Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 08/11/2012 in Blog Entries

  1. 20 points
    Τι έμαθα γράφοντας ένα μυθιστόρημα Μόλις τελείωσα ένα μυθιστόρημα Ε.Φ. και είμαι στη φάση των διορθώσεων. Είναι 110.000 λέξεις και μου χρειάστηκαν 6,5 μήνες κατάστρωση και 13 μήνες συγγραφή. Τι ήξερα και επιβεβαίωσα αυτό τον ενάμιση χρόνο: Ότι είμαι απελπιστικά αργός στον σχεδιασμό της πλοκής και ότι καμιά φορά μου παίρνει βδομάδες να σκεφτώ τα πιο απλά πράγματα. Ότι, σ’ εμένα, η οδήγηση μειώνει δραστικά τον χρόνο επίλυσης των προβλημάτων πλοκής. Ότι είναι αδύνατον να σχεδιάσω ένα έργο πολλών δεκάδων χιλιάδων λέξεων μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια –κι ότι αυτό είναι καλό. Ότι οι καλύτερες ώρες μου για γράψιμο είναι πολύ νωρίς το πρωί όταν δεν έχω ακόμα ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Ότι, για μένα, η καλύτερη εποχή για γράψιμο είναι ο χειμώνας και η χειρότερη το καλοκαίρι. Ότι η θέση λογικών στόχων συχνά οδηγεί στην υπέρβασή τους. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστική. Ότι είμαι θεός μέσα στη δική μου ιστορία κι αυτό σημαίνει ότι, αν όλα τα άλλα δουλεύουν σωστά, μπορώ να με εμπιστεύομαι ότι θα βρω τη λύση, όταν χρειαστεί, ακόμα και στο πιο δύσκολο πρόβλημα. Ότι αγαπώ τους γυναικείους χαρακτήρες, λατρεύω τους γυναικείους χαρακτήρες και τρελαίνομαι για τους γυναικείους χαρακτήρες. Ότι είμαι πολύ είρωνας. Ότι το γράψιμο είναι λύτρωση από το κακό μέσα μου. Τι καινούριο έμαθα αυτόν τον ενάμιση χρόνο: Ότι τα παγώνια βγάζουν μια πολύ χαρακτηριστική κραυγή που δεν μπερδεύω πια με τίποτ’ άλλο. Ότι μπορώ τελικά να ξεκινήσω κάτι χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος για το τέλος του. Ότι, στις δικές μου τουλάχιστον ιστορίες, αυτό που πρέπει πάση θυσία να στέκει είναι τα κίνητρα. Ότι μπορώ να γράψω πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι νόμιζα. Ότι ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την έκταση του έργου είναι το πόσο βαθιά μπαίνει κανείς στους χαρακτήρες. Ότι μπορώ να προχωρήσω πάνω από μια πρόταση ή ένα κομμάτι που είναι εμφανώς προβληματικά και να γράψω παρακάτω, γιατί ο σκοπός δεν είναι να κερδηθεί η μάχη της παραγράφου ή της πρότασης, αλλά ο πόλεμος του μυθιστορήματος. Ότι μπορώ, σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον, να συμβουλέψω τον εαυτό μου την ώρα που γράφω για το πώς θα διορθώσει μετά τα λογικά σφάλματα, τις αναληθοφάνειες, ακόμα και τις κλισέ ή αδύναμες εκφράσεις. Ότι, αν ξέρω τι θέλω να γράψω και κατέχω καλά το κομμάτι, μπορώ να γράψω μέσα σε έναν χώρο μικρό όσο ένα παλιό βαγόνι τραίνου με δεκαπέντε άτομα καθιστά και όρθια γύρω μου να μιλάνε μεγαλόφωνα για να ακουστούν πάνω από τη δυνατή μουσική. Ότι οι χαρακτήρες, και ειδικά οι δευτερεύοντες, είναι πολυεργαλεία που, αν τα εκμεταλλευτώ σωστά, μπορούν να ξεκλειδώσουν κάθε πόρτα πλοκής και κινήτρων. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι αναπάντεχη και τρομακτική. Ότι η συγγραφή ενός μυθιστορήματος απαιτεί τόσες νίκες επί του εαυτού σου όσες και οι λέξεις του. Και ότι οι σβησμένες λέξεις μετρούν για διπλές. Ότι η δέσμευση για συγγραφή σε τέταρτους ως υπόσχεση που δεν είναι σωστό να αθετήσω, δουλεύει τόσο καλύτερα όσο πιο σημαντικοί είναι αυτοί.
  2. 14 points
    Οι πιθανές αντιδράσεις σ' αυτή την εικόνα είναι τρεις: ?, α!, ωχ... Αλλά ας ξεκινήσουμε απ' το ? National Novel Writing Month ονομάζεται το παγκόσμιο πρότζεκτ που θέτει έναν πάρα πολύ δύσκολο στόχο σε επίδοξους συγγραφείς: να γράψουν μια νουβέλα με τουλάχιστον 50.000 λέξεις (ή μέρος μιας νουβέλας, αλλά το μίνιμουμ λέξεων είναι αδιαπραγμάτευτο) μέσα σε τριάντα μέρες που ξεκινούν τα μεσάνυχτα 31 Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου και λήγουν τα μεσάνυχτα 30 Νοεμβρίου προς 1 Δεκεμβρίου. Έπαθλο δεν υπάρχει άλλο, εκτός απ' την ίδια τη δημιουργία και μπράγκιν ράιτς. Μιας και ο Οκτώβρης μπήκε και ο Νοέμβρης είναι κοντά και, μιας και το σφφ φιλοξενεί κάθε χρόνο σε μια μυστική γωνιά του τους νανοριμίτες (και μιας και προσεχώς κανας Νιχίλιος θ' ανοίξει το παραδοσιακό νανοριμοτόπικ για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι), ε, ας κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στις τριάντα μέρες συγγραφικής εκγατάλειψης. Όποιος περιμένει την 1η του Νοέμβρη για να μπαρκάρει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, το πιθανότερο είναι να σωριαστεί χάμω γύρω στη δεύτερη με τρίτη εβδομάδα και να τον φάνε οι γύπες που πρόθυμα καραδοκούν κάθε χρόνο πάνω απ' αυτούς που αποφασίζουν να τολμήσουν. Όπως πολλά πράγματα στη ζωή, χρειάζεται προετοιμασία. Ακόμα κι αν δεν είστε του οργανωτικού στυλ, με πινακάκια, αρχεία επί αρχείων, τακτοποιημένα συρταράκια ιδεών και χαρακτήρων και μοιρογνωμόνια πλοκών, ΚΑΙ ΠΑΛΙ θα χρειαστεί να έχετε δυο-τρία βασικά πραγματάκια: έτοιμη πλοκή, τουλάχιστον δυο-τρεις βασικούς χαρακτήρες και ένα γενικό πλάνο της ιστορίας σας. Προσωπικά, δεν μπορώ ν' αρχίσω αν δεν εχω και τέλος. Αλλά δεν είμαι εδώ για να δώσω συμβουλές. Το μόνο που θέλω είναι να περιγράψω πώς είναι για μένα το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά του κάθε μου, σχεδόν, Νοέμβρη. Όταν πάει να φύγει το καλοκαιράκι κι οι πρώτες βροχές ξεπλένουν την σκόνη (όχι πως η Στοκχόλμη προλαβαίνει και ποτέ να σκονιστεί, αλλά λέμε τώρα), αρχίζει να κατασταλάζει μέσα μου η ιστορία που θα γραφτεί απ' τις 3-4 που με κλωθογυρνάνε όλο το χρόνο. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που η μαγιά ετοιμάζεται: οι κούκλες παίζουν με φρενήρη ρυθμό τα βασικά κομμάτια της ιστορίας. Κάποιες κούκλες βγαίνουν εκτός μάχης ως ακατάλληλες, άλλες πάνε για ένα ρεκτιφιέ κι άλλες βγαίνουν απ' την ντουλάπα και ξεσκονίζονται. Μερικές δημιουργούνται επιτόπου κι οι παλιές φροντίζουν να τις περάσουν απ' τα καθιερωμένα καψόνια. Μέσα σ' ένα μήνα, οι βασικοί μου χαρακτήρες είναι έτοιμοι, έχουν τα ονόματά τους, τα μυστικά τους, το παρελθόν τους, την προσωπικότητά τους, πρόσωπα και σώματα. Κομμάτια διαλόγων παίζονται, σκηνικά στήνονται, κουστούμια ράβονται. Τρύπες κλείνουν, μερικές φορές ανοίγοντας άλλες, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Στο τέλος του μήνα, έχω μια γενική ιδέα του ποιος θα κάνει τι πού, πώς και με ποιον, αλλά, κυρίως, έχω γιατί θα κάνει αυτά που θα κάνει. Τον Οκτώβρη αυτή η διαδικασία γίνεται πιο συγκεκριμένη και λεπτομερής: τσεκάρεται η αληθοφάνεια του περιβάλλοντος που θα στηθεί η ιστορία, οι συνέπειες αλληλεπιδράσεων, τι θα φωτιστεί, τι θα μείνει στη σκιά, τι θα κρυφτεί και πώς μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Εγώ που δεν είμαι της οργάνωσης έξω απ' το κεφάλι μου σπάνια καταγράφω κάτι απ' αυτά, αλλά, αν γράψω, αυτό θα συμβεί τον Οκτώβρη. Σημαντικές λεπτομέρεις που θα κρίνουν κάποια πράγματα γράφονται, όπως και γενικές πληροφορίες σκηνικών. Μιας και ο κόσμος που έχω δουλέψει σχεδόν όλες μου τις φάνταζι ιστορίες είναι ένας, τσεκάρω ποια στοιχεία του θ' αναδείξω, αν θα συνδέσω χρονικά ή τοπικά αυτή την ιστορία με άλλες και πώς. Τον Οκτώβρη ζω στον κόσμο της ιστορίας μου. Προσεύχομαι στους θεούς του, υπακούω στους νόμους του, περπατάω στους δρόμους του, μιλάω με τους κατοίκους του. Θέλω να ξέρω κάθε του γωνιά όταν μπει η 1η του Νοέμβρη. Όχι γιατί θα τον περιγράψω (σπάνια μπαίνω σε περιγραφικές λεπτομέρειες), αλλά για να μπορούν οι χαρακτήρες μου να κινηθούν με άνεση μέσα του και να πουν την ιστορία τους. Και μετά έρχεται η πρώτη του Νοέμβρη και τ' άλογα φορτσάρουν στην εκκίνηση. Η πρώτη λίγη ώρα είναι κινέζικο βασανισήριο στο οποίο κοιτάω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στην οθόνη και η κενή σελίδα μού θυμίζει το άδειο μου κεφάλι. Μέσα σε τριάντα μέρες πρέπει να έχουν γραφτεί 50.000 λέξεις εκεί πάνω κι εγώ δεν ξέρω εκείνη τη στιγμή ούτε καν από πού ν' αρχίσω. Όταν, δειλά-δειλά, γραφτεί η πρώτη προτασούλα, η πρώτη παράγραφος, μετά νιώθω σαν καουμπόης του φαρ-ουέστ. Ρίχνω ένα γιιιι-χα!, σπιρουνίζω το άτι και τρέχω ξέφρενα, γεμίζοντας σελίδες. Αν η πρώτη μέρα δεν έχει τουλάχιστον δύο χιλιάρικα, είναι τραγική αποτυχία, για μένα. (Ο καθημερινός μέσος όρος λέξεων, μπάι δε γουέι, είναι το 1666 του σατανά και περισσεύεουν κάτι λίγα για το τέλος). Η πρώτη βδομάδα, σε γενικές γραμμές, έχει όλο τον ενθουσιασμό και την φόρα της εκκίνησης. Νιώθω ότι θα κατακτήσω τον κόσμο. Τόση αυτοπεποίθηση έχω που γυρίζω ξεδιάντροπα και κάνω και διορθώσεις! Δηλαδή, ούτε τσίπα, ούτε τίποτα! (Ένα ακόμα μπάι δε γουέι, αν το νανόριμο έχει έναν κανόνα -εννοώ έναν άλλο κανόνα εκτός απ' τον σκάσε και γράφε- αυτός ο κανόνας είναι ο σκάσε και γράφε και μην κοιτάς πίσω σου.) Ρε, δε με σκιάζει φοβέρα καμιά! Έχω ιστορία, έχω χαρακτήρες που περπατάνε πάνω στην ιστορία σαν μοντέλες στην πασαρέλα κι εγώ τους φτύνω μην τους βασκάνω. Τη δεύτερη βρομάδα ο ρυθμός, αναμενόμενα, πέφτει. Βγαίνουν και πάλι οι 1666 σατανικές λέξεις την ημέρα, αλλά δύσκολα, πολύ δύσκολα βγαίνει κάτι παραπάνω. Οι χαρακτήρες σα να βαριούνται, σα να ξεχνάνε τα λόγια τους, τα σκηνικά σα να παραπαίουν κι η υπόθεση σα να ξεφεύγει. Η δεύτερη βδομάδα, προς το τέλος της, είναι ένα κομβικό σημείο.Ξέρεις πως πρέπει να έχεις εικοσιπέντε χιλιάρικα στο τσεπάκι σου. Αν έχεις κάτω από είκοσι, εύκολα σε παίρνει από κάτω και τα παρατάς. Αν έχεις χτυπήσει το εικοσιπεντάρι κι είσαι στα μισά, συνειδητοποιείς ότι έχεις άλλο τόσο, μόνο που φαντάζει τόσο απροσπέλαστο όσο και το Έβερεστ. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που παρατούν το νανό, το κάνουν τότε, στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας. Κυρίως γιατί βλέπουν την τρίτη εβδομάδα να έρχεται και μαζί της... writer's block. Ο φόβος και ο τρόμος του συγγραφέα γενικά, του νανοριμίτη ειδικά. Πού πας, ρε Καραμήτρο, να βγάλεις πενήντα χιλιάρικα σ' ένα μήνα, αν φας πέντε μέρες με το κεφάλι τάμπουλα ράζα; Ο πανικός έρχεται, οι παλάμες ιδρώνουν, ξεκινά η γκρίνια, η μουρμούρα κι οι δέκα ινδιάνικες κατάρες στο νανόριμο. Βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες να γράφεις κι ορκίζεσαι στα κόκκαλα του Όσκαρ Ουάιλντ ότι ποτέ των ποτών των ποτέποτων δεν πρόκειται να το ξανακάνεις για κανέναν απολύτως λόγο, δεν πα να σου τάξουν το βάρος σου σε μπύρα ή μια βδομάδα πληρωμένες διακοπές με την Αντζελίνα Τζολί ΚΑΙ τον Τζόνι Ντεπ μαζί. Ο κέρσορας αναβοσβήνει χλευαστικά: στο τέλος της εβδομάδας το κοντέρ πρέπει να δείχνει κάτι λιγότερο από 40Κ κι εσύ πνίγεις τον πόνο σου σε καφεΐνη, νικοτίνη (αχ, πόσο μού λείπεις τον Νοέμβρη, νικοτίνη μου...) και αλκοόλη. Σούρνοντας το κουφάρι σου, προσπαθείς να γράψεις μια λεξούλα κι άλλη μία ακόμα, να το πιάσεις από αλλού και ξαφνικά μπραφ! Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας τρως μια ξανάστροφη από κανα-δυο χαρακτήρες που σου ανακοινώνουν ότι αναλαμβάνουν αυτοί από δω και πέρα και αρχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Η πλοκή που φάνταζε τόσο ευθεία όσο και αδιέξοδη αρχίζει τις παρακάμψεις, βάζει, βγάζει και μέχρι το τέλος της εβδομάδας σε προσγειώνει πίσω, αλλά κοντά στο όριό σου. Και μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Όταν ξεκινά η τέταρτη εβδομάδα, το μόνο που θες είναι να βλέπεις τις λέξεις που σου μένουν να μειώνονται. Να γίνουν τετραψήφιες, για αρχή και μετά 8.000, 7.000. 6.000. Κάθε χιλιάρικο είναι μια μεγάλη, τεράστια νίκη, είναι ένα άλμα προς το τέλος που βλέπεις θαμπά στην άκρη του τούνελ. Περιττό να πω ότι λέξεις όπως "ποιότητα" ή "επιμέλεια" έχουν σβηστεί εδώ και μέρες απ' το λεξιλόγιό σου και το μόνο που έχει απομείνει είναι "λέξεις". Κυρίως όσο πλησιάζουν οι μέρες στις 28-29 Νοέμβρη, οι λέξεις είναι το μόνο που μπορείς να σκεφτείς γενικά. Το μαλλί την έχει δει Μπετόβεν, το μάτι γυαλίζει, η γλώσσα κρέμεται στο πλάι σαν λαχανιασμένου ροτβάιλερ, τα δάχτυλα τρέμουν πάνω απ' τα πλήκτρα και το μόνο πράγμα που έχεις στο μυαλό σου είναι να τελειώσεις την μπιπ την ιστορία, μπιπ το μπιπ του μπιπ κι ας βρουν μετά το κουφάρι σου απλωμένο σα χτυπημένο χταπόδι πάνω στο πληκτρολόγιο. Φτάνει ο μετρητής λέξεων να λέει 50.001 και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Είναι μαγική η στιγμή που ο μήνας αλλάζει κι εσύ παίρνεις μια ανάσα, βαθιά και γεμάτη, και κοιτάς πίσω σου. Κοιτάς 50.000 λέξεις δικές σου, μια ιστορία δικιά σου, που γράφτηκε τόσο γρήγορα κι επίπονα, σα γέννα. Μόνο όσοι το έχουν κάνει μπορούν να το καταλάβουν. Αυτή την ανάσα, αυτό το συναίσθημα της ολοκλήρωσης, ότι τα κατάφερες, το έκανες, το έγραψες, νίκησες τον εαυτό σου, την καρέκλα, τον χρόνο, τα 'πιασες όλα μέσα στη χούφτα σου, τα ζούπηξες κι όταν την άνοιξες, μέσα υπήρχε μόνο μια ιστορία. Δική σου. Όταν γράφω την τελευταία λέξη, νιώθω μόνο κούραση. Δε θέλω να δω υπολογιστή ποτέ ξανά στη ζωή μου, το μόνο που θέλω είναι ν' ανοίξω μπακάλικο και να γελάω σαν χαζόγρια κάθε φορά που κάποιος αναφέρει την συγγραφή. Την επόμενη μέρα όλο αυτό έχει εξαφανιστεί. Ο Δεκέμβρης εχει μέσα του τις 50.000 λέξεις κι όλη την χαρά και την υπερηφάνεια που τις ακολουθεί. Κι εγώ... εγώ μετράω μέρες, μέχρι το επόμενο. Πλέον το παραδέχομαι αναίσχυντα: λαχταρώ τις τριάντα βασανιστικές μέρες του νανόριμο κι αγαπώ τον Νοέμβρη που μου το χαρίζει. Και, φυσικά, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την οικογένεια του νανό εδώ μέσα, που σπρώχνει, ενθαρρύνει, τραβάει, βοηθάει, είναι εκεί και συμπάσχει, συμβουλεύει, καμαρώνει. Γιατί πέρσι δεν έγραψε ο καθένας 50.000 λέξεις (κι όσες έγραψαν αυτοί που δεν ολοκλήρωσαν). Γράψαμε όλοι μαζί 500.000 (ή, μάλλον 600.000). Είναι τόσο ασύλληπτο όσο και πραγματικό. Κι είναι δικό μας. Όλων μας.
  3. 10 points
    Αριστερά, σ’ αυτή τη φοβερή και τρομερή φωτογραφία, βλέπετε τον Κώστα Γρίμπιλα. Στη μέση, η κυρία που ακουμπάει το χέρι της στην καρδιά ‘του’ είναι η Ρόζμαρι Ζάμιτ, μητέρα του εικοσάχρονου Αυστραλού δωρητή οργάνων Ντουζόν Ζάμιτ. Δεξιά είναι ο άντρας της, Όλιβερ. Αυτό που δεν βλέπετε, γιατί αυτοί οι Άνθρωποι δεν επέτρεψαν να χωρέσει εκεί, είναι τα σκουλήκια. Ο Ντουζόν, όπως ίσως θυμάστε, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου το 2008 από μπράβους μαγαζιών στη Μύκονο (22, 8 και 7 χρόνια φυλάκιση). Ο Όλιβερ και η Ρόζμαρι Ζάμιτ προχώρησαν τότε στη δωρεά της καρδιάς του γιου τους –ίσως τον θυμάστε από τα δελτία ειδήσεων. Ο Όλιβερ μάλιστα πάντρεψε τον Κώστα, ο οποίος μένει πια στην Αυστραλία και έχει στενές σχέσεις με τους γονείς του ανθρώπου του οποίου η καρδιά χτυπάει στο στήθος του. Χθες διάβασα ότι ο Κώστας Γρίμπιλας και η σύζυγός του απέκτησαν παιδί. Είναι τόσο ευτυχισμένος, όσο και ευγνώμων για το δώρο που δέχτηκε πριν από χρόνια. Νιώθει, και έχει απόλυτο δίκιο, ότι χρωστάει τη ζωή του και τη ζωή του παιδιού του στον Ντουζόν. Η περίπτωση Γρίμπιλα / Ζάμιτ είναι πολύ σπάνια, καθώς γνωρίστηκαν λόγω της δημοσιότητας που πήρε η δολοφονία. Κανονικά, απαγορεύεται από τον νόμο οι συγγενείς των δωρητών να γνωρίζουν τους λήπτες, ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα οικονομικών δοσοληψιών. Η ανάγκη όμως για μεταμοσχεύσεις είναι καθημερινή. Σκέφτομαι λοιπόν (εδώ και χρόνια, απλώς τώρα στρώνομαι να το γράψω): Η εναλλακτική του Όλιβερ και της Ρόζμαρι όταν έμαθαν ότι ο γιος τους είναι νεκρός (και μάλιστα με τέτοιο τρόπο…) η αυθόρμητη, αυτόματη αντίδραση, ήταν προφανώς ένα οργισμένο / συντετριμμένο: «Να πάρουμε το σώμα του παιδιού μας πίσω. Να το κηδέψουμε και να το θρηνήσουμε». Να αφήσουμε την καρδιά του να τη φάνε τα σκουλήκια. Δεν το σκέφτηκαν εκείνοι. Εγώ το προσθέτω. Επειδή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Βάζω, λοιπόν, τον εαυτό μου στη θέση του κάθε Κώστα Γρίμπιλα. Είμαι στο νοσοκομείο. Με τεχνητή καρδιά. Με βηματοδότη. Ή υποβάλλομαι κάθε δυο μέρες σε αιμοκάθαρση. Έχω κατεστραμμένους κερατοειδείς. Πνεύμονες. Συκώτι. Έχω ανάγκη από μεταμόσχευση δέρματος ή οστών. Η ζωή μου είναι σε διαρκή, καθημερινό κίνδυνο. Ίσως δεν έχω παρά λίγους μήνες βασανιστικής ζωής μπροστά μου. Η ιατρική αγγίζει πλέον τα επίπεδα της θαυματοποιίας. Σε πολλές περιπτώσεις, το μόνο που χρειάζονται οι γιατροί είναι όργανα για να μεταμοσχεύσουν. Είμαι λοιπόν σ’ αυτή την τραγική θέση και σκέφτομαι, ξέρω, ότι χθες πέθαναν 325 συνάνθρωποί μου σε όλη την Ελλάδα. Ακόμα κι αν μπορεί να μεταμοσχευθεί μόνο το ένα τρίτο των διαθέσιμων οργάνων (δική μου πρόχειρη εκτίμηση), αυτό σημαίνει χοντρικά εκατό καρδιές, διακόσιοι πνεύμονες, διακόσιοι κερατοειδείς. Στα σκουλήκια. Και ξέρω ότι σήμερα θα πεθάνουν άλλοι 325 συνάνθρωποί μου. Καλοί άνθρωποι. Που νοιάζονταν για τους άλλους. Και θα πάρουν και σήμερα όλα τα όργανά τους. Στα σκουλήκια. Κι εγώ θα μείνω εδώ να περιμένω. Για χρόνια. Γιατί και αύριο, και μεθαύριο, θα συμβεί ακριβώς το ίδιο. Θέλετε κι άλλα μακάβρια αλλά πέρα για πέρα αληθινά νούμερα; Αν ήμουν καρδιοπαθής και άντεχα να τη στήνω κάθε μέρα έξω από το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, το πιο πιθανό είναι ότι κάθε μέρα, κάθε μία εφιαλτική μέρα, θα έβλεπα να περνάει από μπροστά μου τουλάχιστον μία κατάλληλη καρδιά, κλεισμένη μέσα σε μια ξύλινη κάσα, για να σερβιριστεί. Στα σκουλήκια. Θα τρελαινόμουν –κυριολεκτικά!– να παίζω αυτό το διεστραμμένο παιχνίδι, ξανά και ξανά και ξανά. Μέχρι να βρεθεί κάποιος Όλιβερ και κάποια Ρόζμαρι να κάνουν αυτό που, εγώ τουλάχιστον, θεωρώ αυτονόητο. Ή μέχρι να πεθάνω. Δεν έχω ούτε εγώ ούτε κανένας συγγενής ή φίλος μου ανάγκη από μεταμόσχευση, αλλά αυτό δεν αλλάζει την πραγματικότητα, ούτε κάνει το όλο θέμα λιγότερο τραγικό. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Γιατί όταν κάποιος νεκρός χαρίζει ζωή σε ασθενείς, το μαθαίνουμε; Γιατί είναι είδηση η ανθρωπιά; Γιατί είναι ήρωες ο Όλιβερ και η Ρόζμαρι Ζάμιτ; Γιατί δεν μπορούμε περισσότεροι Έλληνες και Ελληνίδες να σκεφτούμε το αυτονόητο; Γιατί είμαστε από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά δωρεάς οργάνων; Αύριο, σε μια βδομάδα, σε έναν χρόνο ή σε μια δεκαετία από σήμερα, κάποιος από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές (ή εγώ που τις γράφω) θα βρεθεί στη δύσκολη θέση εκείνου που θρηνεί χωρίς να περνάει καν από τον νου του το αυτονόητο. Δεν χρειάζεται και δεν ωφελεί να χτυπάτε ξύλο. Είναι θέμα αριθμών, είναι ζωή. Θα συμβεί. Θα ήθελα τότε, όταν θα έχει σημασία, να φέρετε στη μνήμη σας αυτή τη φοβερή και τρομερή φωτογραφία. Και να γίνετε Όλιβερ και Ρόζμαρι. Δεν κοστίζει τίποτα σε χρήματα. Είναι Δωρεάν, στην κυριολεξία. Κοστίζει μόνο σε καρδιά.
  4. 9 points
    Εντάξει, υπερβολές. Δεν είναι πάντα φιλί κι αγαπούλες. Μερικές φορές είναι τσιρίδες, σκαμπίλια και κρίσεις ζήλειας. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Μούσα είναι γένους θηλυκού. Έχει όλα τα χαρακτηριστκά του φύλου: γκρινιάρα, απαιτητική, ζηλιάρα και ναζιάρα. Και attention whore. Και τότε γιατί επιμένει ο κόσμος να την λατρεύει; Ε, είναι καλή στο κρεβάτι. Όταν ήμουν πιτσιρίκα, δεν την έλεγα Μούσα. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό. Αυτό που είχα μέσα στο κεφάλι μου, το οποίο μ' έκανε να φεύγω και να χάνομαι για ώρα, να ζω άλλες καταστάσεις σ' άλλους κόσμους με άλλους ανθρώπους, να με τσιγκλάει, να με γαργαλάει, να με πονάει μερικές φορές, το είχα εικονοποιήσει σαν μαμούνια. Δεν έλεγα ψέματα όταν με ρώταγε η μάνα μου "γιατί δε διάβασες;" κι εγώ απαντούσα: "μ' ενοχλούσαν τα μαμούνια". Δεν μπορούσα να το εξηγήσω καλύτερα. Και, ναι, ήταν ενόχληση αρκετά συχνά, γιατί δεν ήξερα τι να τα κάνω. Απλά γυροφέρνανε στο μυαλό μου, δεν μπορούσαν να βγουν από πουθενά και με κανέναν τρόπο και ζουζουνίζανε και με ζαλίζανε. Η μουσική τα ηρεμούσε, μερικές φορές. Ίσως γι αυτό ένας απ' τους πρώτους μου έρωτες ήταν το πιάνο μου. Πρόσφατα η μάνα μου μού θύμισε ότι ήμουν οχτώ ετών όταν έγραψα ιστορία πρώτη φορά, ένα μονόπρακτο θεατρικό ΕΦ (κι εγώ σοκαρίστηκα), το οποίο παίξαμε με την παιδική μου φιλενάδα για τις μανάδες μας. Επίσης μού θύμισε ότι έγραφα πολύ συχνά ιστορίες για τους φίλους μου, με τους οποίους παίζαμε τα απογεύματα τους Μυστικούς Εφτά (τον Σκάμπερ τον έκανε ένα θηλυκό κόλεϊ, γιατί δεν μας βρισκόταν πρόχειρο αρσενικό κόκερ). Και πολλές φορές μ' έβρισκε φουρκισμένη να διαμαρτύρομαι γιατί συνέβη αυτό στο τάδε βιβλίο, ενώ εγώ ήθελα να συμβεί το άλλο και να ισχυρίζομαι ότι εγώ θα το έγραφα καλύτερα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα είχα ξεχάσει αυτά, ενώ συνέβαιναν παράλληλα με ποδήλατο, μπάλα, ξύλο, μήλα, κρυφτό, κυνηγητό, λάστιχο, σουμπουτέο κι ένα σκασμό άλλα παιχνίδια που θυμάμαι με απόλυτη καθαρότητα. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, έγραφα τραγούδια με φρενήρη ρυθμό. Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, έβγαζα τ' απωθημένα μου στην κιθάρα μου και σ' ένα μικρό μπλοκάκι (που κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα), το οποίο γέμιζε με στίχους σε καθημερινή, σχεδόν, βάση. Κοκκινίζω και μόνο που θυμάμαι όλη αυτή τη δραματορομαντικομελούρα της ηλικίας που είναι αποτυπωμένη σε στίχους φτηνού ελαφρορόκ και σε αντίστοιχες μελωδίες των δύο ριφ. Νόου Μούσα δέαρ. Απλές ορμόνες και ό,τι άλλο πάει στραβά στην εφηβεία. Ναι, μερικές φορές (σπάνια), που έγραφα κάτι καλύτερο, ένιωθα μια σκιά, ένα χάδι στο μυαλό μου, αλλά όχι συγκεκριμένη παρουσία. Ούτε όταν έγραψα την πρώτη μου συνειδητή ιστορία, γύρω στα δεκάξι, δεκεφτά, ένιωθα τη Μούσα. Ένιωθα πείσμα και πολλά άλλα πράγματα, αλλά όχι αυτό το γαργαλητό στο μυαλό μου. Αυτό το ένιωσα πρώτη φορά πριν από δέκα χρόνια, περίπου, όταν χρειάστηκε να ξεπεράσω κάτι και ο μόνος τρόπος που βρήκα να το ξορκίσω χωρίς να το ξεχάσω, ήταν να γράψω. Ναι, τότε την ένιωσα. Καθόταν δίπλα μου, μού ψιθύριζε, μού σκούπιζε τα δάκρυα, με παρηγορούσε, με βοηθούσε στην κάθε λέξη και μού έδινε δύναμη για να μην τα παρατήσω. Ε, πολύ θέλει ο άνθρωπος για να πέσει; Ανάσκελα και με τα πόδια στον αέρα μ' έριξε η ρουφιάνα. Από τότε μ' έχει στη διάθεσή της. Δέκα χρόνια πλέκει ιστούς κι ακόμα και τώρα, που ξέρει ότι μ' έχει δεμένη χειροπόδαρα, συνεχίζει να πλέκει κι άλλο, για παν ενδεχόμενο. Μου ψιθυρίζει, με χαϊδολογάει, με ξυπνάει μέσα στη μαύρη νύχτα, μ' ενοχλεί όταν κάνω το οτιδήποτε δεν την αφορά, με συντροφεύει όταν έχω μοναξιές, μου κρατάει μούτρα όταν δεν της δίνω σημασία και υστεριάζει όταν βαριέμαι. Έχει γίνει ο φανταστικός φίλος που δεν είχα όταν ήμουν παιδάκι. Είναι πάντα εκεί όταν παίζω με τις κούκλες, να μού δίνει ιδέες. Μερικές φορές παίζει και μόνη της. Κι όταν με κοιτάω στον καθρέφτη και λέω: "μωρή, μιλάς μόνη σου, φύρανες," η Μούσα κακαρίζει. Αλλά οι πιο όμορφες στιγμές, αυτές που κάνουν όλες τις κορδέλες, τις υστερίες και τα νάζια ν' αξίζουν τον κόπο, είναι τα φιλιά της στο αυτί μου. Η στιγμή που έρχεται απ' το πουθενά και ψιθυρίζει κάτι κι ίσα που αγγίζει το δέρμα μου, κάνοντάς με ν' ανατριχιάσω ολόκληρη, η στιγμή που το φιλί της, στον αέρα σχεδόν, γεμίζει το μυαλο με αστερόσκονη μου και το μουδιάζει, η στιγμή που κάθομαι ακίνητη κι ούτε καν αναπνέω, είναι η στιγμή που νιώθω σαν θεότητα, αθάνατη κι εκλεκτή. Στο μυαλό μου μεγαλώνει μια ιστορία και τη νιώθω σα μάνα να σχηματίζεται μέσα μου, ακούω την καρδιά της να χτυπάει, νιώθω τις κινήσεις της κι αγωνιώ για τη στιγμή που θα την κρατήσω στα χέρια μου. Ναι, πονάει όταν βγαίνει και σαν παιδί χρειάζεται φροντίδα και προσοχή για να μεγαλώσει, αλλά στο τέλος... εκεί βρίσκεται η στιγμή που η ιστορία στέκεται έτοιμη κι εγώ με τη Μούσα, πιασμένες χέρι χέρι, καμαρώνουμε το παιδί μας. Ναι, με βασανίζει και ζητά τον ουρανό με τ' άστρα. Όσα πιο πολλά της δίνω, τόσο πιο απαιτητική γίνεται. Αλλά της τα δίνω. Γιατί με τίποτα δε θ' άντεχα τη σιωπή της.
  5. 7 points
    Ανήκω στην κατηγορία ανθρώπων που αγαπούν τα Μουσεία, τη βρίσκουν με μούμιες, πίνακες και αγάλματα και θεωρούν πως θα ήταν μια πάρα πολύ ωραία ιδέα αν τα μουσεία παγκοσμίως έκαναν ανταλλαγές περιεχομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε ΟΛΟΙ να έχουν πρόσβαση στην ιστορία και να μην χρειάζεται να πάνε μέχρι την Ιαπωνία για να δουν ένα πραγματικό κατάνα. Εντούτοις δεν άρχισα να γράφω για να μεταφέρω τις "επαναστατικές" μου πεποιθήσεις σχετικά με τον πανανθρώπινο πολιτισμό. Σκοπός μου είναι να περιγράψω λίγο το Ιστορικό Μουσείο της Στοκχόλμης. Όχι τόσο για αυτά που δείχνει, όσο για αυτά που λέει και αυτά που ρωτάει. Ναι, αυτό το Μουσείο υποβάλλει διαρκώς τον επισκέπτη στην επίπονη διαδικασία της σκέψης. Η πρώτη επίσκεψη στο Historiska έγινε σχεδόν "τυχαία", όταν είχαμε την χαρά να φιλοξενούμε τον Nirgal. Μιας και το Vasa (το παλαιότερο πλοίο που ανασύρθηκε ολόκληρο μετά από ναυάγιο και έχει μετατραπεί σε Μουσείο) ήταν κλειστό για λόγους συντήρησης και το Nordiska είναι λίγο πιο λαογραφικό, καταλήξαμε στο Historiska. Κάναμε αρχή με τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα (απ' το 4000 π.Χ μέχρι και την εποχή των Βίκινγκ), σκελετούς, κοσμήματα, εργαλεία, υφάσματα και τα λοιπά. Η παρουσίαση ήταν πολύ καλή, αν και σχετικά σύντομη, καθώς, όπως και να το κάνουμε, η Σκανδιναβία δεν είχε να επιδείξει τίποτα ιδιαίτερο από πολιτισμικής άποψης τω καιρώ εκείνω. Και μετά περάσαμε στο πρώτο σοκ: ένας ευρύχωρος διάδρομος με καθίσματα και παιχνίδια για τα παιδιά και στην αριστερή του πλευρά πόρτες που οδηγούσαν σε θεματικά δωμάτια. Προφανώς δεν ήταν αυτό το σοκ, αν και ο χώρος ήταν μοντέρνος κι ευχάριστος. Το σοκ ήταν στις επιγραφές που υπήρχαν στην είσοδο κάθε δωματίου και περιγράφουν το θέμα που πραγματεύεται. Όπως, φερ' ειπείν, η οικογένεια και η δομή της, οι ρόλοι των φύλων, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η έννοια και τα πρότυπα της ομορφιάς, η δύναμη και η πίστη, η σχέση του πολιτισμού με το περιβάλλον, η μετανάστευση, το πώς αλλάζει η Ιστορία ανάλογα με το ποιος την αφηγείται, πώς κρίνουμε την Ιστορία με βάση το παρόν, πώς κατηγοριοποιούμε την σπουδαιότητα προσώπων και αντικειμένων, τόσο στην Ιστορία, όσο και στην καθημερινότητα. Κάθε δωμάτιο φέρνει τον επισκέπτη αντιμέτωπο με τις ιδέες, τις γνώσεις και τις προκαταλήψεις του, με αυτά που θεωρεί δεδομένα κι αυτά που νομίζει πως ξέρει, με τις επιπτώσεις που έχει η κάθε του πράξη στην Ιστορία. Το Μουσείο αυτό, για τον επισκέπτη που θέλει να σκεφτεί, είναι ένας υπέροχος πονοκέφαλος ιδεών και μια δημιουργική σύγκρουση με τον εαυτό του. Το δεύτερο σοκ ήταν μια υπέροχη και τόσο απλή ιδέα που κάνει κάθε Έλληνα με 4000 χρόνια πολιτισμού και ιστορίας να ουρλιάξει "ΓΙΑΤΙ;;;;": μια αίθουσα παιχνιδιού. Το παιχνίδι είναι να βρεις αρχαιολογικά ευρήματα, να τα αξιολογήσεις και να τα τοποθετήσεις εκεί που ανήκουν. Το μέρος έχει σκάμματα με διαφορετικό είδος χώματος και άμμου (γιατί, προφανώς, είναι από διαφορετικές περιοχές) και πρέπει να πας στο κατάλληλο, να σκάψεις με τα χέρια σου, να βρεις το "εύρημα", να το καθαρίσεις προσεκτικά με το βουρτσάκι για να μην χαλάσει, να το πας στο "εργαστήρι" για να βρεις από ποια εποχή είναι και να το βάλεις στην κατάλληλη θήκη. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε ΕΝΑ παιδί που δεν θα έπεφτε με τα μούτρα στο σκάμμα, γεμάτο ενθουσιασμό, που δεν θα μπολιαζόταν με αγάπη για την ιστορία, αντί να θεωρεί πως ένα Μουσείο είναι ένα στείρο και νεκρό μαυσωλείο. (Γενικά το Historiska είναι human-friendly και, κυρίως, children friendly. Εκτός από κόκκαλα και τέτοια που βρίσκονται πίσω από βιτρίνες, όλα τα υπόλοιπα μπορείς να τ' αγγίξεις και υπάρχουν επιγραφές που λένε: please touch. Επίσης έχει έναν κήπο με Βικινγκοσκηνές που μπορούν να παίξουν τα παιδιά, διάφορα μεγάλα παιχνίδια διάσπαρτα μέσα στο μουσείο, κουίζ για τα πιο μεγάλα, αλλά και γενικά οι γονείς τ' αφήνουν να τρέχουν και να παίζουν και να γελάνε. Είναι υπέροχο το πόσες φορές σταματάνε μπροστά σε κάτι που τους κάνει εντύπωση και ρωτάνε τι είναι, χωρίς να νιώθουν υποχρεωμένα να παρατηρούν το κάθε τι.) Η αίθουσα με την ιστορία των Βίκινγκ δεν ήταν σοκ. Ήταν προσεγμένη, όμορφη, γεμάτη, αλλά συνηθισμένη... μέχρι που ο επισκέπτης φτάνει σ' έναν χώρο που πραγματεύεται το πώς έχει χρησιμοποιηθεί η εικόνα των Βίκινγκ κατά περίσταση. Μια απ' αυτές ήταν μια αφίσα του ΒΠΠ, στην οποία οι Ναζί παρομοίαζαν το τάγμα τους με τους Βίκινγκ προκειμένου να στρατολογήσουν Νορβηγούς στρατιώτες. Ξερά, στεγνά, χωρίς χαϊδέματα, αυτή η ΤΕΡΑΣΤΙΑ αφίσα ήταν απέναντι απ' τα λέγκο Βίκινγκ. Και σαφώς πολλοί θα βγουν και θα πουν για τον "ουδέτερο" ρόλο της Σουηδίας στον ΒΠΠ και θα 'χουν δίκιο. Κοίτα, λοιπόν, όμως, που οι Σουηδοί, μέσα στο Ιστορικό τους Μουσείο, δεν ντρέπονται να πουν ούτε τι έκαναν, ούτε ότι ήταν λάθος. Στον πάνω όροφο του Μουσείου, ένας χρονολογικός διάδρομος πάει τον επισέπτη από εποχή σε εποχή κι από δεκαετία σε δεκαετία, μέχρι που φτάνει στον 20ο αιώνα. Κι εκεί λέει ξεκάθαρα ότι η Σουηδία επέτρεψε στην Γερμανία να περάσει κι έκανε τα στραβά μάτια. Ότι η Σουηδία προμήθευσε την Γερμανία με πρώτες ύλες. Και λέει ότι αυτό είναι ένα αμφιλεγόμενο πολιτικό κομμάτι της ιστορίας που ακόμα προβληματίζει τους Σουηδούς. Δεν κρύβει. Δεν καλύπτει. Φέρνει τον επισκέπτη μπροστά στην ιστορική μαλακία και του τη δείχνει με το δάχτυλο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να μάθει απ' τα λάθη του χωρίς, πρώτα, να τα παραδεχτεί. Κι αυτό ήταν ένα ακόμα σοκ. Μέσα στο Historiska, η Ιστορία δεν είναι ωραιοποιημένη. Είναι όσο πιο ουδέτερη γίνεται. Βρίσκεται εκεί για να παίξει τον ρόλο του Σωκράτη. Σου δείχνει κάτι και σε ρωτάει ποιες είναι οι σκέψεις σου πάνω σ' αυτό που είδες, ποια τα συμπεράσματά σου και πώς τα έβγαλες. Χθες πήγα για δεύτερη φορά, μαζί με τον Άλεξ που δεν το είχε δει. Είμαστε σίγουροι ότι θα ξαναπάμε. Ότι θα πάμε κι άλλο κόσμο εκεί, όσους έρθουν να μας επισκεφτούν. Όχι γιατί έχει ΤΑ εκθέματα. Δεν είναι μόνο αυτός ο ρόλος ενός Μουσείου. Είναι πρόκληση για προβληματισμό για έμπνευση, για αμφισβήτηση. Δεν δίνει μόνο γνώση. Απαιτεί σκέψη. http://www.historiska.se/
  6. 7 points
    Το SFFNoWriMo αρχίζει και ο γερό-RObiN σας παραθέτει μερικά μικρά μυστικά που μπορείτε να ακολουθήσετε για μια επιτυχημένη "μαγειρική" συνταγή: Γράφετε κάθε μέρα έστω και από λίγο. Είναι από τα σημαντικότερα μικρά μυστικά. Η καθημερινή άσκηση φέρνει την επιτυχία. Ταυτόχρονα σε περίπτωση που κάτι σας συμβεί μπορείτε την επομένη να καλύψετε το κενό. Μην αφήσετε τις μπύρες να σας ξεμυαλίσουν (και τα λουκάνικα και τα hamburger κλπ κλπ). Μην αγχωθείτε να τελειώσετε. Ακόμα και αν δεν φτάσετε το όριο των 50.000 λέξεων η εξάσκηση θα έχει προσθέσει ένα λιθαράκι. Ενσωματώστε μέσα στη πρώτη εβδομάδα μαζί με τη γραφή σχέδιο για σκελετό της ιστορίας. Μιας και θα πρέπει να τη γράψετε σε χρόνο dt δεν υπάρχει χρόνος για αναλυτικές πλοκές. Βασιστείτε σε αυτά που ξέρετε να κάνετε καλύτερα και σε γρήγορες εναλλαγές σύμφωνα με τη διαίσθησή σας . Άλλωστε μετά το Νοέμβρη πάντα μπορείτε να αναπροσαρμόσετε την ιστορία … και ξεχάστε επιτέλους να νομίζετε ότι μόλις τελειώσει ο μήνας θα πάτε στον τυπογράφο . Χρησιμοποιήστε ένα πρόγραμμα το οποίο κάνει auto-save οπότε δε θα κινδυνεύετε να χάσετε τα γραπτά σας αν συμβεί κάτι. Από τις καλύτερες λύσεις είναι το Google Docs το οποίο είναι δωρεάν και ταυτόχρονα είναι βασισμένο στο internet. Ακόμα και αν σας χαλάσει το PC στη μέση του πουθενά το κείμενό σας θα κάθετε πάνω στο σύννεφο του internet και θα περιμένει να το συνεχίσετε (τώρα το ότι θα σας έχουν σπάσει τα νεύρα που το PC σας θα είναι στο τεχνικό τμήμα του Πλαισίου με μια κούπα καφέ μέσα του είναι άλλη ιστορία). Φροντίστε να καταλάβουν οι γύρω σας ότι έχετε μια υποχρέωση με τον εαυτό σας . Δικαιολογίες όπως «ήμουν κουρασμένος και δεν πρόλαβα» ή «είχα βάρδιες» δεν τις πιστεύει κανείς. Χρησιμοποιήστε τα Σαββατοκύριακα για να αναπληρώσετε το χαμένο χρόνο. Ξεχάστε τις εξόδους γιατί μπορεί πάνω σε αυτή την προσπάθεια να βασιστεί ένα μελλοντικό βιβλίο σας. Ακόμα πιο καλά μπορεί να σας εκδώσουν! (εντάξει βρίσκω κι εγώ τώρα θέματα να σας τονώσω το ηθικό…. λέμε τώρα ) Εκτός αν προσπαθείτε να γράψετε κάτι τραγικά πρωτοποριακό χρησιμοποιήστε κλισέ πλοκές γιατί θα σας βοηθήσουν στη ταχύτητα της συγγραφής. Μετά τις αναπροσαρμόζετε. Όποιοι έχουν εμπειρία από Παιχνίδια Ρόλων ή γραφή σεναρίων ή έχουν ασχοληθεί πολύ με τη δημιουργία σεναρίων εν γένει) θα δουν ότι έχουν ένα προβάδισμα στη δημιουργία σκελετού … τυχερούληδες! Χρησιμοποιήστε λεξικά, βιβλιοθήκες, μουσεία και αξιοθέατα. Όλα αυτά ηλεκτρονικά μέσω της αγαπημένης σας μηχανής αναζήτησης για ταχύτητα και έμπνευση ιδεών. Καταγράψτε τις ιδέες σας σε κουτάκια συννεφάκια για ευκολία. Σας προτείνω το Mind Manager (το οποίο χρησιμοποιώ κι εγώ για να παρακολουθώ τις διαπλοκές στο forum χρόνια τώρα ) αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα εκεί έξω (ψάξτε για brainstorming και mind-mapping). Βεβαιωθείτε ότι ο χώρος σας, τουλάχιστον γι αυτό τον μήνα, διακατέχεται από απόλυτη ησυχία ή έστω από απόλυτη μουσική, ανάλογα με τα γούστα σας. Η μουσική είναι καλός σύμμαχος για μερικούς. Απολαύστε μουσικές στιγμές μετά συγγραφής (προτιμήστε κλασική μουσική). Μπαίνετε λιγότερο στο Facebook και περισσότερο στο SFF.gr Έτσι δε θα σπαταλάτε το χρόνο σας κάνοντας like στις γάτες της Melkiades ενώ ταυτόχρονα θα παρακολουθείτε την καθημερινή σταθερή πορεία των συμμετεχόντων από το σχετικό subforum. Κάνετε συχνά διαλείμματα για να ξεκουράζεστε και να παίρνετε ενέργεια . Δείτε ότι το γραφείο σας είναι έτσι φτιαγμένο που θα μπορείτε να κάθεστε χωρίς να πιάνεστε και αν υπάρχει και παράθυρο με θέα ακόμα καλύτερα. Μερικοί συγγραφείς έχουν αναφέρει ότι διάφορες τεχνικές feng shui του βοήθησαν να αυξήσουν τις λέξεις τους κατά τουλάχιστον 15% (να δω ποιος θα το ψάξει και τι στο κόσμο) . Τώρα αν είστε τίποτα hitech gadget freak μπορείτε να έχετε πάντα μαζί σας το ipad ή την android tab μαζί σας και να γράφετε όπου βρίσκεστε. Πιέστε τον εαυτό σας να είστε το ίδιο σωστοί με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Δεσμευτήκατε σε έναν αγώνα ευχαρίστησης. Χαρείτε το. Μην παρατάτε την χαρά στη μέση. Εμείς θα είμαστε εδώ να σας εμψυχώνουμε . Καλή συγγραφή
  7. 7 points
    Προσπαθήστε να το εξηγήσετε αυτό σ' έναν άνθρωπο που δε γράφει. Προσπαθήστε ν' απαντήσετε με ειλικρίνια στην ερώτηση "τι κάνεις;" που απευθύνεται προς τον καθέναν από σας, τη στιγμή που βρίσκεστε αραχτοί κάπου (καρέκλα, ντιβάνι, καναπέ, πάτωμα, αιώρα, το μέρος προτίμησης τελοσπάντων), με το βλέμμα να κοιτάζει το απέραντο κενό με παριμοιώδη προσήλωση. Πώς το εξηγείς τώρα αυτό; Πώς του λες του άλλου "ρε φίλε, γράφω. Ναι, οκ, δεν έχω χαρτί, μολύβι, κομπιούτερ μπροστά μου, αλλά και πάλι, γράφω". Βρίσκομαι μέσα στο κεφάλι μου, παίζω αμέτρητα σενάρια με τις κούκλες μου, έχω πιάσει το κουβάρι μιας ιδέας και προσπαθώ να του δώσω αρχή, μέση και τέλος για να το κάνω ιστορία. Και μ' ενοχλείς. ΠΟΛΥ. Θα σε βάλω στην ιστορία μου και θα σε σκοτώσω προς παραδειγματισμό. Σοβαρά, όμως. Δε νομίζω ότι ο συγγραφέας ξεκουράζεται ποτέ. Ούτε ο επαγγελματίας, ούτε ο ερασιτέχνης. 24/7 δουλειά. Τα πάντα είναι ερεθίσματα. Μια κουβέντα, ένας άνθρωπος, μια κατάσταση, μια είδηση, μια ταινία, μια μελωδία, οτιδήποτε παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον, που τσιγκλάει στο ελάχιστο την δημιουργικότητα, θέτει τον συγγραφέα αυτόματα σε δουλειά. Δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές που αναφώνησα (δυνατά ή από μέσα μου) "ω, σκατά!", γιατί κάτι ετοιμαζόταν προς αποθήκευση ή άμεση χρήση κι εγώ εκείνη τη στιγμή έπρεπε να κάνω κάτι άλλο και δεν μπορούσα να του δείξω την αφοσίωση που του άξιζε. Νταξ, μετά από μια πενταετία πάρε-δώσε με πελάτες, προπονήθηκα να χαμογελάω μηχανικά, να νεύω καταφατικά σε συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά και ταυτόχρονα ν' απομονώνω την πραγματική ουσία του εγκεφάλου μου στο σημείο που ήθελα να επεξεργαστώ. Κι όποιος νομίζει ότι το πέρα-δώθε, μπες-βγες ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μυαλό δεν είναι κουραστικό πράγμα, ας προσπαθήσει ν' ανέβει μέσα σε δυο ώρες τρεις ορόφους διακόσιες φορές τρέχοντας και μετά να 'ρθει να πει αν κουράστηκε ή όχι. Το, δε, αστείο, είναι πως όλη αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα συνέχεια. Γράφεις- δε γράφεις, το μυαλό έχει πάρει ένα κολάι και συσσωρεύει, επεξεργάζεται, αποθηκεύει, απορρίπτει υλικό για ιστορίες. Χώρια που μια στο τόσο πρέπει να κάνεις και τη σκατοδουλειά να το συγυρίζεις, να πετάς καμιά σαβούρα και να βάζεις μια τάξη σ' αυτά που κρατάς, για να μπορούν να σου φανούν πραγματικά χρήσιμα. Γολγοθάς! Κουράζομαι και μόνο που το γράφω. Και, φυσικά, η όλη αυτή διαδικασία φτάνει σ' ένα σεισμικό πηκ τη στιγμή που μια ιστορία γεννάται σήμερον και τα πάντα μέσα στο κεφάλι αρχίζουν να ουρλιάζουν "πικ μι! πικ μι!" ταυτόχρονα, με τσιριχτες φωνές που προκαλούν ημικρανίες. Και η κατάσταση δε βελτιώνεται. Όσο ο συγγραφέας διαλέγει πρωταγωνιστές, τους φτιάχνει μέσα όξω (στο περίπου, βέβαια, γιατί τα σκατοπράματα θα κάνουν του κεφαλιού τους τη στιγμή που θα τους δώσεις λίγα ψήγματα λογοτεχνικής ελευθερίας), διαλέγει το περιβάλλον της ιστορίας του, κάποιες σκόρπιες ιδέες και φράσεις που "χμ... αυτό κολλάει εδώ μια χαρούλα, χμ...", μέσα στο κεφάλι γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος (κι ας μην έχω ιδέα ποιος ήταν ο Κουτρούλης, κι ας μην πήγα ποτέ στον γάμο του, είμαι σίγουρη ότι θα ήταν κάτι πολύ φασαριόζικο και επεισοδιακό για να έχει γίνει μνημειώδες) και χρειάζονται μερικά ντεπόν (ή σφηνάκια τεκίλας) για να επιβάλλουν την τάξη (ή να φέρουν το απόλυτο χάος). Ανέφερα ότι όλα αυτά συμβαίνουν πριν την έναρξη συγγραφής της ιστορίας, ναι; Ναι. Τώρα είναι Σεπτέμβρης, σε 40 μέρες ακριβώς ξεκινά ο Νοέμβρης, όλα τ' άλογα κούρσας ετοιμάζονται να υποδεχτούν ένα ακόμα νανόριμο και το δικό μου μυαλό βρίσκεται διαρκώς στην πίστα της ντισκοτέκ και κοπανιέται νυχθημερόν σαν το χταπόδι τραγουδώντας τσιριχτά το Στέιν Αλάιβ μ' όλα τα φώτα της ντισκομπάλας να εγγυώνται μια επιληπτική κρίση. Μέρα και νύχτα αυτή η δουλειά. Μα κοιμάμαι, μα βλέπω σάουθπαρκ, μα διαβάζω, μα ξεδιπλώνω τη μαγειρική/ζαχαροπλαστική μου ιδιοφυία στην κουζίνα (καλά, αυτό το τιραμισού ήταν το κάτι άλλο τελικά, Ευγενία, πρέπει να το φτιάξεις άμεσα, η κρέμα είναι αφρός, σου λέω!), μα κοιμάμαι, μα οτιδήποτε, ταυτόχρονα δουλεύω την ιστορία μου. Ξέχασα, βέβαια, ν' αναφέρω ότι όλη αυτή η κουραστική κι ενίοτε ψυχοφθόρα διαδικασία, είναι το ψωμί μου, το τυρί μου και η κρεμ καραμελέ μου. Την λατρεύω. Είναι ό,τι πιο κοντινό στην καψούρα. Αισθάνομαι ένα μόνιμο "α" και "ω", πεταλούδες στο στομάχι, τριζόνια στον κώλο και, γενικά, όλα τα συμπτώματα. Ε, χρειάζεται κάποια δόση μαζοχισμού για να έχεις μια 24/7 δουλειά παράλληλα με την καθημερινότητά σου, οπότε γιού μάιτ, ας γουέλ, ιντζόι ιτ.
  8. 6 points
    Τι ορίζει ένα καλό βιβλίο; Μια όμορφη ιστορία; Ενδιαφέροντες χαρακτήρες; Σαγηνευτικές περιγραφές; Αληθοφανείς διάλογοι; Οι ειδικοί αδυνατούν να συμφωνήσουν κι οι επίδοξοι συγγραφείς (εμείς), βάζουμε λίγο απ' αυτό και λίγο από 'κείνο στο ταψί, με την ελπίδα ότι αυτό που θα βγει (το σταυρώνουμε και όσο είναι στο φούρνο, γιατί έτσι είπε η γιαγιά), θα τρώγεται. Τώρα, αν περιμένει κανείς ψήγματα σοφίας από έναν ερασιτέχνη, ανέκδοτο (pun intended) συγγραφέα, αμφισβητήσιμου φύλου, ακόμα πιο αμφισβητήσιμου ταλέντου και αδιαμφισβήτητου μαζοχισμού, θα περιμένει εις μάτην. Δεν έχω ιδέα πώς να γράψω μια καλή ιστορία κι όσες φορές τα έχω καταφέρει, πάντα νομίζω ότι ήταν τυχαίο. Αρνούμαι σθεναρά να αποτανθώ στους ειδικούς, δεν μπορώ να διαβάσω για τεχνικές συγγραφής ή οτιδήποτε παρόμοιο κι οι μόνοι που έχουν πραγματική επιρροή πάνω στη γραφή μου, είναι πέντε-δέκα (και πολλούς λέω) άνθρωποι που μ' έχουν πείσει και ότι θέλουν και ότι μπορούν να μου δείξουν μονοπάτια. Εντάξει, καλή μου Μούσα (σκατοζηλιάρα γκόμενα), κι εσύ, οκέι; Κι εσύ. Τράβα στο τσαρδί σου τώρα κι άσε με να μπλογκάρω με την ησυχία μου. Τι έλεγα; Α, ναι. Αυτά. Τεσπά, η σημερινή ανάρτηση αφορά όχι το πώς γράφω, αλλά το πώς διαβάζω. Αφορά τα βιβλία που μ' έχουν μαγέψει, μ' έχουν εμπνεύσει, μ' έχουν παρασύρει στις σελίδες τους και μ' έχουν ρουφήξει στις ιστορίες τους. Αφορά τα βιβλία που δεν χορταίνω να διαβάζω ξανά και ξανά (και δεν πα να διαμαρτύρονται όλα τ' αδιάβαστα), που ξέρω σχεδόν απ' έξω κάθε τους γραμμή, που με κάνουν και κλαίω, και γελάω και νιώθω πως ζω δέκα ζωές μαζί. Αφορά αυτά τα βιβλία που μ' έκαναν να θέλω να γράψω, αυτά τα βιβλία που με δίδαξαν πώς να το κάνω, πώς να το αγαπώ, πιο ουσιαστικά από οποιοδήποτε εγχειρίδιο. Δεν είναι πολλά. Είναι μόλις τέσσερα κι απ' αυτά μόνο το ένα ανήκει καθαρά στον χώρο της φαντασίας (σκανδαλώδες!). Κάτω κάτω, θα βάλω το Jitterbug Perfume του Tom Robins. Μέχρι να διαβάσω αυτό το βιβλίο, δεν είχα ιδέα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να γράψει έτσι! Τα γράμματα χόρευαν σ' αυτόν τον τρελό χορό της αθανασίας κι αυτό το άρωμα από γιασεμί (το οποίο ήδη αγαπούσα, αλλά έκτοτε εκτοξεύτηκε σε άλλα επίπεδα λατρείας) με μέθυσε, με ζάλισε κι ένιωθα σε κάθε σελίδα ότι χώνομαι μέσα σε χρώματα, σε τραγούδια, σ' αισθήσεις κι αισθήματα. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη ανάγνωση, θυμάμαι να βγαίνω απ' το δωμάτιό μου, ασθμαίνοντας σχεδόν απ' την ένταση της ανάγνωσης κι από μια λάγνα επιθυμία να ρίξω βιαίως μερικά αχλάδια απ' το δέντρο. Ο κόσμος μου ολόκληρος άλλαξε απ' αυτό το βιβλίο. Άλλαξε ο τρόπος που τον έβλεπα. Δε νομίζω ότι έχω διαβάσει κάποιον άλλο συγγραφέα ο οποίος να έχει την ικανότητα να περιγράφει με τόση σουρρεαλιστική γλαφυρότητα τα πιο καθημερινά πράγματα και να κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει από απανωτές κρίσης συναισθησίας. Κάθε φορά που διαβάζω μια περιγραφή για ένα "ονειρικό άρωμα", δεν μπορώ παρά να αναστενάξω, ακούγοντας, μυρίζοντας τον Πάνα να γελάει κάτω απ' τα κέρατά του. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πώς να περιγράφω τον κόσμο μέσα απ' όλες τις αισθήσεις και την φαντασία μαζί. Το τρίτο βιβλίο είναι το Wuthering Heights της Emily Bronte. Η κακή μου τύχη ήθελε να το διαβάσω από κακή μετάφραση του 197κάτι στα μικράτα μου, αλλά είχα-δεν είχα πάρει το proficiency όταν έπεσε στα χέρια μου ένα πρωτότυπο. Η δεσποινίς Bronte μου 'ριξε μια σφαλιάρα που μ' έστειλε να μαζεύω τα δόντια μου στους βάλτους. Αν τα Βικτωριανά συγγράμματα φημίζονται για υψηλά ιδεώδη, ρομαντισμό και ονειρομπουρμπουλήθρες, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη εξυμνούν το πάθος και φιλοξενούν έναν απ' τους πρώτους, ίσως, αντιήρωες και σίγουρα μια απ' τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της κλασικής λογοτεχνίας, τον Χήθκλιφ. Η συγγραφέας δε μασάει τα λόγια της. Οι χαρακτήρες είναι αποχρώσεις του γκρι, με μίση, πάθη κι έρωτες κατακόκκινους. Στο προσκήνιο ο έρωτας ανάμεσα σε Κάθριν και Χήθκλιφ, στο παρασκήνιο αδέρφια, σύζυγοι, παιδιά κι αφηγητής η οικονόμος που τα είδε όλα να συμβαίνουν. Αυτό το βιβλίο θα με συγκλονίζει για την εξομολόγηση της Κάθριν, "Nelly, I am Heathcliff" και τον σπαραγμό του Χήθκλιφ "I can't live without my life, I can't live without my soul". Αυτό το βιβλίο ξέρει πού και πώς να με χτυπήσει, ώστε να ματώσω κάθε φορά. Αυτό το βιβλίο με δίδαξε πως το καλύτερο, το πιο ζωντανό χρώμα, είναι το γκρίζο. Δεύτερο βιβλίο είναι το Tigana του Guy Gavriel Kay. Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια μου λίγο μετά την ενηλικίωση και με άφησε να χάσκω. Ο Κέι δεν έγραψε αυτό το βιβλίο, το κέντησε, βελονιά βελονιά και μέσα απ' το υφαντό αυτό ξεπήδησε ένας κόσμος ολοζώντανος, χαρακτήρες καλοδουλεμένοι και προσεγμένοι, ο Μπράντιν (ο κακός που αγάπησα) και μια ιστορία που κλείνει με τη βροντερή δύναμη ενός Fus Ro Dah . Είναι, και με διαφορά απ' το δεύτερο, το καλύτερο βιβλίο φάνταζι που έχω διαβάσει ποτέ κι έχω διαβάσει κάμποσα. Με δίδαξε πολλά πράγματα, αλλά είναι δύο αυτά που κρατάω: το ένα είναι πώς να δείχνεις έναν λεπτομερέστατο κόσμο όχι με (βαρετές) περιγραφές, αλλά με φυσικότητα και οικειότητα μέσα απ' τα μάτια των χαρακτήρων και το άλλο είναι πόσο, πόσο, πόσο, ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ να δουλεύεις μια ιστορία, ώστε όταν ο κύκλος κλείνει, να σημαδεύει την ψυχή του αναγνώστη για πάντα. Το χρυσό μετάλλιο θα πάει στο Pride and Prejudice της Jane Austen. α) Είμαι υποκειμενική και δε σηκώνω κουβέντα, γιατί είναι το δικό μου μπλογκ κι ό,τι θέλω γράφω. β) Ναι, είμαι επίσης λάτρης της Βικτωριανής εποχής, της Βικτωριανής λογοτεχνίας, με ανάβουν οι ατάκες του Γουάιλντ, κυλιέμαι μέσα στις εκφραστικές φιοριτούρες του βρεττανικού 19ου αιώνα σα γουρούνι στη λάσπη και γουστάρω. Κι αφού το ξεπεράσουμε αυτό, πάμε στο διά ταύτα. Όποιος θέλει να πει μια κλισέ ιστορία αγάπης και πάλι να είναι ενδιαφέρουσα, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο σχετικά με το πώς γίνεται. Όποιος θέλει να δημιουργήσει χαρακτήρες απόλυτα διακριτούς, με ξεχωριστές εκφράσεις, κινήσεις, λεξιλόγιο, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Όποιος θέλει να γράψει σπιρτόζους διαλόγους, εγκεφαλικές, λεκτικές μονομαχίες και μπηχτές με το νταντελένιο γάντι, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Κι όποιος θέλει να γράψει ένα ευτυχισμένο τέλος που να μελώνει χωρίς να λιγώνει, ας διδαχτεί κάτι απ' αυτό το βιβλίο. Εμένα μου τα δίδαξε. Και μαζί τους με δίδαξε ότι μπορεί κάποιος ν' αγαπάει ένα κομμάτι χαρτί σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλοί άνθρωποι. Ξεχωριστοί άνθρωποι. Όλοι μαζί στο μυαλό μιας γυναίκας-σταθμού στην ιστορία της λογοτεχνίας: της Jane Austen.
  9. 6 points
    Στο κέντρο τίνος; Καλή ερώτηση. Του μυαλού; Της φαντασίας; Της μαγικής χώρας που κατοικούν μάγοι, εξωγήινοι και τζίνι; Γουατέβα. Του δε πόιντ. Μέρος πρώτο: παίζοντας με τις κούκλες Επειδή η συγγραφή ως βασικό χόμπι ήρθε σταδιακά εδώ μέσα, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των ανθρώπων που γνώριζα να την αισθάνονται σαν κάτι τελείως φυσικό, μού φαίνεται πολύ παράξενο που τώρα, σε καινούργιο περιβάλλον και με καινούργιες γνωριμίες, λαμβάνω πολύ συχνά ερωτήσεις τύπου: "τι εννοείς, 'γράφεις'; Τι γράφεις; Τι είναι αυτό; Πώς γίνεται;" Και, ξαφνικά, το -για μένα- αυτονόητο γίνεται κάτι παράξενο που οφείλω να εξηγήσω (και μάλιστα οφείλω να εξηγήσω σε μια γλώσσα που μόλις και μετά βίας μιλάω, το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο, τραστ μι). Και συνειδητοποιώ, επίσης, ότι το -για μένα- αυτονόητο, μπορεί για κάποιον άλλο συγγραφέα (επαγγελματία ή μη) να είναι κάτι άγνωστο. Μπορεί οι δικές του διαδικασίες να διαφέρουν άρδην απ' τις δικές μου. Οπότε, είπα να μοιραστώ το δικό μου ταξίδι απ' την ιδέα μέχρι την ιστορία, το ταξίδι στο κέντρο. Ένας παλιός φίλος, ψυχίατρος στο επάγγελμα, μού είχε πει κάποτε ότι είμαι κιναισθητική. Σκατά στα μούτρα μου αν είχα καταλάβει. Οπότε μου εξήγησε ότι κάποιοι άνθρωποι είναι οπτικοί (δηλαδή η βασική αίσθηση με την οποία αντιλαμβάνονται τον κόσμο είναι η όραση), άλλοι είναι ακουστικοί (παρομοίως για την ακοή αυτή τη φορά) και λίγοι είναι κιναισθητικοί, δηλαδή αντιλαμβάνονται τον κόσμο περισσότερο με... την αφή. Συγκεκριμένα, με όλο τους το σώμα. Παρατηρούν ιδιαίτερα τη γλώσσα του σώματος και προσπαθούν πάντα να βρουν τι κρύβεται πίσω απ' τα φαινόμενα, στα οποία πολύ συχνά δε δίνουν και μεγάλη σημασία. Όχι και πολύ καλό για κάποιον άνθρωπο που παίζει μουσική όλη του τη ζωή, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Πού θέλω να καταλήξω; Μα, φυσικά, στο ότι και η συγγραφή, για μένα, είναι μια παρόμοια διαδικασία. Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχεί ένα χάος. Αλλά είναι ένα οργανωμένο χάος. Μού θυμίζει το δωμάτιό μου στο πατρικό μου σπίτι: τις σπάνιες φορές που κάποιος το έβλεπε, νόμιζε ότι είχε υποστεί κάποια πυρηνική καταστροφή κι αναρωτιόταν πώς έβρισκα το οτιδήποτε εκεί μέσα. Όμως εγώ ήξερα ή ένιωθα πού βρισκόταν το καθετί κι ήταν ζήτημα δευτερολέπτων να το βρω, παρά το μόνιμο χάος από βιβλία, σι-ντι, ρούχα, σκατολοΐδια και γατότριχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο μυαλό μου. Κάθε φορά που μπαίνω εκεί μέσα, νομίζω ότι θα χαθώ, αλλά συγχρόνως ξέρω ακριβώς πού είμαι και πώς να γυρίσω πίσω (άσχετο που μερικές φορές επιλέγω να μείνω). Δεν είναι λαβύρινθος. Είναι ένα πολυεπίπεδο, μουλτινταϊμένσιοναλ μέρος, που τα πάντα συμβαίνουν παράλληλα ή ταυτόχρονα, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τους κάνει κέφι. Και τι κυκλοφορεί εκεί μέσα; Έλα μου ντε. Κυρίως κόσμος. Το μυαλό μου είναι περισσότερο απ' όλα το μέρος στο οποίο παίζουν οι κούκλες μου. Το περιβάλλον είναι ένα μέικ-μπιλίβ μέρος που αλλάζει ανάλογα με τα κέφια μου (και τα δικά τους) και το οποίο σπάνια έχει κάποια ουσιώδη σημασία. Μερικές φορές δεν το βλέπω καν, βλέπω μόνο μια γκρι μάζα. Τώρα, οι κούκλες. Ω, με κάνουν να μετανιώνω για όλες τις αποκεφαλισμένες, ακρωτηριασμένες μπάρμπι της παιδικής μου ηλικίας, που τις σνόμπαρα τόσο άκαρδα και το μόνο που τις έβαζα να κάνουν ήταν να πυροβολούν η μια την άλλη. Βέβαια, οι μπάρμπι ήταν χαζογκομενάκια και όλες ανεξαιρέτως ξανθές, ενώ οι δικές μου κούκλες είναι... μοναδικές! Και το πιο σπουδαίο απ' όλα είναι ότι τις φτιάχνω μόνη μου! Καλά, ίσως όχι τελείως μόνη μου... Άρχισα να γράφω συνειδητά για να καταλάβω. Τους άλλους. Γιατί κάποιος κάνει κάτι. Ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα. Τι θέλει να πετύχει; Κι αν αυτός συναντούσε εκείνον, τι θα γινόταν; Το πρώτο μου πειραματόζωο ήταν ο φουκαράς ο αδερφός μου που, εν αγνοία του, έγινε το έναυσμα για να γράψω. Το δεκαεξάχρονο μυαλό μου γύρευε έναν τρόπο να καταλάβει το εικοσάχρονο δικό του, το οποίο ήταν τόσο διαφορετικό σε εμπειρίες, τρόπο σκέψης και φύλο (ναι, ακόμα και αυτό :Ρ) που το καθιστούσε τελείως εξωγήινο. Φήμες λένε ότι τα κατάφερα κι όντως από τότε η μονίμως ταραγμένη και γεμάτη φωνές και καυγάδες σχέση μου με τον αδερφό μου ηρέμησε σχεδόν αυτοστιγμί. Γράφοντας σαν να ήμουν αυτός, τον έκανα οικείο, δικό μου μ' έναν πολύ μοναδικό τρόπο. Οι πρώτες μου κούκλες είχαν παρόμοια χαρακτηριστκά, μια περιορισμένη γκάμα από αρετές και κακίες, με τις οποίες έπαιζα, φτιάχνοντας συνδυασμούς, σχέσεις και καταστάσεις. Διαβάζοντας, γράφοντας, ζώντας -πάνω απ' όλα-, άρχιζα σιγά σιγά να σκάβω όλο και πιο βαθιά στο χάος, για να βρω καινούργια συναισθήματα, καινούργια χαρακτηριστικά, καινούργιες καταστάσεις που θα μπορούσα να βάλω τις κούκλες μου να παίξουν. Θυμάμαι συχνά να φοβάμαι. Υπήρχαν μέρη που δεν ήθελα να πάω στο μυαλό μου, κλειστές ντουλάπες γεμάτες αράχνες, σκοτεινές γωνίες με μπαμπούλες, αναμνήσεις και συναισθήματα που δεν ήθελα ν' αγγίξω. Κι όταν σκόνταφτα τυχαία σε κάποιο, το πέταγα με τρόμο. Τι φοβόμουν; Μα εμένα, φυσικά. Φοβόμουν την ασχήμια, την κακία, τον φθόνο, όλα αυτά που κρύβονταν στο μυαλό μου. Και θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που τα νίκησα. Μέσα στον πυρετό του πρώτου νανόριμο, έγραψα έναν βιασμό. Κάτι άρρωστο που μ' έκανε να νιώθω εγώ η ίδια βρώμικη. Κι όχι μόνο τον έγραψα. Τον έδωσα σε κόσμο να το διαβάσει. Ένα βήμα παραπέρα: τον έδωσα στον πατέρα μου να το διαβάσει, με όσο θάρρος μπορούσα να συγκεντρώσω. Κι εκείνος, ο λατρεμένος μπαμπούλας που με μια του λέξη μπορούσε να με στείλει στον ουρανό ή στην κόλαση, τον βρήκε "καλογραμμένο, αν και λίγο πιο χυδαίο απ' όσο θα μού άρεσε". Κι ο φόβος γκρεμίστηκε. Έμαθα, λοιπόν, αν και πολύ πολυ αργότερα συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει όλο αυτό το ταξίδι, ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να φοβάται. Δεν έχει την πολυτέλεια να φοβάται. Κάθε κατάσταση, κάθε συναίσθημα είναι εργαλείο. Απ' τον ονειρικό έρωτα μέχρι το ξεκοίλιασμα ενός μωρού, όλα, όλα επιτρέπονται όταν παίζεις με τις κούκλες. Όχι μόνο επιτρέπονται: επιβάλλονται. Το μυαλό μου, πλέον, πεινάει και διψάει. Τρέφεται από εμπειρίες και τρέφει ιστορίες. Μέσα του, σε χρώματα, σε ήχους, σε μέρη που έχουν ή δεν έχουν σημασία, οι κούκλες παίζουν μεταξύ τους κι εγώ μαζί τους. Μερικές φορές, είναι τόσο ωραίο το παιχνίδι, που πρέπει, πρέπει να το δουν κι άλλοι...
  10. 5 points
    Κυρίες και κύριοι, έκτη ημέρα στη Σουηδία. Τελικά δε μιλάνε όλοι οι Σουηδοί αγγλικά. Αυτή ήταν αναμενόμενο βέβαια, απλώς στις πρώτες ημέρες δεν είχε τύχει να το διαπιστώσω. Καθώς επισκέφτηκα αρκετές εταιρείες, τόσο κατασκευαστικές, όσο και ιδιωτικές ευρέσεως προσωπικού (όχι ενοικίασης), χρειάστηκε να συνομιλήσω με διάφορους στο δρόμο. Στις εταιρείες (γραφεία και βιοτεχνίες), όσους κι αν συνάντησα, η συνεννόηση γινόταν στα αγγλικά και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Στο δρόμο συνάντησα και κάποιους οι οποίοι, αν και χαμογελαστοί, δεν γνώριζαν αγγλικά. Επισκέφτηκα αρκετά από τα προάστια της πρωτεύουσας, όπως και κάποιες περιοχές του κέντρου. Τα εργοτάξια είναι συχνό θέαμα. Επίσης τα μαγαζιά έχουν κίνηση. Η οικονομία κινείται. Αυτή η κατάσταση μου έδωσε θάρρος και εν μέρη οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν. Δουλειές υπάρχουν. Ζήτηση υπάρχει. Το πρόβλημα είναι η γλώσσα. Ακόμα και σε τομείς όπως αυτός της κατασκευής, η γλώσσα είναι για τους περισσότερους εργοδότες προαπαιτούμενο. Αλλά ακόμα κι αν κατέχεις τη γλώσσα δε σημαίνει ότι έχεις τη δουλειά στο τσεπάκι σου. Στη Σουηδία υπάρχει το εξής φαινόμενο: από τη στιγμή που θα γίνει η πρόσληψη, η απόλυση είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Η θέση εργασίας δεν κερδίζεται εύκολα (ο υποψήφιος εργαζόμενος θα εξεταστεί και θα ελεγχθεί από τον εργοδότη, ώστε ο τελευταίος να είναι σίγουρος ότι δεν παίρνει γουρούνι στο σακί) και κάποιες φορές (σχεδόν τις μισές) θα υπάρξει και μια δοκιμαστική περίοδος έξι μηνών. Γι' αυτό και όλες οι θέσεις εργασίας διεκδικούνται αρχικά μέσω βιογραφικών, και στη συνέχεια καλούνται για συνέντευξη όσοι έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον. Γι' αυτό το λόγο δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν οι επισκέψεις μου εκτιμήθηκαν ως θετικές από όσους συνάντησα. Σε γενικές γραμμές αυτή η τακτική δε συνηθίζεται εδώ πάνω, και δεν μπορώ να ξέρω αν αυτή η "παραβίαση πρωτοκόλλου" κρίθηκε ως "απεγνωσμένη προσπάθεια για να βρω εργασία". Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι οι περισσότεροι με δέχτηκαν με χαμόγελο, πήραν το βιογραφικό μου και μου έδωσαν την κάρτα τους. Λίγοι ήταν αυτοί οι οποίοι δε δέχτηκαν το βιογραφικό μου, τονίζοντάς μου ότι η Σουηδική γλώσσα είναι "εκ των ων ουκ άνευ". Ακόμα λιγότεροι (δύο) μου είπαν ότι στον κατασκευαστικό τομέα υπάρχουν αλλοδαποί εργαζόμενοι οι οποίοι εργάζονται χωρίς να μιλάνε Σουηδικά. Αυτά σχετικά με τις προσπάθειές μου στην αγορά εργασίας. Σχετικά με την καθημερινότητα των Σουηδών: Τα πράγματα εδώ δεν είναι όπως μου τα περιέγραφαν όσοι είχαν έρθει για λίγο ή όσοι μένουν (ή έμειναν) για αρκετό καιρό. Είναι πολύ ΚΑΛΥΤΕΡΑ! Δυστυχώς... Λέω "δυστυχώς", γιατί κάθε νέο στοιχείο που μαθαίνω για το πως λειτουργούν τα πράγματα εδώ πάνω, τόσο με κάνει να στενοχωριέμαι για το πως τα έχουμε καταφέρει στο νότο. Εντάξει, ο καιρός στην Ελλάδα είναι απλά ΤΕΛΕΙΟΣ! Εδώ το σχεδόν ανυπόφορο κρύο είναι τόσο συνηθισμένο, όσο και η αναπνοή. Είναι καθημερινό. Για όποιον όμως μπορεί να σφίξει τα δόντια και να το αντέξει, και ταυτόχρονα να αφήσει πίσω του τον κουτοπόνηρο και χαοτικό τρόπο ζωής που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, τότε η συμβουλή μου είναι: μάθε Σουηδικά και ανέβα. Όπως πολύ σωστά έχει πει ο Άλεξ (σύζυγος της Χριστίνας) στους συναδέλφους του Σουηδούς: "Σας σώζει ο καιρός. Αν είχατε καλύτερο θα είχαν έρθει όλοι". Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω. Η Χριστίνα και ο ΆΛεξ, αν και δεν είναι Σουηδοί υπήκοοι (θα μπορούν να γίνουν σε πέντε - επαναλαμβάνω: πέντε!!! - χρόνια παραμονής και εργασίας εδώ), έχουν (από την πρώτη ημέρα έκδοσης ΑΦΜ) δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές! Τι πιο φυσιολογικό! Η απλή λογική λέει ότι από τη στιγμή που ζεις και εργάζεσαι σε αυτήν τη χώρα και πληρώνεις κρατικούς και δημοτικούς φόρους, έχεις το δικαίωμα να εκφραστείς μέσω των δημοτικών εκλογών, γιατί πολύ απλά "σου παίρνω τα λεφτά, οπότε κι εσύ μπορείς να μου δείξεις με την ψήφο σου αν νιώθεις καλά με όσα κάνω στη γειτονιά σου"! Έχουν αλλάξει τρία σπίτια και δύο δήμους. Κάθε φορά που άλλαζαν δήμο, οι δημοτικές αρχές ενημερώνονταν αυτόματα μέσω της εφορίας και λίγες ημέρες αργότερα λάμβαναν μέσω ταχυδρομείου έναν φάκελο "καλωσορίσματος" από τον δήμο, μέσα στον οποία, εκτός από κάποια ενημερωτικά φυλλάδια, τους δινόταν και μια λίστα με τα καταστήματα της περιοχής και εκπτωτικά κουπόνια για να χρησιμοποιήσουν στις τοπικές αγορές. Τι πιο απλή κίνηση για να υποστηρίξεις την τοπική αγορά. Όταν τα παιδιά χρησιμοποιούσαν τα κουπόνια, οι καταστηματάρχες, αντιλαμβανόμενοι ότι έχουν να κάνουν με νέους πελάτες, τους ξεναγούσαν στα καταστήματά τους για να τους ενημερώσουν για τα προϊόντα. Από τη στιγμή που κάποιος καταφέρει να γραφτεί στην εφορία και να εκδώσει Σουηδικό ΑΦΜ (πράγμα όχι και τόσο εύκολο), αυτομάτως έχει διάφορα προνόμια και προσφορές. Έχει την αμέριστη, έμπρακτη και καθημερινή βοήθεια του κράτους. Αν δε γνωρίζει τη γλώσσα, έχει δικαίωμα σε δωρεάν μαθήματα. Αφού περάσει κάποιες εξετάσεις και αποκτήσει κάποιο επίπεδο (περίπου το αντίστοιχο Lower των Αγγλικών), έχει το δικαίωμα να παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολές του Σουηδικού ΟΑΕΔ (υδραυλικός, δημοσιογράφος, τεχνικός υπολογιστών, κλπ). Όσο διαρκούν οι σπουδές, ο φοιτητής ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ!!! Ναι, δεν κάνω πλάκα, δεν έχω πάρει ναρκωτικά, δεν έχω τον Σβεν δίπλα μου να με απειλεί με ένα πιστόλι στον κρόταφο. Η λογική εδώ είναι η εξής: Τι να τον κάνω τον πολίτη κηφήνα; Αφού με τον α ή β τρόπο απέκτησε ΑΦΜ, αλλά δεν βρίσκει/ξέρει-να-κάνει κάποια δουλειά, ας του μάθω εγώ (το κράτος) κάποια τέχνη, ώστε μεθαύριο να προσφέρει στην κοινωνία. Για να τον βοηθήσω (και να τον δελεάσω) τον πληρώνω να μάθει. Αύριο, που θα δουλέψει, θα μου επιστρέψει όσα του πρόσφερα, μέσω της εργασίας του και των φόρων του. Στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιοι κάφροι που ουρλιάζουν ότι σε λίγο η χώρα θα γεμίσει μικρά αλλοδαπά, ενώ οι ορίτζιναλ Έλληνες πάσχουν από υπογεννητικότητα. Τι περιμένουν, όταν το ελληνικό κράτος τιμωρεί τα ζευγάρια που κάνουν παιδιά; Εδώ πάνω, οι ξανθοί βάρβαροι δικαιούνται σε δεκαοκτώ (18) μήνες άδειας μετά την εγκυμοσύνη. Τη δεκαοκτάμηνη άδεια τη μοιράζονται η μαμά και ο μπαμπάς όπως νομίζουν. Επίσης, αυτοί οι βρομιάρηδες δείχνουν μια έφεση στα μεταχειρισμένα (δεύτερο χέρι, όπως τα λένε) πράγματα και ρούχα. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο, οι νέοι γονείς, αντί να αγοράσουν καινούργια ρούχα για τα μωρά τους, να αγοράσουν από καταστήματα "δεύτερο χέρι". Όταν τα παιδιά τους μεγαλώσουν (για όσους ξέρουν, τα μωρά έχουν την τάση να αλλάζουν μέγεθος ρούχων ανά μήνα - τα μούλικα), οι γονείς πολύ απλά επιστρέφουν (ή πουλάνε σε κάποια μικρή τιμή) τα ήδη πολλές φορές μεταχειρισμένα ρουχαλάκια, και αγοράζουν το επόμενο μέγεθος. Με αυτόν τον τρόπο γλιτώνουν πολλά χρήματα σε αγορές πραγμάτων τα οποία θα καταντήσουν άχρηστα εντός λίγων εβδομάδων/μηνών. Εννοείται ότι γίνονται και αγορές ολοκαίνουργιων (εξάλλου με αυτόν τον τρόπο ανανεώνεται και η αγορά μεταχειρισμένων), αλλά σε πολύ μικρότερο ποσοστό, απ' όσο γίνεται στην Ελλάδα. Κάτι άλλο που έμαθα είναι ότι εδώ πάνω οι βρομιάρηδες χρησιμοποιούν ευρέως αντί για πάνες, ειδικά υφασμάτινα βρακάκια για μωρά, τα οποία πλένουν όποτε τα μωράκια τα χέσουν. Προσωπικά δεν ξέρω, αλλά όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το μήνυμα έχετε παιδιά, μάλλον μπορείτε να υπολογίσετε πόσα χρήματα θα είχατε γλιτώσει αν κάνατε το ίδιο. Βέβαια, θα μου πείτε: "Ξέρεις ρε μεγάλε πόσο νερό θα έπρεπε να καταναλώνω για να πλένω τις κουράδες των μωρών;" Κάποιοι άλλοι θα πρόσθεταν: "Εγώ ξεσκατίζω δύο πανομοιότυπους κώλους. Φαντάζεσαι το νερό που χρειάζομαι;" Εδώ πάνω το νερό είναι σχεδόν δωρεάν. Όπως ακριβώς το διαβάσατε. Σε αυτή τη σύγκριση δε φταίει η Ελλαδίτσα. Οι κερατάδες εδώ πάνω έχουν ανεξάντλητη πηγή καθαρού νερού: τα χιόνια. Κόστος ζωής. Κάποιες τιμές σε προϊόντα σούπερ-μάρκετ (έχω κάνει μετατροπή σε ευρώ): Ρύζι μπαρμπα-μπεν σε σακουλάκια (4 σακουλάκια/κουτί): 3.55 Χυμός πορτοκάλι, βιολογικός (1 λίτρο): 2,40 Μανιτάρια ολόκληρα (αγορά από μανάβικο του σούπερ μάρκετ): 8,15/κιλό Εξάδα αυγών: 1,55 Μοτσαρέλα 250γρ: 3,55 Κρεμμύδια: 0,80/κιλό Tομάτες: 3,50/κιλό Ψωμί σε φέτες: 3,30/κιλό Παξιμάδια σταρένια συσκευασμένα 1 κιλό: 2,85 μπανάνες: 2,37/κιλό μανταρίνια: 3,17/κιλό κόκκινες φακές 800γρ: 2,60 μπισκότα μπράουνις: 1,19 Ζεστή σοκολάτα ρόφημα, σε καφετέρια στο κέντρο: 5 ευρώ Αμόλυβδη 95: 2,35/λίτρο Εβδομαδιαίο εισιτήριο για όλες τις συγκοινωνίες (μετρό, τραμ, λεωφορεία, προαστιακός): 35 ευρώ. Ακριβές, αλλά τις χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι. Ελάχιστοι χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητά τους. Η κίνηση στο κέντρο (ώρα αιχμής) είναι ελάχιστη. Ιατρικές παροχές ολοκληρωμένες με ελάχιστη (κατά περίπτωση - ίσως και μηδενική) συμμετοχή. Η κοπέλα του ζευγαριού που με φιλοξενεί, χρειάστηκε πριν λίγους μήνες να κάνει εξετάσεις στο γόνατό της. Έβγαλε ακτίνες. Όταν ζήτησε να τις παραλάβει την ενημέρωσαν ότι έχουν καταχωρηθεί στον ιατρικό της φάκελο και ότι ο ορθοπεδικός που θα την εξετάσει έχει ήδη λάβει αντίγραφο μέσω e-mail!!! Άντε γεια!!! Σημείωση: αλλού έκανε την ακτίνα και άλλη ημέρα τη δέχτηκε ο ορθοπεδικό στο ιατρείο του. Η εφορία παρακρατείται από το μισθό. Όταν υπογράφεις σύμβαση, ενημερώνεσαι για το μικτό ποσό. Κάθε μήνα λαμβάνεις το καθαρό. Ενημερώνεσαι για τους φόρους κάθε τέλος του έτους, όταν η εφορία στέλνει ενημερωτικό και ζητάει απλώς την υπογραφή σου, ως επιβεβαίωση ότι όσα αναγράφονται είναι ακριβή. Αυτά μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Είναι και μια ώρα δύσκολη, αλλά ευτυχώς αύριο είναι Σάββατο. Εδώ τηρείται ευλαβικά η πενθήμερη εργασία, 39 ωρών. Κάποιοι εργάζονται και τα ΣΚ, αλλά έχουν άλλες ημέρες να καθίσουν. Α! Ο κ.ο.κ. (κώδικας οδικής κυκλοφορίας, για όσους το ξέχασαν) επίσης τηρείται ευλαβικά. Οι οδηγοί δίνουν ΠΑΝΤΑ! ΠΑΝΤΑ! ΠΑΝΤΑ! (δε μιλάω για τα ασπρόμαυρα αρκουδάκια) προτεραιότητα στους πεζούς. Εδώ δεν κερδίζει όποιος ελέγχει τον μεγαλύτερο όγκο, αλλά τον μικρότερο, δηλαδή ο πεζός. Τα συμπεράσματα δικά σας. Αυτή η κοινωνία έχει επενδύσει στο μέλλον. Τα νέα μέλη της μεγαλώνουν ως ενεργά μέλη ενός συνόλου και όχι ως αποκομμένες ατομικές οντότητες. Οι Σουηδοί είναι κάργα πολιτικοποιημένοι (όχι κομματόσκυλα - μην τα μπερδέψετε). Ειλικρινά, με ενοχλεί που μπαίνω στη διαδικασία να συγκρίνω την Ελλάδα με τη Σουηδία. Ίσως είναι άδικο. Αλλά δεν το κάνω γιατί το θέλω. Απλώς διαπιστώνω τόσα πράγματα εδώ, τα οποία φαίνονται τόσο αυτονόητα, που η σύγκριση απλώς αναδύεται από μέσα μου χωρίς να το επιδιώκω. Σκεφτείτε: πόσα από αυτά που περιέγραψα είναι διαδικασίες που απαιτούν κάτι περισσότερο από καλή θέληση για να πραγματοποιηθούν. Πόσα; Δεν απαιτούν ούτε υψηλή τεχνολογία, ούτε βαριά βιομηχανία, ούτε εξωγήινη νοοτροπία. Απαιτούν τρία πράγματα: όραμα, ανυστερόβουλη θέληση και προτεραιότητα στο "εμείς" και όχι στο "εγώ". Στην Ελλάδα δεν έχουμε κανένα από τα τρία. Αυτά προς το παρόν. Οι ανταποκρίσεις θα συνεχιστούν. Σταμάτης ΥΓ1. Μου ήταν αδύνατο να γράψω χωρίς τη χρήση τόσων θαυμαστικών. Συγχωρέστε με. ΥΓ2. Εντύπωση από τη χώρα: πολύ καλή, αν εξαιρέσω το κρύο που είναι από τον Τιτάνα (για όσους δεν ξέρουν: παγωμένος δορυφόρος του Κρόνου)! ΥΓ3. Εχθές το βράδυ, πέρασε δίπλα από το παράθυρο του σπιτιού ένα ελάφι. Τσάι πίναμε, όχι LSD. Το ελάφι έκανε τη βόλτα του από το διπλανό δάσος. Κανείς μαλάκας δε βγήκε να το πυροβολήσει και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να φάμε παϊδάκια ελαφίσια. Δεν πρόλαβα να βγάλω φωτογραφία, γιατί έπρεπε να μαζέψω πρώτα το σαγόνι μου και έτσι έχασα πολύτιμο χρόνο.
  11. 5 points
    Όταν διαβάζω ένα βιβλίο πάντα με ενδιαφέρουν αυτά που συμβαίνουν στο περιθώριο του. Δηλαδή στο περιβάλλον του ήρωα. Ειδικά αν ο ήρωας ακούει κάποιο τραγούδι, αμέσως το ψάχνω και το ακούω παράλληλα. Με αυτόν τον τρόπο νομίζω ότι ζω ακόμα περισσότερο τη στιγμή του βιβλίου. Και όσο να' ναι είναι σαν να φτιάχνεις ένα soundtrack για αυτό. Επίσης όταν υπάρχουν αληθινά μέρη (όπως πόλεις/χωριά ή δρόμοι) που τα έχω επισκεφτεί, μπορώ εύκολα να φαντάζομαι την διαδρομή του ήρωα. Αν δεν τα ξέρω, τότε μ' αρέσει να μαθαίνω περισσότερα πράγματα για αυτά τα μέρη και έτσι φτιάχνω κάτι σαν χάρτη στο μυαλό μου. Φανταστείτε τώρα ένα ιστοχώρο που θα συλλέγει όλες αυτές τις πληροφορίες. Για παράδειγμα: - Οι ταινίες που γίνονται referenced - Άλλα βιβλία που τα κάνουν αναφορά - Τοποθεσίες στο βιβλίο (μέρη, μαγαζιά, εστιατόρια, μπαρ) - Μουσική στο βιβλίο - Άνθρωποι (γνωστές φυσιογνωμίες) - κ.α. πράγματα (όπως και ένα παράξενο κοκταίηλ Τι καλύτερο για τους βιβλιοφάγους ε; Ακόμα είναι work in progress, κι έχει πολύ ψωμί. Αλλά νομίζω ότι για αρχή καλό φαίνεται και πολύ ελπιδοφόρο. Για να δούμε. Το site είναι: https://www.smalldemons.com/ Εισαγωγικό βίντεο: https://www.youtube....d&v=DSlY74J6iH8
  12. 4 points
    Δεν ξέρω τι είναι τέχνη. Ξέρω τι λένε κάποιοι, τι ορισμοί δίνονται σε κάποια βιβλία. Ξέρω ότι υπάρχει ένας ολόκληρος φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με το θέμα. Αλλά πέρα από αυτό, δεν ξέρω τίποτε. Ξέρω ότι υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν και πράγματα που δεν μου αρέσουν. Ξέρω επίσης ότι έχω κατά καιρούς δημιουργήσει πράγματα που αρέσουν σε κάποιους. Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει κάτι να αρέσει σε κάποιον - ούτε καν σε μένα. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί, αυτοί που με κάνουν να μου αρέσει ή να μη μου αρέσει κάτι, μού είναι άγνωστοι. Μπορώ να κάνω κάποιες εικασίες, της μορφής "μου αρέσει για τί μου θυμίζει το τάδε...", "δεν μου αρέσει γιατί προσβάλλει τα πιστεύω μου", αλλά όλα αυτά δεν εξηγούν τίποτε για το αντικείμενο - λένε κάτι σχετικά με μένα (τις αναμνήσεις και τα πιστεύω μου). Ξέρω όμως ότι υπάρχει τέχνη, πολλή τέχνη - τη βλέπω παντού. Μικρή και μεγάλη, καλή και κακή, δήθεν και αυθεντική, εύπεπτη και σοβαρή. Αλλά οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν αφορούν ιδιότητες των πραγμάτων, δεν εκπορεύονται από τα ίδια τα πράγματα. Κυκλοφορούν μέσα στο κεφάλι μου (μαζί με όλα εκείνα τα "μού αρέσει", "μού θυμίζει", "μού τη δίνει") - κάπου τους διάβασα, τους άκουσα, από ανθρώπους πού εκτιμώ (γιατί άραγε;) και πιστεύω (ακόμη περισσότερο γιατί;) Δεν με ενδιαφέρει τι (λέει καθένας για το τι) είναι τέχνη και τι δεν είναι. Μ' αρέσει να σκέφτομαι ότι ούτε και η τέχνη ενδιαφέρεται. Μ' αρέσει να σκέφτομαι ότι με υπερβαίνει, ότι υπάρχω μέσα της - ίσως είναι πιο κοντά στην αλήθεια αυτό, από όσο το ότι η τέχνη υπάρχει γύρω μου. Το ίδιο συμβαίνει με τη γλώσσα - και με τον κόσμο τον ίδιο. Να δεις πώς το έλεγε ο ποιητής: Nicht wie die Welt ist, ist das Mystische, sondern dass sie ist. (Not how the world is, is the mystical, but that it is.)
  13. 4 points
    http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1/%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1-%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CF%89%CE%BD
  14. 4 points
    Μερικά από αυτά τα άκουσα για πρώτη φορά... Εσείς ξέρετε ότι: http://www.youtube.com/watch?feature=player_detailpage&v=CGyK7wdAL2U
  15. 4 points
    Το βιβλίο έχει μια μαγική ιδιότητα πάνω μου. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλώς συμπτώσεις. Ο Μπαρνταμού θα πέσει σε βαρύ πυρετό στις ζούγκλες της Αφρικής[1], θα πέσω κι εγώ. Ο ιερέας Ντουρέ, ή αλλιώς ο σταυροφόρος, θα βρει σε μια σπηλιά ένα μικρό ναό διασχίζοντας ένα μονοπάτι γύρω από ένα βουνό[2] όπως έτυχε να συμβεί αμέσως μετά και σε μένα. Ο Νικόλας Ερφ και η Άλισον ανεβαίνουν τον Παρνασσό[3], ενώ κι εγώ θα κάνω την δική μου αναζήτηση σε ένα από τα διάσημα βουνά της Ελλάδας. Η Μαργαρίτα θα συναντήσει τον Διάβολο του Φάουστ[4], θα τον συναντήσω κι εγώ στο τρένο. Σατανικές συμπτώσεις, θα έλεγε κάποιος. Όμως τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο. Σε κάθε βούτηγμα μέσα σε ένα βιβλίο, δεν ξέρω από ποια θάλασσα θα βγω. Σαν τις ταινίες που σχετίζονται με τηλεμεταφορές στον χωροχρόνο, έτσι κι εγώ μεταφέρομαι στις δίνες των βιβλίων. Αλλά όπως οι ήρωες των ταινιών δεν μπορούν να συνηθίσουν αυτά τα ταξίδια, έτσι κι εγώ θ' αναδυθώ από τον υδάτινο κόσμο παίρνοντας μια μεγάλη ανάσα μέχρι να ξαναγεμίσουν τα πνευμόνια μου από τον αέρα της πραγματικότητας. Όμως τα πράγματα άρχισαν να γίνονται τρομακτικά όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι μετά από κάθε κλείσιμο του βιβλίου θα έπαιρνα και κάτι μαζί μου από εκείνο τον κόσμο. Ο Λάβκραφτ περιέγραφε ήρωες που διαβάζανε απόκρυφα κείμενα από χαμένα βιβλία και ανοίγανε πύλες στη διάσταση των Παλαιών. Ίσως αυτό να περιγράφει μεταφορικά τι γίνεται όταν διαβάζω ένα κείμενο. Όπου μέσα από τις πύλες αυτές περνάνε τα φαντάσματα των χαρακτήρων. Το χειρότερο όμως είναι όταν κομμάτια της προσωπικότητας τους πολιορκούν τη ψυχή μου και βγαίνουν μέσα από μένα σαν να είμαι δαιμονισμένος. Όνειρα θα με τυραννούν με στοιχειά των βιβλίων, είτε ένας Παλαιός, είτε τα ποντίκια από το σπίτι της Μάγισσας[5], είτε η κατσαρίδα του Κάφκα[6]. Φυσικά όλο αυτό γίνεται επειδή από την αρχή αυτά ήταν κομμάτια δικά μου, απλώς με το να τα ζήσω μέσα από ένα τρίτο πρόσωπο, μπορώ και να τα δω σε εμένα. Οι λέξεις πια έχουν πάρει το ρόλο των κλειδιών. Σαν τις λέξεις-κλειδιά που χρησιμοποιεί ένας υπνωτιστής για να επιβάλει στο αντικείμενό του μια σκέψη ή ενέργεια. Μάλλον θα ήμουν ένα πολύ καλό δείγμα για έναν υπνωτιστή. Πια συναισθήματα δέους, φόβου αλλά και συγχρόνως μια συνεχόμενη περιέργεια σε συνδυασμό με μια ένταση όπως το πέταγμα στα εφηβικά μου όνειρα με προκαλούν να συνεχίζω να γυρνάω τη κάθε σελίδα. Να προκαλώ την τύχη μου για το τι άλλο μέσα μου θα συναντήσω αποτυπωμένο πάνω στο χαρτί. Επειδή απ' ότι φαίνεται οι κόσμοι των βιβλίων επεκτείνουν τον κόσμο στον οποίο ζω, δίνουν περισσότερα χρώματα και καινούριες προοπτικές. Τα παράλληλα σύμπαντα των συγγραφέων γίνονται ένα. Ο δικός μου. Κι εγώ θα τον ζήσω και θα τον ανακαλύψω. [1] Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας [2] Νταν Σίμμονς, Υπερίων [3] Τζων Φώουλς, ο Μάγος [4] Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα [5] Λάβκραφτ, Όνειρα στο σπίτι της μάγισσας [6] Κάφκα, Μεταμόρφωση
  16. 4 points
    http://www.buzzfeed....-famous-authors 1. Ernest Hemingway 2. Elmore Leonard Image by DERMOT CLEARY / AP 3. Anton Chekhov 4. George Orwell 5. E.L. Doctorow Image by MARY ALTAFFER / AP 6. Henry Miller Library Of Congress 7. Elmore Leonard Image by Carlos Osorio / AP 8. John Steinbeck 9. Stephen King Image by Mark Lennihan / AP 10. Ralph Waldo Emmerson 11. Neil Gaiman 12. James Patterson Image by Deborah Feingold / Reuters 13. Stephen King Image by MIKE SEGAR / Reuters 14. Mark Twain 15. Edgar Allan Poe 16. John Steinbeck 17. Annie Dillard 18. Ray Bradbury Image by STEVE CASTILLO / AP 19. Saul Bellow Image by ELISE AMENDOLA / AP 20. Erica Jong 21. Kurt Vonnegut Image by MARTY REICHENTHAL / AP 22. T.S. Eliot 23. Ernest Hemingway 24. F. Scott Fitzgerald Library Of Congress 25. Neil Gaiman 26. G.K. Chesterton Design by Chris Ritter for BuzzFeed
  17. 3 points
    Σε μια φαβέλα της Παραγουάης, παιδιά παίζουν Μπαχ με έγχορδα φτιαγμένα από σκουπίδια Το πιο ωραίο βίντεο αυτών των χριστουγέννων. http://www.lifo.gr/tv/the-tube/1177
  18. 3 points
    Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών μου στην δροσερή άμμο και ρουφώ αυτή τη στιγμή. Η Νατάσσα κάνει μακροβούτια στο νερό, ενώ ο Αντώνης, με πέδιλα και μάσκα λίγο πιο εκεί στα βράχια, κυνηγά χτένια. Η Θάλεια και η Κυβέλη (το Κυβελάκι), τα μικρά τους, παίζουν με τα κουβαδάκια τους δίπλα στις ψάθες. Η Νατάσσα βγαίνει χαμογελαστή από τη θάλασσα. «Τι υπέροχα που είναι!» φωνάζει ενθουσιασμένη. Το κέφι της είναι μεταδοτικό, όσο διασκεδαστικές είναι οι κυνικές αγκωνιές που σκαρφίζεται ο Αντώνης για να την πειράζει. Είναι Νοέμβρης, και το καλοκαίρι μας έχει κατσικωθεί γλυκά. Είμαστε στις Αλυκές, λίγο πριν τη δύση του ήλιου, με έναν μελί ουρανό και την σκούρα πλάτη του Χτυπά να μας σκιάζει. Μετράω τρεις ή τέσσερις λουόμενους απ’άκρη σε άκρη όλης της παραλίας, μοναχικούς ρομαντικούς τους αποκαλώ, με τις ενοχλητικές ξαπλώστρες του καλοκαιριού εξαφανισμένες, και τα δοκάρια των ψάθινων ομπρελών άσκεπα στη σειρά τώρα, γυμνά και μυστήρια σαν στύλοι του Στόουνχετζ. Έχει μια άλλη, πιο μελαγχολική μουσική το κύμα του Φθινοπώρου. Χωρίς τη βαβούρα του κόσμου, το κύμα σκάει στην υγρή άμμο λίγο στενάχωρα, σαν πένθιμα. Σαν αντίσταση η Νατάσσα και ο Αντώνης παίζουν ανέμελα ρακέτες και ξαφνικά είμαι στο βαθύ μέλλον, και κάθε ήχος, γέλιο και κουβέντα που παίζει γύρω μου έχει γίνει μνήμη, μια ηχώ φαντασμάτων. Oι Αλυκές έχουν αλλάξει λίγο, η Θάλεια και η Κυβέλη είναι ολόκληρες κοπέλες, νοσταλγικά θυμούνται τις ευτυχισμένες εκείνες μέρες με τους γονείς τους. Δεν μπορεί, τα κορίτσια θα έχουν αρπάξει κάτι από την ζωντάνια των δικών τους. Αντιλαμβάνονται πόσο τυχερές υπήρξαν. «Ήταν και ο κύριος Ντίνος εκεί.» Να’ναι καλά που με θυμήθηκαν. Δύσκολη εποχή, η σημερινή, η δική μας. Φθινόπωρο του 2012. Του χρόνου θα καταφέρουμε να έχουμε άλλον έναν τέτοιο Νοέμβρη; Η ελπίδα χλομιάζει στη σκέψη μου. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, τα πάντα κάθονται σαν βαρύ πέπλο στο κεφάλι. Μου θυμίζουν ταινίες… ένα καλοκαίρι πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο… ένα καλοκαίρι πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο… και η μεταδοτική αισιοδοξία της Νατάσσας μετατρέπεται στη δύση μια τελευταίας, ανεπίστρεπτης εποχής αθωότητας και ανεμελιάς, όπως διαφημίζονταν και εκείνες οι ταινίες. Για όλους μας είναι το Φθινόπωρο της αγωνίας, της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας, της ανέχειας, των απεργιών, της βίας, της υπόσχεσης ενός νέου φασισμού. Φοβάσαι να ονειρευτείς, να ελπίσεις, μέχρι και ο έρωτας για τους ελεύθερους έχασε τη γεύση του, ή έτσι νομίζω εγώ. Βλέπω εφιάλτες τα βράδια. Δεν είναι άγριοι και τρομεροί, είναι άηχοι και μουλωχτοί, με τυλίγουν στον ιστό τους αργά-αργά και αραχνιάζει η ψυχή μου. Θα είχαν κάποτε και οι δικοί μου γονείς τα προβλήματα τους. Σηκώθηκαν κι έφυγαν από την αγαπημένη τους Κωνσταντινούπολη κυνηγώντας μια καλύτερη ημέρα. Δεν γνώρισα τις αγωνίες τους τότε, το φρόντισαν καλά αυτό. Ο Αντώνης μοιράζεται περισσότερα με τις κόρες του χωρίς να μεταδίδει τις ανησυχίες που καίνε στο βλέμμα του. Η Θάλεια και η Κυβέλη, δεν είναι απλά προστατευμένες, μεγαλώνουν θωρακισμένες. Έχουν ήρωες γονείς. Έτσι τους βλέπω κι εγώ. Διορθώνουν πότε-πότε και το δικό μου βλέμμα. Τους ευγνωμονώ γι αυτό. Και αυτές οι λίγες γραμμές που γράφω, οι τόσο ανακουφιστικές, τις οφείλω φυσικά σε εκείνους. Ο Αντώνης φωνάζει στα κορίτσια του να μαζέψουν τα πράγματα τους, να μην αφήσουν κανένα σκουπίδι στην παραλία. Η Νατάσσα μπαίνει άλλη μια φορά στη θάλασσα και κάνει τούμπες στο νερό. Σημαδεύει με τις πατούσες της τον ουρανό και με τα χέρια της καρφωμένα στο βυθό έχει όλη τη Γη στους ώμους της. Μια όμορφη ψευδαίσθηση, γιατί σχεδόν θα τη πίστευε κανείς. Η Νατάσσα θα μπορούσε, θα της ήταν παιχνιδάκι. «Τι σκέφτεσαι άνθρωπε;» με ρωτάει ο Αντώνης. «Άνθρωπε» τους χαιρετάει όλους και μου αρέσει πολύ ο τρόπος που το λέει. (Όλως τυχαίως είχα χρησιμοποιήσει μόνο μία φορά αυτή την έκφραση πριν λίγα χρόνια, μέσα από τα χείλη ενός φανταστικού προσώπου, στο διήγημα μου “Ο Άγιος του Βραλ”. Ο πρωταγωνιστής αποκτά επίγνωση της προσωπικής του ανθρωπιάς, με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, κυρίως τις αδυναμίες, γεγονός που του επιτρέπει να είναι γενναιόδωρος προς τον συνάνθρωπο του.) Και πως τελειώνει αυτό το διήγημα, που δεν είναι διήγημα, ούτε καν μυθιστόρημα, αλλά έπος ζωής; Ούτε η αρχή αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, ούτε φυσικά το τέλος. Είμαι πολύ μικρός για να τα δω όλα, κι ευτυχισμένα μικρός που είμαι ικανός να απολαύσω το ενδιάμεσα ψηφιδωτό. Στιγμές και συναισθήματα στην άμμο, στο γαλανό κύμα, στις φωτοσκιάσεις του ουρανού, στις σταγόνες στο δέρμα, στα γέλια των κοριτσιών, στα γαλανά μάτια του Αντώνη, στο χαμόγελο της Νατάσσας. Φωτογραφίες καρτ-ποσταλ της μνήμης. Ό,τι θυμάται ο καθένας που το έζησε, ή αυτός που το διάβασε εδώ, εσύ. Και για να απολογηθώ, ήταν ο ενθουσιασμός της που γέννησε αυτό το κείμενο, γι αυτό και του έδωσα τον τίτλο «Το Φθινόπωρο της Νατάσσας.» [*Ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος-Πιπεριάν και η Νατάσσα Σέρβου είναι οι δημιουργοί του Χαλκιδέϊκου free-press AN.]
  19. 3 points
    Το παρακάτω απόσπασμα για μένα είναι το πιο σημαντικό κομμάτι του ΥΠΕΡΙΩΝ του Dan Simmons. Ο ήρωας μας περιγράφει με επιχειρήματα για τα συμπεράσματα πάνω στον λόγο. "Οι λέξεις είναι τα απώτατα αντικείμενα. Είναι πράγματα με νου." Ουίλιαμ Γκας Έτσι είναι. Καθαρά και υπερβατικά όσο οποιαδήποτε Ιδέα έριξε ποτέ τη σκιά της στη σκοτεινή πλατωνική σπηλιά της αντίληψής μας. Ταυτόχρονα όμως οι λέξεις αποτελούν και παγίδες που οδηγούν στην εξαπάτηση και στην παρεξήγηση. Λυγίζουν τη σκέψη μας οδηγώντας την σε ατέρμονα μονοπάτια αυταπάτης. Το γεγονός ότι ξοδεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής μας ζωής μέσα σε νοητικούς πύργους χτισμένους από λέξεις σημαίνει ότι μας λείπει η απαραίτητη αντικειμενικότητα ώστε να δούμε τη φρικτή παραμόρφωση της πραγματικότητας την οποία φέρνει μαζί της η γλώσσα. Παράδειγμα: το κινέζικο ιδεόγραμμα που συμβολίζει τη λέξη “ακεραιότητα” είναι ένα σύμβολο αποτελούμενο από δυο μέρη, που παριστάνει έναν άνθρωπο να στέκεται δίπλα στο λόγο του. Ως εδώ καλά. Όμως τι ακριβώς σημαίνει η παλαιά αγγλική λέξη “εντιμότητα”; Ή η λέξη “πατρίδα”; ή “πρόοδος”; Ή “δημοκρατία” ή “ομορφιά”. Ωστόσο, ακόμα και μέσα στις αυταπάτες μας γινόμαστε θεοί. Ένας φιλόσοφος και μαθηματικός ονόματι Μπέρτραντ Ράσελ, ο οποίος έζησε και πέθανε τον ίδιο αιώνα με τον Γκας, έγραψε: “Η γλώσσα όχι μόνο εξυπηρετεί την έκφραση της σκέψης, αλλά και καθιστά δυνατές σκέψεις που δεν θα υπήρχαν χωρίς την ίδια.” Εδώ βρίσκεται η ουσία της δημιουργικής ιδιοφυΐας του ανθρώπου – όχι στα δημιουργήματα του πολιτισμού ούτε και στα όπλα που μπορούν να σημάνουν το τέλος του, αλλά στις λέξεις που γονιμοποιούν νέες ιδέες σαν σπερματοζωάρια που επιτίθενται σ' ένα ωάριο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς πως τα δυο σιαμαία βρέφη λέξη και ιδέα αποτελούν τη μοναδική συνεισφορά που μπορεί, πρόκειται ή δικαιούται να προσφέρει το ανθρώπινο είδος στο γλεντοκόπι του σύμπαντος. (Πράγματι το DNA μας είναι μοναδικό, το ίδιο όμως ισχύει και για το DNA της σαλαμάνδρας. Πράγματι, χτίζουμε κατασκευάσματα, το ίδιο όμως κάνουν και πολλά άλλα είδη, από τους κάστορες ως τα μυρμήγκια-αρχιτέκτονες. [...] Πράγματι, υφαίνουμε χειροπιαστά αντικείμενα από το υλικό ονείρων των μαθηματικών, όμως η αριθμητική αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό ολόκληρου του σύμπαντος. Όποιον κύκλο και να χαράξουμε, θα δούμε να ξεπροβάλει το π. [...] Πείτε μου όμως, έχει κρύψει ποτέ το σύμπαν έστω και μια λέξη κάτω από το εξωτερικό στρώμα της βιολογίας, της γεωμετρίας ή της άψυχης πέτρας; [...] Ούτε μια λέξη. Να λοιπόν η διπλή υπόσταση της λέξης. Του λόγου. Και όπως μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας: Εν αρχή ην ο Λόγος
  20. 2 points
    Man i wanna be THAT tree! This Awesome Urn Will Turn You into a Tree After You Die! You don't find many designers working in the funeral business thinking about more creative ways for you to leave this world (and maybe they should be). However, the product designer Gerard Moline has combined the romantic notion of life after death with an eco solution to the dirty business of the actual, you know, transition. His Bios Urn is a biodegradable urn made from coconut shell, compacted peat and cellulose and inside it contains the seed of a tree. Once your remains have been placed into the urn, it can be planted and then the seed germinates and begins to grow. You even have the choice to pick the type of plant you would like to become, depending on what kind of planting space you prefer. The Bios Urn is a patented design of Estudimoline, the design company of Gerard Moline, a Catalan artist and product designer who designed Bio Urn for animals in 1999. http://patentados.co...degradable.html But! That is not the only design! There is also the "Spirit Tree" One big thinker, José Fernando Vázquez Pérez, tells us this urn is certainly not the only one on the market, nor the first. In Mr. Pérez's opinion, the urn his company manufactures, called The Spirit Tree, is a superior design. The Spirit Tree is a "seed-like container designed to function as a biodegradable two-piece cinerary urn that grows into a living memorial in the form of a tree." The Spirit Tree urn, Pérez told Big Think, is "much cooler" than the design of "the Spanish dude!!!" Indeed, The Spirit Tree has won a number of design awards, and was a finalist in many others as well. So we decided to let Pérez have a run for his money on this design forum, and we are putting the question out to you: Which urn would you like to have your remains placed in?
  21. 2 points
    Ο μπαμπάς του Brandon ήταν γνωστός για το hobby του. Βιβλιοφάγος μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν τον θάνατό του. Διάβαζε το λιγότερο ένα βιβλίο την ημέρα. Και όλο το χρόνο θα είχε γράψει περίπου στις 600 κριτικές, άλλες χρονιές λιγότερες, και μια χρονιά είχε φτάσει τις χίλιες! Συνολικά είχε γράψει πάνω από δέκα χιλιάδες κριτικές. Κι όλα αυτά για τον εαυτό του. Τα έβαζε στον υπολογιστή του μαζί με τις βαθμολογίες. Μέχρι και τοπ λίστα υπάρχει εδώ: https://docs.google.com/spreadsheet/ccc?key=0Aud1LI_WoTmSdFFyNEJ4YzlSTzA5bGJJMldhRnpzNnc#gid=0 (Θα δείτε ότι αρκετά είναι βιβλία δράσης) Από το άρθρο http://www.huffingtonpost.com/brandon-zarzyczny/my-dad-and-his-10496-book_b_3222900.html#slide=more295779
  22. 2 points
    Είναι καιρός τώρα που μπήκε στην οικογένεια αυτό το τερατάκι, απρόσκλητο, φάντης-μπαστούνι στη μιζέρια μου, ένα αξιολάτρευτο τόσο δα σα χαμστεράκι, ένα ασπρούλικο γατάκι με ουρίτσα ποντικίσια. Ντρεπόμουν να το πω. Ήδη όλοι με κοιτάζατε κάπως με το που έλεγα «έχω δέκα γάτες». Ναι, πολλές είναι. Υπήρξαν εποχές που είχαμε και περισσότερες, που δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε στο σπίτι, που σκορπούσα τις κροκέτες στο μπαλκόνι όπως πετάς το καλαμπόκι για να φάνε οι κότες. Τώρα όμως, όπως το βλέπω – καθώς τις βλέπω να τρώνε μαζεμένες από τα πιάτα τους, μου φαίνονται λίγες, τις μετρώ και είναι όντως δέκα. Γύρισα σπίτι ένα μεσημέρι, άνοιξα πόρτες και παράθυρα, και να’σου ένα πικρό κλάμα νιαούρισμα από τον κήπο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν μια από τις δικές μου που παγιδεύτηκε κάπου. Να φωνάζω «ψι-ψι» εγώ, να απαντάει νιάου αυτό. Το βρήκα μέσα στη φοινικιά, σκαρφαλωμένο στα φύλλα, ήμερο, μια σταλιά γατάκι (ευτυχώς όχι του μπιμπερού) λευκό αλλά μουτζούρικο. «Αμάν» λέω, «ποιος είσαι εσύ.» Φινίτο. Γούτσου-γούτσου και τσουπ στην αγκαλιά μου. Χρειάστηκε μία εβδομάδα να το ζεσταθούν οι άλλες γάτες, ενώ το αποδέχτηκαν αμέσως οι δύο σκυλίτσες. Ιδίως η μεγάλη, κολιτσίδα, να το ακολουθεί και να ξερογλύφεται. Έμαθε το μικρούλη εύκολα τα κατατόπια (πιάτα με φαγητό, πιάτο με νερό, άμμος) και πόσο αστείο σε μέγεθος φαντάζει τόσο κούτσικο δίπλα στις άλλες. Εκείνο δεν χώνεται πολύ στις γάτες κι εκείνες δεν παίζουν ακριβώς μαζί του, τα βράδια όμως δίπλα μου χουχουλιάζουν τυχαία μαζί. Μικρό, αληθινό ποντίκι, λευκό, γίνεται σχεδόν αόρατο πάνω στο σεντόνι. Ειδικά τη νύχτα, στον φωτισμό του ψηφιακού ρολογιού από το βίντεο. Υπήρξαν φορές που παραλίγο να καθίσω πάνω του (ακούω κρύα χάχανα). Κι αν το ονόμασα τερατάκι κάπου στην αρχή, αυτό δεν ήταν τυχαίο. Είναι ακάθεκτο. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή σκαρφαλώνει πάνω μου σε χρόνο ντε-τε (τι κι αν φορώ σορτσάκι ή δεν φορώ μπλούζα, τα νυχάκια να είναι καλά). Βουρ πάνω στο πληκτρολόγιο, να μασήσει το καλώδιο του mouse ή του rooter, ή να ορμήσει στην οθόνη. Το πετάω μαλακά μακριά μου στο κρεβάτι, μέχρι να επιστρέψω την προσοχή μου στον υπολογιστή, να’το πίσω να συνεχίσει εκεί που το διέκοψα. Δεν ξεχνάει. Θυμάται με πείσμα την διασκέδαση που του’κοψα στη μέση. Βγήκα να κάνω κάτι δουλειές στον κήπο σήμερα και άρχισε να με ακολουθεί. Πόσο αστείο και ευάλωτο έδειχνε στο μέγεθος του ενάντια στον μεγαλύτερο, εξωτερικό κόσμο. Εκείνο όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ανυποψίαστο κινδύνων, να τρέχει σαν τρελό, χαρούμενο, μέχρι την μπροστινή πύλη, κάτω από την μπροστινή πύλη, ατενίζοντας με περιέργεια την άσφαλτο, έτοιμο να κατέβει τα σκαλοπάτια. Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Ήταν και η πύλη κλειδωμένη και τα κλειδιά μέσα στο σπίτι. Το φώναξα κι ευτυχώς γύρισε πίσω στα χέρια μου. Επέστρεψα στο σπίτι και έκλεισα προσωρινά την πόρτα της κουζίνας. Συγνώμη που σ’αγαπώ τόσο μικρούτσικο μου, που σε μαθαίνω ότι ο άνθρωπος είναι όλο χάδια και αγκαλιές, αλλά αυτός είμαι και δεν μπορώ αλλιώς. Κάθε βράδυ τις μετρώ για να ξέρω ότι όλα τα παιδιά μου είναι στη φωλιά τους. Θα προτιμούσα να μην είχε έρθει. Φαντασίωση μου να τους κλείσω τα μάτια πριν κλείσουν τα δικά μου. Κανείς άλλος δεν νοιάζεται γι αυτά και τρέμω για το τι θα απογίνουν. Δεν θέλω να τα μαζεύω πια. Όταν ακούω γατάκι να κλαίει στο δρόμο (όταν ζούσε η μητέρα μου έψαχνα να το εντοπίσω) τώρα επιταχύνω το βήμα μου. Πρώτη μου φροντίδα, όπως μπορώ, τα δικά μου. Να όμως που έρχονται κι εκείνα σε μένα, όπως αυτό το χαμστεράκι, το 11ο γατί. Αλλά είναι τόσο μικρό (κι ευωδιαστό, μαλακούτσικο, ζεστούλι και χνουδωτό) που αν με ρωτήσετε, πάλι «δέκα γάτες» θα σας απαντήσω. Τόσο δα χώρο πιάνει, και ο μόνος μπελάς: την άμμο υγιεινής γεμίζει. :Ρ
  23. 1 point
    Μπορεί να το έχετε δει το βραβευμένο αυτό διήγημα ήδη στην ταινία μικρού μήκους που έχω βάλει στο τέλος. "They're made out of meat." "Meat?" "Meat. They're made out of meat." "Meat?" "There's no doubt about it. We picked up several from different parts of the planet, took them aboard our recon vessels, and probed them all the way through. They're completely meat." "That's impossible. What about the radio signals? The messages to the stars?" "They use the radio waves to talk, but the signals don't come from them. The signals come from machines." "So who made the machines? That's who we want to contact." "They made the machines. That's what I'm trying to tell you. Meat made the machines." "That's ridiculous. How can meat make a machine? You're asking me to believe in sentient meat." "I'm not asking you, I'm telling you. These creatures are the only sentient race in that sector and they're made out of meat." "Maybe they're like the orfolei. You know, a carbon-based intelligence that goes through a meat stage." "Nope. They're born meat and they die meat. We studied them for several of their life spans, which didn't take long. Do you have any idea what's the life span of meat?" "Spare me. Okay, maybe they're only part meat. You know, like the weddilei. A meat head with an electron plasma brain inside." "Nope. We thought of that, since they do have meat heads, like the weddilei. But I told you, we probed them. They're meat all the way through." "No brain?" "Oh, there's a brain all right. It's just that the brain is made out of meat! That's what I've been trying to tell you." "So ... what does the thinking?" "You're not understanding, are you? You're refusing to deal with what I'm telling you. The brain does the thinking. The meat." "Thinking meat! You're asking me to believe in thinking meat!" "Yes, thinking meat! Conscious meat! Loving meat. Dreaming meat. The meat is the whole deal! Are you beginning to get the picture or do I have to start all over?" "Omigod. You're serious then. They're made out of meat." "Thank you. Finally. Yes. They are indeed made out of meat. And they've been trying to get in touch with us for almost a hundred of their years." "Omigod. So what does this meat have in mind?" "First it wants to talk to us. Then I imagine it wants to explore the Universe, contact other sentiences, swap ideas and information. The usual." "We're supposed to talk to meat." "That's the idea. That's the message they're sending out by radio. 'Hello. Anyone out there. Anybody home.' That sort of thing." "They actually do talk, then. They use words, ideas, concepts?" "Oh, yes. Except they do it with meat." "I thought you just told me they used radio." "They do, but what do you think is on the radio? Meat sounds. You know how when you slap or flap meat, it makes a noise? They talk by flapping their meat at each other. They can even sing by squirting air through their meat." "Omigod. Singing meat. This is altogether too much. So what do you advise?" "Officially or unofficially?" "Both." "Officially, we are required to contact, welcome and log in any and all sentient races or multibeings in this quadrant of the Universe, without prejudice, fear or favor. Unofficially, I advise that we erase the records and forget the whole thing." "I was hoping you would say that." "It seems harsh, but there is a limit. Do we really want to make contact with meat?" "I agree one hundred percent. What's there to say? 'Hello, meat. How's it going?' But will this work? How many planets are we dealing with here?" "Just one. They can travel to other planets in special meat containers, but they can't live on them. And being meat, they can only travel through C space. Which limits them to the speed of light and makes the possibility of their ever making contact pretty slim. Infinitesimal, in fact." "So we just pretend there's no one home in the Universe." "That's it." "Cruel. But you said it yourself, who wants to meet meat? And the ones who have been aboard our vessels, the ones you probed? You're sure they won't remember?" "They'll be considered crackpots if they do. We went into their heads and smoothed out their meat so that we're just a dream to them." "A dream to meat! How strangely appropriate, that we should be meat's dream." "And we marked the entire sector unoccupied." "Good. Agreed, officially and unofficially. Case closed. Any others? Anyone interesting on that side of the galaxy?" "Yes, a rather shy but sweet hydrogen core cluster intelligence in a class nine star in G445 zone. Was in contact two galactic rotations ago, wants to be friendly again." "They always come around." "And why not? Imagine how unbearably, how unutterably cold the Universe would be if one were all alone ..." the end This story originally appeared in Omni April 1991 and was nominated for the Nebula Award. It is taken from the collection 'Bears Discover Fire', available here. You can find out more about Terry Bisson on his website.
  24. 1 point
    http://www.youtube.com/watch?v=j7lp3RhzfgI
  25. 1 point
    «∆εν εκφράζω απελπισία για το µέλλον της λογοτεχνίας, πιστεύω ότι η καλή λογοτεχνία θα βρίσκει τρόπους να αναδύεται πάντοτε σε ευθεία σχέση µε τη µεγαλειώδη λογοτεχνία του παρελθόντος. Η απελπισία µου αφορά την παρακµή και την αποσύνθεση του αυθεντικού, πολιτισµένου αναγνωστικού κοινού... Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..