Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation on 04/02/2020 in all areas

  1. 3 points
    Όνομα Συγγραφέα: Κιάρα Είδος: Φάνταζυ(?) Βία; Μπα, αν και περιλαμβάνει εγκλήματα κατά αγαπημένων ψαριών Σεξ; Σίγουρα όχι Αριθμός Λέξεων: 1.948 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για το Game Nostalgic Αρχείο: Marina.docx Μαρίνα Προφανώς και η ντουλάπα θα ήτανε δίφυλλη. Προφανώς! Αφού την καταραμένη την άδεια την πήρε από το τμήμα Δίφυλλων Ντουλαπών. Ξεφυσάει δυστυχισμένα και στέκεται για λίγο κατάκοπη να χαζέψει το χαμό. Η κατάσταση έχει ως εξής: τα πακέτα της καινούργιας ντουλάπας μέσα στη μέση, το κρεβάτι το έχει σύρει και το έχει κολλήσει στη μπαλκονόπορτα, η παλιά ντουλάπα έχει πλέον ελευθερωθεί, ανοίγουν και τα δύο της φύλλα, το κομοδίνο παλαντζάρει πάνω στο κρεβάτι, με τα συρτάρια του μισάνοιχτα να την κοιτούν, η κουρτίνα έχει ζουληχτεί και τσαλακώνεται, το πάτωμα είναι γεμάτο χνούδια – εκεί, πίσω από το κρεβάτι είναι η φωλιά τους, αν και στον τοίχο πίσω από το κομοδίνο πρέπει να έκαναν πρόσφατα ένα γλέντι και να κάλεσαν και τα χνούδια του σαλονιού, δεν εξηγείται αλλιώς. Σκέφτεται για μια στιγμή πως πάνω από όλη αυτή τη βρώμα κοιμότανε τόσο καιρό. Αλλά δεν την νοιάζει, ούτε η κουρτίνα, ούτε η σκόνη και οι σκούλες και τα χνούδια και τα πούπουλα από το πουπουλένιο πάπλωμα και τα μαξιλάρια, ούτε τα τζάμια που λίγο ακόμα και δεν θα βλέπει απέξω. Το μόνο που την καίει είναι που το πάπλωμα δε φουσκώνει εκεί που θα έπρεπε και που οι γρατζουνιές στο κομοδίνο παραμένουνε ακριβώς οι ίδιες που ήταν και μια βδομάδα πριν. Α, ρε, Μαρινάκι! Α! Η μέση της είναι ρημαδιό, τα γόνατά της πονάνε σαν δαιμονισμένα, το δεξί λίγο περισσότερο και τα χέρια της καλά-καλά δεν πιάνουνε πια – τενοντίτιδα και στα δύο, το δεξί την έχει αλαλιάσει. Κι ακόμη χειρότερα, αφού την κουβάλησε τη ρημαδιασμένη την καινούργια ντουλάπα συσκευασμένη σε πακέτα σε όλο το διάδρομο για να την συναρμολογήσει στο υπνοδωμάτιο κατευθείαν –αλλιώς βέβαια δεν θα μπορούσε να τη συνδέσει με την παλιά– το φυλλαδιάκι που βγαίνει ιπτάμενο από τη συσκευασία την πληροφορεί πως το κουτί περιέχει ογδόντα μία βίδες, εβδομήντα τρία παξιμάδια, τρεις ράγες και διάφορα άλλα συμπράγκαλα, όλα μονά στον αριθμό. Αναστενάζει βαθιά, πιάνει το ιπτάμενο φυλλάδιο και το απιθώνει στο πάτωμα, κάθεται κι εκείνη και αρχίζει να ανοίγει τις συσκευασίες. Τα μάτια της και πάλι τρέχουν. Όπως και το πρωί, στο Υπουργείο Μαγικών Ατομικών Μεταφορών, όταν πήγε να πάρει την άδεια για δεύτερη δίφυλλη ντουλάπα. Βλέπεις, όλα τα άλλα μοντέλα, αυτά με μονή πόρτα, διατίθονται απεριόριστα – εξάλλου είναι για άλλες δουλειές, όπως ας πούμε για να πηγαινοέρχεσαι μέσα στο ίδιο κτίριο, για να ξεφορτώνεσαι ό,τι δεν χρειάζεσαι πια στις εννιά κολάσεις ή ακόμα και για να ανακυκλώνεις το γυαλί ή, τα πιο καινούργια μοντέλα, για να κρεμάς τα ρούχα σου. Όμως οι δίφυλλες, που είναι για μεγαλύτερες μετακινήσεις και οι πιο ακριβές, φτάνουν ως και δύο χιλιάδες χιλιόμετρα, είναι νόμιμες μόνο μέχρι μία ανά διαμέρισμα. Και είναι λογικό, φαντάσου να ήτανε κι αυτές απεριόριστες: το κάθε σπίτι θα είχε πολλές διαφορετικές διευθύνσεις. Οπότε χωρίς την άδεια, ή το χαρτί της απόσυρσης της παλιάς, δε σου πουλάνε την καινούργια. Και η υπάλληλος στο υπουργείο το πρωί το ήξερε αυτό, και καθόλου δεν την ένοιαξε που είχε χάσει τη Μαρίνα της και που ο μόνος τρόπος για να βρει τη διεύθυνση που πήγε ήταν να τις βάλει τις ντουλάπες αντικριστά στον ίδιο χώρο. Τα δάκρυά της όμως την ένοιαξαν, ασχέτως που δεν τα έχυσε επίτηδες. Α! Ρε Μαρινάκι! Ξεκινάει να βγάζει τα πλαϊνά μονοκόμματά κομμάτια, να τα βιδώσει με τον πάτο και το πάνω-πάνω ξύλο. Σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια και τις μύξες από τη μύτη της με το μανίκι και νεύει να εμφανίσει ένα κατσαβίδι. Θα ήθελε πάρα πολύ να ήταν καλή στην τηλεκινητική κάτι τέτοιες ώρες – τα χέρια της πονάνε τραγικά πολύ. Ένα μεγάλο πλαϊνό κομμάτι της πέφτει και η γωνία της μελαμίνης τη βρίσκει στη γάμπα. Ουρλιάζει και κλαίει, αλλά συνεχίζει να βιδώνει. Η Μαρίνα μια φορά, όταν ήταν πολύ μικρούλα ακόμα, είχε βγει στο μπαλκόνι κι είχε ανέβει πάνω στο κάγκελο. Περπατούσε εκεί ανέμελη, μέχρι που κοίταξε κάτω. Το διαμέρισμα είναι στον έβδομο. Είχε κοκαλώσει εκεί στη θέση της ακίνητη, μόνο οι θεοί των φίλτρων μπορεί να ξέρουν για πόση ώρα, μέχρι να την βρει. Κι όταν την έπιασε και τη βούτηξε στην αγκαλιά της, το Μαρινάκι έχωσε τα νύχια του στο στήθος της αλλόφρων και την κοιτούσε με ένα βλέμμα αγαλλίασης την ίδια στιγμή που την έγδερνε παντού για να κρατηθεί. Έτσι έκλαιγε και τότε, από πόνο και χαρά μαζί, μόνο που τότε την είχε ήδη στην αγκαλιά της σώα. Τώρα, όχι μόνο εν τη έχει βρει ακόμα, αλλά σκέφτεται τα χειρότερα: τις εννιά κολάσεις, τις εφτά αβύσσους ή απλώς την δίφυλλη κάποιου μανιακού με σκύλο. Και κλαίει, και βιδώνει, και ρουφάει τις μύξες της και σκουπίζεται στο μανίκι της μόνο όταν η οραση της θολώνει και δε βλέπει το κεφάλι της βίδας ή όταν πάει να σκάσει από τις μύξες. *** Μια εβδομάδα πριν, μπαίνει σπίτι με μια σακούλα φρέσκο γαύρο. «Μαρίνααα» φωνάζει και η Μαρίνα τρέχει και τρίβεται ευχαρίστως στο πόδι της. «Ε, βέβαια, κυρά μου» γελάει «σου σπάει τη μύτη, ε;» Ακουμπάει τον γαύρο στον πάγκο της κουζίνας, τη χαϊδολογάει και πάει να αλλάξει για να καθαρίσει τα ψάρια. Μέχρι που να γυρίσει στην κουζίνα άφαντος ο γαύρος. Μόνο η σακούλα πάνω στον πάγκο. «Μαρίνααααα» φωνάζει ξανά, αλλιώτικα όμως τώρα. «Μαρίναααα». Μα πουθενά η Μαρίνα. Ψάχνει από ‘δω, ψάχνει από ‘κει, σαλόνι, βιβλιοθήκη, μπάνιο, ξανά κουζίνα, πουθενά. Κοιτάζει πάνω σε όλα τα ντουλάπια, κάτω από όλα τα έπιπλα, σηκώνει παπλώματα, ριχτάρια και υφάσματα. Πουθενά. Καμιά ώρα μετά, της περνάει η οργή, έχει μεταλλαχτεί σε γνήσια ανησυχία. Καταρχάς, δεν μπορεί να πρόλαβε να φάει όλη τη σακούλα. Εντάξει, το ξανασκέφτεται, μπορεί. Οριακά. Ξαναψάχνει όλο το σπίτι, βγάζει τα κεριά κι αρχίζει να ψέλνει. Απλώνει και τα χέρια, για να πιάνει μεγαλύτερη επιφάνεια, λέει. Όχι, η Μαρίνα δεν είναι μέσα στο σπίτι. Δεν πιάνει με καμία από τις καινούργιες αισθήσεις που της έδωσε το ξόρκι το παραμικρό ίχνος γούνας, αυτακίων ή μουστακιών. Παρόλο που είναι μάταιο, το ξαναφέρνει όλο βόλτα, μια φορά, δυο, τρεις – την τέταρτη τρέχοντας, γιατί το ξόρκι ξεθυμαίνει και ο πανικός την απειλεί. Πού πήγε; Κοιτάζει όλες τις μπαλκονόπορτες, τα παράθυρα, την εξώπορτα. Είναι όλα κλειστά. Αρπάζει το σκουπόξυλο της, το καβαλάει, ανοίγει την μπαλκονόπορτα και βγαίνει πετώντας να κοιτάξει τη γειτονιά. Το παρκάκι ήσυχο, κάτι πιτσιρικάδες μόνο μουντζώνουνε και ρίχνουνε στρακαστρούκες από τα ακροδάχτυλά τους στον νυχτερινό ουρανό, οι καμινάδες καπνίζουνε, οι δρόμοι έρημοι. Ίχνος της Μαρίνας πουθενά. Ούτε η ίδια, ούτε η αύρα της. Λες και την κατάπιε η γη. Γυρνάει σπίτι της αποκαμωμένη και λίγο πριν να ξημερώσει ξαπλώνει στο κρεβάτι της για να ισιώσει τη μέση της μπας και σκεφτεί καλύτερα και αποφύγει την απελπισία. Το φως είναι αναμμένο και το βλέμμα της πέφτει σε έναν κοκκινωπό λεκέ στη δίφυλλη ντουλάπα. Κόκκινο πάνω στα σκούρα καφέ σκαλίσματα, σχεδόν αόρατο, κι όμως είναι εκεί: ένα ματωμένο πατούσι, σαν σφραγίδα στη λάκα, στο ύψος της γάμπας της. Πιάνει το φύλλο της ντουλάπας από το χερούλι να το ανοίξει, μα διστάζει. Το μετανιώνει. Βάζει τα ακροδάχτυλά της στη χαραμάδα ανάμεσα στα δύο φύλλα και με τα νύχια της τη χαρχαλεύει μέχρι να ανοίξει. Και ανοίγει, το ένα φύλλο ανοίγει διάπλατα. Στον πάτο της ντουλάπας υπάρχουν ακόμα δυο τρεις ματωμένες πατημασιές κι ένας γαύρος δαγκωμένος. Φέρνει τα χέρια της στόμα και κλαίει γοερά. *** Έχει συναρμολογήσει τα δύο κουτιά και τώρα τα μοντάρει μεταξύ τους. Όρθια, και μάλιστα στις μύτες, επειδή αυτή που βρήκε ετοιμοπαράδοτη είναι ψηλή και οι πόρτες της συρόμενες – δεν έχει ποτέ της συναρμολογήσει ξανά συρόμενες πόρτες και, φυσικά, το φυλλάδιο θεωρεί αυτονόητα κάποια από τα πολύ ουσιώδη πράγματα για εκείνη, όπως ας πούμε το ποια μεριά της ράγας πάει δεξιά και ποια αριστερά. Τους βάζει τις πλάτες και στέκεται για λίγο να τις ισιώσει απέναντι στην παλιά και να μετρήσει. Ένας μοναδικός τρόπος υπάρχει για να καλέσεις ξανά τον τελευταίο προορισμό του παλιού μοντέλου – να ευθυγραμμίσεις τις δίφυλλες ντουλάπες, τη μια απέναντι από την άλλη, και να αφήσεις τον τελευταίο προορισμό του παλιού μοντέλου να καθρεφτιστεί στον καθρέφτη που έχουν τα φύλλα της πόρτας της καινούργιας. Μετά, αφού πια έχεις δει τον προορισμό, μπορείς να μεταβείς ο ίδιος μέσω όποιας από τις δύο θέλεις. Σκύβει, ακούγοντας ένα κρακ από τη μέση της, να σηκώσει το ένα φύλλο της πόρτας. Ζυγίζει περίπου όσο ένας άνθρωπος – χοντρή μελαμίνη και πάνω της κολλημένο ένα φύλλο καθρέφτη. Βλέπει το μάγουλό της κολλημένο πάνω, τη γεμάτη τρίχες φόρμα της, τα μαλλιά της ανάκατα σαν οχιές γύρω από το κεφάλι της και τα μάτια της κόκκινα και πρησμένα από το κλάμα. Τα αγνοεί όλα και διατάζει το φύλλο να μείνει στη στάση που το απίθωσε για να το βιδώσει. Είναι πια πολύ κοντά. Σε λίγο θα την κρατάει ξανά στην αγκαλιά της, το δίχως άλλο. Οι ράγες είναι βιδωμένες στραβά – ίσως και ανάποδα. Είναι αδύνατο να σύρει τις πόρτες πάνω τους. Τις σπρώχνει με όλη της τη δύναμη. Έχει δώσει μέχρι και το τελευταίο της σέντσι για αυτή την καινούργια δίφυλλη και δεν πήρε την εγγύηση, αν την σπάσει την έσπασε και τέλος – αλλά δεν την νοιάζει, δεν την νοιάζει τίποτα. Πονάει ολόκληρη, το κορμί της τρίζει. Καταφέρνει να ισιώσει λίγο τις πόρτες, ξαναμετράει. Η απόσταση είναι σωστή. Πιάνει τα χερούλιά της παλιάς δίφυλλης, διστάζει. Στρέφει το κεφάλι πίσω στην καινούργια και βλέπει τον εαυτό της να καθρεφτίζεται. Ράκος. Θα τη βρω και μετά θα πλυθούμε και οι δυο! Νεύει στον εαυτό της, στρέφεται εμπρός της αποφασιστικά και ανοίγει διάπλατα τα φύλλα της πόρτας της παλιάς ντουλάπας. Στον καθρέφτη της καινούργιας βλέπει το λιμάνι και τα ψαράδικα. Ένας δυο βαρκάρηδες ξανοίγονται μόλις – λογικό, η ώρα είναι σωστή. Σηκώνει το χέρι της και χαστουκίζει το κούτελό της. Όχι μόνο πρόλαβε να τον φάει όλο, πρόλαβε να σκεφτεί και να τον αντικαταστήσει! Πιάνει τη συρόμενη πόρτα με τον καθρέφτη και πασχίζει να την σύρει στη στραβωβιδωμένη ράγα. Αδύνατο. Σπρώχνει, τραβάει, φυσάει, ξεφυσάει, διατάζει, ψέλνει, τίποτα. Δεν ανοίγει με τίποτα. Ξάφνου κοιτάζει την παλιά. Σαν την τρελή, κλείνει τα φύλλα της πόρτας, τα ξανανοίγει και χώνεται μέσα. Κοπανάει το κεφάλι της στο κόντρα πλακέ της πλάτης. Σκατά! Απενεργοποιήθηκε την ώρα που την άνοιξα απέναντι στην άλλη, θυμήθηκε το χαρτί που υπέγραψε το πρωί. Βουτάει τη σκούπα της, ανοίγει την μπαλκονόπορτα και την καβαλάει. Πετάει πάνω από τις καμινάδες των σπιτιών που καπνίζουν και βήχει, χουφτώνει το σκουπόξυλο –τόσο σφικτά που οι σκλήθρες του μπαίνουν στα χέρια της– για να το αναγκάσει να πάει πιο γρήγορα. Ο αέρας είναι ακόμα κρύος και την περονιάζει. Αλλά γρήγορα φτάνει στο λιμάνι, κατεβαίνει χαμηλά στα στενά και φωνάζει: «Μαρίναααα». Ακούει δυο τρία νιαουρίσματα όπως περνάει αλαφιασμένη τα σοκάκια, κοιτάζει καλά-καλά κάθε αλάνι που συναντάει, αλλά κανενός η γούνα του δεν έχει μαύρες ρίγες, κανενός τα μάτια του δεν είναι κίτρινα σαν της Μαρίνας – τη φωνή της δεν την έχει ακούσει ακόμα. «Μαρίνααα». Ξανά και ξανά. Κουτουλάει σε τοίχους, σπρώχνει πανέρια και τα γκρεμίζει, παίρνει κλειστές στροφές και παλαντζάρει, η σκούπα, η καψερή, ρημάδι θα γυρίσει σπίτι, αλλά κάποια στιγμή, κάτω από τον πάγκο που ψαρά που προτιμάει, βγαίνει ένα ριγωτό αυτί και μετά ένα αγαπημένο μούτρο. Σταματάει τη σκούπα τόσο απότομα που εκτοξεύεται με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο που ζέχνει ψαρίλα. Δεν πονάει, δεν τη νοιάζει τίποτα. «Κορίτσι μου, κούκλα μου, χαρά μου!» της λέει με μια ανάσα και τη βουτάει σφικτά στην αγκαλιά της. Κλαίει, χώνει τη μύτη της στην –ακόμα– καθαρή της γούνα και τη φιλάει. Αλλά η Μαρίνα παίρνει το γνωστό στωικό της ύφος, αυτό που φυλάει για όλους τους ενοχλητικούς, βάζει πατούσι στο μάγουλό της να απομακρυνθεί και περιμένει, εξίσου στωικά τώρα, καθιστή στο ρημάδι το σκουπόξυλο, να πάει σπίτι της για να καθαρίσει τη γούνα της εκεί όπου την ακούμπησε και τη λέρωσε. Στωικά, μόνο για την ώρα, γιατί η υπομονή της θα εξαντληθεί σε περίπου εννιά δευτερόλεπτα, όταν θα κατέβει από τη σκούπα και θα δει τι έχει κάνει η ανθρώπισσά της στο υπνοδωμάτιό τους και σε όλες τις αγαπημένες της γωνιές.
  2. 3 points
    Βελγίου, οριακά, αλλά Βελγίου 😛 Κι η καθυστερημένη
  3. 2 points
    Όνομα Συγγραφέα: Cassandra Άννα Gotha Μακρή (διχασμένη προσωπικότητα; ) Τίτλος: "Τέρας, Ξανά" Είδος: Τρομακτική ( ; ) Φαντασία κι ίσως κάτι από παραμύθι Βία; Ναι, αμέ. Κιλ, κιλ, κιιιλλλ!!! Σεξ; Με κουρτίνα. Αριθμός Λέξεων: 3.470; Κάπου. Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για το παιχνίδι που παίζουμε εδώ. Αρχείο: Τέρας, Ξανά.doc Τέρας Ξανά Δεν θυμόταν να χάνει το άλογό του, ή αν είχε εξαρχής. Πόσο περπατούσε, δεν το 'χε αναρωτηθεί ως τώρα. Πυκνό δάσος, ανήλιο και βουβό, ούτε τα βήματά του δεν άκουγε. Κι όλο το ίδιο, μπρος, πίσω, ένα πράγμα. Αν ήξερε πού ήθελε να πάει, ίσως να ήξερε και κατά πόσο ήταν χαμένος. Στάθηκε να μαζέψει τις σκέψεις του, τον εαυτό του, προτού να πέσει επάνω του η νύχτα. Ψαχούλεψε το σώμα του, πάνω και κάτω απ' τα ρούχα: δεν πόναγε πουθενά, ούτε είχε τίποτα σπασμένο. Έπιασε, όμως, εδώ κι εκεί διάφορες παλιές πληγές. Μια στο στήθος του ήταν μεγαλύτερη απ' τις άλλες, ξεκινούσε απ' την καρδιά κι έφτανε ως το δεξί πλεμόνι. Αλλά ήταν κι αυτή, όπως όλες, γιατρεμένη. Τα ρούχα του ήταν κι αυτά γερά, ούτε μια τρύπα· είχε απ' όλα, μέχρι κι έναν μανδύα με το κερί του φρέσκο, να κόβει τη βροχή. Στη μέση του μια φαρδιά, δερμάτινη ζώνη, κι από τη ζώνη κρεμότανε σπαθί. Το χέρι του πήγε και κούρνιασε πάνω στη λαβή, σαν πουλί στη φωλιά του. Τότε σήκωσε τα μάτια του κι είδε πως, εκεί που στεκόταν, έγερνε μια μισοξεραμένη, κακορίζικη βελανιδιά με δύο μόνο πράσινα φύλλα σ' ένα της κλαδί. Άπλωσε το χέρι να τα κόψει, αχρείαστα ήταν –το δέντρο δεν είχε ζωή έτσι κι αλλιώς– αλλά δεν πρόλαβε να τ' αγγίξει. Δύο μεγάλα, λαμπερά μάτια, πορτοκαλιά σαν ήλιοι, άνοιξαν μπροστά στα δικά του, κι ίσα που πρόλαβε να δει μια αναμπουμπούλα από φτερά να 'ρχεται κατά πάνω του, πριν βουτήξει μπρούμυτα στη γη, καλύπτοντας το κεφάλι του με τα μπράτσα. Δεν ένιωσε ράμφος πάνω του, ούτε νύχια, μόνο τον αέρα να σχίζεται. Σήκωσε το κεφάλι προς τα κει όπου πέταξε το πουλί, κι ένας νέος φόβος ήρθε και κάθισε μέσα του. Γιατί είχε εμφανιστεί μια καλύβα, εκεί που δεν υπήρχε. Πού ήταν αυτή η καλύβα, προηγουμένως; Πού ήταν ο καπνός, που τώρα όχι μόνο τον έβλεπε ν' ανηφορίζει από την καμινάδα, αλλά τον μύριζε κιόλας; Πού ήταν η πείνα του, μια στιγμή νωρίτερα, πριν τον τρομάξει ο μπούφος, η πείνα που τώρα του έκοβε το στομάχι στα δυο; Ο καπνός μύριζε φαγητό. Κάποιος μαγείρευε, κει μέσα. * Ήταν ζεστά, κι οι τοίχοι φώτιζαν μ' ένα φως πορτοκαλί, ίδιο με τα μάτια του μπούφου. Οι σκιές ακίνητες, σαν να 'ταν η φωτιά ψεύτικη στο τζάκι. Μα η χορτασιά του από το φαγητό έμοιαζε αληθινή, κι αληθινή ήταν η ομορφιά της κοκκινομάλλας που τον κοιτούσε. Ανακάθισε στο κρεβάτι, κι ούτε που ασχολήθηκε με τη γύμνια του· ήταν κι η γυναίκα γυμνή. Καθόταν δίπλα στο κρεβάτι, δίπλα στη φωτιά, δίπλα στα ρούχα του, που 'ταν πεταμένα στο χωμάτινο πάτωμα. Πού ήταν τα δικά της; «Κοιμήθηκες», του είπε. Εκείνος θέλησε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, αλλά δεν υπήρχε χώρος. Η καλύβα ήταν τόσο μικρή, που για να μπουν δυο άνθρωποι, έπρεπε ο ένας να κάτσει στο κρεβάτι κι ύστερα να μπει ο άλλος απ' την πόρτα. «Έλα», της είπε, κι εκείνη απλώθηκε και ξάπλωσε πάνω του. Τον φίλησε, κι έπειτα έσκυψε στ' αυτί του και ψιθύρισε: «Ξανά και ξανά», κι αυτός βόγκηξε και πάλεψε να τη φέρει τούμπα. Αλλά η καλύβα μικρή, το κρεβάτι στενό, κι οι τοίχοι έκλειναν από πάνω τους. * Η αγορά ήταν έρημη, ο κόσμος κοιμισμένος. Συνάντησε μόνο κάτι σκυφτά, βρομερά πλάσματα που μάζευαν ό,τι είχε πέσει απ' τους πάγκους: χτυπημένα μήλα και πατάτες, κανένα μισοφαγωμένο λάχανο. Τα έχωναν στα κουρέλια τους, τα μπούκωναν επιτόπου, κι ήταν έτοιμοι να παλέψουν γι' αυτά. Ένα απ' τα όρνια τον κοίταξε με τρόμο και το 'βαλε στα πόδια με μια κραυγή, σκορπώντας στον δρόμο τις πατάτες του. Την κραυγή του ενός ακολούθησε μια άλλη, κι ύστερα άλλη μια, ώσπου η αγορά μετατράπηκε σε αναστατωμένο κοτέτσι. Εκείνος δεν καταλάβαινε το γιατί. Απλά, περνούσε. Δεν ήθελε τίποτα από δαύτους. Ήταν ο δρόμος του μέσα απ' την αγορά, κι από κει για το σπίτι που έψαχνε. Ένα σπίτι πέτρινο, αρχοντικό. «Είναι το πιο μεγάλο σπίτι στην πόλη, και μέσα στην αυλή του έχει ένα πηγάδι, που 'ναι τυχερό», του 'χε πει εκείνη. Και πράγματι, το βρήκε εύκολα. Σαν να 'χε ξανακάνει τον δρόμο πολλές φορές και τον ήξερε απ' έξω. Μόνο που όταν τον έπαιρνε κανένα μάτι, γινόταν σαματάς. Κάτι φώναζαν για έναν φονιά, αλλά αυτός δεν φοβόταν τίποτα. Αν ερχόταν ο φονιάς να τον πειράξει, κακό του κεφαλιού του. Όταν, όμως, στάθηκε έξω απ' την αυλή του αρχοντικού, ψάχνοντας με το βλέμμα για το πηγάδι, οι φρουροί που φύλαγαν την είσοδο, είπαν το ίδιο πράγμα. Θύμωσε. Δεν θα τον σταματούσε κανείς, που 'θελε να φτιάξει την τύχη του. Ο ένας φρουρός άφησε μια πνιχτή κραυγή, ξεθηκάρωσε το σπαθί του αλλά στάθηκε, σαστισμένος. Ο άλλος έκανε μισό βήμα προς τα πίσω, μετά όμως συνήλθε ή βρήκε τοίχο και όρμηξε καταπάνω του, φωνάζοντας: «Φονιάαας». Αυτό ταρακούνησε και τον άλλο, και του επιτέθηκαν μαζί. Με το σπαθί του απέκρουσε το χτύπημα του ενός, ενώ ταυτόχρονα κλώτσησε τον άλλο στο γόνατο, που ερχόταν απ' το πλάι για να τον πιάσει αφύλακτο. Με το που απέκρουσε το χτύπημα, κατέβασε το σπαθί στ' αριστερά κι έκοψε τον σβέρκο του φρουρού, που είχε σκύψει πάνω στο πονεμένο του γόνατο, μόνο για μια στιγμή, αλλά αυτή η στιγμή ήταν μοιραία. Πριν προλάβει ο άλλος να ολοκληρώσει την επόμενη επίθεσή του, εκείνος τινάχτηκε μπροστά σαν φίδι. Τον τρύπησε πέρα ως πέρα, στην κοιλιά, και τράβηξε το σπαθί του πίσω. Ο φρουρός έμεινε για λίγο όρθιος, κοίταξε τα πόδια του, που μούσκευαν με το αίμα του, και κατέρρευσε με μια έκφραση έκπληξης και αγωνίας στο άσπρο του πρόσωπο. Σκούπισε το σπαθί, το έβαλε στη θήκη, και ξαναπήρε από κάτω το φορτίο που κουβαλούσε σ' όλη τη διαδρομή και που είχε αναγκαστεί, λόγω των περιστάσεων, να το αφήσει για λίγο. * «Και μετά τον έριξε στο πηγάδι». «Το είδαν κι άλλοι αυτό;» «Η γειτονιά ολόκληρη. Καθώς έφευγα, άκουσα που φώναζαν ότι κάποιος σκότωσε τον δήμαρχο και τον έριξε στο πηγάδι του». «Σ' είδε κανείς να 'ρχεσαι κατά δω;» «Όχι. Γιατί; Σάμπως έχεις άντρα και φοβάσαι μη μας πιάσει;» Εκείνη δεν του κάκιωσε. Ξάπλωσε πάνω του και τον σκέπασε με τις φλόγες των μαλλιών της, κι αφού τον φίλησε, του ψιθύρισε στ' αυτί: «Ξανά και ξανά, μια ζωή κι άλλη μια», κι αυτός την έσφιξε κι άλλο πάνω του κι ύστερα ξέχασε τα πάντα. * Ο λόφος με τον ανεμόμυλο ήταν μακριά, του 'χε πάρει όλο το πρωί να τον βρει. Είχε φτάσει, αλλά τώρα τρεις άντρες έμπαιναν μπροστά του, να του κόψουν τον δρόμο. Ένας ψηλός με κοτσίδα, ένας κοντός και τετράγωνος ψαρομάλλης, ένας σπυριάρης νεαρός, λιανός σαν στέκα. Κι οι τρεις με τα όπλα και τα δόντια τους ξεγυμνωμένα. «Είχες τ' αρχίδια να 'ρθεις, ε;» είπε ο νεαρός, που έπαιζε νευρικά με δυο μαχαίρια. Εκείνος έβγαλε, αργά, το σπαθί του από τη θήκη. «Δε μιλάς, ρε;» απαίτησε ο ψαρομάλλης, που κρατούσε ένα δίκοπο τσεκούρι. «Σου 'κοψαν τη γλώσσα;» απόρησε ο ψηλός, με το σπαθί του ακουμπισμένο στον ώμο, σαν δισάκι. «Όχι, τ' αρχίδια» είπε ο σπυριάρης, που μάλλον δεν ήξερε άλλη λέξη, κι έκανε μια υπερβολική γκριμάτσα. Τους έδωσε, παρ' όλ' αυτά, μια ευκαιρία. «Δε σας ξέρω, δε σας είδα», είπε. Είχε έρθει για ν' αλέσει ένα σακί κριθάρι στον μύλο. Η πόρτα, όμως, ήταν αμπαρωμένη κι ο μυλωνάς άφαντος. Μήπως τον είχανε σκοτώσει οι ληστές, και τώρα απειλούσαν αυτόν, επειδή τους είχε ανακαλύψει; «Ρε, ακούτε;» έκανε ο ψηλός. «Δε μας ξέρει, λέει». Ο ψαρομάλλης πήγε να κάνει ένα βήμα, αλλά έμεινε στη μέση, αναποφάσιστος. Αντί γι' αυτό, είπε: «Και τότε, ποιος μας άφησε σύξυλους και το 'σκασε με το παραδάκι;» Έκαναν τους τρελούς. Δεν τον ένοιαζε. «Δε με νοιάζει τι κάνατε στον μυλωνά. Σκορπίστε τώρα.» «Ποιος μυλωνάς; Μας πουλάς τρέλα;», είπε ο ψηλός, κι έφτυσε στο χώμα. «Κοίτα να δεις, πέσε τα λεφτά κι εξαφανίσου. Θα σ' αφήσουμε». Οι άλλοι δεν ήταν σύμφωνοι. Ο νεαρός έβρισε μέσα απ' τα δόντια του, κι ο κοντός τον κοίταξε στραβά. «Θα σ' αφήσουμε», επανέλαβε ο σύντροφός τους, «αλλά άμα σε ξαναπετύχουμε πουθενά, δε θα 'χεις την ίδια τύχη». Για λίγο, κανείς δεν είπε τίποτ' άλλο. Ο μύλος γύριζε κι έτριζαν οι αντένες του. Ο αέρας που έβρισκε αντίσταση πάνω στα φτερά του, ακουγόταν σαν μακρινές βροντές. Ο ψαρομάλλης με το τσεκούρι τον κοιτούσε χωρίς να παίζει ούτε βλέφαρο. Μια φλέβα φούσκωνε στον μυώδη λαιμό του. Ο νεαρός, δίπλα του, έτρεμε από έξαψη και φόβο. Και ο ψηλός φαινόταν σαν να 'χε μετανιώσει. Τα φτερά του ανεμόμυλου έριχναν σκιές πάνω στην τριάδα, σκιές που περνούσαν πάνω απ' τα πρόσωπα κι έφευγαν, σαν βιαστικά σύννεφα. Ο ψηλός έπεσε πρώτος. Ήταν ο δεύτερος πιο επικίνδυνος από τους τρεις τους, αλλά τον πρόδωσαν η βιασύνη κι ο θυμός. Αντί να στοχεύσει στα πλευρά, του επιτέθηκε κατά μέτωπο, με στόχο το στήθος. Από το ύψος του αυτή η κίνηση δεν ήταν και η καλύτερη, γιατί άφησε για μια στιγμή ακάλυπτο τον δικό του θώρακα. Του κατάφερε ένα γρήγορο κόψιμο στο στομάχι, όχι αρκετά βαθύ για να πεθάνει ακαριαία, αλλά τόσο όσο για να τον αχρηστέψει. Ενώ έπεφτε ακόμα, εκείνος είχε ήδη στραφεί να αντιμετωπίσει τους άλλους δύο. Ο ψαρομάλλης ήταν ο πιο επικίνδυνος της τριάδας. Τον νεαρό με τα μαχαίρια δεν είχε παρά να τον κρατάει σε απόσταση, ήταν ανυπόμονος και ασταθής. Όμως αυτός εδώ, μ' ένα βαρύ τσεκούρι στα χέρια και με χαμηλό κέντρο βάρους στο σώμα, προκαλούσε ένα πρόβλημα: ήταν δύσκολο να τον πλησιάσει. Αν όμως δυσκολευόταν αυτός να τον πλησιάσει, το ίδιο κι εκείνος. Το τσεκούρι ήταν δυσκίνητο όπλο. Σίγουρα, όταν θα έκανε την κίνησή του θα ήταν καθοριστική, αλλά είχε μόνο μία, άντε δύο το πολύ ευκαιρίες, σε μια μάχη. Κι αυτό, ο ψαρομάλλης φαινόταν να το ξέρει καλά. Στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και το τσεκούρι στο ύψος της κοιλιάς του. Ήταν ανέκφραστος, το πρόσωπό του παγωμένο, σαν να είχε συγκεντρώσει όλη του τη θέληση σ' αυτή τη λαβή. Σήκωσε το σπαθί ψηλά, σαν να ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει στον λαιμό ή στον ώμο. Στην πραγματικότητα, ετοιμαζόταν να κάνει μια άλλη κίνηση, μια που δεν είχε περιθώρια λάθους αλλά ήταν η μόνη σωτήρια σε τέτοιες περιπτώσεις. Και δεν ήθελε να τη μαρτυρήσει στον αντίπαλό του, γιατί, κάτι του έλεγε ότι αυτός θα την αναγνώριζε. Ο αντίπαλος γύρισε ελαφρά το τσεκούρι του στα δεξιά, λυγίζοντας τα γόνατα. Εκείνος, που περίμενε αυτό ακριβώς, ξεκίνησε την ψεύτικη επίθεσή του σηκώνοντας το σπαθί πίσω απ' το κεφάλι. Ο ψαρομάλλης έκοψε με το τσεκούρι τον αέρα που τους χώριζε, πλαγιαστά, με σημάδι τον αριστερό μηρό του. Πριν καλά-καλά το τσεκούρι διανύσει την απόσταση, εκείνος άλλαξε αστραπιαία τη θέση των χεριών και των ποδιών του: γύρισε το σπαθί διαγώνια αριστερά, με τη μύτη προς τα κάτω, στράβωσε τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση, κι έπειτα, χρησιμοποιώντας τα σαν μοχλό, έστριψε το κορμί του αριστερόστροφα με τέτοια βία, που δεν πρόλαβε να δει τον στιγμιαίο τρόμο στα μάτια του ψαρομάλλη, πριν καταλήξει με την κόψη του σπαθιού χωμένη στην αφύλακτη πλευρά του. Πρόλαβε όμως ν' ακούσει τον νεαρό, που φώναξε κάτι σαν «Όχιιααγκχ» ορμώντας στον θάνατό του. Τα μαχαίρια του νεαρού έπεσαν στη γη σχεδόν ταυτόχρονα με το τσεκούρι του ψαρομάλλη. Τα φτερά του μύλου γύριζαν κι έτριζαν πάνω στον άξονά τους. * Ήταν αργά το απόγευμα, όταν γύρισε με το κριθάρι της στον ώμο. Η ομίχλη τον τύλιγε, θόλωνε τη ματιά του, σκέπαζε τους ήχους. Πάνω στη δίφυλλη βελανιδιά καθόταν ο μπούφος, που του έγνεψε με ενόχληση, σαν να 'λεγε: «Βιάσου, και βραδιάζει». Μπήκε στην καλύβα. Παράτησε τον σάκο και κάθισε στο κρεβάτι να την περιμένει. Απ' έξω ακούστηκε ο μπούφος. Η φωτιά φούντωσε για λίγο και πέταξε σπίθες, κι ύστερα ησύχασε. Η πορτοκαλιά φλόγα στεκόταν ακίνητη, το φως κι η ζέστη τον αποχαύνωναν. Εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του, στο κρεβάτι. Τα μαλλιά της, νωπά απ' την ομίχλη, μύριζαν χωματίλα. Η αναπνοή της, όταν τον φίλησε, μύριζε αίμα, σαν να 'χε φάει ωμή σάρκα. Την έριξε στο κρεβάτι και την πλάκωσε με το βάρος του. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, ήταν μόνο σώμα, αίμα καυτό, που χτύπαγε στα μηνίγγια του όσο αυτός την χτύπαγε με τη λεκάνη του, ξανά και ξανά και ξανά... και δεν άκουσε τον ψίθυρο στο αυτί του: «Ξανά και ξανά, μια ζωή κι άλλη μια, ο θάνατός σας αρχινά». * Ανασηκώθηκε στο στρώμα. Ένιωθε χορτάτος. Πότε είχε φάει; Τι ήταν το φαΐ που έτρωγε κάθε βράδυ και γιατί δεν το θυμόταν; «Τ' αλεύρι;» ρώτησε εκείνη. «Είχα φασαρίες». «Τι φασαρίες;» Το μάτι του έπεσε στον σάκο με το κριθάρι, στο πάτωμα. «Πιτσιλίστηκε μ' αίμα», της είπε. Εκείνη τον είχε δει τον μαγαρισμένο σάκο. «Δεν πειράζει», είπε μόνο. «Τρεις ληστές έσφαξαν τον μυλωνά και μετά σκοτώθηκαν μεταξύ τους για κάτι λεφτά». Κοίταξε πάλι το σακί στο πάτωμα. Ήταν κατακόκκινο, και το αίμα έτρεχε και πότιζε το χώμα. «Έτσι κάνουν», είπε εκείνη, και σηκώθηκε. Γύρισε και τον κοίταξε κι ήταν τα μάτια της λαμπερά σαν ήλιοι. «Κοιμήσου πάλι», του είπε, κι αμέσως βάρυναν τα βλέφαρά του. Την είδε που έβγαινε απ' την πόρτα, μα δεν μπορούσε να μιλήσει, να της πει: «Πού πας;» κι ούτε να κουνηθεί. Μέσα απ' το σκοτάδι των κλειστών του ματιών, ίσα που πρόλαβε ν' ακούσει τη φωνή του μπούφου, κι ύστερα βούλιαξε στον ύπνο. * Ένιωθε σαν να κοιμόταν μέρες ολόκληρες. Μουδιασμένος. Εφησυχασμένος. Κι αυτό τον έκανε ανήσυχο. Κάτι μέσα του άρχισε να τον κεντρίζει. Καλά έτρωγαν, καλά ξάπλωναν μαζί. Όμως, δεν θυμόταν τίποτ' άλλο. Κι ούτε θυμότανε τα πριν, πριν να τη βρει. Κι όταν μια σκέψη πήγαινε να πάρει μορφή, πλάκωνε κείνη η ομίχλη και τα θόλωνε όλα. Κι εκείνος όλο βρισκόταν έξω, όταν γινόταν αυτό. Αυτή τη φορά δεν έψαχνε την καλύβα, όμως δεν θυμόταν τι. Κάτι τον ενοχλούσε και δεν τον άφηνε ν' αναπνεύσει. Έψαξε με το χέρι και βρήκε ένα σχοινί δεμένο σφιχτά στον λαιμό του. Πάλεψε να το βγάλει, αλλά δεν μπορούσε, δεν έβρισκε κόμπο πουθενά. Όλο και πιο πολύ τον έσφιγγε, κι άρχισε να ανησυχεί ότι δεν θα προλάβαινε, θα έσκαγε, θα πνιγόταν· έπρεπε να το κόψει. Πήρε με τρεμάμενα χέρια το σπαθί και το 'φερε στο πλάι του λαιμού του. Η λεπίδα ξυράφι, αλλά το σχοινί γερό, αντί να κοπεί, έσφιξε περισσότερο. Δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε να κόβει, μέχρι που το σπαθί ξέφυγε λίγο κι ίσα που κατάφερε να το συγκρατήσει και να μην κόψει τη φλέβα· μα το σχοινί, εκεί. Με πανικό, το πέταξε κάτω και προσπάθησε να χώσει τα δάχτυλά του ανάμεσα στο σχοινί και στον λαιμό του. Τα χέρια του έγιναν πλαδαρά κι η όρασή του, κόκκινη, άρχιζε να θολώνει. Γονατισμένος, στα πρόθυρα του θανάτου, έπιασε κάτι εκεί μπροστά που κάνει γούβα ο λαιμός με το στήθος. Το χούφτωσε και το τράβηξε, και το σχοινί λύθηκε μόνο του κι έπεσε στη γη. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα από την ασφυξία, και το μόνο που έβλεπε ήταν ένα κόκκινο χρώμα που αναβόσβηνε μπροστά του. Έπεσε ανάσκελα και το στήθος του πόνεσε απ' τον αέρα που ρουφούσε λαίμαργα, απελπισμένα, για ώρα πολλή. Όταν χόρτασε κάπως ανάσα, καθάρισαν και τα μάτια του. Βογκώντας, γύρισε και πήρε από κάτω αυτό που 'χε τραβήξει απ' τον λαιμό του. Ήταν ένα φύλλο βελανιδιάς. Κάτι μέσα στο μυαλό του ανασάλεψε τότε, κι η ομίχλη άρχισε να αραιώνει, ν' ανοίγει ένα στενό δρόμο στο δάσος. Σηκώθηκε κι ακολούθησε το μονοπάτι, με πόδια που έτρεμαν. Κάτι σαν να του φαινόταν αφύσικο στο να στέκει όρθιος και να πηγαίνει. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το φύλλο της βελανιδιάς και το 'νιωθε ζεστό, ενώ όλα γύρω του κρύα, ο αέρας, η ανάσα του, το ίδιο του το σώμα. Ησυχία βαριά κρατούσε στον κόσμο. Ούτε ένα φτερούγισμα, ούτε ένα κρώξιμο, ούτε το πάτημά του πάνω στη γη. Φοβόταν ότι, αν σκεφτόταν τίποτα, θα τάραζε την ησυχία, ότι θ' ακούγονταν οι σκέψεις του σαν κραυγές μέσα στο δάσος. Ότι θα τον άκουγε εκείνη. Φίμωσε το μυαλό του τελείως κι ένιωσε να γίνεται διάφανος και σαν να μην είχε βάρος· ένα φάντασμα που περπατούσε στο σκοτάδι. Το μονοπάτι μέσα απ' την ομίχλη ανοιγόταν λίγα μέτρα εμπρός του, σε κάθε βήμα. Τα λευκά, αέρινα κουρέλια της οπισθοχωρούσαν για να τον αφήσουν να περάσει, κι αμέσως έκλειναν πίσω του. Δεν είχε γυρισμό. Κάποτε άρχισε ν' ανηφορίζει, και η λευκή θολούρα αραίωσε κι άλλο, ώσπου, όταν έφτασε στην κορυφή ενός λόφου, ο αέρας καθάρισε τελείως. Ήταν ένα μέρος άδειο, μόνο πέτρες και βράχια. Ένα πένθιμο μέρος, που θα 'φερνε φόβο στους ανθρώπους. Αυτός, που δεν είχε λαχανιάσει απ' τον ανήφορο, έμεινε κρυμμένος κι αθόρυβος, στο σκοτάδι. Στο βάθος στεκόταν μια γυναίκα. Κατάλευκη, το ρούχο της ανέμιζε αέρινο, ίδιο με ομίχλη. Την αναγνώρισε από μακριά. Τα κόκκινα μαλλιά της, το μόνο πράγμα με χρώμα πάνω της, φώτιζαν το μέρος σαν να 'χαν λαμπαδιάσει. Στεκόταν πάνω από έναν ανοιγμένο τάφο, που 'χε το χώμα στοιβαγμένο άτσαλα τριγύρω του· φτυάρι, πουθενά. Άξαφνα, βρέθηκε μπροστά της, χωρίς να το θελήσει. Αυτή τον κοιτούσε στα μάτια, κι ήταν η ανάσα της πάνω του. Μόνο που δεν υπήρχε ανάσα, κι ίσα που δεν έβλεπε από μέσα της, πέρα ως πέρα, τι υπήρχε πίσω. Νόμιζε πως, αν έκανε μια κίνηση με το χέρι του, θα τη σκόρπιζε σαν καπνό. «Νομίζεις πως μπορείς εσύ να σκορπίσεις εμένα;» του είπε κακιασμένα. Ένα φύλλο βελανιδιάς στόλιζε τον λαιμό της. Τα μαλλιά της είχαν πάρει στ' αλήθεια φωτιά, λαμπάδιαζαν όρθια, προς όλες τις κατευθύνσεις. Κι όμως, ίσα που ζέσταιναν το νεκρικό, αβάσταχτο κρύο που τον μούδιαζε ως το μυαλό. «Τι μου έκανες;» τη ρώτησε, μ' έναν τρεμουλιαστό ψίθυρο. Η φωτιά φούντωσε κι άλλο, άρχισε ν' απλώνεται στο πρόσωπό της, στον λαιμό, στους ώμους της. Το δέρμα της πρήστηκε, κοκκίνησε σαν θράκα. Αυτή τότε τον γράπωσε και πήγε να τον φιλήσει. Πισωπάτησε έντρομος, σπρώχνοντάς την μακριά. Δεν μπορούσε να την κοιτάει άλλο στο πρόσωπο, γιατί είχε διαλυθεί, είχε φαγωθεί από τις φλόγες, κι ήταν τα κόκαλα ξεγυμνωμένα και μαύρα. Κοίταξε απ' την άλλη, χαμηλά, στον ανοιγμένο τάφο. Αμέσως αναγνώρισε τι τάφος ήταν αυτός. Έτσι έθαβαν τους εγκληματίες: μπρούμυτα, τα χέρια και τα πόδια δεμένα πίσω από την πλάτη και το κεφάλι κομμένο, για περισσότερη ασφάλεια. Μην τυχόν και σηκωθεί ο πεθαμένος κι αρχίσει πάλι να σκοτώνει, όπως όταν ζούσε. Μόνο που αυτουνού το κεφάλι έλειπε τελείως. Έπεσε στα γόνατα, δεν ήθελε, αλλά κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να κοιτάξει από πιο κοντά. Σύρθηκε κοντά στο πτώμα. Είχε, πάνω κάτω, το δικό του σουλούπι. Άπλωσε τα χέρια του για να το γυρίσει ανάσκελα, δεν ήθελε, αλλά ήταν ανίκανος να σταματήσει τώρα πια. Είδε πάνω στο στήθος του νεκρού μια διαγώνια ουλή, ίδια με τη δική του, μια γραμμή απ' την καρδιά ως το δεξί πλεμόνι. Φώναξε απ' την τρομάρα. Δεν είχε φωνάξει ποτέ έτσι, όταν ζούσε. Του ήρθαν εικόνες κοφτές κι επώδυνες, σαν μαχαιριές: Είδε τον εαυτό του να σφάζει και να λεηλατεί, μαζί με κείνους τους τρεις στον ανεμόμυλο. Τους είδε, τους τέσσερίς τους, να συναντιούνται σ' απόμερες κρυψώνες για να μοιράζουν τη λεία. Είδε τον εαυτό του να τρέχει, μόνος του πάνω σ' άλογο, να καλπάζει δυνατά και ξωπίσω του δέκα να τον κυνηγούν. Είδε τον δρόμο να θολώνει μπροστά του, και τον λαιμό του αλόγου του ιδρωμένο. Είδε τα πόδια του να τινάζουν τον αέρα με λύσσα, ένα μέτρο πάνω απ' το έδαφος, κι ύστερα τίποτα. «Πού είναι το κεφάλι μου;», ψέλλισε τις μόνες λέξεις που κατάφερε. Σηκώθηκε, γυρίζοντας την πλάτη του στον τάφο. Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Στη θέση της τώρα ήταν ο μπούφος, που στεκόταν εμπρός του, στον αέρα, χωρίς να κουνάει καθόλου τα φτερά. Η φωνή της ακουγόταν μέσα στο μυαλό του: «Το πήρα. Όπως πήρα κι αλλονών». «Τι σου 'κανα;» Το γέλιο της του πάγωσε την ψυχή. Τη μαύρη και καταραμένη ψυχή του. «Εσύ, τίποτα. Το ξόρκι ήθελε κεφάλια φονιάδων». «Κι οι άλλοι, που μ' έστειλες να ξεκάνω; Τι σου 'καναν;» «Ο δήμαρχος με σκότωσε. Έστειλε τους δικούς του φονιάδες και μ' έκλεισαν μέσα στην καλύβα μου και της έβαλαν φωτιά. Μα εγώ τον καταράστηκα, ενώ έσκαγα και καιγόμουν, ότι από μένα θα το 'βρει, ότι θα γύριζα». «Δε γύρισες. Εμένα έστειλες». «Εσύ, για μένα. Ξανά και ξανά, όλοι σας. Τώρα έχω και τους άλλους, τους δικούς σου, που σκότωσες στον ανεμόμυλο». «Τάχα ότι ήθελες αλεύρι», της είπε με μίσος. «Δε θα πάρεις άλλα κεφάλια, μάγισσα» μούγκρισε, και τράβηξε το σπαθί του. Εκείνη γέλασε: «Δεν μπορείς να με βλάψεις, φονιά. Δεν είμαι εδώ, ούτε και συ». «Εμείς δεν είμαστε, αλλά είν' αυτό», της είπε βιαστικά, έριξε το δικό του φύλλο της βελανιδιάς στη γη και το κάρφωσε με το σπαθί. Ο μπούφος άπλωσε τις τεράστιες φτερούγες του, σαν κατάρα, να σκεπάσει τον φονιά. Όμως, δεν κατάφερε τίποτα, γιατί άρχισε να σκορπίζει λες κι ήταν από καπνό. Το γέλιο της μετατράπηκε σ' ένα ουρλιαχτό φριχτό, απόκοσμο, που τινάχτηκε ψηλά, πάνω απ' τον λόφο, πάνω απ' το δάσος, ταξίδεψε ως την πόλη και ξύπνησε τους κατοίκους. Και κανείς τους δεν ξανακοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα κι άλλες τρεις, απ' την τρομάρα. Γιατί κατάλαβαν ότι μια μάγισσα πέθανε κι ότι η ψυχή της σκορπίστηκε στον άνεμο και χάθηκε· και αναρωτιόνταν τι τέρας κατάφερε να το κάνει αυτό σε μια μάγισσα, κι αν θα ερχόταν μετά για τους ίδιους.
  4. 2 points
    Από αυτούς τους στόχους, κατάφερα ήδη τον γ)! Αν και υποτίθεται ότι έπρεπε να έχω καταφέρει και τον μισό α), αλλά μπα, ούτε την εισαγωγή δεν έχω διορθώσει. Το καλό είναι ότι μάλλον θα το πατώσω εντός του Απριλίου, τώρα που έχω και τη δυνατότητα (δουλεύω από το σπίτι). Βέβαια, στο μεταξύ έγραψα α) ένα διήγημα για διαγωνισμό εντός Ελλάδος (2000 λέξεις), β) διόρθωσα ένα για εκτός Ελλάδος (5500) γ) και έγραψα και το Game Nostalgic (3300). δ) Έχω στη μέση ένα ακόμη διήγημα για διαγωνισμό εκτός Ελλάδος, που θα φτάσει τις 6000 λέξεις. Φαίνεται πως είναι η χρονιά των διηγημάτων για μένα το 2020... Όχι ότι χαλιέμαι, είχα χρόνια να γράψω κάτι μικρό, που να το γουστάρω κιόλας.
  5. 2 points
    Ήφτασα κι εγώ. Η Θύρα της Άνοιξης.
  6. 2 points
    Όνομα Συγγραφέα: Γεωργία Είδος: φάνταζι Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: ≈3370 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για αυτό το παιχνίδι. Αρχείο: Χήροου'ζ Τζέρνυ.docx Χήροου’ζ Τζέρνυ Όταν ξανάνοιξα τα μάτια ήμουν ακόμα ανάσκελα, αλλά δεν βρισκόμουν πια στο ξέφωτο έξω από το χωριό των Σσίκολι. Δεν βρισκόμουν πουθενά που να θυμίζει κάτι. Από πάνω μου δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε καν ουρανός. Το έδαφος ήταν ελαστικό και βούλιαζε κάπως. Δεν έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστα. Οι αισθήσεις μου άρχισαν να επανέρχονται μία-μία ανόρεχτα και ανακάθισα, ακουμπώντας με προσοχή το στέρνο μου. Οι ματωμένοι επίδεσμοι ήταν στην θέση τους, αλλά δεν πονούσα καθόλου. Τριγύρω δεν ήταν ούτε σκοτεινά ούτε φωτεινά και δεν υπήρχε τίποτα, μόνο εκείνη η επιφάνεια που καθόμουν, μια απέραντη μελανή πουτίγκα, ή ένα τεράστιο πρησμένο συκώτι, όσο έφτανε το μάτι. «Έχεις το τρίτο δίφυλλο;» είπε μια φωνή ακριβώς από πίσω μου. Γύρισα απότομα. Το χέρι μου πήγε στη λαβή του σπαθιού αλλά τα δάχτυλά μου έκλεισαν γύρω από μια χούφτα αέρα. Μπροστά μου στεκόταν η σαμάνα, με τα χαϊμαλιά της και τα φτερά της και τα κρόταλα στο χέρι. Μισόκλεισα τα μάτια. Ήταν και δεν ήταν αυτή. Το περίγραμμά της ασαφές και το πρόσωπό της μιά θόλωνε μιά καθάριζε πάλι, σαν να περνούσαν τούφες ομίχλης ανάμεσά μας. Τα ρούχα της ήταν το ίδιο μάτσο κουρέλια, αλλά κουνιόνταν λες κι είχε ένα σμάρι φίδια από κάτω. «Πού είναι η Δαιμονοσφάχτρα;» ρώτησα. Εκείνη κούνησε το χέρι της να διώξει την ερώτηση. «Δεν περνάν μέταλλα εδώ» είπε βιαστικά. «Και τί είναι εδώ;» Η σαμάνα ξανάκανε την ίδια κίνηση. «Εδώ είναι εκεί που μ’ έβαλες να σε φέρω.» Η εικόνα της τρεμούλιασε και κυμάτισε. Άνοιξα το στόμα να πω κάτι αλλά μ’ έκοψε, χτυπώντας τα δάχτυλά της. Μια μικρή μωβ φλογίτσα εμφανίστηκε στην άκρη του ροζιασμένου της αντίχειρα. «Έχεις το τρίτο δίφυλλο;» είπε ξανά. Ψάχτηκα λίγο, και από την αριστερή τσέπη του γιλέκου ανέσυρα, λιγουλάκι τσαλακωμένο, το τελευταίο από τα τσιγάρα που ο παραγιός της είχε χώσει στη χούφτα μου πριν αρχίσει η τελετή. «Καλέ τί περιμένεις;» Η φωνή της ακουγόταν αχνή τώρα, σαν νά ’ταν σε κάποιο διπλανό δωμάτιο, και βιάστηκα να βάλω το τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη μου και να γείρω μπροστά, αφήνοντάς την να το ανάψει. Τράβηξα μια τζούρα. Το διάχυτο τίποτα αναδεύτηκε γύρω μου καθώς φυσούσα αργά τον καπνό. «Και τώρα;» είπα. «Έχεις όσο κρατάει το…» Η εικόνα της διαλύθηκε μαζί με το τέλος της φράσης της. «Τί;» φώναξα. Αλλά είχε ήδη χαθεί. Κοίταξα το δίφυλλο ανάμεσα στα δάχτυλά μου με δυσπιστία. Μετά κοίταξα ένα γύρω, το αχανές κενό. Ξανακοίταξα το τσιγάρο. Δεν ήταν όνειρο. Αν ήταν όνειρο, όλα αυτά θα έβγαζαν κάποιο νόημα. Το ξανάφερα στα χείλη και τράβηξα μια καλή. Ο αέρας, ή ό,τι τέλος πάντων είχαν εκεί πέρα, τρεμόπαιξε κι ανατσουτσούριασε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και παραλίγο να με πέσει το τσιγάρο από το χέρι. Εκεί που πριν υπήρχε ένα άδειο τίποτα, τώρα ήταν πήχτρα στον κόσμο. Ξαφνικά με περικύκλωνε ένα πλήθος! Παντού γύρω μου άνθρωποι, αλλά γκρίζοι και ανάεροι, σαν από καπνό και στάχτες. Ήταν όλων των ειδών, γέροι και νέοι και ψηλοί και κοντοί και άντρες και γυναίκες αλλά δεν ξέρω πώς το έβλεπα αυτό, αφού ήταν μόνο σταχτιές θολούρες όλοι. Με είχαν περικυκλώσει σφιχτά-σφιχτά, έτσι που δεν είχα χώρο να σηκώσω το χέρι να τραβήξω κι άλλη τζούρα. Έτσι νόμιζα, αλλά μια χαρά το σήκωσα το χέρι, και μάλιστα το σήκωσα και το κούνησα πέρα-δώθε κιόλας. Δεν συνάντησα καμιά αντίσταση, αλλά δεν είναι ότι περνούσε από μέσα τους. Δεν είχα ιδέα τί ακριβώς έκαμνε. Δεν έκατσα να το ψάξω παραπάνω όμως. Εδώ βρισκόμουν για να βρω τον Δάσκαλο, γι’ αυτό είχα έρθει. Πριν δεν έβλεπα ψυχή, τώρα υπήρχε κόσμος. Αυτό ήταν μια σαφής βελτίωση. Ο Δάσκαλος θα ήταν ανάμεσά τους. Το πλήθος δεν φαινόταν να έχει τελειωμό βέβαια, αλλά κάπως θα λυνόταν κι αυτό. Τράβηξα μια ακόμα προσεχτική τζουρίτσα και το ανθρωπομάνι τρεμούλιασε ξανά. Κατάπια μια βρισιά προς τη σαμάνα, που μ’ έφερε εδώ και με παράτησε χωρίς ούτε μια τόση δα χρήσιμη οδηγία, κι έκανα ένα δισταχτικό βήμα μπροστά. Το πλήθος μέριασε αμέσως, ανοίγοντας ένα στριφογυριστό μονοπάτι μπροστά μου. «Καλώς» είπα κι η φωνή μου ακούστηκε άβολα δυνατή. Ξερόβηξα κι έπιασα να το ακολουθήσω. Δεν μπορώ να ξέρω πόση ώρα περπατούσα. Με φάνηκε σαν μέρες. Μη πω και χρόνια. Ένα βήμα τη φορά, πάνω στο συκωτί έδαφος, το τσιγάρο στο χέρι μου κάπνιζε κανονικά αλλά δεν καιγόταν, το κοίταζα που και που. Μπορεί να μη περνούσε καθόλου η ώρα. Μπορεί να μην ήμουν εγώ που μετακινιόμουν επίσης, μπορεί να γλιστρούσε το πλήθος γύρω μου. Μπορεί να μην ήμουν εγώ γενικά, πού να ξέρω. Κι όλες εκείνες οι φάτσες, ανέκφραστες και άχρωμες. Στην επόμενη τζούρα που τράβηξα άκουσα πως θρόιζαν, κάτι φωνές σαν ξερά κλαδάκια που τα στοιβάζεις για προσάναμμα. Δεν καταλάβαινα τί έλεγαν, ούτε ήθελα. Στεκόταν μπροστά μου. Έμεινα να χαζεύω με το στόμα ορθάνοιχτο, μπορεί να ήταν μπροστά μου από την αρχή και να μην τον έβλεπα; Δεν ξέρω. Ήταν το ίδιο γκρι με το υπόλοιπο πλήθος, αλλά ήταν εκείνος, ο Δάσκαλος. Αλλά και δεν ήταν. Πάντως ο τρόπος που με κοίταζε, εκείνη η στοργική απογοήτευση, ήταν όλος δικός του. Άνοιξε το στόμα και θρόισε κάτι. Εξακολούθησα να χάσκω. Έκανε μια ανυπόμονη κίνηση προς το χέρι μου, και το κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω. Σήκωσε το χέρι του με τον δείχτη και τον μέσο τεντωμένους και το κούνησε μπρος-πίσω μπροστά στα χείλη του, μια ακόμα πιο ανυπόμονη κίνηση που τον θόλωσε ακόμα περισσότερο. Βιάστηκα να τραβήξω ακόμα μια τζούρα, υπάκουα. Με κάρφωσε με ένα βλέμμα παραίτησης ενώ η μακριά του γενειάδα κυμάτιζε αγανακτισμένη. Μετά σήκωσε το χέρι και έδειξε τα χείλη του. Καταλαβαίνοντας επιτέλους, τον κράτησα το τσιγάρο να τραβήξει κι εκείνος μια, πράγμα αρκετά αλλόκοτο με τα χείλη του έτσι σταχτιά και άυλα όπως ήταν. «Ζεις; Πώς βρέθηκες εσύ εδώ πάνω;» Η φωνή του έσκασε σαν μπουμπουνητό μέσα στην εξωφρενική σιωπή. Το τσιγάρο κόντεψε να με φύγει απ’ το χέρι πάλι. Έπρεπε να πέσω στα γόνατα; Ποιο ακριβώς ήταν το πρωτόκολλο γι’ αυτές τις περιπτώσεις; «Εχμ, συγνώμη για την ενόχληση;» είπα. Ο Δάσκαλος σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. «Σίγουρα δεν θα διέκοπτες την αιώνια ανάπαυση των νεκρών χωρίς κάποια καλή αιτία» είπε. «Εν πάση περιπτώσει, ας την ακούσουμε.» Μέχρι και τη στιγμή που η σαμάνα σκέπασε τα μάτια μου με την ψάθα της ήξερα ακριβώς τί ήθελα να πω. Τώρα, κάτω από το επίμονο βλέμμα του Δάσκαλου και με τους γκρι ανθρώπους να στριμώχνονται γύρω μας αργοσαλεύοντας, δεν μπορούσα να βρω ούτε μια συγκροτημένη πρόταση μέσα στο κεφάλι μου, όσο κι αν ψαχούλευα. «Πού είμαστε εδώ;» είπα, αρπάζοντας στην τύχη το πρώτο πράγμα που αναδύθηκε μέσα από την όλη σούπα. Ξεφύσηξε ανυπόμονα, με το ύφος που γνώριζα πολύ καλά, εκείνο που έλεγε ότι μέγα λάθος του που περίμενε καλύτερα από μένα. Αλλά μετά, ανήμπορος να αφήσει μια ευκαιρία για διδαχή να πέσει χάμω, χτύπησε με το πόδι του την επιφάνεια του εδάφους. Έκανε κάτι σαν μπλόινγκ. «Βρισκόμαστε πάνω στη μεμβράνη που καλύπτει την μπουρμπουλήθρα της πραγματικότητας» είπε. «Δεν είναι ότι δεν σου τα έχω διδάξει αυτά . Δεν ήρθες εδώ για κοσμολογία όμως. Συγκεντρώσου. Αν γυρεύεις απαντήσεις, τότε πρέπει να ξέρεις πώς να θέτεις τις…» Οι τελευταίες του λέξεις αποσυντέθηκαν σε θρόισμα και βιάστηκα να τον δώσω άλλη μια τζούρα. «…σου έδειξα» κατέληξε. Πολύ ωραία. Αυτό ήταν κάτι χειροπιαστό. Έκλεισα τα μάτια, αγνοώντας το περιβάλλον, και βούτηξα να ξαναπιάσω την αιτία που έκανα αυτό το ταξίδι. Την διέκρινα, μόλις ορατή, να βουλιάζει όλο και περισσότερο μέσα στον λασπουδιάρικο βυθό που ήταν οτιδήποτε ήξερα με σιγουριά πριν βρεθώ εδώ. Παραμέρισα σκέψεις όπως το αν υπήρξε όντως ποτέ εκείνο το πριν και άλλες τέτοιες παρόμοιες, και άναψα μέσα μου σαν φανάρι τις οδηγίες του Δασκάλου. Να βρω τί θέλω, να το κρατήσω στα χέρια μου, να το ξετυλίξω. Την αρχή. Ξανάνοιξα τα μάτια. Η αποδοκιμασία δεν είχε φύγει από τους ώμους του. «Είναι αλήθεια πως εσείς οι νεκροί τα γνωρίζετε όλα;» είπα. «Ασφαλώς και δεν είναι.» «Ξεκίνησα να εκδικηθώ τον πρόωρο και άδικο χαμό σου.» Κατένευσε. Αυτό το ήξερε σίγουρα, επειδή ήξερε εμένα. Ήμουν σε σωστό δρόμο; «Έμεινα χωρίς την καθοδήγησή σου.» Εδώ έκανε έναν μάλλον αγενή ήχο με τα χείλη, αλλά το προσπέρασα. «Ναι, την χρειάζομαι ακόμα. Ο Βόρκαλθ κάθεται ακόμα στο μαύρο του πύργο και οι μοχθηρές Ορδές του περιφέρονται ανεξέλεγκτα σπέρνοντας τον τρόμο, χωρίς καμία αντίσταση. Τί να την κάνω την προφητεία; Τί να την κάνω τη Δαιμονοσφάχτρα; Κόντεψα να χάσω τη ζωή μου για να την αποκτήσω, κι άλλη μια φορά τώρα στους Μαύρους Λόφους της Καταχνιάς και του Χαμού ψάχνοντας το Σσίκολ, κι ακόμα δεν είμαι ούτε μισό βήμα πιο κοντά στο να απαλλάξω τον κόσμο από τη βδελυρή του παρουσία. Εσύ…» Η φωνή μου απέτυχε να ξεφύγει από τον κόμπο που είχε δεθεί ο λαιμός μου. Ξεροκατάπια, πήρα και κάνα-δυο ανάσες, βαθιές όσο γινόταν. «Ούτε συ ξέφυγες από την ενέδρα τους.» Ανασήκωσε τους ώμους, χωρίς να πει κάτι, περιμένοντάς με να ολοκληρώσω. «Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να ρωτήσω είναι: έχουμε καθόλου καμιά ιδέα τί κάνουμε, γιά όχι;» ολοκλήρωσα. Δεν απάντησε αμέσως. «Δεν ήταν καλή η ερώτηση;» ρώτησα αφού πέρασε λίγη ώρα κι ακόμα δεν είχε απαντήσει. Κάπου μια απροσδιόριστη βιασύνη είχε αρχίσει να τυλίγεται και στα δικά μου σπλάχνα. «Ήταν πολύ καλή ερώτηση» είπε. «Υπάρχει μια απλή απάντηση και μια πολύπλοκη. Η απλή απάντηση είναι: όχι.» Σήκωσα το χέρι και τράβηξα μια τζούρα από καθαρή αμηχανία. Όπως κάθε του απάντηση, έτσι κι αυτή γεννοβόλησε άλλες δέκα ερωτήσεις αμέσως-αμέσως. «Αυτό… το ήξερες από πάντα;» διάλεξα μία στην τύχη. «Α» είπε ικανοποιημένος. «Έχει σημασία αυτό, πιστεύεις;» Με μιας θυμήθηκα πως ήταν να τον έχω δάσκαλο, μια μόνιμη δυσφορία που είχε ξεχαστεί στους σκοτεινούς μήνες μετά τον θάνατό του. Ατέλειωτες ώρες αινιγματικών διδαχών και απόκρυφων τσιτάτων. Η σκέψη ότι όλα αυτά έπαιζε και να μην ήταν τα σκεύη της βαθιάς σοφίας που νόμιζα πάντα, ήρθε και με βάρεσε κατακούτελα. Αλλά όχι. Όοοοχι. Πέρασα βάσανα, πήρα ρίσκα για να φτάσω ως εδώ και θα έφευγα μ’ έναν χρησμό, είτε είχε κάποιον να με δώσει είτε δεν είχε. «Κοίταξε, εγώ είμαι απλώς πεθαμένος, έτσι;» είπε απλώνοντας τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου. «Υποτίθεται πως το μόνο που είχα να περιμένω πια είναι αιώνια βαρεμάρα. Υποτίθεται περάσανε και πάνε πια οι μέρες που έπρεπε να καθοδηγώ τη νεολαία.» Πέρασα το τσιγάρο στο αριστερό μου χέρι για να μπορέσω να κουνήσω το δάχτυλο μπροστά στη μύτη του. «Η νεολαία θα καθόταν μια χαρά ασφαλής αν δεν ερχόσουν να την ξεσηκώσεις» είπα. «Έχεις ευθύνες και τα ρέστα. Πέθανες, σέ θρήνησα, άντε να δούμε τί θα κάνουμε τώρα με το Βόρκαλθ. Ή να γυρίσω στο αγρόκτημα;» Ο Δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια και ίσιωσε την πλάτη, να τεντωθεί σε όλο του το ανάστημα. Είχα κάπου κάτι τύψεις που τον μιλούσα έτσι, αλλά εδώ είχε σπάσει κάθε αλφάδι και κάθε νήμα κάθε στάθμης. Μέχρι να τελειώσει το δίφυλλο, είχε πει η σαμάνα; Δεν ξέρω αν την πίστευα κι εκείνην πια, πάντως έριξα μια κλεφτή ματιά να δω. Έκαιγε ακόμα. «Κανείς δεν είναι ασφαλής κάτω από τη βαριά μπότα του Βόρκαλθ» είπε ο Δάσκαλος. Κατένευσα, επειδή ήταν αλήθεια και το ήξερα. Ο εκνευρισμός μου καταλάγιασε κομμάτι. «Απλά θέλω να ξέρω…» Έκοψα στη μέση αυτήν τη φράση καθώς κατάλαβα πόσο βλακεία ήταν ενώ την έλεγα. Ο Δάσκαλος με κοίταξε με κάποιον οίκτο. «Πολύ λυπάμαι» είπε κι η φωνή του ακουγόταν λες και λυπόταν όντως, «αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά αν αυτό που κάνουμε είναι εκείνο που χρειάζεται να κάνουμε. Θά ’λεγες ότι θα ξεκαθαρίζανε κάποια πράγματα μετά θάνατον αλλά, όπως βλέπεις…» Έδειξε τριγύρω τις αχνές, τρεμουλιαστές μορφές που μας περικύκλωναν και ανασήκωσε τους ώμους. «Μάιστα» είπα. Τα φρύδια του κουβαριάστηκαν πάνω απ’ τη μύτη του σα να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι. «Βασικά…» είπε αργόσυρτα. Σιώπησε, κι εγώ περίμενα να μοιραστεί την σκέψη του, θαυμάζοντας που η ικανότητα για σκέψη δεν χανόταν μετά τον θάνατο. Έριξα μια λοξή ματιά γύρω, άραγε όλος αυτός ο συρφετός σκεφτόταν τίποτα; Γιά έπρεπε να ήταν κανείς σοφός Δάσκαλος εν ζωή; «Που λες» είπε τέλος ο Δάσκαλος, «όχι, δεν ξεκαθαρίζει κάτι εδώ πάνω. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα εδώ. Αλλά» σήκωσε το ένα δάχτυλο, όπως κάθε φορά που ετοιμαζόταν να στάξει κάποια σοφία, «ακόμα και σε ένα μέρος σαν κι αυτό μπορείς να αποκομίσεις κάποια διδαχή.» «Ω τέλεια» είπα. «Πες έστω αυτό, να φύγω. Από τα μισόλογα της σαμάνας κατάλαβα ότι δεν έχω πολύ χρόνο. Ένα μισόλογο παραπάνω δεν ξέρω σε τί θα ωφελήσει, αλλά δεν μπορεί και να βλάψει. Άου!» Μια λάμψη πόνου έσκασε πάνω από το αριστερό μου αυτί. Το χέρι του ήταν εξαιρετικά υλικό, μέχρι και βαρύτερο από πριν, θα έλεγα. «Μην αυθαδιάζεις, παιδί μου» είπε ενώ έτριβα το πονεμένο μου κρανίο. «Σεβάσου τον χρόνο που ξόδεψα για χάρη σου. Λοιπόν. Κοίτα γύρω σου. Τί βλέπεις;» Κοίταξα γύρω μου υπάκουα, αν και είχα ήδη δει ό,τι υπήρχε να δω. «Ένα σκασμό πεθαμένους» είπα κι αμέσως λούφαξα επειδή ξανασήκωσε το χέρι του. «Έλα, συγκεντρώσου. Τί βλέπεις; Τί κάνουν; Ή μάλλον, τί δεν κάνουν, που κάνουν οι ζωντανοί;» Τους κοίταξα, πιο προσεχτικά. Τί δεν κάναν; Πάρα πολλά πράγματα δεν κάναν. Δεν μιλούσαν, δεν κουνιόντουσαν. Δεν έσκαβαν τον κήπο τους, δεν καβαλίκευαν το άλογό τους, δεν χτένιζαν τα μαλλιά τους, δεν πετούσαν πέτρες στην αλεπού που τριγύριζε το κοτέτσι τους. Ο αριθμός των πραγμάτων που δεν έκαναν ήταν άπειρος. «Δεν έχω χρόνο για αινίγματα» είπα γυρνώντας στον Δάσκαλο. «Πες αυτό που θες να πεις να τελειώνουμε να φεύγω.» Ο Δάσκαλος χάιδεψε το σαγόνι του. Μπορεί να μη ήξερε κι ο ίδιος τί ήταν αυτό που προσπαθούσε να πει, κι αυτή ήταν μια σκέψη που με ταρακούνησε όσο νά ’ναι. «Κανείς δεν είναι ασφαλής κάτω από την μπότα του Βόρκαλθ» είπε ξανά, αργά. «Έφαγα τα νιάτα μου ψάχνοντας να βρω τρόπο να νικηθεί. Ώρες μέσα σε αραχνιασμένες βιβλιοθήκες, μέρες. Έφαγα σκόνη με το τσουβάλι σκαλίζοντας σκοροφαγωμένους τόμους. Και έξω να αλωνίζουν οι Ορδές, να στοιβάζονται οι νεκροί, να πήζει ο αέρας στις στάχτες, να βολοδέρνουν οι συγγενείς των εξαφανισμένων. Και περνούσαν τα χρόνια και δεν έβρισκα τίποτα.» Έκανε μια παύση και κοίταξε γύρω του, σαν να έβλεπε ξανά όλη εκείνη τη συμφορά μπροστά του. Εδώ που τα λέμε, η μάζα των γκρι πεθαμένων δεν διέφερε και πολύ από τα κοπάδια των απελπισμένων που συναντάς στις στράτες, εκεί όπου έχουν περάσει οι Ορδές. «Μετά, πάνω που είχα απελπιστεί, βρήκα την προφητεία» συνέχισε ο δάσκαλος. «Τί ήταν; Μια ντουζίνα λέξεις, το μελάνι τόσο ξεθωριασμένο που σχεδόν δεν διαβάζονταν. Αλλά πόση ελπίδα φούντωσε στο μέσα μου, νά ’ξερες. Και ύστερα άλλα τόσα χρόνια, να βρω το μόνο όπλο που μπορούσε να τον εκμηδενίσει, έπειτα να βρω εσένα, να σε διδάξω όσα θα χρειαστείς… Ο καιρός περνούσε, και στο μεταξύ οι νεκροί, τα αποκαΐδια, συνέχιζαν να στοιβάζονται. Ποιος θα πει σε μένα ότι έκανα το σωστό, χμ;» Πολύ θα ήθελα να τον έλεγα ότι έκανε το σωστό, αλήθεια. Αλλά πώς να το πω; Ο Βόρκαλθ καθόταν ακόμα στον πύργο του κι έσκαγε από υγεία. Αντ’ αυτού έκανα μερικές αόριστες κινήσεις βγάζοντας κάτι ρόγχους, αλλά κατάλαβα πόσο γελοίο ήταν και σταμάτησα. Ψέματα. Δεν ήθελα καθόλου να πω αυτό. Ήθελα να τον αρπάξω, να τον τραντάξω, να τον ρωτήσω πώς και με τί μούτρα πήρε και το φόρτωσε όλο αυτό σε μένα. Πώς το φορτώθηκε ο ίδιος. Με τί μούτρα. Αλλά εκείνος στο μεταξύ είχε πάρει φόρα. Δεν ήξερα αν υπήρχε αίμα, σφυγμός και τέτοια εδώ στον απάνω κόσμο, αλλά φαινόταν να τον είχε ανέβει η πίεση έτσι όπως ανέμιζε τα χέρια του ένα γύρω, δείχνοντας. «Πες τί βλέπεις;» φώναξε. Αχ. Τί να βλέπω; Θυμήθηκα το τσιγάρο και τράβηξα μια τζούρα ακόμα, μπας και δω. Η μάζα των πεθαμένων αναδεύτηκε σαν φύκια στο κύμα. Γκρι ακόμα κι ανέκφραστοι, αυτό δεν άλλαξε. «Είναι ένα πλήθος…» ξεκίνησα να λέω, αλλά μ’ έκοψε με μια κραυγή. «Α-χα! Ένα πλήθος. Κοίτα τους. Κοίτα τους! Είμαι ένας από αυτούς, αλλά τώρα που είσαι εσύ εδώ, ξέρω ότι είμαι εγώ. Και ότι είμαστε ένα πλήθος. Αυτοί δεν το ξέρουν. Κατάλαβες;» Άνοιξα το στόμα να πω όχι, αλλά το ξανάκλεισα απότομα. Ο Δάσκαλος χτύπησε τη γροθιά στη χούφτα του, βλέποντας την κατανόηση να ανατέλλει στο μάτι μου. «Ααα,» είπα αργά και προσεχτικά. «Θα δώσουμε σε όλους από μια τζούρα και θα γίνουν ο αθάνατος στρατός μας με τον οποίο…» Το βλέμμα της απογοητευμένης αηδίας που με κατακεραύνωσε εξανέμισε οτιδήποτε λογάριαζα να πω. Ο Δάσκαλος τσίμπησε τη βάση της μύτης του και έκλεισε τα μάτια. Μετά τα ξανάνοιξε και με έπιασε από τον ώμο. «Παιδί μου» είπε καλοσυνάτα, «όχι αυτοί. Οι από κάτω. Εμένα ο κάτω κόσμος δεν με αφορά πια. Ό,τι είναι να γίνει, θα το κάνετε εσείς εκεί.» «Εγώ δεν ξέρω αν θα μπορέσω να γυρίσω καν,» είπα τινάζοντας τον ώμο μου. Το χέρι του Δάσκαλου δεν με άφησε. Η μορφή του τρεμούλιασε λίγο, αλλά συνέχισε να με κοιτάζει. «Μπορεί και να γυρίσεις και να μη γυρίσεις,» είπε. «Μπορεί ο κάτω κόσμος και να σε χρειάζεται και να μη σε χρειάζεται. Μπορεί να έκανα και το σωστό και το λάθος. Μπορεί ο χαμός του Βόρκαλθ και να είσαι εσύ και να μην είσαι. Ταυτόχρονα.» «Αυτό…» «Σσστ. Όταν είσαι πλήθος, τί σημασία έχει;» Και χάθηκε. Έτσι, ξαφνικά. Σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Κοίταξα γύρω, τράβηξα μια τζούρα που την ένιωσα μέχρι τις πατούσες, αλλά τίποτα. Μόνο που ξανάνοιξαν οι νεκροί, ένα στριφογυριστό μονοπάτι όπως και πριν. Ήταν ώρα να φύγω. Το ακολούθησα. Αυτήν τη φορά ήταν άγριο, οι σκιές ταλαντεύονταν, το πρησμένο έδαφος συστρεφόταν και βογκούσε, το μονοπάτι άνοιγε και ξανάκλεινε. Ανηφόριζα και γλιστρούσα και την αμέσως επόμενη στιγμή κατηφόριζα κουτρουβαλώντας. Σαν να περπατούσα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Σαν να με κοσκίνιζαν μαζί με το πλήθος, να με ξεκοκκιάσουν. πλήθος Αρπάχτηκα από τη λέξη αυτή, το μόνο πράγμα που βρέθηκε σταθερό μπροστά μου, καθώς τα σκαμπανεβάσματα με πετούσαν από δω κι από κει και η γκρίζα μάζα μ’ έλιωνε. Μπορεί να πεθάνει κανείς εδώ; Με ένα τσίμπημα πόνου, η καύτρα είχε φτάσει στα δάχτυλά μου. Έφερα το χέρι με δυσκολία στο στόμα και τράβηξα μια τελευταία, τσουρουφλιστή. Οι πεθαμένοι διαλύθηκαν σε λεπτή σκόνη που χώθηκε στα πνευμόνια μου μαζί με τον καυτό καπνό, και το έδαφος ανασηκώθηκε και με τύλιξε, γλιτσερό και παγωμένο, κι άρχισε να με συνθλίβει και να με ξεχειλώνει και να με φέρνει τούμπες. Και τέλος, αφού με μάσησε καλά-καλά, με έφτυσε πάνω σε κάτι σκληρό κι ανώμαλο που τράνταξε κάθε κόκκαλο και κάθε εντόσθιο μέσα μου. Όπου και παρέμεινα, χωρίς να με νοιάζει τίποτα. Κάτι έσφιξε το μπράτσο μου και το ταρακούνησε. «Γύρισες κιόλας;» είπε μια φωνή, βραχνή και ψιλή και τελείως άγνωστη. Όχι δεν ήταν άγνωστη. Άνοιξα το ένα μάτι και είδα πως ήμουν κάτω από κάτι πεύκα. Ήταν ακόμα νύχτα. Μια φωτιά έκαιγε λίγο πιο κει. Ο αέρας έφερνε καπνό και γιασεμί και… φωνές; Άνθρωποι που τραγουδούσαν κάπου εκεί γύρω. Η σαμάνα έγειρε από πάνω μου, με τις δερμάτινες κορδέλες της και τα λιγδιασμένα τσουλούφια της και τα χαϊμαλιά και τα φτερά να κρέμονται γύρω από τη φάτσα της. «Τι μ’ έδωσες;» είπα, χωρίς τη δύναμη να βάλω όση οργή θα ήθελα στα λόγια μου. «Τον είδες; Όλα καλά;» Έφερα το χέρι μπροστά στα μάτια μου, να κοιτάξω τα δύο εγκαυματάκια που φουσκάλιαζαν κοντά στις αρθρώσεις των δαχτύλων μου. Ανακάθισα, κι ένας οξύς πόνος διαπέρασε το στέρνο μου. «Ώπα σιγά» είπε η σαμάνα. «Δεν είσαι εντάξει ακόμα.» Βεβαιώθηκα πως η Δαιμονοσφάχτρα ήταν στη θέση της και γύρισα να κοιτάξω εκεί που ακούγονταν τα τραγούδια. Οι Σσίκολι είχαν κρεμάσει φαναράκια στο ξέφωτο και είχαν αράξει, κουτσοπίνοντας και τραγουδώντας. Μιλούσαν ο ένας με τον άλλον. Γελούσαν και αγγίζονταν. Σηκώθηκα, με τα χίλια ζόρια αλλά σηκώθηκα, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις της σαμάνας. Πήγα μέχρι εκεί που ήταν μαζεμένοι οι χωριανοί, τρικλίζοντας, αλλά με αναπάντεχα ελαφριά βήματα. Σαν να είχε πέσει ένας πέτρινος ζυγός από τους ώμους μου. Κάτι νεαροί με κάναν χώρο και σωριάστηκα δίπλα τους. Ένας από αυτούς μ’ έχωσε μια άδεια κούπα στο χέρι. Τη γέμισε από μια νταμιτζάνα με κάτι ροζουλί και με χτύπησε πολύ προσεχτικά στον ώμο. «Ξέρεις κάτι;» τον είπα. «Είμαστε πολλοί.» Με χαμογέλασε. Δεν ξέρω αν με κατάλαβε. Ήπια μια γουλιά, το υγρό κατρακύλησε δροσερό και γάργαρο στη γλώσσα μου, ξεπλένοντας τη γεύση της σταχτίλας. «Είμαστε πολλοί,» ξανάπα. «Και κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτόν τον Βόρκαλθ, αλλά έτσι πολλοί που είμαστε, όλο και κάτι θα βρούμε.» Ο νεαρός τσούγκρισε την κούπα του με τη δικιά μου και τσίμπησε μεζέ από έναν δίσκο κοψίδια που περνούσε εκείνη τη στιγμή από μπροστά μας. Τσίμπησε και για μένα. Κάπου ψηλά πάνω από το κεφάλι μου ήταν ο ουρανός, αλλά δεν γύρισα να τον κοιτάξω.
  7. 2 points
    Νά 'μαι κι εγώ. Παιδιά, δεν ξέρω αν έκανα αυτό που υποτίθεται πως έπρεπε να κάνω με τις 4 λέξεις, πάντως έκανα κάτι.
  8. 2 points
    Dungeon Keeper -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], στάλθηκε στον editor. Succubus 1.5 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], 7.500 λέξεις, εκδόθηκε. Succubus 4 -> 0% Succubus 5 -> 0% Vampire Mage -> ?% έχω γράψει περίπου 10.000 λέξεις -> σε Hiatus μέχρι να τελειώσω τα άλλα. Demon Lord Mage 2 -> 0% Paladin 1 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ]. Έχει εκδοθεί. Paladin 2 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], Εκδόθηκε.  Paladin 3 -> 0% -> Έγινε το outline Fire Knight Διηγήματα: Fire Knight -> 6.000 λέξεις [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ] και δημοσιεύτηκε White Knight -> 6.000 λέξεις [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ] και δημοσιεύτηκε Red Knight -> Έγινε το πρώτο draft, 6.000 λέξεις Black Knight -> 90% Έγινε το πρώτο draft 5.000 λέξεις Golden Knight -> 0% Έγινε το outline Bone Knight -> 0% Έγινε το outline [FIRE KNIGHT FINAL] -> 0% Έγινε το outline Flesh Tree -> 0% Insect Queen -> 15% Έγινε το outline και το πρώτο κεφάλαιο Χρηματικός στόχος: Να βγάλω 5.000€ από τα βιβλία μου μέσα στο 2020 -> 23% μέχρι στιγμής. Σε συνέχεια του προηγουμένου, αναλυτικά έσοδα & πωλήσεις συνολικά Έσοδα μήνα Πωλήσεις & KENP Μήνα Μεταφράσεις Succubus 1 -> Η TEKTIME μετέφρασε το βιβλιο σε Ισπανικά και Ιταλικά και ανέλαβε την διάθεση του βιβλίου. Fire Knight 1 -> Η TEKTIME μετέφρασε το βιβλιο σε Ισπανικά, Πορτογαλικά και Ιταλικά. Επίσης είναι υπό μετάφραση για τα Ρωσικά & Γερμανικά. Μετατροπή σε ηχοβιβλία Βρήκα άντρα αφηγητή για τα: Succubus 1, 1.5, 2, 3, 4, 5 (πάγωσε επ' αόριστον λόγω κοροναϊου) Paladin 1, 2, 3 (πάγωσε επ' αόριστον λόγω κοροναϊου) Βρήκα γυναίκα αφηγητή για τα: Demon Mage -> είναι υπό παραγωγή Dungeon Keeper Insect Queen Μέχρι τον Μάϊο θα έχουν εκδοθεί οι περισσότερες ιστορίες, με εξαίρεση το succubus 5. Αν καταφέρω να βγάλω τα ηχοβιβλία μέχρι το καλοκαίρι, θα καταφέρω ίσως να κάνω πενταπλάσιες πωλήσεις και να καταφέρω να πετύχω τον στοχο. Ο Κορονοϊός μας πήγε πιο πίσω και έριξε τις πωλήσεις δυστυχώς 😤 Πλέον έμαθα φωνητική πληκτρολόγηση και ανέβασα τον Μ.Ο. λέξεων στις 2.500 την ημέρα (σε αυτό είναι και οι ημέρες που δεν γράφω καθόλου). Συνήθως γράφω 5.000 λέξεις την μία ημέρα και την άλλη διορθώνω. Χρειάζομαι γύρω στις δύο ώρες για να γράψω το κείμενο.
  9. 1 point
    Βιάζεσαι να μας ξεφορτωθείς, Κελαινώ; Μας βαρέθηκες κιόλας; Δε σ' αρέσει η παρέα μας; Βρωμάν τα πόδια μας; Έχει μουτζούρες η φάτσα μας; (Μην αγχώνεσαι, καλέ! )
  10. 1 point
    Λαμπρά. Μέχρι πότε διαβάζουμε και ψηφίζουμε λέτε; Και Πώς;
  11. 1 point
    Άντε και εις ανώτερα! Πρέπει να μου κάνεις ένα μάθημα στο πως να τα κρατώ μικρά! Ξεκίνησα να γράψω ένα διήγημα για ένα διαγωνισμό (όριο 5000 λέξεις) και το έφτασα 7500!
  12. 1 point
    Αρκεί να είναι πριν τις δώδεκα, τώρα πού ακριβώς θα είναι δώδεκα, Βέλγιο, Τρινιδάδ, Ν. Ζηλανδία, δεν έχω τέτοιο θέμα.
  13. 1 point
    Εγώ δεν έχω θέμα, αυτό μου έλειπε :P
  14. 1 point
    Παιδιά, αργώ λίγο, αλλά θα τα καταφέρω, δε θα το λούσω. Πειράζει πάρα πολύ άμα είναι 12 μεσάνυχτα Βελγίου αντί για Ελλάδας;
  15. 1 point
    Από του έργο του George Orwell 1984: «Για να ελέγξεις έναν λαό, πρέπει να γνωρίζεις τους φόβους του. Ο πρώτος φόβος που νιώθει ο άνθρωπος είναι να βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Μόλις γίνει σκλάβος του φόβου του, τότε έρχεται το κράτος να τον “σώσει”, ώστε τελικά να τον υποτάξει στην εξουσία του.» Πόσο επίκαιρο...
  16. 1 point
    Εγώ είπα ότι τελείωσα και μετά κατάλαβα ότι όλο αυτό ξεκινάει από κάπου αλλά δεν πάει πουθενά. Ευτυχώς μου έχουν περισσέψει 700 λέξεις για να δω πού μπορεί να πάει ως το βράδυ.
  17. 1 point
    Εγώ διάβασα την ιστορία της Άννας και περιμένω τις υπόλοιπες δεσποσύνες.
  18. 1 point
    Φοβερή ιστορία! Πολύ μου άρεσε παρότι το υποψιάστηκα ότι πήγαινε προς μια τέτοια εξέλιξη. Αχ σε φαντάζομαι να τη λες αυτήν την ιστορία νύχτα δίπλα στη φωτιά!
  19. 1 point

    until

    Αυτό το τόπικ ξυπνάει και πεθαμένους (ή σχεδόν), καταπληκτική ιδέα! Θα διαβάσω, θα σχολιάσω, μη σας πω ότι μπορεί και να γράψω…
  20. 1 point

    until

    Τσα!
  21. 1 point

    until

    Η τελευταία πόλη Με πολλή πολλή αγάπη
  22. 1 point
    Το πρώτο τρίτο του έτους κοντεύει να ολοκληρωθεί και μιας και μένουμε μέσα περισσότερο τώρα αυτό βοηθάει τη συγγραφή αν μη τι άλλο. Πως τα πάτε με τους στόχους σας; Οι δικοί μου έχουν ως εξής: 1. Πολικός Σταθμός 44, μια γρήγορη περιπέτεια στον πολικό κύκλο, (50%) 2. Polar Station 44, η μετάφραση του από πάνω στα Αγγλικά, (50%) 3. Ένα αστυνομικό σε συνέχειες με την σκέψη να γίνει μια σειρά, (υπάρχει μια σκέψη για φαντασίας αντί αυτού) θα γίνει και φαντασίας ή οποία θα προηγηθεί , το αστυνομικό μετά (σχεδιάζεται το φαντασίας) 4. Μετάφραση του τρία στα Αγγλικά για δοκιμή στο Άμαζον.(ως άνω) 5. Ένα ιστορικό δοκίμιο πάνω σε καμπές όπου θα μπορούσε να είχε αλλάξει η ιστορία. - ολοκληρώθηκε 6. Ένα διήγημα φαντασίας - ολοκληρώθηκε 7. Έναν αριθμό ποιητικών έργων (γράφηκαν περισσότερα από ότι υπολόγιζα, ένα είναι σε εξέλιξη) 8. Μια συνεργασία με άλλους συγγραφείς σε μια ανθολογία. (καταπώς φαίνεται ακυρώθηκε) 9. Μετατροπή καταλλήλως στο Δάκρυ για να πάει στο Άμαζον θα γίνει δύο βιβλία και θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα και μετά το φαντασίας που αναφέρθηκε στο 3 (40%) 10. Μετάφραση αυτού στα Αγγλικά (1%) 11. Συγγραφή ενός σεναρίου με δικαστική υπόθεση (30%) 12. Μετάφραση αυτού στα Αγγλικά (30%) 13. Μια μελέτη πάνω στον τύπο των ιδιωτικών συμφωνητικών - ολοκληρώθηκε 14. Ένα αστυνομικό διήγημα (10%) Αυτά από εμένα, πως τα πάτε εσείς;
  23. 1 point
    Πόσο σας χαίρομαι που παίζετε, παιδιά! Περιμένω να σας διαβάσω να θυμηθούμε τους παλιούς καλούς καιρούς!
  24. 1 point
    Dungeon Keeper -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], κάνω διορθώσεις Callisto's Dragon Egg Succubus 1.5 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], 7.500 λέξεις, υπό έκδοση. Succubus 4 -> 0% Succubus 5 -> 0% Vampire Mage -> ?% έχω γράψει περίπου 10.000 λέξεις. Demon Lord Mage 2 -> 0% Paladin 1 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ]. Έχει εκδοθεί. Paladin 2 -> 100% [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], γίνεται editing.  Paladin 3 -> 0% Fire Knight Διηγήματα: Fire Knight -> 6.000 λέξεις [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ] και δημοσιεύτηκε White Knight -> 6.000 λέξεις [ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ], υπό δημοσίευση Red Knight -> Έγινε το outline Black Knight -> 0% Έγινε το outline Golden Knight -> 0% Έγινε το outline Bone Knight -> 0% Έγινε το outline [FIRE KNIGHT FINAL] -> 0% Έγινε το outline Flesh Tree -> 0% Insect Queen -> 0% Έγινε το outline Χρηματικός στόχος: Να βγάλω 5.000€ από τα βιβλία μου μέσα στο 2020 -> 9% μέχρι στιγμής. Μεταφράσεις Succubus 1 -> Προχωράει η μετάφραση στην Ισπανική και ιταλική Γλώσσα μέσω της Tek Time, χωρίς κόστος για εμένα, θα παίρνω 15% με την κάθε πώληση. Μετατροπή σε ηχοβιβλία Βρήκα άντρα αφηγητή για τα: Succubus 1, 1.5, 2, 3, 4, 5 Paladin 1, 2, 3 Βρήκα γυναίκα αφηγητή για τα: Demon Mage Dungeon Keeper Insect Queen Μέχρι τον Μάϊο θα έχουν εκδοθεί οι περισσότερες ιστορίες, με εξαίρεση το succubus 5 & και αυτά που έχουν να κάνουν με την σειρά Fire Knight.
  25. 1 point
    α) Πρώτος και κυριότερος στόχος, να διορθωθεί το ψευδοαραβικό μου. Με πολύ αισιοδοξία, το Πάσχα θα αποσταλεί στους alpha-readers. Ως τότε θέλω να έχω μιλήσει με κάποιους για πιθανή έκδοση. β) όσο θα τους περιμένω, να ολοκληρώσω τις διορθώσεις στο πρώτο από τα Ξέφτια της Πλέξης. Μεγάλο μαράζι αυτό, έχω πρόγραμμα, μένει να στρώσω τον πισινό μου, να το βγάλω πέρα. γ) να γράψω ένα διήγημα για μια ανθολογία στην οποία με κάλεσαν. Φάνταζι θα είναι, πιστεύω :P γύρω στις 5-6 χιλιάδες λέξεις. Δεν έχω ιδέα ακόμα, αλλά πρέπει αν το έχω ως το τέλος του Γενάρη. δ) υπάρχουν ένα σωρό ιδέες για μια μικρή σπονδυλωτή αφήγηση τρόμου, στον πραγματικό κόσμο, στην Ελλάδα ανά τους αιώνες, αλλά η κεντρική ιδέα, που θα ενώσει τις υπόλοιπες 6-7 που έχω σχεδόν έτοιμες είναι ακόμη κάπως σαθρή. Πρέπει να την στήσω γερά, για να μπορέσω μετά να προσαρμόσω τα επιμέρους μέρη της κατάλληλα. ε) έναν Κόμπες ακόμα ή τους πρώτους τρεις από εκδότη, κανονικά και με τον νόμο. στ) υπάρχουν πολλά ακόμα project που μείνανε στη μέση τα προηγούμενα χρόνια (μια συλλογή διηγημάτων σχετική με τα Πνεύματα, ένα τιτάνιο μυθιστόρημα στην Πικρή Στροφή ψευδοσμυρνέικο με φαγιά :P , μια ψευδοΔωδωναία νουβέλα), αλλά αυτά είναι πιο πολύ για όταν θα ζορίζομαι πολύ και θα θέλω να ξεφύγω από τους προηγούμενους πέντε στόχους μου. Άντε και Καλή Χρονιά, παλικάρια μου.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..