Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 05/18/2019 in all areas

  1. 8 points
    Το βιβλίο είναι τυπωμένο.
  2. 5 points
    Θα σταθώ σε ένα σχόλιο που είχα πετύχει κάπου. Ήταν μια σειρά που αγαπήθηκε γιατί οι χαρακτήρες τραβούσαν την πλοκή, και μεταμορφώθηκε σε πλοκή που τραβούσε τους χαρακτήρες ώστε να κλείσει όπως όπως. Σκηνοθετικά γαμάτη, casting υπερταιριαστό, μουσική άλλου επιπέδου, εφέ που κάνουν ταινίες του χόλυγουντ να κλαίνε, αλλά από ανάπτυξη χαρακτήρων, ειδικά αυτή η σεζόν 0. "Ψεκάστε, σκουπίστε, να τελειώνουμε να πάμε σε κανένα άλλο franchise."
  3. 4 points
    until
    Είναι μαρτύριο να περιμένει κανείς το Νοέμβρη για να γράψει μια νουβέλα 50,000 λέξεων μέσα σε 30 μέρες! Γιατί να μην υπάρχει κάτι αντίστοιχο και το καλοκαίρι; Που δεν έχουμε υποχρεώσεις; Και που υπάρχουν περισσότεροι μήνες με 31 μέρες; Ελάτε στην παρέα του sff.gr για να ζήσουμε μαζί ένα Summer Writing Month ή, όπως είναι γνωστό στους συμμετέχοντες, SummerWriMo! Διαλέγεις όποιο συγγραφικό project θέλεις (μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, δοκίμια), διαλέγεις όποιο ποσοτικό στόχο θέλεις (10-20-30-100 χιλιάδες λέξεις), φροντίζεις αυτό να συμβεί μεταξύ της 1ης και της 31ης Ιουλίου 2019 και βάζεις μπρος για τη νίκη. Ελάτε στον έκτο λογοτεχνικότερο Ιούλιο των τελευταίων 100 ετών (λέμε τώρα ) Ελάτε για την εμπειρία, μείνετε για την παρέα, παλέψτε για τη νίκη! β) τι γράφουμε; #ό,τι μας καπνίσει. Νουβέλα να είναι κι ό,τι να 'ναι. Αρκεί να περάσει τις 50,000 λέξεις. γ) τι κερδίζουμε; #εδώ είναι και το tricky part. Τίποτε. Στην ουσία το μόνο που κερδίζεις είναι προσωπική ικανοποίηση και ένα ντραφτ εκείνης της ιδέας που όλο λες ότι θα τη γράψεις και δεν τη γράφεις ποτέ. Α, και πραγματικά φανταστική ατμόσφαιρα στο κλειστό, προστατευμένο κλαμπ. Κάθε φέτος είναι και φανταστικότερα. Άλλο να το λέω κι άλλο να το ζήσετε. δ) κι αν έχω κι άλλες ερωτήσεις; #πες τες εδώ πριν την 1η του Ιούλη. Με τόσους βετεράνους στο σφφ, όλο και κάποιος θα βρεθεί να σου απαντήσει. Λοιπόν; Ποιος θα λάβει μέρος φέτος;
  4. 4 points

    until

    Θα ήθελα κι εγώ πολύ να παίξω ένα νάνο ξανά. Δεν έχω καταφέρει ποτέ το καλοκαιρινό, αλλά φέτος ο Ιούλης μου φαίνεται καλός ❤️
  5. 4 points

    until

    Ω, ναι. Θα γράψω. Όντως, αυτή τη φορά.
  6. 4 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ρομαντική φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 4,125 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Γράφτηκε ως τίμημα σε χαμένο στοίχημα του 50ου Διαγωνισμού Διηγήματος Τι είναι ο ρομαντισμός; Μην είναι τα παραμύθια που φτιάχνουμε; 1. Ήταν ένα σκεπαστό κάρο δύο αλόγων. Ζωγραφισμένη στα πλευρά της τέντας του ήταν η ξεθωριασμένη απεικόνιση ενός αρματωμένου ιππότη που πολεμούσε έναν τεράστιο, φλογοβόλο δράκο. Ήλιος, βροχή και αμμοθύελλες χρόνων είχαν στερήσει από την παράσταση κάθε πρότερη ζωτικότητα. Μπήκε στην μικρή πόλη από τα ανατολικά τείχη και κατέληξε στη μικρή πλατεία μιας φτωχικής συνοικίας. Παιδιά που έπαιζαν στις λάσπες και γυναίκες που καθόντουσαν στις πόρτες τους σήκωσαν το βλέμμα να κοιτάξουν τους νεοφερμένους. Ένα λιπόσαρκο γερόντιο μπροστά στο κάρο κρατούσε τα γκέμια, με την εξίσου ηλικιωμένη συμβία του δίπλα να παρακολουθεί βαριεστημένα τα σοκάκια. Μεγάλη ήταν ετούτη η πλάση και στα τόσα χρόνια που ταξίδευαν και ερμήνευαν το έργο τους, στην ίδια πόλη δεν είχαν βρεθεί δεύτερη φορά. Αν και τελευταία δεν θα μπορούσαν να πάρουν όρκο, καθώς πλέον όλες οι πόλεις έμοιαζαν μεταξύ τους. Η Σελπολίνα, έτσι έλεγαν την γριά, έβλεπε τις ίδιες φάτσες, τις ίδιες προσόψεις, όπου και να έφταναν. Οι καιροί των πολέμων ήταν αρχαία ιστορία και οι φυλές είχαν πλέον ξεχειλίσει η μία στην άλλη, ανακατεύοντας και αφομοιώνοντας τα χρώματα που κάποτε τις κρατούσαν ξέχωρες, κράχτες της ταυτότητας τους. Ο γέρος τράβηξε το φρένο της μπροστινής ρόδας και κατέβηκε αγκομαχώντας από το κάρο. Η επαφή με τη γη έστειλε επώδυνα τσουξίματα στις αρθρώσεις των ποδιών του. Έκανε μια γκριμάτσα και δάγκωσε το μουστάκι του. Γύρισε να κοιτάξει την συμβία του αλλά εκείνη ήδη είχε εξαφανιστεί μέσα στην τέντα. Από το πίσω μέρος του κάρου, με έναν γδούπο πήδηξε ο Μούμφιε, ο βοηθός, ένα μαυριδερό βουβαλόπαιδο με τεράστια μπράτσα. Ακολουθώντας την γνωστή ρουτίνα, ξεκίνησε να ξεδιπλώνει το κάρο στη σκηνή της απογευματινής παράστασης. Ο Φερφολάνος, έτσι έλεγαν τον γέρο, είδε ένα αγόρι να τους παρατηρεί με περιέργεια από την άλλη άκρη της πλατείας. Πρέπει να υπήρχε ένα παρόμοιο αγόρι σε κάθε παρόμοια πλατεία σε όλες τις πόλεις της οικουμένης, ένα αγόρι που ήξερε τον πιο κοντινό στάβλο για να ξεκουραστούν και να ποτιστούν τα άλογα τους. Έβγαλε ένα μικρό χάλκινο νόμισμα από την τσέπη του και σηκώνοντας το στον ήλιο έστειλε την λάμψη του στο πρόσωπο του αγοριού. 2. Στάθηκε στο κέντρο της σκηνής, σε πλήρη αρματωσιά, κρατώντας ξίφος και ασπίδα. Δεν υπήρξαν χειροκροτήματα, ούτε επευφημίες. Το τρίξιμο της ράμπας κάτω από το λιπόσαρκο βάρος του κυριάρχησε στη σιγαλιά της απογευματινής πλατείας. Είχαν συγκεντρωθεί καμιά πενηνταριά θεατές, οι περισσότεροι είχαν φέρει τις δικές τους καρέκλες για να καθίσουν, σκαμνιά, κάσες και βαρέλια. Άλλοι προτίμησαν να παραμείνουν όρθιοι, μην έχοντας αποφασίσει αν θα έμεναν μέχρι το τέλος. Ο Φερφολάνος περίμενε ότι θα μαζευτούν άλλοι τόσοι πριν πέσει η αυλαία. Δεν βάσιζε την προσμονή του στην αξία της παράστασης, ήταν γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Ήταν πικροί οι καιροί και αμφέβαλε αν ένας στο κοινό είχε ακούσει ποτέ ένα ηρωικό τραγούδι από βάρδο. Η αρματωσιά του ήταν από τσίγκο, άχαρα θαμπή, που όμως οι λάμπες της ράμπας τη ζωήρευαν σε μια παλαιότερη, απατηλή λάμψη. Μαζί με την περικεφαλαία με το πλουμιστό λοφίο, δύσκολα κάλυπτε την ηλικία του ιππότη που την κουβαλούσε. «Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» αναφώνησε, ξεκινώντας τα λόγια του βραχνά, ελαφρά υποκλινόμενος μην στραβώσει ο θώρακας του. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι είχα κάνει όλα όσα θα μου έδιναν περίοπτη θέση στα λάβαρα της αίθουσας των προγόνων μου. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια για μένα. Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ένας τρομερός δράκος, ο Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων. Το τέρας ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες.» Πετάχτηκε ο Μούμφιε στη σκηνή, πίσω από τον Φερφολάνο, με μια χάρτινη δρακοκεφαλή και μια ρόμπα με μπαλωμένα λέπια που την ανέμιζε με τα μπράτσα του, μουγκρίζοντας και χοροπηδώντας. Η δραματική ερμηνεία μετέτρεψε την ράμπα σε τραμπολίνο τσιρκολάνου, δίνοντας στον Φερφολάνο όλη την απαιτούμενη μαεστρία να κρατήσει την ισορροπία του καθώς συνέχιζε τον μονόλογο του. «Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας!» Από τον ψάθινο πύργο που δέσποζε στα αριστερά της σκηνής, ξεπρόβαλε στην κορυφή του η Σελπολίνα, με μια ξανθιά περούκα και ένα κωνικό καπελίνο από πάνω. «Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;» κλαψούρισε φέρνοντας τη ράχη του χεριού της στο μέτωπο. Ο Μούμφιε συνέχισε να γρυλίζει και να χτυπάει περιστασιακά τον πύργο. «Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας και την θώρησα όπως έκλαιγε απελπισμένη στις επάλξεις» φώναξε ο Φερφολάνος για να ακουστεί. «Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα την όμορφη κοπέλα. Τι μάτια, τι χείλη, τι στόμα! Τι αιθέρια ύπαρξη κοσμούσε τη γη και εγώ μέχρι τότε αγνοούσα! Νέος σκοπός, νέα πνοή διέτρεξε το κορμί μου, διέλυσε κάθε αμφιβολία για τον σκοπό μου! Θα σκότωνα το κτήνος, θα ελευθέρωνα τη γυναίκα της ζωής μου και θα εξομολογούσα τον έρωτα μου για εκείνη.» Ο Φερφολάνος σήκωσε ασπίδα και ξίφος και στράφηκε προς τον δράκο Μαρκαβόρα. «Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» φώναξε η Σελπολίνα. «Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο!» Δεν ήταν ασυνήθιστο για το εκπαιδευμένο μάτι του γέρου ηθοποιού να ελέγχει την κίνηση των θεατών. Είχε πλέον συνηθίσει να βλέπει τα γελάκια, τα χασμουρητά, τη βαρεμάρα, αλλά υπήρχαν και στιγμές, όπως τώρα, στρουμπουλής νεανίσκης που καθόταν μπροστά, με πλούσιο μπούστο και στόμα που έχασκε εντυπωσιασμένο, που έκαναν τη διαφορά. Υπέθεσε ότι η κοπέλα δεν είχε δει πολλά στη ζωή, ούτε είχε διαβάσει αρκετά βιβλία, εκτιμούσε όμως την προσοχή της, όσο και το γενναιόδωρο βαθύ κόψιμο της μπλούζας της. «Κάποια στιγμή σήμερα, ω γενναίε ιππότη» έκρωξε η Σελπολίνα από τον πύργο της. Ταρακουνημένος, ο γέρος επέστρεψε στην αύρα του έργου, κάνοντας επίθεση στον δράκο. Η σκηνή του κάρου ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει την επική σύγκρουση των δύο αντιπάλων. Οι δύο ερμηνευτές έκαναν με προσοχή μικρούς κύκλους, προσέχοντας να μην φέρουν κάτω όλο το κάρο. Ο Φερφολάνος κάλυπτε τα κενά με την στεντόρεια αφήγηση του. «Ο καταραμένος δράκος δεν σταματούσε να ξερνάει την κολασμένη του φλόγα πάνω μου, αλλά είχα λάβει τα μέτρα μου. Μάγος τρομερός με είχε περιβάλλει με δυνατό ξόρκι που με προστάτευε από την φωτιά. Είχα όμως να αντιμετωπίσω τα τεράστια του νύχια, τα θηριώδη του σαγόνια και την ύπουλη του ουρά. Με τίναξε πέρα δώθε αρκετές φορές και λίγο έλειψε να καταλήξω μεζές στο στομάχι του, όταν με μία τελική επίθεση τα έπαιξα όλα για όλα και με το ξίφος μου βρήκα το αδύνατο σημείο του Μαρκαβόρα, στη βάση του λαιμού του.» Χτυπημένος κάπου στο στήθος ο Μούμφιε έπεσε νεκρός και η Σελπολίνα βγήκε τρεχάτη έξω από τον πύργο της. «Σώθηκα! Με έσωσες ιππότη Φερφολάνε, σου οφείλω τη ζωή μου.» «Μόνο μία αμοιβή ζητώ από σένα, να γίνεις γυναίκα μου!» «Πως μπορώ να επιβραβεύσω την γενναία σου αυτή πράξη;» Επικράτησε μια άβολη σιωπή μεταξύ γέρου και γριάς, μέχρι να κατανοήσουν ποιανού σειρά ήταν να συνεχίσει. «Βιάστηκες πάλι ηλίθιε» ψιθύρισε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια. «Τώρα το είπα» της απάντησε και αρπάζοντας τη στην αγκαλιά του την τσάκισε στη μέση καθώς της φύτεψε ένα φιλί στα χείλη. Μετά ανασηκώθηκε και κοίταξε πάλι το κοινό θριαμβευτικά. «Έτσι κέρδισα το χέρι της πριγκίπισσας Σελπολίνας, την οποία παντρεύτηκα και ζήσαμε ευτυχισμένοι στα ενωμένα μας κάστρα.» Η Σελπολίνα ταλαντεύτηκε δίπλα του, ισιώνοντας περούκα και καπέλο. «Αφού πρώτα είπα το ‘ναι’ στην πρόταση του» ψέλλισε. Ο γέρος έκανε ένα βήμα μπροστά, αφήνοντας τη γριά πίσω του με τον Μούμφιε, που ανασηκωνόταν. «Αυτή ήταν η παράσταση μας, καλοί μου άνθρωποι. Πρέπει όμως να σας αποκαλύψουμε την αλήθεια. Δεν είμαστε επαγγελματίες ηθοποιοί. Είμαι ο ιππότης και πρίγκιπας Φερφολάνος. Η κυρία μου είναι η πριγκίπισσα Σελπολίνα. Ζήσαμε ευτυχισμένοι στο κάστρο μας πριν αποφασίσουμε να ταξιδέψουμε τον κόσμο για να αφηγηθούμε την ιστορία μας. Θα ρωτήσετε, και ο δράκος Μαρκαβόρας; Υπήρξε αυτό το τέρας; Ε λοιπόν, ναι! Υπήρξε! Οι ιστορίες που σας λένε οι παππούδες σας είναι αληθινές. Κάποτε υπήρχαν αυτά τα ερπετά. Ο Μαρκαβόρας ήταν από τα τελευταία και εγώ το νίκησα. Και ιδού ότι απέμεινε από αυτόν.» Έβγαλε από το μανίκι έναν κοφτερό κυνόδοντα, μεγαλύτερο και από την παλάμη του. Δεν ακούστηκε κάποια εύηχη αντίδραση. Έπεσαν μερικά χλιαρά χειροκροτήματα και ο κόσμος άρχισε να σκορπάει βιαστικά. Ο Μούμφιε ήταν ήδη ανάμεσα στο κοινό με έναν ανοικτό τορβά. «Ό,τι έχετε ευχαρίστηση» φώναζε ο γέρος από τη σκηνή. 3. Κάθισαν αμίλητοι οι τρεις τους να φάνε ένα πενιχρό γεύμα, δίπλα στο κάρο. Με τις νυχτωμένες σκεπές της πόλης γύρω-γύρω, είχαν ένα όμορφο κάδρο του έναστρου θόλου πάνω από τα κεφάλια τους. Ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι στοίχειωνε τις σκιές με γαλάζιες ανταύγειες. Η φωτιά που έκαιγε ανάμεσα τους αδυνατούσε να ζεστάνει τα άχρωμα τους χαρακτηριστικά. Ο Μούμφιε μασούσε γρηγορότερα από τους γέρους και κάθε τόσο γέμιζε το πιάτο του από το τσουκάλι που είχαν αναρτήσει πάνω από τις φλόγες. Το μυαλό του Φερφολάνου πάσχιζε να διαπεράσει την ομίχλη του παρελθόντος, να θυμηθεί την ιστορία τους. Τόσα πολλά χρόνια περιπλανήσεων και παραστάσεων, με το κείμενο να αλλάζει, να προσαρμόζεται και να αναβαθμίζεται, πόση απ’ όλη την ιστορία ήταν αληθινή; Ίσως δεν είχε σημασία, αλλά με την υγεία του να ολισθαίνει και τον αριθμό των μελλούμενων παραστάσεων μάλλον μετρημένες, ποιο ήταν τελικά το νόημα της ζωής του. Πήρε άλλη μια μπουκιά ανόρεχτα. «Πάλι κάνεις αυτόν τον ήχο όταν μασάς. Σταμάτα» μουρμούρισε εκνευρισμένη η Σελπολίνα. «Ξέχασες πάλι να βάλεις αλάτι» της απάντησε. «Δεν έχουμε αλάτι.» «Ας ζητούσες από τους θεατές.» «Να ζητούσες εσύ.» Συνέχισαν να μασούν αμίλητοι στο κέντρο της κοιμισμένης πόλης. Μόνο μια άσπρη κεραμιδόγατα με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια καθόταν κάπου ψιλά και παρατηρούσε τον περίεργο θίασο. 4. Μιας μέρας δρόμο από την τελευταία πόλη, σκληρό ξύπνημα περίμενε το ηλικιωμένο ζευγάρι στο ξέφωτο ενός δάσους. Στη διάρκεια της νύχτας ο Μούμφιε έφυγε κρυφά παίρνοντας μαζί του το ένα άλογο, το πενιχρό ταμείο τους και όλο το πανέρι με τα παστά τους αποθέματα. «Ως εδώ ήταν, ξοφλήσαμε» φώναζε αγανακτισμένη η Σελπολίνα. «Τι θα κάνουμε τώρα, μου λες;!» Ο Φερφολάνος καθόταν δυστυχής σε μια πέτρα, καμπουριασμένος, αφημένος στη μοίρα του. Η στάση του εξόργιζε ακόμα περισσότερο την γριά. «Δική σου επιλογή ήταν. Εσύ τον διάλεξες! Σου είχα πει ότι δεν μου γεμίζει το μάτι αυτός αλλά τελικά θα γινόταν όπως πάντα το δικό σου. Και τώρα κάθεσαι εκεί άπραγος!» «Σαν τι μπορώ να κάνω;» ρώτησε ξεψυχισμένα, «Να καβαλήσω το άλλο άτι και να τον κυνηγήσω;» «Γιατί όχι; Θα έδειχνες ότι νοιάζεσαι!» «Δεν έχω το χάλι γυναίκα…» Η Σελπολίνα έκανε μια γκριμάτσα και του γύρισε την πλάτη. Δεν τον άντεχε πια. Ο γέρος ψαχούλεψε τη τσέπη του και έβγαλε το δόντι του δράκου. «Μας άφησε το δόντι τουλάχιστο…» «Είναι αληθινό αυτό;» Η φωνή ξάφνιασε και τους δύο. Κοίταξαν προς το σημείο από όπου ακούστηκε, κι εκεί, μέσα από το ψηλό χορτάρι που έστρωνε το ξέφωτο, εμφανίστηκε η άσπρη κεραμιδόγατα με τους μαύρους κύκλους στα μάτια. Στάθηκε μπροστά στα πόδια του γέρου και κοιτώντας το δόντι επανέλαβε την ερώτηση. «Ανήκει όντως στον τελευταίο των μελανόλεπιων;» «Μια μάγισσα!» αναφώνησε η Σελπολίνα δείχνοντας τη γάτα. «Πολύ σωστά. Με λένε Σεραφίνα. Απόλαυσα χθες το έργο σας τόσο πολύ που ήθελα να το ξαναδώ.» «Δεν νομίζω ότι είμαστε σε θέση να δώσουμε πλέον μια αξιοπρεπή παράσταση» είπε ο Φερφολάνος. «Δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε. Η επόμενη πόλη είναι μισής μέρας δρόμο. Νομίζω το άλογο σας δεν θα είχε πρόβλημα σε μια τόσο σύντομη διαδρομή. Ακολουθήστε το πρόγραμμα σας και σας υπόσχομαι με τις μαγικές μου δυνάμεις θα σας δώσω όλα όσα χρειάζεστε. Πρέπει όμως να γίνει απόψε, που θα έχει Πανσέληνο.» Χωρίς άλλη κουβέντα η γάτα επέστρεψε στο ψηλό χορτάρι και χάθηκε μέσα σε αυτό. «Ποτέ μου δεν χώνεψα μάγους και μάγισσες» είπε εκνευρισμένη η Σελπολίνα. «Τι άλλο θα προτιμούσες να κάνουμε;» είπε ο Φερφολάνος. Σηκώθηκε με κόπο και πήγε να ζέψει το άλογο που τους είχε μείνει. 5. Όπως είχε πει η γάτα, λίγο πριν σκοτεινιάσει έφτασαν σε μιαν άγνωστη πόλη, κάπως μικρότερη από εκείνες που είχαν συνηθίσει. Την κύκλωναν κοκκινωπά λασποχώραφα στα οποία είδαν άντρες και γυναίκες να μαζεύουν λάσπη σε μεγάλα καλάθια. Η πόλη δεν είχε τείχη να την περιβάλλουν, άχρηστα πλέον από την εποχή των κανονιών, την εποχή που σκότωσε τους ιππότες, όπως έλεγε ο Φερφολάνος. Σε ένα μικρό ύψωμα στο κέντρο υπήρχε μια πλατεία και εκεί σταμάτησαν το κάρο τους. Οι κάτοικοι τους παρατηρούσαν όλο περιέργεια από την στιγμή που πέρασαν τη γέφυρα της παλιάς τάφρου. Τα σπίτια τους ήταν επίσης φτιαγμένα από λάσπη και έδειχναν όλοι τους ρακένδυτοι. «Αυτούς δεν τους περισσεύει ούτε ένα ξεροκόμματο» είπε η Σελπολίνα. «Θα εκτιμούσαν όμως μια καλή ιστορία» σχολίασε ο άντρας της. Τους πήρε λίγο παραπάνω να ανοίξουν τη σκηνή του κάρου, καθώς τα τελευταία είκοσι χρόνια αυτή ήταν η δουλειά του εκάστοτε βοηθού του θιάσου. Ο Μούμφιε ήταν βοηθός για δέκα περίπου μήνες. Όση ώρα έστηναν, ο πληθυσμός της πόλης άρχισε να συρρέει στις παρυφές του υψώματος, περιμένοντας να δουν το έργο. Από τον αριθμό τους ο Φερφολάνος συμπέρανε ότι πρέπει να είχαν έρθει όλοι τους. Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό που ολοένα σκούραινε και αντίκρισε το ολόγιομο φεγγάρι που περίμενε με τη σειρά του την παράσταση. Έφεραν κορμούς, κουτιά, πέτρες και σαμάρια, τα έβαλαν κάτω και κάθισαν να περιμένουν. Ο Φερφολάνος έδεσε τον τσίγκινο θώρακα στο στέρνο του και αφού χτένισε τα αραιά του μαλλιά με τα δάχτυλα, φόρεσε την περικεφαλαία του. Είχε χρειαστεί και παλαιότερα να δώσουν παράσταση χωρίς δράκο, όταν είχαν ξεμείνει ξανά από βοηθό. Δεν κρατούσαν πολύ με τον θίασο τους. Όταν βγήκε στη σκηνή, η Σελπολίνα άναβε την τελευταία λάμπα της ράμπας. Χάθηκε μετά μέσα στον πύργο για να περιμένει τη σειρά της. Η ανταύγεια της σελήνης ήταν δυνατή, πότιζε τα πάντα πέρα από τα όρια της σκηνής. Έβλεπε τα ανυπόμονα βλέμματα που ήταν στραμμένα πάνω του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε την προσοχή μιας ολόκληρης πόλης; Ίσως μια εποχή που η θωριά του δεν προκαλούσε την θυμηδία του κοινού. Ξεθηκάρωσε το ξίφος του και κρατώντας την ασπίδα με το άλλο χέρι, έκανε ένα βήμα εμπρός. «Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» φώναξε και η φωνή του αντήχησε καθαρά και δυνατά στη σιγαλιά της αφύσικης νύχτας. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι…» Χωρίς φανερή αιτία το ξίφος άρχισε ξαφνικά να βαραίνει. Καθώς πάσχισε να το ανασηκώσει πρόσεξε το χέρι του. Είχαν εξαφανιστεί οι πανάδες, οι φλέβες, ένα ξανθό χνούδι κάλυπτε τώρα τον καρπό του. Σκυμμένη μέσα στον πύργο της, η Σελπολίνα άκουσε ξεκάθαρα την φωνή του άντρα της να αλλάζει. Η αλλαγή ήταν τόσο τρανταχτή που σήκωσε το κεφάλι της έξω και κοίταξε κάτω στη σκηνή. Είδε τον ιππότη Φερφολάνο όπως τον είχε δει εκείνη την μοιραία μέρα, χρόνια πριν, εγκλωβισμένη και πολιορκημένη στον πύργο της από τον τρομερό δράκο. Ψηλός, ξανθός, ζωσμένος σε απαστράπτουσα πανοπλία, το ξίφος του να αστράφτει σηκωμένο και ο ερυθρός θυρεός του οίκου του να λάμπει πάνω στην εντυπωσιακή του ασπίδα. Αλλά αυτό που την έκανε να αναστενάξει ήταν το πρόσωπο. Καθάριο, ηρωικό, αλαζονικό, γενναίο, όμορφο, με ένα απίστευτο χαμόγελο να δεσπόζει πάνω από ένα γρανιτένιο πηγούνι. Μπορούσε από την θέση της να διακρίνει στο φεγγαρόφως το γαλάζιο των ματιών του. «Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ο δράκος Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων, ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες. Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας! Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας.» Ακούστηκε ένα δυνατό χλιμίντρισμα και το γέρικο άλογο που μισοκοιμόταν στις σκιές πίσω από το κάρο, κάλπασε ετοιμοπόλεμο μπροστά στη σκηνή. Δεν θύμιζε σε τίποτα το ζωντανό που είχαν δει όλοι να σέρνει τον θίασο μόλις εκείνο το απόγευμα. Όλο νεύρο και ζωή, με δέρμα να γυαλίζει και πλούσια χαίτη να ανεμίζει, σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και έπεσε πάλι κάτω, προσφέροντας την πλάτη στον κύρη του. Μια καινούργια δερμάτινη σέλα ήταν δεμένη εκεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Φερφολάνος καβάλησε το άλογο με ένα άλμα. Αμέσως ήχησαν επευφημίες και χειροκροτήματα. Εκείνη την στιγμή η Σελπολίνα τινάχτηκε όρθια στην κορυφή του πύργου της. «Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;» Ούτε ο Φερφολάνος άκουσε τη φωνή της γριάς συμβίας του. Πάνω στον πύργο στεκόταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα, νέα, αγγελική, πρασινομάτα, ένα πρόσωπο στεφανωμένο από μακριά, ξανθιά κόμη, δέρμα αλαβάστρινο και έναν λαιμό που τον έκανε να βογκήξει και να θυμηθεί. «Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» είπε και ήταν σα να του τραγουδούσε. «Σελπολίνα» ψιθύρισε και ήταν σα να συναντούσε την γυναίκα που είχε χάσει. «Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο» συμπλήρωσε και τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα…» ψέλλισε και ξέχασε τα λόγια του. Κατέβηκε από το άτι και ανέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια της σκηνής. Ήρθε και στάθηκε μπροστά στον πύργο. Κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητοι. «Σελπολίνα. Αιθέρια μου ύπαρξη, πως κοσμούσες τη γη ετούτη ενώ σε αγνοούσα; Τι νόημα είχε η ζωή μου μέχρι τώρα;» Για λίγα δευτερόλεπτα, η μαγεία που τους είχε κατακλύσει ήταν μεθυστική. Ξαφνικά νόμισαν ότι θυμούνταν όλα όσα είχαν ξεχάσει. Δεν κράτησε για πολύ. Ακούστηκε ένα γέλιο. Ένιωσαν τον αέρα γύρω τους να ξινίζει. Ακούστηκε κάτι να αναπηδάει στις τάβλες, ανάμεσα στα πόδια τους. Κοίταξαν και είδαν το δόντι του Μαρκαβόρα. Είχε πέσει από τον Φερφολάνο. Έβγαζε καπνούς και διογκωνόταν αφύσικα, ξερνώντας ένα τρομερό στοιχειό, χρόνια παγιδευμένο στο οστό του. Ορθώθηκε τεράστιο και τρομερό, με το κάρο να τσακίζεται κάτω από το βάρος του, ρίχνοντας κάτω ιππότη και δεσποσύνη. Ένα επιφώνημα ξέφυγε από το ακροατήριο όπως ο τελευταίος των μελανόλεπιων έδινε πάλι το μυθικό παρόν του, βρυχώμενος προς τα άστρα, τα σαγόνια του έτοιμα να καταπιούν και το ίδιο το φεγγάρι. Τα δερμάτινα φτερά του άνοιξαν και κάλυψαν το μικρό ύψωμα, ενώ η ουρά του μαστίγωσε το ζεστό χώμα ανασηκώνοντας γαλάζιο κουρνιαχτό. Ο Φερφολάνος πρόσεξε τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν το έργο. Κανείς δεν έδειχνε τρομαγμένος, το βλέμμα τους περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Έτρεξε δίπλα στη Σελπολίνα και τη βοήθησε να σηκωθεί. Ο λαιμός του δράκου χαμήλωσε για να δει καλύτερα τον εχθρό του. «Ξανασυναντιόμαστε παλιέ μου αντίπαλε» είπε ο δράκος καγχάζοντας, «αν μπορώ να σε αποκαλέσω τέτοιον.» Ο Φερφολάνος κρατούσε ακόμα το ξίφος του και σημάδεψε το ερπετό με τη γυμνή του λεπίδα. «Πίσω τέρας. Σε κατατρόπωσα μια φορά, μπορώ να το επαναλάβω.» «Με τη βοήθεια ποιου μάγου αυτή τη φορά;» γρύλισε ο Μαρκαβόρας γελώντας. «Μήπως θα με νανουρίσεις;» Μια σκιά πέρασε από το βλέμμα του ιππότη. «Δεν ξέρω τι εννοείς.» «Χρόνια σε ακούω από την τσέπη να ξεστομίζεις τα ψέματα σου, εδώ όμως τώρα δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από την απάτη σου. Θυμάσαι το ξόρκι που σου πούλησε εκείνος ο μάγος; Το καπνογόνο που με κοίμισε για να μου κόψεις τον λαιμό ανενόχλητος; Να με σφάξεις στον ύπνο μου; Το θυμάσαι “γενναίε ήρωα”;» Ο Φερφολάνος έμεινε αποσβολωμένος. Απανωτές αυλαίες χρόνων τραβήχτηκαν στην άκρη, σκόρπισαν με μια πνοή την μία προσαρμογή του έργου μετά την άλλη, σαν να θυμόταν για πρώτη φορά την αλήθεια. Επέστρεψε στη μνήμη του και η πρώτη παράσταση που έκαναν το λάθος να πουν την ιστορία όπως πραγματικά έγινε. Τι καταστροφή ήταν εκείνη. Αυγά, ντομάτες και βρασμένα λάχανα έβρεξαν πάνω στη σκηνή. «Έπρεπε να κάνω ό,τι χρειαζόταν για να σε νικήσω. Δεν είχε κέρδος για το βασίλειο η τιμημένη μου θυσία. Δεν θα άφηνα στις αρπακτικές σου ορέξεις την πριγκίπισσα Σελπολίνα.» «Δεν ήταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα που ορεγόμουν, δόλιε ξιφομάχε. Αλλά ούτε κι εσύ αν θυμάμαι καλά. Στο όνομα άλλης δεν κάρφωσες το σπαθί σου στο λαιμό μου;» «Ορίστε;» ψέλλισε η Σελπολίνα, βλέποντας ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του όμορφου της ιππότη να κοκκινίζουν από ντροπή. Ο δράκος φύσηξε καυτό χνώτο πάνω από τα κεφάλια τους και δημιούργησε μια αχνή οπτασία στην κορυφή του θεατρικού πύργου. Ήταν η φυσιογνωμία μιας γυναίκας εντυπωσιακής ομορφιάς που έλαμπε σαν θεά. «Δεν ήταν ο πύργος της πριγκίπισσας Σελπολίνας αλλά της πριγκίπισσας Μαρσελιάνας. Η Σελπολίνα ήταν μια μακρινή ξαδέλφη που απλά φιλοξενούνταν στο κάστρο εκείνο τον καιρό.» Ο Φερφολάνος κοίταξε το φάντασμα στην κορυφή του πύργου και αναστέναξε. «Η Μαρσελιάνα… Πόσοι ιππότες δεν έπεσαν καρβουνιασμένοι στα πόδια σου τέρας για χατίρι της;» είπε μελαγχολικά ο ιππότης, αδύνατος να σταματήσει την εξομολόγηση του. «Δεν ήθελα να πεθάνω για εκείνη αλλά να ζήσω για εκείνη. Και θα έκανα τα πάντα, και την πιο ποταπή ατιμία για να σε νικήσω.» «Τώρα θυμάμαι» είπε η Σελπολίνα και έκρυψε το πρόσωπο της στις χούφτες της. «Εκείνη όμως δεν με ήθελε» συμπλήρωσε πικρά ο Φερφολάνος. «Η δική της καρδιά καιγόταν για τον ιππότη Μορτόφ, έναν δειλό που είχε αμπαρωθεί στο κάστρο του και έτρεμε να ξεμυτίσει αν δεν έφευγες πρώτα δράκε. Παρά την ατιμία του, εκείνον παντρεύτηκε τελικά. Έπρεπε πάση θυσία να διασώσω την τιμή του οίκου μου. Χάρισα κι εγώ την νίκη μου στην Σελπολίνα.» Η πριγκίπισσα εγκατέλειψε τις πλάτες του Φερφολάνου και ήρθε να σταθεί μπροστά στον Μαρκαβόρα. Με μια περίεργη προσκόλληση στην παράσταση, γύρισε και απήγγειλε τα λόγια της προς το κοινό. Οι θεατές παρακολουθούσαν βουβά, τα μάτια τους έντονα εστιασμένα στις εξελίξεις. «Ήμουν νέα, άμυαλη και ερωτευμένη. Κατάπια την υπερηφάνεια μου και τον δέχτηκα γιατί τον ήθελα. Κουράστηκα πια. Δεν την μπορώ άλλο την ντροπή. Έλα δράκε και δώσε τέλος σε αυτό το ανούσιο μαρτύριο που λέγεται ζωή.» «Θα σε πάρω πριγκίπισσα» μούγκρισε ο δράκος στάζοντας φωτιά. «Τίποτα δεν με σταματάει πλέον…» «Κάνεις λάθος» ούρλιαξε ο Φερφολάνος και πήδηξε ανάμεσα στον δράκο και την πριγκίπισσα. Σημάδεψε ξανά το τέρας με την λεπίδα του. «Δεν σου το επιτρέπω!» «Πιστεύεις ότι μπορείς να με σταματήσεις;» γρύλισε ο δράκος. Ξαφνικά ο Φερφολάνος είδε τα χέρια του να ροζιάζουν ξανά, πόνεσαν οι αρθρώσεις του και το ξίφος επέστρεψε στην τσίγκινη του κατασκευή. Τον κατέκλισε η απελπισία. Σωριάστηκε στα γόνατα του και άφησε το ξίφος να πέσει από τα χέρια του. «Με μένα είναι η διαφορά σου» έκρωξε τώρα με την γεροντίστικη του φωνή. «Διεκδίκησε την εκδίκηση σου, πάρε εμένα αλλά άσε τη Σελπολίνα.» «Είσαι σίγουρος;» είπε ο δράκος μειδιώντας. Η Σελπολίνα έσβησε ένα επιφώνημα καλύπτοντας το στόμα της. «Μίλησες για ψέματα, δράκε» συνέχισε ο γέρος. «Ως νέος πήρα επιπόλαιες αποφάσεις, γνώστεψα όμως με τα χρόνια και ξανάγραψα το έργο όπως θα έπρεπε να είχαν γίνει τα πράγματα. Ελαφρόμυαλη ήταν η Μαρσελιάνα, σώθηκα από εκείνη την επιλογή, εκτίμησα με τον καιρό την Σελπολίνα και αυτήν αγάπησα. Έχει τιμή η προσφορά μου Μαρκαβόρα και είναι υπέρ σου να τη δεχτείς.» «Είσαι σωστός και το αποδέχομαι, ιππότη. Ήταν πια καιρός.» Ο δράκος ανασηκώθηκε, γέμισε τα στήθη του και ετοιμάστηκε να φτύσει τη φωτιά του. Η Σελπολίνα άφησε μια σπαρακτική κραυγή και έπεσε να αγκαλιάσει τον ιππότη της. Φύσηξε ο Μαρκαβόρας και εξαϋλώθηκε ο ίδιος σε χνώτο. Η αύρα του διαπέρασε τις δύο φιγούρες και απλώθηκε κυκλικά, σκόρπισε σε άμμο τα λασπόσπιτα, σα θημωνιές τους κατοίκους. Ο γέρος και οι γριά έμειναν αγκαλιασμένοι στα ερείπια του κάρου τους, στο κέντρο μιας πόλης που δεν είχε υπάρξει ποτέ. 6. «Δεν άξιζα ποτέ ως ιππότης» ψέλλισε ο Φερφολάνος. «Άξιζες για μένα» είπε η Σελπολίνα, «το είχα όμως ξεχάσει.» «Είχα καιρό να απολαύσω τόσο ωραίο έργο. Σας ευχαριστώ και τους δύο» είπε η Σεραφίνα που αναδύθηκε από τις σκιές και πλησίασε τις πεσμένες λάμπες της ράμπας που έκαιγαν ακόμα. «Χαίρομαι που σου άρεσε» είπε ο γέρος πικρά, «νομίζω ότι ήταν η τελευταία μας παράσταση.» «Και τι θα κάνετε τώρα;» ρώτησε η γάτα. «Δεν ξέρουμε. Μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσαμε.» «Νομίζω ότι έχετε πολλές επιλογές. Μού’ρχονται πρόχειρες δύο» νιαούρισε η Σεραφίνα. «Ποιες» ρώτησε απελπισμένη η γριά. «Μιας μέρας δρόμο από δω είναι ένα λιμάνι» είπε η γάτα. «Το γέρικο άλογο σας μπορεί μια χαρά να σας πάει εκεί. Το μέρος είναι πλούσιο, έχει ζεστό κλίμα όλο το χρόνο και μπορεί να σας φιλοξενήσει άνετα για το υπόλοιπο της ζωής σας. Ή μπορείτε να πάρετε όποιο καράβι θέλετε για όποια ακτή γουστάρετε. Ο κόσμος είναι δικός σας. Εδώ σας χαιρετώ, δεν θα ανταμωθούμε ξανά.» Και μετά την τελευταία της έξοδο η γάτα Σεραφίνα επέστρεψε στις σκιές της ερήμου. Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια, με το παρελθόν ξορκισμένο, ο Φερφολίνος και η Σελπολίνα σηκώθηκαν ανάλαφροι σαν πούπουλα. Και έτσι ανάλαφρους τους πήρε στην πλάτη του το γέρικο άλογο με κατεύθυνση προς μια νέα ζωή. Τέλος
  7. 3 points

    until

    Ωραία λοιπόν, Θα σας κάνω παρέα! Μακάρι να έχω πράμα να κάτσω να γράψω, θα δούμε όμως πώς θα πάει!
  8. 3 points

    until

    Εδώ είμαι, αλλά πνίγομαι στη δουλειά ο καψερός πού χρόνος να σκαρώσω ιστορίες.... Έχουμε διωρία μέχρι τις μία Αυγούστου να γράψουμε ένα paper. Το κόβω χλωμό να προλάβουμε, άλλα άμα δέχεστε και τέτοια, μπορώ να σας κάνω παρέα...
  9. 3 points
    Ήταν τεράστιο σε μέγεθος, ασημί στην απόχρωση, σχήμα σαν κοχύλι, και ιρίδιζε στις παλλόμενες πτυχώσεις του. Προκαλούσε ζαλάδα να αναλογιστεί κανείς πως αυτή ήταν απλώς η άκατος προσγείωσης. Το ακόμα μεγαλύτερο μητρικό σκάφος βρισκόταν σε τροχιά, ακίνητο πάνω από το σημείο το οποίο είχε επιλεγεί για την πρώτη στενή επαφή τρίτου τύπου με την ανθρωπότητα. Αυτό ήταν το τέλος της επιστημονικής φαντασίας και η αρχή της επιστημονικής πραγματικότητας σε ένα από τα πιο απίστευτα όνειρα του ανθρώπου. Εξωγήινοι έκαναν την παρουσία τους γνωστή σε όλη τη Γη και σε λίγα λεπτά η άκατος τους θα άγγιζε το χώμα του γηραιού πλανήτη, αλλάζοντας σημαδιακά την μελλοντική του ιστορία, πολύ πιθανό και την ίδια του την εξέλιξη. Όλος ο πλανήτης παρακολουθούσε. Ο κόσμος ήταν κολλημένος στους τηλεοπτικούς του δέκτες. Οι εξωγήινοι είχαν δηλώσει την ημερομηνία και ώρα της άφιξης, είχαν όμως κρατήσει κρυφή την τοποθεσία προσγείωσης. Η άκατος κατέβαινε αργά και δεν χρειάστηκε πολύ μέχρι να υπολογίσουν οι επιστήμονες προς τα πού κατευθυνόταν. Η τιμή ανήκε σε χώρα της Ευρώπης, την Ελλάδα. Η απογοήτευση της πρώτης δύναμης του πλανήτη ήταν έκδηλη, όσο ήταν εμφανέστατη η χαρά των ελλήνων που ξεχύθηκαν ενθουσιασμένοι στους δρόμους για να πανηγυρίσουν. Το διαστημόπλοιο που πλησίαζε ήταν ορατό και μεγάλο σαν φεγγάρι ενάντια στον γαλάζιο ουρανό, κι ας βρισκόταν ακόμα χιλιόμετρα πάνω από το έδαφος. Υπερήφανοι πατριώτες δήλωναν στα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα πως οι εξωγήινοι προφανώς αναγνώριζαν το λίκνο του πολιτισμού της ανθρωπότητας. Η κατάβαση της ακάτου κράτησε τέσσερις ώρες. Όλη η ανθρωπότητα παρακολούθησε συγκλονισμένη το μεταλλικό βουνό να αγγίζει το ελληνικό χώμα απαλά σαν πούπουλο, χωρίς να λυγίσει ούτε ένα χορταράκι. Το διαστημόπλοιο έμεινε εκεί ακλόνητο και όλοι περίμεναν την επόμενη κίνηση, το άνοιγμα κάποιας πόρτας. Αυτό που ο πλανήτης αγνοούσε ήταν το πάγωμα, και στη συνέχεια τον πανικό, στον ελληνικό κόσμο. Ο κυβερνήτης άνοιξε διαυλική επικοινωνία με το κράτος που τον φιλοξενούσε και ετοιμάστηκε να δώσει την πρώτη του επίσημη ανακοίνωση. Η έκπληξη του ήταν μεγάλη όταν το σκάφος δέχτηκε πρώτη επικοινωνία από τους έλληνες γήινους. «Τι θέλουν;» ρώτησε στη γλώσσα του τον πλοηγό. «Αν καταλαβαίνω καλά…μας ζητούν να απογειωθούμε και να προσγειωθούμε ξανά λίγο παραπέρα, ίσως πιο νότια, κάπου αλλού τέλος πάντων» είπε παραξενεμένος ο πλοηγός. «Γιατί;» «Αυτό είναι το μόνο με το οποίο ο μεταφραστής μας έχει πρόβλημα.» «Εξήγησε τους» είπε λίγο εκνευρισμένος ο κυβερνήτης, «πως αν απογειωθούμε, όταν ξανακατεβούμε θα αγγίξουμε την δεύτερη επιλογή μας ως τόπο προσγείωσης. Και θα είμαστε σε τελείως διαφορετική ήπειρο. Δεν έχω χρόνο να επεξηγώ την τεχνολογία πλοήγησης μας.» Ακολούθησαν απανωτά μηνύματα μπρος-πίσω που κατέληγαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα. «Επιμένουν.» «Θέλουν να φύγουμε;» «Θέλουν να προσγειωθούμε πιο εκεί.» «Καλώς. Δεν τους πείθουμε. Απογειωνόμαστε.» Το «Γιατί» του εξωγήινου κυβερνήτη το έθεσαν και όλα τα υπόλοιπα κράτη της Γης προς τους έλληνες. Η απάντηση δεν ήταν δυνατό να γίνει κατανοητή από κανέναν μη έλληνα. Η όλη εξήγηση συνοψίστηκε στη [ιστορική, κατόπιν] φράση του έλληνα δημοσιογράφου Παντελή Φραγκάκη. «Δεν θα καθόμουν να γράψω πως το πρώτο εξωγήινο διαστημόπλοιο που έφτασε στη Γη προσγειώθηκε στη…Λούτσα! Εδώ μου κάθεται! Αρνούμαι!» Προφανώς το ίδιο αισθάνονταν και οι υπόλοιποι έλληνες, πλην εκείνοι του νομού Πρεβέζης. Η εξωγήινη άκατος απογειώθηκε και ξαναπροσγειώθηκε στη Γη, αυτή τη φορά στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών. Και η μοίρα της ανθρωπότητας πήρε την αναμενόμενη ιστορική της κατεύθυνση. Τέλος
  10. 3 points

    until

    Χρειάζεστε τις λάιβ αναμεταδόσεις μου από τον πόλεμο με τα ζιζάνια, έτσι;
  11. 3 points
    Προσωπικά πιστεύω πως είναι σοβαρό. Με την έννοια του ότι αυτή η συνθήκη φανερώνει τον τρόπο που και οι γυναίκες βλέπουμε τους εαυτούς μας. Το ότι αισθανόμαστε πιο άνετα (σε πρώτη φάση τουλάχιστον) να αναπτύξουμε ανδρικούς χαρακτήρες δηλώνει την έλλειψη αυτοπεποίθησης με την οποία γαλουχηθήκαμε. Στην δομή της δυτικής τουλάχιστον κοινωνίας η ύπαρξη των διπόλων σε όλα τα συστατικά της καθιστά την γυναίκα πάντοτε υποδεέστερη και με δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τον ισχυρό και γεμάτο ικανότητες άνδρα. Η πραγματικότητα όμως, οι μικρές δηλαδή αφηγήσεις της ιστορίας, ανατρέπουν αυτήν την ανάγνωση του κόσμου, η οποία εγκαθιδρύθηκε και αναπαράχθηκε από άντρες. Πέρα από το ότι η γυναίκα κυοφορεί την ανθρωπότητα, η εργασία της, η οποία δεν αναγνωρίσθηκε παρά μόνο με την έναρξη του φεμινιστικού κινήματος, υπήρξε ζωτικής σημασίας για την διατήρηση και την επιβίωση της κοινωνίας. Ας φανταστούμε έναν κόσμο στον οποίο θα σταματήσουμε να μαγειρεύουμε, να πλένουμε τα ρούχα, να καθαρίζουμε τα σπίτια, να κάνουμε παιδιά και να τα μεγαλώνουμε. Ας φανταστούμε έναν πόλεμο στον οποίο δεν μπαλώνουμε κάλτσες, δεν κουβαλάμε πυρομαχικά, δεν αναλαμβάνουμε τα χωράφια. Όλη αυτή η εργασία είναι βαριά εργασία και ανθυγιεινή. Το ζήτημα είναι ότι δεν θεωρείται σημαντική. Και δεν θεωρείται σημαντική επειδή δεν μοιράζεται. Όταν όμως μοιράζεται αναγνωρίζεται η αξία και η δυσκολία της, όπως συνέβη στις εξεγέρσεις των εργατών του προηγούμενου αιώνα αλλά και εδώ δίπλα μας στις σκουριές. Η έλλειψη αναγνώρισης ισχύει και για την εργασία γυναικών που η συμβολή τους στην επιστήμη και την μηχανική ήταν όχι απλώς αξιόλογη αλλά απαραίτητη για την επιβίωση ενός κράτους ή για την αποστολή διαστημικών σκαφών στην σελήνη ή για την αναγνώριση των υλικών του ουράνιων σωμάτων μέσα από το φασματογράφημά τους, (Grace Hopper, Katherine Johnson και Cecylia Payne αντίστοιχα.) Ακόμα και στην αρχαιότητα όλοι αναφέρονται στους σπουδαίους άνδρες που εισηγήθηκαν την δομή του σύμπαντος που αποδείχτηκε αιώνες αργότερα (στρογγυλή γη, κυκλικές κινήσεις κλπ) σπάνια ωστόσο αναφέρονται στην Υπατία. Θέλω να πω εν ολίγοις, πως όσο δεν διεκδικούμε τον χώρο μας στην καθημερινότητα και την ιστορία, τα ονόματά μας θα χάνονται και τα νεαρά κορίτσια θα συνεχίσουν να μένουν χωρίς πρότυπο, θα συνεχίσουν να μην πιστεύουν στους εαυτούς τους και θα συνεχίζουν να χαραμίζουν το ταλέντο τους. Αν πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι πάντοτε ένας άντρας, τι μήνυμα δίνεις στους δέκτες του μηνύματος αυτού; Είναι σημαντικό για τους εαυτούς μας και για τις επόμενες να γενιές να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας (και άρα και τους γυναικείους χαρακτήρες των ιστοριών μας) στην θέση ακριβώς που μας αξίζει. Δίπλα και μαζί με τους άνδρες, εξίσου ανθρώπινες, ούτε πάνω ούτε κάτω, στο ίδιο ακριβώς ύψος.
  12. 3 points
    7. Extremity, vol.1-vol.2 (Daniel Warren Johnson): Καλό post apocalyptic, με διάφορες ενδιαφέρουσες ιδέες. Αρκετά καλοί χαρακτήρες, υπόθεση και artwork, αλλά και αρκετά κλισέ. Γενικά ήταν αρκετά καλό, αλλά δεν τρελάθηκα. 7.0/10 8. Murder Falcon (Daniel Warren Johnson): Urban fantasy, όπου εισβάλουν στη Γη δαίμονες και ο μοναδικός τρόπος να τους πολεμήσει η ανθρωπότητα είναι μέσο της μουσικής και συγκεκριμένα της metal. Πολύ ωραία κεντρική ιδέα και καλός βασικός χαρακτήρας, αλλά πολύ βιαστική και χλιαρή εκτέλεση. Το artwok, όπως και παραπάνω (που το έχει κάνει ο συγγραφέας) είναι αρκετά καλό. 6.0/10 9. The Hedge Knight, The Sworn Sword, The Mystery Knight (Ben Avery): Μεταφορές των ομώνυμων νουβελών του George R.R. Martin (αυτών που υπάρχουν στο A Knight of the Seven Kingdoms/Ο Ιππότης των Επτά Βασιλείων). Πολύ πιστές και πολύ καλές μεταφορές με πολύ ωραίο artwork, αλλά δεν έχουν να πουν κάτι καινούργιο, για όσους έχουν ήδη διαβάσει τις νουβέλες. 8.5/10
  13. 3 points
    Δείτε εδώ την κριτική που έγραψα για το "Μπιλ, ο ήρωας του Γαλαξία", που διάβασα τον Ιανουάριο του 2012. Ο πλανήτης των καταραμένων Ο Χάρι Χάρισον είναι ένας αρκετά αναγνωρισμένος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, με κάποια πολύ κλασικά έργα του είδους στο ενεργητικό του (π.χ. τη σειρά βιβλίων "Stainless Steel Rat" ή το "Make Room! Make Room" που αποτελεί τη βάση της ταινίας "Soylent Green), όμως στην Ελλάδα δεν του έχει δοθεί η ανάλογη προσοχή. Θα μου πείτε, ούτε ο πρώτος θα είναι, ούτε ο τελευταίος, αλλά είναι κρίμα. Τον Ιανουάριο του 2012 διάβασα το πολύ καλό και σατιρικό "Μπιλ, ο ήρωας του Γαλαξία", οπότε το καινούργιο στα ελληνικά "Ο πλανήτης των καταραμένων" (κυκλοφόρησε τον Απρίλιο), αποτελεί τη δεύτερη επαφή μου με το έργο του συγγραφέα. Περίληψη της ελληνικής έκδοσης: "Ο Ντις είναι ένας πλανήτης, ένας τόπος άγονος, ένας κόσμος θλιβερός, όπου η ζωή μοιάζει με θάνατο και ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή. Είναι μια πυρωμένη έρημος. Οι κάτοικοί του βάρβαροι, υπανάπτυκτοι, κακότροποι και εξαθλιωμένοι - αλλά σύντομα δε θα είναι παρά εφτά εκατομμύρια μαυρισμένα πτώματα... εκτός αν ο Ίχτζελ καταφέρει να σταματήσει τις βόμβες Υδρογόνου που ετοιμάζεται να ρίξει στον Ντις ο γειτονικός του πλανήτης, κόντρα εντελώς στις θεμελιακές αρχές της κοινωνίας του: την ανεκτικότητα, την ειρηνική συμβίωση, τη μη χρήση βίας. Όμως ο Ίχτζελ έχει προβλέψει τον ξαφνικό του θάνατο, και μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να τον αντικαταστήσει και να σώσει τον Ντις - ο Μπράιον Μπραντ, Πρωταθλητής των Πρωταθλητών και κάτοχος μιας μυστικής δύναμης...". Έχουμε να κάνουμε με μια περιπέτεια παλαιάς κοπής, που από τη μια μπορεί να δείχνει λίγο τα χρονάκια της και να μην πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, από την άλλη όμως διαβάζεται πραγματικά πολύ ευχάριστα και γρήγορα, ενώ δίνει και λίγη τροφή για σκέψη. Δηλώνω ευχαριστημένος από τον γενικό ρυθμό της ιστορίας, από το όλο σκηνικό του πλανήτη, από κάποιες ιδέες, καθώς επίσης και από αρκετές δυνατές σκηνές και εικόνες. Από την άλλη, όμως, οι χαρακτήρες δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος, ενώ η όλη εξέλιξη της πλοκής ήταν μάλλον αναμενόμενη. Όσον αφορά τη γραφή, μου φάνηκε πάρα πολύ καλή και ευκολοδιάβαστη, με ρεαλιστικές περιγραφές τοπίων και καταστάσεων. Γενικά, δηλώνω πολύ ευχαριστημένος, σίγουρα πέρασα ωραία και ευχάριστα την ώρα μου, αν και σαν μυθιστόρημα έχει τα θεματάκια του και ίσως να μην είναι για όλα τα γούστα. Υ.Γ. Μπράβο στις εκδόσεις Η Άγνωστη Καντάθ που έφεραν το βιβλίο αυτό στην Ελλάδα, ελπίζοντας πάντως ότι στο μέλλον θα κυκλοφορήσουν και κάποιο από τα πολυδιαβασμένα έργα του (αναρωτιέμαι γιατί εξαρχής δεν επέλεξαν το "Make Room! Make Room!"). 8.5/10
  14. 2 points
    Μου είπε να διαλέξω ανάμεσα σε εκείνη και το γράψιμο. Της είπα ότι θα μου λείψει...
  15. 2 points

    until

    Είμαι μεταξύ τριών επιλογών για φέτος ( η μία είναι να τελειώσω κάτι, αν και ζορίζομαι να το βγάλω μέσα σε αυτόν τον μήνα)
  16. 2 points

    until

    Μέσα! Είπα εγώ ποτέ όχι σε συγγραφική πρόσκληση;
  17. 2 points
    Introducing….Η Κόκκινη Αυγή Χμμμμ….Καινούρια τριλογία μυρίζομαι. Φρέσκο αίμα στην αρένα. Ο Γρηγόρης Δημακόπουλος (κατά SFF Mournblade) κάνει το εκδοτικό του ντεμπούτο με το πρώτο μέρος της τριλογίας του Η Εποχή των Θρύλων με το βιβλίο Η Κόκκινη Αυγή, που κυκλοφορεί σε πολύ λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πηγή. Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Ο Mournblade είχε την ατυχία να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Άργησα να του πω τι σκεπτόμουν για το βιβλίο και τον ευχαριστώ για την υπομονή του. Η Κόκκινη Αυγή λοιπόν, εγκαινιάζει το σύμπαν της Εποχής των Θρύλων, που, ουσιαστικά, είναι ένα σύμπαν μετακαταστροφικό. Όχι ακριβώς εδώ, όχι ακριβώς ανθρώπινο, αλλά παρόν και ανθρώπινο, παρ’ όλα αυτά. Ο ακρογωνιαίος λίθος της κοσμοπλασίας του Δημακόπουλου θα μας φέρει στο νου την τριλογία του Mark Lawrence The Broken Empire, καθώς πρόκειται για έναν πολιτισμό μετά τον πολιτισμό. Ο άνθρωπος έχει επιστρέψει στα σπαθιά και στα δόρατα και κάθε λογής κίνδυνοι μαστίζουν τον παλιό καινούριο κόσμο του. Ο άνθρωπος μαθαίνει για ό,τι κάποτε υπήρξε μέσα από παραμύθια και παραδόσεις. Ο άνθρωπος δεν πιστεύει σε καμία καλόβουλη θεϊκή παρέμβαση, σε καμία καλοτυχία, σε καμιά ευλογία, και, παράλληλα, είναι πρόθυμος να αποδεχτεί ως αληθινό οτιδήποτε τον δυναστεύει και τον φοβίζει. Το καλό είναι δυσεύρετο, το κακό είναι πιθανότερο, είναι πανταχού παρόν και σχεδόν αναπόφευκτο. Το κακό δεν έχει καμία ανάγκη μαρτύρων. Μέσα σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον ο μικρός Χόουπ θα ξεκινήσει ένα ταξίδι μύησης, που ενδεχομένως να είναι ανεπιτυχές -αλλά που, σίγουρα, θα έχει ενδιαφέρον. Η Κόκκινη Αυγή είναι ένα χορταστικό fantasy παλαιάς κοπής και θα ικανοποιήσει ανάλογων ενδιαφερόντων αναγνώστες. Ο τρόπος που είναι γραμμένο, οι πλούσιες περιγραφές, τα μεγάλα κεφάλαια και οι εκτενείς σκηνές μάχης προκαλούν τον αναγνώστη να κάνει βουτιά στον τρομακτικό κόσμο του. Απαιτούν προσοχή και προσήλωση -αλλά αποζημιώνουν. Στοιχεία Έκδοσης Συγγραφέας: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος (aka Mournblade) Σελίδες: 608 Διαστάσεις: 16 x 23 Εκδοτικός Οίκος: Πηγή ISBN: 978-960-626-117-6
  18. 2 points
    Ιστορίες μαγείας και τρόμου Πολύ ωραία συλλογή διηγημάτων με θέμα τον τρόμο αλλά και τη μαγεία. Όλες οι ιστορίες είναι βασισμένες στη μυθολογία Κθούλου του Lovecraft. Ρόμπερτ Μπλοχ: Η σκιά στο κωδωνοστάσι: Πάνε μερικές εβδομάδες που τελείωσα το συγκεκριμένα διήγημα, αλλά δεν θυμάμαι και πολλά. Αυτό ενδεχομένως να μην είνα καλό, από την άποψη ότι δεν πρόκειται για κάτι το τρομερό. Αυτό που θυμάμαι, πάντως, είναι πως πρόκειται για μία σύντομη και απολαυστική ιστορία με ωραίο τέλος. Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ: Η φωτιά του Ασουρμπανιπάλ: Ένα καταπληκτικό διήγημα με εξαιρετικές και ανατριχιαστικές περιγραφές, παράξενες φυλές, αξέχαστες εικόνες κι ένα τέλος με το οποίο ανατριχιάζω ακόμα, εβδομάδες μετά την ανάγνωσή του. Από τα καλύτερα διηγήματα τρόμου που έχουν γραφτεί. Πρώτη επαφή με τον Χάουαρντ. Χ.Φ. Λάβκραφτ: Τα όνειρα του σπιτιού της μάγισσας: Αν και φαν του τρόμου, μέχρι στιγμής δεν έχω διαβάσει και πολύ Λάβκραφτ. Το συγκεκριμένο διήγημα μου υπενθύμισε ότι μάλλον πρέπει να τον διαβάζω συχνότερα. Δεν χρειάζεται να υπάρχει και ιδιαίτερη πλοκή στις ιστορίες του Λάβκραφτ. Από εκεί που δεν το περιμένεις θα σε ανατριχιάσει μία εικόνα, θα σε «ταράξει» το γράψιμό του. Ωραίο και τρομακτικό διήγημα. Ώγκαστ Ντέρλεθ: Ο κάτοικος του σκοταδιού: Αν και ωραία και ενδιαφέρουσα ιστορία, διαβάζοντάς την είχα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας προσπαθούσε υπερβολικά να περάσει στον αναγνώστη τον τρόμο, κάτι που σε εμένα τουλάχιστον δεν είχε θετικό αποτέλεσμα. Καλή ιστορία αλλά δεν ξετρελάθηκα. Κόλιν Ουίλσον: Η επιστροφή των Λοϊγκόρ: Ενδιαφέρουσα ιδέα και προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα. Η ιστορία έχει να προσφέρει εν γένει ευχάριστες στιγμές ανάγνωσης, ωραίους διαλόγους και ρεαλιστική ατμόσφαιρα. Χάρηκα πολύ που διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο. Ελπίζω στο μέλλον να βρεθούν κι άλλα τέτοια στα χέρια μου.
  19. 2 points
    καλησπέρα, μπορεί να γράψει όποιος θέλει, μέχρι τις 11-6?
  20. 2 points
    Άλλο πράγμα να ορίζει το κοινό τις αποφάσεις του δημιουργού και άλλο πράγμα ο δημιουργός να μη χτίζει το σενάριο έτσι ώστε να στηρίζονται οι αποφάσεις του.
  21. 2 points
    Φινάλε λοιπόν... Τεράστια απογοήτευση κ το τελευταίο επεισόδιο. Από πού ν’αρχίσω κ πού να τελειώσω; Η προχειρότητα του σεναρίου πραγματικά βεβηλώνει τους χαρακτήρες που έλαμψαν στις πρώτες σεζόν. Εκνευρισμός κ θλίψη για το τέλος μιας αγαπημένης σειράς. Κρίμα.
  22. 2 points
    Γεια χαρά. Το έχω διαβάσει το διήγημα του Κινγκ, όμως δεν μου ήρθε καν στο μυαλό όταν έγραφα την ιστορία. Αν σκεφτόμουν κάτι, ήταν το 'Heavy-Set', του Ray Bradbury. Υπάρχει και στο 'Τρέμω στο Άγγιγμά σου 2' με τίτλο 'Ο Φουσκωτός'. Θα έλεγα ότι η ιστορία του Κινγκ, αν και γραμμένη με το συγγραφικό στυλ του βασιλιά, είναι κάπως λαβκραφτική, τόσο στο στοιχείο της φρίκης που είναι στα ύψη, όσο και στην εξέλιξή της (πχ η φάση που στέκονται έξω από την πόρτα ή η ξετρελαμένη τρεχάλα που πατάνε όταν βγαίνει ο πατέρας). Από την άλλη, ο Μπράντμπερυ δεν έχει φρίκη, ωστόσο στην ιστορία του έχει φτιάξει έναν τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα (κι έναν δεύτερο μη σου πω) που με έκανε να την θυμάμαι περισσότερο από την ιστορία του Κινγκ.
  23. 2 points
    Σωστά. Δε με εμποδίζει κανείς να γράψω ένα διήγημα σε ένα μήνα από τώρα. Και μάλλον θα γράψω. Αλλά πρέπει πρώτα να ξαναγράψω τα Δέντρα Περπατάνε. Έχω να προσθέσω σκηνές και εξελίξεις. Κι όλα αυτά αφού πρώτα τελειώσει η πιεσμένη περίοδος της δουλειάς. Για να καταλάβεις αυτά τα μηνύματα σου τα στέλνω τώρα από τον χώρο εργασίας όπου βρίσκομαι από τις 6 το πρωί. 😭 Αλλά που θα πάει. Θα τα καταφέρω.
  24. 2 points
    2019 και ακόμα συζητούμε τα ίδια και τα ίδια. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχουν βγει ένα κάρο βιβλίο σε ελληνικό setting. Τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. Αρκετά μάλιστα διηγήματα με ελληνικό setting έχουν δημοσιευτεί σε επαγγελματικά περιοδικά του εξωτερικού. Ένα κέρδισε και σημαντικό βραβείο του χώρου. Το ελληνικό setting δεν αποτελεί καν πρόκληση, είναι κάτι δοκιμασμένο, που δουλεύει. Δεν είναι θέμα γούστου ή άποψης ή συζήτησης (το τι αρέσει στον καθένα είναι άλλο). Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting είναι θέμα άγνοιας και ασχετοσύνης. Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting στο sff.gr, όμως, προσωπικά με ξεπερνάει.
  25. 2 points
    Καλησπέρα κι από μένα. Να πω την αλήθεια μου βρίσκω μια τρομερή πρόκληση και ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον στο να γράψω σάι φάι με ελληνικό φόντο. Το πρόβλημα της Ελλάδας, και είναι πρόβλημα σε όλα, είναι το κόμπλεξ που κουβαλάμε σαν λαός. Δυστυχώς χτίσαμε μια ταυτότητα σε σχέση με το πώς οι άλλοι μας όρισαν (αυτοί οι φιλέλληνες, που μεγάλωσαν στα παλάτζο και στα αναγεννησιακά διαβάζοντας πλάτωνα και αριστοτέλη, χωρίς να φταίνε φυσικά οι άνθρωποι). Αυτοί, λοιπόν, οι άλλοι οραματίστηκαν μια Ελλάδα όπως την διάβασαν και όπως την φαντάστηκαν χωρίς φυσικά να αναλογιστούν ότι εμείς εδώ όταν γίναμε κράτος δεν μιλούσαμε καλά καλά τα ελληνικά και παίζαμε κλαρίνα στα πανηγύρια (και μάλιστα πολύ ωραία κλαρίνα-θα σας ανεβάσω αύριο γιατί σήμερα δεν τα βρίσκω). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι είμαστε σαν τα κομπλεξικά παιδιά που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους. Και έτσι εξηγείται και όλο αυτό το χαχα με το ελληνικό σέτινγκ το οποίο, θεωρώ, περιέχει μια φοβερή σειρά τοπίων που μπορεί να τροφοδοτήσει με πολύ δυνατά σκηνικά μια οποιαδήποτε ιστορία φαντασίας. Μάλιστα οι μυθολογίες και οι θρησκείες των λαών έχουν άμεση σχέση με τα τοπία του τόπου τους. Νομίζω λοιπόν ότι εμείς γελάμε γιατί ακριβώς έχουμε αποκοπεί από τον τόπο μας. Και δεν είναι αυτό κάποια εθνικίζουσα φανφάρα (επουδενί!). Κάθε τόπος περιέχει ένα δικό του μοναδικό δέος. Εμείς, απλώς, δεν γνωρίζουμε το δικό μας.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..