Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 04/20/2018 in all areas

  1. 18 points
    Show vs. tell Ως συγγραφείς, μας το επισημαίνουν ξανά και ξανά. Ως μέλη του φόρουμ, το έχουμε συζητήσει κάμποσες φορές ως τώρα. Ως αναγνώστες, το απαιτούμε. Τι ακριβώς όμως σημαίνει, αυτό το περίφημο Δείξ’το μας και Μην Μας Το Λες; Είναι πραγματικά εφικτό; Είναι πάντα επιθυμητό; Υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε πότε χρειάζεται και πότε όχι; Πριν αποφασίσουμε αν πρέπει πάντα μα πάντα να προτιμάμε το show από το tell, σαν το δρόμο της αρετής έναντι του δρόμου της κακίας ένα πράγμα, καλά θα κάνουμε να ξεχωρίσουμε τι σημαίνει show και τι tell. Διαφορετικά δύσκολα θα βγάλουμε άκρη. Το να λες, σημαίνει να λες ότι ο ήρωάς σου είναι ψηλός, κοντός, άσηχμος, θυμωμένος, πανευτυχής, πεσμένος στα πατώματα ή ανεβασμένος στους επτά ουρανούς. Ο Γιάννης ήταν πανύψηλος. Η Ελένη ήταν πανευτυχής με την πρόσληψη της κόρης της. Ο Ιούλιος είχε πέσει σε κατάθλιψη μετά το χωρισμό του με την Έλλη. Το να δείχνεις σημαίνει να δίνεις μία περιγραφή, μία εικόνα, ένα αίσθημα που να γεννά μέσα στο νου του αναγνώστη σου το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, ο Γιάννης χρειαζόταν να σκύβει για να μην χτυπήσει το κεφάλι του στο καφασωτό της πόρτας (=ψηλός). Η Ελένη έκανε τραπέζι στους συγγενείς της εκείνη την Κυριακή, για να ανακοινώσει τα νέα της πρόσληψης της μονάκριβης κόρης της (=πανευτυχής). Αφότου χώρισε, ο Ιούλιος σπάνια έβγαινε πια: κοιτούσε και ξανακοιτούσε παλιές φωτογραφίες της Έλλης, άκουγε τα τραγούδια τους, κάποιες φορές τον έπαιρνε ο ύπνος αγκαλιά με το μπουκάλι της μπύρας. Άδεια κουτιά πίτσας είχαν σωρευτεί στις γωνιές του δωματίου και τα ρούχα του ανέδιδαν μία μυρωδιά ξινίλας, απλυσιάς και αυτολύπησης (=κατάθλιψη). Είναι εφικτό; Βλέπουμε παραπάνω πως ο συγγραφέας μπορεί να επιστρατεύσει εικόνες, ήχους, μυρωδιές, να απευθυνθεί κοντολογίς και στις πέντε αισθήσεις του αναγνώστη του, προκειμένου να χτίσει απτό και ορατό αυτό που θέλει να δείξει και να μην το πει. Εδώ ανασύρει ουσιαστικά από τα πρότυπα και τις συμβάσεις που έχει ο κάθε ένας από μας στο μυαλό του (με μία διαδικασία γνωστή στη δημιουργική γραφή ως evocation, επίκληση δλδ. των όσων ήδη υπάρχουν αποθηκευμένα στις μνήμες και τις γνώσεις μας.). Οικογενειακό γεύμα σημαίνει γιορτή, για τους περισσότερους ανθρώπους. Άδεια κουτιά πίτσας και απλυσιά σημαίνουν κατάθλιψη. Συχνά διαβάζουμε πως έχουμε show όταν μπορούμε να φανταστούμε την περιγραφόμενη σκηνή, σαν να μας την προβάλλει μία κάμερα. Στο tell εκείνο που κάνουμε είναι να καταγράφουμε την πληροφορία. Στο show τραβάμε την αυλαία και ο αναγνώστης γίνεται μέτοχος (ή πάντως, άμεσος θεατής) στη σκηνή. Ο Άντον Τσέχωφ έγραφε: μην μου λες ότι το φεγγάρι λάμπει. Δείξε μου το καθρέφτισμά του σε ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί. Είναι ένα καλό παράδειγμα αυτό. Μην δείχνεις το δάσος, αλλά τη δροσερή σκιά των δέντρων και τη μυρωδιά των φυλλωμάτων. Μην λες ότι κάνει ζέστη, δείξε μας πόσο ίδρωσε ο ήρωάς σου. Μην λες πως τρόμαξες, πες μας πώς χτυπούν τα δόντια σου και πώς τινάζεσαι στο άκουσμα ακόμη και του πιο απαλού θροϊσματος. Μπορείτε να σκεφτείτε ένα πλήθος ανάλογων παραδειγμάτων. Είναι πάντα επιθυμητό; -Ο Γιάννης ήταν μοναχικός άνθρωπος. -Ο Γιάννης περνούσε τον περισσότερο χρόνο του κλεισμένος στο σπίτι. Είχε λίγους συγγγενείς, ακόμη λιγότερους φίλους και δεν ενδιαφερόταν για κανένα, όπως και κανείς δεν νοιαζόταν για αυτόν πραγματικά. Είχε τα βιβλίά του, τις ταινίες του, είχε και κάποιες αναμνήσεις. Δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. -Η Μαρία ήταν ελκυστική γυναίκα -Κάθε φορά που έβγαινε, η Μαρία τραβούσε πάνω της τα βλέμματα των ανδρών. Όπως και αν ήταν ντυμένη, βαμμένη ή άβαφη, μόνη της ή με παρέα. Η κίνησή της είχε μία ποιότητα χορευτική, σαν συγχρονισμένη με μια μυστική μελωδία. -Έκανε κρύο. Το χιόνι σκέπαζε τους δρόμους. -Ο Κώστας σήκωσε το γιακά ως πάνω από τη μύτη του. Η αναπνοή του άχνιζε. Στο δρόμο, το χιόνι άστραφτε εκτυφλωτικά στον χειμωνιάτικο ήλιο. Τι παρατηρούμε και στα τρία αυτά παραδείγματα; Το show ενδέχεται να εγκυμονεί τον κίνδυνο της πολυλογίας. Δλδ, εκείνο που θα μπορούσε να γίνει κατανοητό με μία πρόταση μόνο, τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τρεις και τέσσερις προτάσεις για να το πούμε. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μειονέκτημα που έχει το show έναντι του tell. Το show έχει την τάση να γίνεται πιο πολυλογάδικο. Πολλοί δάσκαλοι δημιουργικής γραφής (και φιλόλογοι) διδάσκουν ότι πρέπει να αποφεύγουμε το υπερβολικό tell. Είναι σωστό, αλλά αν προσπαθήσουμε να φανταστούμε ένα κείμενο ολόκληρο γραμμένο δείχνοντας και όχι λέγοντας, ένα διήγημα, μια νουβέλα, ένα μυθιστόρημα, θα καταλήξουμε σε ένα υπερβολικά περιγραφικό και φορτωμένο λεπτομέρειες κομμάτι. Ένα κομμάτι όπου δεν θα ξεχωρίζουν τα σημαντικά από τα ασήμαντα. Ένα κείμενο όπου θα λείπουν οι γκρίζες φωτοσκιάσεις και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μυρωδιές, ήχοι, χρώματα, γλώσσα του σώματος, γκριμάτσες, χειρονομίες, μεταφορές. Ό,τι είχαμε στατολογήσει υπέρ μας, μπορεί εξίσου εύκολα να γίνει εχθρός. Το διαρκές show γίνεται κουραστικό στον αναγνώστη, ακόμη και εξουθενωτικό. Υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε πότε χρειάζεται show και πότε όχι; Αν χρειάζεται να δώσουμε κάποιες πληροφοριές, σημαντικές μεν αλλά σχετικά ουδέτερες, τις δίνουμε με tell. Αν χρειάζεται να μεσολαβήσει κάποια παράγραφος ή μερικές σελίδες εξηγήσεων για πράγματα μεταξύ δύο έντονων σκηνών δράσης, επίσης προτιμάμε το tell. Το tell έχει άμεση σχέση με αυτό που αποκαλούμε summary στη γραφή, δηλαδή ένα είδος περιληπτικής αφήγησης. Το σπίτι ήταν παλιό, υπερβολικά παγωμένο τους χειμώνες και αποπνικτικά ζεστό τα καλοκαίρια. Μέσα σε τούτη τη δήλωση δεν υπάρχει σοβαρή δράση και δεν υπάρχει λόγος να εξαντλήσουμε την συγγραφική μας δεινότητα προκειμένου να δείξουμε με εικονοποιητική ένταση το τί ακριβώς συμβαίνει. Ο Γιάννης είχε να συναντήσει το καινούριο του αφεντικό εκείνο το απόγευμα. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν άλλα εδώ. Το tell μπορεί να λειτουργήσει σαν μία γέφυρα μεταξύ των οροσήμων της ιστορίας μας. Η Μαρία φόρεσε τα καλά της για να πάει στην Ανάσταση. Δεν χρειάζεται να περιγράψεις το ύψος των τακουνιών της ή το πόσο λάμπανε τα κοσμήματά της στο φως των κεριών. Έτσι λοιπόν, και σε αυτό το θέμα όπως και σε όλα, η μέση οδός είναι συχνά η προτιμότερη λύση. Συγκεκριμένα, προτιμάμε το tell: Σε σκηνές που μεσολαβούν μεταξύ δράσεων. Στην περιγραφή ενός ταξιδιού από τον ένα σημαντικό τόπο σε έναν άλλο. Στις αναδρομές (flash-back), στις αναμνήσεις κάποιου. Όταν θέλουμε να δώσουμε κάποιες σημαντικές πληροφορίες και παράλληλα να μετακινηθούμε σχετικά γρήγορα και απρόσκοπτα στο επόμενο στάδιο της αφήγησης. Όταν θέλουμε να ενημερώσουμε μεν τον αναγνώστη, αλλά να μην του τραβήξουμε υπερβολικά την προσοχή από την κλιμάκωση που ακολουθεί. Όταν λίγο tell συντελεί στην ιστορική /χρονική /γεωγραφική μας τοποθέτηση. Όταν θέλουμε να ενημερώσουμε εν τάχει για το τι ειπωθηκε μεταξύ των προσώπων χωρίς να παραθέσουμε ολόκληρο το διάλογο. Όταν θέλουμε να αποσυμπιέσουμε ένα γεμάτο εντάσεις κείμενο, σκορπάμε φράσεις και πληροφορίες σε μορφή tell για μία σύντομη αποκλιμάκωση. Δεν υπάρχει λοιπόν show vs. tell, αλλά μάλλον show and tell. Στην ζωγραφική, λένε, το έργο παίζεται στα γκρίζα. Στη μουσική η παύση έχει κάποιες φορές την ίδια αξία με τους ήχους. Δεν έχει να κάνει με το αν επιλέγεις να πεις ή να δείξεις. Έχει να κάνει με το να γνωρίζεις πότε πρέπει να πεις και πότε να δείξεις.
  2. 12 points
    H όμορφη στιγμή της ζωής σου που βραβεύεσαι από τον Graham Masterton και χάνεις τα λόγια σου... Άχνα δεν έβγαλα μιλάμε! Μάλλον κάτι έπρεπε να γράψω... Ευχαριστώ και δημοσίως την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού Φαντασία 2018 που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια του φεστιβάλ Fantasmagoria, για την τιμή που μου έκανε να αναδείξει το διήγημα μου Το εκκρεμές, και να του χαρίσει την τρίτη θέση. Συγχαρητήρια επίσης και στους διοργανωτές. Το φεστιβάλ μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Υγ: Γνώρισα επίσης και τον αγαπητό μας Ballerond, κι έχω να πω πως πολύ χαίρομαι που θα συμμετέχουμε μαζί στην ίδια συλλογή διηγημάτων. (Έπος της Φαντασίας ΙΙ). Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα να βλέπεις κάτι που έχεις γράψει τυπωμένο σε κανονικό βιβλίο.
  3. 10 points
    until
    Ο βροχερός και κρύος χειμώνας μας αποχαιρετάει σιγά-σιγά και την θέση του παίρνει η ζεστή και ηλιόλουστη άνοιξη, όπου τα λουλούδια ξυπνούν από το βαθύ τους ύπνο και τα πουλιά τιτιβίζουν στα δέντρα και στις στέγες των σπιτιών καλωσορίζοντας τον ερχομό της. Έτσι και εγώ, με την σειρά μου, σας καλωσορίζω όλους στον 50ο Διαγωνισμό Διηγήματος. ___________________________________________________________________________________________ *Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος Συγγραφής: 15 Μαρτίου έως 13 Απριλίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 14 Απριλίου έως 11 Μαΐου (4 εβδομάδες) *Τις ψήφους σας τις στέλνεται στον Dreamer και στον Γιώργος77 Θέμα: Γίγαντες Τα διηγήματα του 50ου διαγωνισμού είναι 12, και είναι τα εξής: Ballerond - Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν. dagoncult - Μυϊκή Μάζα Dimitra - Η Εισβολή των Μεγάλων DinoHajiyorgi - Η Επιστροφή των Γιγάντων gismofbi - Η κυρά της λήθης John Ernst - Το Ρούσο Ρουμάνι Mesmer - Το σμήνος Rōnin - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ Roubiliana - Τα Δέντρα Περπατάνε Unicron - GALACTIC WARS II - THE AWAKENING OF THE GIANTS zefuros - O κρυφός Γίγαντας Η ωραία κοιμωμένη - Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ Καλή επιτυχία σε όλους.
  4. 10 points

    until

    Και κάπου εδώ πρέπει να ομολογήσω πως σας τρόλαρα. Οι δυο προηγούμενοι, ΔΕΝ πήραν την 5η και την 4η θέση. Πήρα την 3η και τη 2η, με 22 κ 38 βαθμούς αντίστοιχα. Κι ο λόγος είναι πως έχουμε τριπλή ισοβαθμία, των υπόλοιπων τριών! Elgalla, Gismofbi και John Ernst (αλφαβητικά γράφω, μη βαράτε) μοιράζονται την πρώτη θέση, με 45 βαθμούς! Συγχαρητήρια και στους 5!
  5. 10 points
    Καλημέρα, παιδιά μου, ως επίσημη διοργανώτρια παιχνιδιών, διαγωνισμών και αγώνων της χρονιάς (απ' ό,τι φαίνεται), επωμίστηκα το ιερό καθήκον να σας δώσω εισαγωγή γι' αυτήν την επική συγγραφική μάχη. Το είδος ελεύθερο (αρκεί να έχει φανταστικό στοιχείο, από αυτό δεν γλιτώνετε, sff.gr λεγόμαστε). Οι λέξεις μέχρι 4.000 (χωρίς την εισαγωγή, φυσικά). Χρόνος συγγραφής, μια βδομάδα. Αν και, με δωροδοκία, μπορεί να δοθεί παράταση, είμαι καλός άνθρωπος άλλωστε. Ακονίστε πένες, σκουπίστε πληκτρολόγια από τρίμματα τυρόπιτας και ετοιμαστείτε. Ακολουθεί η εισαγωγή σας. Μου βγήκε αλλιώς απ' ό,τι περίμενα, αλλά ελπίζω να σας εμπνεύσει όπως κι αν έχει. Υπενθυμίζω πως το κείμενο πρέπει να ξεκινάει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ με τη δοθείσα εισαγωγή, αλλά από κει και πέρα μπορείτε να οργιάσετε. Καλή επιτυχία σε όλους! Εισαγωγή:
  6. 10 points
    Καινούριο ποίημα στο Φρέαρ. Αποκριάς Ρουτίνα
  7. 10 points
    -Εκφράσεις όπως το "δε δούλευει" το οποίο αντί να χρησιμοποιειται για περιγράψει το πάνω δεξιά μάτι στην κουζίνα του σπιτιού μου, χρησιμοποιειται για να περιγράφει καταστάσεις. -Άλλες, πιο περιγραφικές όπως το "εχεσε τούβλα" -Και άλλες πιο πονηρές όπως το "εκεί που δε φωτίζει ο ήλιος" -Και φυσικά το αγαπημένο μου το οποίο μάλιστα το θυμάμαι τυπωμενο σε εξώφυλλο spider-man: "αυτό ήταν ένα κομμάτι κέικ". Τα έχω δει όλα. Μερικά από όλα τα έχω γράψει κιόλας. Η ίδια η λέξη Αγγλισμός αποτελεί μεταφραστικό δάνειο από το Γαλλικό "anglisme". Το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό - αλλά τουλάχιστο πανευρωπαϊκό. Είναι εύλογο να αναρωτιέσαι αν είναι όντως πρόβλημα ο Αγγλισμός, εφόσον οι γλώσσες αλλάζουν και με τον καιρό τα αγγλικά περιγράφουν αλλά διαμορφώνουν καλύτερα την πραγματικότητα που έχουμε γύρω μας. Η σύντομη απάντηση είναι πως: "ναι, είναι πρόβλημα" Άλλο να πεις ότι ο πρωταγωνιστής σου προσπαθούσε να ανέβει στο lol και να γίνει πρωταθλητής στο πρωτάθλημα του χωριού αλλά το ίντερνετ λαγγαρε και συνεχώς έτρεχε σα ζώο ο χαρακτήρας του στο πρώτο εχθρικό πύργο που έβρισκε μπροστά του κανοντας τον να χάνει το ένα παιχνίδι μετά το άλλο και τραυματιστικε τόσο πολύ από αυτή του την αποτυχία που ανέπτυξε μία τρομερή φοβία στους πύργους *ανάσα* Και άλλο να λες ότι μετά από όλα αυτά ο ήρωας μας πήγε στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσει, νοίκιασε ένα διαμέρισμα με θέα τον πύργο και ότι μετά από λίγο καιρό ήταν ένα ατύχημα με τρένα. Είναι διαφορετικό να δανείζεσαι λέξεις των οποίων οι έννοιες είναι ευρεως διαδεδομένες και μπορούν να αποδώσουν χαρακτήρα και βάθος στον ήρωα σου (πήρε ένα φρεντο και καθησε στο παγκάκι) και άλλο να μεταφράζεις προτάσεις και εκφράσεις που σου αρέσουν στα αγγλικά και να δολοφονεις συντακτικό, γραμματική και λεξιλόγιο με μια πρόταση (είχε εκδόσει ενα βιβλίο του τραπεζιού του καφέ) Κάποτε είχα γράψει σε κείμενο μου την έκφραση "Σαν συναισθηματικο τρενάκι του λούνα παρκ" Μου είχε φανεί πολύ γαματο και το κράτησα, δε λυπήθηκα κανένα, το ανέβασα και πολλοί χάσανε το φως τους εκείνη τη μέρα. Μερικοί με κατηγόρησαν για "Αγγλισμό". Εγώ θα με κατηγορουσα για ανεπίτρεπτη βλακεια. Εν ολίγης, για εμένα Αγγλισμός είναι όλες αυτές οι εκφράσεις στα κείμενα μου που μετά από καιρό με κάνουν τρίβω τα μάτια μου από απελπισία και ντροπή. Η συγγραφή είναι ένας χωρός με τη γλώσσα. Ο Αγγλισμός είναι πρόβλημα (κάτι σα να πατάς το πόδι της ντάμας σου) γιατί στο κεφάλι εκείνου που τον γράφει ηχεί η αγγλική έκφραση άρα κάτι έξυπνο ή έστω σωστό. Στα μάτια του αναγνώστη όμως στη καλύτερη σημαίνει αδυναμία του συγγραφέα να αποδώσει στα ελληνικά κάτι και στη χειρότερη μια τελείως ακατανόητη πρόταση που μοιάζει σα να την έχει γράψει εξωγήινος.
  8. 10 points
    Φίλε Χρήστο, καλησπέρα. Αγγλισμοί είναι εκφράσεις/περιγραφές/λέξεις που δεν βγάζουν λογικό νόημα στην Ελληνική γλώσσα και θυμίζουν πολύ μετάφραση από Αγγλικό κείμενο. Για παράδειγμα: Στο topic που άνοιξες γράφεις "αλλά όταν έλθει να προτείνουμε..." το οποίο είναι Αγγλισμός γιατί είναι μία άτσαλη μετάφραση του "When it comes to propose..." Το κάνουμε όλοι, κάποιοι περισσότερο κάποιοι λιγότερο. Το έχω κάνει πολλές φορές και προσπαθώ, όσο μπορω, να το αποβάλλω και να το διορθώσω. Δεν έχει να κάνει με μίξη Νεοελληνικής γλώσσας ή καθαρεύουσας. Καμία σχέση. Πώς λύνεται; Με διάβασμα καλών, Ελληνικών βιβλίων και αποφυγή κακών μεταφράσεων. Με ανάγνωση δυνατή των φράσεων που γράφουμε. Με προσπάθεια. Μαγική συνταγή δεν υπάρχει. Επίσης, βλέπω έναν σοβαρό τόνο επιθετικότητας προς άπαντες, κατηγορώντας αόριστα για "γαμάτοι κριτές αλλά κότες". Νομίζω ότι πήρες αρκετά στραβά κάποια σχόλια που σου έγιναν τα οποία δε στόχευαν καθόλου στο άτομό σου ή στην ικανότητα του να γράφεις αλλά στο συγκεκριμένο πόνημα που ανάρτησες για σχολιασμό. Εκεί, θα προτείνουν λύσεις όσοι κατέχουν καλύτερα το αντικείμενο. Τίποτα δεν γίνεται για να μειώσουμε τον άλλον. Ελπίζω να βοήθησα.
  9. 9 points
    until
    How to review a short story. Αλήθεια, πώς κρίνουμε ένα διήγημα; Υπάρχει τρόπος να γίνει σωστά; Κατά πόσο έχουμε καταλάβει ότι η σωστή κριτική συνίσταται στο να βοηθήσουμε το συγγραφέα να βελτιωθεί και όχι στο να εξασκήσουμε την παρατηρητικότητά μας σαν αναγνώστες; Υπάρχουν κανόνες καλής συμπεριφοράς κατά τη διατύπωση κριτικής; Πρέπει να λαμβάνονται όλες οι κριτικές υπόψη; Πριν από δύο περίπου χρόνια είχα προτείνει μία φόρμα κριτικής διηγημάτων εδώ. Το SFF.gr. σχεδίασε ένα μάθημα σε πλατφόρμα Moodle, όπου εξετάζεται σε βάθος το θέμα της κριτικής διηγημάτων. (Αναμένονται και άλλα μαθήματα, ποικίλης θεματικής. Εκπλήξεις, εκπλήξεις!) Θα φανεί χρήσιμο στα μέλη της κοινότητας καθώς η κριτική διηγημάτων οφείλει να έχει στόχο τη βελτίωση της γραφής, είτε εφόσον μέσα από την κριτική καταδεικνύονται οι αδυναμίες της δουλειάς μας, είτε αντιμετωπίζοντας, μέσα σε διηγήματα άλλων, αδυναμίες παρόμοιες με τις δικές μας. Το μάθημα είναι απλό, αυτοματοποιημένο και προαιρετικό. Μπορείτε να μπείτε, να περιηγηθείτε, να διαβάσετε τα κείμενα και να κάνετε τις ασκήσεις στο χρόνο σας, από τώρα και μέσα στο επόμενο τρίμηνο. Εκτός της χρησιμότητάς του, το μάθημα θα σας βοηθήσει να εξοικειωθείτε στο e-learning του SFF.gr., καθώς πρόκειται για μία νέα δραστηριότητα που ξεκινάει και που (ελπίζουμε)έχει έρθει για να μείνει. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε τυχόν απορία σας. Το MC1-1 σας καλωσορίζει!
  10. 9 points
    until
    Στη λίστα με τις χειρότερες ευχές, έχει σίγουρα υψηλή θέση η «καλό χειμώνα». Γι’ αυτό λέω να παρατείνουμε λίγο ακόμα το καλοκαίρι, με τον 49ο διαγωνισμό φάντασυ! Ξεκινάμε να γράφουμε στις 3 Σεπτεμβρίου. Καλοκαιρινά (κ μη) στοιχεία, σύντομα! _____________________________________________________________________________________ Δείτε του Κανονισμούς εδώ. Περίοδος συγγραφής: 3 Σεπτεμβρίου έως 23 Σεπτεμβρίου. Ψηφοφορία: 24 Σεπτεμβρίου έως 18 Οκτωβρίου. Στέλνετε τις ψήφους σας σε Solonor και Naroualis. Θέμα: Δέντρο Τα διηγήματα του διαγωνισμού, με σειρά συμμετοχής: Πάνω από τις βροντές - Ballerond Η μηλιά, η ελιά και η ανθρώπινη λαλιά - gismofbi Ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής - John Ernst Στοιχειωμένος τόπος - Νίκη Τα Αγκαθένια Μήλα - elgalla
  11. 9 points

    until

    α) Αυτό είναι λογικό και νομίζω πως είναι και ο βασικότερος λόγος. β) Εξαρτάται από τις επιδιώξεις καθενός και το κατά πόσο θεωρεί πως "τυπωμένο να 'ναι κι όπου να 'ναι" είναι προτιμότερο από το να γράψει μια ιστορία για την οποία θα λάβει κριτική. "Διαγωνισμοί" στους οποίους δεν δίνονται αντίτυπα και οι συγγραφείς πρέπει να πληρώσουν για να πάρουν το βιβλίο στο οποίο συμμετέχουν; "Διαγωνισμοί" με 50 διακριθέντες; Εγώ προσωπικά δεν θα πάρω, θα προτιμήσω το sff οποιαδήποτε μέρα. γ) Δεν θεωρώ πως γίνεται σκληρή κριτική στα νέα μέλη και ομολογώ πως δεν ξέρω πού το έχεις δει αυτό και το λες ξανά και ξανά. Επειδή δεν μου αρέσει να αερολογώ, θα παραθέσω και παραδείγματα από κριτική που έχει γίνει σε διαγωνισμούς σε νέα μέλη: 36ος Διαγωνισμός στην ιστορία του Μορφέα (1η θέση) και στη δική μου ιστορία (3η θέση), 39ος Διαγωνισμός στην ιστορία του Lord Denton (τελευταία θέση), 41ος Διαγωνισμός στην ιστορία του tzaspy (προτελευταία θέση), 42ος Διαγωνισμός στις ιστορίες των GeorgeDamtsios (5η θέση), mariosdimitriadis (προτελευταία θέση), Bjorne (τελευταία θέση), 43ος Διαγωνισμός στις ιστορίες των South of Heaven (2η θέση), τη δική σου (7η θέση), της Νίκης (προτελευταία θέση) και του Lol4N3ver (τελευταία θέση), 44ος Διαγωνισμός στην ιστορία του Billandros (προτελευταία θέση), 45ος Διαγωνισμός στην ιστορία του Glokta (τελευταία θέση), 47ος Διαγωνισμός στην ιστορία του John Ernst (προτελευταία θέση). 8 Διαφορετικοί διαγωνισμοί, πρώτες συμμετοχές για όλα τα άνωθεν μέλη που αναφέρω. Όπως βλέπεις υπάρχει διασπορά στις θέσεις - αναμενόμενο - και, αν διαβάσεις τις κριτικές που έλαβαν αυτά τα μέλη, θα δεις ότι οι περισσότεροι από εμάς προσπαθούμε να επισημαίνουμε και τα θετικά και τα αρνητικά. Το Χρονικό των Διαγωνισμών είναι ανοιχτό και έχει links για όλες τις ιστορίες για όποιον μπορεί να θέλει να ανατρέξει. Εγώ προσωπικά δεν πιστεύω ότι κανένας ποτέ έγινε καλύτερος συγγραφέας επειδή τον διάβαζαν και του έλεγαν ψέματα για το πόσο καταπληκτικά γράφει. Αν το πιστεύεις εσύ, πάσο. δ) Οι διαγωνισμοί του sff δεν είναι διαγωνισμοί, τους έχουμε βαφτίσει έτσι για να υπάρχει ένας υγιής ανταγωνισμός, αλλά το μόνο που κερδίζουμε είναι σχόλια για το πώς μπορούμε να βελτιώσουμε την εκάστοτε ιστορία μας. Πιστεύω πως κάποιοι στο παρελθόν έχουν χάσει τη μπάλα κι έχουν καταφύγει σε μπαγαποντιές και κλεψιές ακριβώς επειδή δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν αυτό το απλό πράγμα: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΙΚΗΤΗΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΧΑΜΕΝΟΙ. Όλοι κερδίζουμε από 10 σχόλια στην ιστορία μας. Οπότε πάμε πάλι πίσω στο (β) και στις επιδιώξεις καθενός κτλ κτλ. ε) Δεν είναι προνόμιο το να βρεθείς στην πρώτη θέση, είναι αποτέλεσμα του να έχεις γράψει αυτήν που όσοι ψήφισαν θεώρησαν ως την καλύτερη ιστορία. Κι είναι κάτι που πετυχαίνεις με σκληρή δουλειά, με το να ακούς τα σχόλια που σου γίνονται και με λίγη τύχη (γιατί φυσικά μετράει και το θέμα και οι ιστορίες ενάντια στις οποίες θα διαγωνιστείς). Δεν θεωρώ ότι βρέθηκε μέχρι στιγμής στην πρώτη 3άδα κανείς που δεν το άξιζε. Κι αν βρέθηκε περισσότερες από μία φορές, πάλι το άξιζε. ζ) Είναι απαραίτητο για να βεβαιωθούμε για το engagement level του συμμετέχοντα. Αν θέλεις σχόλια, να κάνεις και σχόλια. Προσωπική άποψη και πάλι, αλλά με έχουν κουράσει όσοι σκάνε μύτη, μας πετάνε μια ιστορία 15.000 λέξεων στη βιβλιοθήκη και περιμένουν να σχολιάσουμε χωρίς αυτοί να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να επικοινωνήσουν με την κοινότητα ή να ασχοληθούν με ιστορίες άλλων. Όχι. Enough said. η) Μάλλον δεν έχεις διαβάσει καλά τους κανόνες. Στους διαγωνισμούς συμμετέχει οποιοσδήποτε. Τα 50 posts χρειάζονται ΜΟΝΟ για να ψηφίσεις και πιστεύω ότι οι λόγοι θα έπρεπε να είναι προφανείς. Αν όχι, ας θυμηθούμε τον καλό μας φίλο που έφαγε ban πρόσφατα και το fake account του. θ) Παραπέμπω πάλι πίσω στο (β). Και θα προσθέσω κιόλας ότι σε κανέναν από τους διαγωνισμούς (έχω λάβει κι εγώ μέρος σε κάποιους, όπως και πολλοί εδώ μέσα) δεν θα σου κάνουν σχόλια οι κριτές για το πώς να βελτιώσεις την ιστορία σου ή το πώς να γίνεις καλύτερος συγγραφέας. Επομένως, οι διαγωνισμοί του φόρουμ εξυπηρετούν κάτι που κανένας άλλος διαγωνισμός δεν εξυπηρετεί. Αυτά από εμένα. Ata out.
  12. 9 points

    until

    Ευχαριστώ όλες και όλους που διάβασαν και ψήφισαν την ιστορία μου (παρά τα προφανή λάθη και τις αδυναμίες της). Πιο πολύ ευχαριστώ όσες και όσους έχουν σχολιάσει τις ιστοριούλες μου τρία χρόνια που συμμετέχω σε αυτό το φιλόξενο σάιτ και με έχουν βοηθήσει να γίνω λίγο καλύτερος.☺️ Μπράβο και στα παιδιά που έγραψαν και έδωσαν ενδιαφέρουσες ιστορίες. Πολλά ευχαριστώ στις διοργανώτριες elgalla και naroualis, καθώς και σε όλους που διάβασαν και σχολίασαν τα διηγήματα του διαγωνισμού. Τα λέμε...
  13. 8 points

    until

    Ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης, ελπίζω να μην σας δυσκόλεψα πολύ, το θέμα πιστεύω ότι στέκεται καλά και στα τρία είδη. Ποιο είναι κοινό και στις 5 φωτογραφίες; Μα φυσικά το μέγεθος. Στην πρώτη εικόνα, βλέπουμε το μέγεθος της μαύρης τρύπας σε σύγκριση με το μικροσκοπικό διαστημόπλοιο. Στην δεύτερη, το μέγεθος του πλανήτη σε σύγκριση με το μικροσκοπικό διαστημικό σταθμό. Στην τρίτη, έχουμε τρία μεγέθη, τον μπλε πλανήτη που είναι μεγαλύτερος από το εξωγήινο πλάσμα και το εξωγήινο πλάσμα που είναι πολύ μεγαλύτερο από τους μικροσκοπικούς πλανήτες που βρίσκονται διάσπαρτοι γύρω του. Στην τέταρτη είναι αυτονόητο ότι ο δράκος είναι τεράστιος σε μέγεθος. Και στην πέμπτη δεν χρειάζεται επεξήγηση το θέμα "φωνάζει" από μακριά. Το θέμα του διαγωνισμού είναι: Γίγαντες Γίγαντες γήινοι; γίγαντες εξωγήινοι; γίγαντες ρομπότ, γίγαντες κανίβαλοι, γίγαντες δράκοι; γίγαντες γιαχνί; 😄ότι τραβάει η όρεξη φαντασία σας. ___________________________________________________________________________________________ Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος συγγραφής: 15 Μαρτίου έως 13 Απριλίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Θέμα: Γίγαντες
  14. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος Είδος: Τρόμος Βία; Ε, κάτι ψιλά Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3850, χωρίς τίτλο & αστερίσκους Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 48ο διαγωνισμό σύντομης ιστορίας με θέμα: Εξορία Αρχείο: word & pdf, scroll down στα συνημμένα. Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος. Ο Σεργκέι τινάχτηκε απότομα από τον ύπνο, παίρνοντας μια βιαστική ανάσα. Αδέξια βήματα ακούγονταν από τον διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Είχε ξεχάσει την πόρτα του σαλονιού ανοικτή. Το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από το παράθυρο της κουζίνας ήταν αρκετό ώστε να μπορέσει να διακρίνει την μορφή του Εμίν που στεκόταν όρθιος στην είσοδο. Πάλι τον είχε πάρει ο ύπνος διαβάζοντας στον καναπέ. «Τι συμβαίνει αγόρι μου;» ρώτησε, ανασηκώνοντας το κεφάλι. «Παππού, είδα ένα άσχημο όνειρο». Ο Σεργκέι ανακάθισε βαρυγκωμώντας. Οι αρθρώσεις του κορμιού του έτριξαν με θόρυβο. Δεν ήταν νέος πια. Ο οργανισμός του δεν δεχόταν εύκολα τα απότομα ξυπνήματα. «Νόμιζα πως είχαμε ξεπεράσει αυτή τη φάση προ πολλού». Ο Εμίν δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι, γεμάτος ντροπή. Ο Σεργκέι άναψε το μικρό διακριτικό φως του λαμπατέρ που χρησιμοποιούσε για την ανάγνωση τα βράδια, και καλοκοίταξε τον δεκαεπτάχρονο εγγονό του. Πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο χλωμό. Προς στιγμήν, ανησύχησε. «Τι συμβαίνει αγόρι μου; Έλα, πλησίασε». Ο νεαρός, ολοφάνερα ζαλισμένος, παραπάτησε ως το μέρος του και ξάπλωσε στον καναπέ, χρησιμοποιώντας το κορμί του ως προσκεφάλι. Ο Σεργκέι τον αγκάλιασε. Αυτή η κίνηση έφερε στον νου του θύμησες από τότε που ο μικρός είχε χάσει τους γονείς του. Έτσι έκανε και τότε, όταν είχε κλειστεί στον εαυτό του. Ήταν ο δικός τους σιωπηρός τρόπος επικοινωνίας, η συνήθεια που τους είχε κρατήσει ενωμένους. Καθόντουσαν για ώρα στον καναπέ, χαζεύοντας τους άδειους τοίχους, χαμένοι στις σκέψεις τους. «Δεν έχω ξαναδεί πιο ζωντανό όνειρο παππού», απολογήθηκε ο νεαρός. «Ήταν λες και ήμουν εκεί. Στη συντέλεια του κόσμου». Ο Σεργκέι τον κοίταξε με περιέργεια, ανασηκώνοντας το δεξί του φρύδι. «Στη συντέλεια του κόσμου;» «Του πρώτου κόσμου». Ο ηλικιωμένος άντρας αναστέναξε απαλά. «Και τι είδες δηλαδή;» «Ο κόσμος ήταν φωτιά, ο ήλιος παγωμένος. Ολόγυρα είχε ένα στεφάνι από πάγο. Ένα ουράνιο τόξο τον σκέπαζε. Δεν είναι εύκολο να το περιγράψω… Ήταν τόσο παράξενο. Τα πάντα κινούνταν αρμονικά, με τάξη: οι μέλισσες, τα φύλλα που παρέσυρε ο αέρας. Αν πετούσες κάτι ψηλά, αυτό προσγειωνόταν απαλά, σαν πούπουλο. Το θαλασσινό νερό έμοιαζε με υδράργυρο που κάποιος είχε σκορπίσει. Τεράστιες υδάτινες σφαίρες είχαν γίνει οι ωκεανοί, και ο βυθός κρυβόταν στο κέντρο τους! Τα κύματα ήταν αλλόκοτα. Πήγαιναν μπρος-πίσω, σαν εκκρεμές. Η βροχή… η βροχή ήταν πολύχρωμη! Στράγγιζε στα σταματημένα σύννεφα, κάτω από έναν ουρανό βαμμένο σαν βιτρό. Η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη. Διαυγής. Μύριζε γλυκά, σαν γιασεμί. Μυριάδες άστρα ήταν ορατά τη μέρα. Γυάλινοι ήλιοι που άστραφταν σαν εκτυφλωτικά πετράδια». Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Εικόνες από το όνειρο του μικρού, πυροδότησαν τη φαντασία του. «Ήταν τόσο όμορφα. Τόσο ειρηνικά. Τα πάντα ήταν φτιαγμένα ώστε να διαρκούν. Ώστε να μην φθείρονται στο πέρασμα του χρόνου. Ώσπου εμείς, οι άνθρωποι, κάναμε το αδιανόητο. Αρπάξαμε ό,τι πιο απαγορευμένο. Τότε όλα τα κακά της γης ξεχύθηκαν στον κόσμο. Τα πάντα αφήνιασαν. Ο κόσμος ολόκληρος ξεκίνησε να καταρρέει. Οι όμορφες λευκές φλόγες έσβησαν. Τρόμοι γεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες. Οτιδήποτε έπιανα στα χέρια μου, τριβόταν. Μια μαυρίλα σκέπασε τα πάντα, μια απόκοσμη δίνη. Ξαφνικά άκουσα μια βροντερή φωνή να ραγίζει τα ουράνια: Ο χρόνος αναστράφηκε. Η μέρα που τα πάντα άλλαξαν, είναι σήμερα. Ο Αφανισμός θα σημάνει την εποχή της κάμψης». Ο Σεργκέι τον κοίταξε γεμάτος δυσπιστία. Που στο διάολο τα είχε ακούσει όλα αυτά; Το παιδί του περιέγραφε μια βιβλική καταστροφή. Για αρκετή ώρα δεν μίλησε κανείς, ως συνήθως. Το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούσαν έξω από τα παράθυρα. Ο Εμίν, ήρεμος πια, ακούμπησε στο στήθος του Σεργκέι και κοίταξε το ταβάνι. Η χαρακτηριστική μυρωδιά του οινοπνεύματος που χρησιμοποιούσε ο παππούς του όταν ήθελε να ξυριστεί, μιας και απεχθανόταν τις λοσιόν ξυρίσματος, έφτασε ως τα ρουθούνια του. Η οικειότητα που ένιωσε, τον έκανε αμέσως να αισθανθεί καλύτερα. «Και τι έγινε μετά;» «Με κατάπιε το σκοτάδι. Ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα δάσος. Ένα δάσος που άρχισε να αλλάζει γύρω μου, να μαραζώνει. Ένας μακρύς διάδρομος από σκελετωμένα δέντρα απλώθηκε μπροστά μου. Άρχισε να βρέχει· και το ξεραμένο, γεμάτο ρωγμές χώμα, γέμισε με λάσπες. Άκουγα παντού γύρω μου το νερό να στάζει». Ο νεαρός δίστασε. «Τότε… τότε ήταν που είδα Εκείνη». «Ποια Εκείνη;» «Εκείνη», επανέλαβε όλο νόημα ο Εμίν. Ο Σεργκέι δίστασε. «Την Παναγία εννοείς;» Ο Εμίν ένευσε θετικά. «Η μορφή της ίσα που διακρινόταν μέσα στο μισοσκόταδο. Αμέσως κατάλαβα ποια ήταν. Το νερό δεν την άγγιζε. Οι σκιές τρεμόπαιζαν πίσω της: το δάσος καιγόταν από μια μαύρη φλόγα. Είχε το δεξί της χέρι υψωμένο. Μου απαγόρευσε να πλησιάσω». Ο Σεργκέι ανακάθισε. Δεν είχε τον μικρό για θρήσκο. «Και τι έγινε μετά;» «Με κατέκλυσε το δέος. Έγινα ένα με το χώμα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω. Η θέρμη που εξέπεμπε ήταν βάλσαμο, κι ένιωσα, βαθιά μέσα μου, πως ήταν η μόνη που μπορούσε να με καταλάβει. Ένιωσα ξεγυμνωμένος· από κάθε σκέψη, από κάθε αμαρτία. Άγγιξε το κεφάλι μου, και χαμογέλασε. Το ένιωσα, όπως νιώθεις τον ήλιο να βγαίνει μέσα από τα σύννεφα με τα βλέφαρα σφαλιστά. Τα δέντρα άρχισαν να λυσσομανάνε. Υποκλίνονταν μπροστά της. Ζήτησα συγχώρεση, κι εκείνη, αφού πρώτα στράφηκε πίσω, είπε: Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ. Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει. Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα. Κάψε τη σαρκοφάγο. Τότε όλα μαύρισαν. Για αρκετή ώρα έβλεπα οράματα που δεν είχαν κανένα νόημα. Έπειτα ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Μου πήρε ώρα να συνέρθω». Ο Σεργκέι εξεπλάγην, νιώθοντας τις τρίχες στον σβέρκο να ανασηκώνονται. «Ποια σαρκοφάγο;» ρώτησε. «Τη σαρκοφάγο που βρήκατε με τη γιαγιά Ιβάνα σ’ εκείνον τον αρχαίο, εγκαταλειμμένο φάρο της Μαύρης Θάλασσας, όταν ήσασταν δώδεκα χρονών. Τότε που η γιαγιά έπεσε στον σφραγισμένο τύμβο κάτω από το δώμα και την περιστροφική σκάλα. Στο σημείο που το δάπεδο βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα». «Δεν σου έχω πει ποτέ αυτή την ιστορία! Καλά καλά ούτε εγώ δεν τη θυμάμαι». «Την είδα στο όνειρο, παππού. Αποτυπώθηκε μέσα μου σαν κάτι που έζησα εγώ ο ίδιος». Ο Σεργκέι δεν μίλησε. Δεν ήταν δυνατόν. Θα του την είχε πει σε ανύποπτη φάση η αδερφή του, η Ιβάνα. Έψαχναν έναν φίλο που είχε χαθεί. Έναν φίλο που ποτέ δεν επέστρεψε. Το ποδήλατο του είχε βρεθεί κοντά στον όρμο. Όλοι έψαξαν, μα κανείς δεν βρήκε τίποτα. Όμως εκείνοι ήξεραν. Ήξεραν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον φάρο. Έτσι, ένα πρωινό που έβρεχε, μόλις οι αρχές παράτησαν την υπόθεση, πήγαν να ψάξουν καλύτερα. Η θάλασσα ήταν αγριεμένη και φυσούσε δυνατά. Αυτό όμως δεν τους πτόησε. Ανέβηκαν στην κορυφή, έψαξαν ολόγυρα, κοίταξαν στα βράχια. Δεν βρήκαν τίποτα. Όμως ξαφνικά, όταν ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, το χειρότερο συνέβη: Το δάπεδο υποχώρησε και η Ιβάνα γκρεμίστηκε σ’ έναν κρυφό χώρο που ένας θεός ήξερε πόσο καιρό είχε να ανοιχτεί. Ως και τα ανοίγματα του ήταν σφραγισμένα. Της φώναζαν για ώρα, μα τίποτα δεν ακουγόταν. Είχε λιποθυμήσει. Ήταν πολύ ψηλά για να δοκιμάσουν να κατέβουν να τη βοηθήσουν. Δύο παιδιά έσπευσαν να ζητήσουν βοήθεια, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν και προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν φωνάζοντας. Τότε εκείνη ξύπνησε, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να κολλήσει στον τοίχο και να ουρλιάζει τρομοκρατημένη. Λίγο πριν λιποθυμήσει ξανά, φώναξε πανικόβλητη: Η σαρκοφάγος! Άνοιξε! Τρέξτε, τρέξτε να σωθείτε! Όταν έφτασαν τα διασωστικά συνεργεία, το μόνο που βρήκαν ήταν την Ιβάνα να κείτεται αναίσθητη μέσα στη στάχτη. Δεν υπήρχε καμία σαρκοφάγος. Στο νοσοκομείο δεν θυμόταν τίποτα, παρά έναν απροσδιόριστο τρόμο που τριβέλιζε στις άκρες του μυαλού της. Από τότε, άλλαξε. Έγινε σκληρόκαρδη. Μοναχική. Δεν χαμογελούσε, εκμεταλλευόταν τους πάντες, και ξέχασε τι πάει να πει συμπόνια. Αποξενώθηκε απ’ όλους. Παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία έναν ηλικιωμένο τραπεζίτη που πνίγηκε στη θάλασσα δυο χρόνια μετά τον γάμο. Το μόνο που την ένοιαζε πια ήταν, είτε να συγκεντρώνει πλούτη ,είτε να χαίρει της εύνοιας εκείνων που βρίσκονταν σε θέση εξουσίας, ως η μοναδική κληρονόμος των Βάλντας που είχε πραγματικά προκόψει. Μετά τον ξαφνικό θάνατο των αδερφών τους, έλαβε ολόκληρη την οικογενειακή περιουσία γιατί ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος με το να προσπαθεί να απεξαρτηθεί από την κοκαΐνη. Έφυγε από την Οδησσό, αποτραβήχτηκε στα ανατολικά Καρπάθια Όρη, στο χωριό Παλιανίυτσια. Αγόρασε ένα αρχοντικό, κι ένα παλιό αποστακτήριο βότκας από έναν χρεωκοπημένο παραγωγό, κι έκτοτε διέμενε εκεί, απομονωμένη, μακριά από τη βαβούρα του Κίεβου ή τη λιακάδα της Οδησσού όπου είχαν μεγαλώσει. «Παππού, δεν θέλω να μείνουμε με τη γιαγιά. Δεν θέλω να φύγουμε από την Οδησσό», παρακάλεσε ο Εμίν. Ο Σεργκέι αναστέναξε. «Το ξέρω αγόρι μου. Δεν γίνεται όμως. Έχουμε σοβαρά οικονομικά προβλήματα». Το παιδί έσκυψε το κεφάλι. «Είμαστε τυχεροί που προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει. Είναι κάτι που δεν συνηθίζει να κάνει». «Τι να κάνουμε εκεί; Είναι το πιο μουντό και καταθλιπτικό μέρος σ’ ολόκληρη την Ουκρανία». «Είναι πάμπλουτη. Τη χρειαζόμαστε. Θα κάνεις υπομονή έναν χρόνο. Θα στρωθείς στο διάβασμα και θα πάρεις την υποτροφία. Έπειτα μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου όπως ακριβώς επιθυμείς». Ο Εμίν δεν μίλησε. Το στήθος του πλάκωνε ένα βάρος. Ένα όρνεο σας περιτριγυρίζει. Τελικά, δεν άντεξε: ξεφούρνισε αυτό που είχε στο μυαλό του. «Παππού;» «Ναι;» «Τη φοβάμαι τη γιαγιά». Ο Σεργκέι δίστασε. «Τι φοβάσαι δηλαδή;» «Φοβάμαι τον τρόπο που με κοιτάει». Ο Σεργκέι στράφηκε να τον κοιτάξει. Σοβαρολογούσε. «Πως σε κοιτάει δηλαδή;» ρώτησε, νιώθοντας άβολα ξαφνικά. «Με λαχτάρα. Σαν να ανυπομονεί να μείνει μόνη μαζί μου». *** Στον δρόμο για το πέρασμα Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο Εμίν έπαιζε με τον παλιό Zippo του μπαμπά του. Δεν κάπνιζε, όμως επειδή ήξερε πόσο πολύ εκείνος αγαπούσε τον αναπτήρα του, όντας μανιώδης καπνιστής από μικρή ηλικία, δεν τον αποχωριζόταν ποτέ. Ήταν το μοναδικό αντικείμενο που του είχε μείνει από εκείνους. Όλα τα υπόλοιπα τα είχαν πάρει οι τράπεζες. «Παππού, θα μας φτάσει η βενζίνη;» Ο Σεργκέι σκυθρώπιασε, προσπαθώντας να αγνοήσει το καντράν. «Το ελπίζω. Μόνο κάτι ψιλά μας έχουν απομείνει». Χαϊδεύοντας αφηρημένα τα γένια του, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Οι βουνοκορφές των Καρπαθίων ήταν εκθαμβωτικές: τα πρώτα χιόνια είχαν ντύσει τις κορυφές στα λευκά. Διάφανα νέφη ομίχλης αιωρούνταν χαμηλά, κρύβοντας το πέρασμα στις σκιές και τη θολούρα μιας καταποντισμένης στο βαθυπράσινο χρώμα χώρας. Βρισκόντουσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ουκρανίας, σ’ ένα από τα πιο παρθένα μέρη της Ευρώπης. Είχαν ταξιδέψει μέσα από πυκνά δάση, από δρόμους σκιερούς, κάτω από απότομες πλαγιές που στεφάνωναν τα μονοπάτια με συστάδες από αρχαία έλατα και ρηχές λιμνούλες, θορυβώδη ποτάμια και κρυφούς καταρράκτες. Ως και μια αρκούδα συνάντησαν νωρίς το μεσημέρι, να τους κοιτάει ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων, καθώς επεξεργαζόταν το κουφάρι ενός λύγκα που μόλις πρόσφατα είχε ψοφήσει. Από τη στιγμή που πέρασαν το Ιβάνο-Φρανκίφσκ, ο καιρός χάλασε. Ο ήλιος κρύφτηκε, τα χρώματα πήραν να μουνταίνουν. Ένα ψιλόβροχο έφερε ο νοτιάς, θάβοντας τα βουνά μέσα στην καταχνιά του απομεσήμερου. Φτάνοντας στο Παλιανίυτσια, δεν συνάντησαν ψυχή. Το χωριό έμοιαζε ερημωμένο. Η καρδιά του Εμίν βούλιαξε από απογοήτευση. Ήταν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Από μακριά διέκριναν το παλιό αρχοντικό, που ορθωνόταν άκαμπτο στην κορφή του λόφου. Στο λιβάδι της ανατολικής πλαγιάς, αντίκρισαν το εγκαταλειμμένο αποστακτήριο: ένα ογκώδες κτίριο κτισμένο από πλίνθους και ξύλινα πατώματα. Τα σιδερένια παράθυρα είχαν μαυρίσει από τις αναθυμιάσεις. Τα ανοίγματα του υπογείου ίσα που διακρίνονταν ανάμεσα στο ψηλό χορτάρι και τα παρατημένα καδρόνια. Παρκάροντας το αυτοκίνητο στην αυλή, ο Εμίν ένιωσε να ζαλίζεται. Το κρύο ήταν ανυπόφορο. Ένα θεόρατο νέφος ομίχλης κατέβαινε από το βουνό. Η Ιβάνα τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού, με τα χέρια σταυρωμένα. Μόλις την είδε, η καρδιά του Εμίν σφίχτηκε. Το πρόσωπο της ήταν χλωμό, άκαμπτο, κι όπως πάντα, αντιπαθητικό. «Γεια σου αδελφή. Χρόνια έχουμε να ανταμώσουμε», είπε ο Σεργκέι. «Σιμώστε, μπείτε μέσα», απάντησε εκείνη. «Ο καιρός άλλαξε. Σε λίγο θα νυχτώσει». Εκείνοι δεν μίλησαν. Μπήκαν μέσα στο παλιό αρχοντικό και μια παγωνιά τους τύλιξε. Το σκοτάδι έσπευσε να τους υποδεχτεί· μπαλώματα αιωρούμενης σκόνης παρασύρθηκαν από το ρεύμα του αέρα που είχε τρυπώσει μέσα από την ανοικτή πόρτα. Η Ιβάνα έκλεισε την είσοδο με πάταγο, και χωρίς να βγάλει άχνα, σύρθηκε ως το παράθυρο. Κοιτούσε αμίλητη, με σκεπτικό ύφος, την καταχνιά που τύλιγε το Παλιανίυτσια, λες και είχε ξεχάσει τους επισκέπτες που μόλις είχαν μπει στο σπίτι της. Στον Εμίν έκανε εντύπωση πόσο τρομακτικά γερασμένη έδειχνε, κι ας ήταν μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη από τον Σεργκέι. Ούτε ένα φως δεν ήταν ανοικτό στο σπίτι. «Αντάρα έρχεται πάντα με την άπνοια», ανακοίνωσε τελικά βραχνά, σε δυσοίωνο τόνο. «Σαν να φέρνει κακό αυτή η ομίχλη». Ο Σεργκέι έριξε μια ματιά στον εγγονό του. Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. «Μη λες τέτοια. Τρομάζεις το παιδί». Η Ιβάνα χαμογέλασε ψεύτικα. Τα δόντια της ήταν χαλασμένα. «Ελάτε, μη χολοσκάτε», είπε τάχα αμέριμνα, βαδίζοντας στο βάθος του διαδρόμου. «Ετοίμασα κάτι ειδικά για την περίσταση. Τσάι δικής μου έμπνευσης. Τίποτα καλύτερο έπειτα από ένα μακρύ ταξίδι. Μόλις πιείτε, θα νιώσετε ξαλαφρωμένοι». Το ισόγειο του αρχοντικού ήταν ζοφερό, γεμάτο μούχλα και υγρασία. Είχε να ζεσταθεί για χρόνια. Ο Σεργκέι και ο Εμίν κοιτάχτηκαν μεταξύ τους επιφυλακτικά, γεμάτοι απορία. Ήταν κανονικό αχούρι. Δεκάδες κλουβιά κείτονταν σκεπασμένα στο σαλόνι, ανάμεσα από σκουπίδια και παρατημένα σκουριασμένα αντικείμενα. Η Ιβάνα πλησίασε και ξεσκέπασε ένα από δαύτα. Ο κούκος που βρισκόταν μέσα στο κλουβί άρχισε να κρώζει δυνατά. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές ξεσηκώθηκαν και τα υπόλοιπα πουλιά. Έκρωζαν τόσο δυνατά, που ο Εμίν ξέχασε πως βρισκόντουσαν σε σπίτι και όχι σε πτηνοτροφείο. Το δάπεδο ήταν λερωμένο από τα περιττώματα τους. Το σαλόνι βρωμοκοπούσε. Η Ιβάνα σκέπασε ξανά το κλουβί και απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς την κουζίνα. «Τι στο διάολο…» μουρμούρισε ο Σεργκέι. «Πως ζεις έτσι; Γιατί έβαλες τους κούκους μέσα στο σπίτι;» Η Ιβάνα τον κοίταξε, παρατεταμένα, και δεν απάντησε. «Για συντροφιά», είπε τελικά. «Νιώθω οικειότητα μαζί τους. Με συγκινεί το κάλεσμα τους». Ο Εμίν ένιωσε τα μηνίγγια του να σφυροκοπάνε. Η παρουσία της γιαγιάς του προκαλούσε ανασφάλεια, αμηχανία. Όλα τα ένστικτα τον προειδοποιούσαν: κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί της. Ο Σεργκέι δίπλα του δεν μίλησε, βαθιά προβληματισμένος. Ήδη είχε αρχίσει να μετανιώσει την απόφαση του να δεχτούν τη βοήθεια της. Η απομόνωση τόσων χρόνων, προφανώς, είχε πειράξει τα λογικά της. «Ποιος ξέρει γιατί;» αναρωτήθηκε εκείνη φωναχτά. «Ίσως γιατί είναι καταδικασμένα από γεννησιμιού τους να επιβιώνουν μοναχά τους στην εξορία. Πλάσματα εγκαταλειμμένα, παρατημένα από τους γονείς τους ώστε να μεγαλώσουν σε φωλιές ξένες. Κάνουν τα πάντα για να επικρατήσουν. Τίποτα δεν τα σταματάει… σπρώχνουν τα ετεροθαλή αδέλφια έξω από τη φωλιά, αρπάζουν πρώτα το φαγητό που φέρνουν οι θετοί γονείς, δυναμώνουν πιο πολύ». Η Ιβάνα χασκογέλασε, καθώς καθόταν με κόπο στο τραπέζι της κουζίνας. Το τσάι μοσχοβολούσε. «Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως τα ξένα πουλιά δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος τους, ούτε το πόσο αταίριαστα είναι σε σχέση με τους υπόλοιπους νεοσσούς. Δεν αντιλαμβάνονται τι τέρατα, τι δολοφόνους, μεγαλώνουν εις βάρος των αληθινών παιδιών τους». «Ιβάνα, είμαστε κουρασμένοι», διέκοψε ο Σεργκέι, κάνοντας ήδη σκέψεις για το ποια δικαιολογία θα έβρισκε για να έφευγαν την επομένη, ζητώντας ταυτόχρονα και δανεικά. «Που να αφήσουμε τα πράγματα;» «Στον πάνω όροφο. Θα είναι όλος δικός σας», είπε εκείνη, χαμογελώντας. «Άιντε: πιείτε. Θα κρυώσει». Ο Εμίν έβαλε το φλιτζάνι στο στόμα, όσο ο Σεργκέι έπινε δύο γουλιές για να μην θίξει την αδελφή του. Μια μεθυστική μυρωδιά τον τύλιξε, όμως διάλεξε να μην βρέξει καν τα χείλη. Μην πιεις από το χέρι του δράκοντα. «Ώρα για ύπνο», πρόσταξε εκείνη τραχιά. «Εδώ κοιμόμαστε νωρίς. Καλό θα ήταν να κάνετε κι εσείς το ίδιο». *** Ο Εμίν πετάχτηκε από τον ύπνο του αλαφιασμένος. Στο αρχοντικό βασίλευε πηχτό σκοτάδι. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο. Όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Μια ανυπόφορη μυρωδιά πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Καμένο μέταλλο· λες και ρινίσματα τροχισμένου σιδήρου είχαν μολύνει τον αέρα. Το παιδί πήγε ως το δωμάτιο του Σεργκέι. Ήταν άδειο. Μην βγάζοντας άχνα, κατέβηκε στο ισόγειο. Τα κλουβιά ήταν αδειανά, η εξώθυρα ανοικτή. Ίχνη λάσπης εντόπισε στο κατώφλι. Τα φώτα του αποστακτηρίου ξεχώριζαν σαν φάρος στη συννεφιασμένη νύχτα, γύρω από μια θάλασσα από χόρτα που λικνίζονταν αδιάκοπα κάτω από το απαλό χάδι του αγέρα. Το παιδί κατέβηκε το μονοπάτι, μπήκε στο παμπάλαιο κτίσμα, κι αφού πέρασε τα στοιβαγμένα, γεμάτα βότκα βαρέλια, βρήκε την πόρτα που οδηγούσε στο κελάρι. Εκεί βρήκε κι άλλα ίχνη. Με την καρδιά του να βροντοχτυπάει, κατέβηκε την σκάλα κι έφτασε στο υπόγειο. Οι ήχοι από πάνω σίγασαν, πνίγηκαν στη σιωπή. Μόνο τα σκαλοπάτια που έτριζαν ακούγονταν. Η κατάβαση τον έκανε να νιώσει πως βυθιζόταν σ’ έναν κόσμο που βρισκόταν παρακάτω από τον δικό τους. Στην αποθήκη διέκρινε μια στητή, ακίνητη μορφή που έγερνε πάνω από ένα μακρύ κιβώτιο. Ήταν ξύλινο, και σκαλισμένο, θυμίζοντας αρχαία σαρκοφάγο. Η Ιβάνα στεκόταν όρθια πάνω από την ξαπλωμένη μορφή του Σεργκέι. Ένας απαίσιος ήχος ακουγόταν. Το υπόγειο κατακλυζόταν από μια ανυπόφορη ξινή σαπίλα, ανάκατη με εκείνη την παράξενη μεταλλική οσμή. «Παππού!» φώναξε το παιδί, τρέμοντας. «Φύγε από πάνω του! Τι κάνεις;» Η Ιβάνα δεν κουνήθηκε. Στεκόταν ακίνητη σαν μαριονέτα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το σκοτάδι που την τύλιγε. Η σκιά της ορθώθηκε πανύψηλη. Ο Εμίν αναγκάστηκε να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω για να την αντικρίσει. Ίσα που χωρούσε στο υπόγειο. Στο βάθος, το κορμί του Σεργκέι, σε πλήρη αποσύνθεση πια, σφάδαζε. Το παιδί, έβαλε τα κλάματα. Όχι, όχι παππού. Τον κατέκλυσε η φρίκη. Ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. «Τι είσαι;» ρώτησε ξεψυχισμένα. Μάτια ψεύτικα, γυάλινα, εχθρικά, έλαμψαν απόκοσμα. Τα τοιχώματα του υπογείου ράγισαν. Αόρατα άκρα χώθηκαν στις σχισμές του τοίχου. Μια απαίσια σκιώδη μορφή που έμοιαζε με Μαντώδες έντομο τον σκέπασε, λες και ήθελε να τον καταβροχθίσει. Η μαυρίλα που την τύλιγε, κρεμόταν σαν σάρκα σαπισμένη. Η φωνή που ακούστηκε, έβγαινε μέσα από τα σπλάχνα της Ιβάνα. Η γερόντισσα ακόμη στεκόταν παγωμένη πάνω από το πτώμα του Σεργκέι. Απόκοσμοι μεταλλικοί θόρυβοι ακουγόντουσαν μέσα από τα έγκατα της γης. «Δεν ήπιες, τελικά, ε;» Ο Εμίν σωριάστηκε ανήμπορος στο δάπεδο. Ό,τι κι αν ήταν αυτό το πλάσμα, έμοιαζε να είναι καμωμένο από σκοτάδι, και τον είχε πλακώσει σχεδόν ολόκληρο. «Τι είσαι;» επανέλαβε, γεμάτος φρίκη. «Σε βλέπω!» Ο αέρας τρεμούλιασε. «Είμαι μια από τους δευτερόπλαστους», σφύρισε σαν φίδι. «Εσύ, ξέρεις τι είσαι;» Το παιδί άρχισε να τρέμει. Τα αναφιλητά, και ο τρόμος που τον είχε κατακλύσει, είχαν κλέψει τη φωνή του. «Παιδί του Κάιν. Παιδί της Εύας. Φορέας της επιδημίας που λέγεται απληστία». Ο Εμίν άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω. Τα νύχια του μάτωσαν. Η παγερή, μιαρή ανάσα που τον τύλιξε, ήταν σκέτο δηλητήριο. «Ήρθα από μακριά. Ζούσα για χρόνια από κάτω. Κάτω από το θέατρο που έχετε στήσει. Ζούσα από τις ακαθαρσίες, τα περιττώματα σας. Από τα πτώματα σας. Σας έβλεπα να αλληλοσπαράζεστε, έκανα υπομονή στην εξορία». Μεταλλικά νύχια καμωμένα σαν μαύρα αγκίστρια απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του. Ο Εμίν έκλεισε τα μάτια και κλαψούρισε, περιμένοντας ένα χτύπημα που ποτέ δεν ήρθε. «Πόσο σας μισώ! Μας κυνηγήσατε τότε, στην αρχή. Τώρα… τώρα εμείς οι λίγοι που έχουμε απομείνει, επιστρέφουμε τη χάρη». Το παιδί ούρλιαξε, νιώθοντας να χάνει το μυαλό του. «Φύγε από πάνω μου!» Ένα αόρατο δίχτυ τυλίχτηκε γύρω του. Κάθε διέξοδος είχε αποκλειστεί. Η σκιά τρεμούλιασε από αγαλλίαση. Ο Εμίν κοίταξε γεμάτος φρίκη το άψυχο σώμα του Σεργκέι που εκείνος ο γίγαντας είχε απομυζήσει. «Τι θα μου κάνεις;» Ένα υποχθόνιο γέλιο απλώθηκε στο υπόγειο. «Ω, όχι, όχι, δεν θα τραφώ από εσένα. Εσένα σε θέλω για παιδί μου», είπε. «Εσείς χρησιμοποιείτε τη γέννηση για να διαρκέσει η γενιά σας· εμείς, το μίασμα». Ο Εμίν ένιωσε να του κόβονται τα γόνατα. Πανικόβλητος, άρχισε να ψαχουλεύει στις τσέπες. Εκεί βρισκόταν μονάχα ο παλιός Zippo του μπαμπά του. Οι σκιές στα πέρατα του χώρου άρχισαν καίνε. Το ψύχος που κατέκλυσε ξαφνικά το κελάρι, πάγωσε το αίμα του. «Άσε με να φύγω», ικέτευσε. «Εσείς μας κάνατε έτσι. Εσείς φταίτε για όλα», τον κατηγόρησε η φωνή. «Κλέψατε από τον Πυρήνα της Γνώσης. Μολύνατε τον χρόνο. Αυτό που είχε σκοπό να πλάθει, άρχισε να καταστρέφει. Μας ρημάζει όλους. Μας σαπίζει εκ των έσω». Ο Εμίν άρχισε να κοιτάει τριγύρω του, σαν εγκλωβισμένο θηρίο. Μόνο βαρέλια έβλεπε και ξύλινα κιβώτια. «Μας κάνατε εκτρώματα», συνέχισε η φωνή. «Κι από τη στιγμή που ενωθήκαμε με την άβυσσο, γίναμε σκοτάδι». Ο Εμίν ένιωθε την καρδιά του να είναι έτοιμη να σπάσει. Έπρεπε να κάνει κάτι αμέσως. Ήταν όλα ή τίποτα. «Εσείς οι πρωτόπλαστοι, σε κάθε αναπαραγωγικό κύκλο, δέχεστε μια καινούρια ψυχή που βοηθάει τη γενιά σας να διαρκέσει. Εμείς ποτέ δεν είχαμε αυτό το προνόμιο. Πρέπει να κλέψουμε για να μην χαθούμε. Γέρικα εξόριστα πνεύματα είμαστε, που πασχίζουν να επιβιώσουν σε κορμιά που δεν μας ανήκουν, από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος». Το παιδί δεν μίλησε. Ανασηκώθηκε και στύλωσε τα πόδια του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Τα χέρια του έτρεμαν. Άθελα του, εστίασε το βλέμμα στο περίγραμμα της μορφής που διαγραφόταν στο σκοτάδι. Κομμάτια λιπαρής μαύρης σάρκας κρέμονταν από τα άκρα της. Το πλάσμα αντιλήφθηκε την απέχθεια του. «Αποσυντιθέμεθα υπερβολικά γρήγορα. Ο χρόνος είναι δηλητήριο για εμάς. Όμως, ευτυχώς, υπάρχουν τρόποι για να κρατηθούμε στη ζωή. Παρασιτώντας εις βάρος των αγαπημένων υιών. Ασελγώντας στα κορμιά τους· καπηλεύοντας τις ψυχές τους, κλέβοντας χρόνια από τις ζωές τους. Όταν έρχεται η ώρα να αφήσουμε το λείψανο, αν δεν βρούμε κάποιον άλλο ξενιστή, πέφτουμε σε καταστολή. Αφήνουμε τη σαρκοφάγο να επωάσει σε άλλη φωλιά». Ένα μαύρο γλοιώδες κεντρί ορθώθηκε πάνω από τον Εμίν. Το κορμί της Ιβάνα άρχισε να σπαρταράει. Ο Εμίν δεν έχασε την ευκαιρία: κλωτσώντας τα μισάνοιχτα βαρέλια που βρίσκονταν γύρω του, έχυσε μεγάλη ποσότητα βότκας στο δάπεδο. Ένας βαθύς κρότος ακούστηκε. Τα ξύλινα δοκάρια έτριξαν. Οι πτυχές του σκότους ζάρωσαν ακόμη περισσότερο. Ο αέρας συσπάστηκε, και το παιδί ένιωσε μια εμετική υγρασία να μουσκεύει το πρόσωπο του. «Μην τολμήσεις! Θα σε γδάρω», βρυχήθηκε η φωνή, και αθέατα γαμψά μεταλλικά νύχια άστραψαν. Νύχια που η παραμικρή επαφή με τον αέρα τα έκαναν να τρίβονται. Σαγόνια άνοιξαν διάπλατα. «Μη με αναγκάσεις να σε μαγαρίσω». Ο Εμίν άναψε για τελευταία φορά τον αναπτήρα του μπαμπά του. Ούτε ο ίδιος δεν περίμενε το υπόγειο να τυλιχθεί τόσο γρήγορα στις φλόγες. Η μορφή αναρίγησε και άρχισε να σφαδάζει από τον πόνο. Σαν καπνός υποχώρησε για να κρυφτεί στη σαρκοφάγο. Η ξαφνική έκρηξη που ακολούθησε, καθώς η φωτιά απλώθηκε από τα κανάλια προς τις ανοικτές δεξαμενές του συλλέκτη, έριξε τον Εμίν φαρδύ πλατύ στο πάτωμα. Η άκαμπτη μορφή της Ιβάνα που καιγόταν ζωντανή, όρθια, δίχως να βγάζει άχνα, ίσα που διακρινόταν πίσω από τις φλόγες. «Παππού!» φώναξε ο Εμίν, θρηνώντας. Η φωτιά μαινόταν γύρω του. Οι αναθυμιάσεις λίγο έλλειψε να τον κάνουν να λιποθυμήσει. Με μάτια δακρυσμένα, βήχοντας, ανασηκώθηκε κοιτώντας ανήμπορος τις φλόγες να κατατρώγουν τα πάντα. Δεν υπήρχε τρόπος να πλησιάσει. Ξαφνικά, νόμισε πως διέκρινε μια μαυροντυμένη μορφή να στέκεται όρθια στο βάθος, έχοντας σηκωμένο το δεξί της χέρι. Από κείθε πάνε άλλοι, όχι εσύ. Ο Εμίν άρχισε να κλαίει σπαρακτικά, σαν μικρό παιδί. Όμως, ο πυκνός καπνός που φλόμωνε το πρόσωπο του, και η πυρκαγιά που θέριευε γύρω του, τον επανέφεραν στα συγκαλά του. Τα σαπισμένα δοκάρια της οροφής λύγισαν, άρχισαν να υποχωρούν τρίζοντας. Το ξύλινο δάπεδο του ισογείου λαμπάδιασε· οι φλόγες απλώθηκαν πάνω από το κεφάλι του σαν κύμα. Μαζεύοντας το κουράγιο του, άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες για να σώσει τη ζωή του. Λίγο πριν φύγει για πάντα από εκείνο το καταραμένο μέρος, στράφηκε να κοιτάξει τη σαρκοφάγο. Μια ελαιώδης σφαίρα είχε γίνει πια η σκιά, μια μαύρη σφαίρα που συρρικνωνόταν, έτοιμη να χαθεί στην ανυπαρξία. ‘Από τη στιγμή που ενώνεσαι με την άβυσσο, γίνεσαι σκοτάδι,’ σκέφτηκε αναρριγώντας. Ποτέ δεν κατάλαβε με ποιόν τρόπο τα πόδια του τον οδήγησαν τελικά έξω στο λιβάδι. «Και μείνε εκεί για πάντα», ψιθύρισε άψυχα, βαθιά κλονισμένος, πριν λιποθυμήσει από τη φρίκη και τη στεναχώρια, και τα πάντα σβηστούν από το μυαλό του, σαν κάτι που είχε ζήσει κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος. Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.doc Από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη νέος.pdf
  15. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Τζον Παπατζον Είδος: Comedy Fantasy Βία; Ελάχιστη Σεξ; Μακάρι να είχε. Αριθμός Λέξεων: 3998 (205 η εισαγωγή) Αυτοτελής; Το ελπίζω Σχόλια: Είναι η συμμετοχή μου για το Write off #90 με εισαγωγή της elgalla. Το κείμενο αυτό μη το πάρετε στα σοβαρά. Εγώ δεν το πήρα και το απόλαυσα ❤️ Όταν ήμουν φοιτητής, γούσταρα μια ελληνοαμερικάνα γκόμενα, τη Τζωρτζίνα. Είχε ωραίο κώλο και μια φωνή σαν να 'χε μόλις τελειώσει το σεξ. Τη δική μου την παρέα δεν την καταδεχόταν ιδιαίτερα - δεν μας ενέκρινε, με τα σκισμένα μας τζιν και τα ταλαιπωρημένα μας παπούτσια, με τα μακριά μας μούσια και τα άχαρα, ψηλόλιγνα κορμιά μας. Παρ' όλα αυτά, εγώ ήμουν καψούρης και, κάποια στιγμή, μάζεψα τα κουράγια μου και της ζήτησα να βγούμε για ένα ποτό. Εκείνη γέλασε και μου είπε, σε σπαστά ελληνικά: "όταν παγκώσει Κόλαση". Και, χωρίς να μου δώσει περαιτέρω σημασία, γύρισε και συνέχισε να μιλάει στη διπλανή της. Χειρότερη χυλόπιτα δεν είχα φάει ως τότε, ούτε έφαγα ποτέ στα χρόνια που ακολούθησαν. Άλλαξα, βέβαια, κι εγώ. Κυρίλεψα. Έκοψα τα μούσια, άρχισα γυμναστήριο, έβγαλα τα σκισμένα τζιν και τα τρύπια παπούτσια. Έπιασα και δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο. Αλλά την πίτα που μου σέρβιρε η Τζωρτζίνα δεν την ξέχασα. Έτσι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω μόλις άκουσα στις ειδήσεις ότι η Κόλαση είχε όντως παγώσει και ορδές ξενιτεμένων δαιμόνων έφταναν στην Ελλάδα για να απολαύσουν τον ήλιο της Μεσογείου και τους σαράντα δύο βαθμούς Κελσίου που είχαμε, μέσα Ιούλη, ήταν να την ψάξω και να της ξαναζητήσω εκείνο το ραντεβού. Βέβαια αντιμετώπιζα δύο βασικά προβληματάκια για να καταφέρω να ζητήσω εκείνο το ραντεβού. Πρώτο και σημαντικότερο, δεν είχα ιδέα που βρισκόταν. Στο φατσομπουκ άφαντη – μα είναι δυνατόν να μην είχε λογαριασμό; Ρώτησα γνωστούς, φίλους, άχρηστα κορμιά που τη γούσταραν κι έφαγαν χειρότερες χυλόπιτες κι από εμένα, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα. Κι άντε τώρα να ψάχνεις να βρεις γκόμενα Τζωρτζίνα – και μάλιστα από την Αμερική. Δεύτερο πρόβλημα, εξίσου σημαντικό με το πρώτο, ήταν ο παρλαπίπας δαίμονας που είχα μπροστά μου και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί με τίποτα. Φορούσε μπλούζα “Hell is a place on earth” με κάτι κέρατα ντυμένα με μοβ γιρλάντες, ξεκούμπωτη βερμούδα στην οποία έπεφτε το μάτι μου φοβούμενος τι θα πεταχτεί από εκεί μέσα καθώς και άσπρες κάλτσες με σαγιονάρα. Ο εφιάλτης ενός ταξιδιωτικού πράκτορα, μετουσιωμένος μπροστά μου. «Και που λέτε, κύριε...» «Δερμιτζόγλου. Ηλίας Δερμιτζόγλου» «Αυτό. Θέλω ένα μέρος στο οποίο να μπορέσω να χαλαρώσω. Να απολαύσω την κάψα του καλοκαιριού, το ζεστό σαλέπι που θα πίνω κάτω από τους 40 βαθμούς ντάλα, την λεπτή, καυτή αμμουδιά που θα μου γαργαλάει το δέρμα, το-» «Ναι, κύριέ μου, το κατάλαβα. Δεν χρειάζομαι λεπτομέρειες. Θέλετε την Κόλαση επί της γης». «Αυτός είσαι!» Δύο πράγματα συνέβησαν τότε. Ο δαίμονας σηκώθηκε απότομα να μου σφίξει το χέρι και κάτι μακρύ, κόκκινο που μιλούσε πετάχτηκε από το παντελόνι του κι εγώ έσπασα την οθόνη του υπολογιστή μου την ώρα που έψαχνα παράθυρο να φύγω. Το μηχάνημα αφαιρέθηκε από τον μισθό μου, ο δαίμονας πήρε προσφορά πακέτο για την εξωτική Ύδρα κι εγώ έμεινα με το πουλί (όχι αυτό που μιλούσε, το δικό μου) στο χέρι. Έπρεπε να βρω την Τζωρτζίνα επειγόντως... Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να τριγυρίσω στα στέκια που σύχναζα σαν φοιτητής. Το «Περπατημένο» είχε κλείσει, εκεί που κάποτε έβλεπες κόσμο να μπαινοβγαίνει και να τρεκλίζεται μεθυσμένος, ισορροπούσαν ξεχαρβαλωμένες πόρτες και σάπια παράθυρα, στολισμένα με απανωτά γκραφίτι. Είχα περάσει μερικά από τα καλύτερα βράδια μου σ' εκείνο το μαγαζί. Στεκόμουν στην γωνία του δρόμου και το παρατηρούσα όταν ένιωσα ένα ρεύμα βρώμας να με κατακλύζει. Γύρισα κι αντίκρισα τον... «Τάκη; Τι κάνεις ρε ψυχή;» θα έλεγα αν αυτή η φορητή μάζα μικροβίων θύμιζε καθόλου τον Τάκη που ήξερα από τα φοιτητικά χρόνια. Το μοναδικό που του έφερνε λίγο ήταν το απροσδιόριστου μήκους μαλλί ράστα, το οποίο πρέπει να είχε φτάσει τα δύο χιλιόμετρα μήκος και περνούσε μέσα από άλλες πύλες για να επανέλθει στον κόσμο μας. Αντ' αυτού, λοιπόν, απλά τον κοίταξα με ένα συμπονετικό – πλην απεχθές – βλέμμα κι άρχισα να ψάχνω τις τσέπες μου ελπίζοντας να (μην) βρω τίποτα ψιλά. «Ηλία;» Αυτός δυστυχώς με θυμόταν. Τον κοίταξα καλά, ίσιωσα τα γυαλιά που δεν φόραγα, έκανα ένα βήμα πίσω για να αντέξω τη μπόχα κι άνοιξα τα χέρια μου. «Τάκη, εσύ, ρε παλιόφιλε; Χρόνια και ζαμάνια!» Ο Τάκης όρμησε στην αγκαλιά μου κι εγώ απέκτησα καινούργια χλωρίδα και πανίδα σε όλο μου το κορμί. Μετά από δύο σφιχτούς εναγκαλισμούς, τον έδιωξα απαλά κι υποσυνείδητα αποφάσισα να κάψω τα ρούχα μου όταν γυρίσω σπίτι. «Πού να 'μαι, ρε Ηλία. Περιφέρομαι σαν την άδικη κατάρα. Τουλάχιστον, με τόσους δαίμονες τώρα τριγύρω, λες να βρεθεί κανένας να με ρίξει κάπου;» Ξεράθηκε στα γέλια μόνος του κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω το αστείο. Θα ήταν ένα απ' αυτά τα καθυστερημένα που γυρόφερναν τελευταία κι είχαν βγει με την έλευση των δαιμόνων – κάτι του στυλ «Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο Βελζεπρρρουλης». «Καλό, πετυχημένο», ομολόγησα στον ηλίθιο φίλο μου, «πάντως μία χαρά σε βλέπω. Δεν άλλαξες καθόλου». «Γαμάω πολύ, Ηλία, γι' αυτό». Πρέπει να τον κοίταγα σαν χάνος για αρκετή ώρα καθώς είχε αρχίσει να κουνάει τα χέρια του μπροστά μου, σαν τροχονόμος. Μετά έβαλα εγώ τα γέλια. «Κι αυτό ανέκδοτο με τους δαίμονες είναι;» Με κοίταξε με σοβαρό ύφος. Για μία στιγμή νόμιζα ότι θα μου έβγαζε κάνα μαχαίρι, δεν είναι να παίζουμε μ' αυτά, από τότε που κυρίλεψα είχα χάσει την παλιά, αναρχική μου φύση. Μετά χαμογέλασε συγκαταβατικά, μου έδειξε ένα πεζούλι να καθίσουμε και πήρε ύφος έμπειρου μπήχτη που θα μοιραζόταν το μυστικό του. Αράξαμε δίπλα στην είσοδο του «Περπατημένου» σαν δύο παλιοί φίλοι που έτυχε να βρεθούν μετά από καιρό κι αναπολούσαν γκόμενες, ξύδια, φραπέδες και βουτιές στο συντριβάνι. «Που λες, φίλε Ηλία, τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει στην ζωή μας. Η ξαφνική εισβολή των δαιμόνων συντάραξε τα θεμελιώδη δεδομένα της απολυταρχικής και υπερκαταναλωτικής κοινωνίας στην οποία ζούμε». Το στόμα του Τάκη ανοιγόκλεινε κι εγώ το μόνο που άκουγα ήταν τον καθηγητή μου, στο δεύτερο έτος της σχολής, να μου αναλύει τι σχέση είχε το Μανιφέστο του Μαρξ με το κύπελλο του ΠΑΟΚ. «Τάκη, έχω κόψει τα ναρκωτικά εδώ και αρκετό καιρό. Δεν κόβεις κι εσύ τις μαλακίες να μου πεις αυτό που θες;» Σοβάρεψε, ρεύτηκε δύο φορές δίνοντας μου μία γερή τζούρα από χαλασμένο αυγό και Μαλαματίνα και με κοίταξε. «Οι δαίμονες έφεραν τα πάνω κάτω. Οι γυναίκες – κι οι άνδρες, δεν κάνω διακρίσεις – νιώθουν ότι πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία. Μπορεί αυτοί να θέλουν μόνο καυτά σαλέπια και καπουτσίνους στις παραλίες μας, αλλά ο παραλογισμός της θρησκείας είναι σε τρελή έξαρση. Ο κόσμος τελειώνει, οι ζωές μας τελειώνουν, όλοι θέλουν να γαμήσουν μία τελευταία φορά, ποιος είμαι εγώ να το αρνηθώ;» Ένα όνομα πέρασε αμέσως από το μυαλό μου. Ένα όνομα και μία κωλάρα. «Κι η Τζωρτζίνα;» Με κοίταξε με μία έκφραση απορίας κι έκπληξης λες και μόλις του είχα εξομολογηθεί ότι στα κρυφά διαβάζω Άστρα κι Όραμα. «Ποια Τζωρτζίνα, ρε συ; Δε τη θυμάμαι». Πήγα να του υπενθυμίσω αλλά τότε έλαμψε σαν λαμπατέρ. «Την κωλάρα λες; Μα καλά, πού τη θυμήθηκες αυτήν; Ακόμα σε καίει;» Το ακόμα με πόνεσε περισσότερο γιατί αυτό σήμαινε ότι εκείνον, όπως κι άλλους, δεν τους ένοιαζε καν. «Είναι απωθημένο, ρε φίλε. Ήταν βαρβάτη χυλόπιτα και δε μπορώ να την ξεχάσω. Φαντάσου, μου είχε πει ότι θα πάει μαζί μου μόνο αν-» «Παγκώσει η κόλαση, το ξέρω. Το ίδιο έλεγε σε όλους. Κοίτα πώς τα φέρνει όμως η πουτάνα η μοίρα, σωστά;» Μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά λες και μόλις μου είχε εκμυστηρευτεί πού θα έβρισκα τα περσινά θέματα της «Μακροοικονομίας ΙΙ», το οποίο χρωστούσα κι ακόμα. «Έχεις ιδέα πού μπορώ να την βρω;» Έσκυψε το κεφάλι βάζοντας το δεξί του χέρι κάτω από το πηγούνι του. Έβγαλε με το αριστερό ένα φλασκί από την τσέπη του παντελονιού, κατέβασε δύο δυνατές γουλιές, έκανε τρεις ανατριχιαστικές γαργάρες και με κοίταξε με χαμόγελο, από το οποίο έτρεχαν σταγόνες ύποπτου ποτού. «Μύκονο». Οι κινήσεις μου τις επόμενες μέρες δεν δικαιολογούσαν με τίποτα την ιδιοσυγκρασία και τη σύνεση που (δε) με χαρακτήριζαν σαν άτομο. Αποχαιρέτισα βιαστικά τον Τάκη, τσίμπησα ένα μπουκάλι βότκα από διπλανή κάβα, κοπάνησα τη μισή στη διαδρομή και την υπόλοιπη μισή στα σκουπίδια – την ώρα που ξέρναγα την πρώτη μισή σε μία γωνία – και το πήρα απόφαση. Θα πήγαινα στον φοιτητικό μου εφιάλτη, στο άντρο της ακολασίας, στο μοναδικό μέρος που είχα ορκιστεί να μην πάω ποτέ όσο κι αν είχα κυριλέψει. Στη Μύκονο. Ζήτησα άδεια από τη δουλειά λόγω επείγουσας, οικογενειακής υπόθεσης («Πέθανε καμία θεία σου;» , «όχι, τις έχω θάψει όλες»), έψαξα για κανένα δωμάτιο στο μαγευτικό, Κυκλαδίτικο νησί και βρήκα ακριβώς αυτό. Κανένα. Δε μπορούσα να βάλω τα μέσα της δουλειάς γιατί θα με έπαιρναν χαμπάρι. Δε φτάνει που είχαμε γεμίσει σεΐχηδες, Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές και Τζαμαικανούς δρομείς, οι οποίοι μας έκλεβαν τα καλύτερα δωμάτια και τις καλύτερες σαμπάνιες, είχαμε και τους καυλωμένους δαίμονες οι οποίοι ζητούσαν ξαπλώστρα πριβέ στο Super Paradise, πρώτη μούρη μπροστά, και πλήρωναν με χάρες, υποσχέσεις και κλειδαμπαρωμένα μυστικά. «Θα ήθελα την ξαπλώστρα Α, εκεί μπροστά, δίπλα στο μωρό με το κοραλλί μαγιό». «Είναι 200 ευρώ, κύριε». «Ξέρω ποιο βιβλίο διάβαζες πέρσι το καλοκαίρι». «Πέραστε, κύριε Δαίμονά μου. Σαν το καζάνι σας!» Μάζεψα ότι πενιχρές οικονομίες είχα, τις άπλωσα μπροστά και η πραγματικότητα με χτύπησε σαν κεφαλιά του Ζιντάν. Θα έπρεπε να κοιμηθώ στα παγκάκια. Γερές δόσεις από φοιτητικές κρεπάλες μου ήρθαν στο μυαλό, παρέα με ρεμάλια, πιωμένοι, αραχτοί στα πεζούλια της πλατείας Συντάγματος, να ανοιγοκλείνουμε τα μάτια όσο μαστουρωμένα πιτσιρίκια τριγύρω κυνηγούσαν πόκεμον. Εξ' άλλου δεν είχα σκοπό να μείνω για πολλές μέρες. Θα έφτανα, θα έβρισκα την Τζορτζίνα, θα της εξηγούσα το αυτονόητο, θα την έσκιζα πατόκορφα και θα έφευγα. Είχα πλάνο και πρόγραμμα. Το μόνο που δεν είχα ήταν μία πολύ σημαντική πληροφορία που μου είχε δώσει ο Τάκης και την οποία δε θυμόμουν εκείνη τη στιγμή. Τι σημασία είχε άλλωστε; Μύκονοοοοος! Το πλοίο ήταν γεμάτο, το μπαρ άδειο. Θέση για να κάτσω ούτε για δείγμα οπότε αναγκάστηκα να την βγάλω με νερό, καφέ περιπτέρου και πατατάκια στο κατάστρωμα. Για να πάω σαλόνι, ούτε λόγος. Μετά από απαίτηση των δαιμόνων επιβατών, το air-condition είχε απαγορευτεί σε όλο το πλοίο με αποτέλεσμα το Blue Star να μοιάζει με τεράστιο φουρνο. Το ταξίδι θα κρατούσε περίπου πέντε ώρες οπότε η μοναδική λύση ήταν η εξής: Ακουστικά κι ονειροπόληση. Εγώ με την Τζορτζίνα στην παραλία, εγώ με την Τζορτζίνα στις ξαπλώστρες, εγώ με την Τζορτζίνα στα βράχια, η Τζορτζίνα κι εγώ πιασμένοι χέρι χέρι να- Αυτοχαστουκίστηκα να συνέλθω. Κοίταξα τον κόσμο τριγύρω. Οικογένειες με παιδιά, οικογένειες χωρίς παιδιά, ζευγάρια, κοριτσοπαρέες ξαναμμένες, ανδροπαρέες με τα σάλια στο πάτωμα. Οι ενήλικοι με τα μούτρα στα κινητά, οι ανήλικοι με τα μούτρα στη θάλασσα. Τα πλοία ήταν η καλύτερη απεικόνιση του Έλληνα που άφηνε τις δουλειές του για να ξεσκάσει στα νησιά και να περάσει, επιτέλους, την τελευταία πίστα του Candy Crush. Μετά από αρκετά νερά, πολύ κατούρημα και δύο κιλά Lays στο στομάχι μου, φτάσαμε στη Μύκονο. Από μακριά έμοιαζε με έναν υπέροχο, ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ο οποίος είχε αρχίσει να εκφυλλίζεται από ορδές αυτοκινήτων, τουριστών και σκαφών, τα οποία, χωρίς έλεος, έτρωγαν τα χρώματά του. Αυτή η εικόνα με στοίχειωσε για τα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά συνήλθα, φορτώθηκα τα μπαγκάζια μου κι όρμησα στην αποβάθρα νομίζοντας ότι η Τζορτζίνα θα με περιμένει εκεί, κουνώντας το χέρι ψηλά, έτοιμη να μου παραδοθεί άνευ όρων πάνω στις βαλίτσες. Τότε συνειδητοποίησα κάτι σημαντικό. Δεν ήξερα πού θα την βρω! Είχα ψάξει ξανά στα social media αλλά δεν ήταν πουθενά. Ο Τάκης δεν είχε κανένα στοιχείο για να με βοηθήσει και ο μοναδικός λόγος που ξεπαραδιάστηκα για να έρθω στο μισητό νησί, ήταν η εμπιστοσύνη που έδειξα στα λεγόμενά του. Αν υπήρχε ο ηλίθιος της χρονιάς, είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο. Τότε, σαν το πιτσιρίκι που ξεπορτίζει και θυμάται ότι έχει αργήσει να γυρίσει κάνα τρίωρο και θα τον περιμένει ο πατέρας σπίτι με το μαδέρι, μου ήρθε η τελευταία φράση του Τάκη στο μυαλό. «Είχα ακούσει από έναν γνωστό, ότι η γκόμενα τα είχε παίξει. Κυκλοφορούσε στο νησί με κοντόκαννη καραμπίνα, απειλούσε δαίμονες κι αν την στραβοκοιτούσες, θα έβλεπες τα ραδίκια ανάποδα. Εγώ, στη θέση σου, θα καθόμουν στ' αυγά μου». Υπερβολές, σκέφθηκα. Για ποιον λόγο να σαλτάρει έτσι η τύπισσα; Νομίζω ότι απλά ο παλιός, κολλητός μου, ήθελε να με πικάρει που μου είχε μείνει απωθημένο μία κωλάρα. Πάντως, έπρεπε από κάπου να ξεκινήσω. Και το καλύτερο μέρος για να ρωτήσεις πληροφορίες σε ένα τέτοιο νησί ήταν οι ταξιτζήδες. Πλησίασα την γκρίζα ουρά από τα συμπαθέστατα οχήματα, αντίκρισα τα πρώτα βλέμματα απογοήτευσης που δεν ήμουν ψηλή, ξανθιά, με ποδάρες και ρώτησα τον πρώτο καλοσυνάτο ταξιτζή. «Καλημέρα σας, θα ήθελα μία πληροφορία. Πριν λίγο καιρό ήρθε εδώ η ξαδέρφη μου η οποία πάσχει από πρόωρο Αλτσχάιμερ. Προσπαθούμε να την εντοπίσουμε αλλά είναι αδύνατον. Μπορείτε να με βοηθήσετε;» Του έδειξα μία φωτογραφία που είχα της Τζορτζίνας από το πανεπιστήμιο, την κοίταξε, με κοίταξε, χαμογέλασε. «Χυλόπιτα, ε;» Πρέπει να το έγραφε το κούτελό μου, δεν εξηγείται αλλιώς. «Μεγάλη και παχιά», του απάντησα. «Φίλε, καλό μωρό, αλλά εδώ θα βρεις πολλά τέτοια. Δύσκολα μου βάζεις. Άσε μου την φωτογραφία κι ένα τηλέφωνο κι αν την δω θα σε ειδοποιήσω». Έκανα άσχημους συνειρμούς με το τι θα έκανε ο ταξιτζής με την φωτογραφία – ή με το τηλέφωνό μου – οπότε αρκέστηκα σε ένα «Ευχαριστώ, θα καλέσω τον Χορταρέα», κι έφυγα. Ακόμα δεν είχα φτάσει στο νησί και το μισούσα περισσότερο απ' ότι το μισούσα πριν καν το επισκεφθώ. Ήταν πανέμορφο, δε λέω, αλλά όλη η νοοτροπία του με έκανε να βουτήξω στη θάλασσα και να πάω κολυμπώντας στην Δήλο να χαζέψω τα αρχαία. Σύνελθε Ηλία, σκέφθηκα, έχεις έρθει εδώ για έναν σημαντικό σκοπό. Να ξορκίσεις το παρελθόν και να κάνεις μία νέα αρχή. Κωλάρες υπάρχουν παντού, της Τζορτζίνας μόνο ένας. Και θα τον πάρεις. Πέρασα πολλές ώρες περιφερόμενος σαν την άδικη κατάρα (τελικά το ανέκδοτο του Τάκη δεν ήταν τόσο κακό), χαζεύοντας τις αλλαγές που είχε φέρει η έλευση των δαιμόνων. Οι καφετέριες είχαν προσθέσει έξτρα cocktail στους καταλόγους τους όπως το «Το χέρι του Μάμων» ή «Το κέρατο της Λίλιθ», τα οποία πουλούσαν σε εξωφρενικές τιμές, τα ρουχάδικα είχαν έξτρα μεγέθη και αυτοσχέδιες τρύπες στα προϊόντα τους για να μην καταστρέφονται από τα κέρατα, τα ξενοδοχεία είχαν μετατρέψει τις σάουνές τους σε σουίτες λουξ κι οι παραλίες είχαν ξεχωριστό κομμάτι για τους δαίμονες, χωρίς σκιά και με καυτό νερό να πέφτει άφθονο πάνω τους. Κατά τα άλλα, ο Έλληνας δεν είχε χαλάσει καθόλου τη βολή του. Βρώμιζε τις ακτές, έπινε ούζα σαν καταβόθρα, χόρευε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο και έβγαζε σέλφις με το τρισέγγονο του Βελζεβούλ γράφοντας «Κόλαση η Μύκονος, φέτος!» κι άλλα τέτοια τσιτάτα. Ωραία όλα αυτά, αλλά η Τζορτζίνα πουθενά. Είχα σκοπό να περάσω δύο βράδια στο νησί, το μέγιστο, ψάχνοντας. Αν δεν την έβρισκα, θα έπαιρνα την αξιολύπητη αξιοπρέπειά μου, τα ελάχιστα λεφτά μου και θα γύρναγα στον Πειραιά ορκισμένος να βρω τον Τάκη και να τον κάνω ανθρώπινο γκραφίτι στον τοίχο του «Περπατημένου». Το πρώτο βράδυ αποφάσισα να το βγάλω σε μία ξαπλώστρα, δίπλα σε ένα σχετικό ήσυχο beach bar. Είχα χτυπήσει δύο αμφιβόλου ποιότητας μοχίτο, είχα τυλιχτεί με την πετσέτα μου και χάζευα τα αστέρια στον ουρανό. Τι θα γινόταν αν κατέβαιναν οι Άγγελοι κι άρχισαν να μαλλιοτραβιούνται με τους δαίμονες για μία θέση στον ήλιο; Προτού συνεχίσουν αυτές οι καθυστερημένες μου απορίες, μία κραυγή με έκανε να πεταχτώ και να κοιτάξω στα δεξιά μου. Δύο φιγούρες τσακώνονταν δίπλα στα βράχια, η μία σε ξεκάθαρη μειονεκτική θέση φαινόταν να παρακαλάει για τη ζωή της όσο η άλλη, την απειλούσε με κάτι μακρύ και δυσοίωνο. Αποφάσισα να το παίξω ήρωας, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, κι όρμησα προς το μέρος τους. Αν δεν έβρισκα την Τζορτζινα, τουλάχιστον θα έσωζα την κοπελιά από τον επίδοξο βιαστή της και θα κέρδιζα μία αγάπη – και ίσως κάτι παραπάνω – για το καλοκαίρι. Όταν πλησίασα συνειδητοποίησα ότι έκανα δύο τραγικά λάθη. Πρώτον, αυτός που κρατούσε το μακρυνάρι ήταν γυναίκα κι η πεσμένη φιγούρα ήταν ένας χλεχλές δύο μέτρα, με παρεό και εσπαντρίγιες (απορούσα γιατί δεν τον είχε πυροβολήσει ακόμη). Το δεύτερο ήταν ότι η γυναίκα με το μακρυνάρι ήταν αυτή που έψαχνα. Και δεν ήταν καθόλου όπως τη θυμόμουν. «Τζωρτζίνα;» συλλάβισα με δυσκολία το όνομά της μη χαλάσω την ιερότητα της στιγμής. «Ποιο μαλάκα είσαι εσύ πάλι;» Τα Ελληνικά της είχαν φτιάξει, η διάθεσή της καθόλου. Ο χλεχλές στο πάτωμα βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να τρέξει με το παρεό του να ανεμίζει σαν σημαία. «Και μη ξαναγκυρίσει πίσω, βλαμμένο, γιατί θα ανοίξει κεφάλι στα ντίο!» Την κοίταξα, την θαύμασα, την ερωτεύτηκα. Δε θύμιζε σε τίποτα την μπίμπο με την οποία είχα καυλώσει στο Πανεπιστήμιο. Είχε δύναμη, πυγμή, θυμό (κι ευτυχώς) κωλάρα. Έφερε δύο σβούρες την καραμπίνα λες κι ήταν ο Ράμπο, την έβαλε στη θήκη της που κρεμόταν από το κοντό παντελόνι και με κοίταξε με βλέμμα απάθειας και λύπησης. «Λέγκε τι θες, έχεις ντίο ντευτερόλεπτα, αλλιώς βγκάλω καραμπίνα πάλι». Σήκωσα τα χέρια ψηλά σε θέση άμυνας. Η Τζωρτζίνα δεν αστειευόταν. «Όχι, μη, θα σου πω. Είμαι ο Ηλίας, από τη σχολή. Με θυμάσαι; Πού να με θυμάσαι θα μου πεις. Σου είχα ζητήσει μία φορά να βγούμε κι εσύ μου απάντησες-» «Ωχ, όχι κι εσύ! Πάλι τα ίντια!» Την κοίταξα με απορία. Όχι κι εγώ; Πόσοι είχαν έρθει πριν από μένα δηλαδή; Έκανε ένα βήμα απειλητικό προς το μέρος μου κι ενώ μετρούσα δευτερόλεπτα μέχρι να μου την ανάψει, τελικά έσκυψε το κεφάλι κι έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου. Σκάλωσα, έμεινα, δεν ήξερα τι να κάνω. Η υπέρτατη γυναίκα των ονείρων μου, στην αγκαλιά μου να κλαίει, κι εγώ να μη μπορώ να κουνήσω δάχτυλο. Την αγκάλιασα κι εγώ απαλά προσπαθώντας να διώξω επικίνδυνες ορμές που έρχονταν στο μυαλό μου. «Τι έγινε, τι συνέβη Τζορτζίνα; Εξήγησέ μου, θα σε ακούσω». Με κοίταξε με κλαμένα μάτια και με βλέμμα μικρού κουταβιού. Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο! «Όλοι, όλοι θέλουν να με πηντήξουν! Από τότε που η σκατο Κόλαση πάγκωσε, όλοι θυμήθηκαν αυτό που τους έλεγκα παλιά κι έρκονται με το πουλί στο χέρι, λες και τους χρωστάω. Οι νταίμονες, φταίνε γκια όλα. Αυτοί φταίνε!» Ήταν από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Ήθελα διαολεμένα να βάλω τα γέλια, να πέσω κάτω στην άμμο και να κυλιέμαι σαν το γουρούνι, ενώ έπρεπε να μείνω σοβαρός και συμπονετικός στο δράμα της. Τελικά ο Τάκης είχε δίκιο. Η πουτάνα η μοίρα είχε φέρει τα πάνω κάτω. «Κι εσύ τους κυνηγάς με καραμπίνα; Δικαιολογημένο, δε λέω, αλλά σκέψου ότι κι αυτοί μία ευκαιρία περίμεναν στη ζωή τους κι αυτή ήρθε ουρανοκατέβατη. Βασικά, Κολασοανέβατη ήρθε αλλά καταλαβαίνεις». Δε ξέρω αν σάστισε από το τραγικό μου λογοπαίγνιο ή από την θλιβερή συνειδητοποίηση ότι ήθελα ό,τι κι οι υπόλοιποι. Σοβάρεψε, αγρίεψε, έκανε δύο βήματα πίσω κι έβγαλε την καραμπίνα. «Κι εσύ, μπρε μαλάκα, αυτό θες; Να με πηντήξεις; Ντεν έχει, φύγε μη σου ανοίξω κι άλλη τρύπα εκεί που ντεν θες!» Κοίταξα τριγύρω, ευτυχώς δε μας είχε πάρει χαμπάρι κανείς. Ή όλα ή τίποτα. «Τζορτζίνα, θα είμαι ειλικρινής. Θέλω ότι ήθελαν κι οι υπόλοιποι. Γι' αυτό ήρθα στο νησί. Σε έψαξα και στο Internet αλλά δε σε βρήκα πουθενά. Καταλαβαίνω όμως το ζόρι σου, τον πόνο σου και την απόγνωσή σου. Και προτίθεμαι να σε βοηθήσω. Αν δε με πιστεύεις, απλά θα φύγω και θα σε αφήσω στην ησυχία σου. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεσαι έναν σύμμαχο που σκέφτεται ακριβώς όπως κι ο αντίπαλός σου. Τι λες;» Ο Σον Τζου έσκισε τα βιβλία στρατηγικής που είχε γράψει για την τέχνη του πολέμου και διπλωματίας, το υπουργείο εξωτερικών έβγαλε εγκύκλιο που παραδινόταν στον εχθρό κι οι απανταχού αγάμητοι έκαναν διπλό facepalm με τις μαλακίες που είχα ξεστομίσει. Την καραμπινιά δεν την γλύτωνα. Η Τζορτζίνα με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι ελαφρά, έβαλε την καραμπίνα στη θέση της και σταύρωσε τα χέρια στο πλούσιο στήθος της. «Λες μαλακίες αλλά τις λες ωραία. Έκλεισα όλα τα ίντερνετ για να μη με μπρίσκουν. Θα με βοηΘήσεις. Μη περιμένεις μετά όμως σεγκς και γκαμήσια. Αφού πετύχω την αποστολή μου, φεύγκω για Τιβέτ, να μονάσω, να βρω την ησυκία μου!» Η σκέψη ότι μία τέτοια γυναίκα θα βολοδέρνει στα όρη και στ' άγρια βουνά μου έκατσε στραβά αλλά δεν είχα επιλογή. Δέχθηκα, της ζήτησα μία αγκαλιά για να επισφραγίσουμε την συμφωνία μας, μου έριξε ένα σκαμπίλι και προχωρήσαμε. Το σχέδιο της ήταν απλό. Θα ξαναζέσταινε την Κόλαση. Δεν ξέρω για ποιον λόγο είπε ότι ήταν απλό ή πώς θα το κατάφερνε. Πάντως και μόνο που ήμουν μαζί της, μου αρκούσε. «Όλο αυτό είναι ένα παιγκνίδι μεταξύ νταιμόνων κι αγγέλων. Τσαγκώνονται γκια το ποιους έκουν ανάγκη οι άντρωποι και ποιους όχι. Οι άγγελοι πάγκωσαν Κόλαση για να ανέβουν οι νταίμονες πάνω και να τρομάγκσουμε εμείς. Το οποίο ντεν έγκινε. Και τώρα, οι νταίμονες γκελάνε, οι άγγελοι μπρίζουν και ψάχνουν τρόπο να τους γκυρίσουν σπίτι τους». Δεν ήξερα που είχε βρει τέτοιες πληροφορίες ούτε αν αλήθευαν. Όλο αυτό έμοιαζε με ένα από τα ατελείωτα, σαλεμένα όνειρα που έβλεπα τις αποπνιχτικές νύχτες του καλοκαιριού, χωρίς κλιματισμό και με το μισό σώβρακο κατεβασμένο. «Και πώς ακριβώς θα τους επαναφέρουμε στο σπίτι τους; Κι εμένα μου την δίνουν, να σου πω την αλήθεια». Εγώ στα αρχίδια μου για τους δαίμονες αλλά έπρεπε να συμφωνήσω μαζί της μπας κι αλλάξει η γνώμη της για μένα. Με κοίταξε με το φρύδι ανασηκωμένο. Σιγά μην άλλαζε. «Είναι απλό, όπως σου πα. Ήρθα Μύκονο γκια έναν και μόνο λόγκο. Εντώ κάνει ντιακοπές ο Μπελζεμπούλης. Ο γκνωστός. Παίζει πόκερ με τον Ραφαήλ. Όσο κερντίζει, οι νταίμονες μένουν Ελλάντα. Όταν, κι αν χάσει, θα γκυρίσουν όλοι πίσω». Τα πάντα, όπως κι η ζωή, παίζονταν στα χαρτιά. Έρμαια όλοι μας σε ένα παιχνίδι με ντάμες και ρηγάδες. Το μέλλον μας στα χέρια τους. Η κωλάρα της μακριά από τα χέρια μου. Κάτι έπρεπε να κάνω. «Οπότε πρέπει να χάσει ο Βελζεβούλ, σωστά; Και πώς θα γίνει αυτό;» Η Τζορτζίνα όπλισε την καραμπίνα, σημάδεψε το φεγγάρι και πίστευα πραγματικά ότι μπορούσε να το γεμίσει τρύπες. «Έκε μου εμπιστοσύνη, Ηλίας». Της είχα. Το επόμενο βράδυ δώσαμε ραντεβού σε γνωστό κωλάδικο του νησιού, με νέον ξεφτισμένες επιγραφές, πορτιέρης με σταυρό στο δασύτριχο στήθος και στιλέτο στην τσέπη, ξεπλυμένες γκόμενες στην είσοδο. Πήγα να μπω, δε με άφησαν, έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα, με άφησαν. Η Τζορτζίνα ήταν ήδη μέσα και για κακή μου τύχη, πολύ μέσα στον ρόλο της. Χόρευε για τους μαλάκες του μαγαζιού. Άνθρωποι και δαίμονες δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω της. Με είδε, μου έγνεψε να την περιμένω στο μπαρ και συνέχισε το σόου. Κάποια στιγμή, η κίνηση έπεσε και το μάτι μου πήρε μία παρέα δαιμόνων να πηγαίνουν πίσω από μία κουρτίνα, στο βάθος του μαγαζιού. Η Τζορτζίνα, ξαπόστειλε όπως όπως έναν τύπο που τη χούφτωνε, άρπαξε το ποτό της και πήγε πίσω από την κουρτίνα. Εγώ έπρεπε να την ακολουθήσω. Έπρεπε; Για ποιον λόγο να ρισκάρω τη ζωή μου; Για έναν κώλο και μία χυλόπιτα; Μία τραγική συνειδητοποίηση της κατάστασής μου ήρθε και με χτύπησε σαν νταλίκα κι ένα τρέμουλο απλώθηκε στο κορμί μου. Ήθελα να φύγω. Η Τζορτζίνα ας τα έβγαζε πέρα μόνη της, εμένα δε με ένοιαζαν οι δαίμονες, ίσα ίσα δουλειά μου έδιναν. Ήπια το ποτό μου μονοκοπανιά και κίνησα προς την πόρτα. Λίγα βήματα πριν την έξοδο, άκουσα κραυγές, πυροβολισμούς, κι άλλες κραυγές, ένα «Φουλ του άσσου, γαμώ!», κι άλλο πυροβολισμό, μετά «Γκαριόλη, γκύρνα πίσω Κόλαση τώρα!», γύρισα προς την κουρτίνα, είπα να τρέξω, είδα την Τζορτζίνα να βγαίνει αλαφιασμένη, από πίσω της ένας Βελζεβουλ με φωτιές και δίκρανο, γύρισα πλάτη, έτρεξα προς την έξοδο, πήδηξα πάνω από τον πορτιέρη ο οποίος πηδούσε την τύπισσα στην είσοδο, η Τζορτζίνα πίσω μου, το μαγαζί πήρε φωτιά, ήταν πανέμορφη, πανίσχυρη κι ιδρωμένη. «Τι έγινε;» της ούρλιαξα πάνω από τον χαμό. «Άσσος στο μανίκι μου, Ηλίας. Κι ο άσσος νικάει τα πάντα». Κοίταξα πίσω μου, ο Βελζεβούλ έβγαινε από το μαγαζί πετώντας φωτιές παντού, ουρλιάζοντας. Πίσω του ένας τύπος με φτερά, λάθος ένας πελώριος τύπος με φτερά που λαμποκοπούσαν – ο Ραφαήλ; - ο οποίος πλησίασε τον Βελζεβούλ, του έκανε πατ πατ στην πλάτη και μετά με τα δύο του δάχτυλα έδειξε τα μάτια του σε στυλ «ξέρω που μένεις». Τρέξαμε παρέα, τρέξαμε πολύ, τρέξαμε μακριά. Η νύχτα τελείωνε, η μέρα ερχόταν, ο κόσμος ίσως να άλλαζε ίσως κι όχι. Της έπιασα το χέρι, την έφερα κοντά μου, σάστισε αλλά δεν αντέδρασε. «Η κόλαση πάγωσε κι ίσως τώρα ξεπαγώσει. Εγώ όμως θα σε κάνω δικιά μου ο κόσμος να χαλάσει». Και σαν κλασική, Αμερικάνικη ταινία, έπεσαν οι τίτλοι τέλους την ώρα που την φιλούσα παθιασμένα με φόντο την αυγή του ηλίου και το καμένο κωλάδικο. Ή τουλάχιστον μ' αυτήν την εικόνα έμεινα όταν μου έδωσε μία με το κοντάκι της καραμπίνας κι έπεσα ξερός στα βράχια. Ξύπνησα μετά από λίγες ώρες, ζαλισμένος, με κεφάλι καζάνι κι έναν ήλιο ακόμα πιο καζάνι. Είδα κόσμο να βγαίνει πανηγυρίζοντας, «σωθήκαμε, έφυγαν τα δαιμόνια» φώναζαν, άλλοι κατσουφιασμένοι που έχασαν πελάτες, μία Λουκά ντυμένη με ολόσωμο μαγιό ούρλιαζε «σας τα λεγα, αντίχριστοι». Η Τζορτζίνα πουθενά. Τι να κάνεις, τουλάχιστον προσπάθησα. «Μύκονοοοοοςς», φώναξε η χαριτωμένη κοριτσοπαρέα πιο δίπλα και τότε πήρα απόφαση να πάρω το επόμενο καράβι για Πειραιά. Αρκετά με το κωλόνησο. Στο λιμάνι συνάντησα τον ταξιτζή που είχα ρωτήσει όταν είχα πρωτοφτάσει. Με κοίταξε, με αναγνώρισε (γαμώτο) κι έτρεξε καταπάνω μου. «Ψιτ, φιλαράκι! Εσύ δεν έψαχνες εκείνο το ξανθό μωρό; Το είδα να ανεβαίνει στο Blue Star για Αθήνα. Το προλαβαίνεις δεν το προλαβαίνεις». Είμαι από τους τύπους που τους δίνεις ένα παζλ πενήντα κομματιών και το παρατάει στα πέντε. Βαριέμαι εύκολα. Και απογοητεύομαι εύκολα. Αλλά την Τζορτζίνα, έπρεπε να την πηδήξω. Στο Θιβέτ δεν είχε πει ότι θα πήγαινε; Στο Θιβέτ, αδερφές μου, στο Θιβέτ! Νύχτες στη Μύκονο, με τον Βελζεβούλη μαζί.doc
  16. 8 points
    Κατά τη γνώμη μου, ξεκίνα να γράφεις την ιστορία και μόνο όταν κολλάς σε αυτήν κάνε διάλλειμα για την κοσμοπλασία. Ό,τι δεν θα σου χρειαστεί από το χτίσιμο του κόσμου, άλλαξέ το ή βγάλε το τελείως. Ό,τι εξυπηρετεί την ιστορία, και όχι το αντίθετο. Πάνω από όλα, ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι αφήγηση, μην υποβιβάζεις τον ρόλο της. Βρες τους χαρακτήρες, βρες τη φωνή του καθενός, τις συνήθειές του, τη ζωή του. Αν σου έρχεται να γράψεις και το αφήνεις στην άκρη για μετά, θα χάσεις το ενδιαφέρον σου, θα χάσεις τον δρόμο και θα σου μείνουν ένα μάτσο χαρτιά (ή αρχεία) με λεπτομέρειες ενός κόσμου που δεν γεννήθηκε ποτέ. Αυτά σου τα λέω ως αναγνώστρια που βαριέται το έστω και μια τρίχα παραπάνω μπλα μπλά περί κοσμοπλασίας στα βιβλία. Επίσης σου τα λέω ως ένα άτομο που γράφει και έχει δοκιμάσει διάφορα λάθη.
  17. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος Είδος: τρόμος Βία; ναι Σεξ; όχι Αριθμός Λέξεων: 3516 (μαζί με μικρές υποσημειώσεις) Αυτοτελής; ναι Σχόλια:για το 48ο διαγωνισμό σύντομης ιστορίας τρόμου, θέμα: εξορία. Αρχείο: Λόγιος Ερμής.docx
  18. 8 points
    Θα σου έλεγα να τα κάνεις ταυτόχρονα, ή πάντως να εντρυφείς σε ό,τι σε εμπνέει περισσότερο. Δλδ υπάρχουν συγγραφείς που κάνουν τεράστια δουλειά στην κοσμοπλασία, γεμίζουν σημειωματάρια και αρχεία για γεωγραφία, θρησκεία, ιστορία, χαρακτήρες και μετά καταπιάνονται με το world building. Αλλοι κάνουν το αντίθετο, πλάθουν την ιστορία και μετά το σύμπαν κουμπώνει ή προκύπτει μέσα από την αφήγησή τους (εμένα συνήθως έτσι μου βγαίνει). Η συμβουλή που θα δώσω επί του παρόντος είναι αυτή: όσες λεπτομέρειες και αν έχεις σκεφτεί για τον κόσμο σου, για τους ήρωές σου και το παρελθόν τους, όλα αυτά μην τα χώνεις στην αφήγηση αν δεν το σηκώνει μόνο και μόνο επειδή τα σκέφτηκες. Με άλλα λόγια, μην φορτώνεις με υπερβολικά πολλες πληροφορίες το κείμενό σου. Εσύ μπορεί να έχεις ρίξει τρελή δουλειά ως προς την κοσμοπλασία. Αλλά δεν θα ζορίσεις την αφήγηση για να την παρουσιάσεις. Η δουλειά, η προσοχή και το ενδιαφέρον που έχεις επιδείξει στον κόσμο σου θα προκύψει, πίστεψέ με, με τρόπο μαγικό, πλεγμένη μέσα στην αφήγηση. Μην γεμίζεις το καθαυτό κείμενο με παραγράφους εγκυκλοπαιδικής πληροφόρησης. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες, αν υπάρχουν εκεί, δλδ στο νου του συγγραφέα, θα διαπιστώσεις ότι θα βρουν από μόνες τους το δρόμο προς τον αναγνώστη. Εγγυημένα.
  19. 8 points

    until

    με 62 βαθμούς και το πιο σκοτεινό μωρό για φέτος, ο Solonor και φυσικά πρώτος με 68 βαθμούς κι ένα νησί που δεν το λες κι εξωτικό – ή μήπως το λες; - ο Γιώργος77! Από την ανθυποβοηθό της μεγίστης σουφουφουδιοργανώτριας, πολλά συγχαρητήρια στον νικητή αλλά και σε όλους όσους έγραψαν, διάβασαν, σχολίασαν και ψήφισαν. Η αφεντομουτσουνάρα μου πέφτει νεκρή – ε, τι τρόμος θα ήτο αν δεν υπήρχε κι ένας νεκρός – και σαν αφήνει στους μετριοπαθείς πανηγυρισμούς, κανονιοβολισμούς, γύρους του θριάμβου, γκρεμίσματα τειχών πόλεως και λοιπά, και λοιπά, και λοιπά, όπως και σας αξίζει. Θα τα ξαναπούμε αύριο πάλι.
  20. 8 points
    Θα συνεισφέρω κι εγώ μ' ένα παράδειγμα βγαλμένο απ' τη ζωή. Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μοιραία μέρα που είπα θριαμβευτικά, με πλήρη φυσικότητα και αυτοπεποίθηση: "Γυρίσαν τα τραπέζια." Και παίζει να μου πήρε και μερικά λεπτά να πειστώ ότι αυτό δεν έβγαζε νόημα.
  21. 7 points

    until

    Νίκη αφού υπογράψεις το πρωτόκολλο Κ12 και περάσεις για σφραγίδες και μεγαρόσημα στο γραφείο Υ55Β, τότε μπορείς να συμμετάσχεις. ΓΡΑΦΕ, ΒΡΕ, ΚΙ ΑΣΕ ΤΑ ΚΟΥΛΑ!
  22. 7 points

    until

    Εγώ ήθελα να γράψω, αλλά πραγματικά δεν προλάβαινα λόγω αυξημένων υποχρεώσεων την τρέχουσα περίοδο. (Πρωτη Δημοτικού, κι έτσι). Επίσης, έχω πάρει φορα με το βιβλίο μου και δεν ήθελα να χαλάσω το μομέντουμ, καθώς είμαι σε εξαιρετικά δύσκολο σημείο. Αν με ρωτήσεις όμως, θεωρώ πως η μειωμένη συμμετοχή είναι συνισταμένη πολλών πραγμάτων: α) Τα πιο έμπειρα μέλη ασχολούνται αποκλειστικά με τη συγγραφή και την προώθηση των βιβλίων τους στο FB, Goodreads, ή αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό. Επίσης, έχοντας ήδη εκδόσει κάποιο έργο, οι περισσότεροι θαρρώ πως έχουν φτάσει σε ένα επίπεδο που δεν έχουν να κερδίσουν κάτι εξαιρετικά απαραίτητο από την όλη διαδικασία. β) Το τελευταίο διάστημα (θεωρώ πως) έχω εντοπίσει αυξημένο αριθμό λογοτεχνικών διαγωνισμών που διοργανώνουν διάφοροι εκδοτικοί ή μη. Επομένως υπάρχουν κι άλλες διέξοδοι για να εκφράσουν οι νεαροί επίδοξοι συγγραφείς τις ανησυχίες τους, έχοντας στις περισσοτερες των περιπτώσεων και το δέλεαρ μιας πιθανής έκδοσης ή έστω την ευκαιρία να ανεβάσουν το πρεστίζ τους. ΦantastiCon, Fantasmagoria, στο Nyctophylia απ' ό,τι είδα, Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, Θρύλοι του Σύμπαντος, εργαστήρια δημιουργικής γραφήςκτλ κτλ. Και σοβαρά τώρα, πόσα διηγήματα να γράψεις όταν ταυτόχρονα γράφεις και κάτι άλλο (ή άλλα), ενώ δουλεύεις παράλληλα 10ωρα κι έχεις και μια οικογένεια να δεις αλλά και δευτερεύουσες ασχολίες να περάσεις τις ώρες σου, για τις οποίες ενδιαφέρεσαι εξίσου; Ορίστε ένα παράδειγμα: θεωρητικά θα μπορώ να γράψω ένα διήγημα τους επόμενους μήνες. Να γράψω για το sff ή να γράψω για το Fantasmagoria όπου θα μπορώ πιθανώς να το δω και τυπωμένο σε βιβλίο; γ) Η σκληρή κριτική που γίνεται στα νεα μέλη είναι εύκολο να αποθαρρύνει τους πιο ευαίσθητους. Ξέρω - ξέρω, θα συμφωνήσω με οποιοδήποτε αντίθετο επιχείρημα, μα δεν παύει να είναι ένα γεγονός αυτό. Όταν ξεκίνησα να γράφω εγώ (πέρασαν 2 χρόνια...) υπήρξαν 14 συμμετοχές νομίζω, και μάλιστα υπήρξαν και 2 δεκαεννιάχρονοι. Το ότι δεν έμειναν, κάτι λέει. Όπως επίσης πως - συνήθως, όχι πάντα - τα νέα μέλη έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να βρεθούν στις τελευταίες θέσεις. δ) Το έχω ξαναπεί, δεν συμφωνείτε, αλλά θα έπρεπε με κάποιον τρόπο απαραιτήτως να ανέβει το πρεστίζ. Αν δεν θέλετε casual καταστάσεις, ας το κάνουμε hardcore τότε. Να διαδώσουμε πως είναι ο πιο δύσκολος και απαιτητικός διαγωνισμός που υπάρχει. Πως είναι (πράγματι) μεγάλο σχολείο. Χμμ... να μια ωραία ιδέα! ε) Παιδιά που έγραφαν χρόνια, δεν βρέθηκαν ποτέ στην πρώτη θέση ή την δεύτερη, σε αντίθεση με άλλα παιδιά που έλαβαν πολλές φορές αυτό το προνόμιο. Ακόμη ένα drawback, ικανό να αποθαρρύνει τους πιθανούς συμμετέχοντες. ζ) Το να διαβάσεις και να σχολιάσεις, θες δεν θες, 3 παλιές ιστορίες. nuff said. η) Το πόσο δύσκολο είναι να συμμετάσχει κάποιο νέο μέλος στον διαγωνισμό, με τα ποστ κι όλα αυτά. Ελάτε βρε παιδιά. Marketing 101. Οι πόρτες θα έπρεπε να ανοίγουν διάπλατα. θ) Δυστυχώς, η βελτίωση είναι το μόνο κίνητρο. Βασικότατο για τους φρόνιμους και προσγειωμένους, αλλά μετά από 7-8 συμμετοχές είναι ικανό να φθίνει όταν υπάρχουν κι άλλες σειρήνες.
  23. 7 points

    until

    Πάρτε και τη συμμετοχή μου. Καλή μας επιτυχία! Πάνω από τις βροντές
  24. 7 points
    Slick, κάθε συγγραφέας δουλεύει με τον τρόπο που τον εξυπηρετεί περισσότερο κι αυτόν τον τρόπο τον ανακαλύπτει σταδιακά, γράφοντας. Μακάρι να υπήρχαν μαγικές συνταγές ή συμβουλές που να πιάνουν για όλους μας - spoiler alert: δεν υπάρχουν. Ωστόσο, θέλω να σου πω το εξής: όσον χρόνο, όσον κόπο και όσες σημειώσεις κι αν αφιερώσεις στην κοσμοπλασία σου, στο τέλος ο αναγνώστης θα πρέπει να διαβάσει μια καλή ιστορία, με κάτι να του πει και με χαρακτήρες που θα τον ενδιαφέρει να παρακολουθήσει την πορεία τους. Δεν θα τον νοιάζει ποιο έτος προ κατακλυσμού έγινε ο μεγάλος πόλεμος των θεών και τι συνέβη σε εκείνη τη μάχη μεταξύ των τάδε βασιλείων κτλ κτλ. Πολύς κόσμος που ξεκινάει να γράψει sf/f λέει ότι το υλικό είναι πολύ κι ένα βιβλίο δεν του φτάνει. Ειδικά όταν πρόκειται για νέους, άπειρους συγγραφείς, μπορώ να σου εγγυηθώ ότι αυτό δεν ισχύει στο 80-90% των περιπτώσεων. Τείνουν να πλατειάζουν, να μπουκώνουν τον αναγνώστη με άσχετη κοσμοπλασία, να επαναλαμβάνουν σκηνές σε βαθμό που καταντά βαρετό και να απλώνουν πλοκές που μετά βίας θα κάλυπταν διήγημα ή νουβέλα σε τρία μυθιστορήματα. Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι η πραγματικότητα, κρίνοντας τουλάχιστον από διάφορες αρχές ελληνικών fantasy τριλογιών που διάβασα πρόσφατα. Δεν είναι πάντα εύκολο όταν έχεις μια αχανή κοσμοπλασία να βρεις ποια ιστορία ή ποιο κομμάτι της ιστορίας θες και έχει ενδιαφέρον να πεις. Και δεν είναι πάντα εύκολο να πετάς στα σκουπίδια ιδέες που σου αρέσουν. Οπότε, θα σου πω τι λειτουργεί για μένα και δεν ξέρω αν θα σε βοηθήσει. Αυτό που πρότεινε ο Γρηγόρης πιο πάνω, να γράψεις μικρότερες ιστορίες στον ίδιο κόσμο, είναι κάτι που έχω κάνει κι η ίδια πάρα πολύ. Για την ακρίβεια, η πλειοψηφία των ιστοριών που έχω ανεβάσει εδώ στο φόρουμ είναι στον ίδιο κόσμο με το μυθιστόρημα που γράφω. Ταυτόχρονα, ασχολούμαι και με transmedia storytelling, παίζοντας RPG campaigns στον κόσμο αυτόν. Έτσι, έχω καταφέρει να καλύψω δημιουργικά μεγάλο μέρος της κοσμοπλασίας (που συμπυκνωμένα την κρατάω σε ένα αρχείο word 20 σελίδων), έχω κερδίσει νέες ιδέες για τον κόσμο, έχω φτιάξει το timeline και, συγχρόνως, έχω δημιουργήσει κάμποσους χαρακτήρες που μου αρέσουν. Έχω αναπτύξει πάρα πολύ τον κόσμο μου, χωρίς να χάνω από τη συγγραφή και να αφοσιώνομαι μόνο στην κοσμοπλασία, ενώ την ίδια στιγμή έχω διατηρήσει το focus το οποίο χρειάζεται ένα μυθιστόρημα, χωρίς να πελαγώνω.
  25. 7 points

    until

    Τις ευχαριστίες μου στη φανταστρουμφική συγκαταμετρήτρια, @Naroualis, που καθάρισε για πάρτη μου και ανακοίνωσε τα αποτελέσματα. Πολλά μπράβο στον Γιώργο για την άξια πρώτη του πρωτιά και με μεγάλη μου χαρά του παραδίδω τη σκυτάλη του διοργανωτή. Η ψηφοφορία ήταν θρίλερ μέχρι κυριολεκτικά τελευταία στιγμή, καθώς ΚΑΠΟΙΟΣ αποφάσισε να στείλει δέκα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα και να κάνει την ανατροπή (hint hint, μέχρι τότε είχαμε 4η θέση). Πρώτος-δεύτερο και τρίτος-τέταρτος-πέμπτος άλλαζαν θέσεις διαρκώς μεταξύ τους. Θα ανεβάσω και στατιστικά κάποια στιγμή, αλλά όλες οι ιστορίες φαίνεται πως βρήκαν το κοινό τους. Ευχαριστούμε στα παιδιά που έγραψαν και, φυσικά, σε όσους διάβασαν, σχολίασαν και ψήφισαν. Θα τα πούμε τώρα στον επόμενο που (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ) θα μπορώ να γράψω σαν άνθρωπος, αντί να διοργανώνω. Φιλιά κι αγάπη.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..