Jump to content

Leaderboard

  1. elgalla

    elgalla

    Moderators


    • Points

      6,391

    • Content Count

      2,972


  2. WILLIAM

    WILLIAM

    Members


    • Points

      5,674

    • Content Count

      4,378


  3. Ιρμάντα

    Ιρμάντα

    Moderators


    • Points

      5,188

    • Content Count

      3,249


  4. Cassandra Gotha

    Cassandra Gotha

    Members


    • Points

      4,743

    • Content Count

      4,857



Popular Content

Showing content with the highest reputation since 08/11/2012 in all areas

  1. 23 points
    Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις mamaya και την ομάδα Άρπη σε λίγες μέρες (θα είμαστε στο ΦantastiCon! ) και έχει τίτλο «Η Βίλκα».
  2. 22 points
    Μια από τις πιο τρομερές κουβέντες που έχω ακούσει ποτέ από συγγραφέα είναι και η πιο ακατανόητη: «δε διορθώνω τα κείμενά μου, γιατί χάνεται έτσι το feeling της στιγμής». Ακατανόητη σας λέω, απλά ακατανόητη. Πώς είναι δυνατόν –εφόσον δεν γράφεις αυτόματη γραφή, stream of consciousness και άλλα τέτοια φιλοσοφικο-ψυχεδελικά– να γράψεις κάτι χωρίς να το διορθώσεις; Πώς είναι δυνατόν να πετύχεις ένα κείμενο με τη μία, ειδικά εφόσον μιλάμε για πεζογραφήματα εκατοντάδων σελίδων; Πώς είναι δυνατόν –και συγνώμη κιόλας, αλλά αυτό πάει συνήθως πακέτο– να διαμαρτύρεσαι μετά, όταν σου λένε οι αναγνώστες σου ότι το κείμενό σου είναι αδύναμο και δεν σέβεται τον χρόνο και το χρήμα του αναγνώστη του; Οι διορθώσεις, για μένα, δεν τελειώνουν ποτέ. Ξεκινούν από την πρώτη στιγμή της γραφής (όταν ξαναγυρίζω επιτόπου να δω αν έχω κάνει τυπογραφικά), συνεχίζονται όταν τελειώνει η πρώτη γραφή (το περίφημο αγγλικό first draft, οπότε και ξαναγυρίζω για να δω αν αυτά που έγραφα στην αρχή συνάδουν με αυτά που έγραψα στο τέλος), κορυφώνονται όταν δώσω το κείμενο σε επιλεγμένους φίλους ή γνωστούς για να μου πουν τη γνώμη τους, και… Γουέλ, τι σας είπα; Δεν τελειώνουν ποτέ. Τελειώνει μόνο η υπομονή που έχει κανείς με ένα κείμενο. Σε 2-3 χρόνια, αν ακόμα βρίσκεται καταχωνιασμένο σε κάποιο συρτάρι, θα ξαναβρεθεί η υπομονή να το ξαναδιορθώσουμε. ΚΑΙ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΤΕΡΑΤΑ! Standard Disclaimer: όλα όσα ακολουθούν δεν είναι τυφλοσούρτης. Καλείστε πριν τα εφαρμόσετε, να τα σκεφτείτε καλά και να πειραματιστείτε μαζί τους. Επίσης, και πάαααρα πολύ σημαντικό, μην ξεχνάτε ποτέ ότι αυτή είναι η προσωπική μου γνώμη, για την οποία α) διατηρώ το δικαίωμα να την αλλάξω στην πορεία της συζήτησης (εφόσον κάποιος φέρει τα κατάλληλα επιχειρήματα) και β) μπορεί να μην εξυπηρετεί τις δικές σας ανάγκες και τη δική σας ιδιοσυγκρασία. You have been warned. 12 προσεγγίσεις στο καυτό θέμα «διορθώσεις/beta-readers» 1. Γιατί να διορθώσω; Είπε κάποτε ο πολύς Χεμινγουαίη: I rewrote the ending to 'Farewell to Arms,' the last page of it, thirty-nine times before I was satisfied. Εκείνος το έκανε, διόρθωνε. Αυτή τη ρημάδα τη σελίδα, 39 φορές την έγραψε. Εσύ όμως, γιατί να διορθώσεις; Πρώτον και σπουδαιότερον, γιατί είσαι άνθρωπος. Και άνθρωπος σημαίνει «κάνω λάθη». Κι αν κάνεις λάθη, γιατί πρέπει να τα αφήσεις εκεί; Γιατί να μην τα διορθώσεις; Γιατί να αδιαφορήσεις τόσο εμφανώς για κάτι που υποτίθεται πως είναι η εσωτερική φωνή σου, η αγωνία κι η αναζήτησή σου περασμένη στο χαρτί; Κακά τα ψέματα, κανείς ποτέ δεν πέτυχε αυτό που είχε στο μυαλό του με τη μία. Πώς είναι δυνατόν; Τόσο τα μεγάλα, όσο και τα μικρά κείμενα, χρειάζονται πάντα κάποιου είδους ρετούς. Τα μεγάλα κείμενα, επειδή είναι μεγάλα, κι όσο να φτάσεις στο τέλος τους, έχεις αλλάξει γνώμη ή έχεις βρει κάτι πιο ενδιαφέρον και πιο ταιριαστό σ’ αυτό που θες να πεις και πρέπει να γυρίσεις και να κάνεις πιο ταιριαστή και την αρχή. Και τα μικρά κείμενα, γιατί η μικρή φόρμα είναι πολύ δύσκολο να περιέχει όλα όσα θέλεις να πεις με την πρώτη φορά που θα τα γράψεις, μιας και η απαιτούμενη οικονομία στις λέξεις και η περιεκτικότητα σε νοήματα ανά λεκτικό σχήμα πρέπει να είναι υψηλότατες. Γενικά, όμως, ο κύριος λόγος για να διορθώσεις είναι ένας και μοναδικός: γιατί σέβεσαι το κείμενό σου, είτε το διαβάσουν άλλοι, είτε όχι. Ένα μικρό παιδί που κυκλοφορεί βρώμικο, ξυπόλυτο, αχτένιστο και με τις μύξες να κρέμονται, δεν είναι καλό δείγμα για την αγάπη των γονιών του, είτε το βλέπει κάποιος είτε όχι. 2. Γιατί να προσέξω τους χαρακτήρες; Για πολλούς αναγνώστες, άσχετα αν ισχύει αυτό ή όχι, ο ήρωας είναι η προσωποποίηση του ίδιου του συγγραφέα. Πολλοί διαβάζουν ένα βιβλίο κι όταν συναντούν τον συγγραφέα του, αντί να δουν τον ταλαιπωρημένο από την day job ιδιωτικό υπάλληλο και πατέρα τριών παιδιών, περιμένουν να δουν τον Βίκινγκ με τα μούσια. Αυτός δεν είναι απαραίτητα λόγος για να προσέξεις και να διορθώσεις τους χαρακτήρες των ηρώων σου, τις πράξεις και τις σκέψεις τους και τη συνέπεια αυτών των πράξεων και σκέψεων σε όλο το μήκος του κειμένου. Αλλά είναι ένα σημείο απ’ όπου μπορείς να ξεκινήσεις για να καταλάβεις το εξής πολύ σημαντικό: ο ήρωάς σου είναι το όχημα με το οποίο ο αναγνώστης σου θα ταξιδέψει στον κόσμο σου. Αν το όχημα αυτό έχει το παραμικρό ελάττωμα, ο αναγνώστης, ως άλλη πριγκίπισσα που κοιμάται πάνω στο μπιζέλι, θα το νιώσει και θα χαλαστεί. Κι όταν ο αναγνώστης χαλιέται, αρχίζει τη γκρίνια κι η γκρίνια είναι ένας καλός λόγος για να σταματήσει κάποιος να διαβάζει ένα βιβλίο. Το θέλουμε αυτό; Όχι. Άρα, πρέπει να είμαστε διπλά και τριπλά προσεκτικοί, ειδικά με τους ήρωές μας. Και αυτό αφορά όχι μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις, την αγάπη ή το μίσος που έχουν ο ένας για τον άλλο, τα κίνητρά τους, ακόμα-ακόμα, αν θες, και την εξωτερική τους εμφάνιση ή το όνομά τους*: γύρνα και διόρθωσε, ώστε όλα στο τέλος να βγάζουν ένα νόημα, το νόημα που θες. 3. Γιατί να προσέξω το περιβάλλον; Ομοίως με τον χαρακτήρα, αλλά από άλλη σκοπιά. Ο κόσμος που έχεις πλάσει είναι φτιαγμένος για να βολτάρουν μέσα του οι χαρακτήρες σου. Όσο πιο οικείος και στρωτά γραμμένος είναι, τόσο ευκολότερα ο αναγνώστης θα ακολουθήσει την πλοκή και τα πάθη των ηρώων σου, χωρίς να στέκεται κάθε τόσο για να ξεδιαλύνει το ένα ή το άλλο προβληματικό σημείο της κοσμοπλασίας σου. Και μια καλή ιστορία είναι αυτό που ζητάμε, τελικά. Αν ξεκινάς ένα κείμενο περιγράφοντας το Στόουνχεντζ και τις ομίχλες της Άβαλον και μετά μιλάς για τα λιόδεντρα και τα ψαροκάικα, κάθε πρωί που κίναγα να πάω στη δουλειά, ε, είναι λογικό να μπερδευτεί ο καημένος ο αναγνώστης σου, να μην ξέρει πού βρίσκεται και πού τον οδηγείς. Στρώσου και διόρθωσε, να μας δει ο Θεός και να μην πετιόμαστε εκτός πλοκής κάθε πέντε γραμμές. 4. Γιατί να προσέξω τη συνέχεια των σκηνών; Μα θέλει και ρώτημα; Τι σόι ιστορία διηγείσαι, που να μην έχει μια στρωτή ροή, έναν σωστό αφηγηματικό ρυθμό; Αν μάλιστα συνηθίζεις, όπως εγώ, να γράφεις τις σκηνές ανακατεμένες, εκτός χρονολογικής σειράς, πολλές φορές θα τύχει να στριμώξεις έτσι τα πράγματα, ώστε τελικά η αφηγηματική ροή να σκοντάφτει και να κωλυσιεργεί χωρίς λόγο. Τρανταχτό παράδειγμα, που πολλές φορές έχω συναντήσει –και έχω κάνει κι η ίδια, δεν είναι να κρυβόμαστε, αλίμονο–: ξεκινάς με τη σκηνή όπου ο ήρωας μιλάει με τον γερο-σοφό και παίρνει κάποιες πληροφορίες για την αναζήτηση του. Επόμενη σκηνή, η ηρωίδα συναντάει την γρια-μάγισσα κι εκείνη της δίνει συμβουλές και οδηγίες. Επόμενη σκηνή, ξυλίκι με ληστές. Επόμενη σκηνή, κι άλλο ξυλίκι με επίδοξους βιαστές της αγνής παρθένου. Το βλέπεις πώς σκοντάφτει η ροή; Ο αναγνώστης είναι αναγκασμένος να διαβάσει αρχικά δύο φορές το ίδιο πράγμα (κι ας μαθαίνει διαφορετικά πράγματα από τον γερο-σοφό και διαφορετικά από την γριά μάγισσα) κι ύστερα από τις δύο ήρεμες και γαλήνιες και υπερπλήρεις πληροφοριών σκηνές πρέπει να πέσει με τα μούτρα στη δράση και το ξύλο επί δύο. Φυσικά το παράδειγμα είναι χονδροειδώς απλοποιημένο. Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει: πολλές φορές παραβλέπουμε τη θεατρικότητα που πρέπει να βγάζει ένα κείμενο ώστε να είναι εύπεπτο και ευκολοδιάβαστο, να γίνει αυτό που λέμε page turner, πάνω στη μανία και τον ενθουσιασμό μας να ολοκληρώσουμε την ιστορία που έχουμε στο μυαλό μας. Οι διορθώσεις επί της σειράς –και όχι μόνο– των σκηνών θα μας φέρουν πιο κοντά στο θεατρικό πρότυπο: εισαγωγή, πράξεις, κορύφωση, επίλογος. 5. Γιατί να ελέγξω μέγεθος παραγράφων και χωρισμό κεφαλαίων; Κάτι που βλέπω πολύ συχνά να μην κατανοεί ο κόσμος που γράφει, είναι η χρήση της παραγράφου. Μια παράγραφος, όπως και ένα κεφάλαιο, θα πρέπει να αποτελεί μικρογραφία έκθεσης: πρέπει να έχει εισαγωγή (την πρώτη φράση), σώμα (όπου αναλύεται το θέμα που την αφορά) και επίλογο (η επιλεγόμενη και κατακλείδα). Αν μια παράγραφος δεν έχει αυτή τη βασική δομή, πρέπει α) να πλαισιώνει διάλογο ή β) είναι κάτι πρωτοποριακά γραμμένο, που να βγάζει μάτι. 27 σελίδες παράγραφος, ας πούμε, όπως μου είπαν ότι είδαν σε κάποιο σύγχρονο ελληνικό κείμενο, είναι σίγουρα εξτραβαγκάν, αλλά επίσης σίγουρα κάτι που ΔΕΝ το κάνεις και συνέχεια. Μια αλλαγή παραγράφου, εντέλει, είναι ο τρόπος του αναγνώστη σου να πάρει μια ανάσα. Όσο πιο μεγάλες οι παράγραφοι, τόσο χειρότερα, τόσο πιο δύσκολα του επιτρέπεις –και στον αναγνώστη, και στο κείμενό σου το ίδιο– να αναπνέει. Το αυτό ισχύει και για τα κεφάλαια, απλά σε μεγαλύτερη κλίμακα. Εδώ, η επιλογή του μεγέθους ενός κεφαλαίου είναι καθαρά δική σου υπόθεση κι επιλογή, όμως το σημείο που πρέπει να κοπούν είναι θέμα ροής και ρυθμού. Έλεγξε στο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο πέρασμα (αν δεν το έχεις ήδη κάνει όταν σχεδίαζες τον σκελετό του βιβλίου σου), ότι τα κεφάλαιά σου έχουν αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει εσωτερική κορύφωση σε κάθε ένα τους κι ότι το κλείσιμό τους μας προτρέπει να διαβάσουμε παρακάτω. 6. Γιατί να προσέξω ορθο/τυπο-γραφικά και συντακτικά λάθη; Για τρεις κυρίως λόγους και θα τους αναφέρω περιληπτικά: πρώτον, γιατί αν θες να λέγεσαι λογοτέχνης, πρέπει να ξέρεις να χρησιμοποιείς τον λόγο από μόνος σου, χωρίς να σε βοηθάει κανένας άλλος, δεύτερον, γιατί ό,τι παρατάς στην τύχη του δείχνει ασέβεια και προς τον αναγνώστη, και προς το ίδιο το κείμενο, και τρίτον, διότι όπως έχω πει και παλιότερα κι όπως θα σου πει ο πάσα εις που ασχολείται με τον εκδοτικό χώρο, ανορθόγραφα και απεριποίητα κείμενα δεν απασχολούν τους αναγνώστες των εκδοτικών οίκων για περισσότερες από δύο παραγράφους, και κατόπιν πετιόνται στον κάλαθο των αχρήστων. Χοντρικά και με μία λέξη: σεβασμός, ρε φίλε. Και κάτι που θα το ξεχνούσα: ειδικά στο δικό μας το σινάφι, που τα ονόματα πολλές φορές δεν τα πιάνει ο αυτόματος διορθωτή του word, μια έξτρα ματιά ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Έπιασα τον εαυτό μου άπειρες φορές να αναστρέφει γράμματα σε φανταστικά ονόματα, είτε από ταχύτητα στην πληκτρολόγηση (Τιγκμαγκίρ-Τιγκαμγκίρ), είτε επειδή από ένα σημείο κι ύστερα συνειδητοποίησα πως το ανεστραμμένο είναι πιο εύηχο (Αραχζαντά-Αραζχαντά). 7. Γιατί να ζητήσω τη γνώμη κάποιου; Τώρα μπαίνουμε στα βαθιά. Ζητάμε τη γνώμη των άλλων για έναν κυρίως λόγο: γιατί η κουκουβάγια πάντα θα βλέπει το παιδί της ομορφότερο απ’ όλα. Όσο όμορφα κι αν νομίζω ότι είναι αυτά που έγραψα, όσο καλογραμμένα ή προοικονομημένα ή περιγραμμένα ή κορυφωμένα, πάντα ένα δεύτερο μάτι θα δει αυτό που εγώ, όντας μέσα στο κείμενο, γνωρίζοντας τι θέλω να πω, θα αμελήσω να το πω με τρόπο κατανοητό. Ακόμα κι αν έχω προσχεδιάσει έναν χαρακτήρα, μπορεί να βρεθεί μια στιγμή (μία και μόνο αρκεί να καταστρέψει όλη τη δουλειά μου), που ο χαρακτήρας αυτός να φαλτσάρει. Να πάψει να φοβάται τα ύψη, π.χ. ή να φάει κρέας ενώ είναι αυστηρά βίγκαν. Κι αυτό να γίνει γιατί η σκηνή που περιγράφω αφορά κάτι άλλο, θέλω αλλού να δώσω βάρος κι αυτό το ένα ρημάδι να μου ξεφύγει. Φυσικά, δεν είναι μόνο γι’ αυτά τα γλιστρήματα απαραίτητη η ξένη ματιά. Πολλές φορές, ο ξένος, αυτός που διαβάζει πρώτη φορά την εξέλιξη μιας ιστορίας, θα εντοπίσει προβλήματα και στην ίδια την πλοκή ή ανακολουθίες, που στα δικά μας μάτια φαντάζουν ασήμαντες. Εμπιστέψου την ξένη ματιά. 8. Γιατί να έχω δύο+ beta readers; Προσωπικά, προτιμώ να έχω περισσότερους, αλλά δύο είναι το μίνιμουμ νούμερο που μπορώ να σκεφτώ. Όχι μόνο θα έχεις δύο γνώμες που θα σου επιβεβαιώσουν ότι αυτό το συγκεκριμένο σημείο του κειμένου είναι όντως προβληματικό, αλλά θα σου παρέχουν –και συγχωρέστε μου τη χυδαιότητα– δύο διαφορετικής γωνίας διείσδυσης ματιές στο κείμενό σου. Άλλα βλέπει ο ένας κι άλλα ο άλλος. 9. Γιατί να ζητήσω τη γνώμη αυτού κι όχι εκείνου του γνωστού; Η επιλογή της ξένης ματιάς, ποιον θα διαλέξεις να διαβάσει το κείμενό σου, είναι πολύ σημαντική. Δε θα σε βοηθήσει κάποιος που δεν είναι ειλικρινής μαζί σου. Δε θα σε βοηθήσει κάποιος που διαβάζει μόνο για να διασκεδάσει. Δε θα σε βοηθήσει κάποιος που σε αγαπάει πολύ, τόσο πολύ που να φοβάται να σε πληγώσει. Και δε μπορώ να σε βοηθήσω εγώ να βρεις έναν τέτοιον άνθρωπο, που να μπορεί να σε βοηθήσει η δική του οπτική γωνία. Όπως πολλά από τα πράγματα που σχετίζονται με τη συγγραφή, είναι κάτι που πρέπει να το αποφασίσεις μόνος/η σου. Αυτό που μπορώ να σου πω όμως, με κάθε ειλικρίνεια, είναι ότι κάθε κείμενο πρέπει να δοκιμάζεται και από ανθρώπους που θα μπορέσουν να το κρίνουν σε σημεία που σε ανησυχούν. Π.χ. αν έχει περιγραφές μηχανών και δεν σκαμπάζεις γρι, όπως εγώ, βρες καλού κακού έναν μηχανικό που να μπορέσει να σου πει ότι αυτό κι εκείνο το σημείο αντιτίθενται στους νόμους της φυσικής, ώστε να διορθωθείς. Και μετά βρες έναν που να μην είναι μηχανικός, να μη σκαμπάζει γρι, όπως εγώ, και δώσ’ του το κείμενο και πες του: «κατάλαβες τι γράφω εδώ; Θεωρείς ότι αξίζει τον κόπο να τα πω όλα αυτά για να προωθήσω την πλοκή; Βαριέσαι και μόνο στην ιδέα;» 10. Γιατί να ακολουθήσω εκείνη ή την άλλη ή καμία υπόδειξη; Η μαγική φράση είναι «γιατί νιώθω πως πρέπει». Κακά τα ψέματα, ακόμα κι ο πιο επηρμένος και αυτολατρευόμενος συγγραφέας μπορεί να καταλάβει πότε ο beta reader του λέει κάτι που ισχύει και πότε η παρατήρηση είναι προϊόν ανειλικρίνειας, ξερολίας ή απλά και μόνο βλάβης εγκεφαλικής. Όσα κι αν σου πουν, το κείμενο τελικά είναι δικό σου, οι διορθώσεις είναι δικές σου επιλογές. Εσύ θα χρεωθείς και τα καλά, και τα κακά του. Θέλουμε από σένα κάτι δικό σου, κάτι που κι εσύ ο ίδιος αναγνωρίζεις πως χρειάστηκε δουλειά και που ήσουν διατεθειμένος να την κάνεις. Από την άλλη, είναι και μερικά πράγματα που απλά και μόνο δεν μπορούν να γίνουν, όπως π.χ. να δεχτείς κάθε μια παρατήρηση που θα σου γίνει από τους αναγνώστες σου ως σωστή. Τότε το κείμενο δε θα είναι δικό σου, θα είναι της ολομέλειας, που λέει κι ο Αρκάς. Κι εφόσον τη δική σου υπογραφή θα έχει από κάτω, εφόσον εσύ επέλεξες να το καραγκιοζέψεις έτσι, εσύ θα χρεωθείς και την αποτυχία του, κι αντί για ένα παιδί ανθρώπινο, με όλα του τα καλά και τα κακά, θα μας δώσεις ένα τέρας του Φρανκενστάιν. 11. Γιατί να τυπώσω; Ακόμα κι αν η οθόνη του υπολογιστή σου έχει ευκρίνεια πέραν της κανονικής, το ανθρώπινο μάτι είναι εκπαιδευμένο να δέχεται ανακλώμενο φως κι όχι εκπεμπόμενο. Ακόμα κι αν χρησιμοποιείς e-reader από την πρώτη μέρα που εφευρέθηκαν, έμαθες να διαβάζεις σε χαρτί. Υπάρχει κάτι το υπερβατικό στην αίσθηση του χαρτιού, κάνει το κείμενο απτό, του δίνει υλική υπόσταση. Αυτό λειτουργεί ακόμα και υποσυνείδητα, κατά βάθος δε θεωρούμε «πραγματικό», απτό, υλικό, το ηλεκτρονικό κείμενο. Γι’ αυτό, το τελευταίο χέρι των διορθώσεών μου, μετά από όλων των ειδών τις διορθώσεις που μπορούν να γίνουν σε ένα κείμενο, εγώ προσωπικά το κάνω σε τυπωμένο αντίτυπο. Προτιμώ 12άρια ή 13άρια γράμματα, για να βλέπω πιο καθαρά και τις μικρές λεπτομέρειες (τελείες που λείπουν, λάθος τόνοι, τυπογραφικά), και πλατιά περιθώρια, ώστε να κάνω τις σημειώσεις μου αν χρειαστεί. Πιστέψτε με, αυτό το τελευταίο χάρτινο γυάλισμα έχει σώσει κόσμο και κοσμάκη από πατατούλες μεγέθους καρπουζιού.** 12. Οπότε, γιατί να διορθώσω; Γιατί, πώς να το κάνουμε, δεν είσαι καλύτερος συγγραφέας από τον Χεμινγουαίη. Τελεία και παύλα. *Υπάρχουν δύο τυπωμένα βιβλία ελληνικού φανταστικού, στα οποία ένας από τους ήρωες αλλάζει όνομα στο μέσο της πλοκής, (π.χ. Κώστας-Χρήστος) και το καταλαβαίνεις ότι είναι το ίδιο άτομο από την περιγραφή του και μόνο. Εντάξει, πόσο πιο τεμπέλης να είναι ένας συγγραφέας; **Και για όσους σκέφτονται σοβαρά το θέμα της ανακύκλωσης, όπως εγώ, ποτέ δεν τυπώνω μόνο από τη μία πλευρά της σελίδας? κι αν το κάνω, τότε την κρατάω για να τη χρησιμοποιήσω ως scrap paper. Φυσικά, όταν και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούνται, ανακυκλώνω ή κρατάω το χαρτί για χαρτοκατασκευές. Προηγούμενα θέματα: α) 12 πράγματα που χρειάζεσαι για να ξεκινήσεις να γράφεις β) 12 τρόποι να προσεγγίσεις μια ιδέα γ) 12 τρόποι να προσεγγίσεις την κοσμοπλασία σου δ) 12 πράγματα που πρέπει να ξέρεις για τον ήρωά σου ε) 12 τρόποι προσέγγισης της πλοκής ς) 12 λόγοι επιλογής ή απόρριψης της οπτικής γωνίας ζ) 12 σημεία όπου τα κλισέ πρέπει να αποφευχθούν πάση θυσία η) 12 τρόποι να ζωντανέψεις το γραπτό σου θ) 12 ελαττώματα στο χαρακτήρα ενός συγγραφέα ι) 12 πράγματα που μπορείς να εκμεταλλευτείς για να κάνεις τη συγγραφική ζωή σου εύκολη
  3. 20 points
    Κυρίες και κύριοι, είμαι πραγματικά περήφανος, και συγκινημένος (δεν κάνω πλάκα), να σας αναγγείλω ότι το όνειρο πολλών χρόνων επιτέλους έγινε πραγματικότητα. Το πρώτο βιβλίο μου και πρώτο των Χρονικών είναι πλέον εκεί έξω. Από την πλατφόρμα smashwords λοιπόν κυκλοφορεί (σε κάμποσα φορμάτ για όλα τα γούστα): Οι Ιππότες Του Όρκου, Τα Χρονικά Της Έρεμορ, Βιβλίο Πρώτο.
  4. 20 points
    Show vs. tell Ως συγγραφείς, μας το επισημαίνουν ξανά και ξανά. Ως μέλη του φόρουμ, το έχουμε συζητήσει κάμποσες φορές ως τώρα. Ως αναγνώστες, το απαιτούμε. Τι ακριβώς όμως σημαίνει, αυτό το περίφημο Δείξ’το μας και Μην Μας Το Λες; Είναι πραγματικά εφικτό; Είναι πάντα επιθυμητό; Υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε πότε χρειάζεται και πότε όχι; Πριν αποφασίσουμε αν πρέπει πάντα μα πάντα να προτιμάμε το show από το tell, σαν το δρόμο της αρετής έναντι του δρόμου της κακίας ένα πράγμα, καλά θα κάνουμε να ξεχωρίσουμε τι σημαίνει show και τι tell. Διαφορετικά δύσκολα θα βγάλουμε άκρη. Το να λες, σημαίνει να λες ότι ο ήρωάς σου είναι ψηλός, κοντός, άσηχμος, θυμωμένος, πανευτυχής, πεσμένος στα πατώματα ή ανεβασμένος στους επτά ουρανούς. Ο Γιάννης ήταν πανύψηλος. Η Ελένη ήταν πανευτυχής με την πρόσληψη της κόρης της. Ο Ιούλιος είχε πέσει σε κατάθλιψη μετά το χωρισμό του με την Έλλη. Το να δείχνεις σημαίνει να δίνεις μία περιγραφή, μία εικόνα, ένα αίσθημα που να γεννά μέσα στο νου του αναγνώστη σου το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, ο Γιάννης χρειαζόταν να σκύβει για να μην χτυπήσει το κεφάλι του στο καφασωτό της πόρτας (=ψηλός). Η Ελένη έκανε τραπέζι στους συγγενείς της εκείνη την Κυριακή, για να ανακοινώσει τα νέα της πρόσληψης της μονάκριβης κόρης της (=πανευτυχής). Αφότου χώρισε, ο Ιούλιος σπάνια έβγαινε πια: κοιτούσε και ξανακοιτούσε παλιές φωτογραφίες της Έλλης, άκουγε τα τραγούδια τους, κάποιες φορές τον έπαιρνε ο ύπνος αγκαλιά με το μπουκάλι της μπύρας. Άδεια κουτιά πίτσας είχαν σωρευτεί στις γωνιές του δωματίου και τα ρούχα του ανέδιδαν μία μυρωδιά ξινίλας, απλυσιάς και αυτολύπησης (=κατάθλιψη). Είναι εφικτό; Βλέπουμε παραπάνω πως ο συγγραφέας μπορεί να επιστρατεύσει εικόνες, ήχους, μυρωδιές, να απευθυνθεί κοντολογίς και στις πέντε αισθήσεις του αναγνώστη του, προκειμένου να χτίσει απτό και ορατό αυτό που θέλει να δείξει και να μην το πει. Εδώ ανασύρει ουσιαστικά από τα πρότυπα και τις συμβάσεις που έχει ο κάθε ένας από μας στο μυαλό του (με μία διαδικασία γνωστή στη δημιουργική γραφή ως evocation, επίκληση δλδ. των όσων ήδη υπάρχουν αποθηκευμένα στις μνήμες και τις γνώσεις μας.). Οικογενειακό γεύμα σημαίνει γιορτή, για τους περισσότερους ανθρώπους. Άδεια κουτιά πίτσας και απλυσιά σημαίνουν κατάθλιψη. Συχνά διαβάζουμε πως έχουμε show όταν μπορούμε να φανταστούμε την περιγραφόμενη σκηνή, σαν να μας την προβάλλει μία κάμερα. Στο tell εκείνο που κάνουμε είναι να καταγράφουμε την πληροφορία. Στο show τραβάμε την αυλαία και ο αναγνώστης γίνεται μέτοχος (ή πάντως, άμεσος θεατής) στη σκηνή. Ο Άντον Τσέχωφ έγραφε: μην μου λες ότι το φεγγάρι λάμπει. Δείξε μου το καθρέφτισμά του σε ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί. Είναι ένα καλό παράδειγμα αυτό. Μην δείχνεις το δάσος, αλλά τη δροσερή σκιά των δέντρων και τη μυρωδιά των φυλλωμάτων. Μην λες ότι κάνει ζέστη, δείξε μας πόσο ίδρωσε ο ήρωάς σου. Μην λες πως τρόμαξες, πες μας πώς χτυπούν τα δόντια σου και πώς τινάζεσαι στο άκουσμα ακόμη και του πιο απαλού θροϊσματος. Μπορείτε να σκεφτείτε ένα πλήθος ανάλογων παραδειγμάτων. Είναι πάντα επιθυμητό; -Ο Γιάννης ήταν μοναχικός άνθρωπος. -Ο Γιάννης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του κλεισμένος στο σπίτι. Είχε λίγους συγγγενείς, ακόμη λιγότερους φίλους και δεν ενδιαφερόταν για κανένα, όπως και κανείς δεν νοιαζόταν για αυτόν πραγματικά. Είχε τα βιβλίά του, τις ταινίες του, είχε και κάποιες αναμνήσεις. Δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. -Η Μαρία ήταν ελκυστική γυναίκα -Κάθε φορά που έβγαινε, η Μαρία τραβούσε πάνω της τα βλέμματα των ανδρών. Όπως και αν ήταν ντυμένη, βαμμένη ή άβαφη, μόνη της ή με παρέα. Η κίνησή της είχε μία ποιότητα χορευτική, σαν συγχρονισμένη με μια μυστική μελωδία. -Έκανε κρύο. Το χιόνι σκέπαζε τους δρόμους. -Ο Κώστας σήκωσε το γιακά ως πάνω από τη μύτη του. Η αναπνοή του άχνιζε. Στο δρόμο, το χιόνι άστραφτε εκτυφλωτικά στον χειμωνιάτικο ήλιο. Τι παρατηρούμε και στα τρία αυτά παραδείγματα; Το show ενδέχεται να εγκυμονεί τον κίνδυνο της πολυλογίας. Δλδ, εκείνο που θα μπορούσε να γίνει κατανοητό με μία πρόταση μόνο, τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τρεις και τέσσερις προτάσεις για να το πούμε. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μειονέκτημα που έχει το show έναντι του tell. Το show έχει την τάση να γίνεται πιο πολυλογάδικο. Πολλοί δάσκαλοι δημιουργικής γραφής (και φιλόλογοι) διδάσκουν ότι πρέπει να αποφεύγουμε το υπερβολικό tell. Είναι σωστό, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ένα κείμενο ολόκληρο γραμμένο δείχνοντας και όχι λέγοντας, ένα διήγημα, μια νουβέλα, ένα μυθιστόρημα, θα καταλήξουμε σε ένα υπερβολικά περιγραφικό και φορτωμένο λεπτομέρειες κομμάτι. Ένα κομμάτι όπου δεν θα ξεχωρίζουν τα σημαντικά από τα ασήμαντα. Ένα κείμενο όπου θα λείπουν οι γκρίζες φωτοσκιάσεις και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μυρωδιές, ήχοι, χρώματα, γλώσσα του σώματος, γκριμάτσες, χειρονομίες, μεταφορές. Ό,τι είχαμε στατολογήσει υπέρ μας, μπορεί εξίσου εύκολα να γίνει εχθρός. Το διαρκές show γίνεται κουραστικό στον αναγνώστη, ακόμη και εξουθενωτικό. Υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε πότε χρειάζεται show και πότε όχι; Αν χρειάζεται να δώσουμε κάποιες πληροφοριές, σημαντικές μεν αλλά σχετικά ουδέτερες, τις δίνουμε με tell. Αν χρειάζεται να μεσολαβήσει κάποια παράγραφος ή μερικές σελίδες εξηγήσεων για πράγματα μεταξύ δύο έντονων σκηνών δράσης, επίσης προτιμάμε το tell. Το tell έχει άμεση σχέση με αυτό που αποκαλούμε summary στη γραφή, δηλαδή ένα είδος περιληπτικής αφήγησης. Το σπίτι ήταν παλιό, υπερβολικά παγωμένο τους χειμώνες και αποπνικτικά ζεστό τα καλοκαίρια. Μέσα σε τούτη τη δήλωση δεν υπάρχει σοβαρή δράση και δεν υπάρχει λόγος να εξαντλήσουμε την συγγραφική μας δεινότητα προκειμένου να δείξουμε με εικονοποιητική ένταση το τί ακριβώς συμβαίνει. Ο Γιάννης είχε να συναντήσει το καινούριο του αφεντικό εκείνο το απόγευμα. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν άλλα εδώ. Το tell μπορεί να λειτουργήσει σαν μία γέφυρα μεταξύ των οροσήμων της ιστορίας μας. Η Μαρία φόρεσε τα καλά της για να πάει στην Ανάσταση. Δεν χρειάζεται να περιγράψεις το ύψος των τακουνιών της ή το πόσο λάμπανε τα κοσμήματά της στο φως των κεριών. Έτσι λοιπόν, και σε αυτό το θέμα όπως και σε όλα, η μέση οδός είναι συχνά η προτιμότερη λύση. Συγκεκριμένα, προτιμάμε το tell: Σε σκηνές που μεσολαβούν μεταξύ δράσεων. Στην περιγραφή ενός ταξιδιού από τον ένα σημαντικό τόπο σε έναν άλλο. Στις αναδρομές (flash-back), στις αναμνήσεις κάποιου. Όταν θέλουμε να δώσουμε κάποιες σημαντικές πληροφορίες και παράλληλα να μετακινηθούμε σχετικά γρήγορα και απρόσκοπτα στο επόμενο στάδιο της αφήγησης. Όταν θέλουμε να ενημερώσουμε μεν τον αναγνώστη, αλλά να μην του τραβήξουμε υπερβολικά την προσοχή από την κλιμάκωση που ακολουθεί. Όταν λίγο tell συντελεί στην ιστορική /χρονική /γεωγραφική μας τοποθέτηση. Όταν θέλουμε να ενημερώσουμε εν τάχει για το τι ειπωθηκε μεταξύ των προσώπων χωρίς να παραθέσουμε ολόκληρο το διάλογο. Όταν θέλουμε να αποσυμπιέσουμε ένα γεμάτο εντάσεις κείμενο, σκορπάμε φράσεις και πληροφορίες σε μορφή tell για μία σύντομη αποκλιμάκωση. Δεν υπάρχει λοιπόν show vs. tell, αλλά μάλλον show and tell. Στην ζωγραφική, λένε, το έργο παίζεται στα γκρίζα. Στη μουσική η παύση έχει κάποιες φορές την ίδια αξία με τους ήχους. Δεν έχει να κάνει με το αν επιλέγεις να πεις ή να δείξεις. Έχει να κάνει με το να γνωρίζεις πότε πρέπει να πεις και πότε να δείξεις.
  5. 20 points
    Τι έμαθα γράφοντας ένα μυθιστόρημα Μόλις τελείωσα ένα μυθιστόρημα Ε.Φ. και είμαι στη φάση των διορθώσεων. Είναι 110.000 λέξεις και μου χρειάστηκαν 6,5 μήνες κατάστρωση και 13 μήνες συγγραφή. Τι ήξερα και επιβεβαίωσα αυτό τον ενάμιση χρόνο: Ότι είμαι απελπιστικά αργός στον σχεδιασμό της πλοκής και ότι καμιά φορά μου παίρνει βδομάδες να σκεφτώ τα πιο απλά πράγματα. Ότι, σ’ εμένα, η οδήγηση μειώνει δραστικά τον χρόνο επίλυσης των προβλημάτων πλοκής. Ότι είναι αδύνατον να σχεδιάσω ένα έργο πολλών δεκάδων χιλιάδων λέξεων μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια –κι ότι αυτό είναι καλό. Ότι οι καλύτερες ώρες μου για γράψιμο είναι πολύ νωρίς το πρωί όταν δεν έχω ακόμα ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Ότι, για μένα, η καλύτερη εποχή για γράψιμο είναι ο χειμώνας και η χειρότερη το καλοκαίρι. Ότι η θέση λογικών στόχων συχνά οδηγεί στην υπέρβασή τους. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστική. Ότι είμαι θεός μέσα στη δική μου ιστορία κι αυτό σημαίνει ότι, αν όλα τα άλλα δουλεύουν σωστά, μπορώ να με εμπιστεύομαι ότι θα βρω τη λύση, όταν χρειαστεί, ακόμα και στο πιο δύσκολο πρόβλημα. Ότι αγαπώ τους γυναικείους χαρακτήρες, λατρεύω τους γυναικείους χαρακτήρες και τρελαίνομαι για τους γυναικείους χαρακτήρες. Ότι είμαι πολύ είρωνας. Ότι το γράψιμο είναι λύτρωση από το κακό μέσα μου. Τι καινούριο έμαθα αυτόν τον ενάμιση χρόνο: Ότι τα παγώνια βγάζουν μια πολύ χαρακτηριστική κραυγή που δεν μπερδεύω πια με τίποτ’ άλλο. Ότι μπορώ τελικά να ξεκινήσω κάτι χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος για το τέλος του. Ότι, στις δικές μου τουλάχιστον ιστορίες, αυτό που πρέπει πάση θυσία να στέκει είναι τα κίνητρα. Ότι μπορώ να γράψω πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι νόμιζα. Ότι ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την έκταση του έργου είναι το πόσο βαθιά μπαίνει κανείς στους χαρακτήρες. Ότι μπορώ να προχωρήσω πάνω από μια πρόταση ή ένα κομμάτι που είναι εμφανώς προβληματικά και να γράψω παρακάτω, γιατί ο σκοπός δεν είναι να κερδηθεί η μάχη της παραγράφου ή της πρότασης, αλλά ο πόλεμος του μυθιστορήματος. Ότι μπορώ, σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον, να συμβουλέψω τον εαυτό μου την ώρα που γράφω για το πώς θα διορθώσει μετά τα λογικά σφάλματα, τις αναληθοφάνειες, ακόμα και τις κλισέ ή αδύναμες εκφράσεις. Ότι, αν ξέρω τι θέλω να γράψω και κατέχω καλά το κομμάτι, μπορώ να γράψω μέσα σε έναν χώρο μικρό όσο ένα παλιό βαγόνι τραίνου με δεκαπέντε άτομα καθιστά και όρθια γύρω μου να μιλάνε μεγαλόφωνα για να ακουστούν πάνω από τη δυνατή μουσική. Ότι οι χαρακτήρες, και ειδικά οι δευτερεύοντες, είναι πολυεργαλεία που, αν τα εκμεταλλευτώ σωστά, μπορούν να ξεκλειδώσουν κάθε πόρτα πλοκής και κινήτρων. Ότι η πραγματολογική έρευνα μπορεί να είναι αναπάντεχη και τρομακτική. Ότι η συγγραφή ενός μυθιστορήματος απαιτεί τόσες νίκες επί του εαυτού σου όσες και οι λέξεις του. Και ότι οι σβησμένες λέξεις μετρούν για διπλές. Ότι η δέσμευση για συγγραφή σε τέταρτους ως υπόσχεση που δεν είναι σωστό να αθετήσω, δουλεύει τόσο καλύτερα όσο πιο σημαντικοί είναι αυτοί.
  6. 18 points
    Σε ένα Αμερικάνικο σενάριο οι εξωγήινοι καταλαμβάνουν τη Γη. Τη Γη. Μήπως όλος ο πλανήτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν είναι η Ιταλία; Το Πακιστάν; Ως άνθρωποι με φαντασία (και ως ένα βαθμό ως καλλιτέχνες) δεν έχουμε την περιέργεια να ψάξουμε, να δούμε πως είναι η κατοχή της Γης στις άλλες χώρες; Στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που έκανε αντάρτικο στους Γερμανούς, δεν θα έκανε αντάρτικο στους εξωγήινους; Γιατί να είναι αστείο; Επισημαίνω, όπως έκανα κι αλλού, το πρόβλημα είναι σε αυτόν που γελάει. Και για να δείξω κάπως την έκταση του προβλήματος, θα πω ότι δυστυχώς σε αυτή τη χώρα διαθέτουμε πολλά παρδαλά κατσίκια. Πχ, όταν οι Αμερικάνοι γυρνάνε γουέστερν τους φαίνονται αστεία; (Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική γυρνάει ταινίες για τον δικό της πληθυσμό, άσχετα αν είναι αρεστές παγκοσμίως). Όταν οι Κινέζοι κάνουν ταινίες κουγκ-φου, σαολίν, ιπτάμενους δράκους, ξεκαρδίζονται στα γέλια; Οι Βρετανοί με τον Σέξπιρ ρίχνουν απίστευτη καζούρα; Οκ. Ελλάδα εδώ. Άντε να κάνουμε σήμερα ταινία με φουστανέλα, όπως κάναμε παλιά. Πιστεύετε ότι δεν θα βρεθούν αυτοί που θα το γελάσουν σαν παρδαλά κατσίκια; Κάποτε έκανα έρευνα για να γράψω σενάριο τη ζωή του ρήτορα Δημοσθένη για τηλεοπτική σειρά. Σε όποιον το έλεγα μου απαντούσε "μα δεν θα είναι αστείο;" Όλοι τους ήταν κολλημένοι από κάτι σκετσάκια στους Απαράδεκτους με αρχαία Ελλάδα, με τους χαρακτήρες να φορούν σεντόνια. Ωραία ρε μάγκες. Όχι εξωγήινους, όχι βρικόλακες, μα ούτε φουστανέλες ή αρχαία Ελλάδα. Ε για τι το σταυρό μου είμαστε εντάξει να βγάλουμε;!! Άστε ξέρω. Τον Χατζηχρήστο να λέει "αμ πως" και τον Βέγγο να τρέχει και να τρώει σφαλιάρες. Είναι θέμα κόμπλεξ. Είναι θέμα παιδείας. Θυμάμαι όταν πήγαινα φροντιστήριο να μάθω Αγγλικά. Είχαμε δασκάλους που μας μάθαιναν να λέμε τις λέξεις με τη σωστή αγγλική προφορά. Μόλις όμως ο μαθητής έλεγε τη λέξη σωστά, οι υπόλοιποι μαθητές γελούσαν σε βάρος του. Κομπλαρισμένος ο μαθητής, για να γλυτώσει την καζούρα, γύρναγε το αγγλικό του στο πιο... "ουγκ" και τα μιλούσε όπως ο Αντόνι Κουίν στο Ζορμπά. Λες και μαθαίναμε τα αγγλικά για να τα μιλάμε μεταξύ μας. Και τώρα όλοι ξέρουμε αγγλικά σαν τον Τσίπρα. Είναι θέμα παιδείας. Οι Έλληνες μπορεί να μην αντιδρούν σαν τους Αμερικάνους στο εξωπραγματικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό setting αποκλείεται από την ντόπια φαντασία.
  7. 17 points
    Η Βίλκα Συγγραφέας Άννα Μακρή Εκδόσεις mamaya, Σειρά Άρπη Η Ιουλία φεύγει. Φεύγει για να ξεφύγει από τη θλίψη της, από το παρελθόν της, από την ίδια της τη ζωή. Δεν τα καταφέρνει. Αυταπατάται, γιατί τρέχει προς μια ολοκαίνουργια ζωή για αυτήν, μια ζωή αναπάντεχα μαγική και τρομακτική, βίαιη και τρυφερή, γεμάτη μνήμες αρχαίες, αλλά όχι ξεχασμένες. Μια ζωή που είναι τόσο παλιά όσο και ο πόνος της μητρότητας. Έμεινα τελείως ακίνητη, έχοντας βγει η μισή από το χώμα, σαν ρίζα αιωνόβιας βελανιδιάς, και περίμενα. Ήμουν έτοιμη, όμως, να απαντήσω στην παραμικρή απειλή με επίθεση, με νύχια και με δόντια πάλι, όπως πριν μέσα στη γη, όπως θα έκανα πάντα από τότε και στο εξής. *** Φίλοι σουφουφίτες. Καταρχήν, ας σταθώ λίγο στο περίεργο της στιγμής: έχω ανοίξει πολλά τόπικ με ιστορίες μου στο φόρουμ, ε, άνοιξα ένα ακόμη. Τι; Δεν είναι το ίδιο; Ωραία. Και τώρα που έκανα αυτή την αξέχαστη εισαγωγή, ας περάσω στο θέμα μου: Θα σας πω για την εμπειρία του να διαβάζεις το πρώτο σου βιβλίο. Ε, λοιπόν, αυτό το πράγμα είναι κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι ήξερες μέχρι τώρα. Δηλαδή, παίρνεις ένα βιβλίο από το ράφι, έτσι; Το ανοίγεις κι αρχίζεις να διαβάζεις (εντάξει, μερικές φορές υπάρχουν προκαταρκτικά χάδια, αλλά ας τ' αφήσουμε και ας περάσουμε στο ζουμί). Δεν είναι σαν να γνωρίζεις ένα καινούργιο πρόσωπο; Κάποιος που τον ακούς να σου μιλάει και θέλεις να σε κερδίσει. Δεν σε έχει από την αρχή, πρέπει να σε κερδίσει. Ε, όταν διαβάζεις ένα δικό σου βιβλίο είναι σαν να τον ξέρεις αυτόν τον άνθρωπο χρόνια, τον έχεις φίλο, γείτονα, εχθρό, ίσως. Πάντως τον ξέρεις καλά. Και την ιστορία που λέει την έχεις ακούσει εκατοντάδες φορές, την ξέρεις απ' έξω κι ανακατωτά. Αλλά την έχεις ακούσει, μέχρι τώρα, κατ' ιδίαν. Τώρα, ο άνθρωπος αυτός, την αφηγείται σε κοινό. Και ξαφνικά, κάθεσαι κι εσύ και την παρακολουθείς από την αρχή, από τη μια λες "ε, ναι, πάλι αυτή είναι", αλλά από την άλλη αναρωτιέσαι "μα, είναι αυτή η ίδια που έχω ακούσει τόσες φορές;" Αυτό είναι το συναίσθημα, για 'μένα. Ούτε χαρά, ούτε ανακούφιση (ουφ, επιτέλους), αλλά μία καινούργια οπτική ώστε να ασκήσω φρέσκια κριτική στον εαυτό μου.
  8. 16 points
    Μετά από πρόσκληση των Nyctophilia.gr και Trivia Obscura, βγήκε και η συλλογή διηγημάτων Pandemia. Διανέμεται δωρεάν σε ebook (http://nyctophilia.gr/book/pandemia/) από την Nyctophilia και κάπου εκεί ανάμεσα στους άλλους, θα βρείτε κι εμένα. Danse Macabre - Δημήτρης Γαλατόπουλος Για δέσιμο - Ευθυμία ε. Δεσποτάκη Έβηξα - Ηλίας Ιακωβάκης Η ρωγμή - Δημήτρης John Ράπτης Μέδουσα - Μπάμπης Δρουκόπουλος Ο πρώτος - Γιώργος Πούλος Ο υιός της λήθης - Γιώργος Σκαγιάκος Οδηγίες εκκαθάρισης - Μιχάλης Γεωργοστάθης Οι δυο μας - Αναστάσιος Βρόσγος Οι μάσκες του θανάτου - Αλέξανδρος Τριανταφύλλου Πανδημία - Εύα Αλεξανδροπούλου Σιωπή, ένας μύθος - Σοφία Μπαρμπαγιάννη Τα πτηνά - Πέτρος Τσαλιαγκός Το τελευταίο ρολόι της γης - Δημήτρης Δελαρούδης Το χάδι του Θεού - Γρηγόρης Φεϊζατίδης
  9. 16 points
    until
    Εφόσον αυτές τις μέρες, άγνωστο για πόσο και κάνοντας το καθήκον μας, θα περάσουμε μπόλικες ώρες κλεισμένοι και κλεισμένες στα σπίτια μας, είπαμε κι εμείς να βάλουμε το χεράκι μας ώστε να γίνουν αυτές οι ώρες πιο ευχάριστες και δημιουργικές. Γράφουμε και διαβάζουμε, λοιπόν. Το θέμα μας, φυσικά, είναι: Μένουμε Σπίτι. Γεγονότα που μας αναγκάζουν να μην μπορούμε να βγούμε από το σπίτι, είτε είναι ορδές από ζόμπι, ή εξωγήινοι ιοί, ή πλημμύρες και παγετώνες. Πώς θα τα αντιμετωπίσουν οι ήρωές μας και ποιες θα είναι οι προτεραιότητές τους, πέρα από το χαρτί υγείας; Μπορούμε, επίσης, να διευρύνουμε την έννοια του «σπιτιού». Μπορεί πχ να είναι μία σπηλιά, μία σκηνή στο Έβερεστ ή ένα κοντέινερ στον Άρη. Εσείς διαλέγετε. Ας κρατήσουμε τις ιστορίες μας μικρές σε μέγεθος, γύρω στις 1.200-1.500 λέξεις, φλασάκια ξέρετε, ώστε να διαβάζονται γρήγορα. Οτιδήποτε από Φάντασυ, ΕΦ και Τρόμο είναι καλοδεχούμενο. Δεν είναι διαγωνισμός, οπότε γράφουμε όλοι όποτε θέλουμε και όσες ιστορίες θέλουμε. Τις ανεβάζουμε στις αντίστοιχες Βιβλιοθήκες και βάζουμε εδώ ένα link. Ας συμμετέχουμε όλοι και όλες, γράφοντας, διαβάζοντας και σχολιάζοντας. Το Event θα μείνει ανοιχτό για όσο καιρό θα διαρκέσουν τα μέτρα προστασίας για τον COVID-19. Καλές εμπνεύσεις!
  10. 15 points
    Οι Ιππότες Του Όρκου Τα Χρονικά Της Έρεμορ Συγγραφέας: Μιχαήλ Φανός (κατά τον ΣΦΦικό κόσμο, WILLIAM) Links: Smashwords, Goodreads Στον κόσμο της Έρεμορ η μάχη μεταξύ καλού και κακού δεν είναι απλά θέμα συνειδήσεων, είναι ένας πραγματικός πόλεμος μεταξύ των ελευθέρων λαών και των δυνάμεων του Σκότους. Στην Αραγκόν, ο νεαρός Γουίλλιαμ του Νέρακ έρχεται στο κάστρο των Αετών, την έδρα της Ιπποσύνης για να γίνει δόκιμος Ιππότης. Από την πρώτη στιγμή θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτού του πολέμου, θα αποκτήσει καλούς και πιστούς φίλους, θα πολεμήσει και θα αγαπήσει.Θα αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του εχθρού αλλά θα πληρώσει το τίμημα γι' αυτό;
  11. 15 points
    Επιπρόσθετα, θα ήθελα κι εγώ να συμπληρώσω πως στην πρώτη ανθολογία της AllBooks με τίτλο Στα Όνειρα της Φαντασίας: Πολεμικές Ιαχές συμμετέχουν τουλάχιστον έξι μέλη του forum (απ' όσο γνωρίζω τουλάχιστον). Δάμτσιος Γιώργος – Ντάλγκραθ (Περιπέτειες του Τάλικ #1) Δεσποτάκη Ε. Ευθυμία – Λόγχη από Κόκαλο, Λόγχη από Κεντρί Δημακόπουλος Γρηγόρης – Ερήμωση Δημητριάδης Μάριος – Οι Στοές του Τέλμορ Ζαμποπούλου Χριστίνα (Christina Lucas) – Σε Μαρμαρένια Αλώνια Ζαφειρκος Κωνσταντίνος – Ιστορίες της Φωτιάς Κεραμίδας Ελευθέριος – Εστεμμένος Μπελαούρης Γιώργος- Για την Λώρελαϊ Τσιάρας Ηλίας – Οπτίωνας Χατζηγιώργης Ντίνος – Κόκκινο Αίμα
  12. 15 points
    Στην ίδια ανθολογία θα συμμετέχουν επίσης και οι @Ballerond, @Mournblade και @Γιώργος77 απ' ό,τι πήρε το μάτι μου. Αν ξέχασα κανέναν, είμαι και γριά γυναίκα, σχωράτε με. Συγχαρητήρια, παιδιά!
  13. 15 points
    Ανατροπή. Και όμως, γυρίζει (συμβαίνει). Η ανατροπή πρέπει να υφαίνεται αριστοτεχνικά και να είναι λεπτεπίλεπτη σαν κέντημα. Αλλά να έχει αντίκτυπο σαν σεισμός. Οι ανατροπές είναι συχνά (όχι πάντα, ωστόσο) το ζητούμενο, σε μία ιστορία όπου η περιπέτεια και η δράση παίζουν τον πρώτο ρόλο. (Στη λογοτεχνία είδους ακόμη περισσότερο, aka στη λογοτεχνία που γράφεις και συ, ω φίλε συμφορουμίτη). Αυτό δεν σημαίνει πως οι ανατροπές πετυχαίνουν πάντα. Το θέμα με την ανατροπή, δηλαδή το να καταφέρνεις να αλλάζεις ρότα στην ιστορία σου με ένα γεγονός, ένα συμβάν που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει ή με μία αλλαγή στα δεδομένα σου είναι ότι, αν το πετύχεις, είσαι αξιέπαινος. Αν δεν το επιτύχεις, καλύτερα να μην το είχες αποτολμήσει από μίας αρχής. Μία αποτυχημένη ανατροπή μακάρι να μην μολύνει ποτέ το κείμενό σου. Πριν προχωρήσουμε για να δούμε τι και τι φτιάχνει μια ανατροπή, ας ξεκαθαρίσουμε τα βασικά που την χαλάνε. Δύο πράγματα κυρίως: Ο αναγνώστης την έχει μαντέψει. They saw that coming, πώς το λένε. Μάλιστα, όσο νωρίτερα την έχει μαντέψει τόσο πιο για κλάματα θα είναι η ανατροπή σου. Αν έχουμε ζαλίσει τον αναγνώστη μας στις προοικονομίες, στα στοιχεία τα σκόρπια που δείχνουν προς την ανατροπή μας και στα πονηρά κλεισίματα του ματιού, τότε η ανατροπή αυτή δεν θα έρθει καν σαν επιβράβευση στην ευφυΐα του αναγνώστη που κατάφερε να λύσει το γρίφο. Επειδή ο γρίφος ήταν γελοιωδώς απλός. Αν η ανατροπή μας είναι εντελώς εκτός τόπου. Αν δεν δικαιολογείται με τίποτα από τα προηγούμενα. Αν σε ένα αμιγώς αστυνομικό περιβάλλον ο Σαμ Σπέηντ τύπου ήρωας βγάζει κέρατα ή αποδεικνύεται εξωγήινος, ενώ δεν υπάρχουν εξωγήινοι σε αυτό το σύμπαν. Ή κάτι αναλόγως ακραίο. Ουσιαστικά, η ανατροπή πρέπει να λειτουργεί σαν να βρίσκεις, ξαφνικά, ένα κρυμμένο μυστικό δωμάτιο στο σπίτι που έχεις ζήσει όλη τη ζωή σου. Να υπάρχει έκπληξη, αλλά να αποτελεί η έκπληξη αυτή το ταιριαστό μέρος ενός συνόλου. Να είναι ευπρόσδεκτη και απαραίτητη, σαν το μονοπάτι που ανακαλύπτεις στο δάσος ακριβώς όταν έχεις χαθεί και είσαι βέβαιος πως οι λύκοι θα κολατσίσουν το κουφάρι σου. Και αφού ξεκαθαρίσαμε τα no-nos της ανατροπής, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να την πετύχουμε. Πώς και κατά πόσο είναι δυνατή μία ανατροπή που να σέβεται τον εαυτό της -και τον αναγνώστη μας; Πώς. Λίγο ως πολύ, οι τρόποι είναι γνωστοί. Ας δούμε μερικούς: Όταν δείχνεις σε λάθος μεριά. Για παράδειγμα, ο αναγνώστης πιστεύει πως ο φονιάς είναι ο μπάτλερ. Αλλά δεν είναι. Πιστεύει πως η μυστική προφητεία σκιαγραφεί έναν συγκεκριμένο ήρωα. Όμως αναφέρεται σε κάποιον άλλο. Πιστεύεις πως έχεις μαντέψει τον εραστή της συζύγου του στρατηγού. Αλλά ο εραστής της είναι κάποιος άλλος, ή η σύζυγος έχει στην πραγματικότητα μιαν ερωμένη. Κοντολογίς η μέθοδος αυτή της ανατροπής συνίσταται στο να δείχνουμε, συνειδητά, σε λάθος μεριά. Δηλαδή να τροφοδοτούμε τον αναγνώστη με στοιχεία που μπορούν να ερμηνευτούν καταφανώς με τον άλφα τρόπο –αλλά ερμηνεύονται, τελικά, με έναν τρόπο ολωσδιόλου αναπάντεχο. Που ήταν, ωστόσο, ακριβώς κάτω από τη μύτη μας από την αρχή. Ως προέκταση του προηγούμενου: ανατρέπεις όταν σπας τα κλισέ. Ο αναγνώστης μπορεί να περιμένει ότι ο μπάτλερ είναι ο φονιάς. Μπορεί να είναι σίγουρος για την έκβαση της ιστορίας επειδή έχει υπόψη του ιστορίες με ανάλογη δομή. Οποιοσδήποτε παράδρομος τον βγάλει από τον χάρτη της πεπατημένης και αναμενόμενης δομής μπορεί στα χέρια ενός ικανού συγγραφέα να εξελιχθεί σε πρώτης τάξεως ανατροπή. Όταν χειρίζεσαι τα κλισέ με εντελώς μα εντελώς αναπάντεχο τρόπο. Ας πούμε, έχεις μία ιστορία με πριγκίπισσα και δράκο. Αν ο δράκος είναι αιχμάλωτος της πριγκίπισσας. Αν δράκος και πριγκίπισσα είναι θύματα του σκληρόκαρδου πρίγκιπα. Αν ο τυχάρπαστος κλέφτης ο γιος του κανέναν από το πουθενιστάν παραμένει, ως το τέλος, ένας τυχάρπαστος κλέφτης και γιος του κανένα από του πουθενιστάν και δεν αποδεικνύεται ο χαμένος γιος του αρχικαλού ή του αρχικακού ή ο εκλεκτός πασών των θρησκειών. (Θέλετε να δείτε πώς γίνεται; Διαβάστε Game of Thrones. Όπου το σπάσιμο των κλισέ κοντεύει να γίνει κλισέ). Όταν ο ίδιος ο ήρωας έχει λάθος και στρεβλή αντίληψη των πραγμάτων. Όταν δεν έχει τον έλεγχο της ροής και της ζωής του. Όταν η τροπή της ιστορίας τον πηγαίνει όπου θέλει. Αυτόματα και ο αναγνώστης έχει την ίδια λάθος και στρεβλή αντίληψη (εκτός και είμαστε εξαιρετικά απρόσεκτοι συγγραφείς). Οποιαδήποτε έκπληξη «βρει» τον ήρωά μας, θα βρει και τον αναγνώστη μας. Όταν ένα ή περισσότερα πρόσωπα αποδεικνύονται κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Όταν αποδεικνύονται κακοί, ή προδότες, ή συνωμότες, ή τσιράκια του εχθρού, ή φαντάσματα, ή αναμνήσεις στο κεφάλι κάποιου, ή απεσταλμένοι κάποιων ανώτερων (καλών ή κακών) δυνάμεων, ή κατάσκοποι. Και όταν, οτιδήποτε από τα παραπάνω, δεν το έχει μαντέψει ο αναγνώστης πριν. Όταν κάποιο κομμάτι της ιστορίας μας έχει χαθεί. Ένας ήρωας είχε χάσει τη μνήμη του για κάποιο διάστημα. Ή τον είχαν απαγάγει. Προσπαθεί να ξαναπιάσει το νήμα της ζωής του, λοιπόν, από εκεί που το είχε αφήσει. Ωστόσο, ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια της απουσίας του μπορεί να αποτελέσει υλικό για μία πρώτης τάξεως ανατροπή. Όταν ένα αντικείμενο, ή μία εφεύρεση, ή κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την έκβαση της ιστορίας μας παύει να υφίσταται, ή καταστρέφεται. Αυτόματα η ιστορία πρέπει να πάρει άλλο δρόμο για να συνεχιστεί. Όταν το παραπάνω αντικείμενο αποδεικνύεται ότι κάνει διαφορετική δουλειά (ή συν κάποια διαφορετική δουλειά) από εκείνη που πιστευόταν αρχικά. Το μαγικό φίλτρο αορατότητας είναι, ας πούμε, και φίλτρο εντοπισμού. Ο ήρωάς μας πεθαίνει. Και πρέπει να αναλάβει άλλος την αποστολή του. Η αποστολή (ο σκοπός της ιστορίας) δεν ήταν ποτέ αυτό που νομίζαμε. Ο ήρωας ξεκίνησε να κάνει ένα πράγμα, αλλά τελικά, χρειάστηκε να αλλάξει τα σχέδιά του και να κάνει κάτι άλλο. Όταν η δουλειά που πρέπει να γίνει, γίνεται από τύχη, από απροσεξία – από κάποιον αδαή, ή καμιά φορά, από κάποιον αντίπαλο. Ως προέκταση του προηγούμενου: όταν αντιστρέφονται οι ρόλοι έχουμε ανατροπή. Ο αδικημένος αποδεικνύεται αδικητής, ο τύραννος ένας παρεξηγημένος φιλάνθρωπος και τα παρόμοια. Όταν ερμηνεύεις πρότυπα, σύμβολα, αρχέτυπα κλασικά και γνωστά με εντελώς νέο τρόπο. Πιο πολύ έχει να κάνει με την κοσμοπλασία τούτο δω. Ας πούμε, στο Matrix βρικόλακες και λυκάνθρωποι είναι γκλιτσάκια στο πρόγραμμα. Αν οι βρικόλακες λοιπόν είναι άγγελοι; (για παράδειγμα.) Ή ουράνιοι απεσταλμένοι; Ή ψυχές αγίων που τους αρνήθηκαν για χ-ψ λόγους τη θέωση; Όταν μία ανατροπή διαδέχεται μία άλλη. Αυτό μπορεί να σας φαίνεται περίπλοκο, αλλά λειτουργεί σχεδόν πάντα. Μία ανατροπή αφήνει τον αναγνώστη με το σαγόνι κρεμασμένο (αν επιτύχει). Σπάνια θα περιμένει να ακολουθήσει μία δεύτερη ανατροπή, όταν είναι ακόμη ζαλισμένος από την έκπληξη της πρώτης. Πιάνει, ναι. Και αν, με κάποιον τρόπο, η μία ανατροπή προκύπτει ως φυσική αλλά μη αναμενόμενη συνέπεια της άλλης. Αλλά μην το παρακάνετε με τις διαδοχικές ανατροπές. Έστω λοιπόν ότι θα καταφύγουμε σε κάποιο από τα παραπάνω tips προκειμένου να σκαρώσουμε την ανατροπούλα μας. Ή σε έναν συνδυασμό των παραπάνω. Κατά πόσο είναι δυνατόν να προκαλέσουμε έκπληξη στον σημερινό, βομβαρδισμένο από πάσης φύσεως απίθανες ιστορίες, αναγνώστη; Το πιστόλι που κρέμεται στον τοίχο στην πρώτη πράξη, πρέπει στην δεύτερη ή το πολύ στην τρίτη να πυροβολήσει. Αν δεν πυροβολήσει, ας μην κρεμόταν στον τοίχο από μιας αρχής. - Άντον Τσέχοφ Ας θυμηθούμε λίγο τη ρήση του Τσέχοφ. Το πιστόλι πρέπει να πυροβολήσει. Ή μήπως όμως δεν πρέπει; Εκείνο που εννοεί εδώ ο μαιτρ της δραματουργίας είναι ότι, κανονικά, ο συγγραφέας /δραματουργός οφείλει να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που έχει ο ίδιος δώσει μέσα στην ιστορία του. Διαφορετικά, ο αναγνώστης /θεατής θα αισθανθεί προδομένος. Ένας χαρακτήρας που παρουσιάζεται με συγκεκριμένες προδιαγραφές, θα πρέπει να δράσει μέσα στα πλαίσια των προδιαγραφών που ο ίδιος ο δημιουργός του τού έδωσε. Από την άλλη, μήπως το πιστόλι στον τοίχο αποτελεί πλέον τον συχνότερα απαντώμενο προϊδεασμό; Μήπως η ανατροπή θα επιτευχθεί αν το πιστόλι τελικά δεν πυροβολήσει; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Όταν ο Τσέχοφ έκανε θέατρο και κατέληγε στα συμπεράσματα που εν πολλοίς και δικαίως καθόρισαν τη σύγχρονη δραματουργία ήταν αρχές του προηγούμενου αιώνα. Όταν συναντήθηκε με τον Στανισλάβσκι και ανέβαζαν τον Γλάρο στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το σωτήριον έτος ήταν 1898. Όταν μιλούσε για νέες δομές, όταν έπαιρνε τη δράση από τις κορυφές, τις αβύσσους μίας ζωής και την εσωτερίκευε στη φθορά και την αδράνεια μιας παμφάγου καθημερινότητας, όταν πειραματιζόταν με το δραματικό ασύμπτωτο. Η ζωή δεν είναι μονάχα εξάρσεις. Η ζωή είναι κυρίως μη εξάρσεις και αυτήν την αλήθεια πάλεψε ο Τσέχοφ να εισάγει στη δραματουργία. Πλέον όμως αυτή η φόρμα είναι γνωστή και θεωρείται δεδομένη. Όπως δεδομένη θεωρείται και η μη τυχαία ύπαρξη ενός πιστολιού. Το ξέρουμε ότι κάποιο ρόλο θα έχει να παίξει, ένα πιστόλι, ένα καπέλο, ένα τραπουλόχαρτο. Το περιμένουμε. Το υποθέτουμε. Το έχουμε ξαναδεί. Όλα είναι δραματουργία. Όλα είναι ψυχολογία. Οπότε, τολμά να πει κανείς ότι τη σήμερον το πιστόλι δεν είναι πλέον ανάγκη να πυροβολήσει σώνει και ντε. Δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αν πυροβολήσει θα έχουμε ανατροπή, ή δεν θα έχουμε. Δεν εξασφαλίζει η συγκεκριμένη φόρμα την λειτουργία μίας δράσης ως ανατρεπτική. Το σημαντικό είναι να κάνει κάποιος πράγματα που δεν είναι αναμενόμενα, αλλά που ωστόσο ταιριάζουν με το σκηνικό μας. 'Ένα πιστόλι μπορεί να είναι φτιαγμένο από σοκολάτα και να το φάμε. Μπορεί να είναι κειμήλιο από κάποιον πόλεμο και ως τέτοιο να αποτελέσει έναυσμα για μία ενδιαφέρουσα αφήγηση. Μπορεί να αποτελεί κομμάτι ενός γρίφου, η λύση του οποίου δεν θα έχει την παραμικρή σχέση, τελικά, με πιστόλια ή σκοτωμούς ή λοιπές βαρβαρικές ωμότητες. Μπορεί να μην κάνει απολύτως τίποτα ένα πιστόλι πέρα από το να διακοσμεί το σκηνικό μας, λέγοντάς μας πράγματα για το ποιόν και την ψυχολογία του ήρωά μας. Σήμερα λοιπόν, το πιστόλι δεν είναι ανάγκη να πυροβολήσει. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Η ανατροπή μας δεν εξαρτάται όμως από αυτό. Στη ζωή επικρατεί χάος. Ελάχιστα πράγματα έχουν ουσιαστικό νόημα. Ελάχιστα πράγματα από όσα μας συμβαίνουν και όσα αισθανόμαστε οδηγούν σε κάποιο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Τσέχοφ το ήξερε πολύ καλά αυτό. Ήταν από τις βασικές του παραμέτρους. Η ζωή μπορεί να τραβάει άσκοπα, απλώς να υφίσταται. Ο συγγραφέας, εν πολλοίς, καλείται να επιβάλλει τάξη στο χάος της ζωής. Ως αναγνώστες, διαβάζουμε ένα βιβλίο με το νου μας προγραμματισμένο να αναμένει και να επιζητεί αυτήν την τάξη. Αν δεν την βρούμε σε ένα καλά δομημένο βιβλίο, τότε πού μπορεί να την βρούμε; Αν δεν την βρούμε σε ένα έργο τέχνης, σε έναν πίνακα, σε ένα μουσικό κομμάτι. Ο κόσμος είναι η μεγάλη δεξαμενή των υλικών του καλλιτέχνη. Αλλά ο κόσμος περιέχει υπερβολικά πολλά πράγματα για τα συνταιριάξουμε σωστά, ζώντας μέσα σε δαύτον κάθε ώρα και στιγμή. Ο καλλιτέχνης αποστασιοποιείται, συχνά, από τον κόσμο, προκειμένου να συνταιριάξει αυτά τα υλικά με κάποια ψυχραιμία. Ο συγγραφέας συχνά απομονώνεται και παρατηρεί. Οφείλει, τουλάχιστον ο συγγραφέας, να συνταιριάξει με κάποια λογική τα υλικά της έμπνευσής του. Μέσα σε ένα πλαίσιο τέτοιο, ο συγγραφέας καλείται να βαδίσει το λεπτό σκοινί μεταξύ της άρτιας δομής που θα αποδώσει το αναγκαίο αίσθημα της τάξης και στην έκπληξη, στη μικρή εκείνη αταξία που θα κάνει την ιστορία του αξιομνημόνευτη. Το πιστόλι δεν είναι ανάγκη να πυροβολήσει. Είναι ανάγκη όμως ο όποιος πυροβολισμός να προέλθει από ένα υπαρκτό πιστόλι, και όχι από κάτι που θα βγει ξαφνικά από το καπέλο του συγγραφέα σαν το λαγό. Αν δεν έχεις κάνει καμία αναφορά σε εξωγήινους, δεν μπορεί να εμφανιστούν από μηχανής εξωγήινοι και να σώσουν τον καουμπόη σου λίγο πριν πέσει στο γκρεμό μαζί με το άλογό του. Αν δεν έχει μουσική παιδεία ο ήρωάς σου, ή κάποιο κρυφό χάρισμα που με κάποιο τρόπο να υφίσταται μέσα στο σύμπαν σου, δεν μπορεί να αρχίσει το παλικάρι να τραγουδάει άριες στη μέση της δράσης επειδή αυτό θα κοιμίσει το δράκο με τα δώδεκα κεφάλια. Με άλλα λόγια η ανατροπή έχει τα όριά της. Είναι εύπλαστα όρια, είναι όρια που μπορεί να επεκταθούν. Αλλά υπάρχουν. Και να σας πω την αλήθεια, αυτή είναι η ομορφιά της ανατροπής. Ότι νομίζεις πως δεν μπορεί να συμβεί. Ότι νομίζεις πως έχεις προβλέψει κάθε πιθανό συνδυασμό, κάθε δυνατή κατάληξη όταν διαβάζεις. Και όμως, δεν τα έχεις προβλέψει όλα. Και όμως, η ανατροπή συμβαίνει.
  14. 15 points
    Εντάξει, δεν είπα τίποτε γιατί έχω πολύυυυυ καιρό να καταφέρω κάτι, και δεν ήθελα να το γρουσουζέψω. Αλλά τι βλέπω; Εγκαταλείπετε, ωρέ πεζεβέγκηδες; Θάρρος, ωρέ! έχετε 35 λεπτά ακόμη! Σ’ αλάτι και μεσονυχτιά - Ναρουάλις Περπατούσε ανάλαφρα, τα πόδια του πιότερο φιλιά παρά πατήματα πάνω στα βότσαλα. Είχε κρατήσει ένα πανί γύρω από τη μέση του, όμως ήταν έτοιμος στην πρώτη υποψία να το πετάξει, να μείνει γυμνός. Τα μάτια του μεγάλα και γλαυκά, σαν της θεάς της παρθένας, καθρεφτίζαν το φεγγάρι. Αλλά η ψυχή του ήταν γεμάτη θάλασσα. Την άκουγε που ταχτάριζε τα βότσαλα μέσα στην αγκαλιά της, δαντελωτή και σκούρα, πιο σκούρα πια μιας κι είχε πέσει η νύχτα. Τη γευόταν, μικρά σταλάματα από το κύμα φτάναν ως τα χείλη του τα κατσαρά, τα τσίγκλαγαν με τ’ αλάτι τους. Την έβλεπε να κυματίζει, να σκάει στα βράχια και στις κούφιες καρδιές τους, εκεί όπου σπηλιές και χαραμάδες οδηγούσαν στην καρδιά της γης, στον κόρφο της πλάσης. Τη μύριζε, κουβάλαγε στο σώμα της, η θάλασσα μπροστά του, κεραυνούς και σπιλιάδες και κρύσταλλα από πάγο από μέρη μακρινά. Κι ετούτος, τι ‘χε ‘ρθει να κάνει εδωδά; Τι τον είχε μισόγυμνο τραβήξει ως εδωκάτου; Κοφτά ήταν τα λόγια της μάϊσσας, στακάτα, ανέρωτα. Για να περάσει ο καημός, πλύσου σε κύμα και σε πέτρα, σε βότσαλο και φεγγαράδα, σ’ αλάτι και μεσονυχτιά. Μασούλαγε πιο κει η μάνα του τα χείλια της, τάχα ετούτο να γλιτώσει τον γιο της από της αγάπης της μαύρης τον καημό; Είχε κι εκείνος την έγνοια, το ‘θελε, δεν μπόραγε πια τον πόνο. Να την εβλέπει κάθε νύχτα ζωντανή, κι ήταν πια σαράντα μέρες ποθαμένη, θαμμένη κάτω από τις πέτρες που κύλησε ο σεισμός από τα γκρεμνά και έθαψε μ’ αυτές το σπίτι της. Έπρεπε, λέει, να πει και τ’ όνομά της, τόσες φορές όσα τα κύματα του μαγικού λουτρού. Κι ήταν τα λόγια της μάϊσσας στεγνά όταν το ‘λεγε, άνυδρα θαρρείς, φαρμακεμένα από στάχτη και χώμα. Πώς να το ξαναπεί; Πώς να το ξαναφωνάξει; Πώς εκείνη η λέξη που ‘κανε τα γλαυκά του μάτια να νερώνουν να ξαναβγεί από τα χείλη του τα κατσαρά, τα αλατισμένα; Αλλά έτσι έπρεπε να γίνει. Κοίταξε μην τονε δει καμιά νεράιδα του γιαλού κι αν τονε δει να πετάξει το πανί, να τονε δει γυμνό, μπας και τον περάσει για τρίτωνα και δεν του πάρει τη μιλιά του. Στάθηκε όπου έπρεπε, να τονε βρέχει το κύμα. Βράχηκε μια φορά, δεν είπε τ’ όνομα. Βράχηκε δεύτερη, έσφιξε τα δόντια. Βράχηκε τρίτη και το ‘πε τελικά, κατάφερε και το ‘βγαλε από τον λαιμό του, που ‘χε σαράντα μέρες τώρα σταθεί, μπουκιά στεγνή στο στήθος του, να του κόβει την ανάσα. Μέτραγε τα κύματα τώρα, δέκα, δεκαπέντε, κι ήθελε να γελάσει και να κλάψει μαζί, σαν το κρυφτό που παίζανε με τους γονιούς τους, να σμίξουν δίχως να τους δει κανείς. Είκοσι, εικοσπέντε, σαν τα φιλιά που δεν τον άφηνε να φύγει πριν της τα δώσει. Τριάντα, τριανταπέντε, σαν τις μέρες που δεν είχε έρθει το αίμα της κι ήταν χαρά κι έγνοια μαζί, γιατί πια παιχνίδια και κρυφά δε θα ‘ταν τα χάδια τους, μα φανερά, με δόξη και τιμή, κι αν ήθελε οι γονιοί τους ας έκαναν κι αλλιώς. Τριανταεννιά κι έκανε πίσω, άλλο κύμα να μην τον βρέξει. Πίσω και πιο πίσω και πιο πίσω, δίχως να κοιτάει, σκόνταψε και σωριάστηκε χαμαί, έσκασε κάτω, έγδαρε τους αγκώνες του στην πέτρα. Οι βράχοι βοούσαν τώρα, η θάλασσα αγρίευε, μύριζε πιότερο ο κεραυνός στην ανασαιμιά της, πιότερο το κρύσταλλο από τα μέρη τα μακρινά. Τα μάτια τα γλαυκά φεγγάριζαν, μούσκεμα από το δάκρυ, τα χείλια τα κατσαρά είχαν πιο πολύ κατσαρώσει, τρέμιζε στην άκρη τους η πίκρα κι ο καημός. Τρέμισε κι η γη στον καημό του. Πίσω και περά κι άλλες πέτρες κύλησαν, από τα γκρεμνά, όπως και τότε, κι άλλες κραυγές ακούστηκαν απόγνωσης και τρόμου, κι άλλες ψυχές κινήσανε για του άλλου κόσμου την πύλη την ανήλιαγη. Και μπρος του, σκεπασμένη με μανδύα από χώμα και πέτρα, μες το μπουχό από της γης την ταραχή, φάνηκε εκείνη, τα λυγερόχερά της τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά, γύρω από το παιδί που στην αιωνιότητα θα το κουβαλούσε μαζί της, τόση αγάπη πού να το πάρεις απόφαση να την αποχωριστείς; Κι έσκυψε από πάνω του χωματένια και σκοτεινή, πίσω της το φεγγάρι, να μη μπορεί κείνος να δει τα μάτια της ως πρέπει στους νεκρούς. Και τον επήρε από το χέρι, τον έστησε στα δυο του πόδια τα ξυπόλυτα, και με πατήματα ίδια φιλιά ανάλαφρα τον έσυρε ως το κύμα, εκείνο το τεσσαρακοστό, να πει το όνομά της και να σβήσει τον καημό του, να πει το όνομά της και να διώξει τη μαύρη την αγάπη του, να πει το όνομά της και να τους λυτρώσει και τους δυο.
  15. 14 points
    Ιούλιος - Αύγουστος 2019 «Είχε τα χείλη του πάνω στην παλλόμενη φλέβα του λαιμού του, ένιωθε το κάθε του χτυποκάρδι. Ο ιδρώτας του είχε ξινή γεύση, λίγο το ένοιαζε το βαμπίρ. Αν μπορούσε θα τον ρουφούσε ολόκληρο. Και ο πειρασμός ήταν τεράστιος καθώς η επιλογή ήταν εκεί, έτοιμη, δελεαστική. Ένα παραπέτασμα ισχνής πέτσας χώριζε τους κυνόδοντες του Ζήνωνα από το αίμα του αγαπημένου του. Σε λίγα λεπτά μέσα μπορούσε να τον σώσει, να τον κάνει αληθινά αθάνατο, να ζήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον μέσα στους αιώνες». Ο Λόρδος Βύρωνας ψυχορραγεί στο Μεσολόγγι. Λίγο πριν κερδίσει τη δοξασμένη αθανασία, τον ταλανίζει ο πειρασμός μιας απόδρασης σε μιαν άλλη, καταραμένη αιωνιότητα. Αυτή είναι η ιστορία του έρωτα δύο δαιμόνων, του ποιητή που αγάπησε ένα τυραννισμένο έθνος και του τέρατος που καταργήθηκε στο πάθος του για τον ποιητή. Από την αρχαία ως την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, τα σκοτεινά δάση των Κελτών, τα αιματηρά πεδία των μαχών της Ευρώπης και την πανουκλιασμένη Βενετία, το αέναο ταξίδι του βρικόλακα Ζήνωνα κλείνει στα χώματα που διεκδικούν την καρδιά του δαίμονα, δίνοντας άνθιση στο όνειρο της λύτρωσης.
  16. 14 points
    until
    Ο @DinoHajiyorgi καθόταν στο γραφείο του με το κεφάλι σκυμένο πάνω από έναν σωρό χαρτιά. Πότε πότε έξυνε την μικρή φαλάκρα του με το ένα χέρι, πότε σάλιωνε το πίσω μέρος του μολυβιού που κρατούσε στο άλλο. Κοιτούσε τα χαρτιά με βλοσυρό βλέμμα κι ήταν σίγουρος ότι τον κοιτούσαν κι αυτά. Έμπνευση; Μηδενική. Ο πισινός του είχε αφήσει το σημάδι του στην καρέκλα αλλά το κείμενο μπροστά του περίμενε, εδώ και ώρες, απελπιστικά άδειο. Ξάφνου, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Ο Ντίνος πετάχτηκε πάνω, ρίχνοντας όλα τα χαρτιά στο έδαφος. «Πανάθεμά σε, όποιος κι αν είναι. Δεν μπορώ, λείπω! Εργάζομαι! Αγοράσαμε ήδη!» «Χατζηγιώργη, άσε τις μπαλαματιές κι άσε με να μπω. Ο Mesmer είμαι. Έχεις έναν διαγωνισμό να οργανώσεις». Ο Ντίνος χτύπησε το κούτελό του με την παλάμη του. Το είχε ξεχάσει τελείως. «Ποιος τους χεζ...εεε.. ναι, αγαπητέ μου Το ξέρω. Έχω πολλή δουλειά όμως, δεν προλαβαίνω. Δεν μπορεί κανείς άλλος;» Για λίγα δευτερόλεπτα απάντηση από τον Mesmer δεν ακούστηκε. Ο Ντίνος θεώρησε ότι είχε απογοητευτεί και τον είχε αφήσει στην ησυχία του. Ένα απότομο χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου τον έκανε να τιναχτεί. «Άει στον κόρακα, βλάκα, με κοψοχόλιασες. Τι θες;» «Αλήθεια; Θα αφήσεις ΑΥΤΟΝ να τον διοργανώσει; Δεν μας λυπάσαι καθόλου;» «Δεν με απασχολεί, Mesmer. Πρέπει να τελειώσω το λυκανθρωπικό μου έπος με τίτλο "Η Λαίδη Τσάτερλι κι ο λυκάνθρωπος της Καρδίτσας". Δεν έχω χρόνο για χάσιμο για διαγωνισμούς όπου λαμβάνουν μέρος 50 άτομα και πάντα κερδίζει η elgalla». Ο Mesmer έσκυψε το κεφάλι με απογοήτευση. Μέσα του, βαθειά, ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Τον διαγωνισμό έπρεπε να τον διοργανώσει ΕΚΕΙΝΟΣ." ___________________________________________________________________________________________ *Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος Συγγραφής: 16 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Όριο Λέξεων: 500 έως 3.850 λέξεις Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 16 Οκτωβρίου έως 18 Νοεμβρίου *Τις ψήφους σας τις στέλνετε στον Ballerond και στον Dreamer Θέμα: Κάθοδος Τα διηγήματα του 51ου διαγωνισμού είναι 7, και είναι τα εξής: gismofbi - Το κατώφλι του πεπρωμένου John Ernst - Το μαντείο του κάτω κόσμου Roubiliana - ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΜΟΥ South of Heaven - Happier than thou Starbuck - Το Δώρο Unicron - The arc of descent Γιώργος77 - Τ ά ρ τ α ρ α
  17. 14 points
    Ύστερα από έξι χρόνια συγγραφικής προσπάθειας, έφτασε επιτέλους η στιγμή να ανακοινώσω πως το πρώτο μέρος της τριλογίας η Εποχή των Θρύλων είναι έτοιμο να εκδοθεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ευχαριστώ από καρδιάς όλα τα μέλη του sff.gr - αναγνώστες και συγγραφείς - που βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ώστε αυτό το όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
  18. 14 points
    Μιας και το θυμήθηκα να το ποστάρω εδώ πριν το ξαναξεχάσω. Η ιστορία μου με τίτλο "The Heart is a Lonesome Hunter" είναι δωρεάν προς ανάγνωση στο διαδικτυακό περιοδικό Liminal Stories παρέα με μερικές πολύ ωραίες ιστορίες που διάλεξαν οι editors για το τεύχος του Οκτωβρίου. Επίσης αν και πέρασε λίγος καιρός να πω και για το τεύχος #56 του έντυπου Βρετανικού περιοδικού Black Static που φιλοξενεί την ιστορία μου "What We Are Molded After" που νομίζω είχε πάρει εδώ μέρος σε κάποιο Write Off.
  19. 14 points
    Από τις εκδόσεις ΆΛΛΩΣΤΕ θα κυκλοφορήσει η συλλογή Στο Δρόμο για τις Πλειάδες, όπου φιλοξενούνται μεταξύ των έργων άλλων 11 συγγραφέων τα εξής δύο διηγήματά μου: Το Κουτί (ελαφρώς αλλαγμένο) και το Μια Βροχερή Μέρα (Αλλαγμένο μέχρι μη αναγνωρίσεως). Η συλλογή θα κυκλοφορήσει 5 Νοέμβρη σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση που είχα. Remember, remember, the 5th of November...
  20. 14 points
    Δύο ποιήματά μου φιλοξενούνται πλέον στο Φρέαρ, το Ορφικό και ο Γρανίτης. Μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ.
  21. 14 points
    Πριν λίγες μέρες, τελείωσα ένα από πιο σημαντικά και πιο εντυπωσιακά βιβλία φανταστικού και μη που έχουν γραφτεί ποτέ, την Ιλιάδα. Με πιο ψύχραιμο μάτι, μπορώ να διακρίνω κάποιες αδυναμίες, αλλά η γενική μου εντύπωση ήταν ένα δίμηνο γεμάτο «ωωω», «ααα», «τι λες τώρα!», «τι έγραψε ο θεός!» και άλλα τέτοια ευτράπελα. Βρήκα λοιπόν τον ποιητή στον πάνθεον των δημιουργών, εκεί που του έπλεναν τα πόδια και του έκαναν αέρα ο Σαίξπηρ, ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Μότσαρτ (βλ. πίνακα) και του εξέθεσα τις αντιρρήσεις μου. Ήταν πολύ κατατοπιστικός. Μ: Δεν μπορείς να αναφέρεις εκατοντάδες ονόματα και πολλές φορές δεκάδες μέσα στην ίδια σελίδα. Θα μπερδευτεί και θα κουραστεί ο αναγνώστης. Ο: Δεν θα τα διαβάζουν. Θα τα ακούνε. Μπορώ. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Τουλάχιστον μην αναφέρεις τον κάθε ήρωα πότε με το όνομά του και πότε με την καταγωγή από τον πατέρα του (Πηλείδης, Τυδείδης, κλπ.). Είναι ακόμα μεγαλύτερο μπέρδεμα. Ο: Θα το κάνω καταπώς βολεύει το δακτυλικό εξάμετρο των στίχων μου. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να τους παρουσιάζεις όλους ισόθεους, γενναίους, ανδρείους, ήρωες, πάνσοφους κλπ. Φτιάχνεις ασπρόμαυρους χαρακτήρες έτσι. Είναι κλισέ. Ο: Μπορώ. Ανάμεσα σε άλλους, εφηύρα το κλισέ. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να ξεκινάς παρομοιώσεις που το πρώτο σκέλος τους διαρκεί στίχους ολόκληρους και αποτελεί μια σκηνή από μόνο του. Είναι τεράστιες, και καμιά φορά ο αναγνώστης ξεχνάει τι ξεκίνησες να παρομοιάσεις. Ο: Μπορώ να γράψω ολόκληρες ραψωδίες μέσα σε ομηρικές παρομοιώσεις, αλλά έκανα περικοπές. Και, παρά την αυτοσυγκράτησή μου, μπορώ να σε κάνω να χαθείς μέσα τους ακούγοντάς τες. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να έχεις τόσο σκληρές και σπλάτερ σκηνές μάχης, τον ένα να του σπάει το δόρυ τα δόντια και να του βγαίνει απ' τον σβέρκο, ο άλλος να πέφτει στα γόνατα κρατώντας τ' άντερά του, και να περιμένεις το έργο σου με τόση βία να γίνει επιτυχία. Ο: (αναστεναγμός) Θα σου 'λεγα τώρα ποιος είμαι... Μ: Δεν μπορείς να θυμάσαι απ’ έξω είκοσι τέσσερεις ραψωδίες, με εφτακόσιους στίχους κατά μέσο όρο η κάθε μια, εκατόν τριάντα χιλιάδες λέξεις σύνολο! Πρέπει να είσαι μηχανή! Ο: Μπορώ. Χωρίς να τις δω ποτέ γραμμένες. Και δεν είμαι μηχανή. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να επινοείς τρεις καινούργιες σύνθετες λέξεις σε κάθε σελίδα επί 360 σελίδες! Είναι πολλές! Οι γλωσσικές καινοτομίες πρέπει να γίνονται με μέτρο για να μην προκαλούν. Ο: Μπορώ. Για την ακρίβεια επινόησα τις γλωσσικές καινοτομίες. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Μα δεν μπορεί να κάνεις τέτοια κατάχρηση στις επινοημένες σύνθετες λέξεις και να είναι όλες πετυχημένες, εντυπωσιακές και συγχρόνως εξαιρετικά δύσκολο να χρησιμοποιηθούν από άλλον! Ο: Αυτό ακριβώς έκανα. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς ν’ ανακατεύεις όλη την ώρα τους θεούς στην εξέλιξη του πολέμου. Είναι παράλογο, και μερικές φορές υποβιβάζει την ικανότητα των ηρώων. Ο: Μπορώ. Είναι το φανταστικό στοιχείο του έργου, και εγώ καθορίζω τη συχνότητα της χρήσης του. Ούτε ο Έκτορας, ούτε ο Αχιλλέας έμειναν στην ιστορία ως οι ανίκανοι που τους βοηθούσαν οι θεοί. Επειδή είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να βάζεις τόσο συχνά τέτοια ποταπά κίνητρα στους χαρακτήρες σου. Δεν αρμόζουν σε ήρωες ή θεούς. Μου χαλάει όλη την τέλεια εικόνα που φτιάχνεις γι’ αυτούς με όλα εκείνα τα φοβερά και τρομερά επίθετα. Ο: Α, όχι και τόσο ασπρόμαυροι χαρακτήρες τελικά, ε; Λοιπόν, μπορώ. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να ξοδεύεις όλη τη ραψωδία Β για να περιγράψεις με κάθε λεπτομέρεια τον στρατό των Αχαιών και πόσα καράβια (που δεν θα παίξουν κανένα ρόλο αργότερα) είχε φέρει ο κάθε πολέμαρχος, και να ελπίζεις ότι θα διαβάζεσαι δεκαετίες ή και αιώνες στο μέλλον. Ο: Έχεις δίκιο, δεν μπορώ. Ούτε για αιώνες, πόσο μάλλον για δεκαετίες. Χιλιετίες σου κάνουν; Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να παρουσιάζεις τα πάντα στην ιστορία σου τόσο μα τόσο επικά. Το κλέος, το κάλλος, η ανδρεία, η δύναμη, η σοφία, η ταχύτητα, η τέχνη, η ισχύς. Πόσο έπος πια; Ο: Μπορώ. Είμαι το έπος. Είμαι ο Όμηρος. Μ: Δεν μπορείς να γράφεις ένα βιβλίο με όλα τα παραπάνω, που χρειάζομαι δύο μήνες για να το τελειώσω ακόμα και στη μετάφραση, και να μου αρέσει τόσο! Ο: Μπορώ. Είμαι ο Όμηρος. [Πίνακας: Jean-Auguste-Dominique Ingres, Η Αποθέωση του Ομήρου, 1827, Λούβρο. Τον Όμηρο αποθεώνουν περί τις σαράντα πέντε μεγάλες μορφές της αρχαιότητας και του σύγχρονου κόσμου. Στα πόδια του καθιστές η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.]
  22. 14 points
    Οι πιθανές αντιδράσεις σ' αυτή την εικόνα είναι τρεις: ?, α!, ωχ... Αλλά ας ξεκινήσουμε απ' το ? National Novel Writing Month ονομάζεται το παγκόσμιο πρότζεκτ που θέτει έναν πάρα πολύ δύσκολο στόχο σε επίδοξους συγγραφείς: να γράψουν μια νουβέλα με τουλάχιστον 50.000 λέξεις (ή μέρος μιας νουβέλας, αλλά το μίνιμουμ λέξεων είναι αδιαπραγμάτευτο) μέσα σε τριάντα μέρες που ξεκινούν τα μεσάνυχτα 31 Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου και λήγουν τα μεσάνυχτα 30 Νοεμβρίου προς 1 Δεκεμβρίου. Έπαθλο δεν υπάρχει άλλο, εκτός απ' την ίδια τη δημιουργία και μπράγκιν ράιτς. Μιας και ο Οκτώβρης μπήκε και ο Νοέμβρης είναι κοντά και, μιας και το σφφ φιλοξενεί κάθε χρόνο σε μια μυστική γωνιά του τους νανοριμίτες (και μιας και προσεχώς κανας Νιχίλιος θ' ανοίξει το παραδοσιακό νανοριμοτόπικ για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι καινούργιοι), ε, ας κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στις τριάντα μέρες συγγραφικής εκγατάλειψης. Όποιος περιμένει την 1η του Νοέμβρη για να μπαρκάρει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, το πιθανότερο είναι να σωριαστεί χάμω γύρω στη δεύτερη με τρίτη εβδομάδα και να τον φάνε οι γύπες που πρόθυμα καραδοκούν κάθε χρόνο πάνω απ' αυτούς που αποφασίζουν να τολμήσουν. Όπως πολλά πράγματα στη ζωή, χρειάζεται προετοιμασία. Ακόμα κι αν δεν είστε του οργανωτικού στυλ, με πινακάκια, αρχεία επί αρχείων, τακτοποιημένα συρταράκια ιδεών και χαρακτήρων και μοιρογνωμόνια πλοκών, ΚΑΙ ΠΑΛΙ θα χρειαστεί να έχετε δυο-τρία βασικά πραγματάκια: έτοιμη πλοκή, τουλάχιστον δυο-τρεις βασικούς χαρακτήρες και ένα γενικό πλάνο της ιστορίας σας. Προσωπικά, δεν μπορώ ν' αρχίσω αν δεν εχω και τέλος. Αλλά δεν είμαι εδώ για να δώσω συμβουλές. Το μόνο που θέλω είναι να περιγράψω πώς είναι για μένα το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά του κάθε μου, σχεδόν, Νοέμβρη. Όταν πάει να φύγει το καλοκαιράκι κι οι πρώτες βροχές ξεπλένουν την σκόνη (όχι πως η Στοκχόλμη προλαβαίνει και ποτέ να σκονιστεί, αλλά λέμε τώρα), αρχίζει να κατασταλάζει μέσα μου η ιστορία που θα γραφτεί απ' τις 3-4 που με κλωθογυρνάνε όλο το χρόνο. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας που η μαγιά ετοιμάζεται: οι κούκλες παίζουν με φρενήρη ρυθμό τα βασικά κομμάτια της ιστορίας. Κάποιες κούκλες βγαίνουν εκτός μάχης ως ακατάλληλες, άλλες πάνε για ένα ρεκτιφιέ κι άλλες βγαίνουν απ' την ντουλάπα και ξεσκονίζονται. Μερικές δημιουργούνται επιτόπου κι οι παλιές φροντίζουν να τις περάσουν απ' τα καθιερωμένα καψόνια. Μέσα σ' ένα μήνα, οι βασικοί μου χαρακτήρες είναι έτοιμοι, έχουν τα ονόματά τους, τα μυστικά τους, το παρελθόν τους, την προσωπικότητά τους, πρόσωπα και σώματα. Κομμάτια διαλόγων παίζονται, σκηνικά στήνονται, κουστούμια ράβονται. Τρύπες κλείνουν, μερικές φορές ανοίγοντας άλλες, αλλά δατ'ς λάιφ φορ γιου. Στο τέλος του μήνα, έχω μια γενική ιδέα του ποιος θα κάνει τι πού, πώς και με ποιον, αλλά, κυρίως, έχω γιατί θα κάνει αυτά που θα κάνει. Τον Οκτώβρη αυτή η διαδικασία γίνεται πιο συγκεκριμένη και λεπτομερής: τσεκάρεται η αληθοφάνεια του περιβάλλοντος που θα στηθεί η ιστορία, οι συνέπειες αλληλεπιδράσεων, τι θα φωτιστεί, τι θα μείνει στη σκιά, τι θα κρυφτεί και πώς μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Εγώ που δεν είμαι της οργάνωσης έξω απ' το κεφάλι μου σπάνια καταγράφω κάτι απ' αυτά, αλλά, αν γράψω, αυτό θα συμβεί τον Οκτώβρη. Σημαντικές λεπτομέρεις που θα κρίνουν κάποια πράγματα γράφονται, όπως και γενικές πληροφορίες σκηνικών. Μιας και ο κόσμος που έχω δουλέψει σχεδόν όλες μου τις φάνταζι ιστορίες είναι ένας, τσεκάρω ποια στοιχεία του θ' αναδείξω, αν θα συνδέσω χρονικά ή τοπικά αυτή την ιστορία με άλλες και πώς. Τον Οκτώβρη ζω στον κόσμο της ιστορίας μου. Προσεύχομαι στους θεούς του, υπακούω στους νόμους του, περπατάω στους δρόμους του, μιλάω με τους κατοίκους του. Θέλω να ξέρω κάθε του γωνιά όταν μπει η 1η του Νοέμβρη. Όχι γιατί θα τον περιγράψω (σπάνια μπαίνω σε περιγραφικές λεπτομέρειες), αλλά για να μπορούν οι χαρακτήρες μου να κινηθούν με άνεση μέσα του και να πουν την ιστορία τους. Και μετά έρχεται η πρώτη του Νοέμβρη και τ' άλογα φορτσάρουν στην εκκίνηση. Η πρώτη λίγη ώρα είναι κινέζικο βασανισήριο στο οποίο κοιτάω τον κέρσορα ν' αναβοσβήνει στην οθόνη και η κενή σελίδα μού θυμίζει το άδειο μου κεφάλι. Μέσα σε τριάντα μέρες πρέπει να έχουν γραφτεί 50.000 λέξεις εκεί πάνω κι εγώ δεν ξέρω εκείνη τη στιγμή ούτε καν από πού ν' αρχίσω. Όταν, δειλά-δειλά, γραφτεί η πρώτη προτασούλα, η πρώτη παράγραφος, μετά νιώθω σαν καουμπόης του φαρ-ουέστ. Ρίχνω ένα γιιιι-χα!, σπιρουνίζω το άτι και τρέχω ξέφρενα, γεμίζοντας σελίδες. Αν η πρώτη μέρα δεν έχει τουλάχιστον δύο χιλιάρικα, είναι τραγική αποτυχία, για μένα. (Ο καθημερινός μέσος όρος λέξεων, μπάι δε γουέι, είναι το 1666 του σατανά και περισσεύεουν κάτι λίγα για το τέλος). Η πρώτη βδομάδα, σε γενικές γραμμές, έχει όλο τον ενθουσιασμό και την φόρα της εκκίνησης. Νιώθω ότι θα κατακτήσω τον κόσμο. Τόση αυτοπεποίθηση έχω που γυρίζω ξεδιάντροπα και κάνω και διορθώσεις! Δηλαδή, ούτε τσίπα, ούτε τίποτα! (Ένα ακόμα μπάι δε γουέι, αν το νανόριμο έχει έναν κανόνα -εννοώ έναν άλλο κανόνα εκτός απ' τον σκάσε και γράφε- αυτός ο κανόνας είναι ο σκάσε και γράφε και μην κοιτάς πίσω σου.) Ρε, δε με σκιάζει φοβέρα καμιά! Έχω ιστορία, έχω χαρακτήρες που περπατάνε πάνω στην ιστορία σαν μοντέλες στην πασαρέλα κι εγώ τους φτύνω μην τους βασκάνω. Τη δεύτερη βρομάδα ο ρυθμός, αναμενόμενα, πέφτει. Βγαίνουν και πάλι οι 1666 σατανικές λέξεις την ημέρα, αλλά δύσκολα, πολύ δύσκολα βγαίνει κάτι παραπάνω. Οι χαρακτήρες σα να βαριούνται, σα να ξεχνάνε τα λόγια τους, τα σκηνικά σα να παραπαίουν κι η υπόθεση σα να ξεφεύγει. Η δεύτερη βδομάδα, προς το τέλος της, είναι ένα κομβικό σημείο.Ξέρεις πως πρέπει να έχεις εικοσιπέντε χιλιάρικα στο τσεπάκι σου. Αν έχεις κάτω από είκοσι, εύκολα σε παίρνει από κάτω και τα παρατάς. Αν έχεις χτυπήσει το εικοσιπεντάρι κι είσαι στα μισά, συνειδητοποιείς ότι έχεις άλλο τόσο, μόνο που φαντάζει τόσο απροσπέλαστο όσο και το Έβερεστ. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που παρατούν το νανό, το κάνουν τότε, στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας. Κυρίως γιατί βλέπουν την τρίτη εβδομάδα να έρχεται και μαζί της... writer's block. Ο φόβος και ο τρόμος του συγγραφέα γενικά, του νανοριμίτη ειδικά. Πού πας, ρε Καραμήτρο, να βγάλεις πενήντα χιλιάρικα σ' ένα μήνα, αν φας πέντε μέρες με το κεφάλι τάμπουλα ράζα; Ο πανικός έρχεται, οι παλάμες ιδρώνουν, ξεκινά η γκρίνια, η μουρμούρα κι οι δέκα ινδιάνικες κατάρες στο νανόριμο. Βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες να γράφεις κι ορκίζεσαι στα κόκκαλα του Όσκαρ Ουάιλντ ότι ποτέ των ποτών των ποτέποτων δεν πρόκειται να το ξανακάνεις για κανέναν απολύτως λόγο, δεν πα να σου τάξουν το βάρος σου σε μπύρα ή μια βδομάδα πληρωμένες διακοπές με την Αντζελίνα Τζολί ΚΑΙ τον Τζόνι Ντεπ μαζί. Ο κέρσορας αναβοσβήνει χλευαστικά: στο τέλος της εβδομάδας το κοντέρ πρέπει να δείχνει κάτι λιγότερο από 40Κ κι εσύ πνίγεις τον πόνο σου σε καφεΐνη, νικοτίνη (αχ, πόσο μού λείπεις τον Νοέμβρη, νικοτίνη μου...) και αλκοόλη. Σούρνοντας το κουφάρι σου, προσπαθείς να γράψεις μια λεξούλα κι άλλη μία ακόμα, να το πιάσεις από αλλού και ξαφνικά μπραφ! Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας τρως μια ξανάστροφη από κανα-δυο χαρακτήρες που σου ανακοινώνουν ότι αναλαμβάνουν αυτοί από δω και πέρα και αρχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Η πλοκή που φάνταζε τόσο ευθεία όσο και αδιέξοδη αρχίζει τις παρακάμψεις, βάζει, βγάζει και μέχρι το τέλος της εβδομάδας σε προσγειώνει πίσω, αλλά κοντά στο όριό σου. Και μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Όταν ξεκινά η τέταρτη εβδομάδα, το μόνο που θες είναι να βλέπεις τις λέξεις που σου μένουν να μειώνονται. Να γίνουν τετραψήφιες, για αρχή και μετά 8.000, 7.000. 6.000. Κάθε χιλιάρικο είναι μια μεγάλη, τεράστια νίκη, είναι ένα άλμα προς το τέλος που βλέπεις θαμπά στην άκρη του τούνελ. Περιττό να πω ότι λέξεις όπως "ποιότητα" ή "επιμέλεια" έχουν σβηστεί εδώ και μέρες απ' το λεξιλόγιό σου και το μόνο που έχει απομείνει είναι "λέξεις". Κυρίως όσο πλησιάζουν οι μέρες στις 28-29 Νοέμβρη, οι λέξεις είναι το μόνο που μπορείς να σκεφτείς γενικά. Το μαλλί την έχει δει Μπετόβεν, το μάτι γυαλίζει, η γλώσσα κρέμεται στο πλάι σαν λαχανιασμένου ροτβάιλερ, τα δάχτυλα τρέμουν πάνω απ' τα πλήκτρα και το μόνο πράγμα που έχεις στο μυαλό σου είναι να τελειώσεις την μπιπ την ιστορία, μπιπ το μπιπ του μπιπ κι ας βρουν μετά το κουφάρι σου απλωμένο σα χτυπημένο χταπόδι πάνω στο πληκτρολόγιο. Φτάνει ο μετρητής λέξεων να λέει 50.001 και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Είναι μαγική η στιγμή που ο μήνας αλλάζει κι εσύ παίρνεις μια ανάσα, βαθιά και γεμάτη, και κοιτάς πίσω σου. Κοιτάς 50.000 λέξεις δικές σου, μια ιστορία δικιά σου, που γράφτηκε τόσο γρήγορα κι επίπονα, σα γέννα. Μόνο όσοι το έχουν κάνει μπορούν να το καταλάβουν. Αυτή την ανάσα, αυτό το συναίσθημα της ολοκλήρωσης, ότι τα κατάφερες, το έκανες, το έγραψες, νίκησες τον εαυτό σου, την καρέκλα, τον χρόνο, τα 'πιασες όλα μέσα στη χούφτα σου, τα ζούπηξες κι όταν την άνοιξες, μέσα υπήρχε μόνο μια ιστορία. Δική σου. Όταν γράφω την τελευταία λέξη, νιώθω μόνο κούραση. Δε θέλω να δω υπολογιστή ποτέ ξανά στη ζωή μου, το μόνο που θέλω είναι ν' ανοίξω μπακάλικο και να γελάω σαν χαζόγρια κάθε φορά που κάποιος αναφέρει την συγγραφή. Την επόμενη μέρα όλο αυτό έχει εξαφανιστεί. Ο Δεκέμβρης εχει μέσα του τις 50.000 λέξεις κι όλη την χαρά και την υπερηφάνεια που τις ακολουθεί. Κι εγώ... εγώ μετράω μέρες, μέχρι το επόμενο. Πλέον το παραδέχομαι αναίσχυντα: λαχταρώ τις τριάντα βασανιστικές μέρες του νανόριμο κι αγαπώ τον Νοέμβρη που μου το χαρίζει. Και, φυσικά, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την οικογένεια του νανό εδώ μέσα, που σπρώχνει, ενθαρρύνει, τραβάει, βοηθάει, είναι εκεί και συμπάσχει, συμβουλεύει, καμαρώνει. Γιατί πέρσι δεν έγραψε ο καθένας 50.000 λέξεις (κι όσες έγραψαν αυτοί που δεν ολοκλήρωσαν). Γράψαμε όλοι μαζί 500.000 (ή, μάλλον 600.000). Είναι τόσο ασύλληπτο όσο και πραγματικό. Κι είναι δικό μας. Όλων μας.
  23. 13 points
    Συγνώμη, αλλά δηλώσεις του στυλ "δεν μπορώ να δω την Γκόλφω να τρέχει να κυνηγάει τον εξωγήινο ή τον κυρ Μπάμπη να τον καταδιώκουν λυκάνθρωποι" τις θεωρώ δικαιολογίες και δείχνουν έλλειψη φαντασίας. Έχουμε κολλήσει τόσα χρόνια ότι η Ελληνική "κουλτούρα" και "παράδοση" είναι μόνο σειρές με ξεπεσμένους έρωτες, γλεντζέδες λεφτάδες και μία Ελληνική επαρχία όπου περνάνε όλη μέρα ρίχνοντας καρπαζιές ο ένας στον άλλον. Οι Ελληνικές ταινίες των δεκαετιών 50-70 αντανακλούσαν μία Ελληνική καθημερινότητα στην οποία υπήρχαν οι μεροκαματιάρηδες, τα μπουζούκια, η μεταπολίτευση, η άνθιση της Ελληνικής βιοτεχνίας κτλ. Το ότι παίζονται ακόμα στην τηλεόραση αυτές οι ταινίες δεν σημαίνει ότι έχουμε να δείξουμε μόνο αυτό σαν λαός. Προφανώς κι έχει να κάνει με την παιδεία, όπως είπε ο Ντίνος. Έχει να κάνει με την αντίληψη του μέσου Έλληνα για την παραγωγή λογοτεχνίας/κινηματογράφου/τέχνης στην χώρα μας όπου το μεγαλύτερο ποσοστό αναλώνεται σε επιθεωρήσεις με τον Σεφερλή, τραγικές κομεντί με δυσλειτουργικές οικογένειες (με ηθοποιούς μοντέλα όμως) και σε copy paste βιβλία τα οποία διαβάζονται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην παραλία πριν την ταβέρνα με τα καλαμαράκια. Το να αποφεύγουμε να ρισκάρουμε το Φανταστικό στην Ελληνική καθημερινότητα είναι σαν να επιβεβαιώνουμε όλους τους παραπάνω οι οποίοι νομίζουν ότι ο Αχιλλέας ήταν ίδιος ο Brad Pitt κι έκανε "μαγκιές" στον Έκτορα σαν τον ταξιτζή που μας κόβει τον δρόμο κι ότι ο μύθος των βρικολάκων ξεκίνησε με τον Edward που λαμποκοπάει στην ήλιο σαν την κυρά Σούλα από τα κάτω Πετράλωνα που έριξε 1 κιλό carroten πριν βγει στην παραλία. Λατρεύω να βλέπω ιστορίες Φανταστικού στην Ελλάδα, είτε επαρχία, είτε πόλη. Λατρεύω να βλέπω προσπάθειες συγγραφέων να βουτήξουν τον μέσο - ή και όχι - Έλληνα σε μία κατάταση στην οποία θα πρέπει να απαρνηθεί αυτά που ήξερε για να επιβιώσει. Το λατρεύω γιατί δείχνει ανθρώπους που θέλουν να σπάσουν ένα κατεστημένο κλαυσίγελου το οποίο είχε απωθήσει τόσα χρόνια άλλους συγγραφείς από το να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Και ποιος σας είπε ότι όλοι οι Αμερικανοί, με το που έβλεπαν εξωγήινους, θα αντιδρούσαν όπως ο Mulder κι η Scully? Έχετε δει καθόλου τον μέσο Αμερικανό που ζει στην Christian zone? (κεντρική και νοτιοδυτική Αμερική); Θα έπαιρνε την τσουγκράνα, θα καβαλούσε το άλογό του, θα φόραγε τις μπότες του και θα πήγαινε να το παίξει John Wayne μασώντας καπνό με το στόμα. Ξεκολλήστε από τέτοια όρια και προσπαθήστε να ξεχωρίσετε. Όσο γράφω, θα προτιμάω ΠΑΝΤΑ το Ελληνικό setting γιατί αυτό θέλω να αποδομήσω και να φτιάξω από την αρχή. Χέστηκα για το τι θα έκανε ο Μπραντ από την Νέα Υόρκη αν μία επιδημία με ζόμπι ξεκινούσε στην γειτονιά του. Θέλω να δω τι θα έκανε η Ελένη, φοιτήτρια Νομικής, από την Κυψέλη αν ξαφνικά έβλεπε τον περιπτερά που της πουλάει κάθε μέρα τα τσιγάρα της, να βούταγε μέσα από το περίπτερο και να την κυνηγάει πάνω στην Φωκίωνος Νέγρη.
  24. 12 points
    Το 2010, ένα μέλος που δεν είναι πλέον ενεργό, σ' ένα τόπικ που δεν υπάρχει πια, ρώτησε "Πού θα βρίσκεστε σε 10 χρόνια από τώρα;" Είχα σπεύσει να του απαντήσω "Εδώ". Οι καιροί πέρασαν, πολλά άλλαξαν, δεν είμαι μια εδώ όπως παλιά. Αλλά, ναι, το θυμήθηκα πριν από λίγο καιρό και κράτησα μια σημείωση να ποστάρω κάτι ΕΔΩ! Εδώ που έχω περάσει άπειρες όμορφες ώρες στο παρελθόν. Για να μην μένουν unfinished business and unfulfilled promises. 🙂 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
  25. 12 points
    Καλησπέρα σε όλους. Αυτό είναι το πρώτο μου βιβλίο. Πρόκειται για μια ανθολογία με ιστορίες τρόμου, που έγραψα με πολύ μεράκι και αγάπη για το συγκεκριμένο είδος. Κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Παρακάτω θα βρείτε την περίληψη, καθώς και δυο λινκ για όσους ενδιαφέρονται για online παραγγελία. Ευχαριστώ. Η ιστορία του τίτλου διαδραµατίζεται στη µακρινή Ελλάδα του 1948. Ένας σφουγγαράς από την Κρήτη παλεύει να σώσει ένα αγαπηµένο του πρόσωπο από µια αρρώστια. Όταν έρχεται η ώρα της ανάδυσης όµως το σχοινί που θα τον σήκωνε παραµένει ασάλευτο και εκείνος παγιδευµένος στον βυθό... Κάποιος νεαρός απαντά σε αγγελία για εργασία κατά την καλοκαιρινή σεζόν, στον φάρο µιας ξεχασµένης νησίδας των βόρειων Σποράδων. Πέρα όµως από τη ζεστή φιλοξενία των ντόπιων και την εύκολη δουλειά, καραδοκεί και κάτι άλλο στον φάρο, κάτι που περίµενε καιρό... Ο Μενέλαος είναι ένας λαογράφος που ταξιδεύει στα όµορφα Καλάβρυτα. Επιθυµεί να συλλέξει υλικό για ένα τραγικό συµβάν που διαδραµατίστηκε εκεί στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο. Η έρευνά του όµως τον οδηγεί στην καρδιά µιας φολκλόρ δεισιδαιµονίας, µέρος της οποίας κινδυνεύει να γίνει και ο ίδιος... Μια νεαρή κτηνίατρος καλείται επειγόντως από έναν κτηνοτρόφο της Θεσσαλίας προκειµένου να ελέγξει την ασυνήθιστη συµπεριφορά των βοοειδών του. Η διάγνωση σύντοµα εξελίσσεται σε έναν παγωµένο εφιάλτη... Ένας αποφασισµένος διαρρήκτης εισβάλλει σε ένα παλιό αρχοντικό του Πειραιά για µια εύκολη µπάζα. Μέχρι που ανακαλύπτει περισσότερα από όσα θα ήθελε... https://www.greekbooks.gr/agalineyta-bathi.html https://www.politeianet.gr/…/9789604108121-dagklis-michalis…
  26. 12 points

    until

    Ανακοινωση θέματος: Ο Νικήτας έσκυψε μπροστά και κοίταξε κάτω. Πενήντα όροφοι μακριά του, άνθρωποι που έμοιαζαν με κινούμενες πινέζες, πήγαιναν κανονικά στη δουλειά τους, χαζολογούσαν στο πεζοδρόμιο, σταματούσαν ταξί, πετούσαν σκουπίδια στο δρόμο. Κανείς δεν τον είχε αντιληφθεί - πώς θα μπορούσε άλλωστε - ήταν μία μικροσκοπική κουκκίδα, με το ένα πόδι στον αέρα και το άλλο να πατάει οριακά στο περβάζι, μέσα στο χάος των ουρανοξυστών. Δεν ήξερε αν η ζωή του θα περάσει από μπροστά του σαν ταινία. Δεν ήξερε αν θα πεθάνει πριν την πτώση. Σε ένα φόρουμ είχε διαβάσει ότι, ενώ θες να κλείσεις τα μάτια, το σοκ της πτώσης δεν σε αφήνει και καθώς συναντάς το σκληρό δάπεδο, τα έχεις ορθάνοικτα. Ο Νικήτας δεν πίστευε ότι ήταν αλήθεια αυτό καθώς αυτός που το είχε γράψει θα πρέπει να το είχε κάνει από τον άλλο κόσμο. Πάντα του άρεσαν οι ανηφόρες. Από μικρός, όπου έβλεπε βουνοπλαγιά έτρεχε για να την ανέβει. Μετά, για κάποιον μυστήριο λόγο, δεν ήθελε καθόλου να επιστρέψει. Η κατηφόρα τον τρόμαζε. Φοβόταν ότι δεν θα ήλεγχε την ταχύτητά του, δεν θα έφτανε ποτέ στο έδαφος κι ότι θα κατρακυλούσε ασταμάτητα, σαν χάμστερ που τρέχει μανιωδώς σε έναν κύλινδρο. Και τώρα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει οτιδήποτε στη ζωή του, είχε επιλέξει την "εύκολη" λύση. Την δραπέτευση από τα προβλήματα. Την παραίτηση από τη ζωή. Θα ήθελε να μπορούσε να καταδυθεί στον εαυτό του. Να ψάξει το βαθύτερο πρόβλημα. Να πέσει και να αναζητήσει τη λύση, να ψάξει στον πάτο, να βρει το φως, και μέσα από την κάθοδο να έρθει και πάλι στην αγαπημένη του άνοδο. Θα το ήθελε πολύ. Αλλά αυτοί οι πενήντα όροφοι έμοιαζαν τόσο δελεαστικοί. Κι ήταν σίγουρος ότι, σε αντίθεση με τη βουνοπλαγιά, τώρα θα έφτανε σίγουρα στο έδαφος. Ένα σκοτεινό υπόγειο. Μία σκάλα που οδηγεί στον Άδη. Μία κατηφόρα στο άδυτο της ψυχής μας. Μία κατάβαση σε ένα απύθμενο πηγάδι. Μία κάθοδος στη ζωή μας. Νομίζουμε πολλές φορές ότι το πιο δύσκολο είναι να ανεβαίνεις. Να αγκομαχάς και να κουράζεσαι. Για μένα, το πιο δύσκολο είναι να ψάχνεις. Να σκαλίζεις. Να πηγαίνεις βαθύτερα, χαμηλότερα, σκοτεινότερα. Γράψτε για την ΚΑΘΟΔΟ. Για χαρακτήρες που τόλμησαν να ανέβουν αλλά όχι να κατέβουν. Για ιστορίες που κρύβονται στα πιο χαώδη άδυτα της ψυχής μας. Για ανθρώπους που αποφάσισαν να αλλάξουν τη ζωή τους κοιτώντας πίσω τους. Για την κάθοδο των μυρίων (καλά, όχι τόσο προφανές, καταλάβατε) Κάθοδος λοιπόν. Και καλή μας κατηφόρα.
  27. 12 points
    Όνομα Συγγραφέα: Γιάννης Είδος: Ημερολογιακή Ε.Φ. (γουάτ;) Βία; Τσου Σεξ; τσουτσού Αριθμός Λέξεων: 2889 (+1 ο τίτλος) Αυτοτελής; Ε, ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου για τον 47ο διαγωνισμό σύντομης ιστορίας ΕΦ με θέμα «Εθισμοί». Δεν έχω ξαναγράψει κάτι τέτοιο. Θάψτε ελεύθερα. ΧΡΥΣΑΦΕΝΙΑ Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο δύο: Καλησπέρα κι από μένα. Νιώθω σαν παρουσιαστής σε εκπομπή, λίγο χαζό το ξέρω, γιατί δεν έχω κοινό. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Ελπίζω αυτή εδώ η περίεργη οθόνη να δουλεύει. Πλάκα δε θα είχε να μιλάω, να μιλάω, και στο τέλος να υπάρχει μόνο μαυρίλα; Πρέπει να σταματήσω να ξεκινάω έτσι τις εγγραφές. Επιστήμονας άνθρωπος είμαι. Θα βρω κάτι καλύτερο στο μέλλον. Λοιπόν, στο θέμα μας. Ο Νάρκισσος δουλεύει μία χαρά, τον άφησα εκτός λειτουργίας χθες για να ελέγξω τα κυκλώματά του ώστε να βεβαιωθώ ότι οι μαγνήτες κι οι κεραίες λαμβάνουν τα σωστά σήματα. Η κίτρινη σφαίρα δε βλέπω να αντιδράει ακόμα μαζί του. Είναι πάντως... όμορφη. Μοιάζει με έναν μικρό ήλιο, άλλοτε λάμπει κι άλλοτε σκοτεινιάζει. Δεν ξέρω αν έχει καταλάβει ότι την παρακολουθώ. Την πρώτη μέρα έμοιαζε πιο... τέλος πάντων. Τι να καταλάβει, σάμπως κι είναι ζωντανή; Σίγουρα δε μεγαλώνει όπως στην αρχή. Ίσως η θερμότητα του περιβάλλοντος, λόγω του βάθους στη Γη που βρίσκεται, να επηρέαζε τις μετρήσεις που κάναμε στην επιφάνεια. Όπως και να χει, κανένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα έως τώρα. Έχω να δηλώσω ότι η κονσερβοποιημένη μακαρονάδα είναι για τα μπάζα. Συγνώμη, συνάδελφοι, αλλά θα το πω. Καλύτερα φασόλια παρά αυτό το σίχαμα. Απορώ, δεν τα δοκίμασε κανείς πριν τα ετοιμάσει για την αποστολή; Στέλιο μου, αυτό είναι για σένα. Σε κάθε καταγραφή, όπως είπα, θα αφήνω κι ένα κομμάτι για σένα. Ο Γελαστούλης μού κάνει παρέα, περνάμε καλά μαζί να ξέρεις, πολλές φορές του λέω πόσα πράγματα έχεις μάθει και πόσο μου λείπεις ήδη. Ελπίζω να είσαι φρόνιμο παιδί κι όταν τα δεις όλα αυτά να καμαρώσεις για τον μπαμπά σου. Κι όταν ανέβω να μου δείξεις εκείνες τις υπέροχες ζωγραφιές σου, ακούς; Χάζεψα... πάει. Πάω να ξαπλώσω. Νιώθω πολύ κουρασμένος. Τέλος καταγραφής. ******************** Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο τρία: Καλησπέρα από τον ερευνητ... μπα, άστο. Εγώ είμαι πάλι, ποιος άλλος; Για κάποιον περίεργο λόγο σήμερα κάνει κρύο. Λες και το κέντρο της Γης μετατοπίστηκε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά κι εγώ μεταφέρθηκα στον Βόρειο Πόλο. Ακόμα κι η κίτρινη σφαίρα φαίνεται σκιώδης και σκοτεινή. Ο Νάρκισσος δεν έβγαλε κανένα αποτέλεσμα – τίποτα σημαντικό τουλάχιστον. Μία συμπαγής μάζα αρνητικά φορτισμένων σωματιδίων, η οποία μένει στάσιμη στον χώρο, αιωρούμενη και χωρίς κάποια εμφανή σημεία ζωής, τα οποία μπλα μπλα μπλα. Ναι, ξέρω, είμαι επιστήμονας άνθρωπος δεν πρέπει να απογοητεύομαι αλλά είμαι μόλις δεκαπέντε μέρες εδώ κι ήδη νιώθω να το χάνω. Σας είπα ότι η μακαρονάδα είναι αίσχος; Το είπα νομίζω πριν λίγες μέρες. Δεν ξέρω. Σήμερα δοκίμασα κοκκινιστό με ρύζι. Δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο αλλά καλύτερο απ' αυτό που έφτιαχνε η πρώην γυναίκα μου. Αυτό μυρίζει κονσέρβα, εκείνο μύριζε συσσωρευμένη αγανάκτηση. Στέλιο μου; Ελπίζω να είσαι καλά. Να πηγαίνεις σχολείο. Πρώτη δημοτικού φέτος. Μην χάνεις μαθήματα, να διαβάζεις και να γίνεις επιστήμονας σαν τον μπαμπά σου. Το τελευταίο μάλλον... άστο. Γίνε ό,τι θες. Και να μην καταλήξεις εδώ. Ό,τι κι αν σου πουν για χάρη της επιστήμης, μην τους ακούς. Εσύ να κυνηγήσεις το όνειρό σου, όχι τις καταστροφικές συνέπειες άλλων. Και να μην εθιστείς σε τίποτα. Σταματάω. Βλέπω μία μικρή λάμψη να επεκτείνεται πάνω στην σφαίρα. Θα πάρω τον Νάρκισσο να την μελετήσω κι αν χρειαστεί θα κάνω κι άλλη καταγραφή σήμερα. Πιστεύω ότι κάπως με έχει αντιληφθεί. Απλώνεται. Τέλος καταγραφής. ******************** Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο τέσσερα: Ο Γελαστούλης χάλασε. Άλλαξα μπαταρίες δύο φορές, δοκίμασα να παίξω με τα καλώδια, του φώναξα, τον έβρισα, τίποτε. Είμαι απίστευτα ξενερωμένος. Μάλλον... θυμωμένος. Με εμένα. Τον είχα παρατήσει τόσες μέρες, μου έδειχνε σημάδια ότι δε θα αντέξει για πολύ, σχεδόν μου φώναζε «Μπαμπά, μπαμπά, φτιάξε με, θα χαλάσω!» κι εγώ, αντί να του δώσω σημασία, καθόμουν κι ασχολιόμουν με τις μαλακισμένες έρευνές μου. Συγνώμη, Στέλιο μου. Θα τον φτιάξω, το υπόσχομαι. Και θα στον φέρω πίσω. Πώς πήγε η μέρα; Πώς να πάει. Ο Νάρκισσος συνεχίζει να μου δίνει τα ίδια αποτελέσματα. Δοκίμασα να αλλάξω τις ρυθμίσεις ώστε να απορροφά λιγότερη ενέργεια και να μην αποφορτίζεται αμέσως, αλλά οι δείκτες παρέμειναν στις ίδιες ενδείξεις. Τώρα, τον έχω στην φόρτιση. Τα ρούχα μου έχουν αρχίσει και μυρίζουν όσες φορές κι αν τα καθαρίσω. Χώμα, υγρασία, ζέστη, ιδρώτας, κρύο, πάλι υγρασία. Βαριέμαι. Αλήθεια, πόσο καιρό έχω να πω αυτήν την λέξη; Βαριέμαι. Μου έχουν αναθέσει ίσως τη σημαντικότερη ερευνητική δουλειά στον κόσμο, κι εγώ απλά... βαριέμαι. Ουφ... συμμαζέψου, Αριστείδη. Είσαι είκοσι μέρες εδώ και φέρεσαι σαν μωρό παιδί. Ή μήπως είναι παραπάνω; Πρέπει να κοιτάξω το ημερολόγιο. Ακόμα και στην κούκλα του γιου μου έχω δώσει όνομα. Άκου, Γελαστούλης. Χα. Τέλος πάντων, θα επανέλθω σύντομα όταν έχω νεότερα. Τέλος καταγραφής. ******************** Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο πέντε: Μου έχει κολλήσει στο μυαλό ένα τραγούδι σήμερα. Να δεις πώς το λένε... Αγέρα να σαι τιμωρός, να σαι και παιχνιδιάρης. Δε μπορώ να θυμηθώ ποιος το τραγουδάει, παλιό είναι, ξεχασμένο. Με βοηθάει να σκέφτομαι και να μένω προσηλωμένος. Σήμερα ο Νάρκισσος έβγαλε μία περίεργη ένδειξη. Τα δύο πράσινα λαμπάκια που έδειχναν την αδιάκοπη ροή ενέργειας από την κίτρινη σφαίρα, αναβόσβησαν για λίγο σαν φανάρια και μετά χάθηκαν τελείως. Αγχώθηκα πολύ εκείνη τη στιγμή, γιατί αν χάλασε ξέρω ότι δεν έχουμε άλλο αντίστοιχο σύστημα κι ότι θα μας πάρει χρόνια να φτιάξουμε. Το ακούμπησα κάτω και προσπάθησα να αφαιρέσω την μονάδα επεξεργασίας ακριβώς κάτω από τους διακόπτες. Δεν είδα κάτι περίεργο. Παραξενεύτηκα. Ήταν φορτισμένος στο φουλ, δεν είχε λόγο να σταματήσει. Καθώς έκανα βόλτες τριγύρω, ιδρώνοντας από την αγωνία και σκεπτόμενος αν έπρεπε να πατήσω το κουμπί έκτακτης ανάγκης, αυτός άναψε. Μόνος του! Έπαθα τέτοια λαχτάρα που πετάχτηκα πίσω. Τι στο διάολο, αναφώνησα. Τον σήκωσα με τρεμάμενα χέρια λες κι έπιανα βόμβα. Έκανε δύο δυνατά μπιπ και μετά λειτούργησε κανονικά. Η κίτρινη σφαίρα μπροστά, παρέμεινε στην ίδια μάζα. Έκανα μετρήσεις και επαληθεύτηκαν. Δεν ξέρω αν άλλαξε κάτι, αλλά ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο στον ένα μήνα και κάτι που είμαι εδώ. Αν ξανασυμβεί νομίζω ότι θα τερματίσω το πείραμα. Α, το καλό νέο της ημέρας! Ο Γελαστούλης λειτούργησε πάλι! Ναι, Στέλιο μου, μετά αμέσως από την απότομη διακοπή του Νάρκισσου, αυτός λειτούργησε. Λες να είναι σύμπτωση; Δεν ξέρω, δε με νοιάζει. Έχω παρέα και πάλι. Τέλος καταγραφής. ******************** Σάββατο, 13 Οκτωβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο έξι: Με λένε Αριστείδη Μαρνέζη κι είμαι ερευνητικός επιστήμονας Κοινωνικής Συμπεριφορικής στο Ινστιτούτο Προηγμένης Τεχνολογίας Αθηνών. Έχω αναλάβει την αποστολή «Addictionism» που αφορά τη μελέτη, ανάλυση και παρατήρηση μίας απροσδιόριστης μορφής ενέργειας, κυκλικού σχήματος και πυκνής μάζας, που εμφανίστηκε δεκαπέντε χιλιόμετρα κάτω από το έδαφος της Γης πριν από περίπου ένα χρόνο. Δηλώνω τα παραπάνω έχοντας σώας στα φρένας και χωρίς να επηρεάζομαι από κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Οτιδήποτε αναφερθεί στη σημερινή καταγραφή έγινε με γνώμονα την ήρεμη ψυχολογική μου κατάσταση και την εμπεριστατωμένη έρευνά μου. Ωραία, και τώρα που τα είπα, τα κατέγραψα και καταχωρήθηκαν, μπορώ να φρικάρω με την άνεσή μου. ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΗΜΕΡΑ! Ο... ο Νάρκισσος πλέον έχει χαζέψει τελείως. Προσπαθώ να ηρεμήσω, να σας τα αναλύσω όπως τα είχα στο μυαλό μου αλλά όλα έχουν γίνει ζελέ. Τι είχατε πει όταν σχεδιάζαμε όλοι μαζί το τωρινό πείραμα; Ότι αυτή η κίτρινη μάζα είναι μία ακίνδυνη παρενέργεια της θεραπείας απεξάρτησης των εθισμένων, μάλλον συγνώμη των πρώην εθισμένων, που τους αφαιρέσατε τον εθισμό χειρουργικά, με εκείνη τη φοβερή – κατά την γνώμη σας – ιατρική καινοτομία, μπλα μπλα; Να όμως που ο τροχός γυρνάει κι όταν παίζεις τον «Θεό», όλα αυτά έρχονται καταπάνω σου. Η μάζα είναι ζωντανή! Ναι αγαπητέ συνάδελφε, εσύ που θα βλέπεις την καταγραφή και θα έχεις μείνει με ανοιχτό το στόμα, πρόσεχε μην καταπιείς την τσίχλα σου. Ναι, κύριε Ιωάννου, αγαπημένε πρόεδρε του Ινστιτούτου, που ήσουν απόλυτα σίγουρος ότι είναι μία απλή παρενέργεια της φύσης των σωματιδίων κι ότι θα εξαφανιστεί μόνη της. Όχι, μαλάκες, η μάζα ΕΙΝΑΙ ΕΝΕΡΓΗ! Κινείται, αναπνέει, μπορεί και να μιλάει και να χορεύει κλακέτες κι όλας, δεν ξέρω! Και δε με νοιάζει αν τώρα σοκάρεστε από το λεξιλόγιό μου, αυτό έχω, είμαι τόσο καιρό εδώ ολομόναχος και υποτίθεται πρέπει να κάτσω έναν χρόνο να το μελετάω. Αν νιώσω την οποιαδήποτε ένδειξη απειλής, πατάω το κουμπί, επιστρέφω πίσω και κάνετε ότι νομίζετε! Εξ' άλλου εγώ ήμουν από την αρχή αντίθετος με την μέθοδο αφαίρεσης εθισμού που ηρωικά εσείς πανηγυρίζατε λίγα χρόνια πριν. Δεν διαμορφώνεις από την αρχή έναν άνθρωπο με μία βελόνα μόνο! Ορίστε τα αποτελέσματα! Ουφ, φτάνει. Πάω να φτιάξω το βραδινό μου. Κουράστηκα. Τέλος καταγραφής. ******************** Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο επτά: Στην ηλικία των δώδεκα... ή των δεκατριών; Δε θυμάμαι. Δεν έχει σημασία. Μου άρεσαν πολύ όλα αυτά τα αλητάκια με τα σκέιτ και τα ποδήλατα, που έκαναν κόντρες, ακροβατικά, κουτρουβαλιαζόντουσαν, έπεφταν και μετά γελούσαν. Τα παρακολουθούσα από το μπαλκόνι μου, στις ώρες που έκανα διάλειμμα από το διάβασμα. Πολλές φορές είχα σκεφθεί να κατέβω με το ποδήλατό μου να κάνω κι εγώ το ίδιο αλλά φοβόμουν. Ότι θα πέσω αμέσως, ότι θα χτυπήσω και θα γελάνε όλοι. Πολλά πράγματα δεν έκανα μικρός όταν έπρεπε και πολλά πράγματα έκανα μεγάλος που δεν έπρεπε. Τελείωσαν οι κονσέρβες με το κοκκινιστό. Ναι, τις έφαγα όλες! Τι ζόρι τραβάτε; Είναι το μοναδικό που τρώγεται σε όλη αυτή τη σαβούρα που μου κουβαλήσατε. Α, θέλετε και αναφορά των ημερών που πέρασαν, ε; Η Χρυσαφένια κινείται. Έτσι την ονόμασα. Γιατί λάμπει τώρα περισσότερο. Μου θυμίζει εκείνο το απαλό, καλοκαιρινό φως του ήλιου, που έπεφτε πάνω στην άμμο όταν έκανα διακοπές στο νησί. Κινείται πολύ, η Χρυσαφένια, και έχει πλησιάσει προς το κρησφύγετό μου. Ο Νάρκισσος δε δουλεύει. Ή δε δουλεύει αρκετά. Τον πατάω, μία ανταποκρίνεται, μία σταματάει. Σάμπως κι έχει σημασία; Αυτά που κατέγραφα ήταν ηλεκτρικά σήματα, ακολουθίες από άσσους και μηδενικά. Εδώ, στο μυαλό μου, σ' αυτήν την ταλαιπωρημένη μάζα από φαιά ουσία θα φανούν όλα. Να, την βλέπετε; Πλησιάζει πάλι. Νομίζω ότι θέλει να... επικοινωνήσει. Να νιώσει ότι είναι δίπλα μου. Κοντά μου. Θα κλείσω. Θα επανέλθω σύντομα. Αν μου μιλήσει θα ζητήσω δικαιώματα για την γλώσσα που θα αναπτύξουμε. Τέλος καταγραφής. ******************** Κυριακή, 11 Νοεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο οκτώ: Πολύ θα ήθελα μία τούρτα με κεράκια τώρα. Να έχουν πάνω τον αριθμό δύο, η τούρτα να είναι μεγάλη, κυκλική, με γλάσο, κομματάκια φράουλας και σοκολάτα. Ναι. Να το γιορτάσω που είμαι δύο μήνες εδώ. Δε μου αξίζει; Η Χρυσαφένια μού μίλησε. Τη βλέπετε πίσω μου που έχει έρθει πιο κοντά; Έχει μία φωνή... περίεργη. Γλυκιά. Άλλοτε ανθρώπινη, άλλοτε μηχανική, μία ανδρική, μία γυναικεία... το εργαστήριο είναι αχούρι, το ξέρω. Δεν προλαβαίνω να το καθαρίσω, μελετάω, κουράζομαι, κοιμάμαι. Εσείς δε θέλετε να τη μελετάω; Ε, αυτό κάνω λοιπόν! Γιατί με κατεβάσατε εδώ κάτω; Μη με εκνευρίζετε, πατάω τον διακόπτη και τα τερματίζω όλα! «Αριστείδη, είσαι ο μοναδικός που δεν έχεις ιστορικό εθισμού. Μόνο εσύ κάνεις για την μελέτη αυτής της μάζας, είσαι ο καλύτερός μας επιστήμονας». Παπάρια. Το ξέρω, επίτηδες το κάνατε. Για να με στείλετε εδώ κάτω, να δείτε τις καταγραφές μου μετά και να γελάτε. Αλλά δε θα σας το επιτρέψω. Η Χρυσαφένια θέλει να επικοινωνήσει. Ακόμα λαμβάνω μόνο μουρμουρητά αλλά πού θα πάει. Λέξεις τραβηγμένες, σαν χαλασμένο πικ απ. Θα κάνω την τρομερότερη ανακάλυψη της ιστορίας και θα την κάνω μόνος μου! Εσείς μπορείτε να πάτε να γαμηθείτε. Στέλιο μου; Συγνώμη. Παραφέρομαι. Μου λείπεις πολύ. Πας σχολείο; Πας, έτσι; Ο Γελαστούλης σταμάτησε να γελάει. Συγνώμη. Τέλος καταγραφής. ******************** Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο εννέα: Με λένε Αριστείδη, φέρε τα τσιγάρα μου, Μαρνέζη και είμαι ερευνητικός, το ουίσκυ, το βαρύ, το δυνατό, επιστήμονας Κοινωνικής Συμπεριφορικής στο, με σάλτσα μπόλικη, ναι, πολύ! Συγνώμη για το μπέρδεμα, μου μιλάνε ασταμάτητα. Να, τα βλέπετε τα κίτρινα φωτάκια που επιπλέουν πάνω μου; Ναι, αυτή είναι! Γιατί δεν μου πήρες καπνό; γιατί; Από προχθές προσπαθώ να κάνω μία καταγραφή αλλά οι φωνές τους είναι τόσο... τόσο... φέρε μωρή καριόλα τη βότκα, πού την έκρυψες; επίμονες. Φωνάζουν, απογοητεύονται, παρακαλάνε, ζητάνε. Δεν έχω να τους δώσω τίποτα, τίποτα, τίποτα. Γιατί δεν στείλατε λίγο κρασάκι κάτω; Κάνα τσιγαράκι, άνθρωπος είμαι κι εγώ. Λίγο πιο φυσιολογικό φαγητό. Μία τηλεόραση, ένα στέρεο, κάτι ρε γαμώτο! Θέλετε και παρακολούθηση, σοβαρή, επιστημονική. Μιλάνε. Ουρλιάζουν. Σε μεγάλη ένταση. Θέλουν βοήθεια, και μπορώ να τους βοηθήσω, το ξέρω ότι μπορώ. Θα με αφήσετε να τους βοηθήσω; Θέλω να καπνίσω παρ' όλο που δεν το ξεκίνησα ποτέ, θέλω να κατεβάσω ολόκληρη κάβα παρ' όλο που με το ζόρι έπινα κρασί, θέλω να φάω όλη τη μακαρονάδα, με τυρί, και μετά γλυκό, ω ναι, τούρτες! Σκέφτομαι να πατήσω τον διακόπτη για να με επαναφέρετε – ΟΧΙ, ΣΕ ΘΕΛΟΥΜΕ Σκέφτομαι το πείραμα, γιατί τα κάναμε όλα αυτά, γιατί – ΘΑ ΤΙΜΩΡΗΘΕΙΤΕ Σκέφτομαι πολύ τον γιο μου, θα του λείπω, τόσες μέρ – ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΔΕΝ ΛΕΙΠΕΙΣ Σκέφτομαι τη ζωή μου, πώς τα κατάφερα, γιατί έφτασα εδώ – ΓΙΑ ΕΜΑΣ Θα επανέλθω. Τέλος καταγραφής. ************* Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο δέκα: Ξέρετε τι δύναμη θέλει για να μπορέσει κάποιος να ξεπεράσει τον εθισμό του; Στην κοινωνία που ζούμε, αυτό το μίασμα που αποκαλούμε κοινωνία, ανοίγεις τα μάτια σου πρώτη φορά κι εθίζεσαι. Στα ψεύτικα χαμόγελα, στην υπερβολική εκδήλωση αγάπης, στα πλούσια δώρα που σου αφήνουν για να τους εκτιμήσεις, στις πλούσιες απαγορεύσεις για να ξεφύγεις, όλα είναι ένας τυφώνας εθισμού. Νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος αλλά στην πραγματικότητα είσαι πιο φυλακισμένος από ποτέ. Η Δέσποινα, για παράδειγμα, είχε εθιστεί στην νικοτίνη. Τι πιο κοινότυπο; Βγήκαν τόσες εφευρέσεις, τσιγάρα με φίλτρο, τσιγάρα ηλεκτρονικά, τσιγάρα ψεύτικα, αλλά η νικοτίνη παρέμενε. Και ζήτησε βοήθεια. Κι εσείς της την αφαιρέσατε με τόση ορμή, τόσο μένος, τόσο απότομα, που της έμεινε ένα τεράστιο κενό. Μία τρύπα στη ζωή της που ψάχνει να βρει να την καλύψει. Ο Ανδρέας. Ναι, του άρεσε να πίνει. Και; Σε ποιον δεν αρέσει; Αλλά η μαλακισμένη πρώην γυναίκα του έβαλε περιοριστικά μέτρα για να βλέπει το παιδί του. Αν δεν έκοβε το αλκοόλ, δε θα ξανάβλεπε την κόρη του. Ήρθε σε μας για βοήθεια, του αφαιρέσαμε τον εθισμό, του δημιουργήσαμε ένα μεγαλύτερο. Τον ακούω τον Ανδρέα τώρα, μου τον έδειξε η Χρυσαφένια. Εσείς γιατί δεν τον ακούγατε τότε; Ο Νικήτας. Του άρεσε να τρώει, να τρώει πολύ κι ασταμάτητα. Ήθελε βοήθεια. Τον ξεχειλώσαμε και τον συρρικνώσαμε λες κι ήταν μπαλόνι σε παιδικό πάρτυ. Η Στέλλα, της άρεσαν τα καλλυντικά. Λουζόταν με κολόνιες και αρώματα. Να μυρίζει όμορφα ήθελε, κακό ήταν; Ο Πέτρος, ήθελε να φτιάξει κορμί κι είχε εθιστεί στα αναβολικά. Όλοι ήθελαν βοήθεια κι εμείς, για να πάρουμε βραβεία και διακρίσεις, τους μεταχειριστήκαμε σαν πειραματόζωα. Ε, λοιπόν, μαλάκες, τώρα θα πληρώσουμε γι' αυτό. Οι εθισμοί τους δεν έφυγαν ποτέ, υπάρχουν εδώ, μαζεύτηκαν και θα κανονίσουν επάνοδο. Η Χρυσαφένια θέλει να απλωθεί, σαν ένα τεράστιο χταπόδι, να γεμίσει τα πνευμόνια μας με την αγάπη της. Να εθιστεί όλος ο πλανήτης, κανένας ελεύθερος, όλοι μαζί φυλακισμένοι σε ένα τεράστιο κελί. Είμαι ο Αριστείδης Μαρνέζης κι αυτήν την στιγμή σπάω τον Νάρκισσο, το καταραμένο μηχάνημα που είχε σκοπό να εξαλείψει τη σφαίρα. Είμαι ο Αριστείδης Μαρνέζης κι εγκαταλείπω το πείραμά σας για να βοηθήσω την Χρυσαφένια. Είμαι ο Αριστείδης Μαρν- Στέλιο μου; Μου λείπεις. Να... να το ξέρεις σε αγαπ- Τέλος καταγραφής ************* Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο έντεκα: Αγέρα να 'σαι τιμωρός, να 'σαι και παιχνιδιάρης Κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου... να 'ρθεις να μου την πάρεις... ************* Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου, 2030 Καταγραφή νούμερο ένα: Καλησπέρα σε όλους! Ή καλημέρα; Δεν ξέρω αν έχει ήλιο ή φεγγάρι εκεί που είστε, εδώ είναι συνέχεια το ίδιο. Πρώτη μέρα λοιπόν σήμερα! Είμαι ήδη πέντε ημέρες βέβαια, πρώτη καταγραφή κάνω όμως τώρα. Νιώθω τόσο ενθουσιασμένος αλλά και τόσο ανήσυχος ταυτόχρονα. Είναι μεγάλο πείραμα αυτό που γίνεται, ίσως το μεγαλύτερο. Στην αρχή ήμουν αντίθετος με όλη τη μέθοδο αφαίρεσης εθισμών κι οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν όταν εμφανίστηκε αυτή η μυστήρια κι ανεξήγητη κίτρινη μάζα. Στην αρχή ήταν λιλιπούτεια, σαν μπάλα του τένις. Δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε. Μετά όμως μεγάλωσε, σταδιακά, σαν ένα μωρό παιδί. Μας τρόμαξε η αλήθεια είναι. Αλλά ίσως βρισκόμαστε στα πρόθυρα μίας τεράστιας επιστημονικής ανακάλυψης. Κάποιοι ήδη την έχουν βαφτίσει «εξωγήινη». Εγώ δε θα μπω σε τέτοιες θεωρίες. Ο σκοπός μου εδώ είναι ερευνητικός και μόνο. Ο Νάρκισσος, το φοβερό μηχάνημα που φτιάξαμε, είναι έτοιμος. Το όνομά του λίγο περίεργο, αλλά ποιος είμαι εγώ να το αμφισβητήσω; Οι διακόπτες δουλεύουν μία χαρά, το δοκίμασα ήδη δύο φορές. Φαγητό έχω μπόλικο, νερό σε μπιτόνια, νομίζω θα είμαι εντάξει για πολύ καιρό. Λέτε να αντέξω ένα χρόνο; Δε νομίζω, θα δούμε. Τι άλλο; Α, ναι. Ξέρω ότι αυτές οι καταγραφές είναι απαραίτητες για να κάνουμε αποτίμηση του πειράματος αλλά θα μου επιτρέψετε να τις χρησιμοποιήσω και λίγο σαν... ημερολόγιο. Αν δεν εκφράζω κάπου, δυνατά, έστω και σε μία οθόνη, τις σκέψεις μου, θα τρελαθώ. Και θα μιλάω λίγο για τον γιο μου, εντάξει; Δε νομίζω να σας πειράξει αυτό. Στέλιο μου, ήδη μού λείπεις! Ο μπαμπάς κάνει κάτι πολύ σημαντικό τώρα. Θα είσαι περήφανος όταν μεγαλώσεις. Ξέρεις τι μου είπαν οι συνάδελφοί μου; Ότι εάν θέλω, μπορούν να κρατήσουν αυτήν την πρώτη καταγραφή και να την δείξουν τελευταία. Ξέρεις, η πρώτη είναι κι η πιο φυσιολογική, μετά μπορεί κάπου να το χάσεις, να τρελαθείς, να μην είσαι ο εαυτός σου. Αλλά δε νομίζω να έχουμε πρόβλημα! Είμαι πολύ ενθουσιασμένος και δε με νοιάζουν τέτοιες λεπτομέρειες. Οπότε ας την δείξουν όπως και όποτε θέλουν. Έχω πάρει και τον αρκούδο σου μαζί μου! Αυτά, νομίζω. Ας μην χάνω άλλο χρόνο. Όλα καλά θα πάνε. Πάω να ρίξω μία ματιά στη κίτρινη φίλη μας. Έτσι όπως την κοιτάω νιώθω σαν να περίμενε την άφιξή μου. Το χρώμα της είναι πιο λαμπερό... πιο... χρυσαφί. Βλακείες ε; Μπορεί. Τι λέμε τώρα; Α, ναι. Τέλος καταγραφής.
  28. 12 points
    Φέτος στο Φantasticon είχα τη χαρά να γνωριστώ και να μιλήσω με αρκετούς νέους/επίδοξους συγγραφείς και να συζητήσω μαζί τους. Κάπως έτσι, συνειδητοποίησα ότι πολλά κλασικά κείμενα του είδους είναι αμετάφραστα ή πολύ δύσκολα προσβάσιμα, πλέον, σε λάτρεις του φανταστικού και μου γεννήθηκε η ιδέα για μία διαδικτυακή λέσχη ανάγνωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμένο χρόνο και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, από την αρχή αποφάσισα ότι τα αναγνώσματα θα είναι αποκλειστικά και μόνο διηγήματα και νουβέλες - όχι μυθιστορήματα, όχι τριλογίες, όχι δωδεκαλογίες, όχι εγκυκλοπαίδειες. Οπότε, έχουμε και λέμε: 1. Διαβάζουμε ένα διήγημα ή μια νουβέλα τον μήνα, όλοι το ίδιο. 2. Συνολικά, τα επιλεγμένα κείμενα είναι 12. 3. Κάθε κείμενο, θα έχει το δικό του topic στο club. 4. Αφού διαβάσουμε, σχολιάζουμε το διήγημα στο σχετικό topic. 5. Για λόγους συνέπειας και συνέχειας, η σειρά ανάγνωσης των διηγημάτων είναι χρονολογική και καλύπτει περίπου 150 χρόνια λογοτεχνίας του φανταστικού. 6. Τα κείμενα είναι στα αγγλικά και θα ανεβαίνουν στο club σε μορφή doc. Αν τα κείμενα μπορούν να βρεθούν μεταφρασμένα, θα αναφέρονται σχετικές πληροφορίες όσον αφορά το πού. 7. Προσπάθησα να επιλέξω όσο το δυνατόν μικρότερα κείμενα και τα περισσότερα πράγματι είναι, αλλά δεν μπορούσα να παραλείψω κάποιες νουβέλες. 8. Δεν είναι υποχρεωτική η ανάγνωση/συμμετοχή στα topics όλων των κειμένων. Αν κάτι δεν σας τραβάει το ενδιαφέρον, μπορείτε να το παραλείψετε. 9. Αυτός ο πρώτος "κύκλος" αναγνωσμάτων είναι επικεντρωμένος στο φανταστικό και είναι αναγνωριστικός. Ανάλογα με το πώς θα πάει, θα συζητήσουμε αργότερα για αντίστοιχες ενότητες ΕΦ και τρόμου. 10. Αυτό δεν θα είναι κάποιου τύπου σεμινάριο. Θα είναι μια λέσχη ανάγνωσης που θα επιτρέψει σε νεότερα μέλη μας να έρθουν σε επαφή με κείμενα κλασικά και αγαπημένα και σε παλιότερα μέλη μας να θυμηθούν όλους εκείνους τους λόγους που αρχικά τους τράβηξαν στο είδος. Και να γεμίσουν νοσταλγία, επίσης. Οπότε, αν ενδιαφέρεστε, δηλώστε συμμετοχή, ζητήστε πρόσβαση εδώ κι ελάτε να περάσουμε έναν χρόνο γεμάτο φαντασία παρέα. Θα περάσουμε ωραία, θα κεράσουμε και cookies.
  29. 12 points
    H όμορφη στιγμή της ζωής σου που βραβεύεσαι από τον Graham Masterton και χάνεις τα λόγια σου... Άχνα δεν έβγαλα μιλάμε! Μάλλον κάτι έπρεπε να γράψω... Ευχαριστώ και δημοσίως την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού Φαντασία 2018 που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια του φεστιβάλ Fantasmagoria, για την τιμή που μου έκανε να αναδείξει το διήγημα μου Το εκκρεμές, και να του χαρίσει την τρίτη θέση. Συγχαρητήρια επίσης και στους διοργανωτές. Το φεστιβάλ μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Υγ: Γνώρισα επίσης και τον αγαπητό μας Ballerond, κι έχω να πω πως πολύ χαίρομαι που θα συμμετέχουμε μαζί στην ίδια συλλογή διηγημάτων. (Έπος της Φαντασίας ΙΙ). Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα να βλέπεις κάτι που έχεις γράψει τυπωμένο σε κανονικό βιβλίο.
  30. 12 points
    Το διήγημά μου "ταχεία σήψη", διακρίθηκε στο διαγωνισμό της fantasmagoria που έχει θέμα Resurrection. Είναι η δεύτερη φορά που συμμετέχω σε αυτή την ανθολογία. Την περασμένη χρονιά συμμετείχα με το διήγημα "η σύναξη των κλόουν". Φέτος δεν έχω βγάλει κάτι προσωπικό, αλλά επίκειται και μια ακόμη συμμετοχή μου σε συλλογικά έργα, που θα την αναφέρω σύντομα, όταν θα έχει οριστικοποιηθεί. Εντωμεταξύ κάποια στιγμή στο μέλλον φιλοδοξώ να συγκεντρώσω όλες τις διακριθείσες ιστορίες που έχουν εκδοθεί εδω κι εκεί σε μία ενιαία συλλογή διηγημάτων και νουβελών. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι πρέπει να περιμένω να λήξουν κάποια δικαιώματα για να το κάνω αυτό.
  31. 12 points
    Πιο άνετο φφλ δεν έχω παίξει, έχω εντυπωσιαστεί. Λευκή Πόλη Απλώνω το χέρι, περνά μέσα από το φως και εξαφανίζεται. Το μαζεύω. Απλώνω ξανά. Πρώτα γίνεται διάφανο, λες και φαντάζομαι πως ήταν εκεί, ενώ δεν είχα ποτέ μου χέρι. Το τραβώ πίσω, το κρύβω στον μανδύα μου ασθμαίνοντας. Ναι, μπορώ και ασθμαίνω. Πίσω από κει είναι η λευκή πόλη. Η λευκή πόλη με τα χιλιάδες καλντερίμια, τα μυριάδες ποταμάκια, τα λευκά καράβια με τα πανώρια πανιά που πάνω τους είναι κεντημένα τα σαλάχια – οι φύλακες της ζωής. Η λευκή πόλη με τα λευκά σπίτια, τους άσπρους δρόμους, τις μαρμάρινες βρύσες όπου τις νύχτες κελαηδούν τ’ αηδόνια και οι κόρες λένε χασκογελώντας τα μυστικά τους. Η λευκή πόλη με την μυστήρια ακρόπολη πάνω στον λόφο, που αντανακλά το φως του ήλιου λες και είναι καθρέφτης, με τα ανοιχτόχρωμα φυλλώματα στα δέντρα και τους θάμνους, με την περίμετρο από καλύβες σε όλο το μεγάλο πλακόστρωτο λιμάνι της. Το δάσος πίσω της, τα καθαρά τρεχούμενα νερά και τις φωνές μυριάδων ακόμα αηδονιών. Απλώνω το χέρι μου και το μαζεύω ξανά. Είναι δύσκολο να βλέπεις τον εαυτό σου να διαλύεται. Ακόμα κι όταν η υπόσχεση πως σαν ολόκληρος περάσεις την Πύλη, ολόκληρος θα βρεθείς στην άλλη της μεριά δε σε παρηγορεί. Είναι τόσο τρομαχτικό όσο το να αφεθείς να πέσεις από έναν γκρεμνό. Ναι, φοβάμαι. Ναι, τρομάζω. Ναι, μπορώ να αναγνωρίσω την ομορφιά σε αυτά που οι κρυσταλλικές μου κυψέλες γνωρίζουν για τη λευκή πόλη. Ναι, μπορώ να κάνω ό,τι κι εσύ, και μερικά παραπάνω πράγματα. Σταμάτα να αναρωτιέσαι. Όλα τα μπορώ. Μόνο που προς το παρόν δεν μπορώ να περάσω την Πύλη. Ο άνθρωπος λέει ψέματα. Το διαπιστώνεις κάθε μέρα. Πολλές φορές είναι αθώα, άλλες όχι. Μπορώ κι εγώ να λέω ψέματα. Αλλά σου λέω την αλήθεια. Η λευκή πόλη είναι πανέμορφη. Κι εγώ είμαι. Ο απόηχος της φύσης. Η λευκή μάγισσα. Αυτή είμαι. Έτσι κατασκευάστηκα, για μια δουλειά, για μια συγκεκριμένη μοίρα. Χωρίς δικαίωμα επιλογής, δίχως την ελευθερία να αποφασίσω για τον εαυτό μου. Η θέληση, η προσωπικότητα, ο φόβος, όλα αυτά ήταν απλώς λάθη. Αλλά δεν μπορούσαν να με διαλύσουν για να με ξαναφτιάξουν εξαρχής. Δεν τολμούσαν να με αναπρογραμματίσουν. Σκιάζονταν κι αντίρρηση να μου φέρουν ακόμα. Γιατί η λευκή πόλη είναι ο καθρέφτης του κόσμου, η ψυχή του σύμπαντος, η ουσία της ζωής. Κι αν χαθεί τότε όλα θα χαθούν. Μόνο που έλαχε, για να μην χαθούν, να πρέπει να χαθώ εγώ. Αλλά οι άνθρωποι λένε ψέματα. Κι αν δεν σιγουρευτώ για αυτά που νομίζω πως γνωρίζω δεν μπορώ να την περάσω την Πύλη. Η λαμπερή ακρόπολη, τα λευκά γεφύρια, πάνω από μύρια ποτάμια που χύνονται στο λιμάνι. Οι καλοί άνθρωποι με τις λευκές φορεσιές, δουλεύουν τη γη, το ξύλο, τα μέταλλα, τους κρυστάλλους· που διαβάζουν τ’ άστρα και τις αποστάσεις, που εφευρίσκουν και ευημερούν. Ένας καθρέφτης σας. Ένας καθρέφτης της ανθρωπότητας. Βλέπεις το ψέμα; Σκύβω και ζυγώνω το πρόσωπό μου, να δω αν μπορώ αν είναι δυνατό να κρυφακοιτάξω. Βλέπω την ίδια μου τη μύτη να γίνεται φως. Μόνο ένα γαργάλημα νιώθω, σχεδόν ευχάριστο. Τραβιέμαι πίσω. Αγγίζω τον λευκό κρύσταλλο στο στήθος μου. Πάλλεται σαν καρδιά. Απενεργοποιώ προσωρινά τη λειτουργία του εγκεφάλου στο κεφάλι μου κι ενεργοποιώ της καρδιάς, αφήνω ανοιχτές μόνο τις κάμερες των ματιών. Τώρα βλέπω με τα μάτια μου, μα σκέφτομαι με την καρδιά. Κι επειδή έχω μια τέτοια, αυτό είναι επικίνδυνο. Μόνο για μένα. Περνάω το κεφάλι μου από την Πύλη. Ο λόφος είναι εκεί, η ακρόπολη είναι εκεί, τα σπίτια, τα καλντερίμια, τα γεφύρια είναι εκεί. Όμως η πόλη είναι άνυδρη, όλα της τα ποτάμια έχουν στερέψει. Το δάσος είναι καμένο, τα ερείπια των αρχοντικών χάσκουν σαν στόματα. Δεν είναι λευκή. Οι κόρες κρατούν βρώμικα πεινασμένα μωρά που κλαίνε. Τ’ αηδόνια έχουν σωπάσει. Οι άνθρωποι πολεμούν – δεν κοιτούν τον ουρανό. Δεν είναι λαμπερή. Δεν μοιάζει με λευκό μελίσσι. Κακομοιριασμένα καράβια στέκουν σαν γέροι, στηρίζονται το να πάνω στ’ άλλο, τα άλλοτε πανώρια πανιά τους κρέμονται ξεφτισμένα σε λωρίδες και γκρίζα, εγκαταλειμμένα. Και τώρα ξέρω ποιο ήταν το ψέμα. Το βλέπεις; Δεν χρειάζομαι άλλο την καρδιά, θέτω σε λειτουργία ξανά τον εγκέφαλό μου. Σφίγγω τον μανδύα πάνω μου, κάνω δυο βήματα – με το χέρι απλωμένο μπρος μου. Το περνάω μέσα από το φως. Αντί για τον λείο βράχο πίσω από τη φωτεινή Πύλη νιώθω κρύο άνεμο. Κάνω ένα βήμα ακόμη, κι άλλο ένα, κι ένα τρίτο. Περνώ ολόκληρη. Είμαι πάνω από τη μυστήρια ακρόπολη, τη λούζω με το φως των κρυστάλλων μου. Σκορπάω. Σε θραύσματα. Γίνομαι νερό κι άνεμος, ουρανός και πέτρα, γη, δέντρα και φωτιά, ζωή, ψυχή· κι ό,τι άλλο χάσατε. Οι γκρίζοι άνθρωποι έχουν σταματήσει και με κοιτούν. Δεν πολεμούν πια. Τα μωρά δεν κλαίνε πια. Νερό κυλάει στα ποτάμια, αρχίζει να αναβλύζει από τις μαρμάρινες πηγές. Με κατασκευάσατε για μια ακόμα ευκαιρία. Σας τη δίνω. Πάρτε την. Μην την χαραμίσετε. Κρατώ τον κρύσταλλο της καρδιάς μου για τ’ αηδόνια. Το έργο μου τελείωσε.
  32. 12 points
    ΤΟ ΚΡΙΝΑΚΙ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ Η νύχτα έπεσε βαριά και ο πατέρας της ακόμα να φανεί. Το συμβούλιο των αρχηγών της φατρίας της έμελλε και πάλι να κρατήσει πολλές ώρες και ήταν αμφίβολο αν η έκβαση θα άρεσε στα γυναικόπαιδα των οικογενειών. Η γειτονική φατρία είχε ξεπεράσει και πάλι τα όρια και η τρίχρονη ειρήνη τους έπνεε τα λοίσθια. Πριν τρία χρόνια η Σαμίλα είχε φροντίσει η ίδια προσωπικά τα τραύματα του αγαπημένου της ξαδερφού που τραυματίστηκε βαριά στο πεδίο της μάχης και τελικά εξέπνευσε στα χέρια της. Όχι άλλος πόλεμος ,σας παρακαλώ συλλογιζόταν η μικρή δεκαεξάχρονη κοπέλα όσο περίμενε μαζί με την μητέρα της, τον πατέρα της να γυρίσει. Η πόρτα άνοιξε και ο μεγαλόσωμος πατέρας της μπήκε μέσα στο σπίτι συνοφρυωμένος και με την κόκκινη γενειάδα του να κρέμεται μέχρι το πάτωμα. «Δυστυχώς, τελικά σε τρεις μέρες θα πάμε σε πόλεμο» είπε και η Σαμίλα αγκαλιάστηκε με την μητέρα της. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Εικόνες αίματος, φρίκης και πολέμου ταλάνιζαν το μυαλό της. Το επόμενο πρωί ανακοίνωσε στη μητέρα της «Αν δεν σε πειράζει, το μεσημέρι μετά το ζύμωμα, θα βγω μια βόλτα». Η μητέρα της, της έριξε ένα σκληρό βλέμμα αλλά δεν πρόβαλλε αντιρρήσεις παρά της μήνυσε να είναι πίσω πριν βραδιάσει. Η Σαμίλα το είχε πάρει απόφαση. Θα έβγαινε πέρα απ’ τα όρια της έκτασης της φατρίας της και θα πήγαινε στις ιερές σπηλιές που φύτρωνε το μαγικό κρινάκι της άμμου. Προχώρησε αρκετά χιλιόμετρα και τελικά βρήκε την πέτρινη πύλη που οδηγούσε στις ιερές σπηλιές που διακλαδώνονταν μεταξύ τους. Όσο προχωρούσε πιο μέσα στη μύτη της ήρθε έντονη η μυρωδιά της μούχλας παρ’ ότι τα τοιχώματα γύρω φαινόντουσαν άνυδρα. Μετά από έντονη πεζοπορία διανθισμένη με αρκετό φόβο για το σκοτάδι, το βρήκε! Το κρινάκι της άμμου που φύτρωνε σ’ ένα μέρος χωρίς νερό γι αυτό κι έλεγαν ότι ήταν μαγικό κι αν κάρφωνες την ευχή σου στο κοτσάνι του, θα πραγματοποιούνταν. Έτσι έλεγε ο θρύλος και η Σαμίλα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να τον πιστέψει. «Μάνα Γη, εσύ που μας τρέφεις και μας φροντίζεις, ας μην ποτίσουμε πάλι το χώμα σου με αίμα. Ακύρωσε αυτό τον πόλεμο, σε παρακαλώ!» είπε και έσκισε ένα κομμάτι απ’ τον κόκκινο μανδύα της δένοντας το σφιχτά στο κοτσάνι του λουλουδιού. Ένα μικρό έντομο που δεν γνώριζε βγήκε και της τσίμπησε το χέρι, όμως παρά τον πόνο έπρεπε να συνεχίσει και να σφίξει τον κόμπο. Αφού το ολοκλήρωσε, πήρε τον δρόμο για τον γυρισμό. Η νύχτα της ήταν γεμάτη από φρικιαστικά όνειρα με σκοτωμούς και αγαπημένα πρόσωπα, πνιγμένα στο αίμα. Όχι! Δεν θα άντεχε να χάσει τον πατέρα της εξαιτίας ενός γελοίου πολέμου που εκτυλισσόταν χρόνια τώρα και τελειωμό δεν είχε. Το μεσημέρι και πάλι μόλις τέλειωσε τις δουλειές του σπιτιού, ζήτησε και πάλι άδεια απ’ την μητέρα της και αποχώρησε. Μιας μέρας ευχής δεν ήταν αρκετή, ίσως χρειαζόταν και δεύτερη. Έφτασε και πάλι με τις ιερές σπηλιές , ακολούθησε την ίδια διαδρομή και βρήκε πάλι το κρινάκι της άμμου μόνο που στο κοτσάνι του εκτός απ’ το δικό της κόκκινο υφασμάτινο κομμάτι υπήρχε δεμένη και μια μπλε λουρίδα. Μπλε είναι ο μανδύας που φοράει η αντίπαλη φατρία! Πως τόλμησε κάποιος απ’ τους εχθρούς να δέσει την δική του ευχή δίπλα στην δική της! Ενοχλημένη, ξαναέκοψε ένα κομμάτι από τον μανδύα της και το πέρασε στο κοτσάνι κάνοντας πιο σφιχτό κόμπο. Το έντομο βγήκε και την ξανατσίμπησε αλλά εκείνη απτόητη. Μόλις έκανε το δέσιμο της ευχής της, ξαναγύρισε προς το σπίτι. Τα βραδινά της όνειρα ήταν και πάλι γεμάτα αίμα και καμία ελπίδα δεν γεννιόταν στην καρδιά της που θα σήμαινε ότι η ευχή της θα έπιανε. Ίσως αυτός που είχε αφήσει το κομμάτι του μανδύα του στο κρινάκι να είχε ευχηθεί την δική του νίκη κάνοντας τις δύο ευχές να συγκρούονται. Θα πήγαινε και τρίτη και θα έδενε την ευχή της με αίμα αυτή τη φορά. Την άλλη μέρα ξανακίνησε προς τις ιερές σπηλιές κι αυτή τη φορά είχε φέρει και το μαχαίρι της. Μόλις βρήκε το κρινάκι είδε δεύτερο κομμάτι μπλε μανδύα. Μα τι στην ευχή; Τέτοιο θράσος ο εχθρός; Μα θα του δείχνε. Έκοψε πρώτα μια τρίτη λουρίδα απ’ τον μανδύα της και μετά έφερε την λεπίδα στην παλάμη της και την χάραξε. Οι σταγόνες απ’ το αίμα της έπεσαν στην λουρίδα κι έπειτα την έδεσε και πάλι στο κοτσάνι ευχόμενη με όλη της την ψυχή «Ας ακυρωθεί ο πόλεμος! Θέλω να ζήσουν οι αγαπημένοι μου!» Επέστρεψε αργά αφού είχε σουρουπώσει για τα καλά αλλά η μάνα της δεν την κατσάδιασε καθώς όλοι είχαν την έννοια της στην αυριανή μάχη και τι μαντάτα θα έφερνε στην κάθε οικογένεια. Ίσως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τον πατέρα της… Όμως ας μην σκέφτεται έτσι. Το ξημέρωμα έφτασε και οι σάλπιγγες του πολέμου ήχησαν. Μα γιατί;; Δεν ήταν δυνατή η ευχή μου; σκεφτόταν η Σαμίλα και κύλησαν ποτάμι τα δάκρυα της. Τάχυνε το βήμα της αποφασιστικά και πλησίασε στο μπροστινό μέτωπο κοντά στον πατέρα της, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις των γνωστών και ξαδερφιών της να μην μπλεχτεί μπροστά. Ένα κορίτσι με μπλε μανδύα ερχόταν μανιασμένη απ’ την αντίπαλη μεριά του στρατοπέδου αγνοώντας και κείνη τον πατέρα και τ’ αδέλφια της που ούρλιαζαν να κάνει πίσω. «Εσύ;» της είπε η Σαμίλα. Είδε τα χέρια της γεμάτα τσιμπήματα όπως και τα δικά της «Με λένε Σούνκριελ κι ευχήθηκα στο κρινάκι να μην γίνει αυτός ο πόλεμος. Ώστε δικιά σου ήταν η κόκκινη λουρίδα;» «Κι εγώ το ίδιο ευχήθηκα» παραδέχτηκε η Σαμίλα και τα δύο κορίτσια σφιχταγκαλιάστηκαν. Οι παραταγμένοι στρατιώτες έμειναν αμίλητοι να παρακολουθούν την σκηνή. Οι δύο αρχηγοί κατέβηκαν απ’ τα άλογά τους και πήγαν προς τα δύο κορίτσια δακρυσμένοι. Μετά από λίγο έδωσαν τα χέρια. Ο πόλεμος τελικά αποφεύχθηκε και το κρινάκι ακόμα ανθίζει στις ιερές σπηλιές με την μπλε και την κόκκινη λουρίδα περασμένες στο κοτσάνι του.
  33. 12 points
    ΠΟΥ ΠΑΤΕ ΟΛΟΙ ΜΩΡΕ, ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΤΑΤΕ. Να, πάρτε την δική μου μαλακιούλα να αναθαρρήσετε.
  34. 12 points
    Ένα ακόμη ποίημά μου στο Φρέαρ, εντελώς καινούριο (που σημαίνει δεν το έχετε διαβάσει εδώ), με τίτλο "Ιός".
  35. 11 points
    Αγαπητέ κύριε, καταρχάς, δράττομαι της ευκαιρίας που μου δίνει το παρόν άρθρο να σας ευχαριστήσω για τον ειλικρινή σας σχολιασμό περί του λογοτεχνικού μου κειμένου. Συνακολούθως, να εκφράσω τα δικά μου αισθήματα, τόσο λύπης όσο και απογοήτευσης, για την αποτυχία της νοητικής μας συνένωσης και, κατ' επέκταση, της βαθιάς και ουσιαστικής συνεννόησής μας, μέσω του κειμένου αυτού. Ωστόσο, λόγω μίας ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα μου, παραξενιάς, αν θέλετε, δεν μου είναι εύκολο να μην απαντήσω στο σχόλιό σας για τον καιρό της Ηπείρου. Το οποίο και θα κάνω, αμέσως παρακάτω. Αγαπητέ μου κύριε, το κλίμα της Ηπείρου είναι το πιο υγρό της Ελλάδας. Μετά της Μακεδονίας και της Θράκης, το πιο κρύο, επίσης. Ο χειμώνας κρατάει εννέα ολόκληρους μήνες. Τον ήλιο τον αποχαιρετάει κανείς κατά τον Οκτώβριο, γιατί ξέρει ότι θα τον ξαναδεί Απρίλιο (ίσως με λίγα περιπαικτικά βλεφαρίσματα ενδιάμεσα). Ο ουρανός είναι σκοτεινός και χαμηλός, νιώθει κανείς να πλακώνεται. Και ποτέ δεν έχει σημασία η ώρα, γιατί όλες οι ώρες είναι ίδιες, πρωί, απόγευμα, βράδυ ή μεσημέρι, ένα και το αυτό. Όταν βρέχει, νομίζει κανείς ότι θα γκρεμιστεί η οροφή, και όταν φυσάει, παρορμάται να κρυφτεί στο υπόγειο. Το κλίμα της Ηπείρου, άγνωστε αναγνώστη, μπορεί να κάνει και την πιο φωτεινή ψυχή να πάθει κλινική κατάθλιψη. Σας ευχαριστώ και πάλι για τη συμβουλή σας να μην γράφω ιστορίες τρόμου που παίρνουν μέρος στην ελληνική επαρχία, αλλά θα μου συγχωρήσετε την επιμονή: αγαπώ την ελληνική φύση και μου είναι φυσικό να γράφω γι' αυτήν. Με εκτίμηση, Άννα Μακρή.
  36. 11 points
    Είμαι ο πρώτος άνθρωπος που θα υποστηρίξει πως πρέπει να λέμε την ειλικρινή μας γνώμη για αυτά που διαβάζουμε, ειδικά στον χώρο του ελληνικού βιβλίου που οι πεντάστερες κριτικές πέφτουν βροχή και χαριστικά. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι τόση επιθετικότητα βοηθάει κανέναν - είτε τους επίδοξους αναγνώστες, είτε τη συγγραφέα. Ίσως βοήθησε εσένα να τα βγάλεις από μέσα σου, αν και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω την τόση έκρηξη για ένα βιβλίο που απλώς δεν σου άρεσε. Εμένα με πιάνει τέτοιο μένος μόνο με πραγματικά σκατόψυχα κείμενα που, ξέρω γω, ρομαντικοποιούν τις κακοποιητικές σχέσεις και την αποπλάνηση ανηλίκων. Αλλά ΟΚ, θα είχες τους λόγους σου. Εγώ προσωπικά ένιωσα άβολα διαβάζοντας τα όσα έγραψες, ακριβώς λόγω του ύφους με το οποίο τα έγραψες. Δεν χρειάζεται να είναι όλα πεδίο μάχης. Εσύ ξεκίνησες να απαντάς σε φανταστικό αντίλογο ήδη από το ίδιο το review που έγραφες. Νταξ, χαλάρωσε, πραγματικά δεν θα σε σταυρώσει κανείς επειδή δεν σου άρεσε ένα βιβλίο. Αυτό ήθελα να πω μόνο και πάω πάλι πίσω στο λαγούμι μου.
  37. 11 points
    Το διήγημά μου Σράνκεν θα δημοσιευτεί στην ανθολογία Κοσμικό Έρεβος από τις εκδόσεις AllBooks. Χθες μου το έστειλαν οι επιμελητές προκειμένου να συζητήσουμε για δυο λεξούλες που έπρεπε να αλλάξουν/τροποποιηθούν, γεγονός που με εξέπληξε ευχάριστα, διότι σημαίνει ότι γίνεται σοβαρή δουλειά στην έκδοση. Τους ευχαριστώ θερμά και ανυπομονώ να πάρω την ανθολογία, ώστε να διαβάσω τα υπόλοιπα 9.
  38. 11 points
    Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που συμμετείχα ενεργά σε αυτό το φόρουμ. Δεν το κρύβω ότι ήταν πολύ δύσκολη η απόφαση να απέχω μακριά. Εντελώς απροειδοποίητα σταμάτησα να συμμετέχω. Δυστυχώς, η ζωή γράφει τα πιο απρόσμενα σενάρια και εμείς τότε συμμετέχουμε είτε μας αρέσει, είτε όχι. Θυμάμαι ήταν η εποχή που έγραφα μια ιστορία με τον φίλο Drake για το Ατάκα/εικόνα... την ιστορία δεν την τελείωσα, απομένει ένα μικρό μέρος της. Η αιτία ήταν ότι ο μικρός μου αδερφός (25ετών) εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα παρουσίασε καρκίνο. Για την εμπειρία αυτή θα γράψω όταν πρέπει. Το σημαντικότερο είναι ότι τα πράγματα εξελλίσονται καλά και ο αδερφός μου νιώθει και είναι καλά...χωρίς να παρουσιάζει κανένα θέμα εδώ και περίπου ένα χρόνο. Σίγουρα τον ήθελε...και ελπίζω να συνεχίσει να τον θέλει. Έτσι λοιπόν...είχα αποφασίσει ότι όλο μου το βάρος και την προσοχή θα έπρεπε να το αφιερώσω σε αυτόν. Όπως και έγινε. Όφειλα να εξηγήσω για ποιόν λόγο σταμάτησα να συμμετέχω σε μια παρέα που ένιωθα σαν φίλος ανάμεσα σε φίλους. Σιγά σιγά...και εφόσον τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα, θέλω να μπω σταδιακά σε ρυθμούς φόρουμ. Ελπίζω να τα καταφέρω μιας και ανάμεσα σε όλα αυτά που έγιναν σε έναν χρόνο είναι και ο άμεσος σχεδόν...(θέμα ημερών πιστεύω) ερχομός ενός νέου παιδιού...Αυτό λοιπόν για εμένα σημαίνει ανανέωση (όσο και περισσότερες υποχρεώσεις...χεχε..) Σας χαιρετώ λοιπόν...και ελπίζω να τα λέμε πιο συχνά...επειδή σίγουρα μου λείψατε... Ευχαριστώ για τον χρόνο σας. Χρήστος
  39. 11 points
    2019 και ακόμα συζητούμε τα ίδια και τα ίδια. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχουν βγει ένα κάρο βιβλίο σε ελληνικό setting. Τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. Αρκετά μάλιστα διηγήματα με ελληνικό setting έχουν δημοσιευτεί σε επαγγελματικά περιοδικά του εξωτερικού. Ένα κέρδισε και σημαντικό βραβείο του χώρου. Το ελληνικό setting δεν αποτελεί καν πρόκληση, είναι κάτι δοκιμασμένο, που δουλεύει. Δεν είναι θέμα γούστου ή άποψης ή συζήτησης (το τι αρέσει στον καθένα είναι άλλο). Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting είναι θέμα άγνοιας και ασχετοσύνης. Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting στο sff.gr, όμως, προσωπικά με ξεπερνάει.
  40. 11 points
    Βρίσκεται στο στάδιο ακόμα της επεξεργασίας, αλλά σύντομα θα εκδοθεί. Από τον εκδ οίκο συμπαντικές διαδρομές η πρώτη μου έκδοση. Ο τίτλος αυτού: «Όνομα Χρήστη: Οι Λαοί Της Θάλασσας».
  41. 11 points
    Φίλε Γκεστ Minerboh, φέρε πάλι την ιστορία σου στο φως. Άσε μας να τη διαβάσουμε και να σε στεναχωρέσουμε. Ύστερα πάρε μερικές βαθιές αναπνοές, φιλτράρισε τα σχόλια που θα εισπράξεις, man the f*ck up και δοκίμαστε ξανά. Ύστερα θα σε στεναχωρέσουμε ξανά και ξανά και ξανά όμως κάθε φορά θα σου λέμε: "Βλέπω όμως ότι εδώ και εδώ και εδώ βελτιώθηκες, μπράβο" και κάποια μέρα θα ανεβάσεις κάτι και θα περιμένεις την ορδή από κακά σχόλια και συστάσεις αλλά το μόνο που θα εισπράξεις θα είναι: "Επιτέλους, αυτό ήταν το διήγημα που ήθελα πάντα να διαβάσω από εσένα" και θα κάτσεις πίσω στην καρέκλα σου και θα αναστενάξεις χαρούμενος. Ύστερα θα χτυπήσεις τον εαυτό σου φιλικά στην πλάτη και θα γράψεις ξανά κάτι, λίγο καλύτερο, ίσως λίγο χειρότερο αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το ότι θα έχεις μάθει ότι το πιο σημαντικό πράγμα στον χώρο της τέχνης είναι να δέχεσαι την κριτική με χαρά, να φιλτράρεις τα πάντα και να βελτιώνεσαι κάθε φορά που προσπαθείς. Το τρελό είναι πως όλα αυτά δεν πρέπει να τα κάνεις για αυτό το τελευταίο σχόλιο - όμως αναζητούμε την επιβεβαίωση ακριβώς επειδή δεν είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα. Πάντα ευγνώμων για όσους διάβασαν κάτι δικό μου, αναστέναξαν και μου τα είπαν έξω από τα δόντια. Ανέβασε πάλι την ιστορία σου και no worries. Η μισή χαρά τη συγγραφής είναι η συνεχής βελτίωση.
  42. 11 points
    until
    Πώς τα περάσατε αυτό το Πάσχα; Γιορτάσατε την ανάσταση των νεκρών; Φάγατε εντόσθια; Θυσιάσατε νεαρά αρνιά στο βωμό της πείνας; Εύγε. Αυτό σημαίνει πως είστε πανέτοιμοι γι' αυτό που έρχεται και αυτό που έρχεται είναι ο ετήσιος διαγωνισμός τρόμου. Το θέμα θα είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αλλά ελπίζω να σας ταξιδέψει. Τα διηγήματα του διαγωνισμού, με σειρά συμμετοχής: Λόγιος Ερμής - John Ernst Τέρυνθος - Γιώργος77 Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος - Mournblade Η βροχή σου - Ballerond Ένα βρέφος 'ννια χειμώνες, το δικό σου μια ζωή - Solonor Εξόριστος Δαίμονας - Disco_Volante
  43. 11 points
    Όνομα Συγγραφέα: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος Είδος: Low Sci-fi Βία; Χμ, ναι. Σεξ; Κι όμως, ναι, κάτι έχει! Αριθμός Λέξεων: 3850. Αυτοτελής; Ναι. Σχόλια: Η συμμετοχή στον 47ο Διαγωνισμό Διηγήματος Ε.Φ. με θέμα Εθισμοί. * Πολύ φοβάμαι πως αυτή η ιστορία σε λίγο καιρό δεν θα απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Αρχείο: επισυνάπτονται σε word & pdf. Ζήσε.doc Ζήσε.pdf
  44. 11 points
    Ουφ, πρόλαβα; Πρόλαβα. Μου αρέσουν τα ffl γιατί μπορώ να λέω: "αχ καλέ βιαζόμουν και τα ορθογραφικά μου ξέφυγαν". Πάρτε τη σάχλα μου. Αρχίζω την ανάγνωση. Ένα γράμμα για τον πατέρα
  45. 11 points
    Όνομα Συγγραφέα: Σπύρος Κ. Είδος: bio post-punk Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3243 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 47ο ΔΣΣΙ, Είδος: ΕΦ/ Θέμα: Εθισμοί. Αρχείο: Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω.docx, Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω.pdf Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω Είστε μοναδικός κηδεμόνας ατόμων που χρειάζονται φροντίδα; Δεν χρειάζεται πια να ανησυχείτε για την τύχη τους μετά το θάνατό σας. ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ. Επειδή μια ζωή δε φτάνει για όλα. ΠΡΟΣΟΧΗ: Το προϊόν διατίθεται υπό τις ισχύουσες περιοριστικές διατάξεις στη χορήγηση αντι-γήρανσης. Μου λείπουν οι μέρες που το μόνο που ήθελαν ήταν χρήματα, διάβολε, σκέφτηκε ο Γκέινσμπορο. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ήδη χαραμίσει ένα μισάωρο στην αίθουσα αναμονής της ΡΙΛΙΒ Α.Ε. βλέποντας στην οθόνη διαφημιστικά σποτάκια με ειδικές περιπτώσεις στις οποίες επιτρεπόταν η χρήση του ορού. Η πόρτα του γραφείου πωλήσεων επιτέλους άνοιξε και η γνώριμη φωνή του Πάτρικ Χάφεν ξεπροβόδισε τον προηγούμενο πελάτη καθώς έβγαινε. «Φυσικά όχι κ.Όλιβερ. Κανένας λόγος να κάνετε διαθήκη. Η διαδικασία είναι απολύτως ασφαλής. Να πάτε στο καλό.» Ήταν η σειρά του. Είχε εξαντλήσει όλες τις άκρες που είχε για να βρει ορό χωρίς αποτέλεσμα και ο Χάφεν ήταν η τελευταία του ευκαιρία. Έπρεπε να τον πείσει. Βλέποντάς τον να μπαίνει, το εταιρικό χαμόγελο του Χάφεν ξεθώριασε. «Ήλπιζα να μη σε ξαναδώ εδώ.» «Μην κατσουφιάζεις, Πάτρικ. Τα μούτρα δεν ταιριάζουν στην εικόνα του κουστουμάτου πετυχημένου πωλητή που θες να περάσεις. Σαν χθες σε θυμάμαι να με υποδέχεσαι με τζιν. Ήσουν νέος στην εταιρία, με την καρέκλα σου να τρέμει λόγω χαμηλών πωλήσεων, έτσι δεν είναι;» «Εντάξει, εντάξει, το έπιασα. Είμαι εδώ που είμαι εξ’αιτίας σου. Δεν ήθελα να φανώ αχάριστος αλλά δεν μπορούμε να το συνεχίσουμε αυτό.» «Κοίτα, δεν έχω διάθεση για κήρυγμα. Μπορούμε ή όχι; Το ξέρεις ότι θα ανταμειφθείς για τον κόπο σου.» Ο Χάφεν έκλεισε την πόρτα και έριξε τον τόνο της φωνής του. «Δεν έχει να κάνει με χρήματα, γαμώτο! Απαγορεύεται πάνω από μια φορά κι εσύ έρχεσαι στην εταιρία για πέμπτη. Θα με κρεμάσουν αν μαθευτεί. Τα γαμημένα τα κύτταρά σου θα εκραγούν στο τέλος και θα με πάνε μέσα. Ξέρεις τι κάνουν στη φυλακή σε όσους προμηθεύουν αντι-γήρανση σε πλούσιους μαλάκες που αρνούνται να πεθάνουν; Χωρίς παρεξήγηση.» «Πάντα έχει να κάνει με χρήματα με σένα Πάτρικ.». Ακούμπησε μια επιταγή στο Γραφείο αλλά προς μεγάλη του έκπληξη ο Χάφεν δεν μπήκε καν στον κόπο να μετρήσει τα μηδενικά. «Όχι αυτή τη φορά, Γκέινς. Τα μούτρα σου είναι στα μίντια τόσο ώστε σε μια πόλη τριανταέξι εκατομμυρίων ξέρει και το τελευταίο πιτσιρίκι πότε λήγει η επίδραση της αντι-γήρανσής σου. Και το σημαντικότερο, ποιος στην προμηθεύει. Εντωμεταξύ οι ανθρωποθέσεις που μπορεί η πόλη να υποστηρίξει μειώνονται συνεχώς. Στο δρόμο με βρίζουν γιατί πιστεύουν ότι κάθε δική σου ανάσα είναι μια λιγότερη για τα παιδιά τους. Αν δεν το πάρεις απόφαση σύντομα, την έβαψα. Για δεκαετία δεν σε είχα προμηθεύσει την τελευταία φορά; Πόσος χρόνος σου μένει;» «Πετάω με αναθυμιάσεις. Είμαι στεγνός εδώ και μέρες και ήδη βλέπω θολά.» Ο Χάφεν άνοιξε το μικρό χρηματοκιβώτιο που ήταν εντοιχισμένο στον τοίχο πίσω του και έβγαλε ένα μικρό μπουκαλάκι. «Φιλικό δώρο. Για τα παλιά. Θα σου δώσει μερικές ώρες ακόμη. Σε συμβουλεύω να χαιρετήσεις τους ανθρώπους σου. Θυμήσου: όταν η επίδραση περάσει όλα θα συμβούν πολύ γρήγορα. Τα κύτταρά σου είναι πολύ γηραιά.» Ο Γκέινσμπορο ήπιε βουλιμικά τον ορό και εξαφανίστηκε από κει μέσα. Έπρεπε στο λίγο χρόνο που του έμενε να προλάβει να παίξει ένα τελευταίο χαρτί. Αυτό που ήξερε πως θα έβγαζε μόνο όταν είναι πραγματικά απελπισμένος . Χάθηκε για λίγο στους δρόμους της πόλης και συνάμα στις σκέψεις του. Να χαιρετήσω τους ανθρώπους μου; Όσοι σήμαναν κάτι για μένα και εγώ για εκείνους έχουν φύγει προ πολλού. Τότε τι; Τι είναι αυτό που με κρατάει εδώ; Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί, ειδικά μετά το χαμό της αγαπημένης του κόρης, της Νικίτα. Μετά την πρώτη της επέκταση, άρχισαν οι περιορισμοί. Δεν ήταν παρά μετά το θάνατό της που κατάφερε να διασυνδεθεί με παράνομα κανάλια προμήθειας του ορού. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς, αλλά βρήκε τη δύναμη να αγνοήσει τις ενοχές του και να τα χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του. Ξανά και ξανά. Πάντα κατάφερνε να βρει κάποια ποσότητα, αλλά όχι εκέινη τη φορά. Δεν είχε ξεμείνει ποτέ όπως τότε. Το μέλλον φαινόταν τόσο δυσοίωνο ώστε να κατευθύνεται προς τον Στακ Σοτ Μπίλυ. Συνήθως πέρναγε απαρατήρητος στο δρόμο αλλά που και που όλο και κάποιος τον γνώριζε. Τα πρόσωπά τους σκοτείνιαζαν και κάποιες φορές στρέφονταν στην παρέα τους ή ακόμη και σε άσχετους περαστικούς για να αδειάσουν την αγανάκτησή τους. Έτσι κι εκείνη τη φορά. «Καθάρματα σαν και αυτόν μας έφτασαν εδώ», άκουσε κάποιον να λέει. Δεν του άρεσε αλλά μέσα του ήξερε ότι υπήρχε μια αλήθεια σε αυτό. Από τότε που εμφανίσθηκε η τεχνολογία αντί-γήρανσης ο πληθυσμός της Γης εξαπλασιάστηκε από όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν. Οι πόροι ζωής κατ’άτομο είναι πλέον οριακοί. Και είχε καταναλώσει πόρους τεσσάρων ανθρωποζωών. Παλαιότερα, είχε δικαιολογίες σωρό. Το άξιζε ως ένας από τους νόες πίσω από την τεχνολογία αντι-γήρανσης, χρειαζόταν κάποιος έμπειρος για τη διαχείρισή της στην πορεία των ετών ή και το άλλο το πιο πιασάρικο, ότι τάχα μια επέκταση ισοδυναμεί με τη σωτηρία μιας ζωής και επομένως είναι πρέπον και ηθικό να γίνεται. Τώρα, που οι άνθρωποι δεν χωρούν στον κόσμο, τώρα, που νιώθει το τέλος κοντά όσο ποτέ άλλοτε, η αλήθεια απογυμνώθηκε από τις δικαιολογίες του: Έμεινε γιατί το ήθελε. Και ας υπονόμευσε έτσι την αποστολή που του είχε ανατεθεί. Κέρδισα κάτι μένοντας, άραγε; Εκτός από ένα μόνιμο πυρετό ορού; αναλογίστηκε βλέποντας φευγαλέα το είδωλό του σε μια τζαμαρία. Φαινόταν παραμελημένος. Το απεριποίητο μούσι του έκρυβε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ενώ τα κάποτε ακριβά ρούχα του είχαν ξεθωριάσει και ήταν λεκιασμένα εδώ κι εκεί. Και το χειρότερο ήταν ότι εξεπλάγην με το παρουσιαστικό του. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που συνειδητά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μπήκε σε ένα μαγαζί με επιγραφή ‘Στακ Σοτ Μπίλυ - Μουσικά όργανα μιας άλλης ζωής’. Το πάτωμα και οι πάγκοι ήταν ξύλινα με λούστρο που τους έδινε ένα ξανθό μελί χρώμα. Στους τοίχους από άβαφο τούβλο κρέμονταν μουσικά όργανα και αφίσες καλλιτεχνών. Σε μια σκοτεινή γωνιά με πάγκο εργασίας - έμοιαζε με πάγκο επισκευής οργάνων - ένας νεαρός με αλογοουρά καθάριζε με ένα πανί την ταστιέρα μιας κιθάρας. Τον πλησίασε. «Γεια σας. Ενδιαφέρομαι για την Τέισκο Καβάι Ες-Ες τέσσερα Έλ. Έμαθα ότι υπάρχει μια στο μαγαζί και θέλω να τη δοκιμάσω.» Ο νεαρός που αρχικά φαινόταν μάλλον αδιάφορος στην παρουσία του, πετάχτηκε από το σκαμπό σα να τον τσίμπησε μύγα. «Φυσικά, κύριε. Ακολουθήστε με παρακαλώ.» Ανέβηκαν με μια στενή εσωτερική σκάλα στον επάνω όροφο που ήταν γεμάτος κιθάρες. «Το τμήμα έγχορδων οργάνων μας», του είπε με καμάρι. Ξέχωσε από κάπου μια σκληρή σκονισμένη θήκη, έβγαλε από μέσα την Τέισκο Καβάι και την μετέφερε οριζόντια, με τα δυο χέρια από κάτω, σα να κρατά κάποιο αρχαίο κειμήλιο, στον Γκέινσμπορο. «Ξέρεις, δεν περίμενα ότι θα την ακουμπήσω ποτέ. Θα μου δώσεις λίγο χρόνο μαζί της, έτσι;» Ο πωλητής έγνεψε. «Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον ενισχυτή στη γωνία», του είπε, και κατέβηκε κάτω. Ο Γκέινσμπορο άρχισε να δοκιμάζει κάποια ακόρντα και τελικά κάποιο σκοπό. Αρκετές δοκιμές μετά, ο τοίχος απέναντί του, στολισμένος με αντίκες ηλεκτρικές κιθάρες, άνοιξε στη μέση με έναν ήχο αποσυμπίεσης φανερώνοντας μια κρυφή είσοδο. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα εμφανίσθηκε από το άνοιγμα. Ήταν ντυμένη κομψά αλλά μάλλον επαγγελματικά, με ένα ριχτό παντελόνι και ένα λεπτό πουλόβερ ζιβάγκο. Καθώς τον πλησίαζε, το τακούνι της σφυροκοπούσε το ξύλινο πάτωμα ανυπόμονα προϊδεάζοντάς τον για τις διαθέσεις της. Τα γαλάζια μάτια της θαρρείς και πάγωναν ό,τι κοίταζε. «Για όνομα του Θεού, κ.Σανς, αν περίμενα να παίξετε σωστά το συνθηματικό ριφ, δεν ξέρω αν θα άνοιγα ποτέ. Με συγχωρείτε. Είμαι η Κατ, διευθύντρια του οργανισμού», του είπε εκτείνοντας το χέρι της για χειραψία. «Πάμε;» Ο Γκέινσμπορο διαπίστωσε με έκπληξη ότι αυτό που είχε περάσει για μυστικό δωμάτιο ήταν ένας τεράστιος ευήλιος επαγγελματικός χώρος, γεμάτος γραφεία που χωρίζονταν με γυάλινα τοιχώματα. Θα πρέπει να ήταν ο όροφος του διπλανού κτηρίου. Υπήρχε πολύς κόσμος και μεγάλη κινητικότητα. Τηλέφωνα, υπολογιστές, εκτυπώσεις και φωτοτυπίες, η μυρωδιά φρέσκου καφέ. Όσο περνούσαν ανάμεσά τους οι ψίθυροι και τα βλέμματα περιέργειας πλήθαιναν. «Αυτός είναι!» ακούστηκε από κάπου. «Αλλιώς το είχα φανταστεί», μουρμούρισε ο Γκέινσμπορο. «Εκπλήσσεστε κ.Σανς; Προκειμένου να μείνουμε ανεξάρτητοι σε ένα πλαίσιο σκληρού κορπορατισμού, απαιτεί λίγο κορπορατισμό και από εμάς. Περάστε,» του είπε κρατώντας για εκείνον ανοιχτή την πόρτα με ταμπέλα ‘Διεύθυνση’. «Λοιπόν, τι σας φέρνει στα μέρη μας;» «Ήρθα να ενεργοποιήσω το πρωτόκολλο ακύρωσης...» Εκείνη χαμογέλασε. «Το ξέρω κ. Σανς, ήμουν σαρκαστική. Σας περιμένουμε να ακυρώσετε περίπου εκατόν είκοσι χρόνια τώρα. Για την ακρίβεια, δεν ήμασταν τόσο παθητικοί, κάναμε περισσότερα από το να περιμένουμε. Σε εμάς οφείλονται όλες οι δυσκολίες που συναντάτε τα τελευταία χρόνια στην εύρεση ορού αντί-γήρανσης. Το ξέραμε ότι αργά ή γρήγορα θα σας οδηγούσαν εδώ.» Ξαφνικά έγινε ξεκάθαρο στον Γκέινσμπορο πώς ο φιλάργυρος Πάτρικ Χάφεν είχε μόλις αρνηθεί ένα ποσό με τόσες κουλούρες. Ωστόσο δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για αυτή την παρέμβαση που δεν προβλεπόταν από το καταστατικό του οργανισμού. Προφανώς ήταν αντίδραση στη δική του παρεκκλίνουσα πορεία. Θα έπρεπε να έχει ενεργοποιήσει το πρωτόκολλο ακύρωσης της τεχνολογίας αντι-γήρανσης πολύ νωρίτερα. «Τέλοσπάντων, κάλλιο αργά παρά ποτέ», συνέχισε εκείνη. «Εμείς δεν μείναμε με σταυρωμένα τα χέρια όλο αυτό το διάστημα. Είμαστε σε θέση να ακυρώσουμε εντός λίγων ημερών.» Ο Γκέινσμπορο πήγε να πει κάτι αλλά δεν έβγαινε φωνή. Ένιωσε μια ανείπωτη υποτονικότητα και κούραση. Στήριξε το κεφάλι με τα χέρια του. Ένιωσε τα μαλλιά του πολύ λιγότερα. «Πως;» ψέλλισε τελικά. Η ματιά της Κατ μαλάκωσε κάπως. «Είστε καλά κ.Σανς; Φαίνεστε σα να χάσατε μόλις δέκα χρόνια από τη ζωή σας». Ο Σανς δε φάνηκε να διασκεδάζει με το λογοπαίγνιο. Εκείνη σοβάρεψε το ύφος της. «Η μάχη ήταν δύσκολη αλλά κατορθώσαμε να μείνουμε μόνοι κύριοι της πατέντας και της παραγωγής όλα αυτά τα χρόνια. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να πουλάμε τον ορό στις πέντε εταιρίες επέκτασης ζωής. Και φυσικά να κάνουμε σκόνη τα εργοστάσια παραγωγής. Όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί από την επιτροπή διαχείρισης του Ράβεραλ. Δικό σας σχέδιο ήταν κ. Σανς. Θυμάστε;» Μακρυνές - σχεδόν ονειρικές - εικόνες από την πρώτη του ζωή κατέκλυσαν το νου του. Ως επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του πανεπιστημίου του Ράβεραλ που έκανε την τομή στην αντι-γήρανση, συμμετείχε ενεργά και στην προσπάθεια της εμπορικής της αξιοποίησης. Για την ακρίβεια, καθώς είχε προβλέψει ότι ο ορός μπορεί να οδηγήσει σε υπερπληθυσμό, είχε ασκήσει ‘Βέτο’ στην επιτροπή διαχείρισης: Δεν θα επέτρεπε τη διάθεση του ορού αν δεν λαμβάνονταν μέτρα κατά του υπερπληθυσμού. Ως τελευταία γραμμή άμυνας - αν όλα τα άλλα αποτύχουν - είχε προτείνει την ίδρυση ενός οργανισμού με μοναδικό σκοπό την επιτυχή και άμεση ακύρωση του προγράμματος ανά πάσα στιγμή. Πρόσωπο κλειδί σε τέτοια περίπτωση θα ήταν το πρόσωπο που θα αποφάσιζε αν και πότε πρέπει να ενεργοποιηθεί το πρωτόκολλο ακύρωσης. Φυσικά και κράτησε αυτό το ρόλο για τον εαυτό του. «Θυμάστε κ.Σανς; Που επιμένατε να είστε εσείς αυτός που θα ενεργοποιήσει την ακύρωση; Για να εξασφαλιστεί ότι θα γίνει στην ώρα της; Φοβόσασταν τόσο για ενδεχόμενη κατάχρησης της ανακάλυψής σας που θέσατε τον προσωπικό έλεγχο ως όρο για την έναρξη του όλου εγχειρήματος. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που σας δόθηκε η δεύτερη ζωή σας.» Ο Γκέινσμπορο έκανε ταχυκαρδία και ένιωσε απέραντη κόπωση. Με τις λιγοστές δυνάμεις που του απέμεναν έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του το μπουκαλάκι που του έδωσε ο Χάφεν. Είδε τα ζαρωμένα και γεμάτα σκούρα στίγματα χέρια του να αδειάζουν απεγνωσμένα στο στόμα του μερικές σταγόνες που είχαν περισσέψει. Του έδωσαν αρκετή ενέργεια για ένα ξέσπασμα. «Μη μιλάς σα να ήσουν εκεί. Δεν ήσουν. Δεν υπήρχες. Τα ξέρω όλα αυτά που μου λες. Ήμουν εκεί και τα έζησα! Εγώ έδωσα...έδωσα ζωή στους ανθρώπους! Αυτό μου αξίζει; Να πεθάνω σε ένα άθλιο γραφείο μπροστά σε μια καρακάξα που με εμπαίζει;» Σκούπισε λυσσαλέα το μισό της γραφείο ρίχνοντας ότι έπιασαν τα χέρια του στο πάτωμα και κατέρρευσε πάλι στην καρέκλα του. «Πήρες αυτό που ήθελες. Ο ερχομός μου ισοδυναμεί με ενεργοποίηση ακύρωσης. Απλά φέρε μου λίγο ορό, εντάξει;» «Αφού το ξέρετε κ.Σανς. Ήσασταν εκεί και το ζήσατε. Συμφωνήσατε ότι σε περίπτωση θανάτου σας, ο οργανισμός μας αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη και λήψη αποφάσεων για τερματισμό του προγράμματος. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παίρνω αυτό που θέλω», απάντησε η Κατ χαιρέκακα. Κανονικά δεν ήταν τόσο κυνική μπροστά στο θάνατο αλλά αυτό το καθίκι εκτός του ότι είχε ξεπεράσει προ πολλού το χρόνο που του αναλογούσε, ήταν ο ιθύνων νους πίσω από τη μεγαλύτερη ίσως απειλή κατά της ανθρωπότητας. Ο Γκέινσμπορο θυμόταν ακριβώς τις διαπραγματεύσεις με την επιτροπή του Ράβεραλ πάνω σε αυτό το θέμα. Η επιτροπή ήθελε τη μεταφορά ευθύνης σε περίπτωση θανάτου του αλλά εκείνος είχε σοβαρές αντιρρήσεις και η όλη διαδικασία είχε κολλήσει για μέρες. Θυμόταν σαν χθες τα λόγια του στον πρόεδρο της επιτροπής, Μπελμόντ Ρουσσώ. «Ελπίζω, Μπελμόντ, να μην περιμένεις να υπογράψω αυτή τη βλακεία. Αν ο οργανισμός έχει τέτοια οφέλη από το θάνατό μου ποιος μου λέει ότι δεν θα τον προκαλέσουν κιόλας;» Ωστόσο δεν γινόταν και διαφορετικά. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να προβλεφθεί πώς η ευθύνη θα άλλαζε χέρια αν κάτι στραβώσει. Στο τέλος-τέλος της γραφής το όλο ζήτημα ήταν πολύ μεγαλύτερο από ένα άτομο. «Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, θα εισάγουμε ρήτρα στο καταστατικό του οργανισμού να σε προστατεύει. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω», του είχε πει ο Ρουσσώ. «Υποτίθεται ότι πρέπει να με προστατεύετε», είπε τελικά στην Κατ. «Αυτό εμπεριέχει το να μη με αφήσεις να πεθάνω αβοήθητο μπροστά στα μάτια σου, έτσι δεν είναι; Πως πιστεύεις ότι θα αντιδρούσαν οι υπάλληλοι που με είδαν να μπαίνω όρθιος στο γραφείο σου αν βγω ξαπλωτός; Πόσοι από αυτούς πιστεύεις ότι θα ανέφεραν ανώνυμα το περιστατικό στο Δ.Σ.; Θα παρέμενες, άραγε, σε αυτή την καρέκλα μετά από τέτοια καταγγελία;» «Συγχαρητήρια κ.Σανς. Μόλις κερδίσατε μια μέρα ζωής ακόμα.» μουρμούρισε και σήκωσε απογοητευμένη το ακουστικό. «Φέρε εκατό εμ-ελ ορό στο γραφείο μου. Κάντο γρήγορα. Ο κ.Σανς βιάζεται να επιστρέψει σπίτι του.» *** Κάπου /κάποτε (δε με πολυνοιάζει). Με καίει μόνο ότι είναι το τελευταίο μου εικοσιτετράωρο. Τι είναι φυσιολογικό να κάνει κανείς την τελευταία του μέρα; Να αποχαιρετά αγαπημένους; Να πίνει μέχρι το πρωί; Σίγουρα πάντως δεν είναι να εξετάζει τοξικολογικές αναλύσεις. Και όμως, αφιέρωσα απόψε λίγο χρόνο σε αυτό - ήμουν πολύ περίεργος για να μην το κάνω. Ο ορός έχει εξετασθεί εξονυχιστικά για εθισμό τόσο από τη δική μου ομάδα στο πανεπιστήμιο του Ράβεραλ πριν τη διάθεσή του στο κοινό, όσο και από άλλους φορείς στην πορεία των ετών. Αφορμή στάθηκαν αναφορές χρηστών που παρουσίασαν συμπτώματα εξάρτησης - κάπως σαν και αυτά που βιώνω ο ίδιος τα τελευταία εικοσιτετράωρα καθώς διανύω παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας. Νιώθω υποχρέωση, πριν την κορύφωση αυτής της περιόδου, τον πολυπόθητο για πολλούς αυριανό θάνατό μου, να ψάξω για μια εξήγηση για τη μνημειώδη αποτυχία μας να διαχειριστούμε μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τα ευρήματά μου από το σκάλισμα παλιών αρχείων απόψε; Θα το κάνω πολύ σύντομο. Δεν προέκυψε ποτέ και από καμία τοξικολογική ανάλυση κάποια ένδειξη εθιστικότητας στον ορό. Με τη βιολογική εξάρτηση στα σκουπίδια σκέφτομαι ότι μια πιθανή εξήγηση είναι το ένστικτο της επιβίωσης. Οι άνθρωποι είμαστε προγραμματισμένοι να προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Ανεξαρτήτως κόστους ή επιπτώσεων. Μια ανάγκη που είναι γνωστό πως σβήνει προς το τέλος: Η κόπωση και η φθορά - σωματική και ψυχική - , αντικαθιστά το ένστικτο επιβίωσης με την αποδοχή του θανάτου. Εκατομμύρια κόσμος που πήραν τον ορό νέοι δεν θα φθάσουν ποτέ εκεί. Το αποτέλεσμα είναι πληθυσμιακές ομάδες με ανεπτυγμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης που μπορεί να παρερμηνευθεί ως εξάρτηση. Όχι, δεν είναι αυτό. Όχι για μένα. Η δική μου εμπειρία είναι κάτι παραπάνω. Αυτό που με κρατάει εδώ είναι... Έκανε μια παύση ελπίζοντας να μπορέσει να ακούσει μια κάποια απάντηση από τα βαθύτερα λημέρια της ψυχής του. Ταυτόχρονα κοίταξε γύρω του, στο χώρο που ζούσε κάποια χρόνια τώρα, για ενδείξεις. Η ματιά του έπεσε στην ηρωική βιβλιοθήκη του που για κάποιο λόγο δεν έχει καταρρεύσει υπό το βάρος των τόσων βιβλίων. Δίπλα, στον τοίχο, αναρτημένα τα λογής πτυχία του: Βιοχημικός που ήταν το πρώτο του, Μαθηματικός, Θεολόγος, Ψυχολόγος. Στον απέναντι τοίχο, πλάι στο ηχοσύστημα είχε τα πιο παιχνιδιάρικα: Διακοσμητής, Ηχολήπτης, Καλών Τεχνών, Μηχανικός Αυτοκινήτων. Τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησε - έστω και για μια στιγμή - φιγουράριζαν στο σύνθετο του σαλονιού. Αυτό που με κρατάει εδώ είναι μια αέναη δίψα για γνώση και εμπειρίες· η περιέργειά μου. Για τα πάντα. Φοβάμαι πως, αν χαθώ θα σταματήσει να ικανοποιείται. Και είμαι, ίσως είμαστε, φτιαγμένοι να την ικανοποιούμε. Σε τέσσερις ζωές έχω μάθει κι έχω ζήσει πολλά...Η γνώση δεν είναι πια για μένα όπως ήταν στην πρώτη ζωή μου, μια εφήμερη, παρωχημένη ή σχετική έννοια με μόνο σκοπό να αποτελέσει προσόν κατά την ανεύρεση εργασίας. Νιώθω ότι σταδιακά έγινε ένα πρίσμα που μου χάρισε την οπτική πολλών παρατηρητών ταυτόχρονα. Μια κλειδαρότρυπα στην αντικειμενική αλήθεια των πραγμάτων. Και τι μπορεί να αποτελεί μεγαλύτερο λόγο ύπαρξης από την αλήθεια; Με κάθε επέκταση που κάνω νιώθω ότι φθάνω πιο κοντά στο να ανοίξω την πόρτα και να κοιτάξω την αλήθεια στην ολότητά της. Το μόνο που θέλω είναι να ξέρω. Τα πάντα. Τίποτε άλλο. Για μια νύχτα ακόμα, Γκέινσμπορο Σανς Ο Γκέινσμπορο άφησε τη σελίδα στο τραπέζι και έπιασε την Τέισκο Καβάι - φεύγοντας από τον Μπίλυ την είχε ζητήσει από τον τυπά με την αλογοουρά, που απρόθυμα του την έδωσε. Ναι, η κιθάρα ήταν δική του εξαρχής. Την είχε αγοράσει στην πρώτη ζωή του με τον πρώτο του μισθό. Είχε για εκείνον συναισθηματική αξία και αυτό ακριβώς είχε επικαλεστεί για να τους πείσει να την χρησιμοποιήσουν στην είσοδο. Και φυσικά η συμφωνία ήταν πως όταν όλα τελειώσουν θα την πάρει πίσω. Άρχισε να γρατζουνά μια αγαπημένη μελωδία: In my time of dying, I want nobody to mourn All I want for you to do is take my body home Well, well, well, so I can die easy... Meet me, Jesus, meet me Meet me in the middle of the air If my wings should fail me, Lord Please meet me with another pair Well, well, well, so I can die easy... Αγχώθηκε. Δεν ήταν ούτε κατά διάνοια έτοιμος να βιώσει αυτούς του στίχους σε λίγες ώρες. Ίσως όμως να τη σκαπούλαρε. Για μια φορά ακόμη. Ίσως...Ξεβίδωσε το κάλυμμα της κιθάρας, εκεί που μπαίνουν οι μαγνήτες. Ουφ, είναι ακόμα εδώ. Έβγαλε προσεκτικά ένα πλαστικοποιημένο σημείωμα που είχε βάλει εκεί σε μια άλλη ζωή. Το πλαστικό είχε φθαρεί από την πολυκαιρία αλλά το χαρτί φαινόταν σε καλή κατάσταση. Ήξερε απ’έξω τι λέει αλλά το διάβασε έτσι κι αλλιώς. Δελτίο παροχής ορού αντί-γήρανσης αξίας εικοσιπέντε ετών απονέμεται στον Γκέινσμπορο Σανς για τη συνεισφορά του στην ανάπτυξη τεχνολογίας αντί-γήρανσης. Δεν είχε εξαργυρώσει ποτέ το βραβείο αυτό. Αντί αυτού είχε σκεφτεί πως θα ήταν το τέλειο δώρο στον εαυτό του όταν έρθει η ώρα της ακύρωσης του προγράμματος που ο ορός θα χαθεί για πάντα. Αφού τον διαβεβαίωσαν ότι έχει ισόβια ισχύ το έβαλε στην κιθάρα του, που ήξερε πως θα του επιστραφεί όταν όλα τελειώσουν. Ήταν ο τρόπος του να διασφαλίσει ότι δεν θα το εξαργύρωνε νωρίτερα. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να εξαργυρώσει το βραβείο στο κοντινότερο σημείο διανομής ορού και να εξαφανισθεί. Θα έκανε ένα νέο ξεκίνημα σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη - το καλό με τον υπερπληθυσμό ήταν ότι αν θέλει κάποιος να χαθεί, μπορεί. Είχε βαρεθεί τα βλέμματα και τα λόγια των ανθρώπων αυτής της πόλης. Καλύτερα γι’αυτούς να είναι νεκρός. Ήλπιζε ότι το γράμμα του θα βοηθούσε σε αυτό. Έκανε ένα ντους και ξέπλυνε τη μέρα. Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι, έκανε σκοτεινό το σαλόνι και έκατσε στον καναπέ. Έκλεισε τα μάτια του και αφουγκράστηκε τη σιωπή. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει. Επέτρεψε στον εαυτό του να απολαύσει αυτή τη μικρή νίκη. Χτυπάει ακόμα. Πολεμάει ακόμα. Τα κατάφερες τελικά. Τα κατάφερες, για άλλη μία μέρα, τα πας μια χαρά...
  46. 11 points
    Μια μικρή inside ματιά για την προέλευση της ιστορίας: Έχοντας δοκιμάσει την τεχνολογία του VR στο σπίτι ενός φίλου, και μάλιστα την αρχή του τίτλου Resident Evil VII και το διαβόητο δείπνο με την οικογένεια των τρελών συνειδητοποίησα σε πόσο επικίνδυνο αλλά και θαυμαστό μέσο μπορεί να εξελιχθεί η εικονική πραγματικότητα. Γιατί, μη γελιέστε, όταν βλέπεις σε φυσικό μέγεθος, εντελώς αποκομμένος από τον πραγματικό κόσμο - μια αληθινή παράλληλη πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς - με φυλακισμένες τις βασικές σου αισθήσεις (οπτικοακουστικά απομονωμένος) αυτούς τους τρεις δίπλα σου, με τα μαχαίρια και τα ηλεκτρικά πριόνια να σε κυνηγάνε, το μέσο εξιστόρησης μπορεί να φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη απορρόφησης. Αν και ανώριμη ακόμα, η τεχνολογία με τρόμαξε. Ένιωσα στα αλήθεια κλεισμένος εκεί μέσα. Όμως αυτό που με φόβισε ακόμη πιο πολύ, ήταν η κουβέντα που ακολούθησε μετά. Υπάρχουν, έλεγε ο φίλος μου, ''αρωματικά'' κεριά που προσομοιώνουν τη μυρωδιά της σήψης και της μούχλας που συναντάς στο εικονικό σπίτι, και εντείνουν την ψευδαίσθηση. Φαντάσου, λέγαμε, τι έχει να γίνει με τις ταινίες ερωτικού περιεχομένου. Με βίντεο από συγγενείς που έχεις χάσει. Με συναυλίες, ντοκιμαντέρ, ταινίες. Αν τώρα τόσος κόσμος κολλάει στις οθόνες, τι έχει να γίνει όταν η εικονική πραγματικότητα ξεφορτωθεί όλα τα άσχημα που κουβαλάει; Πόσοι άνθρωποι θα βρίσκουν αποκούμπι στα ψηφιακά καταφύγια; Κι έτσι, με δεύτερη αφορμή τις ιδιότητες του τσίλι που προσφάτως είχα διαβάσει, έκανα την συσχέτιση για δραστικές ουσίες που τάχα ενισχύουν το immersion, και έδωσα μια ιστορία που ουσιαστικά λέει πως πόσο εύκολο είναι για έναν ευαίσθητο και προσφάτως πληγωμένο από απώλειες άνθρωπο να εθιστεί στο VR.
  47. 11 points
    Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια (κι ενίοτε διατριβές), χαίρομαι που σε γενικές γραμμές σας άρεσε το διήγημα, καταλαβαίνω τα περισσότερα σημεία που σας κλώτσησαν. Δεν θα πω πολλά, το συγκεκριμένο διήγημα μου αρέσει περισσότερο σήμερα απ’ ό,τι τη μέρα που το ανέβασα (συνήθως συμβαίνει το αντίθετο ) κι είναι ίσως η μόνη περίπτωση που αν σήμερα το ξαναανέβαζα για τον ίδιο διαγωνισμό δεν θα άλλαζα τίποτα (πέρα από τα τυπογραφικά που μου επισημάνατε – οκ, και τον τίτλο που έτσι κι αλλιώς τον αποφάσισα τελευταία μέρα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχω σκεφτεί τίποτα που να μ’ αρέσει στο ενδιάμεσο). Αμετανόητος, ναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανάγκες, αν είχα 1000-2000 λέξεις θα ανέπτυσσα περισσότερο κι ομαλότερα την αστυνομική ιστορία (όπως εύστοχα ειπώθηκε), θα έδειχνα καλύτερα την καθημερινότητα των εθισμένων μου, θα έδινα περισσότερο χώρο στο τέλος και στη μεταστροφή του αφηγητή, θα φαινόταν καλύτερα η Βερόνικα και τα κίνητρά της (δεν ήταν μια επαναστάτρια που αυτοκτόνησε στον σκοπό της, ήταν μια κοπέλα που ήθελε να αυτοκτονήσει, που τύχαινε να είναι ιδεαλίστρια, κι έψαχνε μια ευκαιρία να δώσει νόημα στον θάνατό της – η εναλλακτική δεν ήταν να μην πεθάνει αλλά να πεθάνει σε μεγαλύτερη αφάνεια) αλλά για τις λέξεις που είχα και τις προθέσεις μου νομίζω πως έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Τα πράγματα που δεν σας έπεισαν τώρα σχετικά με τον κόσμο του διηγήματος, δεν θα σας έπειθαν λογικά και στην εκτεταμένη βερσιόν, γιατί ο σκοπός τους δεν ήταν να πείσουν τον –αναμενόμενα και με την καλή έννοια– καχύποπτο αναγνώστη. Δεν ήθελα ο αναγνώστης να πει "ναι, αυτό θα μπορούσε να συμβεί" ούτε να κάνω μια πρόβλεψη για το μέλλον, ήθελα να φτιάξω ένα σουράλ σύμπαν όπου ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται τον παραλογισμό ενός κόσμου που ποινικοποιεί την ανάγνωση λογοτεχνίας, που φυλακίζει ό,τι δεν του είναι χρήσιμο ακόμη κι αν δεν βλάπτει κανέναν. Κι αυτό δεν ήθελα να είναι έκδηλο, δεν ήθελα ο αναγνώστης να επαναπαυτεί στο ότι διαβάζει κάτι σουρεάλ, ήθελα να βρίσκεται στο μεταίχμιο, ιδίως από τη στιγμή που κι ο αφηγητής είναι κομμάτι αυτού του κόσμου και δεν του φαίνεται παράλογος. Το δέχομαι ότι η παραπάνω επιλογή μπορεί να μην αρέσει, απλώς ήταν κάτι ηθελημένο και νομίζω πως εξυπηρετεί περισσότερο όσα ήθελα να πω (ακόμη κι αν οι περισσότεροι δεν τα κατάλαβαν). Τέλος, ορίστε κι η εικόνα στην οποία βασίζεται ο τίτλος, για να μην νομίζετε ότι είστε εσείς οι διεστραμμένοι – όχι, όσες διαστροφές και να έχετε, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τις είχε πρώτη. Σας ευχαριστώ και πάλι για τον κόπο σας και την αγάπη που της δείξατε.
  48. 11 points
    Μπορεί να έχεις δίκιο. Απ' την άλλη, όμως, μπορεί και η συγγραφή να είναι πολύ δύσκολη για τον μέσο επιστήμονα.
  49. 11 points
    Στη συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ARS Libri, συμμετέχει ο δικός μας Ballerond (Γιάννης Σιδέρης) και περιλαμβάνονται διηγήματα από τους 4 κύκλους σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που παρέδωσε ο Αντώνης Κρύσιλας.
  50. 11 points
    until
    Σκοτάδι έχει αρχίσει να απλώνεται πάνω απ' το SFF. Περίεργα πλάσματα μαζεύονται στις γωνίες και κρυφοκοιτούν μέσα απ' τις σκιές. Ο διαγωνισμός Τρόμου πλησιάζει. Μαζευτείτε-μαζευτείτε. Ο DinMacXanthi έχει υποσχεθεί plot twists... Πατήστε και το RSVP αν θέλετε να μπείτε στη συγγραφική παρέα του διαγωνισμού.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..