στην τηλεόραση της οποίας το όνομα μου διαφεύγει. Θυμάμαι ότι είχε να κάνει με ένα τεράστιο πνεύμα/προστάτη του δάσους που είχε κεφάλι ελαφιού (μαζί με τα κέρατα - το οποίο πεθαίνει στο τέλος), και έναν τύπο που τον βάραινε μία κατάρα (αν θυμάμαι καλά είχε ένα είδος ταττού στη μία πλευρά του κορμιού του που τον σκότωνε αργά). Αν γνωρίζει κανείς το όνομά της θα εκτιμούσα ιδιαίτερα την πληροφορία. (παίζει μπουκάλι σπιτικό κρασί για reward ) Υ.Γ. νομίζω ότι ανήκει σε μία σειρά ταινιών με το ίδιο θέμα, αλλά με διαφορετικούς ήρωες και καταστάσεις.

Esteldor

Esteldor

 

Snark is the mindkiller

Η ώρα της αυτοκριτικής. Are you too sarcastic for your own good? Quick check: Do you:   Roll your eyes at every "hipster" who, by most accounts, is just a person trying (successfully or not) to dress fashionably? Primarily complain about how horrible people/things are on Facebook/Twitter? Get angrier every passing moment that you stand in line at the grocery store, or have to wait for your check to arrive at a restaurant? Find you're constantly frustrated with coworkers who don't "get it?" Comment angrily on blogs, videos, and other web sites (usually beginning with "ummm" and ending with "just saying?") Feel like it's okay to be a complete jerk, as long as you're "witty" about it? More here. Εγώ, guilty as charged (καλά, όχι σε όλα). Εσείς;

Ayu

Ayu

 

Δεν Γράφω

Ζω σε ένα προνομιακά όμορφο μέρος της Χαλκίδας, στην ακτή του Βόρειου Ευβοϊκού κόλπου, από την πλευρά της Βοιωτίας. Μόνο για τα καθημερινά μου ψώνια, έκανα την απόσταση σπίτι – παλιά γέφυρα – αγορά – παλιά γέφυρα – σπίτι πεζός, ακολουθώντας μια διαδρομή σε σχήμα πετάλου, με τα τρελά νερά πάντοτε στο αριστερό μου χέρι. Η ιχθυόσκαλα, οι δεμένες βαρκούλες, ο ήχος των νερών κάτω από τη γέφυρα, ο κόσμος στις καφετέριες στην Ευβοϊκή πλευρά. Θα έλεγε κανείς όλα αυτά ήταν από μόνα τους πηγή έμπνευσης. Ίσως. Συνήθως όμως, ως φόντο στη ρουτίνα μου, ήταν σχεδόν αόρατα. Ο νους μου ήταν χαμένος σε άλλους κόσμους, με φανταστικά πλάσματα, εξωγήινες καταστάσεις, ένα μυαλό στο οποίο έσκαγαν καθημερινά ένα σωρό ιδέες που χρειαζόντουσαν εκκόλαψη. Αυτή η διαδικασία γέννησης και εκκόλαψης δεν περιοριζόταν μόνο στο βάδην πλευρά της μέρας μου. Ζύμωνα μυθιστορήματα και διηγήματα την ώρα που ψώνιζα στην αγορά, την ώρα που έτρωγα, που κολυμπούσα στη θάλασσα, που έβλεπα μια ταινία ή διάβαζα ένα βιβλίο. Η ιστορία που έπαιζε πιο συχνά στο κεφάλι μου, και πλέον δεν άλλαζε και έμενε σταθερή στην πλοκή της, ήταν η τελειωμένη, αυτή που ήταν έτοιμη να βγει και να κάνει χώρο για άλλη. Τότε ήταν η στιγμή να ξεκινήσω το γράψιμο της. Την εποχή που πρωτογράφτηκα στο sff, το εργοστάσιο ζυμώματος ιδεών και της γραφής ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήμουν σαν μια φάμπρικα δημιουργίας. Καύσιμο η ελπίδα, καθώς για μένα η γραφή δεν ήταν χόμπι αλλά στόχος καριέρας.   Από την μέρα που στα 15 μου ανακοίνωσα ότι ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά, σαν σκηνοθέτης, το πιο συχνό αντι-σχόλιο που λάβαινα ήταν να κρατήσω τα καλλιτεχνικά σαν χόμπι ενώ θα σπούδαζα κάποιο αληθινό επάγγελμα. Αυτή η προοπτική, από τότε μέχρι πρόσφατα, με τρόμαζε γιατί δεν ξέρω αν θα είχα την δύναμη να κρατήσω ένα χόμπι – που λάτρευα – όταν το στρίμωγμα και οι απαιτήσεις της αληθινής ζωής θα κυριαρχούσαν στη ζωή μου. Ήθελα το φανταστικό μου πεδίο ελεύθερο. Μου προκαλούσε οικτρά συναισθήματα όταν άκουγα κάποιους μεγάλους να μου διηγούνται για το πώς αναγκάστηκαν να παρατήσουν τα παιδικά τους όνειρα γιατί «μετά ερωτεύτηκα, ύστερα γεννήθηκαν τα παιδιά» κλπ, κλπ. Φυσικά δεν λέω ότι δεν είναι εφικτό να έχεις το γράψιμο ως χόμπι. Αυτό κάνετε σχεδόν όλοι. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να κάνω εγώ και τα δύο. Ότι μια δουλειά που δεν αγαπούσα θα με κούραζε τόσο που δεν θα είχα χάλι να γράψω λέξη. Πρόσφατα γεγονότα πιθανόν να αποδεικνύουν ότι είχα δίκιο. Γιατί και άλλοτε είχα τις μαύρες μου. Κάποιο διήγημα, μέχρι και βιβλίο, μου έβγαινε σε κάθε είδους συνθήκες, θετικές ή αρνητικές, σε στιγμές χαράς ή και θλίψης.   Μαζεύτηκαν όμως πολλά, και πλέον η ίδια μου η ηλικία στιγμάτιζε τα γεγονότα και τις πράξεις μου. Σπούδασα κινηματογράφο, κατέληξα στο σενάριο, και μεταπήδησα στη συγγραφή. Πίστευα ότι τουλάχιστο μέχρι τα σαράντα θα έβγαζα κάποια λεφτά από σήριαλ στη τηλεόραση ή καμιά ταινία, άντε κι ένα βιβλίο, θα ήμουν παντρεμένος με παιδιά και κουτσά στραβά κάπως θα τα έβγαζα πέρα. Και πιθανό, να είχα κάποια βιοποριστική δουλειά ως χόμπι, επικουρικά. Και όλα αυτά τα χρόνια έγραφα και έγραψα πολλά. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για άλλους. Σενάρια για φίλους που «έτσι και το Κέντρο Κινηματογράφου έλεγε ‘ναι’, τότε θα κυλούσε το δολάριο.» Δεν έγινε ποτέ. Τα κανάλια θεωρούσαν ότι η γραφή μου δεν ακολουθούσε την «γραμμή του καναλιού». Υπέγραψα με εκδοτικό οίκο να εκδώσει βιβλίο μου και μετά ο εκδοτικός άλλαξε γνώμη.   Αποφάσισα να κάνω κατάργηση επαγγέλματος. Τέρμα η μαλακία με το «σεναριογράφος/σκηνοθέτης». Κάτι είχε πεθάνει μέσα μου. Είχα δύο-τρία βιβλία ατελείωτα που πάσχιζα να ολοκληρώσω αλλά δεν είχα την διάθεση. Η γραφή μου είχε γυρίσει την πλάτη και εξοργισμένος, στα 48, ήθελα να της γυρίσω κι εγώ την πλάτη. Ζούσα ακόμα με την μητέρα μου και επιβίωνα μαζί της με την σύνταξη της. Και πέρσι ξαφνικά, η μητέρα μου πέθανε από καρδιακή προσβολή.   Σήμερα ξυπνώ κάθε πρωί και κάνω την διαδρομή σπίτι – γέφυρα – Χαλκίδα – γέφυρα – σπίτι, πηγαίνω στο συσσίτιο του Αγίου Δημητρίου για να πάρω το καθημερινό μου φαγητό. Επιστρέφοντας σπίτι το μάτι μου πάει πρώτα στο ρολόι της ΔΕΗ για να δω μήπως έχει καμιά προειδοποιητική καρτούλα πάνω του. Κάθε πρωί που ξυπνάω αναρωτιέμαι αν σήμερα είναι η μέρα που θα μου κόψουν το ρεύμα. Σε καμία στιγμή της ημέρας, ούτε μία ιδέα του φανταστικού δεν κάνει την εμφάνιση της. Το φαγητό, τα ζώα μου, το χαράτσι, το μνημόνιο, το τηλέφωνο, το σπίτι μου και άλλες αγωνίες μπαινοβγαίνουν στο κεφάλι μου. Καταφέρνω να γράψω κάποια άρθρα για το free-press «ΑΝ» που κυκλοφορεί στη Χαλκίδα, γιατί αυτό μου εξασφαλίζει ένα χαρτζιλίκι, αν και όχι πάντοτε. Έγραψα δύο διηγήματα για το τελευταίο ΦΕΦΕ, που θεώρησα χρέος μου, καθώς ο Νίκος Αλμπανόπουλος μου εξασφάλισε την παρουσία μου εκεί. Νόμισα ότι η γραφή θα αποδεικνυόταν ιαματική, αλλά αποδείχτηκε το αντίθετο. Υπέφερα στο γράψιμο τους. Ήταν σα να μου έβγαζαν τα δόντια χωρίς αναισθητικό. Φρικτό. Σχεδόν με το ζόρι συμμετείχα και στον διαγωνισμό φανταστικού, θέλοντας να συνεισφέρω στην διοργάνωση της αγαπητής μου Βάσως. Και τώρα κοιτάζω τα δύο ατελείωτα βιβλία μου και προσπαθώ, αν και δεν είναι εύκολο να το παραδεχτώ, να αποδεχτώ ότι έτσι θα μείνουν.   Δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι είναι μόνο θέμα της οικονομικής κρίσης. Δεν έπεσα στη φτώχια στα ξαφνικά. Ίσα-ίσα, πιστεύω ότι ένα μεγάλο ποσοστό ελλήνων ήρθε κι έπεσε εκεί που ήμουν ήδη εδώ και πάρα πολύ καιρό. Έχει να κάνει με την απογοήτευση, με τα αποτελέσματα της απώλειας της μητέρας μου, και με μια γενική επισκόπηση της ζωής μου.   Μια φορά κι έναν καιρό πήγαινα πολύ στο σινεμά. Δεν έχανα έργο για έργο. Έβλεπα ταινίες σαν το ζώο. Έφτιαχνα ένα πρόγραμμα από την Χαλκίδα βάση Αθηνοράματος, και μετά κατέβαινα Αθήνα να δω ταινίες τη μία μετά την άλλη. Με το που τέλειωνε το έργο πεταγόμουν έξω και έτρεχα στην επόμενη αίθουσα για να δω το επόμενο. Μπορούσα δηλαδή σε ένα Σάββατο να δω τρεις ταινίες και μία μεταμεσονύκτια, και την επομένη το πρωί της Κυριακής, ειδική avant-premier με πρόσκληση περιοδικού. Έπρεπε όπως καταλαβαίνετε, κάπου να μένω το βράδυ για ύπνο. Με φιλοξενούσε στο σπίτι του ο φίλος μου ο Δημήτρης, κάμεραμαν στο επάγγελμα. Κάποιες φορές οι ταινίες που είχα να δω ήταν μόνο δύο, κι έτσι κατέληγα στου Δημήτρη νωρίς, καθόμασταν στο σαλόνι του, τα λέγαμε και σχολιάζαμε βλέποντας τηλεόραση μέχρι αργά. Και την Κυριακή το πρωί, καθόμασταν με τη γυναίκα του, πίναμε καφέ και τα λέγαμε μέχρι να έρθει η ώρα να φύγω. Ήταν η εποχή πριν το sff και δεν είχα φίλους ή γνωριμίες τότε. Ξύπνησε μέσα μου μια μεγάλη ανάγκη. Κατέβαινα πλέον στην Αθήνα για να δω τρεις ή τέσσερις ταινίες και έβλεπα με το ζόρι τις δύο. Ήθελα να πάω στου Δημήτρη, ήθελα παρέα και κουβέντα.   Σήμερα νιώθω το ίδιο για το γράψιμο. Και το διάβασμα. Μοναχικές, απομονωτικές ασχολίες που μου τρώνε πολύτιμο χρόνο σε μια ζωή που φεύγει με απίστευτη ταχύτητα και χάνω την ουσία της ζωής. Της τόσο λίγης ζωής. Άντε και κατόρθωσα να διαβάσω όλα τα έργα του Ασίμοφ. Ε και; Πόσα γυναικεία χείλη φίλησα στη ζωή μου; Κι αν τυπώσω ένα βιβλίο; Πόσες φοράδες χέστηκαν στο αλώνι; Κι όλα αυτά με καίνε τώρα, στην απουσία προοπτικής εργασίας, άπορος και με τον ψυχισμό ζητιάνου. Βλέπετε πως δένει το πράμα; Μου προκαλεί έκπληξη, σοκ και δέος τα τόσα ενεργά τόπικ «Τι διαβάζετε» «Τι βιβλία αγοράσατε» «Τι γράφετε». Μένω εμβρόντητος στις τόσο γόνιμες συμμετοχές που μαζεύουν οι διαγωνισμοί. Σας προσκυνώ. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ηλικίας ή απλά ικανότητα ζογκλέρ στη σωστή διαμοίραση ζωής με χόμπι. Εσείς μάλλον τα καταφέρατε, κι εγώ δεν τόλμησα μάλλον να το δοκιμάσω ποτέ. Αν μπορείτε, έχετε την ευχή μου να συνεχίσετε και να μην το χάσετε ποτέ. Όσο για μένα, έχω άγνοια για το που θα με βγάλει, το δημιουργικό γράψιμο όμως δεν μου προκαλεί πλέον ευτυχία.   Αυτά.

DinoHajiyorgi

DinoHajiyorgi

 

Connection as a new word for contact

Sometimes I wonder where all those moments disappeared, lost in the wilderness of time, before we got to discover our new and improved social identity. With this portable, handy appliance that freezes time and space in a single piece of glossy paper we were once bringing some of our journeys back to our friends and family, sharing with them what seemed like some of our happiest moments.   But then time came that our view of the world got twisted. Most of our friends, most of the time, could only produce some characters for us on a screen. The same screen we watched movies on, we read articles and stalked our favorite person of the day. When we drifted away from reality, a new kind of connection arose. Was it a better one? No one knew. Opinions diverged, and so did people. In a final effort to find our better half, in a sea of halves, in a sea of people struggling to feel connected, in connections that dissolved the barriers of distance, we created new barriers, of the kind we could never imagine.   And so it had started, with no return, this new and improved version of connection. Until one day we found ourselves having fun outside of the virtual world where we could experience true human contact. But this contact was no longer satisfactory. Its inadequacy to move us was unspoken, undetected and yet deeply felt. We had to share it with the whole sea of our other halves, our potential halves in a future connection that would actually never come. We were so much adrift from that foreign, unvirtual experience, that opting for not capturing it would maybe mean losing it forever. And so, with every experience barely inscribed in our memories, we return to our base and we get our feedback.   Such a pity. We almost feel imprisoned. Impelled to share. As if not doing would erase a whole memory. And yet, by doing, we remind ourselves of that single point in time every day of our lives. We are forced to watch it, and return to it, even when we don’t feel like it and all we want is to connect. Such a pity. Such a good memory, however mild it was, to be forced into compulsory repetition. To emerge in seemingly random moments, like a tune that gets stuck in your head. Irresponsive and numb, you think, ‘maybe it’s better if I delete it’.    

Suss Kind

Suss Kind

 

Stirrings Still

Το πρώτο κομμάτι από το Stirrings Still (1989, ελληνικός τίτλος: Σκιρτήματα), το τελευταίο πεζό κείμενο του Samuel Beckett. Ολόκληρο εδώ.   One night as he sat at his table head on hands he saw himself rise and go. One night or day. For when his own light went out he was not left in the dark. Light of a kind came from the one high window. Under it still the stool on which till he could or would no more he used to mount to see the sky. Why he did not crane out to see what lay beneath was perhaps because the window was not made to open or because he could or would not open it. Perhaps he knew only too well what lay beneath and did not wish to see it again. So he would simply stand there high above the earth and see through the clouded pane the cloudless sky. Its faint unchanging light unlike any light he could remember from the days and nights when day followed hard on night and night on day. This outer light then when his own went out became his only light till it in its turn went out and left him in the dark. Till it in its turn went out.   One night or day then as he sat at his table head on hands he saw himself rise and go. First rise and stand clinging to the table.Then sit again. Then rise again and stand clinging to the table again. Then go. Start to go. On unseen feet start to go. So slow that only change of place to show he went. As when he disappeared only to reappear later at another place again. Then disappeared only to reappear later at another place again. So again and again disappeared again to reappear again at another place again. Another place in the place where he sat at his table head on hands. The same place and table as when Darly for example died and left him. As when others too in their turn before and since. As when others would too in their turn and leave him till he too in his turn. Head on hands half hoping when he disappeared again that he would not reappear again and half fearing that he would not. Or merely wondering. Or merely waiting. Waiting to see if he would or would not. Leave him or not alone again waiting for nothing again.   Seen always from behind withersoever he went. Same hat and coat as of old when he walked the roads. The back roads. Now as one in a strange place seeking the way out. In the dark. In a strange place blindly in the dark of night or day seeking the way out. To the roads. The back roads.   A clock afar struck the hours and half-hours. The same as when among others Darly once died and left him. Strokes now clear as if carried by a wind now faint on the still air. Cries afar now faint now clear. Head on hands half hoping when the hour struck that the half-hour would not and half fearing that it would not. Similarly when the half-hour struck. Similarly when the cries a moment ceased. Or merely wondering. Or merely waiting. Waiting to hear.   There had been a time he would sometimes lift his head enough to see his hands. What of them was to be seen. One laid on the table and the other on the one. At rest after all they did. Lift his past head a moment to see his past hands. Then lay it back on them to rest it too. After all it did.   The same place as when left day after day for the roads. The back roads. Returned to night after night. Paced from wall to wall in the dark. The then fleeting dark of night. Now as if strange to him seen to rise and go. Disappear and reappear at another place again. Or the same. Nothing to show not the same. No wall toward which or further from. In the same place as when paced from wall to wall all places as the same. Or in another. Nothing to show not another. Where never. Rise and go in the same place as ever. Disappear and reappear in another where never. Nothing to show not another where never. Nothing but the strokes. The cries. The same as ever.   Till so many strokes and cries since he was last seen that perhaps he would not be seen again. Then so many cries since the strokes were last heard that perhaps they would not be heard again. Then such silence since the cries were last heard that perhaps even they would not be heard again. Perhaps thus the end. Unless no more than a mere lull. Then all as before. The strokes and cries as before and he as before now there now gone now there again now gone again. Then the lull again. Then all as before again. So again and again. And patience till the one true end to time and grief and self and second self his own.

Ayu

Ayu

 

Τι θα συμβεί την επομένη των εκλογών by Augustus Corteau.

Aπό τα σημερινά 'ΝΕΑ'   Τυρόπιτες θα βγουν ζεστές από φούρνους αρτοποιείων, και μωρά απ’ τις κοιλιές των μανάδων τους. Γάτες θα ξύνουν με λύσσα την άμμο τους σαν από τρόμο αρχέγονο, και στις εισόδους των πολυκατοικιών χρήστες θα γέρνουν γυρεύοντας δροσιά. Το δέντρο που χρόνια βλέπω απ’ το παράθυρο και που τα κλαδιά του έχουν αρχίσει να κυριεύουν το μπαλκόνι θα λάμπει πράσινο στο φως κι εγώ ακόμα δεν θα ξέρω πώς το λένε. Κάποιος θα σκαλίζει στο πανεράκι με τα ψιλά για τα πρωινά τσιγάρα κι αυτός ο κάποιος θα ’μαι εγώ. Στα ακουστικά μουσική σταματημένη θα περιμένει να ζωντανέψει μ’ ένα κλικ σαν την Ωραία Κοιμωμένη. Άνθρωποι θα ορίζουν μοίρες ανθρώπων, και το αντίστροφο. Στη γωνία μια κοπέλα θα προχωρά προς την πιάτσα των ταξί σέρνοντας στο κατόπι της θορυβώδες βαλιτσάκι πολύ μικρό για τις ελπίδες της και θ’ αναρωτιέται αν θα ξαναδεί αυτές τις γνώριμες εικόνες ή αν το αεροπλάνο της θα πέσει κι όλα θα χαθούν. Ζευγάρια θα ξυπνούν μαζί και χέρια θα ρίχνουν ασυναίσθητες φάπες σε μισοκοιμισμένα μούτρα, και πάλι κάποιος θα ξέχασε να πάρει φίλτρα για την καφετιέρα. Τα γιαπιά θα καψώνουν περιμένοντας τους εργάτες σαν γηραιοί κύριοι με αδυναμία στη σκονισμένη, νευρώδη σάρκα. Η μουσική θα ξυπνήσει, οι πρώτες τυρόπιτες θα πουληθούν και θα δαγκωθούν και θα ’ναι σκέτη σφολιάτα κι αέρας, ένα τίποτα. Ένα τίποτα.                            

Eugenia Rose

Eugenia Rose

 

Ten little Indians

Οι στίχοι ενός τραγουδιού από το Bloody bloody Andrew Jackson, ένα emo-rock μιούζικαλ του Michael Friedman που ασχολείται με μια από τις πιο διφορούμενες προσωπικότητες της αμερικανικής ιστορίας. Ο Andrew Jackson, 7ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι γνωστός τόσο για τη σθεναρή προστασία της δημοκρατίας και της προσωπικής ελευθερίας για τους Αμερικανούς πολίτες, όσο και για την ουσιαστική εξόντωση των ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής. Για κάποιο λόγο γύριζε στο κεφάλι μου όλη μέρα και είπα να το μοιραστώ.   Ten little indians standing in a line One got executed then there were nine Nine little indians haven't long to wait One got syphilis and then there were eight Eight little indians trying to get to heaven One found Jesus and then there were seven   Goodnight, goodnight Goodnight, goodnight Goodnight, goodnight   Seven little indians playing pick up sticks One got burned real bad and then there were six Six little indians trying to stay alive One didn't do so well and then there were five Five little indians banging on the door One got in and then there were four   Goodnight, goodnight Goodnight, goodnight Goodnight, goodnight   Four little indians hiding in a tree One passed out drunk and then there were three Three little indians not much left to do One left for Mexico and then there were two Two little indians playing with a gun One got shot and then there was one.   Goodnight, goodnight, goodnight Goodnight, goodnight, goodnight   One little indian nothing to be done He went and hanged himself and then there were none.  

Ayu

Ayu

 

Neuroscience meets fiction

Διάβασα ένα άρθρο για τη σχέση νευρολογίας και λογοτεχνίας. Παραφράζω εδώ κάποια ενδιαφέροντα σημεία. Όλο το άρθρο εδώ.   1. Μία από τις πρώτες συμβουλές που δίνονται συχνά σ' επίδοξους συγγραφείς είναι η εξής: Χρησιμοποίησε πιο μικρές προτάσεις όποτε αυξάνεται η ένταση μιας σκηνής. Η λογική πίσω από αυτήν την τεχνική είναι ότι το σώμα του αναγνώστη "εκφέρει" τις λέξεις που διαβάζει και αλλάζει την αναπνοή του αναλόγως. Οι μικρότερες προτάσεις κάνουν την αναπνοή πιο γρήγορη, κάτι που με τη σειρά του διεγείρει το νευρικό σύστημα.   2. Ο εγκέφαλος δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στην ανάγνωση και την πράξη. Έτσι, λέξεις πιο συγκεκριμένες και με μεγαλύτερο "αισθητηριακό" φορτίο είναι πιο αποτελεσματικές στο να επηρεάζουν το σώμα του αναγνώστη, κινητοποιώντας όχι μόνο τον αισθητικό φλοιό (sensory cortex--διορθώστε με αν δε χρησιμοποιώ τον σωστό όρο στα ελληνικά) αλλά και τον κινητικό φλοιό (motor cortex). Έτσι, για παράδειγμα, η λέξη "αρπάζω" έχει μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην κινητοποίηση του σώματος του αναγνώστη από τη λέξη "πιάνω."   Ουσιαστικά αυτό που κάνει το άρθρο είναι ότι (προσπαθεί να;) προσφέρει μια νευρολογική εξήγηση γι' αυτό που συχνά λαμβάνουμε ως συμβουλές για καλύτερη, πιο visceral γραφή. Ειδικά ως προς τη χρήση επιθέτων κι επιρρημάτων, η επιλογή του πιο συγκεκριμένου επιθέτου (που στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό σημαίνει ένα επίθετο με σαφέστερη σύνδεση με μια σωματική κίνηση ή μια αίσθηση) κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην ενεργητική και την παθητική γραφή. Έχει σημασία να ξέρουμε για ποιο λόγο το ένα είναι καλύτερο από το άλλο; Έχει σημασία ν' αποφασίσουμε το αν την αντίδρασή μας σ' ένα κείμενο την υπαγορεύει η βιολογία ή η κοινωνικά και ιστορικά διαμορφωμένη αισθητική μας (η οποία, βεβαίως δεν είναι η ίδια σε όλον τον κόσμο, όπως θα πρότεινε μια θεωρία που εξηγεί την αισθητική ως αυστηρά καθορισμένη μέσω της βιολογίας); Και, τελικά, σε ποιο βαθμό βοηθάει μια τέτοια γνώση στη δουλειά του συγγραφέα; Πόσο τον ελευθερώνει και πόσο τον εγκλωβίζει;

Ayu

Ayu

 

Kindle Fire.

Μου κάνανε (γκουχ γκουχ) δώρο το kindle fire. Λοιπόν έχω να πω πως εγώ δεν ήμουνα πολύ του διαβάσματος και ούτε είχα πριν kindle. Όμως με αυτήν την συσκευή έχω κατεβάσει άπειρα βιβλία και κόμικς και ξαφνικά έχω βρει πρωτοφανή όρεξη για να διαβάσω και μόνο με την ιδέα ότι χιλιάδες κόσμοι, αυτοί των βιβλίων, βρίσκονται στο χέρι μου! Ελπίζω να μην μου φύγει γιατί καήκαμε   Επίσης το kindle fire έχει ιντερνετ, παιχνίδια, μουσική, τον καιρό, options για κλήσεις κλπ.   Overall, i'm so excited and happy with my new thingy !     Ορίστε και κάποιες φώτος.      

Eugenia Rose

Eugenia Rose

 

Πως εξαπατήθηκα στο όνειρό μου

Ξυπνάω μετά από τον μεσημεριανό μου ύπνο και πηγαίνω στην κουζίνα. Από το παράθυρο της κουζίνας βλέπω κάποιους τύπους να έχουν "κατασκηνώσει" στον κήπο. Είχαν ρίξει κάτι κουρελιασμένα sleeping bags και κοιμόντουσαν εκεί. Βγαίνω λοιπόν και τους ρωτάω τι συμβαίνει. "Μην ανησυχείς φίλε μου, φεύγουμε", μου λέει ο ένας. "Είναι ανιψιός του Κούγια, άρα καλύτερα μην σκέφτεσαι να μας κάνεις μήνυση, χεχε" είπε χαριτολογώντας ο άλλος τύπος. Εγώ δεν γέλασα και τους έδειξα τον κανονικό δρόμο της εξόδου που είναι μέσα από το σπίτι μου, Στο μεταξύ οι γείτονες κοιτούσαν τι συνέβαινε από τα πάνω μπαλκόνια των πολυκατοικιών, πρέπει να κάνανε πάρτι στο μεταξύ. Περνάνε μέσα στο σπίτι και μένει ο ένας και με ρωτάει, "Μήπως έχεις μια επίπεδη τηλεόραση"; Προσπαθώ να σκεφτώ, αλλά θυμήθηκα ότι μια που είχαμε, την δώσαμε: "Δυστυχώς, όχι δεν έχω πια." Ακούγεται ένας περίεργος χτύπος από το σπίτι, αλλά δεν δίνω σημασία. Κάπου θα χτύπησαν βγαίνοντας. "Περίμενε, παίζει να έχω μια παλιά επίπεδη οθόνη υπολογιστή 17 ιντσών. Μήπως σου κάνει"; "Χμμ, δεν ξέρω. Δεν νομίζω. Τηλεόραση θέλω". "Τότε, όχι δεν έχω. Συγνώμη". Μπαίνουμε μέσα στο σπίτι, και του δείχνω την πόρτα για να βγει, Όπως πάω να κρατήσω την πόρτα μου πέφτουν τα γυαλιά. Αυτός καταλάθως τα πατάει. Εγώ αρχίζω να φωνάζω. Τι γκαντεμιά, τα γυαλιά μου είχαν σπάσει. Είχα τσαντιστεί πολύ και δεν κρατιόμουν. Δεν μου έφταιγε σε τίποτα, αλλά εγώ φώναζα σαν να φταίγανε όλοι. Αυτός με κοιτάζει αποσβολωμένος για μερικά δευτερόλεπτα και μετά φεύγει. Κοιτάζω δίπλα από την μπαλκονόπορτα καθώς φεύγουν βιαστικά με το μικρό τους αμάξι. Μετά γυρνάω και κοιτάζω το σαλόνι. Κάτι δεν μου άρεσε. Κοιτάζω την τηλεόραση, το χρώμα ήταν διαφορετικό, και το υλικό δεν ήταν γυαλιστερό. Την κοιτάζω από κοντά και βλέπω ότι αυτή δεν ήταν η επίπεδη τηλεόρασή μου, αλλά μια παλιά τηλέοραση μάρκας Hundai. Να πάρει η ευχή! Και την είχαν τοποθετήσει έτσι ώστε να μην φαίνεται ότι ήταν μια παλιά CRT. Δεν το πίστευα! Με πιάσανε κορόιδο! Δεν κατάλαβα τίποτα. Ήμουν τόσο χαζός. Μα τόσο χαζός. Πάει η καημένη η τηλεορασίτσα. Πρέπει να τους βρω! Έτρεξα πίσω στον κήπο. Κάποιοι γείτονες ίσως να τους είδαν. Στο μεταξύ από την ταραχή μου άρχισα να ξυπνάω. Κοιτάζω ψηλά και βλέπω ότι είναι εκεί πίσω από τα τζάμια. Φωνάζω δυνατά. Ευτυχώς είναι όνειρο. Τι ανακούφιση! "Μήπως είδατε τα παιδιά που ήταν εδώ; Με τι αυτοκίνητο έφυγαν;" "Ναι τα είδαμε" μου απάντησε μια γυναίκα. "Γιατί"; "Μου έκλεψαν την τηλεόραση" απαντάω "Ε, όχι. Κι εγώ που είπα ότι επιτέλους γνωρίσαμε κάποιον καινούριο άνθρωπο που θα μπορούσε να γίνει φίλος μας" Τι λέει.. "Περίμενε, να σου πούμε για το αμάξι" Δεν έχει νόημα είπα στον εαυτό μου. Είχα ξυπνήσει τώρα. Κι ευτυχώς όλα είναι μια χαρά. Δεν υπάρχει λόγος να τους ψάξω.

Διγέλαδος

Διγέλαδος

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..