Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 11/11/2018 in Posts

  1. 6 points
    Καλημέρα και καλώς σας βρήκα. Πρώτο ποστ, και να ενημερώσω πως έχω ήδη κυκλοφορήσει μέσω του προσωπικού μου εκδοτικού οίκου τα δύο πρώτα μου βιβλία (μία συλλογή διηγημάτων και μία συλλογή ποιημάτων). Το προφίλ μου στο Goodreads είναι εδώ, για όποιον ή όποια ενδιαφέρεται να δει/μάθει περισσότερα. Θα προσπαθήσω να είμαι ενεργός σε αυτό το φόρουμ, αν και γενικά με φόρα δεν τα πάω καλά τώρα τελευταία. Χαιρετισμούς.
  2. 5 points
    Είδος: κλασικό μορφεϊκό σκίφυ Βία;/Σεξ; Όχι ιδιαίτερα πράματα Αριθμός Λέξεων: 3,998 (χωρίς τίτλο) Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: 1. Για το παιχνίδι Εικόνα και επί τόπου #17. 2. Πρώτο ολοκληρωμένο διήγημα μετά από 9 μήνες (ούτε να το γεννούσα δεν θα 'κανα τόσο καιρό). Αρχείο: Το γενέθλιο δώρο.doc
  3. 5 points
    Εγώ στην αρχή έβλεπα μόνο το άβαταρ και έλεγα: "ποιός είναι αυτός που χώθηκε σφήνα στο παιχνίδι" Ύστερα είδα ότι είπε στον Μορφέα να αλλάξει τίτλο και αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του γουτσουνο-αβαταρ Εννοείται ότι θα ψηφίσω Γιάννη, χωρίς να σχολιάσω- χωρίς ΚΑΝ να διαβάσω μάλλον. Με τέτοιο άβαταρ πως να αντισταθεί κανείς;
  4. 5 points
    Είστε έτοιμοι και με poll. Θα σας διαβάσω μετά το ΣΚ. Καλή επιτυχία σε όλους!
  5. 5 points
    Και κάπως έτσι το συγγραφικό παιχνίδι Εικόνα και επί τόπου #17 έφτασε στο τέλος του. Χαίρομαι που σας άρεσε η εικόνα που έβαλα, ελπίζω να μην σας δυσκόλεψε πάρα πολύ. Οι ιστορίες είναι τρεις: 1. jjohn - Άτιτλο εφ του γγιάννη της καρδιάς μας 2. John Ernst - «3421» 3. Morfeas - Το γενέθλιο δώρο Silvertooth αν το επιθυμείς όποτε με το καλό τελειώσεις την ιστορία σου μπορείς να την ανεβάσεις εκτός παιχνιδιού.
  6. 5 points
    Οι φάμπρικες σιωπούν είναι σαν κακή αριστερή φαντασίωση Σκοτεινή πόλη και τα ρέστα είναι φωσκολικό κοινωνία ώρα μηδέν σταματήστε το κάρβουνο και τα ληγμένα Η απόβαση των σκιερών αποτέτοιων, σε αντίθεση με τα δύο παραπάνω (!), δεν βγάζει νόημα πέρα από έναν εσωτερικό μονόλογο μέθης και χασίματος. Με άλλα λόγια φοβερά πετυχημένο το generator βρε Νικόλα. Στάζει κουλτούρα. ☠️ Πέρα από την πλάκα, γΓιάννη βάλε τίτλο. Δόθηκε παράταση. Έστω και έναν από τους προαναφερθέντες. Ή ίσως όχι, αλλά βάλε τίτλο μια φορά.
  7. 4 points
    Χμ, χμ. Ας πούμε χρόνια σου πολλά για τα γενέθλιά σου, έστω και καθυστερημένα. Και ας περάσουμε στα μαρτύρια. Ο δαίμων του τυπογραφείου βλέπω άστραψε και γλεντοκόπησε στο κείμενό σου. Σοβαρά τώρα, πέρασέ το ένα ρετούς. Κάτι συνδέσμοι που έλειπαν από δω, κάτι ορθογραφικούλια από κει, κάτι κόμματα που έπρεπε να υπάρχουν αλλά πού 'ν' τα. Ένα edit το ζητάει. Και συνεχίζουμε με ακόμη περισσότερα μαρτύρια. Πλοκή Η ιστορία, σαν ιστορία, θα μπορούσε να είναι ωραία. Αν εξαιρέσουμε το ευτυχές τέλος, αλλά από την άλλη, γιατί όχι. Ευτυχές τέλος, μία στα τόσα επιτρέπεται. Και ταιριάζει εδώ. Αν ήταν να ακούσω την πλοκή σου σε πέντε γραμμές νομίζω θα μου άρεσε. Μπάτσος ανατικαθιστά τη γυναίκα των ονείρων του με ανδροειδές, ανατινάζει ανδροειδές, στο μεταξύ έχει απαγάγει τη γυναίκα και ζει μαζί της το μεγάλο του έρωτα. Και τα φορτώνει όλα στον άπλυτο κακομοίρη. Θυμίζει αμυδρά τον Μάγο Αϊζενχάιμ. Ωραία ταινία. Εντάξει, αμυδρά μόνο τη θυμίζει. Δεν έχω κανένα θέμα με την πλοκή. Έχω θέμα όμως με το πώς έστησες την ιστορία σου. Προχωρώ. Κοσμοπλασία Το τείχος, η πύλη, ο διαχωρισμός σε πολίτες δυο κατηγοριών. Έχει ξαναγίνει. Δεν πειράζει τόσο αυτό. Πειράζει που, κατά τη γνώμη μου, το δίνεις με πολύ tell. Από δω οι φάμπρικες και τα λερά στενά και τα ελαττωματικά γονιδιώματα. Από κει, οι πλούσιοι. Επειδή κατά κάποιον τρόπο είναι ένας διαχωρισμός που έχει παίξει αρκετά, με διάφορες φυσικά διαφοροποιήσεις, νομίζω ότι μπορούσες να μας αφήσεις να τον δούμε χωρίς να μας τον περιγράψεις τόσο διεξοδικά. Δλδ αν είχαμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα θα μπορούσες να εξηγήσεις πολλά περισσότερα, όσα πολύ σωστά θίγει και ο John Ernst πιο πάνω. Αλλά σε ένα διήγημα αρκεί καμιά φορά μία γενική αίσθηση του σκηνικού μας. Μία πρόταση από δω, ένα σχόλιο από κει, ένα επίθετο που χαρακτηρίζει μία κατάσταση. Από τη μία η εικόνα που δόθηκε στο παιχνίδι και από την άλλη τα διαβάσματα και οι ταινίες που όλοι λίγο ως πολύ έχουμε φάει με το κουτάλι εδώ μέσα, πίστεψέ με, θα μας καθοδηγούσαν σωστά. (Η μέθοδος λέγεται evocation και κάτι μου λέει να κάνω ένα σχετικό αρθράκι, χμχμ.) Νομίζω δηλαδή πως είπες περισσότερα από όσα χρειάζεται. Γλώσσα Θέλουμε δουλίτσα εδώ. Ο δαίμων που άστραψε και βρόντηξε από τη μία, το ότι μάλλον μου ήσουν κάπως ντεφορμέ συγγραφικά, δεν βοήθησαν στο τελικό αποτέλεσμα. Κάπως απλοϊκή η περιγραφή σου, κάπως εύκολη. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις τώρα αυτό. Δύο φορές ας πούμε αναφέρεις τη λέξη κοσμούσε. Μία χαρά λέξη, αλλά έχει μία ετερόκλητη βαρύτητα μέσα στο πλαίσιό σου. Δείχνει λίγο άτσαλη. Σαν να τη φόρεσες και να μην σου κουμπώνει σωστά. Τις λέξεις, όπως και τα ρούχα, πρέπει να τις φοράμε, όχι να μας φορούν. Ήθελα σφιχτότερο κείμενο. Γενικά. Μπορούσε να έχει και πιο σκληρές εικόνες, μπορούσε να έχει περισσότερα συμβάντα. Η αφήγηση έδειχνε όχι η απλή ενός ανθρώπου που μεγάλωσε στη λάθος μεριά της πόλης (ή που τον έστειλαν στην λάθος μεριά) αλλά μάλλον κάπως βιαστική, αν μου επιτρέπεις. Καταλαβαίνω τι θέλεις να κάνεις, αλλά δεν πετυχαίνει στο έπακρο. Θέλεις εξάσκηση, αγαπητέ. Χαρακτήρες Στην ουσία ένας χαρακτήρας υφίσταται. Η ΟΓ σου, ή το πώς την χειρίζεσαι, δεν μας πολυαφήνει περιθώρια να πάρουμε πρέφα τι παίζει με τους λοιπούς. Ο πιλότος είναι όσα μας λέει ο ήρωας ότι είναι, ο μπάτσος επίσης. Όλα μα όλα φιλτράρονται μέσα από τα μάτια του αφηγητή, πράγμα σύνηθες στις αστυνομικές ιστορίες, απλά ήθελε λίγο δουλίτσα εδώ για να δείξει όπως έπρεπε. Δεν μπόρεσα δηλαδή να διακρίνω καμία προσωπικότητα ούτε στη Μαριάννα, για παράδειγμα, που ναι μεν λείπει ως άτομο αλλά ήταν μάλλον άχρωμες ακόμη και οι αναφορές σε αυτή. Διεκπεραίωση Σαν αστυνομική ιστορία θα μπορούσε να δουλέψει, αλλά με στίλβωμα. Όχι όσον αφορά στην ιδέα που είχες αλλά στο πώς την διαχειρίστηκες. Τίτλος; Προσωπικά θα έκανα μία αναφορά στο κόσμημα της Μαριάννας. Να είχε κάποιο ιδιαίτερο σχήμα, μία ιδιαίτερη πέτρα, και ο τίτλος να ήταν αυτό. Ή μία αναφορά στη διττή υπόσταση του κόσμου, της πόλης έστω. Αυτά από μένα. Ελπίζω να βοήθησε η κριτική. Καλή επιτυχία στο παιχνίδι!
  8. 4 points
    Λοιπόν, διάβασα κι εγώ ολόκληρη τη σειρά του Μαύρου Πύργου. Δεν έχω σχολιάσει κάποιο από τα βιβλία μεμονωμένα, ήθελα να τελειώσω πρώτα τη σειρά και μετά. Η όλη εμπειρία προφανώς είναι όμορφη, ένα ταξίδι γεμάτο συγκινήσεις, περιπέτειες, αξέχαστες εικόνες, συμπαθείς χαρακτήρες. Κατά πολλούς, βλέπουμε τον Κινγκ στα καλύτερά του. Εγώ δεν έχω διαβάσει πάρα πολλά βιβλία του για να μπορώ να το πιστοποιήσω αυτό (κάτι παραπάνω από 20 μαζί με τα 7 του Πύργου) αλλά μπορώ να καταλάβω το λόγο που θεωρείται το καλύτερο έργο του Κινγκ. Το ταξίδι ξεκινάει χαλαρά, με μέτριο γράψιμο (απ' ό,τι κατάλαβα το πρώτο βιβλίο το γράφει στα δεκαεννιά του) και με μπερδεμένη πλοκή. Ειδικά σε εκείνο το σημείο με τον μάγειρα, παίζει να διάβασα 3 συγκεκριμένες σελίδες 3-4 φορές για να καταλάβω πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερα. Αργότερα, μπήκα στο goodreads να διαβάσω κριτικές και διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος ως προς την κατανόηση της εξέλιξης των γεγονότων. Παρόλ' αυτά είναι ένα διασκεδαστικό βιβλίο και η απαραίτητη εισαγωγή στην ιστορία. Το δεύτερο θα έλεγα πως είναι κι αυτό εισαγωγικό, αν και πολύ πιο δυνατό από το πρώτο. Θα έλεγα πως αρχίζουμε να βλέπουμε ποιος πραγματικά είναι ο Κινγκ και τι μπορεί να κάνει με το γράψιμό του. Το τρίτο βιβλίο είναι από τα αγαπημένα μου της σειράς. Ουσιαστικά για εμένα η ιστορία του Μαύρου Πύργου ξεκινάει από εδώ. Εδώ μπαίνουμε για τα καλά στο θέμα. Τη σκηνή που Το τέταρτο είναι ως επί τω πλείστον μία αναδρομή στο παρελθόν με εντυπωσιακές εικόνες, αγωνία και δίνονται ενυπωσιακές λεπτομέρειες για τον Μέσο Κόσμο. Το πέμπτο βιβλίο είναι επίσης ωραίο, με νέα στοιχεία και μία υπέροχη μάχη. Το έκτο βιβλίο είναι και το αγαπημένο μου. Το διάβασα μονορούφι (τουλάχιστον για τα δικά μου στάνταρ) και ένιωσα μαγεμένος. Την όλη ιστορία τη βρήκα μοναδική, αλλά ειδικά το τέλος με Το έβδομο και τελευταίο βιβλίο περιλαμβάνει μία σταδιακή εξέλιξη των γεγονότων και μία απαραίτητη επιβράδυνση πριν από την τελική αναμέτρηση με τον Μαύρο Πύργο. Γενικά είναι ένα εντυπωσιακό ταξίδι, ο αναγνώστης γνωρίζει μέρη μαγικά, αξιολάτρευτους χαρακτήρες, ωραίες μάχες και πάνω απ' όλα βρίσκει τον εαυτό του να έχει ζήσει ποικίλα συναισθήματα μετά το τέλος του ταξιδιού.
  9. 4 points
    Είναι επειδή δεν το διάβασες ακόμα Όταν το κάνεις, θα δεις ότι μάλλον η έλλειψη τίτλου είναι το λιγότερο απ'τα προβλήματα του
  10. 4 points
    Ευχαριστούμε πολύ! Ψηφίστε εμένα που έχω το πιο γλυκό άβαταρ Εδίτ: Έκανα και την αρχή. Θα ψηφίσω τον Μορφέα γιατί θεωρώ η ιστορία του χώρεσε καλύτερα στις 4.000 λέξεις. Στην πραγματικότητα πάντως και οι δύο ιστορίες είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο!
  11. 4 points
    Ιωάννη, τέκνον μου, τι άτιτλο με τόσες μέρες παράταση; Το θες το ξύλο σου από πριν την ανάγνωση μου φαίνεται. Και βρε παιδιά, σας το έχω πει, όταν δυσκολεύεστε με τίτλους, στείλτε μου ένα πιμί και θα σας λύσω το πρόβλημα. Έχω φτιάξει τζενερέιτορ (ναι, σε Java, γΓιάννη, μην με διακόπτεις), με είσοδο το κείμενο κι έξοδο τρεις πιθανούς τίτλους. Στην περίπτωσή σου: 1. Οι φάμπρικες σιωπούν 2. Σκοτεινή πόλη, ώρα μηδέν, λεπτό εφτά 3. Η απόβαση των σκιερών αυταπατών Το δείγμα ήταν δωρεάν, την επόμενη φορά θα πρέπει να βάλετε το χέρι βαθιά στην τσέπη.
  12. 3 points
    Όνομα: Ιωάννης Είδος: low sci-fi Λέξεις: 4.002 με τίτλο και ενότητες αστεράκια. 3.994 χωρίς, 4.000 αν αντικαταστήσω κάτι πλάι-πλάι με πλάι πλάι Βία/Σεξ: Ελάχιστη/Όχι(Αναφορές μόνο) Σχόλια: Η ιστορία μου το εικόνα κι επί τόπου 17 με συμπαίκτες silvertooth, john_ernst και morfea Meta-σχόλια: Δεν είμαι σίγουρος ότι είμαι εντός θέματος, ότι είμαι ΕΦ, αλλά αυτή την ιστορία μου γέννησε η εικόνα! Έχω καιρό να γράψω και δεν ξέρω σε τι επίπεδο βρίσκομαι. Νομίζω για δουλειά 3-4 ημερών στέκεται σε καλό επίπεδο πάντως! Δεν θέλω να το γυαλίσω παραπάνω, οπότε απλά πάρτε το! Μου βγήκε λιγουλάκι σκοτεινή σαν ιστορία( πρώτος στους φαρισσαϊσμούς αφού κατά τα άλλα δεν ήθελα να διαβάζω σκοτεινές ιστορίες), αλλά δε μπορούσα να σκεφτώ κάτι πιο χαρωπό να γράψ Πείτε ό,τι θέλετε έχω ακούσει χειρότερα τον τελευταίο καιρο 😛 Και για να σας προλάβω (πλιζ μόνο μετά την ανάγνωση) --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- untitled_sf_jjohn.pdf --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Άτιτλο I Το φωτάκι στην κάρτα εξόδου άναψε καθώς επέστρεφα σπίτι απ’ τη φάμπρικα. Δεν είχα σκοπό να κάνω το οτιδήποτε για το βράδυ, αλλά τρεις ώρες μακριά από την όλη διαολοκατάσταση ήταν αρκετά δελεαστικές για να τις γυρίσω την πλάτη πόσο μάλλον αυτές τις τρεις ώρες θα μπορούσα να τις περάσω στην αγκαλιά της Μαριάννας μου. Στάθηκα σε μία γωνία και μέτρησα τα κέρματα στο τρύπιο πορτοφολάκι μου. Δέκα δεκάρες ήταν όλες κι όλες, όχι πολλές, αλλά θα αρκουσαν μέχρι το επόμενο μεροκάματο, ακόμα κι αν ξόδευα τις μισές για πάρτη της. Έβαλα το πορτοφόλι στη τσέπη και κίνησα για την πύλη. Η πύλη ήταν ένα πελώριο και επιβλητικό κατασκεύασμα που χώριζε την πόλη -και κυρίως τους ανθρώπους- στα δυο. Στην δική μου πλευρά της πόλης ζούσαν κυρίως οι άτυχοι, οι αδικημένοι κι οι τιμωρημένοι της ζωής. Η επίσημη δικαιολογία ήταν πως κάτι στο γονιδίωμα μας ήταν ελαττωματικό, πως δε συμβάδιζε με αυτό που υποτίθεται πως ήταν το φυσιολογικό. Στην πραγματικότητα πολύ αμφέβαλλα ότι κάτι πήγαινε στραβά με το γονιδίωμα μου. Όλο αυτό δεν ήταν παρά μια δικαιολογία κάποιων για να γεμίζουν με εργάτες τα εργοστάσια όταν υπήρχε κάποια ανάγκη. Στην έτερη πλευρά της πόλης ζούσαν όλοι οι άνθρωποι που το σύστημα θεωρούσε φυσιολογικούς ή τουλάχιστον που θα θεωρούσε φυσιολογικούς έως ότου να παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη. Η ζωή σε αυτή τη πλευρά διέφερε αρκετά απ’ την δικιά μας. Οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν να ξυπνάνε κάθε μέρα στις πέντε το πρωί για να πάνε στο εργοτάξιο, δεν είχαν να πηγαίνουν παντού με τα πόδια, δεν είχαν διακοπή νερού μέρα παρά μέρα, δεν είχαν εβδομαδιαίους ελέγχους και το κυριότερο τους αντιμετώπιζαν σαν ανθρώπους και όχι σαν αναλώσιμους. Δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι ευτυχισμένοι στην άλλη πλευρά, μα και σίγουρα δεν ήταν όλοι τους δυστυχισμένοι... Ο φρουρός στην πύλη με καλωσόρισε μ’ ένα από εκείνα τα άγρια βλέμματα που ήταν σχεδόν αναγκαία για να μην καταλήξεις μαχαιρωμένος σε κάποιο στενό. Του το ανταπέδωσα αν και δίχως ένα αυτόματο στα χέρια μου, το βλέμμα δεν είχε την ίδια βαρύτητα... “Καλησπέρα, θέλω να περάσω” έκανα κι έβγαλα την κάρτα από την τσέπη μου. “Τον αριθμό σου” είπε και του ανέφερα τον οκταψήφιο αριθμό που καθόριζε όλο μου το είναι. Ο φρουρός πήρε την κάρτα, την μελέτησε για μία στιγμή και έπειτα την ακούμπησε πάνω σε μία εσοχή που υπήρχε στη πύλη. “Ξέρεις τα βασικά, έτσι δεν είναι;” ρώτησε και από τον τρόπο που το είπε συμπέρανα πως δεν είχε διάθεση να τα εξηγήσει. “Ναι, αν δεν είμαι πίσω σε τρεις ώρες, την έχω γαμήσει” απάντησα για να τον βγάλω από την υποχρέωση. Το σύστημα με τις κάρτες εξόδου είχε ελάχιστους κανόνες και κανένας τους δεν είχε γραφεί από κάποιον άνθρωπο με κατανόηση. ΟΙ τρεις ώρες στην άλλη πλευρά της πόλης μια φορά το μήνα υποτίθεται πως ήταν ανταμοιβή για την σκληρή δουλειά που κάναμε αλλά για τους περισσότερους δεν αποτελούσε κάτι παραπάνω από μία υπενθύμιση για το πόσο μα πόσο σκάρτα μας είχε φερθεί η ζωή. Εάν για τον οποιοδήποτε λόγο, καθυστερούσα να επιστρέψω πριν το πέρας της διορίας, η κάρτα εξόδου μου θα έδινε σήμα στα κεντρικά πως είχα παραβεί τον νόμο. Εκεί αυτομάτως το σύστημα θα ανίχνευε την τοποθεσία μου μέσα από το τσιπάκι που ‘χαμέ όλοι μας απ’ τη γέννα εμφυτευμένο στο δέρμα και πριν καλά-καλά προλάβω να πάρω χαμπάρι το τι είχε συμβεί, ένα σμήνος από ανδροειδή θα ‘χε ήδη γεμίσει με τρύπες το κορμί μου. Στην έτερη πλευρά της πόλης ήμουν ακόμη πιο ασήμαντος απ’ ό,τι ένιωθα στην δική μου πλευρά και κανείς δεν θα έδειχνε ενδιαφέρον αν πέθαινα ή όχι. Όλο και κάποιος θα κατέληγε με ελαττωματικό γονιδίωμα για να πάρει την θέση μου στη φάμπρικα. Κι αν αυτός ο κάποιος ήταν καλύτερος από μένα στη δουλειά, τότε το μόνο κρίμα στην όλη ιστορία ήταν πως δεν είχα πεθάνει νωρίτερα. Αυτός ήταν και ο λόγος που ελάχιστοι είχαν το θάρρος να περάσουν την πύλη και να γευτούν (ή να ξαναγευτούν) έστω και για λίγο μία άλλη, λίγο καλύτερη ζωή. Όχι ότι εγώ προσωπικά ήμουν κάνας θαρραλέος, απλώς είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να χαϊδεύω και να αγγίζω την Μαριάννα που δεν λογάριαζα μπροστά της ούτε την ίδια μου την ζωή. Δεν ήταν ότι δεν είχαμε γυναίκες και στην δική μου πλευρά. Είχαμε και πολλές μάλιστα, αλλά καμία τους δεν είχε εκείνο το κάτι που είχα βρει στα καταγάλανα της μάτια. Αντίστοιχες κάρτες εξόδου δεν υπήρχαν για όσους ζούσαν στην άλλη πλευρά, αφού δεν υπήρχε και κανένας που να ήθελε να σπαταλήσει τον χρόνο του μαζί μας. Και αν πράγματι υπήρχε, τότε το σύστημα είχε τους δικούς του τρόπους να τον ‘στείλει σ’ εμάς μόνιμα... Ψέλλισα από μέσα μου μια προσευχή, από εκείνες που δεν θυμόταν πια κανένας και ρύθμισα την ώρα στο ρολόι μου. Μου έμειναν δύο ώρες πενηντα-εννιά λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα όταν πέρασα τη πύλη. II Στην έτερη πλευρά της πόλης είχα ζήσει όλα κι όλα δεκαπέντε χρόνια, πριν καταλήξω όπου κατέληξα. Δεν είχα προλάβει να την γνωρίσω καλά, αλλά ήταν αρκετά τα χρόνια για να μην εντυπωσιάζομαι τόσο πια ούτε από τους πελωριους ουρανοξύστες ούτε κι από τα ιπτάμενα σκάφη που αφηνιάζανε στον ουρανό. Αυτό όμως που πράγματι μου έκανε εντύπωση όποτε την επισκεπτόμουν, ήταν εκείνο το διαπεραστικό βουητό που ρίζωνε στα αυτιά μου. Πάντοτε προσπαθούσα να θυμηθώ αν ο θόρυβος αυτός υπήρχε κι όταν ήμουν παιδί και ποτέ μου δεν κατέληγα σε κάποιο βέβαιο συμπέρασμα. Έτσι και αλλιώς, αυτός ο θόρυβος φαινόταν να ενοχλεί μονάχα εμένα. Οι υπόλοιποι περαστικοί που συναντούσα στον δρόμο μου ενώ περπατούσα έδειχναν ανεπηρέαστοι απ’ αυτό το βουητό, λες και δεν υπήρχε ή λες και είχαν αναπτύξει ανοσία σ ’αυτό χάρις σε κάποιο απ’ τα δεκάδες εμβόλια που κάναν κάθε χρόνο. Κανείς τους δεν με κοιτούσε με καλό μάτι, αλλά δεν περίμενα και κάτι το διαφορετικό. Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι γονείς μου μ’ είχαν ξεγράψει αφ’ όταν είχε έρθει η διαταγή μετακίνησης μου, τι διάολο καλύτερο θα μπορούσα να περιμένω από ένα μάτσο άγνωστους που έβλεπαν σε μένα μονάχα μία ταλαιπωρημένη μουτσούνα και μία χιλιομπαλωμένη στολή εργασίας; Αγνοώντας τους όσο μπορούσα, κίνησα για το μπουρδέλο όπου δούλευε η Μαριάννα. Ναι, δούλευε σε μπουρδέλο και ναι βλεπόμασταν όπως ο πελάτης με την πόρνη, όμως ανάμεσά μας υπήρχε κάτι βαθύ κι αληθινό. . Την είχα γνωρίσει τυχαία πριν από δύο χρόνια κι από τότε, όποτε άναβε το φωτάκι στην κάρτα μου, έτρεχα για την συναντήσω. Πολλές φορές ούτε την πράξη δεν κάναμε, απλώς καθόμασταν πλάι-πλάι ο ένας στον άλλον και αφήναμε τα τραύματα της ψυχής μας να αναλάβουν τα υπόλοιπα. Χρειάστηκα περίπου σαράντα λεπτά για να φτάσω περπατώντας, αφού ούτε όχημα είχα, ούτε λεφτά για συγκοινωνίες. Εξωτερικά το μαγαζάκι δεν ξεχώριζε σε κάτι από δεκάδες όμοια μαγαζιά που ήταν στοιβαγμένα μαζί μ’ εκείνο σε μία σειρά και στα οποία μπορούσε κανείς να ανταλλάξει χρήμα με ηδονή. Η είσοδος στο μαγαζί ήταν ελεύθερη, πότε-πότε γυρόφερνε κανένας μπράβος μα εκείνη τη στιγμή δεν φαινόταν πουθενά. Το μαγαζί ήταν άδειο. Όπως άκουσα από τα δίπλα μαγαζιά, η αστυνομία είχε κάνει έφοδο πριν κάποιες μέρες και η κίνηση είχε πέσει.. Το μαγαζί απασχολούσε τρεις ακόμα πόρνες πέραν της Μαριάννας, μία Νιγηριανή, μία Ρωσίδα και μία που δεν ήξερα πώς ακριβώς έπρεπε να την αναφέρω. Δεν ήταν πραγματική γυναίκα, αλλά ένα ανδροειδές, από τα τελευταία μοντέλα όπου η σύσταση του σώματος τους ήταν σχεδόν η ίδια με αυτού του ανθρώπινου σώματος. Δεν υπήρχαν καλώδια, δεν υπήρχε τίποτα, μόνο ένα έμπειρο μάτι θα μπορούσε να καταλάβει την διαφορά ξεψαχνιζοντας το σώμα εκ των έσω. Αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν πως είχαν μπορέσει να χωρέσουν ‘κει πέρα κάτι παρόμοιο με την ανθρώπινη ψυχή, αλλά ίσως να μην ήταν και απαραίτητο. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι τέτοια μοντέλα έκαναν θραύση κυρίως σε τίποτα ανώμαλους έβγαζαν τα βίτσια τους σε ψεύτικες κούκλες που έμοιαζαν σε όλες εκείνες γκόμενες-απωθημένα που πάντοτε θέλανε να γαμήσουνε. Η πόρτα για το δωμάτιο της Μαριάννας ήταν ξεκλείδωτη και μπήκα. Έβγαλα απ’ τη τσέπη μου τα κέρματα για να ρίξω στο συλλέκτη της, αλλά δεν την έβλεπα πουθενά στο σαλονάκι της. Την βρήκα τελικώς στο μπάνιο και τότε ήταν που ένιωσα την γη να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου. Ήταν πεσμένη και ο λαιμός της έφερε κακώσεις, κάποιος την στραγγαλίσει με τα γυμνά του χέρια.. Προσπάθησα με κάθε μέσο να την συνεφέρω, αλλά ήταν αργά και δεν μπορούσα να κάνω το παραμικρό. Η Μαριάννα ήταν ο λόγος για τον οποίον άντεχα όσα άντεχα, γιατί η σκέψη της μου έδινε δύναμη κι ελπίδα. Χωρίς εκείνη ένιωθα μόνος και αδύναμος. Ξάπλωσα πλάι της και άρχισα να δακρύζω. Χάιδεψα τον λαιμό της και ασυναίσθητα έφερε στο νου μου το μενταγιόν που της είχα δωρίσει. Μου ’χε πει πως δεν θα το έβγαζε ποτέ από πάνω της, γιατί της έφερνε τύχη, και όντως όποτε την έβλεπα πάντοτε εκείνο κοσμούσε τον λαιμό της. Μα εκείνη την στιγμή απουσίαζε και αν πράγματι της έφερνε τύχη, τότε έφταιγε το ίδιο μενταγιόν ή εγώ που της το είχα δώσει; Το μυαλό μου κατακλύστηκε από σκέψεις εκδίκησεις και συνάμα από φρούδες ελπίδες. Όσο και να ήθελα να βρω το μπάσταρδο που μου είχε στερήσει τη Μαριάννα, γνώριζα πως ήταν όνειρο απατηλό. Με δύο ώρες στην διάθεση μου δεν μπορούσα να κάνω πολλά και μέχρι την επόμενη φορά που θα άναβε η γαμώοκαρτα εξόδου μου, ο μπάσταρδος θα ‘χε εξαφανιστεί. Θα αντάλλαζα ό,τι είχα και δεν είχα, ακόμα και την ψυχή μου, για να μάθαινα το όνομα του, αλλά ήξερα πως σ’ αυτή την πόλη κανείς δεν έκανε χάρες και οι ψυχές δεν είχαν την παραμικρή αξία. Καθώς καθόμουν πλάι της κι αναπολούσα όλες τις στιγμές που περάσαμε μαζί, η πόρτα άνοιξε και ένας χοντρός άντρας μπήκε στο δωμάτιο. Η ματιά του έπεσε απευθείας στην ανοιχτή πόρτα του μπάνιου και ειδικότερα σ’ εμένα που στεκόμουν δίπλα από το πτώμα της Μαριάννας. Η αντίδραση του αναμενόμενη, ξεκίνησε να ουρλιάζει και να φωνάζει. Πανικόβλητος, ξεκίνησα να τρέχω για να διαφύγω, γιατί ήξερα πολύ καλά ότι μόλις είχα μετατραπεί στον βασικό ύποπτο για τον φόνο της αγαπημένης μου. Ένα ανδροείδες δεν άργησε να εμφανιστεί και να με πάρει στο κυνήγι. Δεν είχα ποτέ μου ακούσει για άνθρωπο που να ‘χε ξεφύγει απ’ αυτά κι ήξερα ότι δεν θα αποτελούσα κάποια εξαίρεση. Πριν καν προλάβω να πάρω την στροφή, είχε βγάλει από τη θήκη το όπλο και εκτόξευσε μία από εκείνες τις λαμπυρίζουσες ακτίνες που σε ρίχνανε πρώτα αναίσθητο και μετά σε μπελάδες. III Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις άνοιξα τα μάτια μου ήταν να αναρωτηθώ γιατί τα είχα ανοίξει και για ποιον ακριβώς λόγο δεν είχε καταλήξει το κουφάρι μου παλουκωμένο σε κάποιο κοντάρι. Όσο και να μην ήθελα να το παραδεχτώ, οι περιστάσεις δεν ήτανε κι οι καλύτερες. Είχα πιάσει επ’ αυτοφώρω με ένα πτώμα και ήξερα μπάτσους που φυτεύανε σφαίρες για πολύ λιγότερα... Απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω, βρισκόμουν σε κάποιο θάλαμο ανάκρισης. Είχα ξαναπάει για ανάκριση και άλλες φορές, μα ποτέ σαν βασικός ύποπτος. Η πλάτη μου πονούσε απ’ την ακτίνα που είχε φάει και γνώριζα πως μετά την ανάκριση θα πονούσα και αλλού. Αν είχα μάθει κάτι τόσα χρόνια, ήταν ότι οι μπάτσοι δεν λογάριαζαν τίποτα και είχαν το ελεύθερο να κάνουν ό,τι σκατά ήθελαν μαζί μας. Γύρισα και κοίταξα τον δικό μου μπάτσο. Καθόταν σε μία καρέκλα στην άλλη μεριά του τραπεζιού. Τα μάτια του έδειχναν παντελώς άσπλαχνα, χωρίς οίκτο ή καλοσύνη και το χαμόγελο στα χείλη του με προϊδεαζε μοναχά για το χειρότερο. “Μπα, ξύπνησες επιτέλους;” έκανε τελικά, σπάζοντας την σιωπή στα δυο. “Γιατί ζω ακόμη;” ρώτησα για να βγάλω την αμφιβολία από μέσα μου “Προτιμούσες να πεθάνεις;” μ’ ανταπάντησε. “Θα μου φαινόταν πιο λογικο…” “Ο θάνατος είναι λύτρωση πολλές φορές και μετά απ’ αυτό που έκανες δεν σ’ αξίζει” “Όλα είναι μία παρεξήγηση! Δεν έχω κάνει τίποτα, όταν μπήκα στο δωμάτιο, η Μαριάννα ήταν ήδη νεκρή” “Μαριάννα” είπε και σταμάτησε για μία στιγμή “αν δεν ήταν ο αυτόπτης μάρτυρας να αναγνωρίσει την πόρνη, μόνο εικασίες για την ταυτότητα της θα μπορούσαμε να κάνουμε.. Η βόμβιτσα που της έχωσες στον λαιμό την έκανε καλά την δουλειά της. Τα κάψε όλα τελείως, δεν άφησε τίποτα για αναγνώριση…” “Βόμβα;” έκανα απορημένος “Δεν ξέρω τίποτα….. Όταν μπήκα ήταν ήδη νεκρή, κάποιος μου την έστησε” επανέλαβα, κι ας ήξερα πως θα πήγαινε στράφι. Ο μπάτσος γέλασε “Θες να μου πεις ότι πήραν μια πόρνη, την στραγγάλισαν και την έκαψαν και όλα αυτά για ένα σκουπίδι σαν την πάρτη σου; Για έναν γαμημένο βρωμιάρη;” “Απλώς έτυχε να ‘μουν εγώ ο πρώτος που βρήκε το πτώμα” είπα, συγκρατώντας με δυσκολία τον εαυτό μου για να μην πω κάτι χειρότερο. “Μαλακίες…” είπε και άφησε μια κόλλα χαρτί μπροστά μου, “πάρε και γράψε την ομολογία σου . Αν δείξεις μεταμέλεια, ίσως δείξουν και οι δικαστές επιμέλεια” συνέχισε γελώντας, αφού ήξερε ότι αυτά που έλεγε δεν ήταν παρά αλάτι σε πληγές. Αν δε με σκότωνε ο ίδιος, το δικαστήριο δύσκολα θα με καταδίκαζε στην εσχάτη των ποινών. Εκείνη την κρατούσαν για ειδικές περιπτώσεις. Η τιμωρία μου θα ήταν άλλη, θα κατέληγα σε κάποια φυλακή και από εκεί και έπειτα θα ξεκινούσε ένας γολγοθάς που θα τελείωνε μοναχά όταν το κορμί μου θα κατέρρεε από εξάντληση. Και ό,,τι και να έλεγα στο δικαστήριο, ό,τι τεκμήριο και να παρουσίαζα, αυτή η απόφαση δε θα άλλαζε γιατί όλα ήταν προτετελεσμένα “Την αγαπούσα, δεν θα μπορούσα να της κάνω ποτέ κακό...” είπα Τότε ο μπάτσος σηκώθηκε και από την καρέκλα του και έσφιξε τις γροθιές του. “Μάλιστα, εντάξει, κατάλαβα” είπε και με πλησίασε. IV Όσα απωθημένα και να έβγαλε απάνω μου ο μπάτσος, δεν κατάφερε να γράψω στο χαρτί τα ψέματα που ήθελε. Όταν το κατάλαβε αυτό, επικοινώνησε με τα κεντρικά για να ζητήσει την μεταφορά μου σε κάποιο προσωρινό κέντρο κράτησης. Έδεσε ένα κολάρο στο λαιμό μου και άρχισε να με σέρνει μ’ ένα λουρί ως την ταράτσα του αστυνομικού μεγάρου, σαν να ήμουν κάνα αξιοθρήνητο σκυλί Στην ταράτσα υπήρχε ένα μικρό ελικοδρόμιο και από εκεί ένα ιπτάμενο αμάξι θα μετέφερε στο κέντρο κράτησης. Ενόσω περιμέναμε για το αμάξι, συνειδητοποίησα κάτι που θα έπρεπε να είχα συνειδητοποίησε νωρίτερα κι αν το είχα κάνει ίσως τα πράγματα να είχαν πάρει διαφορετική τροπή. Αν και με τα όσα συνέβησαν στο θάλαμο ανάκρισης και την όλη φόρτιση, μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ καθαρά. Τον μπάτσο τον είχα πετύχει στο παρελθόν σαν πελάτη στο μπουρδέλο και δη της Μαριάννας. Αυτό άλλαζε πολλά και το κυριότερο απ’ όλα μ’ έκανε καχύποπτο. Κι όποτε ήμουν καχύποπτος, μου άρεζε να κατασκευάζω θεωρίες, απόρροια ίσως όλων εκείνων των αστυνομικών βιβλίων που διάβαζα σαν παιδί, σε καιρούς που δεν είχα να ανησυχώ αν θα μου έφταναν τα χρήματα για να βγάλω τη μέρα.. Και η θεωρία που οργίαζε στο μυαλό μου εκείνη την στιγμή έλεγε πως ο μπάτσος ίσως να ήταν περισσότερος αναμεμειγμένος στην όλη υπόθεση, απ’ ό,τι θα πίστευε κανείς. Ίσως να ‘ταν κι εκείνος ερωτευμένος με την Μαριάννα και να μην άντεχε την απόρριψη εξαιτίας μου, ενός βρωμιάρη κι ασήμαντου. Ίσως να ήταν εκείνος που είχε στερήσει την ζωή από την Μαριάννα μου κι εκείνος που θέλησε να μου φορτώσει το έγκλημα. Σαν μπάτσος θα είχε πρόσβαση στο σύστημα και θα μπορούσε να μάθει πότε ήταν η επόμενη έξοδος μου. Θα χρειαζόταν να δείξε μοναχά λίγη υπομονή και όταν θα έφτανε η μέρα θα έπαιρνε την εκδίκηση τόσο από μένα όσο κι από την Μαριάννα. Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η έφοδος της αστυνομίας. Η μειωμένη κίνηση πελατείας που επέφερε ήταν για να δράσει ανενόχλητος και να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητες να πέσω στη παγίδα του. Με περίμενε στην πύλη και μόλις με είδε, έφυγε και την σκότωσε. Ίσως ακόμα και ο χοντρός να ήταν βαλτός. Ήξερα ότι η Μαριάννα κανόνιζε πότε-πότε ραντεβού τηλεφωνικά, ίσως ο μπάτσος να ‘χε κλείσει ραντεβού ‘εκ μέρους της’ με τον χοντρό. “Πώς ήξερες ότι η Μαριάννα στραγγαλίστηκε;” ρώτησα ύστερα από ακόμα λίγη σκέψη, “Το σώμα είπες και μόνος σου είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά, δε μπορω να πιστέψω ότι μπόρεσες να βρεις την αιτία θανάτου έτσι απλά” Ο μπάτσος χλώμιασε για μία στιγμή καταλαβαίνοντας τόσο το λάθος του όσο και ότι δεν ήμουν τόσο ασήμαντος όσο πίστευε. Αν κι αυτό θα έπρεπε να του το είχε καταλάβει ήδη απ’ όταν η Μαριάννα τον απέρριψε για πάρτη μου…. “Δεν βρήκαμε κάποιο όπλο απάνω σου, πώς θα μπορούσες να την σκοτωσεις αλλιώς” έκανε “Εσύ δεν την σκότωσες;” ρώτησα με μένος. Ήμουν χτυπημένος, πονεμένος, με το ζόρι μπορούσα να σταθώ, αλλά τουλάχιστον ήθελα την αλήθεια, αφού δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Ο μπάτσος χλώμιασε ακόμα παραπάνω και κάτι στο βλέμμα του άλλαξε. Δεν είπε κουβέντα, αλλά μπορούσα να καταλάβω πάνω-κάτω τι σκεφτόταν. Αναρωτιόταν αν είχε κάνει καλά ή όχι που με άφηκε ζωντανό να υποφέρω. Η επόμενη του κίνηση ήταν αρκετή για να καταλάβω πού καταστάλλαξε. Πήγε να βγάλει το πιστόλι απ’ τη θήκη του και αν το ιπτάμενο αμαξίδιο δεν έφτανε την κατάλληλη στιγμή θα με είχε εκτελέσει εν ψυχρώ. Ο μπάτσος ζήτησε κάνα δυο φορές να’ ναι παρών κατά την μεταφορά, αλλά ο πιλότος δεν φάνηκε ιδιαίτερα θερμός. Αφού με φόρτωσε μέσα στο αμάξιδιο, μπήκε γρήγορα μέσα και πάτησε το κουμπί για να ξεκινήσει πριν ο μπάτσος να προλάβει να φέρει κι άλλη αντίρρηση. Το αμάξι απογειώθηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα και ο ουρανοξύστης που παρίστανε το αστυνομικό μέγαρο δεν άργησε να εξαφανιστεί εντελώς από τον ορίζοντα. Είχαν περάσει χρόνια πολλά απ’ την τελευταία φορά που ‘χα κοιτάξει τον κόσμο από ψηλά και είχα ξεχάσει πως όμορφη ήταν η όλη εμπειρία. Ακόμα και η δικιά μου πλευρά με τα μισογκρεμισμένα της σπίτια, τα φουγάρα που κάπνιζαν διαρκώς και τους χωματένιους δρόμους έδειχνε λες και είχε κάτι το ξεχωριστό, κάτι για το οποίο ακόμη και το γονιδίωμα σου θα αλλοίωνες για να το βιώσεις… Προσπάθησα να πιάσω κουβέντα με τον πιλότο και να του εξηγήσω την κατάσταση, αλλά δεν φάνηκε να πείθεται απ’ τις λέξεις μου. Θα πρέπει να ‘χε ακούσει άπειρους κακοποιούς που προσπαθούσαν να φορτώσουν τα εγκλήματα τους αλλού και λογικά για τέτοιον θα με πέρασε. Μοναχά όταν τα έβαλα όλα κάτω και αντιλήφθηκα κάτι ήταν που αποφάσισε να μου δώσει μια ευκαιρία... V Όπως μου εξήγησε αργότερα, ο πιλότος αποφάσισε να μου δώσει την ευκαιρία για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν κάπως πιο προσωπικός. Είχε νιώσει κι εκείνος στο πετσί του την αδικιά απ’ τη πόλη · ο αδερφός του είχε βρεθεί με αλλοιωμένο γονιδίωμα όταν ήταν παιδιά. Προσωπικά δεν μπορούσα να κατανοήσω πως ήταν δυνατό να ’χε ορκιστεί να υπηρετεί το σύστημα ύστερα από αυτό, αλλά ούτε τον ρώτησα, ούτε και νομίζω πως θα μου απαντούσε εάν το έκανα... Ο δεύτερος λόγος ήταν πως η θεωρία μου δεν του ακούστηκε τελείως παράλογη, όταν του την παρέθεσα. Και εφόσον έβγαζε νόημα, έπρεπε να την ελέγξει, γιατί αν πράγματι ίσχυε, τότε διακυβεύοταν κάτι παραπάνω απ’ τη δικιά μου ζωή. Για το τυπικό της υπόθεσης, με μετέφερε πρώτα ως το κέντρο κράτησης κι έπειτα κίνησε για το σπίτι του μπάτσου. Εάν είχα δίκιο, ο μπάτσος δεν είχε σκοτώσει την Μαριάννα. Αντιθέτως την ήθελε ζωντανή και ολόκληρη μόνο για την πάρτη και γι’ αυτό αποφάσισε να την απαγάγει και να σκηνοθετήσει τον θάνατο της. Ο λόγος ήταν πως εάν η Μαριάννα εξαφανιζόταν έτσι στα ξαφνικά, κάποιος θα το έπαιρνε χαμπάρι, θα ειδοποιούσε τις αρχές και θα ανίχνευαν την τοποθεσία της απ’ το τσιπάκι. Ως εκ τούτου, δεν αρκούσε απλώς η Μαριάννα να εξαφανιστεί, έπρεπε και να πεθάνει, ώστε να μην έχει κανείς λόγο να την αναζητήσει με άλλα μέσα. Το πτώμα που είδα στο μπουρδέλο λογικά δεν άνηκε στην Μαριάννα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έφερε στο λαιμό το μενταγιόν που της είχα δώσει. Ο μπάτσος δεν ήξερε την σημασία που είχε και δεν θεώρησε σκόπιμο να το μεταφέρει. Το πτώμα θα πρέπει να ανήκε σε κάποιο από εκείνα τα ανδροειδή τελευταίας τεχνολογίας. Και αυτός ήταν ο λόγος που αφότου την έπνιξε, της έχωσε μια βόμβα στο λαιμό. Αν το σώμα κατέληγε αυτούσιο στο νεκροτομείο, υπήρχε κίνδυνος ο ιατροδικαστής να καταλάβαινε ότι το σώμα δεν άνηκε σε άνθρωπο, μα σε ανδροειδές Η βόμβα ενεργοποιήθηκε λίγο αφότου ο χοντρός μπήκε στο δωμάτιο. Όπως είχε ομολογήσει και ο ίδιος ο μπάτσος, ήταν η μαρτυρία του που ‘χε ξεκαθαρίσει την ταυτότητα του θύματος. Ένα κατεστραμμένο ή καμμένο πτώμα πάντοτε κινεί υποψίες, γι’ αυτό μία μαρτυρία για την ταυτότητα του πτώματος πριν την καταστροφή ήταν χρήσιμη έως και αναγκαία. Όταν λοιπόν και το τελευταίο κομμάτι του παζλ είχε μπει στην θέση του, η βόμβα εξερράγη και κατέστρεψε παντελώς το σώμα του ανδροειδούς και μαζί μ’ αυτό τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία. Αν δεν ήταν το μπέρδεμα με το μενταγιόν, δεν θα είχα αρχίσει να υποψιάζομαι το παραμικρό. Ο κλήρος για τον ρόλο του δράστη έπεσε σ’ εμένα, τον ασήμαντο βρωμιάρη που του ‘χε σταθεί εμπόδιο στα όνειρα του. Αυτή, εν ολίγοις, ήταν η θεωρία μου και αυτό είχε πάει ο πιλότος να επαληθεύσει στο σπίτι του μπάτσου ανεπίσημα, χωρίς να αιτηθεί έρευνα για το τσιπάκι της Μαριάννας. * Βρισκόμουν στο κελί μου και έκανα αδιάκοπα Προσευχή σε κάθε Θεό κι Άγιο ποθυ γνώριζα, ελπίζοντας πως κάποιος απ’ αυτούς θα άκουγε τα παρακάλια μου, όταν ένας φρουρός μου είπε πως είχα επισκέψεις και μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Σ’ όλη την πορεία προς τα επισκεπτήρια ήμουν ανάστατος κι έτρεμα ολόκληρος. Η ζωή μου όλη εξαρτιόταν από το πόσα ζευγάρια μάτια θα με περίμεναν στο τέλος του διαδρόμου. Αν ήταν μονάχα αυτά του πιλότου, τότε θα ήταν προτιμότερο να μην τα έβλεπα καν και να ζούσα έστω με την ψευδαίσθηση ότι ενδεχομένως να είχα δίκιο... Όλες οι απαισιόδοξες σκέψεις που κατέκλυαν το μυαλό μου ωστόσο εξαφανίστηκαν με μιας οταν την αντίκρισα. Το πρόσωπο της ήταν ταλαιπωρημένο και πληγωμένο, αλλά εμένα μου έμοιαζε πανέμορφη και μου αρκούσε που τουλάχιστον ήταν εκεί για να μου χαμογελάει βουρκωμένη… Ο πιλότος μου ενημέρωσε ότι είχαν ήδη συλλάβει τον μπάτσο και διάφορα άλλα, αν και δεν πρόσεχα γιατί ο νου μους ήταν προσηλωμένος αποκλειστικά στην μορφή της. Ήθελα να την αγκαλιάσω, αλλά το τζάμι με εμπόδιζε οπότε προσπάθησα να την καθησυχάσω με τα λόγια, κι ας μην το είχα ποτέ μου με τις λέξεις. Της εξήγησα τα πάντα και στάθηκα ιδιαίτερα στη σημασία του μενταγιόν, το οποίο και κοσμούσε τον λαιμό της. Της είπα ότι όλα είχαν τελειώσει και πως από εδώ και στο εξής θα την προστάτευα από τα πάντα. Της είπα κι άλλα λόγια, μερικά απ’ αυτά ίσως να ‘ταν κι όμορφα, μα όλα τους ωχριούσαν μπροστά στο φιλί (ή μάλλον στα φιλιά) που ανταλλάξαμε μόλις με άφησαν ελεύθερο… Επίλογος Στην αίθουσα το δικαστηρίου δεν ακούστηκαν ποτέ τα πραγματικά συμβάντα. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, ο πιλότος έδρασε αυτοβούλως, επειδή κατά την κρίση του, κάποια πράγματα στην ιστορία που του είχε τσαμπουνίσει ο μπάτσος δεν έβγαζαν νόημα. Στην δίκη παρευρέθηκα κι εγώ σαν μάρτυρας, αλλά μίλησα ελάχιστα και ό,τι είπα τα περισσότερα τα είχαμε προσυμφωνημένα με τον πιλότο. Ο λόγος για όλα αυτά τα ψέματα ήταν πως εάν αποκαλύπτοταν στο δικαστήριο ότι ο πιλότος είχε δράσει βάσει των δικών μου σκέψεων, τότε από ήρωας κινδύνευε να βρεθεί κατηγορούμενος, αφού ανθρώπους σαν κι εμένα ‘δεν είναι να τους ακούς’ . Όλο αυτό δεν με στεναχώρησε αφού έτσι κι αλλιώς ήμουνα συνηθισμένος . Ακόμα και η προσθήκη πέντε έξτρα λεπτών στην τρίωρη διωρία μου λόγω της ταλαιπωρίας που είχα υποστεί περισσότερο σαν ανέκδοτο μου φάνηκε, παρά σαν οτιδήποτε άλλο. Τον μπάτσο τον καταδίκασαν στην εσχάτη των ποινών επειδή με τις πράξεις του είχε ατιμάσει το αστυνομικό σώμα. Με το που τελείωσε η δίκη, τον πήρανε και τον παλουκώσανε. Το κουφάρι του το πετάξανε έξω απ ’τη πόλη βορά για τα άγρια θηρία και τυχόν ακόμη αγριότερους ανθρώπους. Και για την καημένη την Μαριάννα; Οι δικαστές διέκριναν πως το γονιδίωμα της είχε πάθει αλλοίωση και ζήτησαν την μεταφορά της στην δική μου πλευρά της ζωής . Στα πρακτικά δεν ξεκαθαρίστηκε τελείως το πώς ακριβώς είχε επέλθει αυτή η αλλοίωση, μα ήμουνα σίγουρος ότι απλώς ήθελαν να απαλλαγούν από μια πόρνη που’ χε εμπλακεί σε μπελάδες. Το πρώτο πράγμα που έκανα σαν την είδα να διέρχεται την πύλη ήταν να την ζητήσω να πάμε για ένα κανονικό ραντεβού. Εκείνη δέχτηκε και από τότε εγώ κι εκείνη κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να αποδείξουμε σε κάποιους πως είμαστε λίγο παραπάνω άνθρωποί απ’ ό,τι ίσως να μας θεωρούν...
  13. 3 points
    Ειρήνη και Νίκο πλάκα κάνω. Ούτε εγώ θα με ψήφιζα στο συγκεκριμένο, ήταν κάπως... Δε λέω ότι είναι άχρηστο, αλλά επιμένω ότι δε λειτουργεί. Θα ήθελα να επισημάνω τα εξής. Πρώτον ότι το φόρουμ με έμαθε να αξιολογώ σωστά τον εαυτό μου. Γνωρίζω τι θα έχει αποδοχή και τι όχι πριν το βγάλω στο φόρουμ. Δεύτερο, εδώ κάνουμε και λίγο την πλάκα μας, οπότε τα αποτελέσματα των διαγωνισμών εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο (ασχολούμαι με πολλά σοβαρά πράγματα στη ζωή μου, μέσα σε αυτά και η συγγραφή, και το ποιος ψηφίζει κι αν ψηφίζει προσωπικά το βρίσκω αστείο). Τρίτο, δε θέλω να δημιουργώ ανασφάλεια στους άλλους ότι θα νιώσω ποτέ αδικημένος. Υπάρχουν πολλά ζόρια στον πραγματικό κόσμο και τέτοιου είδους συμπεριφορές μέσα στο φόρουμ μου φαίνονται τουλάχιστον ανώριμες (δεν παύω όμως να υποστηρίζω ότι θέλει και από μέρους μας λίγο καλύτερο χειρισμό όταν κάποιος κλωτσάει επειδή νομίζει ότι μπήκε με ΤΟ υλικό μέσα στο φόρουμ). Και τέλος πάντων, δασκάλα, μάθε πότε κάνω πλάκα.
  14. 3 points
    Εξαιρετική σειρά. Αν βέβαια περιμένεις να ουρλιάξεις από τρόμο, δεν θα τη σύστηνα. Η σειρά είναι αυτό που λέει ο τίτλος της, haunting. Σε στοιχειώνει. Περισσότερο οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας και λιγότερο τα υπόλοιπα. Το πώς κλιμακώνονται οι εντάσεις μεταξύ των χαρακτήρων, το πώς κάθε επεισόδιο αφηγείται παρόμοια ιστορία αλλά από τη σκοπιά ενός άλλου προσώπου. Το πώς γεμίζουν τα κενά στην αφήγηση. Αν με ενόχλησε κάτι; Ίσως να είχε λίγο παραπάνω exposition στο τέλος. Αλλά μάλλον ούτε αυτό. Ήταν τόσο καλοφτιαγμένο και τόσο απαραίτητο, που πραγματικά το προσπερνούσες. Και θεωρώ πως ήταν πολύ ταιριαστό το κλείσιμο της σειράς. Η κάθαρση δηλαδή. Σε αφήνει πλήρη και ικανοποιημένο. Και τώρα ψάχνω για μία εξίσου καλή σειρά...
  15. 3 points
  16. 3 points
    Μόλις το τελείωσα. Και όπως και το πρώτο ήταν καλό. Για την ακρίβεια καλύτερο. Για τους χαρακτήρες θα συμφωνήσω με Solonor. Πολύ καλά σκιαγραφημένοι, με τις πράξεις και τις ατάκες τους να δίνουν άλλο χρώμα στην ιστορία. Τι να πρωτοθυμηθώ. Την πλήξη του Σεβαστιανού στη Κριθησίων; Μ' ένα σωρό κόλακες να του τα πρήζουν οπότε και ευχήθηκε να είχε κοντά του τον Μελέτιο για να τους δηλητηριάσει όλους; Έσκασα στα γέλια! Όπως επίσης και τη καμμένη γη που βρήκαν οι Πολυκράτης, Λυσίβιος στην επιθεώρηση τους για τα πλοία. Καλό και δαύτο. Και πολλές άλλες επιμέρους καταστάσεις εδώ κι εκεί. Την προστριβή Υέτιου και Γνώσταρχου. Την έρευνα του Σεβαστιανού για την διαφθορά ως την άκρη του νήματος και την ιδιαίτερη φύση του Δίπυλου. Το Άνθος για να πάω και στην άλλη πλευρά. Μου άρεσε πολύ και ήθελα να υπάρχει περισσότερο στο προσκήνιο. Καλά και ωραία, παρέα με το μεστό γράψιμο και το πλούσιο λεξιλόγιο κρατούσαν σε αγωνία. Στα μείον θα βάλω πάλι την φτωχή επιμέλεια. Έχοντας διαβάσει έναν εύλογο αριθμό Locus7 δεν με ενοχλούν (πολύ) λάθη όπως να υπάρχει μία λέξη διπλή ή να λείπει. Όπως και στο Κοράκι όμως ήταν σε διψήφιο αριθμό και είναι κάτι που ξενίζει. Επίσης η ελάχιστη για το μέγεθος του βιβλίου δράση. Φτιάχτηκα για τα καλά όταν επιτέλους ήρθε στην εσπερίδα οπότε και μου χτύπησε ακόμη περισσότερο. Ωραίο το tell αλλά ήθελα και λίγο show. Δεν πειράζει όμως. Επίκειται ο...ξέρετε τι οπότε και ξεκίνησα το τελευταίο μέρος με ανανεωμένο ενδιαφέρον
  17. 3 points
    Ο Νίκος Γαϊτανόπουλος [σύμφωνα με τα δικά του λόγια] γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1990, στην Αθήνα. Είναι συγγραφέας, concept artist/εικονογράφος, αρχιτέκτονας και ό,τι απαιτεί η περίσταση. Μεγάλωσε στα Πευκάκια και ύστερα στους Θρακομακεδόνες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάται είναι η ανάγκη να δει τι γίνεται μετά το τέλος της ιστορίας ή πώς θα ήταν η ιστορία αν τα πράγματα πήγαιναν αλλιώς. Τι υπήρχε στα αλήθεια στο Κάμελοτ; Τι συμβαίνει στον Οδυσσέα μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη; Τα ερωτήματα έμειναν για χρόνια αναπάντητα. Στο μεταξύ μάθαινε να ζωγραφίζει, αντιγράφοντας τα σχέδια από τα σεντόνια του και τα εικονογραφημένα βιβλία του. Στο σχολείο σιχαινόταν το γράψιμο, παρότι ήταν καλός μαθητής, γιατί το βαριόταν. Όταν πια έφτασε 15 χρόνων, άρχισε να γράφει σε ένα σπιράλ κόκκινο τετράδιο την ιστορία ενός μαθητευόμενου ιππότη, του Έρκαχοθ, εμπνευσμένος από την εικονογράφηση του Rodney Matthews “Jabberwocky”. Από τότε συνειδητοποίησε ότι του άρεσε πολύ το γράψιμο, και μέσα σε έναν μήνα αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και έκανε μεταπτυχιακό στο Concept Art for Video Games and Animation στο Teesside University του Middlesbrough, στην Αγγλία. Σήμερα εργάζεται στον χώρο της διαφήμισης ως κειμενογράφος τα πρωινά. Τη νύχτα γίνεται ο Μπατμ… τη νύχτα προσπαθεί να βολέψει γράψιμο και εικονογράφηση και να καταφέρει και να κοιμηθεί. Έχει ζήσει ενάμιση χρόνο στην Αγγλία και έξι μήνες στη Γερμανία, εμπειρίες που τις θυμάται πάντα με μεγάλο χαμόγελο, και έχει ταξιδέψει σε αρκετά μέρη του κόσμου, αν και όχι ακόμα σε όσα θα ήθελε. Έχει σκηνοθετήσει installation, έχει δουλέψει σε θερμοκήπιο και έχει σκαρφαλώσει σε γκρεμισμένο πύργο από τις τρύπες στα πατώματα. Σταμάτησε να δουλεύει τις ιστορίες του Έρκαχοθ, όταν τα συγγενικά του πρόσωπα του είπαν ότι πια έπρεπε να σταματήσει το γράψιμο και να αναζητήσει εκδότη. Ακολούθησε τη συμβουλή τους, αλλά συνεχίζει ακόμα να δουλεύει τον Έρκαχοθ. Από το 2014 έως το 2017 κέρδισε τέσσερεις λογοτεχνικούς διαγωνισμούς για μικρές ιστορίες του, μεταξύ των οποίων και το πρώτο βραβείο Fantasy στο Φantasticon 2017 και το δεύτερο βραβείο Fantasy Illustration. Στο Φantasticon 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Momentum η πρώτη του συλλογή ιστοριών με τίτλο «Από τη σοφίτα στο Νόρνιμ – Ιστορίες από τους τόπους του Έρκαχοθ», εικονογραφημένο από τον ίδιο. Πρόκειται για πέντε ιστορίες και ένα ποίημα που δεν εκτυλίσσονται πάντα στο Ντάργκολ, τον κόσμο όπου ζει ο Έρκαχοθ, αλλά κινούνται γύρω από την ιστορία του – στον κόσμο του και στον κόσμο μας. Ο ίδιος ο «Έρκαχοθ», σειρά πλέον, ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Momementum, με το πρώτο βιβλίο να έχει τίτλο «Έρκαχοθ – Έξοδος Βιβλίο 1: Νόρνιμ». 1. Τι πρέπει να ξέρουμε για σένα, πριν ξεκινήσουμε να διαβάζουμε τα βιβλία σου; Εκτός από το βιογραφικό σου, βέβαια. :P Ό,τι και να σας πω εδώ, θα μάθετε πολύ περισσότερα για μένα από τις ιστορίες μου. Μου αρέσει να βάζω την ψυχή μου σε αυτές, άλλωστε. Περιληπτικά, όμως, με λένε Νίκο και είμαι 28 χρονών. Γράφω και ζωγραφίζω. Βρίσκω και στα δύο μέσα τη δυνατότητα να εκφραστώ με έναν δικό μου τρόπο. Η φαντασία είναι το μέσο μου και η μεγάλη μου αγάπη, αλλά δεν είναι ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου είναι, πάντα, να πω ιστορίες για τους ανθρώπους. Και για εμένα. 2. Πεζό, ποίηση, σκίτσο. Ποιο σε βασανίζει περισσότερο; Ποιο σε στοιχειώνει αν δεν το υπηρετήσεις όπως εκείνο απαιτεί από σένα; Ξέρω στα σίγουρα ποιο δεν με βασανίζει περισσότερο. Δεν είμαι ποιητής. Μου αρέσει να σκαρώνω τραγουδάκια, αλλά 9,5 στις 10 φορές έχουν λειτουργικό ρόλο. Είτε για κάποια αφήγηση στις ιστορίες μου, είτε γιατί μου άρεσε μια μελωδία κάποιου ξένου τραγουδιού και θέλω με κάποιον τρόπο να το εντάξω στον κόσμο μου. Θα δείτε πολλά τέτοια στον Έρκαχοθ. Προφανώς, η μελωδία του ποιήματος, σε αντίθεση με το μέτρο, δεν γίνεται αντιληπτή από κανέναν και ικανοποιεί μονάχα εμένα, αλλά αυτό αρκεί. Τώρα, για να απαντήσω την ερώτηση στα ίσια… δεν ξέρω. Όσο εξελίσσομαι και στο γράψιμο και στη ζωγραφική, τόσο περισσότερο θέλω και να ασχοληθώ. Δεν νιώθω ότι προδίδω το ένα, όταν κάνω το άλλο. Νιώθω, όμως, ότι προδίδω τον εαυτό μου, όταν δεν κάνω κανένα. 3. Τελικά, ποιο είναι το όνομα του παιδιού στη βιβλιοθήκη; Μήπως το γνωρίζουμε ήδη; Αν αποκτήσει όνομα, τότε δεν θα είναι το παιδί που έχει ο καθένας μας στη βιβλιοθήκη του. Θα είναι το δικό σου ή το δικό μου παιδί, αλλά όχι το παιδί. Τώρα αν ρωτάς πώς λέγεται το δικό μου… Έχει πολλά ονόματα, αλλά δεν θα σου τα πω, γιατί τα ονόματα έχουν δύναμη. 4. «Ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όσο εμείς κάνουμε σχέδια», είπε κάποτε κάποιος. Άραγε αυτό να είναι το πάθημα του Ντράαχεν και του Κορακόμαλλου ή τους κατατρέχει κάτι άλλο, πιο φρικτό; Ο Ντράαχεν και ο Κορακόμαλλος είναι δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις χαρακτήρων, για να τις εντάξω στην ίδια κατηγορία. Ίσως για τον Κορακόμαλλο να ισχύει λίγο η εν λόγω φράση. Έκανε κάποια σχέδια, είχε ένα όραμα, και τα πράγματα πήγαν διαφορετικά. Ο Ντράαχεν, ωστόσο, δεν νιώθω ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία. Η ιστορία του Ντράαχεν μας λέει για το πώς στρεβλώνεται η αντίληψη της πραγματικότητας από εμάς και πού τελικά μπορεί να μας οδηγήσει αυτό. Ο Ντράαχεν είχε ένα όραμα, αλλά ήταν ένα όραμα που ακολούθησε τόσο τυφλά, που στο τέλος τον κατέστρεψε. Ο Κορακόμαλλος δεν ήταν τυφλός, απλώς εκτίμησε λανθασμένα πάρα πολλά πράγματα. Αν, όμως, υπάρχει κάτι κοινό και στις δύο ιστορίες, είναι ότι και οι δύο ήρωες καταστρέφονται από την απόλυτη προσήλωση στον στόχο τους, με διαφορετικό τρόπο ο κανένας. Δεν κοιτάνε γύρω τους και αυτό είναι η καταδίκη τους. Είναι ένα ελάττωμα που έχω και εγώ. 5. Υπάρχει η παραμικρή ελπίδα τελικά οι «Πύλες» να έχουν ένα πιο ανθρωπιστικό (όχι ανθρώπινο) τέλος; Στο κομμάτι που εμείς δε θα διαβάσουμε ποτέ; Οι «Πύλες», όπως γράφει και στην εισαγωγή τους, είναι ένα κομμάτι μιας ιστορίας που θα εκτυλιχθεί στον Έρκαχοθ. Επομένως, θα διαβάσουμε πώς θα συνεχίστει η ιστορία του Άναβαρ, του Ίνγκμαρ Ντακόρ και των λαών τους. Θα δούμε βέβαια αυτήν την ιστορία από μια άλλη οπτική, οπότε δεν θα είναι ακριβώς η ίδια. Σε κάθε περίπτωση, Άναβαρ και Ντακόρ, Ξωτικά και Άνθρωποι, έχουν πολλά να ζήσουν και πολλά να μάθουν ο ένας για τον άλλο. Και πού ξέρεις; Ίσως έτσι μια πόρτα να ανοίξει. Γενικά μπορεί οι ιστορίες μου να είναι λίγο σκοτεινές, αλλά μου αρέσει να βάζω κάτι θετικό. Στο σκοτάδι, το φως λάμπει δυνατότερα. Θα δούμε, όμως. Άλλωστε, αυτές οι σελίδες δεν έχουν ακόμα γραφτεί. 6. Πόσο προσωπική είναι η ιστορία του Πολεμιστή/Ήρωα/Όπλου; Και δε ρωτάω για το παιδί στη βιβλιοθήκη, γιατί γι’ αυτό ξέρω πολύ καλά πόσο προσωπικό είναι, όπως και κάθε άλλος δημιουργικός άνθρωπος... Έγραψα το «Πέρασμα» σε μια πολύ ταραγμένη περίοδο της ζωής μου. Σε αντίθεση με τις «Πύλες», οι οποίες είχαν πολύ μεγάλο προσχεδιασμό, το «Πέρασμα» γράφτηκε σε μερικές ώρες, μόνο και μόνο επειδή το είχα ανάγκη. Μου ήρθε μια ιδέα το βράδυ, το επόμενο πρωί στρώθηκα και την έγραψα. Εκείνη την περίοδο, πίστευα ότι δεν μπορούσα καν να γράψω, και μου έκανε καλό. Ο Πολεμιστής, ο Ήρωας, το Όπλο… όλα έχουν πολλές διαφορετικές υποστάσεις και αναγνώσεις στο μυαλό μου. Η ιστορία είναι αλληγορική, άλλωστε, και με ευχαριστεί πολύ όταν κάποιος μου λέει ότι διάβασε κάποιο κομμάτι του εαυτού του στις σελίδες της. Διαβάζω κατά καιρούς το «Πέρασμα» ξανά και επισκέπτομαι στο μυαλό μου αυτούς τους χαρακτήρες, εκείνη την περίοδο, και νιώθω χαρούμενος που τους έβαλα στο χαρτί. 7. Και τώρα, η ερώτηση, που εννιά φορές στις δέκα βαριέσαι να την απαντήσεις και δέκα φορές στις δέκα δεν μπορείς ποτέ να την απαντήσεις οριστικά: ποιες θεωρείς πως είναι οι επιρροές σου; Συγγραφείς Έλληνες και ξένοι, μουσικοί, εικαστικοί; Άνθρωποι του στενού σου περιβάλλοντος; Χαχα, πράγματι… ωστόσο, δεν βαριέμαι αυτή την ερώτηση, όσο τη φοβάμαι, γιατί μπορεί να ξεχάσω κάποιον. Επίσης, δεν ξέρω αν θα μπορώ ποτέ να την απαντήσω ειλικρινά. Τα πράγματα που μας επηρεάζουν πραγματικά λειτουργούν υποδόρια, και βλέπουμε το μέγεθος της επιρροής τους μόνο πολύ μετά. Συγγραφείς… τι να πρωτοπώ. Όμηρος, Tolkien, Michael Moorcock, Ursula Le Guin, Mervyn Peake, Hermann Hesse, Friedrich Durrenmatt, Neil Gaiman, David Gemmel, Patricia McKillip, George Martin, Terry Pratchett, T. H. White, Jack London, Poe… δεν έχει τελειωμό. Στην τέχνη είμαι αρκετά πιο περιορισμένος. Είχα από μικρός αγάπη για τον Μονέ και τον Μιχαήλ Άγγελο, μεγαλώνοντας ανακάλυψα τον Goya και τον Ροντέν, ενώ όσον αφορά τον χώρο της εικονογράφησης, οι μεγάλες μου αγάπες είναι ο John Howe και ο Allan Lee. Δηλώνω τυχερός που κατάφερα να γνωρίσω τον πρώτο από κοντά. Στα κόμικς, έχω διαβάσει (και ενίοτε αντιγράψει τα σχέδια) των Don Rossa, Eichihiro Oda και Uderzo και Goscinny. Η μουσική πάντα με επηρεάζει εξίσου βαθιά. Από το μέταλ συνέχισα στην παραδοσιακή μουσική, και στο πάντρεμά τους είμαι ευτυχισμένος. Ό,τι μου αρέσει στη μουσική, με έχει επηρεάσει. Στον Έρκαχοθ γίνεται πολύ πιο φανερό. 8. Εντάξει, ξέρουμε πως από σένα περιμένουμε τον Έρκαχοθ (πιθανότατα με εξώφυλλο που θα μας κάνει να παραληρούμε). Υπάρχει κάτι άλλο, όμως, που να περιμένουμε; Κάτι καινούριο ή τη συνέχεια κάποιου παλαιού; Για την ώρα, ο Έρκαχοθ προέχει. Είναι ένα έργο ζωής για μένα (το άρχισα το 2005) και θα χρειαστεί πάρα πολλή δουλειά πριν την τελευταία τελεία. Ωστόσο, για να μην αποθαρρύνεστε, δύο ακόμα βιβλία έχουν έτοιμα draft, οπότε θα περάσει καιρός πριν βρεθώ χωρίς κείμενο το οποίο να σμιλεύω ως την τελική του μορφή. Άλλα πράγματα τώρα… Έχω στα σκαριά μια ιστορία για έναν άλλο ιδιαίτερο ιππότη, τον Σερ Γκογιάρντ, έχω στο νου μου μια ιστορία sci fi την οποία ελπίζω κάποια στιγμή να βρω χρόνο να δουλέψω, και έχω και τα πρώτα σχέδια (κάποια από αυτά δημοσιευμένα) για το πρώτο μου εικονογραφημένο βιβλίο με θέμα τις ιστορίες του Σερ Αλέκτο, του κόκορα ιππότη, στην προσπάθειά του να ελευθερώσει τη γη του από τις ορδές των αρουραίων. Α, ναι, και το Redwall με σημάδεψε βαθιά. 9. Και τώρα, ελεύθερο θέμα. Πες ό,τι θες, ζωγράφισε – κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Απευθύνσου στο αναγνωστικό κοινό, από καρδιάς. Θα ήθελα πραγματικά να ζωγραφίσω κάτι, αλλά ο Έρκαχοθ βρίσκεται στην τελική ευθεία αυτόν τον καιρό, οπότε όλη η ζωγραφική μου πηγαίνει εκεί. Τώρα να πω… χαίρομαι που είμαι μαζί σας, χαίρομαι που οι ιστορίες μου θα φτάσουν στα χέρια σας και χαίρομαι που θα τις διαβάσετε. Ελπίζω να σας αρέσουν. Θα ήθελα να σας αρέσουν. Όπως και να ’χει, το σημαντικό είναι ότι από τη στιγμή που τις πάρετε στα χέρια σας, αυτές οι ιστορίες δεν είναι δικές μου. Είναι δικές σας. Έχουν τη δικιά σας ερμηνεία, τη δικιά σας οπτική, τη δικιά σας εμπειρία. Μέσα από αυτές, από την κοινή εμπειρία, όλοι μαζί ερχόμαστε κοντά. Και αυτό είναι σημαντικό. ============= Κι επειδή ο Νίκος δεν έχει χρόνο να ζωγραφίσει κάτι, αλλά έχει ήδη μια πολύ ωραία γκαλερύ στη σελίδα του, ρίξτε μια ματιά κι απολαύστε.
  18. 3 points
    Από Πρωτοπορία με 70 ευρώ: - Μάικλ Λι Λάνινγκ: Οι 100 μεγαλύτεροι στρατηγοί όλων των εποχών- Μεγάλοι στρατηγοί που χάραξαν την ιστορία του κόσμου (Ενάλιος) - Γκράχαμ Μάστερτον: Δαιμονικό πορτραίτο (Jemma Press) - Τζέιμς Σάνεπ: Μολύνθηκες (Οξύ) - Μα-Κα-Τάι-Με-Ση-Κία-Κιάκ: Η Αυτοβιογραφία του μαύρου γερακιού (Στοχαστής) - Φίλιπ Ντικ: Ασύνδετος χρόνος (Parsec) - Φίλιπ Ντικ: Η μετεμψύχωση του Τίμοθυ Άρτσερ (Parsec)
  19. 3 points
    Καλή η προβοκάτσια σας, αλλά παραμένει προβοκάτσια. Θα έλεγε κανείς ότι ήθελα να γράψω "έχει ξεχάσει να γράφει" αλλά στην πραγματικότητα έγραφα ακριβώς αυτό που ήθελα. Έχω να ξεχάσω να γράφω από υποχρέωση για να μπορέσω να αφοσιωθώ απολύτως στην δουλειά μου και να γίνω καλύτερος. Ως εκ τούτου το να είναι σωστή χρήση. Φυσικά μου είναι αδύνατο να ξεχάσω να γράφω αφού είμαι τέτοιο ταλέντο που απλώς δεν γίνεται. Είναι φανερό ότι η επιστροφή του Έλληνα Gosho Aoyama στη δημιουργία έχει προκαλέσει συναισθήματα φόβου και για αυτό βάλλεται συνεχώς από παντού, αλλά μη φοβάστε δεν έχω να σκοπό να κλέψω τους κόπους σας. Ακόμα ψάχνω να βρω τίτλο. Αλλα ούτε τον χαρακτήρα μου δεν ονομάτισα τι με λέτε τώρα...
  20. 3 points
    Ωρίστε και το δικό μου. Ευχαριστώ πολύ Νίκο για την όμορφη σου εικόνα. Και μόνο πάντως που κατάφερες να με κάνεις να γράψω ύστερα από τόόόόσο καιρό νομίζω είναι άθλος και οφείλεις να το βάλεις στο βιογραφικό σου. Επίσης ευχαριστούμε για την παράταση. Αν υπάρχε έστω και μισή καλή φράση στο διήγημα είναι επειδή σήμερα κάθισα και του άλλαξα τα φώτα. Καλή συνέχεια στους σε Νικόλαο και Μαγδαληνή
  21. 2 points
  22. 2 points
    Άρτεμις (Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2018) Μετά από αρκετούς μήνες ξαναδιαβάζω επιτέλους βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, ένα αγαπημένο είδος που τον τελευταίο καιρό έχω παραμελήσει αδιανόητα πολύ (ελπίζω του χρόνου να επανορθώσω). Λοιπόν, το "Άρτεμις" είναι το δεύτερο βιβλίο του Άντι Γουέιρ που διαβάζω, μετά το πραγματικά πολύ καλό "Άνθρωπος στον Άρη", που διάβασα το σχετικά μακρινό 2014. Είναι ένα μυθιστόρημα με κάποια κοινά στοιχεία με το πρώτο, καθώς και με πολλές διαφορές, το οποίο πάντως μου φάνηκε εξίσου ψυχαγωγικό. Η όλη ιστορία διαδραματίζεται στην Άρτεμη, την πρώτη και μοναδική πόλη στη Σελήνη, και την αφηγείται μια νεαρή γυναίκα, η Τζαζ Μπασάρα, που όνειρό της είναι να γίνει πλούσια και να ξεφύγει επιτέλους από τη μιζέρια. Είναι μια έξυπνη αλλά συνάμα επιπόλαιη κοπέλα, που τα βγάζει πέρα κάνοντας δουλειές στα όρια της νομιμότητας (μερικές φορές και πέρα από τα όρια). Φυσικά δεν θα αρνηθεί να αρπάξει την ευκαιρία για μια γερή μπάζα, όταν της παρουσιαστεί, ακόμα και αν είναι κάτι επικίνδυνο και όχι τόσο του στιλ της. Όμως, τα πράγματα θα πάνε τελείως στραβά, γιατί όσο και αν υπολογίσει κανείς τις παραμέτρους των συνθηκών στη Σελήνη, ο άνθρωπος είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που δύσκολα τον ελέγχεις... Το βιβλίο συνδυάζει την επιστημονική φαντασία, τη δράση, το σασπένς και το χιούμορ, με το αποτέλεσμα να είναι αν μη τι άλλο αρκετά απολαυστικό. Ευχαριστήθηκα μπόλικες συναρπαστικές σκηνές και εικόνες από τη ζωή στη Σελήνη, καθώς επίσης και κάμποσα ενδιαφέροντα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία δόθηκαν με απλό και κατανοητό τρόπο. Η γραφή είναι καλή, εξαιρετικά ευκολοδιάβαστη και εθιστική, με ωραίες περιγραφές, αν και, βέβαια, μπορεί να μην είναι για όλα τα γούστα, με το χαβαλετζίδικο χιούμορ, τις αμερικανιές κλπ. Επίσης οι χαρακτήρες έχουν κάποια κλισέ και ορισμένα θεματάκια αληθοφάνειας, αλλά και πάλι νομίζω ότι είναι θέμα γούστου. Γενικά είναι ένα απολαυστικό και άκρως ψυχαγωγικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο με χαρακτηριστική άνεση μεταφέρει τον αναγνώστη στην ιδιόρρυθμη Σελήνη. 8.5/10
  23. 2 points
    Για την ψήφο δυσκολεύτηκα, από τη μια είχαμε μια ιστορία με πολλά (κατ' εμέ, πάντα) ελαττώματα, που όμως είναι σχετικά ολοκληρωμένη, κι από την άλλη μια ιστορία που, αν και πιο καλογραμμένη στα μάτια μου, ήταν μισή. Εκτιμώ το γεγονός ότι ο Γγιάννης το πάλεψε λίγο περισσότερο να βγει ολοκληρωμένη, αλλά όχι μέχρι τέλους (πού είναι ο τίτλος; Για μένα καλύτερα ένας τίτλος-έκτρωμα (ή ανέκδοτο) τύπου "Επικήδειος καφές με θέα το φέρετρο" από το "Άτιτλο"). Οι ιστορίες είναι ισόπαλες στα μάτια μου, οπότε ψηφίζω τον Γγιάννη, αποκλειστικά και μόνο λόγω άβαταρ. Εγώ δεν είμαι εντάξει. Τι πάει να πάει ένα ξενέρωτο μπράβο στα όρθια; Πώς θα μπορέσουμε να το ελέγξουμε τη στάση σου, θα μας επισυνάψεις και φωτό από τους ευάερους γλουτούς σου; Πάντως και οκ να μην ήμασταν μ' αυτό (που γιατί; δεν υπάρχει καμιά υποχρέωση να σχολιάζεις τις ιστορίες που διαβάζεις), οι ιστορίες είναι σε δημόσια θέα, η ψηφοφορία ομοίως, δεν νομίζω κανείς να μπορεί να σε εμποδίσει, αν θες τις διαβάζεις, αν θες όχι (π.χ. εγώ μάλλον θα το έχανα αν δεν συμμετείχα), αν θες αφήνεις ένα σχόλιο, αν όχι, κανένα πρόβλημα. Γιατί να καταπιεζόμαστε, άλλωστε; (Μην ανησυχείς πάντως, αν καταφέρω να ολοκληρώσω κανένα σάι-φάι μυθιστόρημα, θα σε καταπιέσω χωρίς τύψεις)
  24. 2 points
    Περιμένω να γράψετε να σας διαβάσω όλους μαζί 😉
  25. 2 points
    Ο Giorgakos μου δώρισε το: - Συλλογικό έργο: Επτά καπνισμένα μολύβια- Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος (Jazz-ικι). Τον ευχαριστώ πολύ!! Από το παλαιοβιβλιοπωλείο Φειδίας με...1 ευρώ!: - Συλλογικό έργο: Asimov's science fiction τεύχος 9 (Anubis) Και από Πρωτοπορία με 113 ευρώ: - Ζαν Ζακ Μαρί: Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν (Οδυσσέας). Ήθελα κάποια στιγμή να αποκτήσω μία βιογραφία του ''πατερούλη'' Στάλιν αλλά δεν ήξερα τα τι και τα πως. Ευχαριστώ λοιπόν τον nikosal που μου γνωστοποίησε την ναυαρχίδα όντας τούβλο από τα λίγα - Ρίτσαρντ Έβανς: Η Έλευση του Γ Ράιχ (Αλεξάνδρεια) - Ρίτσαρντ Έβανς: Το Γ Ράιχ στην εξουσία (Αλεξάνδρεια) - Ρίτσαρντ Έβανς: Το Γ Ράιχ στον πόλεμο (Αλεξάνδρεια). Αυτά από τότε που κυκλοφόρησαν μου είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Τα πήρα λοιπόν πριν εξαντληθούν για να σταματήσω επιτέλους να τα σκέφτομαι.
This leaderboard is set to Athens/GMT+02:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..