Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation on 10/18/2018 in all areas

  1. 3 points
    Σε μια εκδήλωση του Ιανού πέρσι, με καλεσμένη τη Ζυράννα Ζατέλη, την άκουσα να λέει το εξής: "Δεν χωράω στον εαυτό μου. Κι είμαι τυχερή που έχω αυτό το τάλαντο κι αυτή την αγωνία -γιατί μη νομίζετε πως δεν είναι αγωνία- που μου επιτρέπει να διασπείρομαι". Αυτή η αγωνία, αυτό το δεν χωράω στον εαυτό μου, είναι γνωρίσματα του συγγραφέα (του δημιουργού γενικότερα, θα τολμήσω να πω) με τα οποία γεννιέσαι ή τέλος πάντων διαμορφώνεις σε σχετικά νεαρή ηλικία. Αν δεν έχεις την ανάγκη, αν δεν σε πιανει φαγούρα στο μυαλό και στα χέρια, αν δεν ξεπηδάνε από μέσα σου κόσμοι και άνθρωποι και διάλογοι και ιστορίες σε χρόνους ανύποπτους, όση τεχνική και να μάθεις, όσο κι αν δουλέψεις, το μικρόβιο δεν θα το αποκτήσεις. Από την άλλη, αν έχεις το μικρόβιο αλλά δεν είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις, μάλλον δεν θα γίνεις συγγραφέας ποτέ. Όποτε γίνεσαι συγγραφέας μόνο αν γεννηθείς με την ανάγκη αυτή και δουλέψεις πολύ, μου φαίνεται εμένα.
  2. 2 points
    Όνομα: Αταλάντη Ευριπίδου Είδος: Παραμύθι Βια: Σωπάτε καλέ. Σεξ: Έκπληξη! Όχι. Αριθμός λέξεων: 2.070 Αυτοτελής: Ναι Σχόλια: Για τον 49ο Διαγωνισμό Φαντασίας Τα Αγκαθένια Μήλα Υπάρχει μια ιστορία που ’χει τις ρίζες της στην παλιά πατρίδα, μια ιστορία που φέραμε μαζί μας όταν μας πέρασαν, αλυσοδεμένους και μέσα σε ξύλινες φυλακές, πάνω απ’ το μεγάλο, αλμυρό νερό. Ακούς, κορίτσι; Την ιστορία αυτή τη λέει η μια γιάτρισσα στην επόμενη και τώρα είναι η ώρα σου να τη μάθεις. Δεν ξέρω τι σημαίνει ούτε γιατί τη λέμε. Μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα, μπορεί να είναι πια ένα αδειανό καβούκι μονάχα. Μα θα στην πω και θα την ακούσεις, γιατί έτσι κάνουμε τόσα χρόνια κι έτσι είναι το σωστό. Ζούσε κάποτε, λένε, ένας φύλαρχος τρανός, που ’χε δικιά του μια όαση ζηλευτή. Είχε πάρει για γυναίκα του την ομορφότερη κόρη των εφτά φυλών, με δέρμα μαύρο και γυαλιστερό όπως τα λέπια της μάμπα και δόντια κατάλευκα σαν ξασπρισμένα οστά. Φόραγε είκοσι χρυσά βραχιόλια σε κάθε χέρι όταν του την έδωσαν οι δικοί της, μα παιδιά δεν μπορούσε να του κάνει παρά την ομορφιά της και τα τόσα της μαλάματα. Προσευχήθηκε, το λοιπόν, ο φύλαρχος στα ουράνια φίδια, και τους έταξε πως, αν του χαρίζανε τον διάδοχο που επιθυμούσε, θα έφτιαχνε τρεις βρύσες που δεν θα σταμάταγαν να τρέχουν. Μια βρύση θα ’τρεχε γάλα καμήλας, η άλλη θα ’τρεχε κρασί κι η τρίτη υδρόμελι. Το αγόρι το ονόμασαν Καγίν, που στην παλιά γλώσσα θα πει δοξασμένος ο ερχομός του, κι όσο μεγάλωνε τόσο ’μόρφαινε η θωριά του. Πρώτος στο τρέξιμο, πρώτος στο κυνήγι, επιδέξιος με το ακόντιο και θαρραλέος, δεν δείλιαζε μπροστά σε τίποτα. Όλοι είχαν να το λένε πως θα γινόταν άξιος φύλαρχος μια μέρα – τη μέρα που θα σκότωνε τον πατέρα του στη μάχη και θα του ’παιρνε τα δόντια για να τα κρεμάσει γύρω απ’ τον λαιμό του. Παρά τη ρώμη και τη γενναιότητά του, όμως, ο Καγίν ήταν σκληρόκαρδος και ασεβής. Πολλοί τον θαύμαζαν, μα λίγοι τον αγαπούσαν. Μια μέρα, καθόταν ο Καγίν έξω απ’ την τάτα-σόμπα του και βαριεστημένος έπαιζε μ’ ένα μαχαίρι που του ’χαν χαρίσει για τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του. Γερμένος, όπως ήταν, στον πλίνθινο τοίχο, είδε τη μπάμπω-Ενιτάν να πλησιάζει τη βρύση σέρνοντας τα βήματά της. Κρατούσε ένα κιούπι η γερόντισσα κι έπιασε να το γεμίσει γάλα καμήλας. Επειδής όμως είχαν περάσει τα χρόνια κι ο φύλαρχος είχε ξεχάσει το τάμα του, οι βρύσες δεν έτρεχαν πια, μονάχα έσταζαν πού και πού. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περίμενε η γριά δίπλα στη βρύση και, στο αναμεταξύ, ο Καγίν βαρέθηκε να τη βλέπει μπρος του κι όλο έκανε παράπονα στη μάνα του για να τη διώξει. Η μάνα του, που ήταν γυναίκα σεβαστική, τον μάλωσε και τον ορμήνεψε να αφήσει τη μπάμπω-Ενιτάν στην ησυχία της, γιατί ήταν η μάγισσα της φυλής και τη φοβόταν. Ο Καγίν, όμως, που δεν πίστευε στα μάγια και που τον ενοχλούσαν τ’ άσπρα μαλλιά και τα μαραμένα στήθια της γυναίκας, δεν την άκουσε. Το ξημέρωμα της τέταρτης μέρας, μόλις που το κιούπι είχε προφτάσει να γεμίσει ως πάνω, του τράβηξε μια κλωτσιά και το ’σπασε. Η μπάμπω-Ενιτάν τον κοίταξε με τα θολά της μάτια. «Τι σου ’φταιξα, γιε μου, και μου ’καμες τέτοιο κακό; Είχα ορεχτεί, η καψερή, γάλα καμήλας και τώρα πρέπει να περιμένω άλλα τρία μερόνυχτα; Την κατάρα της Τιτιλάγιο να ’χεις. Παντού να τη ζητάς και να μην τη βρίσκεις, κι άμα τη βρεις να μη σε θέλει. Αυτή είναι η πληρωμή για το κρίμα σου». Ξέρεις τι πάει να πει τιτιλάγιο, κορίτσι; Όχι; Αγκαθένιο μήλο σημαίνει, είναι ο καρπός που τρώνε οι σοφοί κι οι γιάτρισσες για να μιλήσουν με τους θεούς, να ανοίξουν τις πόρτες στα λόα και να ταξιδέψουν στα όνειρα για να αναζητήσουν τις αλήθειες του κόσμου. Ούτε ο Καγίν ήξερε. Ρώτησε από ’δω, ρώτησε από ’κει, μα όλοι παριστάναν τους ανήξερους γιατί είχαν ακούσει τι είχε κάνει στη γριά μάγισσα και δεν τόλμαγαν να προκαλέσουν την οργή της. Ο νεαρός έπαψε να κοιμάται και να τρώει, στοιχειωμένος απ’ την κατάρα της μπάμπως. Κάποτε, ένας απ’ τους σοφούς της φυλής τον λυπήθηκε έτσι που τον είδε μαραζωμένο κι αδύνατο, και του ’πε το μυστικό. «Να πας να τη γυρέψεις μες στην έρημο, εκεί όπου δεν φυτρώνει τίποτε άλλο» του είπε. «Αν ειν’ το βήμα σου ελαφρύ κι η καρδιά σου στη θέση της, ο δρόμος θα σε βγάλει σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω θα βρεις μια γυναίκα να πανίζει τον φούρνο με τα βυζιά της. Να της πεις ώρα καλή, κυρά και να πιάσεις να καθαρίσεις τον φούρνο με το ρούχο σου». Παραξενεμένος, μα με τις ελπίδες του αναπτερωμένες, ο Καγίν κίνησε για την έρημο μ’ ένα καινούριο ακόντιο κι ένα δισάκι στην πλάτη. Ούτε που ήξερε να πει τι τον παίδευε τόσο και γιατί η κατάρα της Ενιτάν δεν άφηνε στιγμή το νου του. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν θα ησύχαζε άμα δεν έβρισκε την Τιτιλάγιο, το δέντρο με τα αγκαθένια μήλα. Ο σοφός είχε δίκιο, ο δρόμος πράγματι τον έβγαλε σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω ήταν μια γυμνή γυναίκα και προσπαθούσε να πανίσει τον φούρνο με τα βυζιά της, αλλά μάταια. «Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα, που είχε δέρμα φιδίσιο και κάτι δόντια μυτερά που στάζαν δηλητήριο. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Ο νεαρός δεν μίλησε. Μονάχα έκοψε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του κι έπιασε να καθαρίσει τον φούρνο. Όταν τέλειωσε κι έκατσε να ξαποστάσει, η λάμια του ’δωσε νερό κρύο απ’ το πηγάδι της κι έψησε ψωμί να τον φιλέψει. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε. «Πες μου πού να βρω την Τιτιλάγιο» αποκρίθηκε ο Καγίν. Εκείνη θορυβήθηκε κι έβγαλε έναν ήχο σα σύριγμα. «Τι ψάχνεις, παλικάρι μου, τα αγκαθένια μήλα; Καταραμένα είναι, καταραμένος κι όποιος τα κόβει και τα τρώει. Σου χρωστάω, όμως. Γι’ αυτό πάρε τούτον τον αυλό και πήγαινέ τον στην αδερφή μου που ζει λίγο πιο πέρα από δω. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να χτενίζεται. Να της πεις ώρα καλή και να πιάσεις να παίζεις τον αυλό». Ο Καγίν άρχισε και πάλι να βαδίζει στην έρημο. Περπάτησε για μέρες, μέχρι που έφτασε σ’ ένα δεύτερο καλύβι, όπου ζούσε η αδερφή της λάμιας. Τη βρήκε απ’ έξω να χτενίζεται, μα τα μαλλιά της ήταν φίδια κι όλο της δάγκωναν τα χέρια. «Ώρα καλή, κυρά» είπε πλησιάζοντας. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Εκείνος δεν είπε τίποτα, μόνο έβγαλε τον αυλό κι άρχισε να παίζει. Σιγά σιγά τα φίδια ηρέμησαν κι αποκοιμήθηκαν. Η λάμια κατάφερε να τα χτενίσει και να τ’ αρμέξει. Τον κέρασε φιδίσιο γάλα σε πήλινη κούπα. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε. «Την Τιτιλάγιο ψάχνω, κυρά» αποκρίθηκε ο Καγίν. «Η αδερφή σου μου ’πε ότι ξέρεις πού θα τη βρω». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ δεν ξέρω, παλικάρι μου, ξέρει όμως η άλλη μου αδερφή. Πάρε τούτον τον καθρέφτη και πήγαινέ της τον. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να φκιασιδώνεται. Να της πεις ώρα καλή και να της δώσεις το δώρο μου». Ξεκούραστος πια, ο Καγίν άρχισε πάλι να περπατάει. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου βρέθηκε στο καλύβι της τρίτης αδερφής. Εκεί απ’ έξω ήταν μια λάμια, πιο άσκημη απ’ τις άλλες δύο, που είχε φορέσει πέπλα και βραχιόλια χρυσά και γυρνούσε γύρω-γύρω προσπαθώντας να κοιταχτεί και να θαυμάσει τα μούτρα της, μα δεν μπορούσε. «Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Το παλικάρι δεν έβγαλε μιλιά, μόνο κράτησε τον καθρέφτη μπροστά στη λάμια, που θαμπώθηκε απ’ την όψη του εαυτού της κι έμεινε να κοιτάει για λίγο. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε τελικά. «Η αδερφή σου με στέλνει, κυρά. Ζητώ την Τιτιλάγιο». Η λάμια μπήκε στο καλύβι κι επέστρεψε με τέσσερα πουλιά ψημένα, τυλιγμένα σε φύλλα. «Συνέχισε να πηγαίνεις προς τον ήλιο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες θα βαδίσεις, μέχρι που θα δεις από μακριά ένα δέντρο με αγκαθένια μήλα. Το φυλάνε δυο λιοντάρια. Να τους πετάξεις τα δυο πουλιά και να ανέβεις όσο θα τρώνε. Το δέντρο θα ’χει τρεις καρπούς, μα μην πας να τους κόψεις με γυμνά χέρια γιατί τα αγκάθια έχουν δηλητήριο. Να περιμένεις να νυχτώσει κι έπειτα να πετάξεις στα λιοντάρια τ’ άλλα δυο πουλιά και να φύγεις τρέχοντας, προτού αποσώσουν το φαγοπότι. Τους καρπούς να τους ανοίξεις μόνο άμα θα βρεθείς κοντά σε νερό. Κατάλαβες;» Κι ο Καγίν έγνεψε κι ακολούθησε τις ορμήνιες της λάμιας κατά γράμμα. Ξέρεις γιατί θέλουν νερό τα τιτιλάγιο, κορίτσι; Πού να ξέρεις, σ’ αυτή τη γη το δέντρο δεν φυτρώνει, μονάχα πίσω, στην παλιά πατρίδα. Δεν βαριέσαι. Το τρεχούμενο νερό ξεριζώνει τα αγκάθια και μετά μπορείς να καθαρίσεις τα φρούτα χωρίς φόβο για το δηλητήριο. Όλα πήγαν όπως του τα ’χε πει η κυρά και, με τους τρεις καρπούς στο δισάκι του και την καρδιά ελαφριά απ’ την κατάρα της μάγισσας, ο Καγίν πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Κάποια στιγμή, μέσα στην έρημο, βρήκε μια λακουβίτσα με νερό και, γεμάτος περιέργεια, έβγαλε το ένα απ’ τα αγκαθένια μήλα και το έσκισε με το μαχαίρι του. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη πεντάμορφη, καμωμένη από ξύλο στεγνό και ρετσίνι. «Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της λακουβίτσας δεν έφτασε κι έπεσε κάτω ξερή. Ο Καγίν την έθαψε και την έκλαψε κι ορκίστηκε να μην ανοίξει άλλον καρπό αν δεν έβρισκε περισσότερο νερό. Συνέχισε τον δρόμο του, μέχρι που κάποτε έφτασε σε μια γούρνα. Αναθάρρεψε, τότε, κι έπιασε να ανοίξει τον δεύτερο καρπό. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη ομορφότερη απ’ την πρώτη, καμωμένη από χλωρό κλαρί και φύλλα. «Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της γούρνας δεν ήταν αρκετό και πέθανε. Ο νεαρός υποσχέθηκε στον εαυτό του πως τον τρίτο καρπό θα τον άνοιγε μονάχα όταν θα έφτανε πίσω, στην όαση του πατέρα του, όπου υπήρχε μια μεγάλη λίμνη. Έτσι κι έκαμε. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, πήγε μεμιάς στη λίμνη κι άνοιξε το τρίτο μήλο. Η κόρη που βγήκε από μέσα ήταν ομορφότερη απ’ όλες τις προηγούμενες, καμωμένη από μαλακό μίσχο και λουλούδια. Ο Καγίν ευθύς ερωτοχτυπήθηκε. «Κάτσε εδώ στον ίσκιο, να φέρω τη μάνα και τον πατέρα μου να σε γνωρίσουν» της είπε. «Θα πάρουν μεγάλη χαρά σαν θα τους πω ότι παντρεύομαι». «Κι αν δεν γυρίσεις;» ρώτησε η Τιτιλάγιο – γιατί έτσι λέγαν και το κορίτσι, Τιτιλάγιο όπως τον καρπό, όπως το δέντρο. «Τι θα κάνω τότε εγώ, που μ’ έκλεψες απ’ τον τόπο μου και σκότωσες τις αδερφές μου και μ’ έφερες εδώ για να με κάνεις δικιά σου, λες και είμαι το ρούχο στο κορμί σου ή το ακόντιο που κουβαλάς; Σου ανήκουν οι πέτρες ή τα νερά ή ο ήλιος; Πώς, τότε, ζητάς να σου ανήκω εγώ;» Κι ο Καγίν δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Μόνο την ομορφιά της Τιτιλάγιο έβλεπε και τα παιδιά που θα του έκανε και τη ζήλεια των άλλων φυλάρχων σαν θα την αντίκριζαν. Ούτε που θυμόταν πια την κατάρα. «Μα σ’ έσωσα» της είπε σαστισμένος. «Ήσουν κλεισμένη μες στο δέντρο και σε φύλαγαν λιοντάρια, εγώ σε γλίτωσα και σ’ αγάπησα με το που σε είδα». «Δώσε μου, τότε, ένα φιλί, να σε θυμάμαι και να σε ποθυμώ όσο θα περιμένω να γυρίσεις» αποκρίθηκε η Τιτιλάγιο. Το παλικάρι χάρηκε, γιατί πίστεψε πως η κοπέλα είχε βρει τα λογικά της και θα φερόταν σαν σωστή γυναίκα μπροστά στους γονείς του. Τη φίλησε κι αμέσως έπεσε νεκρός. Μπορεί τα δηλητηριώδη αγκάθια να είχαν φύγει με το νερό, μα η Τιτιλάγιο δεν χρειαζόταν αγκάθια για να σκοτώσει, το φαρμάκι ήταν στο δέρμα και στα χείλια και στα μαλλιά της∙ η ανάσα της η ίδια ήταν φαρμακερή κι η ομορφιά της τρεις φορές χειρότερη. Αυτή είναι η ιστορία, κορίτσι. Τώρα την ξέρεις. Υποθέτω πως τη λέμε για να θυμόμαστε ή για να παρηγοριόμαστε, δεν έχω ιδέα. Για να θυμόμαστε ότι κανείς δεν είναι κανενός, ότι μπορεί οι λευκοί αφέντες να έχουν όπλα, μα και δεν σκοτώνουν μόνο τα όπλα, σκοτώνουν και τα χέρια. Και για να παρηγοριόμαστε ότι μια μέρα θα τους δηλητηριάσουμε και θα πέσουν όλοι τους ξεροί και θα ’μαστε πάλι λεύτεροι. Τι να σου πω, τόσα ξέρω κι εγώ, τόσα λέω. Εσύ αυτό να κρατήσεις, κορίτσι: μονάχα του εαυτού σου είσαι, κανενός άλλου. Κι αν φας καμτσικιές, να μην το λησμονήσεις. Κι αν σου περάσουνε χαλκάδες, να μην τους αφήσεις να σε βαρύνουν. Μονάχα του εαυτού σου. Ούτε οι θεοί δεν είναι αφεντάδες ανθρώπων, πόσο μάλλον οι άλλοι άνθρωποι. Ακούς, κορίτσι; Ούτε οι θεοί.
  3. 2 points
    Είναι ένα μωσαϊκό παραδοσιακών παραμυθιών; Έτσι μου φάνηκε, σαν να έχουν μαζευτεί άνθρωποι από διάφορες κουλτούρες και να βάζουν από ένα κομματάκι. Ωραίο το αποτέλεσμα, (μήπως και όλα τα παραμύθια του κόσμου δεν είναι πάντρεμα διαφόρων άλλων; ) αλλά λίγο με ξένισε το τόσο ελληνικό χρώμα στη γλώσσα της αφηγήτριας, ενώ έχουμε να κάνουμε (;) και μ' άλλες παραδόσεις. Μπορεί να λέω και βλακείες. Κάτι δεν μου καθόταν καλά, και δεν ξέρω τι ακριβώς (και αυτός είναι ο λόγος που δεν γράφω πάντα σχόλια ). Νομίζω ότι αν ήταν στο τρίτο πρόσωπο και έλειπε η αφηγήτρια που το λέει στο κορίτσι, ότι θα μου άρεσε πιο πολύ. Επίσης, αν τέλειωνε απότομα, χωρίς τα συμπεράσματα της αφηγήτριας, θα μου άρεσε πιο πολύ.
  4. 1 point
    Όνομα Συγγραφέα: Γιάννης Είδος: Φάντασυ Βία; Μπα Σεξ; Μπα (όχι, δεν είμαι άρρωστος) Αριθμός Λέξεων: 3848 Αυτοτελής; Ντα Σχόλια: Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Πάνω από τις βροντές.doc Πάνω από τις βροντές.pdf
  5. 1 point
    Ξέρεις τι; Μπορεί να μην το έχω αυτή τη φορά με τα σχόλια, αλλά μου έμεινε ένα πράγμα που θέλω να στο πω: έχω δει και σε άλλες ιστορίες σου, όπως είδα και σ' αυτήν, μία προσπάθεια για μαυρίλα. Γιατί; Υπάρχουν πολλών ειδών ιστορίες να διηγηθούμε, γιατί αυτή η βεβιασμένη μαυρίλα;
  6. 1 point

    until

    Μόλις σας τέλειωσα! Ζητώ συγγνώμη για τα σχόλια που δεν έγραψα. Ζητώ συγγνώμη για τα σχόλια που έγραψα. Νομίζω ότι δεν έγινα και πολύ κατατοπιστική.
  7. 1 point

    until

    Μόλις σας διάβασα - αν και το ένα επειδή είμαι κουρασμένη το είδα πολύ πρόχειρα και θέλω να το ξαναπεράσω. Θα σας ψηφίσω αύριο λοιπόν. Μπράβο σας παιδιά για τη συμμετοχή!
  8. 1 point

    until

    Παίδες αύριο από μένα. Δλδ σήμερα. Δλδ, καταλάβατε. Last but not least. Ετοιμαστείτε, θα κρίνω το αποτέλεσμα.
  9. 1 point
    Χμμ, θα έλεγα ότι κατά κύριο λόγο γίνεσαι, δε γεννιέσαι, γιατί, πέρα από τη δουλειά που θα ρίξεις εσύ ο ίδιος για να βελτιώσεις το γράψιμό σου, παίζουν ρόλο και οι επιρροές που θα δεχτείς, σε τι περιβάλλον θα μεγαλώσεις, τα διαβάσματά σου, τα ιδεολογικά ρεύματα του περιγύρου σου κλπ. Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που, παρόλη την πολυετή εξάσκηση στο γράψιμο, δε βελτιώνονται και εξακολουθούν να γράφουν χάλια. Οπότε πρέπει να υπάρχει και κάτι από βιολογικής πλευράς, κάτι με το οποίο γεννιέσαι και επιτρέπει σε ένα ενδεχομένως ευνοϊκό περιβάλλον να καρποφορήσει. Όμως ας δοθεί έμφαση πάνω απ' όλα στη δουλειά, στην καλλιέργεια και στην έντιμη αυτοκριτική, γιατί υπάρχει πολύς κόσμος που την ψωνίζει βασιζόμενος στην άποψη ότι δε χρειάζεται να κάνει τίποτα ο ίδιος διότι έχει γεννηθεί με ταλέντο. Έχω ακούσει τη Δημουλίδου να λέει ότι διαφωνεί με τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής διότι "συγγραφέας γεννιέσαι". Της είπα κάτι που είχα μόλις διαβάσει online (νομίζω το έγραψε ο Αλέξης Πανσέληνος), ότι "συγγραφέας γεννιέσαι, καλός συγγραφέας γίνεσαι", αλλά δε συμφώνησε. No comments...
  10. 1 point
    Όνομα: Βάγια/Νίκη Είδος: φαντασίας Βια: όχι άμεσα, μόνο υπαινυκτικά Σεξ: όχι Αριθμός λέξεων: 1.910 λέξεις Αυτοτελής: Ναι Σχόλια: Για τον 49ο Διαγωνισμό Φαντασίας Στοιχειωμένος τόπος.docx
  11. 1 point
    Καλησπέρα, Βάγια! Καλή επιτυχία!
  12. 1 point
    Όνομα Συγγραφέα: Κοσμάς Είδος: Φάντασυ Βία; Αμελητέα Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3033 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Η_μηλιά__η_ελιά_και_η_ανθρώπινη_λαλιά.PDF
  13. 1 point
    Αντιγράφω αυτό που έγραψα στο goodreads: Επιτέλους, ένα σύγχρονο ελληνικό φάντασυ γραμμένο σε σωστά ελληνικά, χωρίς καθόλου ΜΑ ΚΑΘΟΛΟΥ αγγλισμούς, χωρίς το σύνδρομο των ωραίων φράσεων, χωρίς βαθυστόχαστες/μελό ατάκες, εντυπωσιακές-με-το-ζόρι παρομοιώσεις, χωρίς άγχος του συγγραφέα να πιάσει τον αναγνώστη από το λαιμό για να μην του φύγει, χωρίς το γράψιμο να τραβάει την προσοχή πάνω του γενικά. Ορίστε που γίνεται, αγαπητοί σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού, να γράψετε καλά χωρίς να προσπαθείτε να μιμηθείτε ξένους. Επίσης επιτέλους ένα ελληνικό βιβλίο που διαδραματίζεται στην επαρχία (και μάλιστα ακολουθεί την καθόλου πρωτότυπη ιδέα φρικαρισμένος Αθηναίος-Αθηναία που πηγαίνει στο χωριό του για να κρυφτεί/να ηρεμήσει και η φύση κάτι του κάνει) χωρίς να χώνει με το έτσι θέλω λέξεις "χωριάτικες", ξένες στο συγγραφέα, για να κάνει την αφήγηση δήθεν πιο ζωντανή. Όχι, η "Βίλκα" είναι γραμμένη στη γλώσσα που μιλάμε, που μιλάει η συγγραφέας, που σε πείθει ότι κάποιος τη μιλάει πραγματικά και δεν είναι κατασκευασμένη επίτηδες για το βιβλίο. Αν πρέπει οπωσδήποτε να πω και κάτι αρνητικό, είναι η υποκειμενική μου γνώμη για το θέμα. Δε θα διάλεγα ποτέ να γράψω εγώ μια τέτοια ιστορία και αν μου την περιέγραφαν πριν τη διαβάσω θα φοβόμουν ότι θα τη βαρεθώ, με τόσο λίγους διαλόγους, τόσο λίγα γεγονότα και σχετικά αργό ρυθμό. Αλλά μου κράτησε το ενδιαφέρον, γιατί δεν έχει αφηρημένες περιγραφές, η ηρωίδα είναι σοβαρή, σκληρή όσο χρειάζεται, πατάει στο έδαφος και με τα δυο πόδια και η ιστορία της είναι "χωμάτινη", όπως λέει η συγγραφέας της, "γήινη", όπως λένε συνήθως, σκούρα πράσινη όπως ο κορμός του δέντρου στο εξώφυλλο, θα έλεγα εγώ. Διαβάστε το ακόμα κι αν δε σας τραβάει το θέμα, είναι από αυτά που αρκεί το γράψιμο για να σας αρέσει.
  14. 1 point
    Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος Είδος: ιστορία φαντασίας Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3247 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια:Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Αρχείο: ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής.pdf
  15. 1 point
    R. Scott Bakker _ The Darkness That Came Before: 4+5=9
  16. 1 point
    Καλησπέρα Μοδεράτορα, Η ιστορία είναι καλογραμμένη -γιατί προφανώς ξέρεις να γράφεις- αλλά για μένα τουλάχιστον είναι μία από τα ίδια. Η ίδια συναισθηματική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί εδώ κυριαρχεί και στις περισσότερες ιστορίες που γράφεις για τους διαγωνισμούς. Είναι το στυλ σου, το ξέρω, αλλά για μένα τουλάχιστον δεν μπορεί να δουλευεί συνέχεια. Ιδίως όταν η πρωταγωνίστρια σου είναι τόσο κοινότυπη. Θα μπορούσα εύκολα να την αντικαταστήσω με την τύπισσα από το βιβλίο που διάβαζα χθες και δεν θα χρειαζόταν να αλλάξω πολλά πράματα σε κανένα από τα δύο έργα (θα γράψω κριτική σε μερικές μέρες αλλά μιλάω για το βιβλίο 46 στο τόπικ με τα 50 βιβλία όταν με το καλό το ανεβάσω) Συμπτωματικά το πρωί διάβασα ένα άρθρο που έφερε στο μυαλό μου μια παλιά ιστορία μου. Κάθισα λοιπόν και της έριξα μια ματιά. Ενώ μου άρεσε, εκείνο που μου άφησε άσχημη εντύπωση ήταν το ότι προσπαθούσα με το ζόρι να βγάλω το συναίσθημα και να 'μαυρίσω' την αφήγηση. Ε την ίδια εντύπωση μου άφησε αυτή η ιστορία. Τέλος θα συμφωνήσω με τον Γρηγόρη ότι πρέπει να δώσεις λίγο παραπάνω δόση βάση στην πλοκή. Έχει δίκαιο για το μακροπρόθεσμο όφελος και για το ότι πρέπει να μάθεις να συνδιάζεις καλύτερα χαρακτήρες/πλοκή. Κλείνοντας, να πω και πιστευώ συμφωνείς και ο ίδιος, ότι η ιστορία μοιάζει ελαφρώς εμπνευσμένη απ'ένα συγκεκριμένο βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα Αυτά από μένα, Λίγο αυστηρή η κριτική, αλλά μάλλον προτίμοτερο από το να πω ψέματα. Προφανώς το στυλ αυτό δεν πιάνει σε μένα πολύ εύκολα, αλλά άμα αρέσει σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο πλην από εμένα μην ανησυχείς Φαντάζομαι αν σε βάλω να διαβάσεις τα βιβλία που αρέσουν σ'εμένα την ίδια άποψη πάνω-κάτω θα έχεις! Καλή επιτυχία!
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..