Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 02/23/2019 in all areas

  1. 18 points
    Σε ένα Αμερικάνικο σενάριο οι εξωγήινοι καταλαμβάνουν τη Γη. Τη Γη. Μήπως όλος ο πλανήτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν είναι η Ιταλία; Το Πακιστάν; Ως άνθρωποι με φαντασία (και ως ένα βαθμό ως καλλιτέχνες) δεν έχουμε την περιέργεια να ψάξουμε, να δούμε πως είναι η κατοχή της Γης στις άλλες χώρες; Στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που έκανε αντάρτικο στους Γερμανούς, δεν θα έκανε αντάρτικο στους εξωγήινους; Γιατί να είναι αστείο; Επισημαίνω, όπως έκανα κι αλλού, το πρόβλημα είναι σε αυτόν που γελάει. Και για να δείξω κάπως την έκταση του προβλήματος, θα πω ότι δυστυχώς σε αυτή τη χώρα διαθέτουμε πολλά παρδαλά κατσίκια. Πχ, όταν οι Αμερικάνοι γυρνάνε γουέστερν τους φαίνονται αστεία; (Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική γυρνάει ταινίες για τον δικό της πληθυσμό, άσχετα αν είναι αρεστές παγκοσμίως). Όταν οι Κινέζοι κάνουν ταινίες κουγκ-φου, σαολίν, ιπτάμενους δράκους, ξεκαρδίζονται στα γέλια; Οι Βρετανοί με τον Σέξπιρ ρίχνουν απίστευτη καζούρα; Οκ. Ελλάδα εδώ. Άντε να κάνουμε σήμερα ταινία με φουστανέλα, όπως κάναμε παλιά. Πιστεύετε ότι δεν θα βρεθούν αυτοί που θα το γελάσουν σαν παρδαλά κατσίκια; Κάποτε έκανα έρευνα για να γράψω σενάριο τη ζωή του ρήτορα Δημοσθένη για τηλεοπτική σειρά. Σε όποιον το έλεγα μου απαντούσε "μα δεν θα είναι αστείο;" Όλοι τους ήταν κολλημένοι από κάτι σκετσάκια στους Απαράδεκτους με αρχαία Ελλάδα, με τους χαρακτήρες να φορούν σεντόνια. Ωραία ρε μάγκες. Όχι εξωγήινους, όχι βρικόλακες, μα ούτε φουστανέλες ή αρχαία Ελλάδα. Ε για τι το σταυρό μου είμαστε εντάξει να βγάλουμε;!! Άστε ξέρω. Τον Χατζηχρήστο να λέει "αμ πως" και τον Βέγγο να τρέχει και να τρώει σφαλιάρες. Είναι θέμα κόμπλεξ. Είναι θέμα παιδείας. Θυμάμαι όταν πήγαινα φροντιστήριο να μάθω Αγγλικά. Είχαμε δασκάλους που μας μάθαιναν να λέμε τις λέξεις με τη σωστή αγγλική προφορά. Μόλις όμως ο μαθητής έλεγε τη λέξη σωστά, οι υπόλοιποι μαθητές γελούσαν σε βάρος του. Κομπλαρισμένος ο μαθητής, για να γλυτώσει την καζούρα, γύρναγε το αγγλικό του στο πιο... "ουγκ" και τα μιλούσε όπως ο Αντόνι Κουίν στο Ζορμπά. Λες και μαθαίναμε τα αγγλικά για να τα μιλάμε μεταξύ μας. Και τώρα όλοι ξέρουμε αγγλικά σαν τον Τσίπρα. Είναι θέμα παιδείας. Οι Έλληνες μπορεί να μην αντιδρούν σαν τους Αμερικάνους στο εξωπραγματικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό setting αποκλείεται από την ντόπια φαντασία.
  2. 14 points
    until
    Ο @DinoHajiyorgi καθόταν στο γραφείο του με το κεφάλι σκυμένο πάνω από έναν σωρό χαρτιά. Πότε πότε έξυνε την μικρή φαλάκρα του με το ένα χέρι, πότε σάλιωνε το πίσω μέρος του μολυβιού που κρατούσε στο άλλο. Κοιτούσε τα χαρτιά με βλοσυρό βλέμμα κι ήταν σίγουρος ότι τον κοιτούσαν κι αυτά. Έμπνευση; Μηδενική. Ο πισινός του είχε αφήσει το σημάδι του στην καρέκλα αλλά το κείμενο μπροστά του περίμενε, εδώ και ώρες, απελπιστικά άδειο. Ξάφνου, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Ο Ντίνος πετάχτηκε πάνω, ρίχνοντας όλα τα χαρτιά στο έδαφος. «Πανάθεμά σε, όποιος κι αν είναι. Δεν μπορώ, λείπω! Εργάζομαι! Αγοράσαμε ήδη!» «Χατζηγιώργη, άσε τις μπαλαματιές κι άσε με να μπω. Ο Mesmer είμαι. Έχεις έναν διαγωνισμό να οργανώσεις». Ο Ντίνος χτύπησε το κούτελό του με την παλάμη του. Το είχε ξεχάσει τελείως. «Ποιος τους χεζ...εεε.. ναι, αγαπητέ μου Το ξέρω. Έχω πολλή δουλειά όμως, δεν προλαβαίνω. Δεν μπορεί κανείς άλλος;» Για λίγα δευτερόλεπτα απάντηση από τον Mesmer δεν ακούστηκε. Ο Ντίνος θεώρησε ότι είχε απογοητευτεί και τον είχε αφήσει στην ησυχία του. Ένα απότομο χτύπημα στο τζάμι του παραθύρου τον έκανε να τιναχτεί. «Άει στον κόρακα, βλάκα, με κοψοχόλιασες. Τι θες;» «Αλήθεια; Θα αφήσεις ΑΥΤΟΝ να τον διοργανώσει; Δεν μας λυπάσαι καθόλου;» «Δεν με απασχολεί, Mesmer. Πρέπει να τελειώσω το λυκανθρωπικό μου έπος με τίτλο "Η Λαίδη Τσάτερλι κι ο λυκάνθρωπος της Καρδίτσας". Δεν έχω χρόνο για χάσιμο για διαγωνισμούς όπου λαμβάνουν μέρος 50 άτομα και πάντα κερδίζει η elgalla». Ο Mesmer έσκυψε το κεφάλι με απογοήτευση. Μέσα του, βαθειά, ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Τον διαγωνισμό έπρεπε να τον διοργανώσει ΕΚΕΙΝΟΣ." ___________________________________________________________________________________________ *Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος Συγγραφής: 16 Σεπτεμβρίου έως 15 Οκτωβρίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Όριο Λέξεων: 500 έως 3.850 λέξεις Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 16 Οκτωβρίου έως 18 Νοεμβρίου *Τις ψήφους σας τις στέλνετε στον Ballerond και στον Dreamer Θέμα: Κάθοδος Τα διηγήματα του 51ου διαγωνισμού είναι 7, και είναι τα εξής: gismofbi - Το κατώφλι του πεπρωμένου John Ernst - Το μαντείο του κάτω κόσμου Roubiliana - ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΜΟΥ South of Heaven - Happier than thou Starbuck - Το Δώρο Unicron - The arc of descent Γιώργος77 - Τ ά ρ τ α ρ α
  3. 14 points
    Ύστερα από έξι χρόνια συγγραφικής προσπάθειας, έφτασε επιτέλους η στιγμή να ανακοινώσω πως το πρώτο μέρος της τριλογίας η Εποχή των Θρύλων είναι έτοιμο να εκδοθεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ευχαριστώ από καρδιάς όλα τα μέλη του sff.gr - αναγνώστες και συγγραφείς - που βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ώστε αυτό το όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
  4. 12 points
    Το 2010, ένα μέλος που δεν είναι πλέον ενεργό, σ' ένα τόπικ που δεν υπάρχει πια, ρώτησε "Πού θα βρίσκεστε σε 10 χρόνια από τώρα;" Είχα σπεύσει να του απαντήσω "Εδώ". Οι καιροί πέρασαν, πολλά άλλαξαν, δεν είμαι μια εδώ όπως παλιά. Αλλά, ναι, το θυμήθηκα πριν από λίγο καιρό και κράτησα μια σημείωση να ποστάρω κάτι ΕΔΩ! Εδώ που έχω περάσει άπειρες όμορφες ώρες στο παρελθόν. Για να μην μένουν unfinished business and unfulfilled promises. 🙂 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!
  5. 12 points

    until

    Ανακοινωση θέματος: Ο Νικήτας έσκυψε μπροστά και κοίταξε κάτω. Πενήντα όροφοι μακριά του, άνθρωποι που έμοιαζαν με κινούμενες πινέζες, πήγαιναν κανονικά στη δουλειά τους, χαζολογούσαν στο πεζοδρόμιο, σταματούσαν ταξί, πετούσαν σκουπίδια στο δρόμο. Κανείς δεν τον είχε αντιληφθεί - πώς θα μπορούσε άλλωστε - ήταν μία μικροσκοπική κουκκίδα, με το ένα πόδι στον αέρα και το άλλο να πατάει οριακά στο περβάζι, μέσα στο χάος των ουρανοξυστών. Δεν ήξερε αν η ζωή του θα περάσει από μπροστά του σαν ταινία. Δεν ήξερε αν θα πεθάνει πριν την πτώση. Σε ένα φόρουμ είχε διαβάσει ότι, ενώ θες να κλείσεις τα μάτια, το σοκ της πτώσης δεν σε αφήνει και καθώς συναντάς το σκληρό δάπεδο, τα έχεις ορθάνοικτα. Ο Νικήτας δεν πίστευε ότι ήταν αλήθεια αυτό καθώς αυτός που το είχε γράψει θα πρέπει να το είχε κάνει από τον άλλο κόσμο. Πάντα του άρεσαν οι ανηφόρες. Από μικρός, όπου έβλεπε βουνοπλαγιά έτρεχε για να την ανέβει. Μετά, για κάποιον μυστήριο λόγο, δεν ήθελε καθόλου να επιστρέψει. Η κατηφόρα τον τρόμαζε. Φοβόταν ότι δεν θα ήλεγχε την ταχύτητά του, δεν θα έφτανε ποτέ στο έδαφος κι ότι θα κατρακυλούσε ασταμάτητα, σαν χάμστερ που τρέχει μανιωδώς σε έναν κύλινδρο. Και τώρα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει οτιδήποτε στη ζωή του, είχε επιλέξει την "εύκολη" λύση. Την δραπέτευση από τα προβλήματα. Την παραίτηση από τη ζωή. Θα ήθελε να μπορούσε να καταδυθεί στον εαυτό του. Να ψάξει το βαθύτερο πρόβλημα. Να πέσει και να αναζητήσει τη λύση, να ψάξει στον πάτο, να βρει το φως, και μέσα από την κάθοδο να έρθει και πάλι στην αγαπημένη του άνοδο. Θα το ήθελε πολύ. Αλλά αυτοί οι πενήντα όροφοι έμοιαζαν τόσο δελεαστικοί. Κι ήταν σίγουρος ότι, σε αντίθεση με τη βουνοπλαγιά, τώρα θα έφτανε σίγουρα στο έδαφος. Ένα σκοτεινό υπόγειο. Μία σκάλα που οδηγεί στον Άδη. Μία κατηφόρα στο άδυτο της ψυχής μας. Μία κατάβαση σε ένα απύθμενο πηγάδι. Μία κάθοδος στη ζωή μας. Νομίζουμε πολλές φορές ότι το πιο δύσκολο είναι να ανεβαίνεις. Να αγκομαχάς και να κουράζεσαι. Για μένα, το πιο δύσκολο είναι να ψάχνεις. Να σκαλίζεις. Να πηγαίνεις βαθύτερα, χαμηλότερα, σκοτεινότερα. Γράψτε για την ΚΑΘΟΔΟ. Για χαρακτήρες που τόλμησαν να ανέβουν αλλά όχι να κατέβουν. Για ιστορίες που κρύβονται στα πιο χαώδη άδυτα της ψυχής μας. Για ανθρώπους που αποφάσισαν να αλλάξουν τη ζωή τους κοιτώντας πίσω τους. Για την κάθοδο των μυρίων (καλά, όχι τόσο προφανές, καταλάβατε) Κάθοδος λοιπόν. Και καλή μας κατηφόρα.
  6. 11 points
    Βρίσκεται στο στάδιο ακόμα της επεξεργασίας, αλλά σύντομα θα εκδοθεί. Από τον εκδ οίκο συμπαντικές διαδρομές η πρώτη μου έκδοση. Ο τίτλος αυτού: «Όνομα Χρήστη: Οι Λαοί Της Θάλασσας».
  7. 8 points

    until

    Θεωρώ ότι αν δώσω κι άλλο hint θα είναι αχρείαστο βάσει των όσων έχετε απαντήσει. Αύριο βραδάκι ανακοινώνω θέμα 😉
  8. 8 points

    until

  9. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: Fantasy Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 2.310 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στο Write-off #91 Αρχείο: Μαύρο Αίμα.docx Το σπαθί του καρφώθηκε στη φρεσκοσκαμμένη γη. Μετά έσκυψε, έτσι που η λαβή του ακούμπησε το δεξί του ώμο. Κάτω από το σεληνόφωτο η σιλουέτα του φάνταζε με τεράστιο βράχο. Πίσω του, τα σύννεφα στο χρώμα του ασημιού, παρασέρνονταν από τον μανιασμένο αέρα. Έπιασε μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα, το έφερε στο μέτωπο κι άρχισε να κλαίει. Μετά κοίταξε μπροστά του το μαρμάρινο σταυρό, ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει να χαράξει το αγαπημένο όνομα. Ήξερε ότι δε θα το έβλεπε ποτέ του χαραγμένο, ότι ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στην πόλη. Τον περίμενε ή η εξορία, ή ο θάνατος. Μετά σηκώθηκε απότομα, έκανε το σημείο του σταυρού κι απομακρύνθηκε από τον τάφο. Λίγα βήματα πιο πέρα τον περίμενε ο υπηρέτης του. Μικρόσωμος και κοκαλιάρης, ίσα που κατάφερνε να συγκρατεί τα άλογα, που ήταν περισσότερο από ποτέ ανήσυχα. «Κύριε, δε θα μείνετε άλλο;» «Όχι, φτάνει» είπε εκείνος με τη βροντερή του φωνή. Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν το νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Σήκωσε το σπαθί να το θηκαρώσει και πρόσεξε τη λερωμένη λάμψη του. Το κηλίδωνε ακόμα το μαύρο της αίμα. Το επέστρεψε στο θηκάρι χωρίς να το καθαρίσει και καβάλησε το άλογο του. Έδωσε το πρόσταγμα και το σκιαγμένο ζώο υπάκουσε καλπάζοντας στη γλιστερή πλαγιά με κατεύθυνση προς τον κίνδυνο. Ο άντρας δεν νοιάστηκε καν να κοιτάξει αν τον ακολουθούσε ο ιπποκόμος. Κύριος και υπηρέτης διέσχισαν μια έρημη πόλη, κάθε σπίτι της ένα μαυσωλείο. Όσοι δεν είχαν διαφύγει με τις οικογένειες τους, είχαν αμπαρωθεί πίσω από τα παντζούρια τους και περίμεναν μοιρολατρικά το τέλος. Ο άνεμος δυνάμωνε, στροβίλιζε πάνω από τις στέγες τα σύννεφα, μετατρέποντας τα σε στοιχειά που κουβαλούσαν από μακριά ιαχές και μουγκρητά. Όταν άφησαν πίσω τα τελευταία σπίτια είχε αρχίσει να χιονίζει στάχτες. Η αρματωσιά του πολεμιστή ήταν γαντζωμένη στην πονεμένη του σάρκα, κάτω από εγκοπές που είχαν σμιλέψει τσεκούρια και ξίφη. Λάσπη και πηγμένο αίμα είχαν μετατρέψει την όψη του ίδια με τις σκιές που πολεμούσαν. Ο ιπποκόμος του τον είχε παρακαλέσει να σταθούν για λίγο, να επισκευάσουν την πανοπλία πριν συνεχίσουν, να βρουν μια καινούργια ασπίδα, αλλά ο άντρας δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ήταν βαριά η καρδιά του, κάτω ακριβώς από το σημείο που η λόγχη της είχε βρει τον θώρακα του. Το σίδερο είχε αντέξει. Η καρδιά του όμως έγινε κομμάτια. Οι αισθήσεις του φλέγονταν, ήθελε εκδίκηση. Και ήξερε ότι η αναμέτρηση δεν θα μετριόταν από τη δύναμη των όπλων. «Δεν έχουμε ξανασυναντήσει τέτοιον αντίπαλο» είχε ψιθυρίσει εκείνη στο πλευρό του. «Ακολουθούμε συμβατικές στρατηγικές και στέλνουμε γενναίους άντρες στον χαμό τους. Δεν νικιέται το σκοτάδι με μέταλλο.» «Τότε τι;» την είχε ρωτήσει. «Αν ήξερα, τώρα θα ήμασταν νικητές. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μας υπολογίζει. Έχουμε τραβήξει την προσοχή του. Παράτησε τις Κάτω Χώρες και έρχεται για μας.» Κάποια στιγμή το δάσος έδωσε τη θέση του σε αποκαΐδια και συνάντησαν τους πρώτους ιππότες. Μια ουρά από σπασμένες πανοπλίες, τσακισμένο ηθικό και κομμένα άκρα, βάδιζαν μακριά από το θανατικό, υποχωρούσαν κουτσαίνοντας και μπουσουλώντας. Μαύρα, καψαλισμένα πρόσωπα τον κοίταζαν με νεκρά μάτια. Μπροστά ο ορίζοντας φλεγόταν και τα σύννεφα κοκκίνιζαν σαν πυρακτωμένα. Άκουσε από πίσω του τον υπηρέτη να ξεστομίζει ένα ξόρκι τρομοκρατημένος. Ο ίδιος δεν ένιωθε ίχνος φόβου. Ήταν ήδη νεκρός και θαμμένος δίπλα στην αγαπημένη του. Όταν έφτασαν στα χαρακώματα, η φρουρά τον αναγνώρισε και τον άφησε να περάσει. Στις κόκκινες ανταύγειες πρόσεξε τα μάτια κάτω από τα ραγισμένα τους κράνη. Είδε τον απόλυτο τρόμο. Περικεφαλαίες, ασπίδες και λάβαρα είχαν το σύμβολο του σταυρού, όπως φαίνεται όμως κανείς τους δεν είχε ακόμα εμπιστοσύνη στο καινούργιο σύμβολο. Ατενίζοντας αυτό εκεί που τους πλησίαζε, ο άντρας ήξερε πόσο άχρηστες ήταν οι νέες δοξασίες ενάντια στους αρχαίους δαίμονες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συνδύαζαν την εμφάνιση του Νεφθεροσκόπου με την άφιξη της νέας πίστης. Τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε το άλογο του. Ο ιπποκόμος έπραξε το ίδιο δίπλα του. Μεταξύ της γραμμής άμυνας και του πεδίου της μάχης απλώνονταν χωράφια σπαρμένα με κόκκαλα. Εδώ η έντονη μυρωδιά δεν έτσουζε απλώς τα ρουθούνια, τσιμπολογούσε επώδυνα ολόκληρη την πέτσα. Μπορούσε να δει σε μικρή απόσταση τους τελευταίους ανθρώπους που συγκρούονταν ηρωικά με τις σκιές του Νεφθεροσκόπου. Πίσω από ένα πέπλο καπνού, αόρατο στη νύχτα, πρόσεξε τις διακυμάνσεις του σκοταδιού, το παιγνίδισμα με την αντανάκλαση του φεγγαριού. Εκείνος ήταν εδώ. Μούδιασαν τα σωθικά του πολεμιστή. Δεν ήταν φόβος αλλά προσμονή. «Δεν έχει νόημα, κύριε» είπε ο υπηρέτης, «να πάρουμε τους άντρες, να φύγουμε στα βουνά.» Ο άντρας τράβηξε έξω το σπαθί του και άκουσε από πίσω τον υπηρέτη του να βογκάει. «Σε απαλλάσσω» του φώναξε, «Είσαι ελεύθερος να φύγεις.» Ο ιπποκόμος δεν αποκρίθηκε. Ούτε σπιρούνισε το άλογο του. Έμεινε στη θέση του βουβός. Ο άντρας κοίταξε τη λεπίδα του. Πολεμούσαν τον Νεφθεροσκόπο τρία χρόνια. Δεν έδωσαν την πρέπουσα προσοχή στο βέλος της σκιάς που τη τραυμάτισε στον ώμο. Κουβαλούσαν και οι δύο πολλαπλές ουλές στο σώμα τους μετά από τόσες εκεχειρίες. Αφαίρεσαν το βέλος, το κεντρί του όμως άφησε μαύρο κατάλοιπο μέσα της. Υπήρχε σκοπός στη στοχοποίηση της. Χρειάστηκαν στιγμές για να την καταβροχθίσει. Την αγαπούσε πολύ για να το προσέξει αμέσως. Υπήρξε τυφλός στην αλλαγή της και έμεινε αποσβολωμένος όταν τον χτύπησε με την λόγχη της. Μαύρο σάλιο κάλυψε το πηγούνι της όπως του χαμογέλασε. «Το σκοτάδι με θέλει» λαρύγγισε ηδονικά. «Έλα στη δροσιά του, αφελή. Μην μ’ αναγκάσεις να σε σβήσω» συμπλήρωσε γλύφοντας τα χείλη της. Ούρλιαξε το όνομα της, έκλαψε, παρακάλεσε, πήρε μόνο το γέλιο και την απέχθεια της. Ήταν δεινή ξιφομάχος και το σκότος της έδωσε αφύσικη μανία, δύναμη και αντοχή. Τώρα θα ήταν νεκρός αν σε μια μικρή εύνοια της τύχης δεν της διαπερνούσε την τραχεία από άνοιγμα της πανοπλίας της. Κραυγάζοντας κατάρες έσπρωξε βαθιά τη λεπίδα και πήρε τη ζωή της γυναίκας και δέσποινας του. Ακούμπησε τη λεπίδα στην αριστερή του παλάμη. Έκλεισε σφιχτά τη χούφτα και έσυρε το σπαθί κόβοντας βαθιά το χέρι του. Κοίταξε το παλλόμενο σκοτάδι απέναντι και περίμενε. Επέτρεψε το μίσος να τον θρέψει, την οργή του να φουσκώσει. Εισέπνευσε θειάφι και έκαψε τα σωθικά του. Ο Νεφθεροσκόπος θα πέθαινε σήμερα. Σκέφτηκε όλους εκείνους πίσω του που έτρεμαν το όνομα του δαίμονα και του ξέφυγε ένα τρανταχτό γέλιο. «Κύριε μου» ψέλλισε ο υπηρέτης του ανήσυχος. Τον αγνόησε. Αναρωτήθηκε γιατί έτρεμαν όλοι ένα ελεεινό σκουλήκι σαν τον Νεφθεροσκόπο. Είχαν σπαταλήσει τόσες γενναίες ζωές άδικα στα πεδία των μαχών. Του ήταν ολοφάνερο τώρα. Αποδοχή του σκότους ήταν ο μόνος τρόπος να λιώσεις τέτοιο απόβρασμα. Ο χήρος πολεμιστής αγαπούσε πλέον τον πόνο του, το πέπλο που τον τύφλωνε όλα αυτά τα χρόνια διαλυόταν και έβλεπε ξεκάθαρα τον εχθρό του. «Φύγε» γάβγισε προς τον υπηρέτη του. «Μην ξανάρθεις εδώ!» Δεν περίμενε απάντηση. Σπιρούνισε το άλογο του και χύθηκε κατά της νύχτας. Οι οπλές όργωσαν κουφάρια, σήκωσαν πικρό κουρνιαχτό. Ένας πνιχτός ρόγχος γέμισε το πεδίο της μάχης. Η κόλαση είχε νιώσει το πλησίασμα του. Έτριξε τα δόντια του και ανέμισε τη λεπίδα πάνω από το κεφάλι του. Με ικανοποίηση είδε το πρώτο κύμα από σκιές να έρχεται καταπάνω του. Διέλυσε τις πρώτες που τόλμησαν να ορμήσουν, το άλογο του όμως ήταν καταδικασμένο. Ήταν πάρα πολλές. Το ζώο χλιμίντρισε τραγικά όπως το ξάπλωσαν άπονα νύχια και σαγόνια. Ο άντρας έσκασε στο έδαφος και κύλησε τσακίζοντας την ταλαιπωρημένη του σάρκα μέσα στην αρματωσιά της. Ο πόνος τον ευχαρίστησε, του έδωσε δύναμη να τιναχτεί όρθιος και να κόψει περισσότερες από αυτές που συνέχισαν να του ρίχνονται. Δεν υπήρχε όμως ικανοποίηση στη σφαγή τους. Άμυαλα ζωύφια ήταν που δεν ήξεραν τον φόβο, δεν υπήρχε προσωπικό κόστος στον χαμό τους, κανένας δεν θα έκλαιγε την απουσία τους. Κάθε φορά που έπεφτε ένας ιππότης, ο θάνατος του αντηχούσε στα φιλοκάρδια των συμπολεμιστών του, στην οικογένεια του, στην οικουμένη. Πόσο εύθραυστος και ελαττωματικός ήταν ο άνθρωπος. Ήταν καταδικασμένος να χάσει αυτόν τον πόλεμο. Συνέχισε να μάχεται, όχι για μια ανθρωπότητα που δεν το άξιζε, αλλά για εκδίκηση. Τα μπράτσα του έκαιγαν και οι σκιές κατέρρεαν σε σωρούς γύρω του. Αναρωτήθηκε μια στιγμή πόσο ακόμα θα άντεχε όταν ξαφνικά το σπαθί του βρήκε κενό. Οι σκιές είχαν σταματήσει την επίθεση τους. Τραβήχτηκαν πίσω και άνοιξαν τον δρόμο για εκείνον. Πύρινες φλόγες εξακολουθούσαν να καίνε αγριεμένα στις κόγχες τους, έμειναν όμως να τον κοιτούν άπραγες. Ήταν λαχανιασμένος, η οργή μόνιμη μάσκα στο πρόσωπο του, με μαύρο σάλιο να στάζει από τα δόντια του. Οι κραυγές των δαιμόνων, οι ιαχές των ιπποτών, η βουή της μάχης είχαν σιγήσει. Μόνο ο άνεμος φυσούσε και κροτάλιζε τις φωτιές που κύκλωναν το πεδίο. Το φεγγάρι χάθηκε πίσω από κόκκινα σύννεφα και το σκοτάδι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Το πολυλέπιδο ξίφος του Νεφθεροσκόπου ήταν επώδυνο στο βλέμμα. Έτσουξε σαν χαστούκι, ο άντρας όμως δεν έκανε πίσω. «Με έχεις πιεί, ρέω στο αίμα σου. Το σκοτάδι είναι δικό σου. Έλα στο πλευρό μου και όλη αυτή η γη θα ανήκει σε σένα» κροτάλισε απύθμενα η φωνή του δαίμονα. Δεν ήταν σίγουρος αν ο Νεφθεροσκόπος φορούσε τρομερή πανοπλία ή αυτό που έβλεπε ήταν το καταραμένο του κέλυφος. Τον έβλεπε καθαρά για πρώτη φορά, χωρίς τις τρομερές νεφέλες που τον κάλυπταν και που τόσο φόβο σκορπούσαν στις καρδιές και των πιο γενναίων. Πίστεψε ότι για πρώτη φορά στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον ως ίσοι. Μαύρο φως έκαιγε μέσα στις φυσικές κόγχες του κράνους του κτήνους. «Ναι, ήπια το σκοτάδι» φώναξε την απάντηση του. «Και δεν έχω τελειώσει ακόμα μαζί σου» συμπλήρωσε ορμώντας με το σπαθί του σηκωμένο. Η πρώτη κλαγγή συγκλόνισε τη νύχτα. Λεπίδα με λεπίδα, πανοπλία με καύκαλο, γροθιά με μαύρη ασπίδα, το έδαφος έτριξε κάτω από το βάρος τους. Ο άντρας γέμισε εγκοπές, εγκαύματα και θλάσεις αλλά δεν καταλάγιασε τη μανία του. Ράγισε την ασπίδα του Νεφθεροσκόπου και έκοψε βαθιά, αλλά ο δαίμονας δεν έδειξε ίχνος υποχώρησης. Ιππότες και σκιές παρακολουθούσαν βουβά από απόσταση το φλεγόμενο κουρνιαχτό. Ο άντρας ένιωθε την παρουσία εκείνης δίπλα του, ήταν το κουράγιο του, αλλά σε κάθε σπαθιά έμοιαζε η μνήμη της ολοένα να λιγοστεύει και να χάνεται. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι δεν θυμόταν το όνομα της. Στο νου του είδε μόνο τον κενό μαρμάρινο σταυρό. Μέσα στο μυαλό του μεγάλωνε ξένο, τρομερό σκεπτικό. Το ξάφνιασμα του στοίχησε καίρια σπαθιά στο πρόσωπο. Αισθάνθηκε μάλιστα το χτύπημα πριν συμβεί, μέσα από τα μάτια του Νεφθεροσκόπου. Κόπηκε στα δύο η περικεφαλαία του και σκόρπισε στο χώμα αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Μαύρο αίμα έτρεξε στο μέτωπο του. Το μειονέκτημα ενδυνάμωσε το πείσμα του. Έπρεπε να το τελειώσει τώρα, όσο είχε ακόμα μια ρανίδα ανθρωπιάς μέσα του, ή ποτέ. Όρμησε ακάλυπτος. Άφησε το τρομερό ξίφος να τον βρει. Μία φορά, τον συγκλόνισε, κόντεψε να πέσει κάτω. Δεύτερη φορά, τον γονάτισε. Τρίτη φορά δεν υπήρξε. Τινάχτηκε όρθιος, γαντζώθηκε με το ελεύθερο του χέρι από την μαύρη ασπίδα και έμπηξε τη λεπίδα του βαθιά στην περικεφαλαία του Νεφθεροσκόπου. Αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του και καταργήθηκε κάθε του μνήμη. Απίστευτο ψύχος γέμισε την ψυχή του και ένιωσε να διαμελίζεται. Δαιμονικό κουφάρι και ανθρώπινη πανοπλία έσκασαν στο χώμα και σηκώθηκε αχός που σκόρπισε προς κάθε κατεύθυνση. Για μια στιγμή νόμισε ότι αυτό ήταν ο θάνατος, αλλά είχε κάνει λάθος. Άνοιξαν πάλι τα μάτια του. Είδε το χέρι του με το σπασμένο σπαθί, άκουσε πάλι, τον άνεμο και τις φωτιές. Ήταν πεσμένος στα τέσσερα, με την πανοπλία του κομματιασμένη στο έδαφος. Δεν την είχε ανάγκη. Η πέτσα του μαύριζε και σκλήρυνε σιγά-σιγά. Τώρα ήξερε. Εκείνο το σύμβολο που ύψωσαν σε εκκλησίες, πλατείες και νεκροταφεία ήταν η πρόκληση που έφερε τον κάτω κόσμο επάνω. Ποτέ δεν θα μπορούσε να υπάρξει νίκη. Σηκώθηκε όρθιος και ένιωσε θεόρατος. Μύρισε τον φόβο και τον θάνατο γύρω του με ικανοποίηση. Το κουφάρι στα πόδια του που ήταν ο Νεφθεροσκόπος ήταν πια ένα τίποτα. Χιλιάδες κόκκινα μάτια τον κοίταζαν βουβά. Οι σκιές περίμεναν το πρόσταγμα του. Η κόλαση είχε επιτρέψει τη νίκη του, η κόλαση ήταν δική του. Σήκωσε τα χέρια του στα σύννεφα και κραύγασε. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει, ήταν κυρίαρχος. Κι όμως, κάτι τόλμησε να κινηθεί εναντίον του. Ένα διστακτικό πλησίασμα, τόσο προσβλητικό. Από όσο μπορούσε να θυμηθεί, αυτό το αδύναμο πλάσμα ήταν κάποτε υπηρέτης του. Σκουντουφλούσε πεζός, κρατώντας υψωμένο ένα γελοίο εγχειρίδιο. Το πρόσωπο του ήταν μια μάσκα αγωνίας. με δύο υγρά τρομοκρατημένα μάτια. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του. «Κύρη μου» ψέλλισε. «Ο Κύρης σου είναι νεκρός» κάγχασε ο άντρας. Ο φόβος έγινε πίκρα και αγανάκτηση στο πρόσωπο του υπηρέτη. «Τότε… στο όνομα της Δέσποινας μου» φώναξε το ανθρωπάκι. Τα λόγια διαπέρασαν το κέλυφος του, αναστάτωσαν ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του. Ένιωσε ξαφνικά σαν πνιγμένο που προσπαθεί να φτάσει στην επιφάνεια πριν είναι αργά. «Ποια είναι η Δέσποινα σου;» ρώτησε με ελπίδα. Και ο υπηρέτης φώναξε θαρρετά το όνομα της. Θρυμματίστηκαν τα μάτια του πολεμιστή, άφησαν χείμαρρους από δάκρυα που τσιτσίρισαν στο πρόσωπο του και ξέπλυναν την πέτσα του. Έπεσε στα γόνατα του, χαμηλότερα από τον γενναίο ιπποκόμο και σήκωσε τον λαιμό του σε εκείνον. Ένιωθε την κόλαση να βράζει μέσα του και να τον διεκδικεί ξανά. «Λύτρωσε με» φώναξε πριν είναι αργά και ευχήθηκε ο άλλος να κατάλαβε. Μια ζωή στο πλευρό του, μετά από τόσες μάχες, πως μπορούσε να μην καταλάβει; Όταν απέσυρε το εγχειρίδιο, το αίμα ήταν κόκκινο. Έσκουξε το σκοτάδι και σαν από σύνθημα σκόρπισαν τα σύννεφα. Το φεγγάρι όμως δεν ήταν πια στη θέση του. Η πρώτη ριπή μιας ηλιαχτίδας ανέτειλε πίσω από τα όρη στον ορίζοντα και σκόρπισε τις σκιές σαν αποκαΐδια. Γι αυτούς που θα ρωτούσαν, τους ιστορικούς και τους βάρδους, η Κόλαση έχασε την πρώτη μάχη με τον άνθρωπο τη στιγμή που τόλμησε να σκοτώσει εκείνη, την πρώτη των πολεμιστών του. Η έχθρα θα είχε συνέχεια, αλλά για τώρα ξημέρωνε ένας κόσμος θρήνου και ελπίδας. Ο υπηρέτης γονάτισε δίπλα στον κύριο του και περίμενε τους ιππότες να σηκώσουν τον καλύτερο τους και να τον επιστρέψουν στο πλευρό της δεσποσύνης του.
  10. 8 points

    until

    Ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης, ελπίζω να μην σας δυσκόλεψα πολύ, το θέμα πιστεύω ότι στέκεται καλά και στα τρία είδη. Ποιο είναι κοινό και στις 5 φωτογραφίες; Μα φυσικά το μέγεθος. Στην πρώτη εικόνα, βλέπουμε το μέγεθος της μαύρης τρύπας σε σύγκριση με το μικροσκοπικό διαστημόπλοιο. Στην δεύτερη, το μέγεθος του πλανήτη σε σύγκριση με το μικροσκοπικό διαστημικό σταθμό. Στην τρίτη, έχουμε τρία μεγέθη, τον μπλε πλανήτη που είναι μεγαλύτερος από το εξωγήινο πλάσμα και το εξωγήινο πλάσμα που είναι πολύ μεγαλύτερο από τους μικροσκοπικούς πλανήτες που βρίσκονται διάσπαρτοι γύρω του. Στην τέταρτη είναι αυτονόητο ότι ο δράκος είναι τεράστιος σε μέγεθος. Και στην πέμπτη δεν χρειάζεται επεξήγηση το θέμα "φωνάζει" από μακριά. Το θέμα του διαγωνισμού είναι: Γίγαντες Γίγαντες γήινοι; γίγαντες εξωγήινοι; γίγαντες ρομπότ, γίγαντες κανίβαλοι, γίγαντες δράκοι; γίγαντες γιαχνί; 😄ότι τραβάει η όρεξη φαντασία σας. ___________________________________________________________________________________________ Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος συγγραφής: 15 Μαρτίου έως 13 Απριλίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Θέμα: Γίγαντες
  11. 8 points
    Το διήγημά μου "Η δεύτερη επαλήθευση" θα δημοσιευτεί στην ανθολογία του fantasmagoria με θέμα "χρησμός"
  12. 7 points

    until

    Στην δεύτερη θέση με βαθμολογία 112,5 βρίσκεται η Roubiliana με το διήγημα ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΟΜΟΥ. και στην πρώτη θέση με βαθμολογία 132 βρίσκεται o South of Heaven με το διήγημα Happier than thou. Τα θερμά μου συγχαρητήρια στον νικητή άλλα και σε όλους όσους συμμετείχαν στον 51ο διαγωνισμό. **Αύριο, θα δημοσιευτούν τα στατιστικά των βαθμολογιών για όλους τους συμμετέχοντες.
  13. 7 points

    until

    Άντε, να κάνει κάποιος την αρχή...
  14. 7 points

    until

    Κι εκεί που έλεγα προχθές ότι δε θα βρω κάτι να γράψω, μου ήρθαν όλα μαζεμένα. Είμαι στις 2300 λέξεις και δεν αργώ να τελειώσω. Και για να σας μπάσω λίγο στο κλίμα, το κομμάτι που μου έδωσε την αρχική έμπνευση
  15. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: dagoncult Είδος: τρόμος Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3839 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ο διαγωνισμό Μυϊκή Μάζα.odt Μυϊκή Μάζα.pdf
  16. 7 points
    until
    Ο βροχερός και κρύος χειμώνας μας αποχαιρετάει σιγά-σιγά και την θέση του παίρνει η ζεστή και ηλιόλουστη άνοιξη, όπου τα λουλούδια ξυπνούν από το βαθύ τους ύπνο και τα πουλιά τιτιβίζουν στα δέντρα και στις στέγες των σπιτιών καλωσορίζοντας τον ερχομό της. Έτσι και εγώ, με την σειρά μου, σας καλωσορίζω όλους στον 50ο Διαγωνισμό Διηγήματος. ___________________________________________________________________________________________ *Διαβάστε προσεκτικά τους νέους κανονισμούς. ___________________________________________________________________________________________ Περίοδος Συγγραφής: 15 Μαρτίου έως 13 Απριλίου (1 μήνας χωρίς παράταση) Περίοδος Σχολιασμού και Ψηφοφορίας: 14 Απριλίου έως 11 Μαΐου (4 εβδομάδες) *Τις ψήφους σας τις στέλνετε στον Dreamer και στον Γιώργος77 Θέμα: Γίγαντες Τα διηγήματα του 50ου διαγωνισμού είναι 12, και είναι τα εξής: Ballerond - Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν. dagoncult - Μυϊκή Μάζα Dimitra - Η Εισβολή των Μεγάλων DinoHajiyorgi - Η Επιστροφή των Γιγάντων gismofbi - Η κυρά της λήθης John Ernst - Το Ρούσο Ρουμάνι Mesmer - Το σμήνος Rōnin - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ ΤΟΥ ΕΛΦΕΡΡΙΟΝ Roubiliana - Τα Δέντρα Περπατάνε Unicron - GALACTIC WARS II - THE AWAKENING OF THE GIANTS zefuros - O κρυφός Γίγαντας Η ωραία κοιμωμένη - Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ Καλή επιτυχία! *Τα αποτελέσματα του 50ου διαγωνισμού θα τα βρείτε στην 14η και 15η σελίδα.
  17. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Άγγελος Είδος: Επιστημονική Φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.200 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα τους Γίγαντες Αρχεία: Το σμήνος.pdf Το σμήνος.docx
  18. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ηρωική φαντασία Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.354 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος Αρχείο: Επιστροφή.docx Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα. «Λόρατς!» Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει. «Είμαι πρώτος;» ρώτησε. «Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.» Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης. «Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του. «Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;» Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε. «Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.» «Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα. Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας. «Που είναι;» ρώτησε. «Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.» Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου. «Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;» «Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια. Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του. «Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι. «Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…» Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι. «Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!» Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή. «Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς. «Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;» Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει. «Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι. «Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ. «Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς. Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή. «Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. «Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο. «Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ. «Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.» «Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;» «Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;» Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο. «Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει. «Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.» «Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.» Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι. «Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο. Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο. «Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε. Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε. Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του. «Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε. Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη. «Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε. «Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!» Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του. «Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.» Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι. Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει. «Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία. «Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ. Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα. «Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ» Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα. «Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.» Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος. «Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ. «Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά. Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ. «Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε. Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει. «Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!» Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του. «Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε. «Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!» «Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς. «Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του. «Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος. Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του. «Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.» Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας. «Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!» Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι. «Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος. «Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους. Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω. «Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας. «Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς. Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα. Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια. «Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.» Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά. Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια. «Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.» «Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.» Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους. Τέλος
  19. 7 points

    until

    Και πάλι, σας ευχαριστώ για την συμμετοχή σας.
  20. 7 points

    until

    Έτσι, Dreamer, χωρίς φανφάρες, πολυλογίες, και μια ώρα μέχρι να μάθουμε τον νικητή. 🤣 Εντάξει, δικαιολογημένος είναι ο Dreamer. Πρώτη φορά διοργάνωσε διαγωνισμό, δεν είχε λάβει μέρος σε κανέναν ούτε του κάναμε και αναλυτική παρουσίαση, αλλά μια χαρά τα έβγαλε πέρα. Στο δια ταύτα. Συγχαρητήρια στον Ντίνο που επέστρεψε, δυναμικά, στα κύπελλα του sff! Επίσης, συγχαρητήρια σε Ballerond και dagoncult που συμπληρώνουν το βάθρο. Φυσικά, ένα μεγάλο μπράβο σε όσους συμμετείχαν. Είχαμε καιρό να δούμε τόσα διηγήματα και τόσες νέες συμμετοχές σε διαγωνισμούς. Να συνεχίσουμε έτσι. Και να μην ξεχάσουμε τους διοργανωτές και βαθμολογητές μας, Dreamer και Γιώργος77, που δεν δέχτηκαν καμία δωροδοκία, όσο κι αν προσπάθησα.
  21. 7 points

    until

    Για να μη χαρακτηριστώ γκρινιάρης, θυμάστε οι παλαιότεροι που στον προηγούμενο διαγωνισμό είχα ελαφρώς εκνευριστεί με τη διαδικασία; Ε, νομίζω ότι αυτή τη φορά έχω να πω ότι ναι, οι διαγωνισμοί του φόρουμ έχουν δυνατότητες, ο συγκεκριμένος το αποδεικνύει. Δεν είναι μόνο οι πολλές συμμετοχές, έχουμε και εξαίσια κείμενα δοσμένα (κι ακόμα δεν τα έχω διαβάσει όλα) κι ένα όμορφο κλίμα (με σχολιασμούς προς τους καινούριους πολύ προσεγμένους). Δεν είναι μόνο η δουλειά των "από κάτω", τα συγχαρητήρια πάνε πρώτα στους διοργανωτές. Εύχομαι να συνεχίσουμε έτσι!
  22. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: MadnJim Είδος: Fantasy Βία; Τα απαραίτητα Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 4717 με την εισαγωγή, 4499 χωρίς την εισαγωγή Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου στο WriteOff #91 Αρχείο: Η Ντουναχάσα φλέγεται.pdf ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ Η Ντουναχάσα φλέγεται
  23. 7 points

    until

    Γράφω… γράφω… Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή του. «Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Κοιτάχτηκαν οι δυό τους, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους σ’ εκείνον. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο ένας κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. Τροποποιημένο απόσπασμα (για τη διαφύλαξη δεδομένων) από το «Επιστροφή των Γιγάντων»
  24. 7 points
  25. 6 points
    Από το 2011 βιώνω βαριά περίπτωση writer's block. Και δεν μιλώ για ιδέες, αλλά και διάθεση να γράφω. Με το Flash Fiction στο οποίο συμμετείχα, έχω ξεκινήσει συγγραφοθεραπία για να βγω από τον λάκκο. Αν κοιτάξετε στο Ευρετήριο Ιστοριών βάσει συγγραφέα στη Βιβλιοθήκη, θα δείτε πόσα διηγήματα μου βρίσκονται στο sff. Θα παλέψω να γράψω εδώ και να συμμετάσχω στον διαγωνισμό Μαρτίου.
This leaderboard is set to Athens/GMT+02:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..