Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 04/02/2019 in all areas

  1. 18 points
    Σε ένα Αμερικάνικο σενάριο οι εξωγήινοι καταλαμβάνουν τη Γη. Τη Γη. Μήπως όλος ο πλανήτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν είναι η Ιταλία; Το Πακιστάν; Ως άνθρωποι με φαντασία (και ως ένα βαθμό ως καλλιτέχνες) δεν έχουμε την περιέργεια να ψάξουμε, να δούμε πως είναι η κατοχή της Γης στις άλλες χώρες; Στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που έκανε αντάρτικο στους Γερμανούς, δεν θα έκανε αντάρτικο στους εξωγήινους; Γιατί να είναι αστείο; Επισημαίνω, όπως έκανα κι αλλού, το πρόβλημα είναι σε αυτόν που γελάει. Και για να δείξω κάπως την έκταση του προβλήματος, θα πω ότι δυστυχώς σε αυτή τη χώρα διαθέτουμε πολλά παρδαλά κατσίκια. Πχ, όταν οι Αμερικάνοι γυρνάνε γουέστερν τους φαίνονται αστεία; (Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική γυρνάει ταινίες για τον δικό της πληθυσμό, άσχετα αν είναι αρεστές παγκοσμίως). Όταν οι Κινέζοι κάνουν ταινίες κουγκ-φου, σαολίν, ιπτάμενους δράκους, ξεκαρδίζονται στα γέλια; Οι Βρετανοί με τον Σέξπιρ ρίχνουν απίστευτη καζούρα; Οκ. Ελλάδα εδώ. Άντε να κάνουμε σήμερα ταινία με φουστανέλα, όπως κάναμε παλιά. Πιστεύετε ότι δεν θα βρεθούν αυτοί που θα το γελάσουν σαν παρδαλά κατσίκια; Κάποτε έκανα έρευνα για να γράψω σενάριο τη ζωή του ρήτορα Δημοσθένη για τηλεοπτική σειρά. Σε όποιον το έλεγα μου απαντούσε "μα δεν θα είναι αστείο;" Όλοι τους ήταν κολλημένοι από κάτι σκετσάκια στους Απαράδεκτους με αρχαία Ελλάδα, με τους χαρακτήρες να φορούν σεντόνια. Ωραία ρε μάγκες. Όχι εξωγήινους, όχι βρικόλακες, μα ούτε φουστανέλες ή αρχαία Ελλάδα. Ε για τι το σταυρό μου είμαστε εντάξει να βγάλουμε;!! Άστε ξέρω. Τον Χατζηχρήστο να λέει "αμ πως" και τον Βέγγο να τρέχει και να τρώει σφαλιάρες. Είναι θέμα κόμπλεξ. Είναι θέμα παιδείας. Θυμάμαι όταν πήγαινα φροντιστήριο να μάθω Αγγλικά. Είχαμε δασκάλους που μας μάθαιναν να λέμε τις λέξεις με τη σωστή αγγλική προφορά. Μόλις όμως ο μαθητής έλεγε τη λέξη σωστά, οι υπόλοιποι μαθητές γελούσαν σε βάρος του. Κομπλαρισμένος ο μαθητής, για να γλυτώσει την καζούρα, γύρναγε το αγγλικό του στο πιο... "ουγκ" και τα μιλούσε όπως ο Αντόνι Κουίν στο Ζορμπά. Λες και μαθαίναμε τα αγγλικά για να τα μιλάμε μεταξύ μας. Και τώρα όλοι ξέρουμε αγγλικά σαν τον Τσίπρα. Είναι θέμα παιδείας. Οι Έλληνες μπορεί να μην αντιδρούν σαν τους Αμερικάνους στο εξωπραγματικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό setting αποκλείεται από την ντόπια φαντασία.
  2. 15 points
    until
    Εφόσον αυτές τις μέρες, άγνωστο για πόσο και κάνοντας το καθήκον μας, θα περάσουμε μπόλικες ώρες κλεισμένοι και κλεισμένες στα σπίτια μας, είπαμε κι εμείς να βάλουμε το χεράκι μας ώστε να γίνουν αυτές οι ώρες πιο ευχάριστες και δημιουργικές. Γράφουμε και διαβάζουμε, λοιπόν. Το θέμα μας, φυσικά, είναι: Μένουμε Σπίτι. Γεγονότα που μας αναγκάζουν να μην μπορούμε να βγούμε από το σπίτι, είτε είναι ορδές από ζόμπι, ή εξωγήινοι ιοί, ή πλημμύρες και παγετώνες. Πώς θα τα αντιμετωπίσουν οι ήρωές μας και ποιες θα είναι οι προτεραιότητές τους, πέρα από το χαρτί υγείας; Μπορούμε, επίσης, να διευρύνουμε την έννοια του «σπιτιού». Μπορεί πχ να είναι μία σπηλιά, μία σκηνή στο Έβερεστ ή ένα κοντέινερ στον Άρη. Εσείς διαλέγετε. Ας κρατήσουμε τις ιστορίες μας μικρές σε μέγεθος, γύρω στις 1.200-1.500 λέξεις, φλασάκια ξέρετε, ώστε να διαβάζονται γρήγορα. Οτιδήποτε από Φάντασυ, ΕΦ και Τρόμο είναι καλοδεχούμενο. Δεν είναι διαγωνισμός, οπότε γράφουμε όλοι όποτε θέλουμε και όσες ιστορίες θέλουμε. Τις ανεβάζουμε στις αντίστοιχες Βιβλιοθήκες και βάζουμε εδώ ένα link. Ας συμμετέχουμε όλοι και όλες, γράφοντας, διαβάζοντας και σχολιάζοντας. Το Event θα μείνει ανοιχτό για όσο καιρό θα διαρκέσουν τα μέτρα προστασίας για τον COVID-19. Καλές εμπνεύσεις!
  3. 14 points
    until
    Ο @DinoHajiyorgi καθόταν στο γραφείο του με το κεφάλι σκυμένο πάνω από έναν σωρό χαρτιά. Πότε πότε έξυνε την μικρή φαλάκρα του με το ένα χέρι, πότε σάλιωνε το πίσω μέρος του μολυβιού που κρατούσε στο άλλο. Κοιτούσε τα χαρτιά με βλοσυρό βλέμμα κι ήταν σίγουρος ότι τον κοιτούσαν κι αυτά. Έμπνευση; Μηδενική. Ο πισινός του είχε αφήσει το σημάδι του στην καρέκλα αλλά το κείμενο μπροστά του περίμενε, εδώ και ώρες, απελπιστικά άδειο. Ξάφνου, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Ο Ντίνος πετάχτηκε πάνω, ρίχνοντας όλα τα χαρτιά στο έδαφος. «Πανάθεμά σε, όποιος κι αν είναι. Δεν μπορώ, λείπω! Εργάζομαι! Αγοράσαμε ήδη!» «Χατζηγιώργη, άσε τις μπαλαματιές κι άσε με να μπω. Ο Mesmer είμαι. Έχεις έναν διαγωνισμό να οργανώσεις». Ο Ντίνος χτύπησε το κούτελό του με την παλάμη του. Το είχε ξεχάσει τελείως. «Ποιος τους χεζ...εεε.. ναι, αγαπητέ μου Το ξέρω. Έχω πολλή δουλειά όμως, δεν προλαβαίνω. Δεν μπορεί κανείς άλλος;» Για λίγα δευτερόλεπτα απάντηση από τον Mesmer δεν ακούστηκε. Ο Ντίνος θεώρησε ότι είχε απογοητευτεί και τον είχε αφήσει στην ησυχία του. Ένα απότομο χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου τον έκανε να τιναχτεί. «Άει στον κόρακα, βλάκα, με κοψοχόλιασες. Τι θες;» «Αλήθεια; Θα αφήσεις ΑΥΤΟΝ να τον διοργανώσει; Δεν μας λυπάσαι καθόλου;» «Δεν με απασχολεί, Mesmer. Πρέπει να τελειώσω το λυκανθρωπικό μου έπος με τίτλο "Η Λαίδη Τσάτερλι κι ο λυκάνθρωπος της Καρδίτσας". Δεν έχω χρόνο για χάσιμο για διαγωνισμούς όπου λαμβάνουν μέρος 50 άτομα και πάντα κερδίζει η elgalla». Ο Mesmer έσκυψε το κεφάλι με απογοήτευση. Μέσα του, βαθειά, ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Τον διαγωνισμό έπρεπε να τον διοργανώσει ΕΚΕΙΝΟΣ." ___________________________________________________________________________________________ *Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος Συγγραφής: 16 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Όριο Λέξεων: 500 έως 3.850 λέξεις Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 16 Οκτωβρίου έως 18 Νοεμβρίου *Τις ψήφους σας τις στέλνετε στον Ballerond και στον Dreamer Θέμα: Κάθοδος Τα διηγήματα του 51ου διαγωνισμού είναι 7, και είναι τα εξής: gismofbi - Το κατώφλι του πεπρωμένου John Ernst - Το μαντείο του κάτω κόσμου Roubiliana - ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΜΟΥ South of Heaven - Happier than thou Starbuck - Το Δώρο Unicron - The arc of descent Γιώργος77 - Τ ά ρ τ α ρ α
  4. 14 points
    Ύστερα από έξι χρόνια συγγραφικής προσπάθειας, έφτασε επιτέλους η στιγμή να ανακοινώσω πως το πρώτο μέρος της τριλογίας η Εποχή των Θρύλων είναι έτοιμο να εκδοθεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ευχαριστώ από καρδιάς όλα τα μέλη του sff.gr - αναγνώστες και συγγραφείς - που βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ώστε αυτό το όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
  5. 13 points
    Συγνώμη, αλλά δηλώσεις του στυλ "δεν μπορώ να δω την Γκόλφω να τρέχει να κυνηγάει τον εξωγήινο ή τον κυρ Μπάμπη να τον καταδιώκουν λυκάνθρωποι" τις θεωρώ δικαιολογίες και δείχνουν έλλειψη φαντασίας. Έχουμε κολλήσει τόσα χρόνια ότι η Ελληνική "κουλτούρα" και "παράδοση" είναι μόνο σειρές με ξεπεσμένους έρωτες, γλεντζέδες λεφτάδες και μία Ελληνική επαρχία όπου περνάνε όλη μέρα ρίχνοντας καρπαζιές ο ένας στον άλλον. Οι Ελληνικές ταινίες των δεκαετιών 50-70 αντανακλούσαν μία Ελληνική καθημερινότητα στην οποία υπήρχαν οι μεροκαματιάρηδες, τα μπουζούκια, η μεταπολίτευση, η άνθιση της Ελληνικής βιοτεχνίας κτλ. Το ότι παίζονται ακόμα στην τηλεόραση αυτές οι ταινίες δεν σημαίνει ότι έχουμε να δείξουμε μόνο αυτό σαν λαός. Προφανώς κι έχει να κάνει με την παιδεία, όπως είπε ο Ντίνος. Έχει να κάνει με την αντίληψη του μέσου Έλληνα για την παραγωγή λογοτεχνίας/κινηματογράφου/τέχνης στην χώρα μας όπου το μεγαλύτερο ποσοστό αναλώνεται σε επιθεωρήσεις με τον Σεφερλή, τραγικές κομεντί με δυσλειτουργικές οικογένειες (με ηθοποιούς μοντέλα όμως) και σε copy paste βιβλία τα οποία διαβάζονται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στην παραλία πριν την ταβέρνα με τα καλαμαράκια. Το να αποφεύγουμε να ρισκάρουμε το Φανταστικό στην Ελληνική καθημερινότητα είναι σαν να επιβεβαιώνουμε όλους τους παραπάνω οι οποίοι νομίζουν ότι ο Αχιλλέας ήταν ίδιος ο Brad Pitt κι έκανε "μαγκιές" στον Έκτορα σαν τον ταξιτζή που μας κόβει τον δρόμο κι ότι ο μύθος των βρικολάκων ξεκίνησε με τον Edward που λαμποκοπάει στην ήλιο σαν την κυρά Σούλα από τα κάτω Πετράλωνα που έριξε 1 κιλό carroten πριν βγει στην παραλία. Λατρεύω να βλέπω ιστορίες Φανταστικού στην Ελλάδα, είτε επαρχία, είτε πόλη. Λατρεύω να βλέπω προσπάθειες συγγραφέων να βουτήξουν τον μέσο - ή και όχι - Έλληνα σε μία κατάταση στην οποία θα πρέπει να απαρνηθεί αυτά που ήξερε για να επιβιώσει. Το λατρεύω γιατί δείχνει ανθρώπους που θέλουν να σπάσουν ένα κατεστημένο κλαυσίγελου το οποίο είχε απωθήσει τόσα χρόνια άλλους συγγραφείς από το να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Και ποιος σας είπε ότι όλοι οι Αμερικανοί, με το που έβλεπαν εξωγήινους, θα αντιδρούσαν όπως ο Mulder κι η Scully? Έχετε δει καθόλου τον μέσο Αμερικανό που ζει στην Christian zone? (κεντρική και νοτιοδυτική Αμερική); Θα έπαιρνε την τσουγκράνα, θα καβαλούσε το άλογό του, θα φόραγε τις μπότες του και θα πήγαινε να το παίξει John Wayne μασώντας καπνό με το στόμα. Ξεκολλήστε από τέτοια όρια και προσπαθήστε να ξεχωρίσετε. Όσο γράφω, θα προτιμάω ΠΑΝΤΑ το Ελληνικό setting γιατί αυτό θέλω να αποδομήσω και να φτιάξω από την αρχή. Χέστηκα για το τι θα έκανε ο Μπραντ από την Νέα Υόρκη αν μία επιδημία με ζόμπι ξεκινούσε στην γειτονιά του. Θέλω να δω τι θα έκανε η Ελένη, φοιτήτρια Νομικής, από την Κυψέλη αν ξαφνικά έβλεπε τον περιπτερά που της πουλάει κάθε μέρα τα τσιγάρα της, να βούταγε μέσα από το περίπτερο και να την κυνηγάει πάνω στην Φωκίωνος Νέγρη.
  6. 12 points
    Το 2010, ένα μέλος που δεν είναι πλέον ενεργό, σ' ένα τόπικ που δεν υπάρχει πια, ρώτησε "Πού θα βρίσκεστε σε 10 χρόνια από τώρα;" Είχα σπεύσει να του απαντήσω "Εδώ". Οι καιροί πέρασαν, πολλά άλλαξαν, δεν είμαι μια εδώ όπως παλιά. Αλλά, ναι, το θυμήθηκα πριν από λίγο καιρό και κράτησα μια σημείωση να ποστάρω κάτι ΕΔΩ! Εδώ που έχω περάσει άπειρες όμορφες ώρες στο παρελθόν. Για να μην μένουν unfinished business and unfulfilled promises. 🙂 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
  7. 12 points

    until

    Ανακοινωση θέματος: Ο Νικήτας έσκυψε μπροστά και κοίταξε κάτω. Πενήντα όροφοι μακριά του, άνθρωποι που έμοιαζαν με κινούμενες πινέζες, πήγαιναν κανονικά στη δουλειά τους, χαζολογούσαν στο πεζοδρόμιο, σταματούσαν ταξί, πετούσαν σκουπίδια στο δρόμο. Κανείς δεν τον είχε αντιληφθεί - πώς θα μπορούσε άλλωστε - ήταν μία μικροσκοπική κουκκίδα, με το ένα πόδι στον αέρα και το άλλο να πατάει οριακά στο περβάζι, μέσα στο χάος των ουρανοξυστών. Δεν ήξερε αν η ζωή του θα περάσει από μπροστά του σαν ταινία. Δεν ήξερε αν θα πεθάνει πριν την πτώση. Σε ένα φόρουμ είχε διαβάσει ότι, ενώ θες να κλείσεις τα μάτια, το σοκ της πτώσης δεν σε αφήνει και καθώς συναντάς το σκληρό δάπεδο, τα έχεις ορθάνοικτα. Ο Νικήτας δεν πίστευε ότι ήταν αλήθεια αυτό καθώς αυτός που το είχε γράψει θα πρέπει να το είχε κάνει από τον άλλο κόσμο. Πάντα του άρεσαν οι ανηφόρες. Από μικρός, όπου έβλεπε βουνοπλαγιά έτρεχε για να την ανέβει. Μετά, για κάποιον μυστήριο λόγο, δεν ήθελε καθόλου να επιστρέψει. Η κατηφόρα τον τρόμαζε. Φοβόταν ότι δεν θα ήλεγχε την ταχύτητά του, δεν θα έφτανε ποτέ στο έδαφος κι ότι θα κατρακυλούσε ασταμάτητα, σαν χάμστερ που τρέχει μανιωδώς σε έναν κύλινδρο. Και τώρα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει οτιδήποτε στη ζωή του, είχε επιλέξει την "εύκολη" λύση. Την δραπέτευση από τα προβλήματα. Την παραίτηση από τη ζωή. Θα ήθελε να μπορούσε να καταδυθεί στον εαυτό του. Να ψάξει το βαθύτερο πρόβλημα. Να πέσει και να αναζητήσει τη λύση, να ψάξει στον πάτο, να βρει το φως, και μέσα από την κάθοδο να έρθει και πάλι στην αγαπημένη του άνοδο. Θα το ήθελε πολύ. Αλλά αυτοί οι πενήντα όροφοι έμοιαζαν τόσο δελεαστικοί. Κι ήταν σίγουρος ότι, σε αντίθεση με τη βουνοπλαγιά, τώρα θα έφτανε σίγουρα στο έδαφος. Ένα σκοτεινό υπόγειο. Μία σκάλα που οδηγεί στον Άδη. Μία κατηφόρα στο άδυτο της ψυχής μας. Μία κατάβαση σε ένα απύθμενο πηγάδι. Μία κάθοδος στη ζωή μας. Νομίζουμε πολλές φορές ότι το πιο δύσκολο είναι να ανεβαίνεις. Να αγκομαχάς και να κουράζεσαι. Για μένα, το πιο δύσκολο είναι να ψάχνεις. Να σκαλίζεις. Να πηγαίνεις βαθύτερα, χαμηλότερα, σκοτεινότερα. Γράψτε για την ΚΑΘΟΔΟ. Για χαρακτήρες που τόλμησαν να ανέβουν αλλά όχι να κατέβουν. Για ιστορίες που κρύβονται στα πιο χαώδη άδυτα της ψυχής μας. Για ανθρώπους που αποφάσισαν να αλλάξουν τη ζωή τους κοιτώντας πίσω τους. Για την κάθοδο των μυρίων (καλά, όχι τόσο προφανές, καταλάβατε) Κάθοδος λοιπόν. Και καλή μας κατηφόρα.
  8. 11 points
    2019 και ακόμα συζητούμε τα ίδια και τα ίδια. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχουν βγει ένα κάρο βιβλίο σε ελληνικό setting. Τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας. Αρκετά μάλιστα διηγήματα με ελληνικό setting έχουν δημοσιευτεί σε επαγγελματικά περιοδικά του εξωτερικού. Ένα κέρδισε και σημαντικό βραβείο του χώρου. Το ελληνικό setting δεν αποτελεί καν πρόκληση, είναι κάτι δοκιμασμένο, που δουλεύει. Δεν είναι θέμα γούστου ή άποψης ή συζήτησης (το τι αρέσει στον καθένα είναι άλλο). Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting είναι θέμα άγνοιας και ασχετοσύνης. Το να σου φαίνεται παράξενο το ελληνικό setting στο sff.gr, όμως, προσωπικά με ξεπερνάει.
  9. 11 points
    Βρίσκεται στο στάδιο ακόμα της επεξεργασίας, αλλά σύντομα θα εκδοθεί. Από τον εκδ οίκο συμπαντικές διαδρομές η πρώτη μου έκδοση. Ο τίτλος αυτού: «Όνομα Χρήστη: Οι Λαοί Της Θάλασσας».
  10. 10 points
    Introducing….Η Κόκκινη Αυγή Χμμμμ….Καινούρια τριλογία μυρίζομαι. Φρέσκο αίμα στην αρένα. Ο Γρηγόρης Δημακόπουλος (κατά SFF Mournblade) κάνει το εκδοτικό του ντεμπούτο με το πρώτο μέρος της τριλογίας του Η Εποχή των Θρύλων με το βιβλίο Η Κόκκινη Αυγή, που κυκλοφορεί σε πολύ λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πηγή. Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Ο Mournblade είχε την ατυχία να διαβάσω το βιβλίο πριν από ακριβώς τρία χρόνια, όταν ακόμη σμιλευόταν. Άργησα να του πω τι σκεπτόμουν για το βιβλίο και τον ευχαριστώ για την υπομονή του. Η Κόκκινη Αυγή λοιπόν, εγκαινιάζει το σύμπαν της Εποχής των Θρύλων, που, ουσιαστικά, είναι ένα σύμπαν μετακαταστροφικό. Όχι ακριβώς εδώ, όχι ακριβώς ανθρώπινο, αλλά παρόν και ανθρώπινο, παρ’ όλα αυτά. Ο ακρογωνιαίος λίθος της κοσμοπλασίας του Δημακόπουλου θα μας φέρει στο νου την τριλογία του Mark Lawrence The Broken Empire, καθώς πρόκειται για έναν πολιτισμό μετά τον πολιτισμό. Ο άνθρωπος έχει επιστρέψει στα σπαθιά και στα δόρατα και κάθε λογής κίνδυνοι μαστίζουν τον παλιό καινούριο κόσμο του. Ο άνθρωπος μαθαίνει για ό,τι κάποτε υπήρξε μέσα από παραμύθια και παραδόσεις. Ο άνθρωπος δεν πιστεύει σε καμία καλόβουλη θεϊκή παρέμβαση, σε καμία καλοτυχία, σε καμιά ευλογία, και, παράλληλα, είναι πρόθυμος να αποδεχτεί ως αληθινό οτιδήποτε τον δυναστεύει και τον φοβίζει. Το καλό είναι δυσεύρετο, το κακό είναι πιθανότερο, είναι πανταχού παρόν και σχεδόν αναπόφευκτο. Το κακό δεν έχει καμία ανάγκη μαρτύρων. Μέσα σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον ο μικρός Χόουπ θα ξεκινήσει ένα ταξίδι μύησης, που ενδεχομένως να είναι ανεπιτυχές -αλλά που, σίγουρα, θα έχει ενδιαφέρον. Η Κόκκινη Αυγή είναι ένα χορταστικό fantasy παλαιάς κοπής και θα ικανοποιήσει ανάλογων ενδιαφερόντων αναγνώστες. Ο τρόπος που είναι γραμμένο, οι πλούσιες περιγραφές, τα μεγάλα κεφάλαια και οι εκτενείς σκηνές μάχης προκαλούν τον αναγνώστη να κάνει βουτιά στον τρομακτικό κόσμο του. Απαιτούν προσοχή και προσήλωση -αλλά αποζημιώνουν. Στοιχεία Έκδοσης Συγγραφέας: Γρηγόρης Κ. Δημακόπουλος (aka Mournblade) Σελίδες: 608 Διαστάσεις: 16 x 23 Εκδοτικός Οίκος: Πηγή ISBN: 978-960-626-117-6
  11. 9 points
    Αν υπάρχει κάτι χρήσιμο να βγει από αυτό το topic είναι να διαλυθεί αυτή η ψευδαίσθηση. Η απάντηση είναι πολλοί. Παγκόσμιο. Και όχι μπορεί. Το reach που έχει ΗΔΗ. Πολύ πιο εύκολα απ' όσο μπορείς γράφοντας για έναν κόσμο που δεν ξέρεις. Κι αυτό έχει γίνει ήδη. Είμαι σίγουρος πως το να γράφεις για τη χώρα σου, δεν είναι αντίθετα στο παγκόσμιο ρεύμα. Ο Mesmer ανέφερε τον Μιχάλη Μανωλιό. Ρίχνω άλλα 4 πρόσφατα παραδείγματα. http://podcastle.org/2018/03/13/podcastle-513-artemis-rising-head-horizon-return-bloodshot-eyes/ Στην πίνδο, στον εμφύλιο http://liminalstoriesmag.com/issue4/the-heart-is-a-lonesome-hunter Πάλι στον εμφύλιο http://pseudopod.org/2018/03/03/pseudopod-584-ar4-drowned-mans-kiss/ Και φυσικά http://strangehorizons.com/fiction/the-birding-a-fairy-tale/ Και τα τέσσερα είναι σε πασίγνωστα site/περιοδικά. Το τελευταίο κέρδισε το περσινό World Fantasy Award. Αυτό εννοώ όταν λέω πως τίθεται θέμα άγνοιας. Καθόμαστε να μιλάμε για τους imaginary friends και imaginary readers του κάθε troll, όταν αυτά γράφτηκαν τόσο πρόσφατα. Κι ο λόγος είναι πως ένα κάρο κόσμος που υποτίθεται πως διαβάζει φανταστικό, έχει κολλήσει σε 2-3 κλασσικούς που μετέφρασε ο Αίολος, άντε και τα αυτοεκδομένα φιλαράκια του. Τέλος, γνωρίζω αμέτρητα παραδείγματα Ελλήνων που έγραψαν Ελληνικό setting στα Ελληνικά. Δε μου έρχεται ούτε ένας που να έγραψε εξίσου καλά σε ξένο. Αυτό θα έπρεπε να είναι το topic.
  12. 8 points

    until

    Θεωρώ ότι αν δώσω κι άλλο hint θα είναι αχρείαστο βάσει των όσων έχετε απαντήσει. Αύριο βραδάκι ανακοινώνω θέμα 😉
  13. 8 points

    until

  14. 8 points
    Εγώ συμφωνώ με τον Αντώνη ότι υπάρχουν ήδη και εδώ και πολύ καιρό καλά ελληνικά κείμενα του φανταστικού με ελληνικό setting και ότι το θέμα αν γίνεται φανταστικό τοποθετημένο στην Ελλάδα είναι χιλιομασημένο και χιλιοσυζητημένο. Για όποιον λέει ότι κατά τη γνώμη του θα ήταν γελοίο και/ή ότι έχει ρωτήσει κάμποσα άτομα και τον κοίταξαν σαν να ήταν εξωγήινος λέω ότι everyone is entitled to their informed opinion, το οποίο πα να πει ότι πρέπει να το ψάξεις πρώτα, πριν εκφέρεις γνώμη για ένα θέμα. Μη φέρεσαι σαν να μην έχουν γραφτεί ποτέ αυτά τα ελληνικά κείμενα και αν φερθείς έτσι, μην περιμένεις να γίνει σεβαστή η γνώμη σου, γιατί δε θα είναι informed. Διαφωνώ με το Give the people what they want, γιατί με αυτό το σκεπτικό αγνοούμε την ποιότητα. Της Δημουλίδου τα βιβλία είναι δημοφιλή, αλλά δεν είναι καλά. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει λόγος που είναι δημοφιλή (κατά τη γνώμη μου κολακεύει τα ταπεινά ένστικτα του αναγνωστικού της κοινού, τους δείχνει ότι δεν πειράζει να είναι κατίνες και αμόρφωτες), αλλά ο λόγος της δημοτικότητας δεν είναι η καλή ποιότητα του κειμένου. Και, εννοείται, εφ δεν είναι μόνο η space opera, οι διαστημικές μάχες και οι εξωγήινοι - αλίμονο. Και τον "Πόλεμο των κόσμων" τον έγραψε ο H.G. Wells, όχι ο Όργουελ, όπως αναφέρει κάποιος παραπάνω.
  15. 8 points
    Εγώ πάντως μια χαρά αξιόλογα και καθόλου αστεία διηγήματα και μυθιστορήματα τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας έχω διαβάσει από Έλληνες σε ελληνικό setting. Μπορείτε να βρείτε πολλά στα αντίστοιχα topics και ακόμα και στις βιβλιοθήκες του φόρουμ. Σε εργαστηρι της Άλεφ μάλιστα είχαμε δει δυνατό διήγημα τρόμου σε setting παλιού ελληνικού κινηματογράφου από τον Ντίνο (Χατζηγιώργη). Κανείς δεν γέλασε, σας διαβεβαιώ, πέρα από τα σημεία στα οποία ο συγγραφέας ήθελε να γελάσουμε. Οπότε οι περιορισμοί υπάρχουν μόνο όσο τους βάζουμε στον εαυτό μας.
  16. 7 points

    until

    Στην δεύτερη θέση με βαθμολογία 112,5 βρίσκεται η Roubiliana με το διήγημα ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΜΟΥ. και στην πρώτη θέση με βαθμολογία 132 βρίσκεται o South of Heaven με το διήγημα Happier than thou. Τα θερμά μου συγχαρητήρια στον νικητή άλλα και σε όλους όσους συμμετείχαν στον 51ο διαγωνισμό. **Αύριο, θα δημοσιευτούν τα στατιστικά των βαθμολογιών για όλους τους συμμετέχοντες.
  17. 7 points

    until

    Άντε, να κάνει κάποιος την αρχή...
  18. 7 points

    until

    Κι εκεί που έλεγα προχθές ότι δε θα βρω κάτι να γράψω, μου ήρθαν όλα μαζεμένα. Είμαι στις 2300 λέξεις και δεν αργώ να τελειώσω. Και για να σας μπάσω λίγο στο κλίμα, το κομμάτι που μου έδωσε την αρχική έμπνευση
  19. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: dagoncult Είδος: τρόμος Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3839 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ο διαγωνισμό Μυϊκή Μάζα.odt Μυϊκή Μάζα.pdf
  20. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Άγγελος Είδος: Επιστημονική Φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.200 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα τους Γίγαντες Αρχεία: Το σμήνος.pdf Το σμήνος.docx
  21. 7 points

    until

    Και πάλι, σας ευχαριστώ για την συμμετοχή σας.
  22. 7 points

    until

    Έτσι, Dreamer, χωρίς φανφάρες, πολυλογίες, και μια ώρα μέχρι να μάθουμε τον νικητή. 🤣 Εντάξει, δικαιολογημένος είναι ο Dreamer. Πρώτη φορά διοργάνωσε διαγωνισμό, δεν είχε λάβει μέρος σε κανέναν ούτε του κάναμε και αναλυτική παρουσίαση, αλλά μια χαρά τα έβγαλε πέρα. Στο δια ταύτα. Συγχαρητήρια στον Ντίνο που επέστρεψε, δυναμικά, στα κύπελλα του sff! Επίσης, συγχαρητήρια σε Ballerond και dagoncult που συμπληρώνουν το βάθρο. Φυσικά, ένα μεγάλο μπράβο σε όσους συμμετείχαν. Είχαμε καιρό να δούμε τόσα διηγήματα και τόσες νέες συμμετοχές σε διαγωνισμούς. Να συνεχίσουμε έτσι. Και να μην ξεχάσουμε τους διοργανωτές και βαθμολογητές μας, Dreamer και Γιώργος77, που δεν δέχτηκαν καμία δωροδοκία, όσο κι αν προσπάθησα.
  23. 7 points
    Καλησπέρα κι από μένα. Να πω την αλήθεια μου βρίσκω μια τρομερή πρόκληση και ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον στο να γράψω σάι φάι με ελληνικό φόντο. Το πρόβλημα της Ελλάδας, και είναι πρόβλημα σε όλα, είναι το κόμπλεξ που κουβαλάμε σαν λαός. Δυστυχώς χτίσαμε μια ταυτότητα σε σχέση με το πώς οι άλλοι μας όρισαν (αυτοί οι φιλέλληνες, που μεγάλωσαν στα παλάτζο και στα αναγεννησιακά διαβάζοντας πλάτωνα και αριστοτέλη, χωρίς να φταίνε φυσικά οι άνθρωποι). Αυτοί, λοιπόν, οι άλλοι οραματίστηκαν μια Ελλάδα όπως την διάβασαν και όπως την φαντάστηκαν χωρίς φυσικά να αναλογιστούν ότι εμείς εδώ όταν γίναμε κράτος δεν μιλούσαμε καλά καλά τα ελληνικά και παίζαμε κλαρίνα στα πανηγύρια (και μάλιστα πολύ ωραία κλαρίνα-θα σας ανεβάσω αύριο γιατί σήμερα δεν τα βρίσκω). Αυτό που θέλω να πω είναι ότι είμαστε σαν τα κομπλεξικά παιδιά που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους. Και έτσι εξηγείται και όλο αυτό το χαχα με το ελληνικό σέτινγκ το οποίο, θεωρώ, περιέχει μια φοβερή σειρά τοπίων που μπορεί να τροφοδοτήσει με πολύ δυνατά σκηνικά μια οποιαδήποτε ιστορία φαντασίας. Μάλιστα οι μυθολογίες και οι θρησκείες των λαών έχουν άμεση σχέση με τα τοπία του τόπου τους. Νομίζω λοιπόν ότι εμείς γελάμε γιατί ακριβώς έχουμε αποκοπεί από τον τόπο μας. Και δεν είναι αυτό κάποια εθνικίζουσα φανφάρα (επουδενί!). Κάθε τόπος περιέχει ένα δικό του μοναδικό δέος. Εμείς, απλώς, δεν γνωρίζουμε το δικό μας.
  24. 7 points

    until

    Για να μη χαρακτηριστώ γκρινιάρης, θυμάστε οι παλαιότεροι που στον προηγούμενο διαγωνισμό είχα ελαφρώς εκνευριστεί με τη διαδικασία; Ε, νομίζω ότι αυτή τη φορά έχω να πω ότι ναι, οι διαγωνισμοί του φόρουμ έχουν δυνατότητες, ο συγκεκριμένος το αποδεικνύει. Δεν είναι μόνο οι πολλές συμμετοχές, έχουμε και εξαίσια κείμενα δοσμένα (κι ακόμα δεν τα έχω διαβάσει όλα) κι ένα όμορφο κλίμα (με σχολιασμούς προς τους καινούριους πολύ προσεγμένους). Δεν είναι μόνο η δουλειά των "από κάτω", τα συγχαρητήρια πάνε πρώτα στους διοργανωτές. Εύχομαι να συνεχίσουμε έτσι!
  25. 6 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ηρωική φαντασία Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.354 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος Αρχείο: Επιστροφή.docx Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα. «Λόρατς!» Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει. «Είμαι πρώτος;» ρώτησε. «Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.» Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης. «Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του. «Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;» Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε. «Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.» «Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα. Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας. «Που είναι;» ρώτησε. «Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.» Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου. «Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;» «Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια. Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του. «Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι. «Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…» Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι. «Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!» Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή. «Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς. «Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;» Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει. «Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι. «Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ. «Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς. Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή. «Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. «Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο. «Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ. «Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.» «Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;» «Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;» Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο. «Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει. «Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.» «Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.» Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι. «Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο. Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο. «Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε. Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε. Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του. «Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε. Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη. «Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε. «Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!» Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του. «Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.» Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι. Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει. «Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία. «Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ. Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα. «Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ» Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα. «Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.» Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος. «Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ. «Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά. Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ. «Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε. Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει. «Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!» Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του. «Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε. «Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!» «Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς. «Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του. «Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος. Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του. «Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.» Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας. «Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!» Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι. «Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος. «Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους. Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω. «Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας. «Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς. Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα. Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια. «Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.» Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά. Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια. «Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.» «Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.» Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους. Τέλος
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..