Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 04/13/2019 in all areas

  1. 7 points

    until

    Για να μη χαρακτηριστώ γκρινιάρης, θυμάστε οι παλαιότεροι που στον προηγούμενο διαγωνισμό είχα ελαφρώς εκνευριστεί με τη διαδικασία; Ε, νομίζω ότι αυτή τη φορά έχω να πω ότι ναι, οι διαγωνισμοί του φόρουμ έχουν δυνατότητες, ο συγκεκριμένος το αποδεικνύει. Δεν είναι μόνο οι πολλές συμμετοχές, έχουμε και εξαίσια κείμενα δοσμένα (κι ακόμα δεν τα έχω διαβάσει όλα) κι ένα όμορφο κλίμα (με σχολιασμούς προς τους καινούριους πολύ προσεγμένους). Δεν είναι μόνο η δουλειά των "από κάτω", τα συγχαρητήρια πάνε πρώτα στους διοργανωτές. Εύχομαι να συνεχίσουμε έτσι!
  2. 5 points

    until

    Κοντοστάθηκε. Ένα περίεργο συναίσθημα τον είχε καταβάλει. Ένα συναίσθημα τρόμου και αγωνίας. Κοίταξε τριγύρω προσεκτικά. Τα πάντα έδειχναν φυσιολογικά. Παρ’ όλα αυτά ένιωθε πως κάποιος ή κάτι τον παρακολουθούσε. Όταν ήταν ακόμη νέος, είχε διαβάσει διάφορα μυθιστορήματα τρόμου που περιέγραφαν με λεπτομέρειες αυτό το αίσθημα. Πάντα πίστευε πως επρόκειτο για ευφάνταστα ψέματα και φαντασίες των συγγραφέων. Τώρα όμως ήταν απόλυτα βέβαιος πως το αίσθημα αυτό ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Κάτι υπήρχε πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων, καλά κρυμμένο από το πυκνό σκοτάδι της νύχτας. Κάτι που παραμόνευε την κάθε του κίνηση. Περίμενε μεθοδικά να κάνει το μοιραίο λάθος και τότε αυτό να τον αρπάξει, να του σκίσει τις σάρκες και... Stay tuned! Σε λίγες μέρες θα ξέρουμε "What lies beneath the giants".
  3. 5 points

    until

    Με αφορμή αυτά που διαβάζω τώρα να πω κι εγώ ως ολοκαίνουριο μέλος ότι χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχετε, μου αρέσει πολύ που διαβάζω τις δουλειές σας, εμπνέομαι και ανυπομονώ να ολοκληρώσω το δικό μου διήγημα που ξεκίνησε στα πλαίσια του διαγωνισμού (και παρόλο που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί τηρεί σαν άσκηση τις προϋποθέσεις) ελπίζοντας να βρείτε κάποια στιγμή χρόνο και γι αυτό. Δεν ξέρω τι γινόταν στο παρελθόν όμως μου αρέσει πολύ η διαδικασία στην οποία έχω μπει: αφενός να γράφω για ένα κοινό που θα διαβάσει και αφετέρου να δίνω εγώ περισσότερη προσοχή σε αυτά που διαβάζω, στις λεπτομέρειές τους. Με κάθε τρόπο βελτιώνομαι. Δηλαδή τέλεια. Εφόσον μπήκα στην διαδικασία να σχολιάσω μάλλον θα ψηφίσω κιόλας. Και παρόλο που διαβάζω κυρίως σάι φάι θα ψηφίσω με βάση το ποιο κείμενο με άγγιξε περισσότερο, σε ποιο από αυτά βρήκα το μεγαλύτερο νόημα διαβάζοντάς το, ποιο άξιζε πιο πολύ τελικά τον χρόνο που του αφιερώθηκε. Αυτά
  4. 5 points

    until

    Πάλεψα με νύχια και με δόντια για να ολοκληρώσω το διήγημα, αλλά από όταν σκέφτηκα την ιδέα αυτή με κυνηγούν γιγάντιες υποχρεώσεις. Έτσι, δε θα μπορέσω να έχω έτοιμη την ιστορία μου μέχρι την διορία του διαγωνισμού. Εύχομαι σε όλους γιγάντια επιτυχία! (Bad pun, bad pun, I know...) Θα προσπαθήσω πάντως να είμαι μέρος του διαγωνισμού με τα σχόλια και την ψήφο μου. Επίσης, μη θεωρήσετε ότι γλιτώνετε από την ιστορία μου. Κάποια στιγμή όταν θα είναι έτοιμο, 'το δάκρυ του γίγαντα' θα κυλήσει και θα ανέβει. Και θα χαρώ πολύ να δω τα σχόλιά σας!
  5. 5 points

    until

    Τα διάβασα όλα... Θεοί, θα έχει κι άλλα;
  6. 4 points

    until

    Πονεμένη ιστορία, όπως λέει κι η elgalla, αλλά αν το συνοψίσουμε μπορούμε να πούμε το εξής: Το να γράφεις μία ιστορία με θέμα τους Γίγαντες σημαίνει ότι πρέπει η ιστορία να περιστρέφεται γύρω από γίγαντες. Να μην μπορεί να υπάρξει χωρίς τους γίγαντες, να μην έχει λόγο έμπνευσης χωρίς τους γίγαντες και να αποτελούν ο βασικός μοχλός για να κινηθεί η πλοκή. ΔΕΝ έχεις γράψει ιστορία με θέμα τους γίγαντες όταν: 1) Απλά τους αναφέρεις στον τίτλο 2) Είναι στο μυαλό/φαντασία/όνειρο κάποιου χαρακτήρα κι όταν ξυπνάει όλα είναι νορμάλ 3) Αναφέρονται σαν ατάκα σε έναν random διάλογο και μετά δεν υπάρχει καμία επαφή όπως "Πώπω. θυμάσαι τότε με τους γίγαντες; Για πες, τι θα φάμε τώρα;" Αυτά, νομίζω. Σίγουρα, μία καλογραμμένη ιστορία με ελάχιστη αναφορά στο θέμα μπορεί να πάει καλύτερα από μία μέτρια ιστορία με ισχυρή αναφορά στο θέμα, αλλά αυτό είναι καθαρά υποκειμενικό πλέον.
  7. 4 points

    until

    @Roubiliana Καλώς ήρθες, Βιβή και καλή επιτυχία στον διαγωνισμό. Μέχρι πρόσφατα, οι διαγωνισμοί του sff ήταν ειδικοί. Αποφασίσαμε να τους κάνουμε κάνουμε γενικούς στα πλαίσια των αλλαγών που κάναμε στους κανονισμούς των διαγωνισμών. Ο Mesmer παραπάνω εξήγησε πολύ ωραία και συγκεντρωμένα τους λόγους για τους οποίους έγινε αυτό. Το εντός ή εκτός θέματος είναι μια κάπως πονεμένη ιστορία, από την άλλη. Προσωπικά, είμαι αρκετά αυστηρή, με την έννοια ότι αυτό είναι και το στοίχημα, να γράψουμε ένα κείμενο με συγκεκριμένο θέμα. Όσο αυστηρή κι αν είμαι, όμως, θα βαθμολογήσω ένα καλό κείμενο ευνοϊκότερα από ό,τι ένα κακό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, το εντός ή εκτός θέματος και η σημασία του εναπόκειται στην κρίση καθενός. Έχουμε δει ιστορίες εκτός θέματος να παίρνουν πολύ καλές θέσεις γιατί ήταν καλογραμμένες και άρεσαν, π.χ.
  8. 4 points

    until

    Τα διηγήματα είναι ξεκλειδωμένα. Μπορείτε να αρχίσετε να σχολιάζετε. Καλή επιτυχία σε όλους. Είχαμε καιρό να μαζευτούμε τόσες πολλές ιστορίες σε διαγωνισμό.
  9. 4 points

    until

    το ίδιο ισχύει και για μένα δυστυχώς. όμως θα σας γνωρίσω τελικά με την ματίλντα μέσα στις επόμενες ημέρες
  10. 4 points

    until

    Επειδή είναι διαφορετική η αίσθηση που δίνουν οι δύο εκδοχές. Κανένας δεν ανέβασε το κείμενό του με δύο διαφορετικές μορφοποιήσεις ή με διαφορετικές γραμματοσειρές ή με διαφορετικό χρώμα φόντου. Επιλέγεις το συνολικό feeling που θες να δώσεις/πετύχεις με τα διάφορα στοιχεία τις ιστορίας σου και ανεβάζεις τη συγκεκριμένη εκδοχή της.
  11. 3 points

    until

    Δεν έχεις άδικο. Αλλά ακόμη και μέσα σε κάθε genre ξεχωριστά υπάρχουν μήλα και πορτοκάλια. Τι σχέση έχει το high fantasy με το urban fantasy ή τον μαγικό ρεαλισμό; Τι σχέση η εναλλακτική πραγματικότητα με το soft sci-fi ή τη διαστημική όπερα; Τι σχέση έχει το σπλάτερ με τον κοσμικό τρόμο ή τους βρικόλακες; Θα μου πεις στη μία περίπτωση είναι η μαγεία, στην άλλη η επιστημονική προσέγγιση και στο τέλος ο τρόμος. Αλλά όλες αυτές οι υποκατηγορίες είναι πολύ διακριτές η μία από την άλλη. Δηλαδή, και σε διαγωνισμούς ανά genre μπορούν να δημιουργηθούν «στρατόπεδα». Μπορώ να ευνοήσω ιστορίες με χρονοταξίδια, έναντι αυτών με εξωγήινους, επειδή οι πρώτες μου αρέσουν περισσότερο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στο επίπεδο του φόρουμ, και για τον λόγο ότι κρινόμαστε μεταξύ μας, είναι στο χέρι μας να δείξουμε τον σεβασμό και την αντικειμενικότητα που οφείλουμε, έτσι ώστε να έχουμε ένα, όσο γίνεται, πιο δίκαιο αποτέλεσμα. Επίσης, είναι άδικο το ότι κάθε φορά είναι διαφορετικοί αυτοί που κρίνουν τα διηγήματα. 10 διηγήματα μπορούν να κριθούν εντελώς διαφορετικά από δύο ξεχωριστές ομάδες σχολιαστών/βαθμολογητών. Κάτι πιο δίκαιο θα ήταν κάθε φορά να έχουμε μια συγκεκριμένη, έμπειρη κριτική επιτροπή, που θα αναλάμβανε να αξιολογήσει τα διηγήματα. Αλλά κάτι τέτοιο, ούτε είναι εφικτό, ούτε συνάδει με το πνεύμα του φόρουμ.
  12. 3 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ηρωική φαντασία Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.354 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος Αρχείο: Επιστροφή.docx Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα. «Λόρατς!» Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει. «Είμαι πρώτος;» ρώτησε. «Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.» Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης. «Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του. «Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;» Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε. «Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.» «Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα. Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας. «Που είναι;» ρώτησε. «Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.» Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου. «Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;» «Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια. Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του. «Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι. «Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…» Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι. «Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!» Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή. «Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς. «Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;» Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει. «Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι. «Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ. «Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς. Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή. «Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. «Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο. «Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ. «Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.» «Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;» «Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;» Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο. «Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει. «Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.» «Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.» Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι. «Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο. Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο. «Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε. Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε. Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του. «Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε. Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη. «Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε. «Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!» Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του. «Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.» Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι. Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει. «Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία. «Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ. Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα. «Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ» Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα. «Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.» Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος. «Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ. «Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά. Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ. «Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε. Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει. «Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!» Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του. «Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε. «Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!» «Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς. «Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του. «Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος. Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του. «Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.» Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας. «Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!» Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι. «Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος. «Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους. Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω. «Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας. «Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς. Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα. Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια. «Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.» Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά. Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια. «Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.» «Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.» Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους. Τέλος
  13. 3 points

    until

    Διαφωνώ. Το νόημα του διαγωνισμού είναι να υπάρχει κίνηση, να ανταλλάσσουμε γνώμες, να μπαίνουμε όλοι σε μια διαδικασία βελτίωσης. Δεν υπάρχει για' μένα ανταγωνισμός και η βαθμολογία στο τέλος είναι μια σύμβαση για να γίνεται παιχνίδι. Προσωπικά, στον προηγούμενο διαγωνισμό βγήκα πρώτος (ή καλύτερα μέσα στους 3 πρώτους) και δεν το χάρηκα καθόλου, επειδή δε μου άρεσε η φτωχή διαδικασία. Η ελευθερία του να επιλέγουμε μόνοι μας genre, προσφέρει περισσότερες δυνατότητες για έμπνευση, άρα καλύτερες συμμετοχές.
  14. 3 points

    until

    Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 14 Απριλίου έως 11 Μαΐου (4 εβδομάδες) *Τις ψήφους σας τις στέλνεται στον Dreamer και στον Γιώργος77 Τα διηγήματα του 50ου διαγωνισμού είναι 12, και είναι τα εξής: Ballerond - Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν. dagoncult - Μυϊκή Μάζα Dimitra - Η Εισβολή των Μεγάλων DinoHajiyorgi - Η Επιστροφή των Γιγάντων gismofbi - Η κυρά της λήθης John Ernst - Το Ρούσο Ρουμάνι Mesmer - Το σμήνος Rōnin - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ Roubiliana - Τα Δέντρα Περπατάνε Unicron - GALACTIC WARS II - THE AWAKENING OF THE GIANTS zefuros - O κρυφός Γίγαντας Η ωραία κοιμωμένη - Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ Καλή επιτυχία σε όλους.
  15. 3 points

    until

    Ορίστε και η δική μου συμμετοχή.
  16. 2 points
    Για τον 50ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας, Κατηγορία: Γενικός, Θέμα: Γίγαντες Περικύκλωσαν το κάστρο, περιμένοντας τον ήλιο που θα ανέτειλε μετά από λίγο. Ήταν πενήντα, μπορούσαν εύκολα να κρυφτούν στη βλάστηση γύρω από αυτό. Δε χρειαζόταν να βλέπουν ο ένας τον άλλον. Επικοινωνούσαν αλλιώς. Είχε φροντίσει για αυτό ο σιδηρουργός τους, ο Ελφέρριον. Τους είχε φτιάξει κοσμήματα-δράκους και τους φορούσαν στα αυτιά τους. Αυτό ήταν το παραδοσιακό τους κόσμημα. Μόνο που αυτά που έφτιαξε ο Ελφέρριον τους βοηθούσαν να ακούει ο καθένας τις σκέψεις των άλλων. Έτσι, μπορούσαν να συνεννοούνται χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, μόνο με τη σκέψη. Κανείς δεν τον ρώτησε ποτέ λεπτομέρειες για τα όπλα που τους έδινε και τον τρόπο που φτιάχνονταν. Ο Ελφέρριον ήταν ξωτικό και τη γνώση των ξωτικών τη σέβονταν και την εμπιστεύονταν. Μόνο η κόρη του, η Κενόκα θα μάθαινε ό,τι ήξερε ο πατέρας της, όταν θα ερχόταν η ώρα να δουλέψει μαζί του. Κανείς άλλος. Αυτά τα ειρηνικά όπλα, που έκαναν τη διαφορά, όταν δυο στρατοί συγκρούονταν με τόξα και σπαθιά, ήταν αυτά που κάποιες φορές τους βοηθούσαν να αποφεύγουν αιματοχυσίες και να αφήνουν τη βία και το θάνατο σαν τελευταίες επιλογές. «Για να είναι τόσο μεγάλο το κάστρο, θα πρέπει να ζουν γίγαντες εκεί μέσα», σκέφτηκε ο Έγκιλ, κοιτώντας το κάστρο με δέος. «Πάψε!» απάντησε με τη σκέψη του ο Σεριάνο, ρίχνοντάς του ένα οργισμένο βλέμμα. «Και γίγαντες να είναι, δε βγαίνουν ποτέ από εκεί. Είναι δειλοί γίγαντες. Για αυτό ζωντανεύουν τα αγάλματα και τα στέλνουν να μας επιτεθούν νύχτα. Νύχτα, μέσα στο σκοτάδι! Μέχρι και τα αγάλματά τους δειλά είναι!» Οι υπόλοιποι «άκουγαν» τη συζήτηση χωρίς να επεμβαίνουν. Ο Ελφέρριον τους είχε καθησυχάσει, ήξεραν ότι την ημέρα τα φτερωτά αγάλματα ήταν ακίνδυνα. Τους είχε πει ακόμη, ότι μόλις θα τα έβγαζαν από τη μέση, ο δρόμος για να μπουν στο κάστρο δε θα είχε εμπόδια. Αποφάσισαν ότι η ιδανική ώρα για να πλησιάσουν το κάστρο αποφεύγοντας να κινδυνέψουν θα ήταν λίγο πριν την ανατολή. Τα αγάλματα θα είχαν ελάχιστα περιθώρια για να γίνουν απειλητικά και οι ένοικοι του κάστρου πιθανότατα θα κοιμούνταν. Είχαν, όμως, αγωνία. Τα αγάλματα είχαν επιτεθεί δυο φορές στο χωριό τους. Έκλεψαν πολλά ζώα από τα κοπάδια τους. Κάποιοι προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά ήταν μάταιο. Τα χτυπήματα που δέχονταν ήταν φονικά. Τα σώματά τους εκσφενδονίζονταν σε μεγάλες αποστάσεις· κανένας δεν μπορούσε να επιβιώσει μετά από τέτοια πτώση. Οι περισσότεροι είχαν αιφνιδιαστεί. Έβλεπαν μέσα στη νύχτα γιγάντια κοράκια να χτυπούν ανθρώπους και να αρπάζουν ζώα· έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από ατσάλι. Μετά από δυο επιθέσεις, οι περισσότεροι στο χωριό είχαν δεχτεί τη μοίρα τους και περίμεναν το επόμενο χτύπημα. Κάποιοι όμως, αρνούνταν να καταθέσουν τα όπλα. Και πρώτος από όλους ο Σεριάνο. Είχαν ξανασυναντήσει δυσκολίες στο δρόμο τους και πάντα τις ξεπερνούσαν. Ο Ελφέρριον ήταν δίπλα τους από τότε που εγκατέλειψαν το βασίλειο του Καϊσίντε. Το ξωτικό του δάσους τους ακολούθησε μαζί με την κόρη του, αφήνοντας πίσω του τα άλλα ξωτικά. Και κάθε φορά που είχαν προβλήματα, έβρισκε τον τρόπο να τους οδηγήσει στη λύση τους. Γιατί να μην έβρισκαν λύση και τώρα; Ο Σεριάνο πήγε στο σιδηρουργείο και βρήκε τον Ελφέρριον. -Τι θα κάνουμε; ρώτησε ανήσυχος. Ο Ελφέρριον παρέμεινε ήρεμος. Τον πήγε στο μέσα δωμάτιο και του έδειξε τα κοσμήματα-δράκους. Είχε φτιάξει πενήντα ζευγάρια. Ο Σεριάνο τον κοίταζε απορημένος. Άμυνα έπρεπε να οργανώσουν, σε τι θα χρησίμευαν αυτά; Δε μίλησε όμως. -Θέλω να μαζευτείτε πενήντα άτομα, του είπε το ξωτικό, μαντεύοντας την απορία του. Πρέπει να συναντηθούμε εδώ σε τρεις μέρες. Ο Σεριάνο δε ρώτησε κάτι περισσότερο. Η σιγουριά του Ελφέρριον δεν του άφηνε περιθώρια. Επικοινώνησε με όλους εκείνους που εμπιστευόταν. Κάποιοι ανταποκρίθηκαν όπως περίμενε. Κάποιοι άλλοι δείλιασαν, αφού ο εχθρός αυτή τη φορά φαινόταν ανίκητος. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που αποφάσισαν να ακολουθήσουν, χωρίς να το περιμένει από αυτούς. Σε τρεις μέρες, είχαν μαζευτεί στο σιδηρουργείο οι πενήντα που ζήτησε ο Ελφέρριον. Η κόρη του, η Κενόκα, τους μοίρασε τους μεταλλικούς δράκους. -Βάλτε τους στα αυτιά σας. Ξέρετε πώς, τους είπε η μικρή. Εκείνοι υπάκουσαν. Αμέσως ένας μυστικός κόσμος ανοίχτηκε μπροστά τους. Κανενός οι σκέψεις δεν ήταν πλέον κρυφές. Όλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους με έκπληξη και προσπαθούσαν να παγώσουν τη σκέψη τους. -Βγάλτε τα αμέσως, είπε κοφτά ο Ελφέρριον. Θα τα φορέσετε ξανά, όταν ανεβείτε στο κάστρο του Γκρίζου Βουνού. Θα έχετε όπλα μαζί σας. Και η φωτιά θα σας ανοίξει το δρόμο για να μπείτε στο κάστρο, όταν ξημερώσει. Σιωπή ακολούθησε. Ο Σεριάνο κατάλαβε πως είχαν ό,τι πληροφορίες χρειάζονταν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν στην αποστολή τους. Θα πήγαιναν να δουν την περιοχή πριν βγει ο ήλιος και εκεί θα έβρισκαν τρόπο να εξουδετερώσουν την απειλή. Ταυτόχρονα κοίταζε το βλέμμα της Μπρόνα. Προς μεγάλη του έκπληξη την είδε να τον ακολουθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Είχε μεγαλώσει πια, της άρεσαν τα σπαθιά και τα τόξα και είχε εκπαιδευτεί σε αυτά. Άραγε είχε ακούσει τις σκέψεις του, την ώρα που είχε τους δράκους δίπλα στα αυτιά της; Το βλέμμα της προς αυτόν πάντως δεν είχε αλλάξει. Το μυστικό του ήταν μάλλον ασφαλές. Αντί όμως να ανακουφιστεί με αυτό, έπιασε τον εαυτό του να τη σκέφτεται πιο έντονα. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν οι δράκοι είχαν προλάβει να της ψιθυρίσουν τις σκέψεις του. Όχι μόνο εκείνων των στιγμών, αλλά και των τελευταίων μηνών. Μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ανατέλλει και να φωτίζει το κάστρο και τα αγάλματα. «Είναι ξύλινα! Την ημέρα είναι ξύλινα!», ήταν η πρώτη σκέψη του Έγκιλ. Ο Σεριάνο τού χαμογέλασε. «Εμπρός! Ανάψτε φωτιές!», σκέφτηκε. «Ο στρατός των κορακιών θα εξαφανιστεί!» Οι δράκοι μετέφεραν τις σκέψεις του στους συμπολεμιστές του και εκείνοι απλώθηκαν γύρω από το κάστρο και άναψαν φωτιές σε όλους τους ξύλινους εχθρούς τους. «Δε θα ζωντανέψετε ποτέ ξανά. Το ατσάλι σας δε θα χτυπήσει άλλον άνθρωπο, τελειώσατε», σκεφτόταν χαμογελαστός ο Σεριάνο. «Ετοιμαστείτε, θα μπούμε στο κάστρο», σκέφτηκε η Μπρόνα και κοίταξε δέκα από τους πολεμιστές. Ένας έβαλε φωτιά στην κεντρική πύλη και οι υπόλοιποι έκοψαν ένα δέντρο και με τον κορμό του άρχισαν να την χτυπούν. Ο αφέντης του κάστρου, ο Τρεμέιν άκουσε το θόρυβο και ξύπνησε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Η πρώτη του σκέψη ήταν να βγει στο παράθυρό του και να κοιτάξει από ψηλά για να δει τι συνέβαινε έξω από το κάστρο. Τα κοράκια καίγονταν ακόμη. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο πανικόβλητος. -Ξυπνήστε! φώναξε. Ο Καϊσίντε θα μας κρεμάσει! Ξυπνήστε! Ήταν όμως αργά για να αμυνθούν. Ήταν λιγότεροι και εντελώς απροετοίμαστοι για μια τέτοια εισβολή. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου του, αλλά δεν πρόλαβε να βγει. Ο Σεριάνο έσπασε την πόρτα και η Μπρόνα με ένα χτύπημα έριξε τον Τρεμέιν στο πάτωμα. -Να κι ο τελευταίος γίγαντας, είπε ειρωνικά και τον σημάδεψε με το σπαθί της. Ωραίο το φτωχικό σας. Δε σας πέφτει όμως λίγο μεγάλο; τον ρώτησε, ενώ η άκρη του σπαθιού τού χάιδευε το μάγουλο. Αυτός ασυναίσθητα προσπάθησε να απομακρυνθεί. Η Μπρόνα τον αγριοκοίταξε και πίεσε το σπαθί πάνω στη σάρκα του. Μια λοξή κόκκινη γραμμή εμφανίστηκε λίγο κάτω από το μάτι του κι από αυτή ξεκίνησαν να κυλάνε προς τα κάτω σταγόνες αίμα και να λερώνουν το μάγουλό του. Τον ενοχλούσαν, αλλά έμεινε ακίνητος. Δε θα ριψοκινδύνευε να την εξαγριώσει κι άλλο. -Γύρνα, του είπε κοφτά και συνέχισε να τον κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο, ενώ ο Σεριάνο της έδωσε το σχοινί για να τον δέσει. Ο Τρεμέιν γύρισε. Αφού τους είχαν πιάσει όλους, τι νόημα είχε να αντισταθεί; -Ξέρεις, εγώ ήμουν αρκετά μικρή όταν φύγαμε και δεν καταλάβαινα πολλά, του είπε, ενώ τον έδενε. Αλλά ούτε τώρα καταλαβαίνω. Τι πρόβλημα έχει ο Καϊσίντε μαζί μας; Το θρόνο τον πήρε, βασιλιάς έγινε, οι περισσότεροι τον δέχτηκαν. Γιατί θυμώνει; Επειδή μια χούφτα τρελοί έφυγαν από το βασίλειό του; Τι τον νοιάζει; Ο Τρεμέιν δεν απαντούσε. Αλλά και την Μπρόνα δεν την ένοιαζε να πάρει απαντήσεις. Ήξερε πόσο φιλόδοξος ήταν ο Καϊσίντε. Το έμαθε μεγαλώνοντας. Δεν τον ένοιαζε μόνο ο θρόνος. Ήθελε να κατακτήσει γειτονικά βασίλεια για να μεγαλώσει το δικό του. Εκείνοι που εγκατέλειψαν το βασίλειο, το έκαναν για να μη βοηθήσουν το βασιλιά τους να καταστρέψει τις ειρηνικές σχέσεις που είχαν με τους γειτονές τους. Κι από τότε ο Καϊσίντε αποφάσισε να τους κάνει τη ζωή δύσκολη με κάθε τρόπο. Για αυτόν ήταν προδότες και η φυγή τους ασυγχώρητη. Ο Ελφέρριον τους ακολούθησε και επειδή τους βοήθησε πολλές φορές να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που τους προκαλούσε ο Καϊσίντε, του πρότειναν να γίνει βασιλιάς τους. Όμως, εκείνος δε δέχτηκε. -Να μάθετε να συνεργάζεστε, τους είπε, και δε θα έχετε ανάγκη κανέναν βασιλιά. Ο ένας τον άλλον χρειάζεστε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Κι εγώ θα είμαι μαζί σας και θα κάνω αυτό που μου αναλογεί. -Σήκω, είπε η Μπρόνα στον Τρεμέιν τραβώντας τον και εκείνος σηκώθηκε από το πάτωμα. Βγήκαν από το δωμάτιο και ο Σεριάνο ακολούθησε. Τον παρέδωσαν δεμένο στον Έγκιλ. -Πήγαινέ τον έξω, να κάνει παρέα στους άλλους... γίγαντες, είπε μισογελώντας η Μπρόνα και άρχισε να ψάχνει ένα ένα τα δωμάτια του κάστρου μαζί με το Σεριάνο. Ακόμη κι αν δεν τους είχε ξεφύγει κάποιος από τους υποτακτικούς του Καϊσίντε, μπορεί να ανακάλυπταν κάτι που θα τους προστάτευε, κάτι που θα φανέρωνε τι άλλα σχέδια είχε ο Καϊσίντε. «Τίποτα» σκέφτηκαν, αφού πέρασαν από όλα τα δωμάτια και κατευθύνθηκαν προς την κεντρική πύλη. «Μάλλον ο Καϊσίντε δεν έδωσε παραπάνω πληροφορίες στους υποτακτικούς του». Κάποια στιγμή ο Σεριάνο ήταν αδύνατο να παγώσει τη σκέψη του. «Είμαι τόσο περήφανος για σένα», σκέφτηκε και ταυτόχρονα μίλησε, μήπως κατάφερνε να ακουστούν τα λόγια του πιο δυνατά. -Καλά τα κατάφερες για πρώτη φορά, της είπε. Η Μπρόνα τον άκουσε να μπερδεύεται ανάμεσα στις σκέψεις και στα λόγια του και χαμογέλασε. «Κι εγώ είμαι περήφανη για σένα», σκέφτηκε χωρίς να μιλήσει και τον κοίταξε για να δει την αμηχανία του. Δεν πρόλαβε. Ένα βέλος διαπέρασε τον δεξιό του ώμο και ο Σεριάνο έπεσε στο πάτωμα. Κάποιος τους είχε ξεφύγει. Η Μπρόνα τον είδε να τρέχει. Τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη της και τον σημάδεψε στο δεξί πόδι. Μόλις κατάφερε να τον τραυματίσει, άρχισε να τον κυνηγά. «Ο Σεριάνο χτυπήθηκε. Πώς ξέφυγε αυτός; Όλα τα δωμάτια τα ψάξαμε. Εκτός αν κάποια επικοινωνούν μεταξύ τους». Οι σκέψεις της ήταν ψύχραιμες και ξεκάθαρες. Έτσι έπρεπε να τις μεταφέρουν οι δράκοι στους υπόλοιπους, για να έρθουν μέσα στο κάστρο. Και όντως έτσι έγινε. Όλοι κατάλαβαν ότι η Μπρόνα τους έδινε οδηγίες για να ξέρουν πώς θα κινηθούν. Κάποιοι προσπάθησαν να τη βρουν και να τη βοηθήσουν. Κάποιοι άλλοι έτρεξαν να βρουν το Σεριάνο. Και οι υπόλοιποι έμειναν έξω από το κάστρο για να προσέχουν τους αιχμαλώτους. Ο Σεριάνο ευτυχώς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Αυτός που τον τραυμάτισε όμως δεν ήταν τόσο τυχερός. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη νεκρός στα χέρια της Μπρόνα. Όταν του κάρφωσε το μαχαίρι στο πόδι, είχε σκοπό μόνο να τον καθυστερήσει για να τον πιάσει πιο εύκολα. Εκείνος όμως την είδε να τον πλησιάζει, τράβηξε το μαχαίρι και προσπάθησε να της επιτεθεί. Τη θυμόταν μικρή, όταν ζούσε ακόμη στο βασίλειο του Καϊσίντε. Δεν είχε φανταστεί πόσα είχαν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Και αυτό ήταν το λάθος του. «Πάρτε τον έξω. Ο Σεριάνο είναι καλά;» σκέφτηκε ανήσυχη. Ο Έγκιλ την καθησύχασε. Πήραν τον νεκρό και τον μετέφεραν έξω από το κάστρο. Το κάρο με τα άλογα, που υπήρχε στο στάβλο του κάστρου, χωρούσε τους επτά αιχμαλώτους και τον νεκρό. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής, θα γύριζαν στο βασίλειο του Καϊσίντε και θα απολογούνταν για την απρόσμενη τροπή που πήραν τελικά τα πράγματα, ελπίζοντας στη μακροθυμία του βασιλιά τους. -Λοιπόν, είπε αυστηρά ο Έγκιλ στους αιχμαλώτους, εσείς μπορεί να μην προλάβατε να φάτε ούτε πρωινό, αλλά τα άλογα τα ταΐσαμε, όπως είδατε. Σε λίγες μέρες θα φτάσετε εκεί που πρέπει και θα δώσετε και τους χαιρετισμούς μας σε αυτόν που σας έστειλε. Θα είναι λίγο δύσκολες μέρες, μια και θα τις περάσετε δεμένοι, αλλά δεν ανησυχώ για εσάς. Θα βρείτε τρόπο να φτάσετε ζωντανοί και να κάνετε μια σωστή κηδεία στον πεθαμένο φίλο σας, είπε και χτύπησε τα άλογα με το καμουτσίκι. Στο μεταξύ, μέσα στο κάστρο, ο Σεριάνο ξεκουραζόταν. Του είχαν βγάλει το βέλος από τον ώμο και είχαν καταφέρει να σταματήσουν την αιμορραγία και να τον μεταφέρουν σε ένα ήσυχο δωμάτιο. Όταν η Μπρόνα σιγουρεύτηκε ότι όλοι ήταν ασφαλείς μέσα και έξω από το κάστρο, έβγαλε τους δράκους από τα αυτιά της και τα αυτιά του Σεριάνο. Οι συμπολεμιστές τους κατάλαβαν ότι έπρεπε να φύγουν από το δωμάτιο. Είχαν ακούσει τις σκέψεις που έκαναν αυτοί οι δυο τις τελευταίες ώρες. Μερικοί τις ήξεραν και πριν τους δράκους του Ελφέρριον. -Ελάτε, πάμε στο δάσος για κυνήγι. Μετά από τόσο σαματά, πείνασα, είπε κάποιος στους υπόλοιπους. Ο Σεριάνο και η Μπρόνα χαμογέλασαν. Μόλις έμειναν μόνοι τους, άρχισαν να γελάνε και να κοιτάζουν μία ο ένας τον άλλον, μία τους δράκους του ξωτικού. -Σαν πολύ κοντοί δεν ήταν για γίγαντες όλοι αυτοί; μουρμούρισε εξαντλημένος ο Σεριάνο. Η Μπρόνα γέλασε με την αμηχανία του. -Θα μου πεις τι σκέφτεσαι ή να ρωτήσω τους δράκους του Ελφέρριον; τον ρώτησε χαμογελώντας. ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ.docx
  17. 2 points
    ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΠΕΡΠΑΤΑΝΕ τα δέντρα.docx Όνομα Συγγραφέα: ΚΑΝΑΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Είδος: ΦΑΝΤΑΣΙΑ/ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Βία; ΝΑΙ Σεξ; ΛΙΓΟ Αριθμός Λέξεων: 1836 Αυτοτελής; ΝΑΙ
  18. 2 points

    until

    Περίπου έτσι θα είναι. Μετάλλιο στο σύνολο, αρασέ, ζετέ θα βγαίνουν σε δεύτερο χρόνο.
  19. 2 points

    until

    [Spam On] Μπορείτε να το κάνετε σαν την Άρση Βαρών: Μετάλλιο σε Αρασέ, Ζετέ, Σύνολο 🙂 [Spam Off]
  20. 2 points

    until

    Μέχρι στιγμής, έχουν υποβληθεί 12 ιστορίες, για τον 50ο διαγωνισμό Διηγήματος, πιο αναλυτικά: Ballerond - Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν. dagoncult - Μυϊκή Μάζα Dimitra - Η Εισβολή των Μεγάλων DinoHajiyorgi - Η Επιστροφή των Γιγάντων gismofbi - Η κυρά της λήθης John Ernst - Το Ρούσο Ρουμάνι Mesmer - Το σμήνος 👉 Νέα ιστορία Rōnin - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ Roubiliana - Τα Δέντρα Περπατάνε Unicron - GALACTIC WARS II - THE AWAKENING OF THE GIANTS 👉 Νέα ιστορία zefuros - O κρυφός Γίγαντας Η ωραία κοιμωμένη - Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
  21. 2 points

    until

    Η ιστορία του Unicorn είναι και πάλι on board.
  22. 2 points

    until

    Τελευταία φορά: doc ή pdf; Αλλιώς η συμμετοχή ακυρώνεται και πάει τσάμπα το καινούριο προφίλ.
  23. 2 points

    until

    Δεν χρειάζεται το πρώτο μέρος. Η ιστορία είναι αυτόνομη.
  24. 2 points

    until

    Ανέβηκε και η δική μου συμμετοχή: GALACTIC WARS II - THE AWAKENING OF THE GIANTS
  25. 2 points

    until

    Μέχρι στιγμής, έχουν υποβληθεί 11 ιστορίες, για τον 50ο διαγωνισμό Διηγήματος, πιο αναλυτικά: Ballerond - Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν. dagoncult - Μυϊκή Μάζα Dimitra - Η Εισβολή των Μεγάλων DinoHajiyorgi - Η Επιστροφή των Γιγάντων gismofbi - Η κυρά της λήθης John Ernst - Το Ρούσο Ρουμάνι Mesmer - Το σμήνος 👉 Νέα ιστορία Rōnin - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ Roubiliana - Τα Δέντρα Περπατάνε zefuros - O κρυφός Γίγαντας Η ωραία κοιμωμένη - Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..