Jump to content

DinoHajiyorgi's Blog

  • entries
    13
  • comments
    65
  • views
    6,689

Χαλκιδαίικα

Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

313 views

Θυμάμαι την εποχή που η Χαλκίδα ήταν γεμάτη κινηματογράφους. Πέντε χειμερινούς και έξι θερινούς έχω στη μνήμη μου.

 

Από χειμερινούς είχαμε και έχουμε το Μάγια, να’ναι ευλογημένο και πολύχρονο. Δεν μας έχει μείνει άλλο. Μετά, παρακάτω στην Αβάντων ήταν ο Ορφέας, που κατέληξε κλαμπ, πριν γίνει bowling, και net-cafe τελευταία. Αμέσως δίπλα του, ήταν η άλλη αίθουσα, το Κεντρικόν λεγόταν αν δεν κάνω λάθος. Δεν θυμάμαι να πρόλαβα να δω κάποια ταινία εκεί, ήταν ο πρώτος από τους χειμερινούς που έφυγε. Στην Αρεθούσης ήταν το Σινέ Αθήναι, τώρα το γυμναστήριο Sport Club Athens. Και στην Κώτσου, εκεί που σήμερα στεγάζεται ένα άλλο γυμναστήριο, το Genesis, είχαμε το Νίκη. Ήταν και ο πρώτος κινηματογράφος που είδαμε αληθινό πορνό το 1980, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

 

Οι θερινοί ήταν περισσότεροι, οι πέντε όλοι τους στην παραλία. Ξεκινάμε από το Άλφα, στο τελωνείο, το μόνο θερινό που είχε και στέγη, για να λειτουργεί και τα καλοκαιρινά βράδια που έπιανε καμιά βροχή. Βρισκόταν δίπλα στο σημερινό VOTRYS, το κτίριο που απ’έξω γράφει “Cafe-Bar και μπιλιάρδα Alfa”. Μετά ήταν το πάντα ποιοτικό Πάολα, στη γέφυρα, εκεί που έχουμε τώρα την καφετέρια Cinema. Θυμάμαι και το Σινέ Χαλκίς, το πρώτο από τα θερινά που εξαφανίστηκε, που απλωνόταν δίπλα στο ξενοδοχείο Lucy. Πολυκατοικίες υψώνονται σήμερα στη θέση του, με τα Δελφίνια και το Goodys μπροστά. Ακολουθεί το Ρεξ στη σειρά, που λειτουργεί ακόμα αν και κάθε χρόνο παίζεται ένα κορώνα-γράμματα στο αν θα ανοίξει – και άλλο θερινό δεν μας έχει μείνει. Και λίγο πιο κάτω προς το Κόκκινο Σπίτι, εκεί που είναι η καφετέρια Αφροδίτη, σε έναν όμορφο κήπο με δέντρα, το αδερφάκι του Ρεξ, πως το λέγανε δεν είμαι σίγουρος, ίσως Ρεξ 2. Και τέλος ήταν το Σινε-Μαίρη, Βαράταση και Δούνα, εκεί που έχουμε τώρα το πολυόροφο Parking, διαγώνια απέναντι από το Noodle Bar.

 

Ήταν το 1973 όταν εγκαταστάθηκα σε αυτή τη πόλη. Η τηλεόραση, με δύο μόνο κανάλια παρακαλώ, ήταν στα πάνω της και οι αίθουσες γκρίνιαζαν ήδη για κρίση. Το «Λούνα Παρκ», «Οι Πανθέοι» και «Η Γειτονιά μας» έκλεβαν θεατές και τους μετέτρεπαν στους πρώτους hominis canapeus, τους γνωστούς σήμερα ως καναπεδάκιδες. Δεν αντιλέγω, πήγαινα να δω συχνά καλά έργα στους ντόπιους σινεμάδες, οσκαρικές ταινίες, εμπορικές επιτυχίες του εξωτερικού (τα τότε blockbuster) και καθόμουν σε κατά κανόνα άδειες αίθουσες. Το σινεμά στη Χαλκίδα έβγαζε χρήμα αν ερχόταν καμιά ελληνική κωμωδία με Βουτσά ή Ψάλτη, και σε σπάνιες περιπτώσεις με ξένη παραγωγή, αν επρόκειτο δηλαδή για ταινίες τύπου «Ελάτε να σας Δείρουμε» των Μπαντ Σπένσερ και Τέρενς Χιλ.

 

Υπήρχαν και ορισμένες άλλες μυστήριες συγκυρίες τζέρτζελου, που μόνο ο εξίσου μυστήριος ψυχισμός του Χαλκιδαίου μπορεί να δικαιολογήσει (αλλά όχι να επεξηγήσει):

 

Θυμάμαι τότε που το Μάγια είχε φέρει το «Πυρετός στο Σαββατόβραδο» με τον Τζον Τραβόλτα. Δεν γνώριζα ποιος είναι ο Τραβόλτα, και για την ταινία ήξερα απλά ότι είχε γίνει μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό. Βρέθηκα λοιπόν σε ένα σινεμά γεμάτο κόσμο, ασφυκτικά, με όρθιους σε πλατεία και μπαλκόνι. Και μόλις ξεκίνησε το έργο, με τον Τραβόλτα να περπατά και να κουνιέται στους εναρκτήριους τίτλους, ξέσπασε ένα απίστευτο και διαρκές κράξιμο από το κοινό, τόσο πολύ ώστε να μην ακουστεί ούτε νότα από το “Stayin’ Alive” των Bee Gees! Και σήμερα ακόμα δεν μπορώ να σας εξηγήσω τι ακριβώς συνέβη. Είμαι σίγουρος ότι κανείς από τους θεατές δεν είχε ξαναδεί επίσης την ταινία ή ήξερε ποιος ήταν ο Τραβόλτα. Απλά θα είχαν ακούσει για μια ταινία και έναν ηθοποιό που την είχε δει μεγάλος χορευτής, και είχαν έρθει μόνο για να τον κράξουν. «Ποιος νομίζει ότι είναι αυτός ρε!» Κάτι τέτοιο.

 

Άρχισαν να κλείνουν λοιπόν οι αίθουσες σιγά-σιγά, και όταν ήρθε η εποχή των βίντεο-κλαμπ, ακούστηκε και το νεκρώσιμο σάλπισμα. Σήμερα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα για τα σινεμά, με τα dvd, τα blue-ray, τη διάθεση ταινιών από εφημερίδες, το ίντερνετ και τους συμπαθείς σκουρόχρωμους πωλητές που μας έρχονται στην παραλία (ταινίες με εξώφυλλο πριν καν βγουν στις αίθουσες), ώστε είναι σαν θαύμα που μας έχει απομείνει έστω ένας χειμερινός κινηματογράφος. Κι αυτό το οφείλουμε μάλλον στην Assos Odeon, που η εξωτερική ανάπτυξη των πολυκινηματογράφων, έφερε με μια μικρή καθυστέρηση κι εδώ την αντίστοιχη ανανέωση σε μια παλιά και ταλαιπωρημένη κινηματογραφική αίθουσα. Το πόσο θα κρατήσει εξαρτάτε φυσικά από τον Χαλκιδαίο που αγοράζει το εισιτήριο. Και εκεί δεν τα προβλέπω καλά τα πράγματα. Σε μια πόλη που δεν ευδοκιμεί και δεν διαρκεί τίποτα, όχι κινηματογράφοι και εστιατόρια μόνο, οτιδήποτε πολιτιστικό, ποιος έχει συμπεράνει τι επιτέλους γεμίζει τον μυστήριο Χαλκιδαίο; Ξέρει κανείς; Ξέρει ο ίδιος;

 

Πριν έγραψα για την εξωτερική ανάπτυξη των πολυκινηματογράφων. Δεν εννοούσα το εξωτερικό, ή έξω από την Ελλάδα. Εννοούσα έξω από την Χαλκίδα. Γιατί αγαπώ το σινεμά από μικρό παιδί, και από νωρίς δεν μπορούσα να μην προσέξω ότι οι Χαλκιδαίοι δεν πήγαιναν σινεμά με τον ίδιο τρόπο που πήγαινα κι εγώ.

 

Να σας δώσω μια παραστατική εξήγηση του πως το εννοώ: Είμαι 12 χρονών και στην τηλεόραση (στην ΕΙΡΤ) παρακολουθώ το La Strada του Φελίνι. [Όταν έχεις μόνο δύο κανάλια βλέπεις ό,τι σου δείχνουν. Δεν ήξερα καν ποιος ήταν ο Φελίνη τότε.] Στην ταινία ο Άντονυ Κουήν υποδύεται ένα τραχύ άτομο, ένα γομάρι κενό συναισθήματος ή ευαισθησίας. Προς το τέλος του έργου, σε μια παραλία, αγοράζει από έναν πλανόδιο πωλητή ένα παγωτό χωνάκι. Παιδί ήμουν, βλέπω το παγωτό, σκέφτομαι «να είχα κι εγώ ένα τώρα» και μου τρέχουν τα σάλια. Ο Κουήν όμως, στο έργο, κάνει κάτι που με σόκαρε σαν παιδί και δεν το ξέχασα έκτοτε, χωρίς να έχω ξαναδεί την ταινία. Με τρεις απανωτές δαγκωνιές το παγωτό έγινε μια μπουκιά που την κατάπιε ολόκληρη σε δευτερόλεπτα. «Δεν απολαμβάνουν έτσι ένα παγωτό» ούρλιαξα από μέσα μου. Γιατί μάλλον δεν ήταν θέμα απόλαυσης. Μια λιγούρα είχε ο τύπος και ο παγωτατζής ήταν ο πρώτος που συνάντησε. Το ζητούμενο ήταν να γεμίσει το στομάχι. Ε κάπως έτσι έβλεπα και τον Χαλκιδαίο που πήγαινε σινεμά.

 

Θυμάμαι κάτι ντόπιες προσωπικότητες, φίλοι μάλλον του αιθουσάρχη του τότε Μάγια, να μπαίνουν στο σινεμά σαν να έμπαιναν στο καφενείο. «Τι έχουμε σήμερα;» ρωτούσαν. Δεν τους ένοιαζε τι έπαιζε. Όπως τώρα πιο πρόσφατα, όταν το Μάγια πρόβαλε τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών” αν έκανες παρατήρηση σε κάποιους που κουβέντιαζαν την ώρα της προβολής, σε κοιτούσαν περίεργα και σου έλεγαν «Γιατί ρε, αφού δε γίνεται τίποτα.» Το καταλάβατε; Στην οθόνη δεν γίνονταν μάχες, εκρήξεις ή κυνηγητά, απλά τώρα «κάποιοι μιλούσαν» και τι τους νοιάζει τους θεατές τι λένε αυτοί οι τύποι στην οθόνη. Έχει σημασία; Μπαίνεις στο σινεμά, κοιτάς για λίγο να δεις τι λέει, πας για τσιγάρο και λεμονάδα στο μπαρ την στιγμή της προβολής και επιστρέφεις στη θέση σου χωρίς να σε νοιάζει αν έχασες κάτι σημαντικό. Η λογική του καφενείου ή σήμερα, η λογική του σαλονιού σου. Αλλά όχι, τα dvd και ο καναπές δεν είναι που χάλασε τον Χαλκιδαίο θεατή. Ήταν από πάντα έτσι. Σαν τον φραπέ. Δεν είναι μόνο λόγω οικονομικής κρίσης που ο Χαλκιδαίος κατεβαίνει παραλία και σκοτώνει έναν φραπέ για πέντε και βάλε ώρες.

 

Το 1978 το Μάγια έπαιξε τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» του Στήβεν Σπήλμπεργκ. Το έργο όμως ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια για να χωρέσει ομαλά στο πρόγραμμα των παραστάσεων. Χωρίς προειδοποίηση λοιπόν, στην πρώτη παράσταση το έργο προβαλλόταν από την μέση και μετά. Όσοι θεατές έρχονταν στην πρώτη προβολή, θα έμεναν και στην δεύτερη, για να δουν την αρχή του έργου, μέχρι το σημείο που είχαν ήδη δει. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Ήταν η εποχή που ο κόσμος έμπαινε σε κάποιο έργο ενώ είχε ξεκινήσει η προβολή και έμενε να δει μετά και το κομμάτι που έχασε. «Εδώ μπήκαμε» έλεγαν τότε και σηκώνονταν να βγουν από τη σκοτεινή αίθουσα εκνευρίζονταν εκείνους που προσπαθούσαν εκείνη τη στιγμή να δουν την ταινία. Τις θυμάστε εκείνες τις εποχές; Άρα η κίνηση αιθουσάρχη είχε μια λογική. Πως ήταν δυνατό η μηλιά να διαφέρει από τα μήλα που είχε ρίξει γύρω της;

 

Πολλά εστιατόρια, με εξειδικευμένη κουζίνα, με καλή και προσεγμένη κουζίνα, επιχείρησαν να στήσουν μαγαζί στη Χαλκίδα, αλλά μετά από ένα πολύ μικρό διάστημα έβαλαν αναγκαστικά λουκέτο. Η οικονομική κρίση θα πείτε. Ένας καλός μου φίλος, που εκτιμά το καλό φαγητό, μου εξήγησε ότι ήταν αναμενόμενο, καθώς οι επιχειρηματίες, ενώ ξεκίνησαν με τις καλύτερες προοπτικές, στο τέλος είχαν ξεπέσει σε απαράδεκτη τσαπατσουλιά, από τη μαγειρική ως και την εξυπηρέτηση. Κι εγώ σας λέγω, με πελάτες χωρίς απαιτήσεις, πελάτες χωρίς γούστο, και πελάτες που δεν διαμαρτύρονται, είναι ω τόσο εύκολο να καταλήξει ο οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος σαν τσαπατσούλης. Και άρα, το να πάψουν να έρχονται στο μαγαζί σου πιθανό να μην έχει καμία σχέση με την όποια ποιότητα του καταστήματος. Είναι μια no-win-situation, δηλαδή δεν παλεύεται με τίποτα. Ανοίγεις κινέζικο, ινδικό, ή Κρητικό, τι κάνεις για να επιβιώσεις αν το μόνο που σου ζητούν είναι μακαρονάδα, παστίτσιο και σουβλάκια; Αυτά ακριβώς βάζεις τελικά και στο μενού σου. Και γιατί πάλι σταματούν να έρχονται στο μαγαζί σου; Γιατί μακαρονάδα, παστίτσιο και σουβλάκια τα βρίσκουν κι αλλού. Κι αν αλλού η ποιότητα είναι χαμηλότερη, αυτό παίζει μικρό ρόλο τελικά. Το μεράκι του σεφ το εκτιμούν λίγοι, όχι αρκετοί για να σώσουν μια επιχείρηση. Ο Χαλκιδαίος δεν έχει προσδοκίες, απαιτήσεις ή ευαισθησίες όσον αφορά την τέχνη, τον πολιτισμό, την υψηλή αισθητική, την υψηλή μαγειρική. Λίγο τον νοιάζει τι ακούει, τι βλέπει, τι βάζει στο στομάχι του. Κι αν τον φραπέ, που τον χρησιμοποίησα σαν παράδειγμα, τον έχουν καπαρωμένο οι Θεσσαλονικείς, τι έχει μείνει για τον Χαλκιδαίο; Τι θέλει; Τι γουστάρει; Τι ψάχνει; Ψάχνει;

 

Το μόνο παιχνίδι που ξέρω ότι παίζεται στη Χαλκίδα είναι τα κλαμπ, οι καφετέριες και τα μπαρ. Σταθείτε στο Στρογγυλό και κοιτάξτε δεξιά, και μετά κοιτάξτε αριστερά. Μια σειρά από πλαστικούς κλώνους καφέ-μπαρ απ’άκρη σ’άκρη. Υπάρχουν σίγουρα και μικρές εστίες ανθρώπων που φυσικά διαβάζουν βιβλία, πάνε σε θέατρο, συναυλίες, εκθέσεις, έχουν αληθινές ανησυχίες για την εικόνα και τον πολιτισμικό πλούτο της πόλης τους, είναι όμως λίγοι, είναι μειοψηφία, είναι ασύνδετοι μεταξύ τους. Αυτό όμως που μόνο ως «απουσία ψυχής» θα στιγμάτιζε πετυχημένα αυτή την πόλη, σε τι οφείλεται; Δεν βιάζομαι να ρωτήσω «σε ποιους» γιατί συχνά και ο αδαής δεν ευθύνεται για την άγνοια του.

 

Δεν έχω απαντήσεις. Σας γράφω γι αυτά που μπορώ και βλέπω. Φέτος το θερινό σινεμά Ρεξ άνοιξε επιτέλους το πρόγραμμα του στα μισά Ιουλίου. Έσπευσα από τους πρώτους για να δω το τελευταίο Harry Potter με θαμπή εικόνα, άθλιο ήχο, πολλά καθίσματα χαλασμένα, και χωρίς καντίνα. Στο σχετικοάσχετο: Κάποτε βλέπαμε ταινίες στα θερινά παρέα με το πασατέμπο. Τι απέγινε το πασατέμπο;

Sign in to follow this  


0 Comments


Recommended Comments

There are no comments to display.

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..