Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 02/27/2019 in Posts

  1. 18 points
    Σε ένα Αμερικάνικο σενάριο οι εξωγήινοι καταλαμβάνουν τη Γη. Τη Γη. Μήπως όλος ο πλανήτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν είναι η Ιταλία; Το Πακιστάν; Ως άνθρωποι με φαντασία (και ως ένα βαθμό ως καλλιτέχνες) δεν έχουμε την περιέργεια να ψάξουμε, να δούμε πως είναι η κατοχή της Γης στις άλλες χώρες; Στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που έκανε αντάρτικο στους Γερμανούς, δεν θα έκανε αντάρτικο στους εξωγήινους; Γιατί να είναι αστείο; Επισημαίνω, όπως έκανα κι αλλού, το πρόβλημα είναι σε αυτόν που γελάει. Και για να δείξω κάπως την έκταση του προβλήματος, θα πω ότι δυστυχώς σε αυτή τη χώρα διαθέτουμε πολλά παρδαλά κατσίκια. Πχ, όταν οι Αμερικάνοι γυρνάνε γουέστερν τους φαίνονται αστεία; (Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική γυρνάει ταινίες για τον δικό της πληθυσμό, άσχετα αν είναι αρεστές παγκοσμίως). Όταν οι Κινέζοι κάνουν ταινίες κουγκ-φου, σαολίν, ιπτάμενους δράκους, ξεκαρδίζονται στα γέλια; Οι Βρετανοί με τον Σέξπιρ ρίχνουν απίστευτη καζούρα; Οκ. Ελλάδα εδώ. Άντε να κάνουμε σήμερα ταινία με φουστανέλα, όπως κάναμε παλιά. Πιστεύετε ότι δεν θα βρεθούν αυτοί που θα το γελάσουν σαν παρδαλά κατσίκια; Κάποτε έκανα έρευνα για να γράψω σενάριο τη ζωή του ρήτορα Δημοσθένη για τηλεοπτική σειρά. Σε όποιον το έλεγα μου απαντούσε "μα δεν θα είναι αστείο;" Όλοι τους ήταν κολλημένοι από κάτι σκετσάκια στους Απαράδεκτους με αρχαία Ελλάδα, με τους χαρακτήρες να φορούν σεντόνια. Ωραία ρε μάγκες. Όχι εξωγήινους, όχι βρικόλακες, μα ούτε φουστανέλες ή αρχαία Ελλάδα. Ε για τι το σταυρό μου είμαστε εντάξει να βγάλουμε;!! Άστε ξέρω. Τον Χατζηχρήστο να λέει "αμ πως" και τον Βέγγο να τρέχει και να τρώει σφαλιάρες. Είναι θέμα κόμπλεξ. Είναι θέμα παιδείας. Θυμάμαι όταν πήγαινα φροντιστήριο να μάθω Αγγλικά. Είχαμε δασκάλους που μας μάθαιναν να λέμε τις λέξεις με τη σωστή αγγλική προφορά. Μόλις όμως ο μαθητής έλεγε τη λέξη σωστά, οι υπόλοιποι μαθητές γελούσαν σε βάρος του. Κομπλαρισμένος ο μαθητής, για να γλυτώσει την καζούρα, γύρναγε το αγγλικό του στο πιο... "ουγκ" και τα μιλούσε όπως ο Αντόνι Κουίν στο Ζορμπά. Λες και μαθαίναμε τα αγγλικά για να τα μιλάμε μεταξύ μας. Και τώρα όλοι ξέρουμε αγγλικά σαν τον Τσίπρα. Είναι θέμα παιδείας. Οι Έλληνες μπορεί να μην αντιδρούν σαν τους Αμερικάνους στο εξωπραγματικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό setting αποκλείεται από την ντόπια φαντασία.
  2. 14 points
    Ύστερα από έξι χρόνια συγγραφικής προσπάθειας, έφτασε επιτέλους η στιγμή να ανακοινώσω πως το πρώτο μέρος της τριλογίας η Εποχή των Θρύλων είναι έτοιμο να εκδοθεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ευχαριστώ από καρδιάς όλα τα μέλη του sff.gr - αναγνώστες και συγγραφείς - που βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ώστε αυτό το όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
  3. 13 points
    Συγνώμη, αλλά δηλώσεις του στυλ "δεν μπορώ να δω την Γκόλφω να τρέχει να κυνηγάει τον εξωγήινο ή τον κυρ Μπάμπη να τον καταδιώκουν λυκάνθρωποι" τις θεωρώ δικαιολογίες και δείχνουν έλλειψη φαντασίας. Έχουμε κολλήσει τόσα χρόνια ότι η Ελληνική "κουλτούρα" και "παράδοση" είναι μόνο σειρές με ξεπεσμένους έρωτες, γλεντζέδες λεφτάδες και μία Ελληνική επαρχία όπου περνάνε όλη μέρα ρίχνοντας καρπαζιές ο ένας στον άλλον. Οι Ελληνικές ταινίες των δεκαετιών 50-70 αντανακλούσαν μία Ελληνική καθημερινότητα στην οποία υπήρχαν οι μεροκαματιάρηδες, τα μπουζούκια, η μεταπολίτευση, η άνθιση της Ελληνικής βιοτεχνίας κτλ. Το ότι παίζονται ακόμα στην τηλεόραση αυτές οι ταινίες δεν σημαίνει ότι έχουμε να δείξουμε μόνο αυτό σαν λαός. Προφανώς κι έχει να κάνει με την παιδεία, όπως είπε ο Ντίνος. Έχει να κάνει με την αντίληψη του μέσου Έλληνα για την παραγωγή λογοτεχνίας/κινηματογράφου/τέχνης στην χώρα μας όπου το μεγαλύτερο ποσοστό αναλώνεται σε επιθεωρήσεις με τον Σεφερλή, τραγικές κομεντί με δυσλειτουργικές οικογένειες (με ηθοποιούς μοντέλα όμως) και σε copy paste βιβλία τα οποία διαβάζονται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην παραλία πριν την ταβέρνα με τα καλαμαράκια. Το να αποφεύγουμε να ρισκάρουμε το Φανταστικό στην Ελληνική καθημερινότητα είναι σαν να επιβεβαιώνουμε όλους τους παραπάνω οι οποίοι νομίζουν ότι ο Αχιλλέας ήταν ίδιος ο Brad Pitt κι έκανε "μαγκιές" στον Έκτορα σαν τον ταξιτζή που μας κόβει τον δρόμο κι ότι ο μύθος των βρικολάκων ξεκίνησε με τον Edward που λαμποκοπάει στην ήλιο σαν την κυρά Σούλα από τα κάτω Πετράλωνα που έριξε 1 κιλό carroten πριν βγει στην παραλία. Λατρεύω να βλέπω ιστορίες Φανταστικού στην Ελλάδα, είτε επαρχία, είτε πόλη. Λατρεύω να βλέπω προσπάθειες συγγραφέων να βουτήξουν τον μέσο - ή και όχι - Έλληνα σε μία κατάταση στην οποία θα πρέπει να απαρνηθεί αυτά που ήξερε για να επιβιώσει. Το λατρεύω γιατί δείχνει ανθρώπους που θέλουν να σπάσουν ένα κατεστημένο κλαυσίγελου το οποίο είχε απωθήσει τόσα χρόνια άλλους συγγραφείς από το να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Και ποιος σας είπε ότι όλοι οι Αμερικανοί, με το που έβλεπαν εξωγήινους, θα αντιδρούσαν όπως ο Mulder κι η Scully? Έχετε δει καθόλου τον μέσο Αμερικανό που ζει στην Christian zone? (κεντρική και νοτιοδυτική Αμερική); Θα έπαιρνε την τσουγκράνα, θα καβαλούσε το άλογό του, θα φόραγε τις μπότες του και θα πήγαινε να το παίξει John Wayne μασώντας καπνό με το στόμα. Ξεκολλήστε από τέτοια όρια και προσπαθήστε να ξεχωρίσετε. Όσο γράφω, θα προτιμάω ΠΑΝΤΑ το Ελληνικό setting γιατί αυτό θέλω να αποδομήσω και να φτιάξω από την αρχή. Χέστηκα για το τι θα έκανε ο Μπραντ από την Νέα Υόρκη αν μία επιδημία με ζόμπι ξεκινούσε στην γειτονιά του. Θέλω να δω τι θα έκανε η Ελένη, φοιτήτρια Νομικής, από την Κυψέλη αν ξαφνικά έβλεπε τον περιπτερά που της πουλάει κάθε μέρα τα τσιγάρα της, να βούταγε μέσα από το περίπτερο και να την κυνηγάει πάνω στην Φωκίωνος Νέγρη.
  4. 11 points
    2019 και ακόμα συζητούμε τα ίδια και τα ίδια. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχουν βγει ένα κάρο βιβλίο σε ελληνικό setting. Τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. Αρκετά μάλιστα διηγήματα με ελληνικό setting έχουν δημοσιευτεί σε επαγγελματικά περιοδικά του εξωτερικού. Ένα κέρδισε και σημαντικό βραβείο του χώρου. Το ελληνικό setting δεν αποτελεί καν πρόκληση, είναι κάτι δοκιμασμένο, που δουλεύει. Δεν είναι θέμα γούστου ή άποψης ή συζήτησης (το τι αρέσει στον καθένα είναι άλλο). Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting είναι θέμα άγνοιας και ασχετοσύνης. Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting στο sff.gr, όμως, προσωπικά με ξεπερνάει.
  5. 11 points
    Βρίσκεται στο στάδιο ακόμα της επεξεργασίας, αλλά σύντομα θα εκδοθεί. Από τον εκδ οίκο συμπαντικές διαδρομές η πρώτη μου έκδοση. Ο τίτλος αυτού: «Όνομα Χρήστη: Οι Λαοί Της Θάλασσας».
  6. 10 points
    Introducing….Η Κόκκινη Αυγή Χμμμμ….Καινούρια τριλογία μυρίζομαι. Φρέσκο αίμα στην αρένα. Ο Γρηγόρης Δημακόπουλος (κατά SFF Mournblade) κάνει το εκδοτικό του ντεμπούτο με το πρώτο μέρος της τριλογίας του Η Εποχή των Θρύλων με το βιβλίο Η Κόκκινη Αυγή, που κυκλοφορεί σε πολύ λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πηγή. Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Ο Mournblade είχε την ατυχία να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Άργησα να του πω τι σκεπτόμουν για το βιβλίο και τον ευχαριστώ για την υπομονή του. Η Κόκκινη Αυγή λοιπόν, εγκαινιάζει το σύμπαν της Εποχής των Θρύλων, που, ουσιαστικά, είναι ένα σύμπαν μετακαταστροφικό. Όχι ακριβώς εδώ, όχι ακριβώς ανθρώπινο, αλλά παρόν και ανθρώπινο, παρ’ όλα αυτά. Ο ακρογωνιαίος λίθος της κοσμοπλασίας του Δημακόπουλου θα μας φέρει στο νου την τριλογία του Mark Lawrence The Broken Empire, καθώς πρόκειται για έναν πολιτισμό μετά τον πολιτισμό. Ο άνθρωπος έχει επιστρέψει στα σπαθιά και στα δόρατα και κάθε λογής κίνδυνοι μαστίζουν τον παλιό καινούριο κόσμο του. Ο άνθρωπος μαθαίνει για ό,τι κάποτε υπήρξε μέσα από παραμύθια και παραδόσεις. Ο άνθρωπος δεν πιστεύει σε καμία καλόβουλη θεϊκή παρέμβαση, σε καμία καλοτυχία, σε καμιά ευλογία, και, παράλληλα, είναι πρόθυμος να αποδεχτεί ως αληθινό οτιδήποτε τον δυναστεύει και τον φοβίζει. Το καλό είναι δυσεύρετο, το κακό είναι πιθανότερο, είναι πανταχού παρόν και σχεδόν αναπόφευκτο. Το κακό δεν έχει καμία ανάγκη μαρτύρων. Μέσα σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον ο μικρός Χόουπ θα ξεκινήσει ένα ταξίδι μύησης, που ενδεχομένως να είναι ανεπιτυχές -αλλά που, σίγουρα, θα έχει ενδιαφέρον. Η Κόκκινη Αυγή είναι ένα χορταστικό fantasy παλαιάς κοπής και θα ικανοποιήσει ανάλογων ενδιαφερόντων αναγνώστες. Ο τρόπος που είναι γραμμένο, οι πλούσιες περιγραφές, τα μεγάλα κεφάλαια και οι εκτενείς σκηνές μάχης προκαλούν τον αναγνώστη να κάνει βουτιά στον τρομακτικό κόσμο του. Απαιτούν προσοχή και προσήλωση -αλλά αποζημιώνουν. Στοιχεία Έκδοσης Συγγραφέας: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος (aka Mournblade) Σελίδες: 608 Διαστάσεις: 16 x 23 Εκδοτικός Οίκος: Πηγή ISBN: 978-960-626-117-6
  7. 9 points
    Το βιβλίο είναι τυπωμένο.
  8. 9 points
    Αν υπάρχει κάτι χρήσιμο να βγει από αυτό το topic είναι να διαλυθεί αυτή η ψευδαίσθηση. Η απάντηση είναι πολλοί. Παγκόσμιο. Και όχι μπορεί. Το reach που έχει ΗΔΗ. Πολύ πιο εύκολα απ' όσο μπορείς γράφοντας για έναν κόσμο που δεν ξέρεις. Κι αυτό έχει γίνει ήδη. Είμαι σίγουρος πως το να γράφεις για τη χώρα σου, δεν είναι αντίθετα στο παγκόσμιο ρεύμα. Ο Mesmer ανέφερε τον Μιχάλη Μανωλιό. Ρίχνω άλλα 4 πρόσφατα παραδείγματα. http://podcastle.org/2018/03/13/podcastle-513-artemis-rising-head-horizon-return-bloodshot-eyes/ Στην πίνδο, στον εμφύλιο http://liminalstoriesmag.com/issue4/the-heart-is-a-lonesome-hunter Πάλι στον εμφύλιο http://pseudopod.org/2018/03/03/pseudopod-584-ar4-drowned-mans-kiss/ Και φυσικά http://strangehorizons.com/fiction/the-birding-a-fairy-tale/ Και τα τέσσερα είναι σε πασίγνωστα site/περιοδικά. Το τελευταίο κέρδισε το περσινό World Fantasy Award. Αυτό εννοώ όταν λέω πως τίθεται θέμα άγνοιας. Καθόμαστε να μιλάμε για τους imaginary friends και imaginary readers του κάθε troll, όταν αυτά γράφτηκαν τόσο πρόσφατα. Κι ο λόγος είναι πως ένα κάρο κόσμος που υποτίθεται πως διαβάζει φανταστικό, έχει κολλήσει σε 2-3 κλασσικούς που μετέφρασε ο Αίολος, άντε και τα αυτοεκδομένα φιλαράκια του. Τέλος, γνωρίζω αμέτρητα παραδείγματα Ελλήνων που έγραψαν Ελληνικό setting στα Ελληνικά. Δε μου έρχεται ούτε ένας που να έγραψε εξίσου καλά σε ξένο. Αυτό θα έπρεπε να είναι το topic.
  9. 8 points
    Δεν ξέρω αν το έχουν αναφέρει και πιο πάνω γιατί ειπώθηκαν πολλά, αλλά ως αναγνώστρια δεν έχω θέμα με το σκηνικό αρκεί να μη μου κλοτσάει η αληθοφάνεια. Δηλαδή, αν θες να γράψεις ιστορία τρόμου με σκηνικό την Σκιάθο, κανένα πρόβλημα. Αν με κάνεις να νιώσω ότι περπατάω στους δρόμους της Σκιάθου, νιώσω το θαλασσινό αεράκι, γευτώ το ούζο με το χταπόδι κτλ. και μετά έρθει και το τέρας και κολλήσει απόλυτα με το σκηνικό, πχ αν ζωντανέψει το χταπόδι και γίνει Κθούλου, δεν έχω κανένα θέμα γιατί νιώθω ήδη μέσα στην ιστορία και αισθάνομαι το χταπόδι να με κυνηγάει. Και το ίδιο ισχύει για το ξένο σκηνικό. Διαβάζω βιβλία από ξένους συγγραφείς και αισθάνομαι ότι έχω πάει στην πόλη τους κι ας μην έχω πάει ποτέ. Θες να γράψεις διήγημα σπλάτερ σε ελληνικό σχολείο ή ελληνικό φρενοκομείο; Κανένα πρόβλημα, αρκεί να είναι ελληνικό το σχολείο ή το ψυχιατρείο/νοσοκομείο. Όχι να τον λένε τον ήρωα Βαγγέλη και το νοσοκομείο να έχει βγει από το γκρεις ανάτομη. Που είναι τα ράντζα; Οι ταλαιπωρημένες και κακοπληρωμένες νοσοκόμες; Να το διαβάσει ο Έλληνας και να πει, ναι έτσι είναι, να το διαβάσει και ο ξένος και να πει, α, έτσι είναι στην Ελλάδα. Και να το πω πιο αναλυτικά. Αν κάποιος καταφέρει και αποδώσει τέλεια την ατμόσφαιρα του ελληνικού νοσοκομείου και έχει και μια νυχτερινή νοσοκόμα που τη λένε Λίτσα και τρώει σουβλάκια, γιατί να έχει πρόβλημα ο αναγνώστης που έχει μπει ήδη στην ατμόσφαιρα; Σίγουρα δε θα περίμενε μια Μέρεντιθ με σέξι εσώρουχα (εκτός κι αν πρόκειται για ανατροπή, τι να πω). Το γράφω όλο αυτό γιατί το έχω δει σε διηγήματα να γίνεται λάθος και μου έχει χτυπήσει άσχημα. Συμπέρασμα : δεν υπάρχει λάθος ή σωστό σκηνικό, μόνο λάθος ή σωστή απόδοση του. Και είναι πιθανότερο να αποδώσεις σωστά κάτι που ήδη γνωρίζεις καλά.
  10. 8 points
    Εγώ συμφωνώ με τον Αντώνη ότι υπάρχουν ήδη και εδώ και πολύ καιρό καλά ελληνικά κείμενα του φανταστικού με ελληνικό setting και ότι το θέμα αν γίνεται φανταστικό τοποθετημένο στην Ελλάδα είναι χιλιομασημένο και χιλιοσυζητημένο. Για όποιον λέει ότι κατά τη γνώμη του θα ήταν γελοίο και/ή ότι έχει ρωτήσει κάμποσα άτομα και τον κοίταξαν σαν να ήταν εξωγήινος λέω ότι everyone is entitled to their informed opinion, το οποίο πα να πει ότι πρέπει να το ψάξεις πρώτα, πριν εκφέρεις γνώμη για ένα θέμα. Μη φέρεσαι σαν να μην έχουν γραφτεί ποτέ αυτά τα ελληνικά κείμενα και αν φερθείς έτσι, μην περιμένεις να γίνει σεβαστή η γνώμη σου, γιατί δε θα είναι informed. Διαφωνώ με το Give the people what they want, γιατί με αυτό το σκεπτικό αγνοούμε την ποιότητα. Της Δημουλίδου τα βιβλία είναι δημοφιλή, αλλά δεν είναι καλά. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει λόγος που είναι δημοφιλή (κατά τη γνώμη μου κολακεύει τα ταπεινά ένστικτα του αναγνωστικού της κοινού, τους δείχνει ότι δεν πειράζει να είναι κατίνες και αμόρφωτες), αλλά ο λόγος της δημοτικότητας δεν είναι η καλή ποιότητα του κειμένου. Και, εννοείται, εφ δεν είναι μόνο η space opera, οι διαστημικές μάχες και οι εξωγήινοι - αλίμονο. Και τον "Πόλεμο των κόσμων" τον έγραψε ο H.G. Wells, όχι ο Όργουελ, όπως αναφέρει κάποιος παραπάνω.
  11. 8 points
    Εγώ πάντως μια χαρά αξιόλογα και καθόλου αστεία διηγήματα και μυθιστορήματα τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας έχω διαβάσει από Έλληνες σε ελληνικό setting. Μπορείτε να βρείτε πολλά στα αντίστοιχα topics και ακόμα και στις βιβλιοθήκες του φόρουμ. Σε εργαστηρι της Άλεφ μάλιστα είχαμε δει δυνατό διήγημα τρόμου σε setting παλιού ελληνικού κινηματογράφου από τον Ντίνο (Χατζηγιώργη). Κανείς δεν γέλασε, σας διαβεβαιώ, πέρα από τα σημεία στα οποία ο συγγραφέας ήθελε να γελάσουμε. Οπότε οι περιορισμοί υπάρχουν μόνο όσο τους βάζουμε στον εαυτό μας.
  12. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: Fantasy Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 2.310 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στο Write-off #91 Αρχείο: Μαύρο Αίμα.docx Το σπαθί του καρφώθηκε στη φρεσκοσκαμμένη γη. Μετά έσκυψε, έτσι που η λαβή του ακούμπησε το δεξί του ώμο. Κάτω από το σεληνόφωτο η σιλουέτα του φάνταζε με τεράστιο βράχο. Πίσω του, τα σύννεφα στο χρώμα του ασημιού, παρασέρνονταν από τον μανιασμένο αέρα. Έπιασε μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα, το έφερε στο μέτωπο κι άρχισε να κλαίει. Μετά κοίταξε μπροστά του το μαρμάρινο σταυρό, ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει να χαράξει το αγαπημένο όνομα. Ήξερε ότι δε θα το έβλεπε ποτέ του χαραγμένο, ότι ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στην πόλη. Τον περίμενε ή η εξορία, ή ο θάνατος. Μετά σηκώθηκε απότομα, έκανε το σημείο του σταυρού κι απομακρύνθηκε από τον τάφο. Λίγα βήματα πιο πέρα τον περίμενε ο υπηρέτης του. Μικρόσωμος και κοκαλιάρης, ίσα που κατάφερνε να συγκρατεί τα άλογα, που ήταν περισσότερο από ποτέ ανήσυχα. «Κύριε, δε θα μείνετε άλλο;» «Όχι, φτάνει» είπε εκείνος με τη βροντερή του φωνή. Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν το νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Σήκωσε το σπαθί να το θηκαρώσει και πρόσεξε τη λερωμένη λάμψη του. Το κηλίδωνε ακόμα το μαύρο της αίμα. Το επέστρεψε στο θηκάρι χωρίς να το καθαρίσει και καβάλησε το άλογο του. Έδωσε το πρόσταγμα και το σκιαγμένο ζώο υπάκουσε καλπάζοντας στη γλιστερή πλαγιά με κατεύθυνση προς τον κίνδυνο. Ο άντρας δεν νοιάστηκε καν να κοιτάξει αν τον ακολουθούσε ο ιπποκόμος. Κύριος και υπηρέτης διέσχισαν μια έρημη πόλη, κάθε σπίτι της ένα μαυσωλείο. Όσοι δεν είχαν διαφύγει με τις οικογένειες τους, είχαν αμπαρωθεί πίσω από τα παντζούρια τους και περίμεναν μοιρολατρικά το τέλος. Ο άνεμος δυνάμωνε, στροβίλιζε πάνω από τις στέγες τα σύννεφα, μετατρέποντας τα σε στοιχειά που κουβαλούσαν από μακριά ιαχές και μουγκρητά. Όταν άφησαν πίσω τα τελευταία σπίτια είχε αρχίσει να χιονίζει στάχτες. Η αρματωσιά του πολεμιστή ήταν γαντζωμένη στην πονεμένη του σάρκα, κάτω από εγκοπές που είχαν σμιλέψει τσεκούρια και ξίφη. Λάσπη και πηγμένο αίμα είχαν μετατρέψει την όψη του ίδια με τις σκιές που πολεμούσαν. Ο ιπποκόμος του τον είχε παρακαλέσει να σταθούν για λίγο, να επισκευάσουν την πανοπλία πριν συνεχίσουν, να βρουν μια καινούργια ασπίδα, αλλά ο άντρας δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ήταν βαριά η καρδιά του, κάτω ακριβώς από το σημείο που η λόγχη της είχε βρει τον θώρακα του. Το σίδερο είχε αντέξει. Η καρδιά του όμως έγινε κομμάτια. Οι αισθήσεις του φλέγονταν, ήθελε εκδίκηση. Και ήξερε ότι η αναμέτρηση δεν θα μετριόταν από τη δύναμη των όπλων. «Δεν έχουμε ξανασυναντήσει τέτοιον αντίπαλο» είχε ψιθυρίσει εκείνη στο πλευρό του. «Ακολουθούμε συμβατικές στρατηγικές και στέλνουμε γενναίους άντρες στον χαμό τους. Δεν νικιέται το σκοτάδι με μέταλλο.» «Τότε τι;» την είχε ρωτήσει. «Αν ήξερα, τώρα θα ήμασταν νικητές. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μας υπολογίζει. Έχουμε τραβήξει την προσοχή του. Παράτησε τις Κάτω Χώρες και έρχεται για μας.» Κάποια στιγμή το δάσος έδωσε τη θέση του σε αποκαΐδια και συνάντησαν τους πρώτους ιππότες. Μια ουρά από σπασμένες πανοπλίες, τσακισμένο ηθικό και κομμένα άκρα, βάδιζαν μακριά από το θανατικό, υποχωρούσαν κουτσαίνοντας και μπουσουλώντας. Μαύρα, καψαλισμένα πρόσωπα τον κοίταζαν με νεκρά μάτια. Μπροστά ο ορίζοντας φλεγόταν και τα σύννεφα κοκκίνιζαν σαν πυρακτωμένα. Άκουσε από πίσω του τον υπηρέτη να ξεστομίζει ένα ξόρκι τρομοκρατημένος. Ο ίδιος δεν ένιωθε ίχνος φόβου. Ήταν ήδη νεκρός και θαμμένος δίπλα στην αγαπημένη του. Όταν έφτασαν στα χαρακώματα, η φρουρά τον αναγνώρισε και τον άφησε να περάσει. Στις κόκκινες ανταύγειες πρόσεξε τα μάτια κάτω από τα ραγισμένα τους κράνη. Είδε τον απόλυτο τρόμο. Περικεφαλαίες, ασπίδες και λάβαρα είχαν το σύμβολο του σταυρού, όπως φαίνεται όμως κανείς τους δεν είχε ακόμα εμπιστοσύνη στο καινούργιο σύμβολο. Ατενίζοντας αυτό εκεί που τους πλησίαζε, ο άντρας ήξερε πόσο άχρηστες ήταν οι νέες δοξασίες ενάντια στους αρχαίους δαίμονες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συνδύαζαν την εμφάνιση του Νεφθεροσκόπου με την άφιξη της νέας πίστης. Τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε το άλογο του. Ο ιπποκόμος έπραξε το ίδιο δίπλα του. Μεταξύ της γραμμής άμυνας και του πεδίου της μάχης απλώνονταν χωράφια σπαρμένα με κόκκαλα. Εδώ η έντονη μυρωδιά δεν έτσουζε απλώς τα ρουθούνια, τσιμπολογούσε επώδυνα ολόκληρη την πέτσα. Μπορούσε να δει σε μικρή απόσταση τους τελευταίους ανθρώπους που συγκρούονταν ηρωικά με τις σκιές του Νεφθεροσκόπου. Πίσω από ένα πέπλο καπνού, αόρατο στη νύχτα, πρόσεξε τις διακυμάνσεις του σκοταδιού, το παιγνίδισμα με την αντανάκλαση του φεγγαριού. Εκείνος ήταν εδώ. Μούδιασαν τα σωθικά του πολεμιστή. Δεν ήταν φόβος αλλά προσμονή. «Δεν έχει νόημα, κύριε» είπε ο υπηρέτης, «να πάρουμε τους άντρες, να φύγουμε στα βουνά.» Ο άντρας τράβηξε έξω το σπαθί του και άκουσε από πίσω τον υπηρέτη του να βογκάει. «Σε απαλλάσσω» του φώναξε, «Είσαι ελεύθερος να φύγεις.» Ο ιπποκόμος δεν αποκρίθηκε. Ούτε σπιρούνισε το άλογο του. Έμεινε στη θέση του βουβός. Ο άντρας κοίταξε τη λεπίδα του. Πολεμούσαν τον Νεφθεροσκόπο τρία χρόνια. Δεν έδωσαν την πρέπουσα προσοχή στο βέλος της σκιάς που τη τραυμάτισε στον ώμο. Κουβαλούσαν και οι δύο πολλαπλές ουλές στο σώμα τους μετά από τόσες εκεχειρίες. Αφαίρεσαν το βέλος, το κεντρί του όμως άφησε μαύρο κατάλοιπο μέσα της. Υπήρχε σκοπός στη στοχοποίηση της. Χρειάστηκαν στιγμές για να την καταβροχθίσει. Την αγαπούσε πολύ για να το προσέξει αμέσως. Υπήρξε τυφλός στην αλλαγή της και έμεινε αποσβολωμένος όταν τον χτύπησε με την λόγχη της. Μαύρο σάλιο κάλυψε το πηγούνι της όπως του χαμογέλασε. «Το σκοτάδι με θέλει» λαρύγγισε ηδονικά. «Έλα στη δροσιά του, αφελή. Μην μ’ αναγκάσεις να σε σβήσω» συμπλήρωσε γλύφοντας τα χείλη της. Ούρλιαξε το όνομα της, έκλαψε, παρακάλεσε, πήρε μόνο το γέλιο και την απέχθεια της. Ήταν δεινή ξιφομάχος και το σκότος της έδωσε αφύσικη μανία, δύναμη και αντοχή. Τώρα θα ήταν νεκρός αν σε μια μικρή εύνοια της τύχης δεν της διαπερνούσε την τραχεία από άνοιγμα της πανοπλίας της. Κραυγάζοντας κατάρες έσπρωξε βαθιά τη λεπίδα και πήρε τη ζωή της γυναίκας και δέσποινας του. Ακούμπησε τη λεπίδα στην αριστερή του παλάμη. Έκλεισε σφιχτά τη χούφτα και έσυρε το σπαθί κόβοντας βαθιά το χέρι του. Κοίταξε το παλλόμενο σκοτάδι απέναντι και περίμενε. Επέτρεψε το μίσος να τον θρέψει, την οργή του να φουσκώσει. Εισέπνευσε θειάφι και έκαψε τα σωθικά του. Ο Νεφθεροσκόπος θα πέθαινε σήμερα. Σκέφτηκε όλους εκείνους πίσω του που έτρεμαν το όνομα του δαίμονα και του ξέφυγε ένα τρανταχτό γέλιο. «Κύριε μου» ψέλλισε ο υπηρέτης του ανήσυχος. Τον αγνόησε. Αναρωτήθηκε γιατί έτρεμαν όλοι ένα ελεεινό σκουλήκι σαν τον Νεφθεροσκόπο. Είχαν σπαταλήσει τόσες γενναίες ζωές άδικα στα πεδία των μαχών. Του ήταν ολοφάνερο τώρα. Αποδοχή του σκότους ήταν ο μόνος τρόπος να λιώσεις τέτοιο απόβρασμα. Ο χήρος πολεμιστής αγαπούσε πλέον τον πόνο του, το πέπλο που τον τύφλωνε όλα αυτά τα χρόνια διαλυόταν και έβλεπε ξεκάθαρα τον εχθρό του. «Φύγε» γάβγισε προς τον υπηρέτη του. «Μην ξανάρθεις εδώ!» Δεν περίμενε απάντηση. Σπιρούνισε το άλογο του και χύθηκε κατά της νύχτας. Οι οπλές όργωσαν κουφάρια, σήκωσαν πικρό κουρνιαχτό. Ένας πνιχτός ρόγχος γέμισε το πεδίο της μάχης. Η κόλαση είχε νιώσει το πλησίασμα του. Έτριξε τα δόντια του και ανέμισε τη λεπίδα πάνω από το κεφάλι του. Με ικανοποίηση είδε το πρώτο κύμα από σκιές να έρχεται καταπάνω του. Διέλυσε τις πρώτες που τόλμησαν να ορμήσουν, το άλογο του όμως ήταν καταδικασμένο. Ήταν πάρα πολλές. Το ζώο χλιμίντρισε τραγικά όπως το ξάπλωσαν άπονα νύχια και σαγόνια. Ο άντρας έσκασε στο έδαφος και κύλησε τσακίζοντας την ταλαιπωρημένη του σάρκα μέσα στην αρματωσιά της. Ο πόνος τον ευχαρίστησε, του έδωσε δύναμη να τιναχτεί όρθιος και να κόψει περισσότερες από αυτές που συνέχισαν να του ρίχνονται. Δεν υπήρχε όμως ικανοποίηση στη σφαγή τους. Άμυαλα ζωύφια ήταν που δεν ήξεραν τον φόβο, δεν υπήρχε προσωπικό κόστος στον χαμό τους, κανένας δεν θα έκλαιγε την απουσία τους. Κάθε φορά που έπεφτε ένας ιππότης, ο θάνατος του αντηχούσε στα φιλοκάρδια των συμπολεμιστών του, στην οικογένεια του, στην οικουμένη. Πόσο εύθραυστος και ελαττωματικός ήταν ο άνθρωπος. Ήταν καταδικασμένος να χάσει αυτόν τον πόλεμο. Συνέχισε να μάχεται, όχι για μια ανθρωπότητα που δεν το άξιζε, αλλά για εκδίκηση. Τα μπράτσα του έκαιγαν και οι σκιές κατέρρεαν σε σωρούς γύρω του. Αναρωτήθηκε μια στιγμή πόσο ακόμα θα άντεχε όταν ξαφνικά το σπαθί του βρήκε κενό. Οι σκιές είχαν σταματήσει την επίθεση τους. Τραβήχτηκαν πίσω και άνοιξαν τον δρόμο για εκείνον. Πύρινες φλόγες εξακολουθούσαν να καίνε αγριεμένα στις κόγχες τους, έμειναν όμως να τον κοιτούν άπραγες. Ήταν λαχανιασμένος, η οργή μόνιμη μάσκα στο πρόσωπο του, με μαύρο σάλιο να στάζει από τα δόντια του. Οι κραυγές των δαιμόνων, οι ιαχές των ιπποτών, η βουή της μάχης είχαν σιγήσει. Μόνο ο άνεμος φυσούσε και κροτάλιζε τις φωτιές που κύκλωναν το πεδίο. Το φεγγάρι χάθηκε πίσω από κόκκινα σύννεφα και το σκοτάδι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Το πολυλέπιδο ξίφος του Νεφθεροσκόπου ήταν επώδυνο στο βλέμμα. Έτσουξε σαν χαστούκι, ο άντρας όμως δεν έκανε πίσω. «Με έχεις πιεί, ρέω στο αίμα σου. Το σκοτάδι είναι δικό σου. Έλα στο πλευρό μου και όλη αυτή η γη θα ανήκει σε σένα» κροτάλισε απύθμενα η φωνή του δαίμονα. Δεν ήταν σίγουρος αν ο Νεφθεροσκόπος φορούσε τρομερή πανοπλία ή αυτό που έβλεπε ήταν το καταραμένο του κέλυφος. Τον έβλεπε καθαρά για πρώτη φορά, χωρίς τις τρομερές νεφέλες που τον κάλυπταν και που τόσο φόβο σκορπούσαν στις καρδιές και των πιο γενναίων. Πίστεψε ότι για πρώτη φορά στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον ως ίσοι. Μαύρο φως έκαιγε μέσα στις φυσικές κόγχες του κράνους του κτήνους. «Ναι, ήπια το σκοτάδι» φώναξε την απάντηση του. «Και δεν έχω τελειώσει ακόμα μαζί σου» συμπλήρωσε ορμώντας με το σπαθί του σηκωμένο. Η πρώτη κλαγγή συγκλόνισε τη νύχτα. Λεπίδα με λεπίδα, πανοπλία με καύκαλο, γροθιά με μαύρη ασπίδα, το έδαφος έτριξε κάτω από το βάρος τους. Ο άντρας γέμισε εγκοπές, εγκαύματα και θλάσεις αλλά δεν καταλάγιασε τη μανία του. Ράγισε την ασπίδα του Νεφθεροσκόπου και έκοψε βαθιά, αλλά ο δαίμονας δεν έδειξε ίχνος υποχώρησης. Ιππότες και σκιές παρακολουθούσαν βουβά από απόσταση το φλεγόμενο κουρνιαχτό. Ο άντρας ένιωθε την παρουσία εκείνης δίπλα του, ήταν το κουράγιο του, αλλά σε κάθε σπαθιά έμοιαζε η μνήμη της ολοένα να λιγοστεύει και να χάνεται. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι δεν θυμόταν το όνομα της. Στο νου του είδε μόνο τον κενό μαρμάρινο σταυρό. Μέσα στο μυαλό του μεγάλωνε ξένο, τρομερό σκεπτικό. Το ξάφνιασμα του στοίχησε καίρια σπαθιά στο πρόσωπο. Αισθάνθηκε μάλιστα το χτύπημα πριν συμβεί, μέσα από τα μάτια του Νεφθεροσκόπου. Κόπηκε στα δύο η περικεφαλαία του και σκόρπισε στο χώμα αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Μαύρο αίμα έτρεξε στο μέτωπο του. Το μειονέκτημα ενδυνάμωσε το πείσμα του. Έπρεπε να το τελειώσει τώρα, όσο είχε ακόμα μια ρανίδα ανθρωπιάς μέσα του, ή ποτέ. Όρμησε ακάλυπτος. Άφησε το τρομερό ξίφος να τον βρει. Μία φορά, τον συγκλόνισε, κόντεψε να πέσει κάτω. Δεύτερη φορά, τον γονάτισε. Τρίτη φορά δεν υπήρξε. Τινάχτηκε όρθιος, γαντζώθηκε με το ελεύθερο του χέρι από την μαύρη ασπίδα και έμπηξε τη λεπίδα του βαθιά στην περικεφαλαία του Νεφθεροσκόπου. Αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του και καταργήθηκε κάθε του μνήμη. Απίστευτο ψύχος γέμισε την ψυχή του και ένιωσε να διαμελίζεται. Δαιμονικό κουφάρι και ανθρώπινη πανοπλία έσκασαν στο χώμα και σηκώθηκε αχός που σκόρπισε προς κάθε κατεύθυνση. Για μια στιγμή νόμισε ότι αυτό ήταν ο θάνατος, αλλά είχε κάνει λάθος. Άνοιξαν πάλι τα μάτια του. Είδε το χέρι του με το σπασμένο σπαθί, άκουσε πάλι, τον άνεμο και τις φωτιές. Ήταν πεσμένος στα τέσσερα, με την πανοπλία του κομματιασμένη στο έδαφος. Δεν την είχε ανάγκη. Η πέτσα του μαύριζε και σκλήρυνε σιγά-σιγά. Τώρα ήξερε. Εκείνο το σύμβολο που ύψωσαν σε εκκλησίες, πλατείες και νεκροταφεία ήταν η πρόκληση που έφερε τον κάτω κόσμο επάνω. Ποτέ δεν θα μπορούσε να υπάρξει νίκη. Σηκώθηκε όρθιος και ένιωσε θεόρατος. Μύρισε τον φόβο και τον θάνατο γύρω του με ικανοποίηση. Το κουφάρι στα πόδια του που ήταν ο Νεφθεροσκόπος ήταν πια ένα τίποτα. Χιλιάδες κόκκινα μάτια τον κοίταζαν βουβά. Οι σκιές περίμεναν το πρόσταγμα του. Η κόλαση είχε επιτρέψει τη νίκη του, η κόλαση ήταν δική του. Σήκωσε τα χέρια του στα σύννεφα και κραύγασε. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει, ήταν κυρίαρχος. Κι όμως, κάτι τόλμησε να κινηθεί εναντίον του. Ένα διστακτικό πλησίασμα, τόσο προσβλητικό. Από όσο μπορούσε να θυμηθεί, αυτό το αδύναμο πλάσμα ήταν κάποτε υπηρέτης του. Σκουντουφλούσε πεζός, κρατώντας υψωμένο ένα γελοίο εγχειρίδιο. Το πρόσωπο του ήταν μια μάσκα αγωνίας. με δύο υγρά τρομοκρατημένα μάτια. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του. «Κύρη μου» ψέλλισε. «Ο Κύρης σου είναι νεκρός» κάγχασε ο άντρας. Ο φόβος έγινε πίκρα και αγανάκτηση στο πρόσωπο του υπηρέτη. «Τότε… στο όνομα της Δέσποινας μου» φώναξε το ανθρωπάκι. Τα λόγια διαπέρασαν το κέλυφος του, αναστάτωσαν ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του. Ένιωσε ξαφνικά σαν πνιγμένο που προσπαθεί να φτάσει στην επιφάνεια πριν είναι αργά. «Ποια είναι η Δέσποινα σου;» ρώτησε με ελπίδα. Και ο υπηρέτης φώναξε θαρρετά το όνομα της. Θρυμματίστηκαν τα μάτια του πολεμιστή, άφησαν χείμαρρους από δάκρυα που τσιτσίρισαν στο πρόσωπο του και ξέπλυναν την πέτσα του. Έπεσε στα γόνατα του, χαμηλότερα από τον γενναίο ιπποκόμο και σήκωσε τον λαιμό του σε εκείνον. Ένιωθε την κόλαση να βράζει μέσα του και να τον διεκδικεί ξανά. «Λύτρωσε με» φώναξε πριν είναι αργά και ευχήθηκε ο άλλος να κατάλαβε. Μια ζωή στο πλευρό του, μετά από τόσες μάχες, πως μπορούσε να μην καταλάβει; Όταν απέσυρε το εγχειρίδιο, το αίμα ήταν κόκκινο. Έσκουξε το σκοτάδι και σαν από σύνθημα σκόρπισαν τα σύννεφα. Το φεγγάρι όμως δεν ήταν πια στη θέση του. Η πρώτη ριπή μιας ηλιαχτίδας ανέτειλε πίσω από τα όρη στον ορίζοντα και σκόρπισε τις σκιές σαν αποκαΐδια. Γι αυτούς που θα ρωτούσαν, τους ιστορικούς και τους βάρδους, η Κόλαση έχασε την πρώτη μάχη με τον άνθρωπο τη στιγμή που τόλμησε να σκοτώσει εκείνη, την πρώτη των πολεμιστών του. Η έχθρα θα είχε συνέχεια, αλλά για τώρα ξημέρωνε ένας κόσμος θρήνου και ελπίδας. Ο υπηρέτης γονάτισε δίπλα στον κύριο του και περίμενε τους ιππότες να σηκώσουν τον καλύτερο τους και να τον επιστρέψουν στο πλευρό της δεσποσύνης του.
  13. 8 points
    Το διήγημά μου "Η δεύτερη επαλήθευση" θα δημοσιευτεί στην ανθολογία του fantasmagoria με θέμα "χρησμός"
  14. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: dagoncult Είδος: τρόμος Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3839 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ο διαγωνισμό Μυϊκή Μάζα.odt Μυϊκή Μάζα.pdf
  15. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Άγγελος Είδος: Επιστημονική Φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.200 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα τους Γίγαντες Αρχεία: Το σμήνος.pdf Το σμήνος.docx
  16. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ηρωική φαντασία Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.354 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος Αρχείο: Επιστροφή.docx Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα. «Λόρατς!» Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει. «Είμαι πρώτος;» ρώτησε. «Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.» Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης. «Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του. «Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;» Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε. «Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.» «Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα. Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας. «Που είναι;» ρώτησε. «Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.» Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου. «Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;» «Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια. Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του. «Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι. «Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…» Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι. «Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!» Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή. «Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς. «Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;» Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει. «Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι. «Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ. «Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς. Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή. «Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. «Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο. «Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ. «Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.» «Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;» «Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;» Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο. «Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει. «Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.» «Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.» Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι. «Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο. Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο. «Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε. Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε. Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του. «Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε. Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη. «Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε. «Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!» Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του. «Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.» Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι. Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει. «Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία. «Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ. Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα. «Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ» Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα. «Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.» Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος. «Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ. «Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά. Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ. «Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε. Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει. «Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!» Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του. «Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε. «Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!» «Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς. «Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του. «Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος. Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του. «Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.» Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας. «Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!» Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι. «Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος. «Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους. Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω. «Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας. «Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς. Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα. Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια. «Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.» Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά. Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια. «Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.» «Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.» Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους. Τέλος
  17. 7 points
    Καλησπέρα κι από μένα. Να πω την αλήθεια μου βρίσκω μια τρομερή πρόκληση και ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον στο να γράψω σάι φάι με ελληνικό φόντο. Το πρόβλημα της Ελλάδας, και είναι πρόβλημα σε όλα, είναι το κόμπλεξ που κουβαλάμε σαν λαός. Δυστυχώς χτίσαμε μια ταυτότητα σε σχέση με το πώς οι άλλοι μας όρισαν (αυτοί οι φιλέλληνες, που μεγάλωσαν στα παλάτζο και στα αναγεννησιακά διαβάζοντας πλάτωνα και αριστοτέλη, χωρίς να φταίνε φυσικά οι άνθρωποι). Αυτοί, λοιπόν, οι άλλοι οραματίστηκαν μια Ελλάδα όπως την διάβασαν και όπως την φαντάστηκαν χωρίς φυσικά να αναλογιστούν ότι εμείς εδώ όταν γίναμε κράτος δεν μιλούσαμε καλά καλά τα ελληνικά και παίζαμε κλαρίνα στα πανηγύρια (και μάλιστα πολύ ωραία κλαρίνα-θα σας ανεβάσω αύριο γιατί σήμερα δεν τα βρίσκω). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι είμαστε σαν τα κομπλεξικά παιδιά που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους. Και έτσι εξηγείται και όλο αυτό το χαχα με το ελληνικό σέτινγκ το οποίο, θεωρώ, περιέχει μια φοβερή σειρά τοπίων που μπορεί να τροφοδοτήσει με πολύ δυνατά σκηνικά μια οποιαδήποτε ιστορία φαντασίας. Μάλιστα οι μυθολογίες και οι θρησκείες των λαών έχουν άμεση σχέση με τα τοπία του τόπου τους. Νομίζω λοιπόν ότι εμείς γελάμε γιατί ακριβώς έχουμε αποκοπεί από τον τόπο μας. Και δεν είναι αυτό κάποια εθνικίζουσα φανφάρα (επουδενί!). Κάθε τόπος περιέχει ένα δικό του μοναδικό δέος. Εμείς, απλώς, δεν γνωρίζουμε το δικό μας.
  18. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: MadnJim Είδος: Fantasy Βία; Τα απαραίτητα Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 4717 με την εισαγωγή, 4499 χωρίς την εισαγωγή Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου στο WriteOff #91 Αρχείο: Η Ντουναχάσα φλέγεται.pdf ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ Η Ντουναχάσα φλέγεται
  19. 6 points
    Μολονότι θεωρώ ότι το θέμα έχει καλυφθεί, και με το παραπάνω, θα παραθέσω κάποια παραδείγματα κι εγώ, ελπίζοντας δεν ξέρω σε τι. 1. Φανταστείτε μία ιστορία, βαθιά ελληνική. Του Νεκρού Αδελφού, ας πούμε. Θα έστεκε σε αμερικάνικο σκηνικό; Σε ελληνικό σίγουρα ναι, αλλά σε αμερικάνικο; Τι θα λέγαμε, oh, mother with your nine sons and your one daughter; Προφανώς και όχι. Ακούγεται σαν meme από αυτά που κοροϊδεύουν τα αγγλικά των πολιτικών. Αλλά αν υποθέσουμε πως έχουμε τη Νόρα, και η Νόρα είναι μια νέγρα σκλάβα, και οι γιοι της έχουν πεθάνει και η κόρη της είναι μακριά. Και επισκέπτεται μια Μάμα, η Νόρα, που ζει κάπου στην άκρη του χωριού. Και πληρώνει τη Μάμα για να καλέσει τα πνεύματα των γιών της από τους νεκρούς, ή για να επικοινωνήσει με την κόρη της. Προσθέτεις όρκους που δεν τηρήθηκαν, προσθέτεις ό,τι γουστάρεις. Στέκει λίγο καλύτερα; 2. Φανταστείτε τώρα μία άλλη ιστορία, σε σκηνικό αμερικάνικο. Ας πούμε, 426 HEMI. Είναι μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Δεν έχουμε τον Μακόι όμως εδώ, παρά έναν άγριο τύπο με δράκοντες τατού και διακόσια πίρσινγκ, σκληρό, απάλευτο, να κοιμάται με την Μηχανή του στην κρεβατοκάμαρα επειδή καμιά γυναίκα δεν είναι αρκετή για να τον αντέξει. Τέτοιους έχουμε και εδώ θαρρώ. Και θα μπορούσα να του προσδώσω ένα σωρό χαρακτηριστικά κουσούρια ή χαρίσματα. Πίνει, σπάει, μπήγει κατσαβίδια στα μάτια αλλοδαπών. Ή, δείχνει σκληρός μα δακρύζει αν δει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ή είναι απλώς ένας τύπος που ερεθίζεται με μηχανές. Ώσπου χώνει ένα εξάρτημα στην Κουκλάρα του και η μοίρα του πηγαίνει κατά διαβόλου, επειδή το εξάρτημα είναι δαιμονικό. Ή δαιμονισμένο. Ή καταραμένο. Ή μαγεμένο. Ή ζωντανό. Ή ήταν άνθρωπος κάποτε. Ή ό,τι άλλο πλάσμα θες. Δεν μπορείς να κάνεις ακριβή μεταφορά κάποιων πραγμάτων. Όμως μπορείς να κάνεις ευφυείς παραλλαγές αν το προσπαθήσεις. Επειδή νομίζω ότι για αυτό μιλάμε. Όπως κάποιες λέξεις δεν μεταφράζονται ποτέ ακριβώς, κάποια λογοπαίγνια δεν έχουν αντίστοιχο σε κάθε γλώσσα και ούτω καθ' εξης. Μπορείς όμως να βρεις τί το αντίστοιχο υπάρχει στο setting που σε ενδιαφέρει. Και μάλιστα μπορείς να χρησιμοποιήσεις προς όφελός σου τις ιδιαιτερότητες που έχει κάθε setting για να μας δώσεις κάτι ξεχωριστό. Γράψε μία ιστορία για τη σπηλιά του Νταβέλη ας πούμε. Πάτα στη συνωμοσιολογία και την παραφιλολογία και χτίσε τα δικά σου από πάνω. Αν το χειριστείς σωστά ξέρεις τί ανατριχίλες μπορείς να ξεσηκώσεις; Μην γράψεις για καταραμένους μπλούζμεν που πούλησαν την ψυχή τους σε κάποιο σταυροδρόμι, γράψε για καταραμένους ρεμπέτες, που ήρθε ο σατανάς με τη μορφή ενός τρελού δερβίση και τους βρήκε ένα βράδυ στο τεκέ. Και βάλε μέσα ό,τι θέλεις, ξεριζωμό, παιδομαζώματα, μπουγιούμια και λοιπά σμυρνέικα ξόρκια. Γιατί όχι δηλαδή; Αν σηκώσουμε λίγο τα μάτια μας από το περιοριστικό "αυτό΄πάει εδώ, το άλλο πάει εκεί" θα ανακαλύψουμε ολόκληρους κόσμους έμπνευσης. Και θα είμαστε και πρωτότυποι. (Βασικά αυτό με τους ρεμπέτες έλεγα κι εγώ να το κάνω, κάποτε).
  20. 6 points
    Όνομα Συγγραφέα: Εμού του αιδοίου Είδος: Seems to be a horror story (or not) Βία; Λιγάκι (έχει dead pet, ενημερώνω) Σεξ; Μπα Αριθμός Λέξεων: 3338 με τον τίτλο Αυτοτελής; Σαφέστατα Σχόλια: Η ιστορία μου για τον 50ο διαγωνισμό Σύντομης ιστορίας με θέμα Γίγαντες Αρχείο: Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν.doc Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν.pdf
  21. 6 points
    Η πλάκα είναι ότι συζητάμε για "ρεαλισμό" του ελληνικού σέτινγκ σε σύγκριση με τα σέτινγκ των ΗΠΑ που είναι -σε μεγάλο βαθμό- μη ρεαλιστικά. Διότι στην πραγματικότητα, ούτε στις ΗΠΑ η γραφειοκρατία λειτουργεί ρολόι όπως βλέπουμε στις σειρές, ούτε οι πράκτορες της CIA είναι υπερκομάντος (κάτι γραφειοκράτες είναι), ούτε τα τεχνολογικά μέσα είναι τόσο υψηλά όσο μας παρουσιάζονται στην ποπ κουλτούρα, ούτε ο στρατός τους αποτελείται από εν δυνάμει ήρωες. Οι συγγραφείς και οι σεναριογράφοι των ΗΠΑ δεν διστάζουν να "ευλογήσουν τα γένια της χώρας τους" και να της κάνουν διαφήμιση. Συνήθως η διαφήμιση αυτή έχει τον χαρακτήρα μιας παραδοχής που εξυπηρετεί την πλοκή. Ωστόσο ακόμη κι έτσι, εξιδανικεύει την κατάσταση που επικρατεί σε σχέση με την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε πολλά αστυνομικά ή κατασκοπικά μυθιστορήματα από ΗΠΑ εμφανίζονται ακόμη και τεχνολογικά μέσα που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί, αλλά και άψογα συντονισμένες έρευνες που ξεφεύγουν από τα πλαίσια του ρεαλισμού. Ασφαλώς και δεν συνιστώ να γίνει το ίδιο στο ελληνικό σέτινγκ. Στα πλαίσια του ρεαλισμού, κάτι τέτοιο θα ήταν λάθος. Ωστόσο είναι λάθος και η λογική να πηγαίνουμε στο άλλο άκρο και να κλαιγόμαστε για το πόσο κατακαημένη είναι η Ελλαδίτσα μας. Όπως ο Αμερικάνος έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει στη μυθοπλασία του μια εξιδανικευμένη εικόνα της χώρας του, έτσι και ο Έλληνας οφείλει ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ να εντάξει το φανταστικό της παράδοσής του ή και αυτό που οραματίζεται ο ίδιος στην ελληνική πραγματικότητα. Αυτό θα πει να είναι κάποιος οραματιστής. Και όπως είπα παραπάνω, το 90% των μυθολογικών στοιχείων που εμφανίζονται στην αμερικάνικη μυθοπλασία είναι εισαγόμενα από την Ευρώπη και απ' όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
  22. 6 points
    Να ‘στε καλά βρε παιδιά, μου θυμίσατε τις παλιές, καλές(;) μέρες του φόρουμ και τον λόγο για τον οποίο δεν συμμετέχω όπως παλιά. Ας ρίξω κι εγώ την πετριά μου και παρακαλούνται οι mods να βάλουν link στα παλιά τόπικ για να μην ανοίξουν καινούργια. Επειδή με την fantasy και το horror έχω καλυφθεί (διαβάστε και την Βίλκα της Άννας ΜΑΣ όσοι έχετε –ακόμα– αντιρρήσεις), ας πάμε στην ΕΦ. Ιστορίες ΕΦ στην Ελλάδα; Ελλάδα ξέρουμε τι είναι. Τι είναι ΕΦ όμως; (Ανοίγει παλιό τόπικ και μαθαίνουμε ότι η ΕΦ δεν αφορά (και) το πιθανό μέλλον αλλά μόνον πολέμους στο διάστημα). Αν κάποιοι (αφελείς) διαβάζετε για το μέλλον (πιστεύοντας ότι διαβάζετε ΕΦ) θα έχετε παρατηρήσει ότι αρκετοί, μη σωβινιστές συγγραφείς, φαντάζονται ότι θα υπάρχει μια παγκόσμια κυβέρνηση, οπότε το setting μιας τέτοιας ιστορίας μπορεί να είναι ακόμα και η Γουαδελούπη. (αλλά η Ελλάδα αποκλείεται). Θέλετε κι άλλο ατράνταχτο επιχείρημα; Τι είναι ποιοτικό; Μα, αυτό που αρέσει στον περισσότερο κόσμο. Ανοίγει άλλο παλιό τόπικ και μας πείθει ΟΛΟΥΣ ότι η πλειοψηφία έχει –ΠΑΝΤΑ- δίκιο. Γι αυτό κι εγώ (που το μελέτησα) διαβάζω, βλέπω και ακούω, ΜΟΝΟ ότι έχει εγκρίνει η πλειοψηφία (Δημοκρατία δεν είναι αυτό;). Κάτι τελευταίο: Δεν έχετε αποδεχτεί ότι ζούμε στην εποχή της εικόνας και αντί να αλλάξατε τον τρόπο που σκέφτεστε έχετε μείνει κολλημένοι στον γραπτό λόγο. Ήρθε (ή μάλλον έχει περάσει πια) ή ώρα να εκσυγχρονιστείτε και να αλλάξετε το φόρουμ σε κάτι πιο κινηματογραφικό-τηλεοπτικό (με φωτογραφίες έστω). Τα διαγωνιζόμενα έργα (όχι αυτά τα παλιο-διηγήματα) θα πρέπει να είναι εικόνες με κείμενο και μουσική (τουλάχιστον), ή (ιδανικά) σε βίντεο. Υ.Γ. Τα βάζετε (σχεδόν) όλοι με τον Unicorn, δειλοί! Αν υπήρχε ακόμα εδώ ο Disco_Volante δεν θα τολμούσατε!
  23. 6 points
    Σας ευχαριστώ όλους για τον αναγνωστικό σας χρόνο και για τα τόσο τεκμηριωμένα σχόλιά σας. Έχετε δίκιο, είμαι λιγάκι σκουριασμένος, απορροφήθηκα για περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε με τα funny που παλεύω τελευταία και κάπου μάλλον άφησα αυτό το μονοπάτι να χορταριάσει και δυσκολεύτηκα να το βρω όπως τελικά αποδείχτηκε. Πράγματι, τώρα που την ξαναδιάβασα μετά από τόσες μέρες κατανοώ απολύτως τα σχόλιά σας και συμφωνώ μαζί σας. Όντως δεν φαίνεται καθαρά τι έγινε στο τέλος, ούτε η επιλογή μου να δώσω την ιστορία και το κίνητρο της μάγισσας μέσα από τραγούδι (μια επιλογή που έγινε καθαρά για εξοικονόμηση χώρου) ήταν η καλύτερη. Ήθελα να γίνει αντιπαθής ο πρωταγωνιστής μου ώστε να έλθει πιο φυσικά η τιμωρία του στο τέλος, αλλά προφανώς αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν κατάφερα να το περάσω και στο κείμενό μου. Όπως και να 'χει όμως, το απόλαυσα το παιχνίδι και σας ευχαριστώ όσους συμμετείχατε, είτε σαν συμπαίκτες, είτε ως διοργανωτής, είτε ως αναγνώστες. Μέχρι το επόμενο λοιπόν...
  24. 6 points
    Νεκρωταφίο ζώων Το βιβλίο το έχω από τότε που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Bell, και ούτε που θυμάμαι πόσες φορές πήγα να το ξεκινήσω αλλά τελικά το άφηνα για κάποιο άλλο βιβλίο (είτε του Κινγκ είτε κάποιου άλλου συγγραφέα). Τελικά αποφάσισα να το διαβάσω τώρα, με αφορμή κυρίως την ταινία που θα βγει σε λίγες εβδομάδες στους κινηματογράφους. Δεν ξέρω αν θα πάω να την δω (όπως και να'χει, πρώτα θα δω την ταινία του 1989), αλλά τουλάχιστον ήθελα να είμαι έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Λοιπόν, είναι το τεσσαρακοστό έβδομο βιβλίο του Βασιλιά που διαβάζω και σίγουρα είναι από τα καλύτερα βιβλία του που έχω διαβάσει. Αν δεν υπολογίσω τα βιβλία της σειράς του Μαύρου Πύργου, που όπως και να το κάνουμε είναι μια κατηγορία από μόνα τους, τότε το "Νεκρωταφίο ζώων" πιάνει άνετα μια θέση στην πρώτη δεκάδα με τα αγαπημένα μου έργα του συγγραφέα. Βέβαια, αυτό ήταν κάτι που περίμενα πριν καν το ξεκινήσω, με βάση τις κριτικές και την όλη φήμη του, αλλά χαίρομαι που το βιβλίο ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου τόσο απόλυτα. Ο Κινγκ προσφέρει απλόχερα όλα όσα μας έχει συνηθίσει: Μια δυνατή πλοκή που κρατάει το ενδιαφέρον σου από την αρχή μέχρι το τέλος, εξαιρετικά σκιαγραφημένους χαρακτήρες για τους οποίους ενδιαφέρεσαι και δένεσαι μαζί τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μια ανατριχιαστική σε σημεία ατμόσφαιρα που σε κρατάει στην τσίτα, και κάποιες έντονες σκηνές τρόμου και ανατριχίλας, που μένουν στο μυαλό σου αρκετό καιρό μετά το τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου. Και όλα αυτά είναι δοσμένα με γλαφυρό και έντονο τρόπο, χάρη στην απίστευτη γραφή, που είναι τόσο μα τόσο εθιστική και οξυδερκής, με ζωντανές περιγραφές και πολύ φυσικούς διαλόγους. Γενικά, ο τρόμος του βιβλίου δεν είναι ακριβώς αυτό που θα σε κάνει να κατουρηθείς πάνω σου, όμως είναι ύπουλος και σε κρατάει σε μια υπερδιέγερση. Και οφείλω να πω ότι χθες το βράδυ είδα ένα όνειρο σχετικά με την πλοκή του βιβλίου και δυο χαρακτήρες του, κάτι που σπάνιες φορές μου έχει συμβεί! Δεν ήταν εφιάλτης βέβαια, αλλά είχε μια κάποια ένταση. Όπως και να 'χει, η ανάγνωση του βιβλίου ήταν μια απίστευτα ψυχαγωγική και απολαυστική εμπειρία. Και μπορεί σε σημεία ο Κινγκ να φλυαρεί λίγο παραπάνω, αλλά αυτή η φλυαρία του είναι τόσο μα τόσο καλοδεχούμενη για μένα... 9.5/10
  25. 6 points
    Να, ανέβασα κι εγώ. Λίγο βιαστικό, λίγο χωρίς διορθώσεις, αλλά το έγραψα, το απόλαυσα περισσότερο απ' όσο φανταζόμουν και, γενικά, με πήγε μόνο του. Τα Σκυλιά του Στάιερμαρκ
This leaderboard is set to Athens/GMT+02:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..