Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 12/08/2018 in Posts

  1. 18 points
    Σε ένα Αμερικάνικο σενάριο οι εξωγήινοι καταλαμβάνουν τη Γη. Τη Γη. Μήπως όλος ο πλανήτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν είναι η Ιταλία; Το Πακιστάν; Ως άνθρωποι με φαντασία (και ως ένα βαθμό ως καλλιτέχνες) δεν έχουμε την περιέργεια να ψάξουμε, να δούμε πως είναι η κατοχή της Γης στις άλλες χώρες; Στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που έκανε αντάρτικο στους Γερμανούς, δεν θα έκανε αντάρτικο στους εξωγήινους; Γιατί να είναι αστείο; Επισημαίνω, όπως έκανα κι αλλού, το πρόβλημα είναι σε αυτόν που γελάει. Και για να δείξω κάπως την έκταση του προβλήματος, θα πω ότι δυστυχώς σε αυτή τη χώρα διαθέτουμε πολλά παρδαλά κατσίκια. Πχ, όταν οι Αμερικάνοι γυρνάνε γουέστερν τους φαίνονται αστεία; (Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική γυρνάει ταινίες για τον δικό της πληθυσμό, άσχετα αν είναι αρεστές παγκοσμίως). Όταν οι Κινέζοι κάνουν ταινίες κουγκ-φου, σαολίν, ιπτάμενους δράκους, ξεκαρδίζονται στα γέλια; Οι Βρετανοί με τον Σέξπιρ ρίχνουν απίστευτη καζούρα; Οκ. Ελλάδα εδώ. Άντε να κάνουμε σήμερα ταινία με φουστανέλα, όπως κάναμε παλιά. Πιστεύετε ότι δεν θα βρεθούν αυτοί που θα το γελάσουν σαν παρδαλά κατσίκια; Κάποτε έκανα έρευνα για να γράψω σενάριο τη ζωή του ρήτορα Δημοσθένη για τηλεοπτική σειρά. Σε όποιον το έλεγα μου απαντούσε "μα δεν θα είναι αστείο;" Όλοι τους ήταν κολλημένοι από κάτι σκετσάκια στους Απαράδεκτους με αρχαία Ελλάδα, με τους χαρακτήρες να φορούν σεντόνια. Ωραία ρε μάγκες. Όχι εξωγήινους, όχι βρικόλακες, μα ούτε φουστανέλες ή αρχαία Ελλάδα. Ε για τι το σταυρό μου είμαστε εντάξει να βγάλουμε;!! Άστε ξέρω. Τον Χατζηχρήστο να λέει "αμ πως" και τον Βέγγο να τρέχει και να τρώει σφαλιάρες. Είναι θέμα κόμπλεξ. Είναι θέμα παιδείας. Θυμάμαι όταν πήγαινα φροντιστήριο να μάθω Αγγλικά. Είχαμε δασκάλους που μας μάθαιναν να λέμε τις λέξεις με τη σωστή αγγλική προφορά. Μόλις όμως ο μαθητής έλεγε τη λέξη σωστά, οι υπόλοιποι μαθητές γελούσαν σε βάρος του. Κομπλαρισμένος ο μαθητής, για να γλυτώσει την καζούρα, γύρναγε το αγγλικό του στο πιο... "ουγκ" και τα μιλούσε όπως ο Αντόνι Κουίν στο Ζορμπά. Λες και μαθαίναμε τα αγγλικά για να τα μιλάμε μεταξύ μας. Και τώρα όλοι ξέρουμε αγγλικά σαν τον Τσίπρα. Είναι θέμα παιδείας. Οι Έλληνες μπορεί να μην αντιδρούν σαν τους Αμερικάνους στο εξωπραγματικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό setting αποκλείεται από την ντόπια φαντασία.
  2. 13 points
    Ύστερα από έξι χρόνια συγγραφικής προσπάθειας, έφτασε επιτέλους η στιγμή να ανακοινώσω πως το πρώτο μέρος της τριλογίας η Εποχή των Θρύλων είναι έτοιμο να εκδοθεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Ευχαριστώ από καρδιάς όλα τα μέλη του sff.gr - αναγνώστες και συγγραφείς - που βοήθησαν με τον δικό τους τρόπο ώστε αυτό το όνειρο να γίνει πραγματικότητα.
  3. 11 points
    Βρίσκεται στο στάδιο ακόμα της επεξεργασίας, αλλά σύντομα θα εκδοθεί. Από τον εκδ οίκο συμπαντικές διαδρομές η πρώτη μου έκδοση. Ο τίτλος αυτού: «Όνομα Χρήστη: Οι Λαοί Της Θάλασσας».
  4. 10 points
    Είναι τώρα σε στάδιο σελιδοποίησης από τις Εκδόσεις Πηγή, με νέο τίτλο. Θα ανακοινώσω νέα με τις εξελίξεις. (Οι Εκδόσεις Πηγή εκδίδουν αυτοεκδόσεις, ή και με κάποια συμμετοχή του συγγραφέα, αλλά σε ένα μικρό ποσοστό αναλαμβάνουν όλο το βάρος της έκδοσης αν το διαλέξουν. Είχα την τύχη και την τιμή να ανείκω σε αυτό το μικρό ποσοστό, καθώς έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσα με τίποτα να συμβάλλω οικονομικά.)
  5. 9 points
    Invocation & Evocation Η τέχνη της ανάκλησης Οι αναγνώστες δεν διαβάζουν απλώς: οι αναγνώστες ανταποκρίνονται. Donald Maass, The Emotional Craft of Fiction Οι μάγοι, οι μάγισσες, οι προσφιλείς αυτοί αρωγοί μας στη λογοτεχνία είδους που τόσο αγαπάμε, επικαλούνται στοιχειά, δαίμονες, θεούς, αγγέλους. Επικαλούνται αυτά που κρύβονται στα βάθη της γης. Ή της κόλασης, ή των δασών, ή της θάλασσας. Επικαλούνται πράγματα που υπάρχουν και που με συγκεκριμένες τεχνικές θα τα αφυπνίσουν και θα τα υποχρεώσουν να πράξουν το θέλημά τους. Οι συγγραφείς πάλι κάνουν κάτι παρόμοιο. Επικαλούνται στοιχειά, μόνο που οι κατοικίες των συγκεκριμένων στοιχειών δεν είναι τα σκοτεινά σπήλαια, αλλά η ψυχή και η μνήμη. Και μάλιστα, επικαλούνται την ψυχή και τη μνήμη του αναγνώστη τους προκειμένου, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, να πράξουν αυτές, ως οικεία δαιμόνια, το θέλημα των συγγραφέων: να μεταφέρουν τον αναγνώστη στον κόσμο τους, να καταστήσουν αυτόν τον κόσμο πιστευτό, να κάνουν τον αναγνώστη μέτοχο των περιπετειών, των μόχθων, των πόθων του ήρωά τους. Η τέχνη της ανάκλησης Ανακαλώ, σημαίνει θυμάμαι. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγραφέας καλείται να κάνει τον αναγνώστη του να θυμηθεί. Να θυμηθεί όμως τι ακριβώς και με ποιο σκοπό; Ένας άνθρωπος είναι ό,τι θυμάται. Είναι τα γούστα και οι αντιπάθειές του, είναι το σύνολο των εμπειριών του. Είναι οι στιγμές που ένιωσε άβολα, που τραυματίστηκε ο εγωισμός του, που τον εξαπάτησαν, είναι οι στιγμές που τον απέρριψαν. Είναι οι μικρές και μεγάλες ευτυχίες και επιτυχίες του, είναι οι σπουδές που έκανε, τα ταξίδια του, οι ασθένειές του. Κάθε άνθρωπος είναι συνισταμένη των εμπειριών του. Κάθε άνθρωπος που ανοίγει ένα βιβλίο για να το διαβάσει, βυθίζεται σε ένα κόσμο πλαστό. Είναι πλαστός και το ξέρει, αλλά έχει την διάθεση να τον βιώσει σαν να είναι αληθινός. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν ταυτιστεί με τον ήρωα – αλλά πάλι, τι σημαίνει ταύτιση; Πέρα από τη μαστοριά του κάθε συγγραφέα να πλάσει τον κόσμο του ρεαλιστικό (και μην ξεχνάτε ότι ρεαλισμός υφίσταται σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό είδος) ο βαθμός ταύτισης είναι ευθέως ανάλογος με το πόσες εμπειρίες, αισθήματα ή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ήρωα θα θυμίσουν στον αναγνώστη κάτι από τη ζωή του. Έχοντας επιτύχει να ανασύρει τις αναμνήσεις του αναγνώστη, ή τον απόηχο των αισθημάτων που συνοδεύουν την κάθε περίσταση, ο συγγραφέας έχει κάνει σχεδόν τη μισή δουλειά. Εννοείται πως δεν θα καθίσει να εξηγήσει σε κάθε ιστορία του τι σημαίνει να ερωτεύεσαι ή να χάνεις τους φίλους σου, επειδή όλοι βιώσαμε και βιώνουμε ανάλογα συναισθήματα. Όμως στην ύπαρξη ανάλογων εμπειριών βασίζεται η λογική της ανάκλησης στη συγγραφή. Όπως όταν μπαίνει κανείς σε ένα δωμάτιο ολότελα άγνωστο, όπου όμως, αυτό ή το άλλο αντικείμενο, ο φωτισμός, το χρώμα, η μυρωδιά, κάπως, κάτι του θυμίζουν. Και από αυτό το σημείο ξεκινά η διαδικασία της ταύτισης. Δεν πολεμήσαμε όλοι με δράκους, αλλά σίγουρα είχαμε εχθρούς και συχνά ισχυρότερους από μας. Δεν παντρευτήκαμε πρίγκιπες αλλά όταν βρέθηκε ένας ξεχωριστός άνθρωπος κοντά μας, νιώσαμε μια ανάλογη εκπλήρωση. Δεν μεταλλαχθήκαμε σε υπεράνθρωπους, δεν φορτώσαμε τις αναμνήσεις της νεκρής αγαπημένης μας σε κάποιο ανδροειδές συνοδείας, δεν κυνηγήσαμε αρκούδες, δεν μας κρέμασαν εξαιτίας μιας φοβερής δικαστικής πλάνης. Αλλά ενθουσιαστήκαμε, κινδυνέψαμε, αδικηθήκαμε. Υπό αυτή την έννοια, το σύνολο των εμπειριών μίας ανθρώπινης ζωής μπορεί να θεωρηθεί το πρωτογενές υλικό του κάθε μυθοπλάστη. Η γνώση της αλήθειας αυτής και η επιτυχημένη εφαρμογή της αποτελούν την τέχνη της ανάκλησης. Σκεφτείτε λοιπόν: τι κινητοποιεί τα δικά σας συναισθήματα; Αν και συγγραφείς, διαθέτουμε αισθήματα. Ας σκεφτούμε: τι μας κάνει να αισθανόμαστε αυτό που θα θέλαμε να αισθανθεί ο αναγνώστης; Ή, πότε νιώσαμε για τελευταία φορά αυτό που θα θέλαμε να νιώσει ο αναγνώστης, μέσω του τι αισθάνεται ο ήρωάς μας; Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να μεταγράψουμε εικόνες εντελώς άσχετες με το αντικείμενο μας προκειμένου να συγκινήσουμε όπως συγκινηθήκαμε. Αν μας συγκινούν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, προφανώς δεν θα γεμίσουμε τις σελίδες ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με το Καλήν Εσπέρα. Είναι όμως σημαντικό να μελετήσουμε τις λειτουργίες της συγκίνησης και του κάθε αισθήματός μας. Είναι χρήσιμο να ερευνήσουμε την παρεμφερή θεματολογία. Αν μας συγκινούν τα κάλαντα, είναι μία ένδειξη ότι η δημιουργικότητά μας μπορεί να ενεργοποιηθεί από μία ευρύτατη γκάμα θεμάτων. Τα κάλαντα έχουν να κάνουν με την παιδική ηλικία, τις παιδικές αναμνήσεις, το θρησκευτικό αίσθημα, την αθωότητα, την αισιοδοξία, την επιθυμία να κάνει ο άνθρωπος νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Έχουν να κάνουν με τα καλά νέα. Άπτονται της παράδοσης και άρα των λαϊκών θρύλων. Αν μας ενδιαφέρει να εγείρουμε ανάλογου συγκινησιακού περιεχομένου αισθήματα, μπορούμε να αντλήσουμε με επιτυχία από τα παραπάνω θέματα. Ταιριάζοντας τα, φυσικά, στον περίγυρο της ιστορίας που αφηγούμαστε. Η καλή λογοτεχνία μπορεί να εκπλήξει τον αναγνώστη με τα αισθήματα που του γεννά. Στην πραγματικότητα εκείνο που θέλετε είναι να χειριστείτε το συναίσθημα του αναγνώστη. Αλλά όσο πιο υπόγεια το κάνετε, τόσο πιο σπουδαίο και αξιομνημόνευτο το αποτέλεσμα που θα έχετε. Να έχετε στο νου σας ότι πρέπει να κρατάτε άρτια ισορροπία μεταξύ show & tell και να οδηγείτε τον αναγνώστη, είτε δείχνοντας είτε λέγοντας, εκεί που θέλετε. Μην ξεχνάτε, άλλο οδηγώ και άλλο τραβολογάω. Άλλο δείχνω το δρόμο και άλλο σπρώχνω δια της βίας. Αν μπορείτε να κάνετε τον αναγνώστη να αναρωτιέται πώς στην ευχή τον καταφέρατε να συγκινηθεί, ακόμη καλύτερα. Αν μπορείτε να τον κάνετε να εκπλαγεί με τη φόρτιση που του δημιουργήθηκε, θαυμάσια. Μην ξεχνάτε ποτέ με ποιους τρόπους οδηγείστε εσείς σε ανάλογα αισθήματα. Ο κάθε συγγραφέας είναι και αυτός ένας άνθρωπος. Να έχετε υπόψη πως όσο πιο έντονα προσπαθείτε, τόσο πιο δύσκολα θα πετύχετε. Πρέπει να επιβάλλετε χωρίς να δυναστεύετε. Στην πρώτη περίπτωση όλοι γεμίζουμε δέος, στη δεύτερη όλοι επαναστατούμε. Χτίστε τις συνθήκες για να δημιουργηθεί το συναίσθημα, μην χτίζετε το συναίσθημα το ίδιο. Να θυμάστε πως ένας ευφυής συγγραφέας μπορεί να μας κάνει να συγκινηθούμε για το θάνατο ενός σκύλου ακόμη και αν δεν μας αρέσουν οι σκύλοι. Ακόμη και αν τους σιχαινόμαστε. Γιατί; Γιατί θα ανακαλέσει, από τη θάλασσα των εμπειριών μας, το πώς είναι να χάνεις κάτι που αγαπάς. Αυτό έχει συμβεί σε όλους μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Να θυμάστε ότι τα συναισθήματα είναι πολύπλοκες καταστάσεις. Ένας λόγος που δεν καταφέρνουν οι συγγραφείς να κάνουν τον αναγνώστη να αισθανθεί όσα θέλουν ακριβώς, είναι γιατί θεωρούν ότι πρέπει να χειριστούν ένα συναίσθημα τη φορά. Αλλά ένας άνθρωπος δεν μπορεί να νιώσει μονάχα θυμό, ή μονάχα έρωτα, ή μονάχα φθόνο, ή μονάχα θλίψη. Αν μας απατήσει το πρόσωπο που αγαπάμε, πιθανώς να αισθανθούμε όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα μαζί. Το να δίνουμε βάρος στην περιγραφή μίας μονάχα πλευράς του πολυπρασματικού αυτού φαινομένου θα καταστήσει την όλη ιστορία ψεύτικη. Να θυμάστε το βάθος. Έχουμε πει και άλλες φορές, ο χαρακτήρας μας πρέπει να έχει βάθος. Πολλοί συγγραφείς γεμίζουν τετράδια με το χτίσιμο ενός χαρακτήρα και με το παρελθόν του, για το πώς κακοποιήθηκε από τον πατέρα του ας πούμε ή για τις κατάρες που βαραίνουν την οικογένεια από την εποχή των προπαππούδων του. Έχουμε και αλλού επισημάνει τους κινδύνους αλλά και το κέρδος που υπάρχει σε αυτή την τεχνική. Ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να θεωρήσουμε πως πρέπει σώνει και ντε να συμπεριλάβουμε κάθε λεπτομέρεια στο κείμενό μας, εφόσον κάναμε τον κόπο να τη σκεφτούμε και να τη γράψουμε, ενώ το κέρδος μας είναι ότι, το παρελθόν που έχουμε χτίσει, ακόμη και όταν δεν το συμπεριλάβουμε, θα τα καταφέρει με κάποιον μαγικό τρόπο να αναδυθεί στην επιφάνεια. Εκείνο που δεν θα τρίψουμε στα μούτρα του αναγνώστη, θα βρει το δρόμο του για την καρδιά του αναγνώστη μας, εντυπωσιάζοντάς τον. Ο πλούτος του παρελθόντος ενός ήρωα τον κάνει στιβαρό. Ακόμη και αν δεν κάτσουμε να απαριθμήσουμε ολόκληρο το προικιό του. Σκεφτείτε τη γραφή σας σαν δράση από πλευράς σας και αντίδραση από πλευράς του αναγνώστη. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι ο αναγνώστης θα αντιδράσει σε ό,τι ακριβώς του δίνετε. Και μάλιστα, θα αντιδράσει αναλόγως των προσωπικών εμπειριών του. Το διάβασμα ενός βιβλίου κατά μία έννοια είναι μία εμπειρία, είναι ένα καινούριο μέρος ή μία κατάσταση που θα κληθεί κάποιος να αντιμετωπίσει, και που σε κάθε περίπτωση θα το κάνει ανάλογα με την παιδεία, την εμπειρία, τον χαρακτήρα του. Ο αναγνώστης έχει αισθανθεί όλα όσα θα νιώσει ο ήρωάς σας, ή τα περισσότερα, και οι γεύσεις αυτές υπάρχουν πάντα, πίσω από την επιφάνεια. Δεν πρέπει να πάρετε έναν κασμά και να σπάτε με κραυγές επέλασης την επιφάνεια αυτή, προκειμένου να τα αποκαλύψετε. Σκεφτείτε ότι εισάγετε τον αναγνώστη σε ένα κάστρο, σε ένα αστρόπλοιο, σε ένα σύμπαν, ακόμη και στην κοιλιά ενός τέρατος. Εκεί υπάρχουν δέκα άγνωστα πράγματα που θα κληθείτε να περιγράψετε και ένα ή δύο γνωστά, αισθήματα, βιώματα, που θα τα επικαλεστείτε με τέχνη, προκειμένου να ξυπνήσουν και να κάνουν για σας τη δουλειά που θέλετε. Οι πρότερες εμπειρίες του αναγνώστη είναι για σας το μαγικό τζίνι του παραμυθιού. Καταγράφετε τα αισθήματά σας. Κρατήσετε κάπου ξεχωριστά σημειώσεις όσον αφορά στο τι σας συγκινεί εσάς, ή σε κείμενα που διαβάσατε και σας προκάλεσαν το τάδε ή το δείνα αποτέλεσμα. Όταν νιώθετε κάτι καταγράψτε τι το προκάλεσε, όπως συνιστούσε και ο Χεμινγουέη. Αναζητείστε γιατί νιώσατε όπως νιώσατε. Αναζητείστε τους τρόπους που εκδηλώθηκε αυτό. Αναγνωρίστε και παρατηρείστε τις αντιδράσεις σας. Τι σκεφτήκατε ακριβώς; Βάλτε το σε λέξεις. Τι νιώσατε ακριβώς; Βάλτε το σε λέξεις. Βέβαια, δεν θα γράψετε τα ίδια σε βιβλίο σας, δεν θα περιγράψετε ακριβώς τις καταστάσεις. Άλλο πράγμα η συγγραφή, άλλο καταγραφή και, οπωσδήποτε, άλλο η αντιγραφή. Όμως η διαδικασία της παρατήρησης του εαυτού θα σας βοηθήσει να καταλάβετε πώς λειτουργούν και οι άλλοι άνθρωποι εκεί έξω (που δεν τους το έδωσε ο θεός ή ο διάβολος να γίνουν συγγραφείς). Μείνετε απλοί. Τα συναισθήματα μπορεί να είναι όσο περίπλοκα θέλουν. Ακόμη και η συγγραφή μπορεί να είναι περίπλοκη, και τις περισσότερες φορές είναι. Το τελικό αποτελέσματα όμως, καθώς και η τελική παρουσίαση, οφείλει να είναι κάτι το απλό. Χωρίς περικοκλάδες. Σκεφτείτε πόσο μία φράση ή μία εικόνα μπορεί να μας πει περισσότερα πράγματα παρά μία ολόκληρη παράγραφος, όπου αναλύουμε πώς και γιατί νιώθει προδομένος ο τάδε όταν ανακαλύπτει πως του έχουν κλέψει (τη γυναίκα, το θησαυρό, το μαγικό φίλτρο, το μαγικό χαλί, το αγαπημένο του άλογο). Μία ολόκληρη παράγραφος γκρινιάρικης περιγραφής θα γεννήσει την αντίδραση καλά να πάθεις ρε φίλε, σε βαρέθηκα. Σκεφτείτε απογυμνωμένο το συναίσθημα. Τι ακριβώς είναι, αναλύστε το μέσα σας, ή καταγράψτε το στις κρυφές σας σημειώσεις που δεν θα δείξετε ούτε στον εξομολόγο σας. Καταδυθείτε στη ρίζα του. Είναι προδοσία; Είναι πικρία; Είναι θλίψη; Είναι η πίστη σας σε κάποια ουράνια δικαιοσύνη που ξαφνικά παύει να υφίσταται; Δώστε το σε λίγες και ουσιαστικές φράσεις. Στραγγίξτε τες. Αποστάξτε τες. Αντί ο ήρωας να κάτσει και να κλαίγεται, μπορεί να μας πείσει με μια φράση του στυλ «Η κοπέλα μου έφυγε. Πίστευα πως με αγαπούσε. Φίλε, ειλικρινά. Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια.» Οι φράσεις πρέπει να λειτουργούν όπως οι μυρωδιές, που πάντα έχουν τη δύναμη να μας μεταφέρουν σε μία άλλη εποχή, σε μία παλιότερη φάση της ζωής μας με ανήλεη πιστότητα. Να θυμάστε πάντα πως ο συγγραφέας είναι μυητής. Είναι οδηγός, είναι μάγος, είναι θεραπευτής, είναι εραστής, είναι ό,τι θέλετε. Ένα πράγμα δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι: αρχηγός. Όταν θα έχει επιτύχει να φέρει τον αναγνώστη του εκεί ακριβώς που θέλει, τότε θα καταλάβει πως αυτός και μόνο ήταν ο αρχηγός από την αρχή. Αλλά τα εργαλεία του οφείλουν να είναι τα εργαλεία του μυητή, του οδηγού και όλων των παραπάνω ρόλων.
  6. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: Fantasy Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 2.310 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στο Write-off #91 Αρχείο: Μαύρο Αίμα.docx Το σπαθί του καρφώθηκε στη φρεσκοσκαμμένη γη. Μετά έσκυψε, έτσι που η λαβή του ακούμπησε το δεξί του ώμο. Κάτω από το σεληνόφωτο η σιλουέτα του φάνταζε με τεράστιο βράχο. Πίσω του, τα σύννεφα στο χρώμα του ασημιού, παρασέρνονταν από τον μανιασμένο αέρα. Έπιασε μέσα στη χούφτα του λίγο χώμα, το έφερε στο μέτωπο κι άρχισε να κλαίει. Μετά κοίταξε μπροστά του το μαρμάρινο σταυρό, ο μαρμαράς δεν είχε προλάβει να χαράξει το αγαπημένο όνομα. Ήξερε ότι δε θα το έβλεπε ποτέ του χαραγμένο, ότι ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στην πόλη. Τον περίμενε ή η εξορία, ή ο θάνατος. Μετά σηκώθηκε απότομα, έκανε το σημείο του σταυρού κι απομακρύνθηκε από τον τάφο. Λίγα βήματα πιο πέρα τον περίμενε ο υπηρέτης του. Μικρόσωμος και κοκαλιάρης, ίσα που κατάφερνε να συγκρατεί τα άλογα, που ήταν περισσότερο από ποτέ ανήσυχα. «Κύριε, δε θα μείνετε άλλο;» «Όχι, φτάνει» είπε εκείνος με τη βροντερή του φωνή. Γύρισε και κοίταξε στα αριστερά του. Ο ουρανός στο βάθος είχε γεμίσει με φωτιές. Πύρινες γλώσσες στο κόκκινο χρώμα έσκιζαν το νυχτερινό αέρα, ορθώνονταν πάνω από τις γέρικες βελανιδιές της πυκνόφυτης πλαγιάς. Τα μάτια του αντανάκλασαν το φως, τα ρουθούνια του γέμισαν με τη μυρωδιά του θειαφιού. Ήξερε ότι είχε χρέος να καλπάσει ως εκεί και να τους αντιμετωπίσει. Σήκωσε το σπαθί να το θηκαρώσει και πρόσεξε τη λερωμένη λάμψη του. Το κηλίδωνε ακόμα το μαύρο της αίμα. Το επέστρεψε στο θηκάρι χωρίς να το καθαρίσει και καβάλησε το άλογο του. Έδωσε το πρόσταγμα και το σκιαγμένο ζώο υπάκουσε καλπάζοντας στη γλιστερή πλαγιά με κατεύθυνση προς τον κίνδυνο. Ο άντρας δεν νοιάστηκε καν να κοιτάξει αν τον ακολουθούσε ο ιπποκόμος. Κύριος και υπηρέτης διέσχισαν μια έρημη πόλη, κάθε σπίτι της ένα μαυσωλείο. Όσοι δεν είχαν διαφύγει με τις οικογένειες τους, είχαν αμπαρωθεί πίσω από τα παντζούρια τους και περίμεναν μοιρολατρικά το τέλος. Ο άνεμος δυνάμωνε, στροβίλιζε πάνω από τις στέγες τα σύννεφα, μετατρέποντας τα σε στοιχειά που κουβαλούσαν από μακριά ιαχές και μουγκρητά. Όταν άφησαν πίσω τα τελευταία σπίτια είχε αρχίσει να χιονίζει στάχτες. Η αρματωσιά του πολεμιστή ήταν γαντζωμένη στην πονεμένη του σάρκα, κάτω από εγκοπές που είχαν σμιλέψει τσεκούρια και ξίφη. Λάσπη και πηγμένο αίμα είχαν μετατρέψει την όψη του ίδια με τις σκιές που πολεμούσαν. Ο ιπποκόμος του τον είχε παρακαλέσει να σταθούν για λίγο, να επισκευάσουν την πανοπλία πριν συνεχίσουν, να βρουν μια καινούργια ασπίδα, αλλά ο άντρας δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ήταν βαριά η καρδιά του, κάτω ακριβώς από το σημείο που η λόγχη της είχε βρει τον θώρακα του. Το σίδερο είχε αντέξει. Η καρδιά του όμως έγινε κομμάτια. Οι αισθήσεις του φλέγονταν, ήθελε εκδίκηση. Και ήξερε ότι η αναμέτρηση δεν θα μετριόταν από τη δύναμη των όπλων. «Δεν έχουμε ξανασυναντήσει τέτοιον αντίπαλο» είχε ψιθυρίσει εκείνη στο πλευρό του. «Ακολουθούμε συμβατικές στρατηγικές και στέλνουμε γενναίους άντρες στον χαμό τους. Δεν νικιέται το σκοτάδι με μέταλλο.» «Τότε τι;» την είχε ρωτήσει. «Αν ήξερα, τώρα θα ήμασταν νικητές. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μας υπολογίζει. Έχουμε τραβήξει την προσοχή του. Παράτησε τις Κάτω Χώρες και έρχεται για μας.» Κάποια στιγμή το δάσος έδωσε τη θέση του σε αποκαΐδια και συνάντησαν τους πρώτους ιππότες. Μια ουρά από σπασμένες πανοπλίες, τσακισμένο ηθικό και κομμένα άκρα, βάδιζαν μακριά από το θανατικό, υποχωρούσαν κουτσαίνοντας και μπουσουλώντας. Μαύρα, καψαλισμένα πρόσωπα τον κοίταζαν με νεκρά μάτια. Μπροστά ο ορίζοντας φλεγόταν και τα σύννεφα κοκκίνιζαν σαν πυρακτωμένα. Άκουσε από πίσω του τον υπηρέτη να ξεστομίζει ένα ξόρκι τρομοκρατημένος. Ο ίδιος δεν ένιωθε ίχνος φόβου. Ήταν ήδη νεκρός και θαμμένος δίπλα στην αγαπημένη του. Όταν έφτασαν στα χαρακώματα, η φρουρά τον αναγνώρισε και τον άφησε να περάσει. Στις κόκκινες ανταύγειες πρόσεξε τα μάτια κάτω από τα ραγισμένα τους κράνη. Είδε τον απόλυτο τρόμο. Περικεφαλαίες, ασπίδες και λάβαρα είχαν το σύμβολο του σταυρού, όπως φαίνεται όμως κανείς τους δεν είχε ακόμα εμπιστοσύνη στο καινούργιο σύμβολο. Ατενίζοντας αυτό εκεί που τους πλησίαζε, ο άντρας ήξερε πόσο άχρηστες ήταν οι νέες δοξασίες ενάντια στους αρχαίους δαίμονες. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συνδύαζαν την εμφάνιση του Νεφθεροσκόπου με την άφιξη της νέας πίστης. Τράβηξε τα γκέμια και σταμάτησε το άλογο του. Ο ιπποκόμος έπραξε το ίδιο δίπλα του. Μεταξύ της γραμμής άμυνας και του πεδίου της μάχης απλώνονταν χωράφια σπαρμένα με κόκκαλα. Εδώ η έντονη μυρωδιά δεν έτσουζε απλώς τα ρουθούνια, τσιμπολογούσε επώδυνα ολόκληρη την πέτσα. Μπορούσε να δει σε μικρή απόσταση τους τελευταίους ανθρώπους που συγκρούονταν ηρωικά με τις σκιές του Νεφθεροσκόπου. Πίσω από ένα πέπλο καπνού, αόρατο στη νύχτα, πρόσεξε τις διακυμάνσεις του σκοταδιού, το παιγνίδισμα με την αντανάκλαση του φεγγαριού. Εκείνος ήταν εδώ. Μούδιασαν τα σωθικά του πολεμιστή. Δεν ήταν φόβος αλλά προσμονή. «Δεν έχει νόημα, κύριε» είπε ο υπηρέτης, «να πάρουμε τους άντρες, να φύγουμε στα βουνά.» Ο άντρας τράβηξε έξω το σπαθί του και άκουσε από πίσω τον υπηρέτη του να βογκάει. «Σε απαλλάσσω» του φώναξε, «Είσαι ελεύθερος να φύγεις.» Ο ιπποκόμος δεν αποκρίθηκε. Ούτε σπιρούνισε το άλογο του. Έμεινε στη θέση του βουβός. Ο άντρας κοίταξε τη λεπίδα του. Πολεμούσαν τον Νεφθεροσκόπο τρία χρόνια. Δεν έδωσαν την πρέπουσα προσοχή στο βέλος της σκιάς που τη τραυμάτισε στον ώμο. Κουβαλούσαν και οι δύο πολλαπλές ουλές στο σώμα τους μετά από τόσες εκεχειρίες. Αφαίρεσαν το βέλος, το κεντρί του όμως άφησε μαύρο κατάλοιπο μέσα της. Υπήρχε σκοπός στη στοχοποίηση της. Χρειάστηκαν στιγμές για να την καταβροχθίσει. Την αγαπούσε πολύ για να το προσέξει αμέσως. Υπήρξε τυφλός στην αλλαγή της και έμεινε αποσβολωμένος όταν τον χτύπησε με την λόγχη της. Μαύρο σάλιο κάλυψε το πηγούνι της όπως του χαμογέλασε. «Το σκοτάδι με θέλει» λαρύγγισε ηδονικά. «Έλα στη δροσιά του, αφελή. Μην μ’ αναγκάσεις να σε σβήσω» συμπλήρωσε γλύφοντας τα χείλη της. Ούρλιαξε το όνομα της, έκλαψε, παρακάλεσε, πήρε μόνο το γέλιο και την απέχθεια της. Ήταν δεινή ξιφομάχος και το σκότος της έδωσε αφύσικη μανία, δύναμη και αντοχή. Τώρα θα ήταν νεκρός αν σε μια μικρή εύνοια της τύχης δεν της διαπερνούσε την τραχεία από άνοιγμα της πανοπλίας της. Κραυγάζοντας κατάρες έσπρωξε βαθιά τη λεπίδα και πήρε τη ζωή της γυναίκας και δέσποινας του. Ακούμπησε τη λεπίδα στην αριστερή του παλάμη. Έκλεισε σφιχτά τη χούφτα και έσυρε το σπαθί κόβοντας βαθιά το χέρι του. Κοίταξε το παλλόμενο σκοτάδι απέναντι και περίμενε. Επέτρεψε το μίσος να τον θρέψει, την οργή του να φουσκώσει. Εισέπνευσε θειάφι και έκαψε τα σωθικά του. Ο Νεφθεροσκόπος θα πέθαινε σήμερα. Σκέφτηκε όλους εκείνους πίσω του που έτρεμαν το όνομα του δαίμονα και του ξέφυγε ένα τρανταχτό γέλιο. «Κύριε μου» ψέλλισε ο υπηρέτης του ανήσυχος. Τον αγνόησε. Αναρωτήθηκε γιατί έτρεμαν όλοι ένα ελεεινό σκουλήκι σαν τον Νεφθεροσκόπο. Είχαν σπαταλήσει τόσες γενναίες ζωές άδικα στα πεδία των μαχών. Του ήταν ολοφάνερο τώρα. Αποδοχή του σκότους ήταν ο μόνος τρόπος να λιώσεις τέτοιο απόβρασμα. Ο χήρος πολεμιστής αγαπούσε πλέον τον πόνο του, το πέπλο που τον τύφλωνε όλα αυτά τα χρόνια διαλυόταν και έβλεπε ξεκάθαρα τον εχθρό του. «Φύγε» γάβγισε προς τον υπηρέτη του. «Μην ξανάρθεις εδώ!» Δεν περίμενε απάντηση. Σπιρούνισε το άλογο του και χύθηκε κατά της νύχτας. Οι οπλές όργωσαν κουφάρια, σήκωσαν πικρό κουρνιαχτό. Ένας πνιχτός ρόγχος γέμισε το πεδίο της μάχης. Η κόλαση είχε νιώσει το πλησίασμα του. Έτριξε τα δόντια του και ανέμισε τη λεπίδα πάνω από το κεφάλι του. Με ικανοποίηση είδε το πρώτο κύμα από σκιές να έρχεται καταπάνω του. Διέλυσε τις πρώτες που τόλμησαν να ορμήσουν, το άλογο του όμως ήταν καταδικασμένο. Ήταν πάρα πολλές. Το ζώο χλιμίντρισε τραγικά όπως το ξάπλωσαν άπονα νύχια και σαγόνια. Ο άντρας έσκασε στο έδαφος και κύλησε τσακίζοντας την ταλαιπωρημένη του σάρκα μέσα στην αρματωσιά της. Ο πόνος τον ευχαρίστησε, του έδωσε δύναμη να τιναχτεί όρθιος και να κόψει περισσότερες από αυτές που συνέχισαν να του ρίχνονται. Δεν υπήρχε όμως ικανοποίηση στη σφαγή τους. Άμυαλα ζωύφια ήταν που δεν ήξεραν τον φόβο, δεν υπήρχε προσωπικό κόστος στον χαμό τους, κανένας δεν θα έκλαιγε την απουσία τους. Κάθε φορά που έπεφτε ένας ιππότης, ο θάνατος του αντηχούσε στα φιλοκάρδια των συμπολεμιστών του, στην οικογένεια του, στην οικουμένη. Πόσο εύθραυστος και ελαττωματικός ήταν ο άνθρωπος. Ήταν καταδικασμένος να χάσει αυτόν τον πόλεμο. Συνέχισε να μάχεται, όχι για μια ανθρωπότητα που δεν το άξιζε, αλλά για εκδίκηση. Τα μπράτσα του έκαιγαν και οι σκιές κατέρρεαν σε σωρούς γύρω του. Αναρωτήθηκε μια στιγμή πόσο ακόμα θα άντεχε όταν ξαφνικά το σπαθί του βρήκε κενό. Οι σκιές είχαν σταματήσει την επίθεση τους. Τραβήχτηκαν πίσω και άνοιξαν τον δρόμο για εκείνον. Πύρινες φλόγες εξακολουθούσαν να καίνε αγριεμένα στις κόγχες τους, έμειναν όμως να τον κοιτούν άπραγες. Ήταν λαχανιασμένος, η οργή μόνιμη μάσκα στο πρόσωπο του, με μαύρο σάλιο να στάζει από τα δόντια του. Οι κραυγές των δαιμόνων, οι ιαχές των ιπποτών, η βουή της μάχης είχαν σιγήσει. Μόνο ο άνεμος φυσούσε και κροτάλιζε τις φωτιές που κύκλωναν το πεδίο. Το φεγγάρι χάθηκε πίσω από κόκκινα σύννεφα και το σκοτάδι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Το πολυλέπιδο ξίφος του Νεφθεροσκόπου ήταν επώδυνο στο βλέμμα. Έτσουξε σαν χαστούκι, ο άντρας όμως δεν έκανε πίσω. «Με έχεις πιεί, ρέω στο αίμα σου. Το σκοτάδι είναι δικό σου. Έλα στο πλευρό μου και όλη αυτή η γη θα ανήκει σε σένα» κροτάλισε απύθμενα η φωνή του δαίμονα. Δεν ήταν σίγουρος αν ο Νεφθεροσκόπος φορούσε τρομερή πανοπλία ή αυτό που έβλεπε ήταν το καταραμένο του κέλυφος. Τον έβλεπε καθαρά για πρώτη φορά, χωρίς τις τρομερές νεφέλες που τον κάλυπταν και που τόσο φόβο σκορπούσαν στις καρδιές και των πιο γενναίων. Πίστεψε ότι για πρώτη φορά στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον ως ίσοι. Μαύρο φως έκαιγε μέσα στις φυσικές κόγχες του κράνους του κτήνους. «Ναι, ήπια το σκοτάδι» φώναξε την απάντηση του. «Και δεν έχω τελειώσει ακόμα μαζί σου» συμπλήρωσε ορμώντας με το σπαθί του σηκωμένο. Η πρώτη κλαγγή συγκλόνισε τη νύχτα. Λεπίδα με λεπίδα, πανοπλία με καύκαλο, γροθιά με μαύρη ασπίδα, το έδαφος έτριξε κάτω από το βάρος τους. Ο άντρας γέμισε εγκοπές, εγκαύματα και θλάσεις αλλά δεν καταλάγιασε τη μανία του. Ράγισε την ασπίδα του Νεφθεροσκόπου και έκοψε βαθιά, αλλά ο δαίμονας δεν έδειξε ίχνος υποχώρησης. Ιππότες και σκιές παρακολουθούσαν βουβά από απόσταση το φλεγόμενο κουρνιαχτό. Ο άντρας ένιωθε την παρουσία εκείνης δίπλα του, ήταν το κουράγιο του, αλλά σε κάθε σπαθιά έμοιαζε η μνήμη της ολοένα να λιγοστεύει και να χάνεται. Ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι δεν θυμόταν το όνομα της. Στο νου του είδε μόνο τον κενό μαρμάρινο σταυρό. Μέσα στο μυαλό του μεγάλωνε ξένο, τρομερό σκεπτικό. Το ξάφνιασμα του στοίχησε καίρια σπαθιά στο πρόσωπο. Αισθάνθηκε μάλιστα το χτύπημα πριν συμβεί, μέσα από τα μάτια του Νεφθεροσκόπου. Κόπηκε στα δύο η περικεφαλαία του και σκόρπισε στο χώμα αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Μαύρο αίμα έτρεξε στο μέτωπο του. Το μειονέκτημα ενδυνάμωσε το πείσμα του. Έπρεπε να το τελειώσει τώρα, όσο είχε ακόμα μια ρανίδα ανθρωπιάς μέσα του, ή ποτέ. Όρμησε ακάλυπτος. Άφησε το τρομερό ξίφος να τον βρει. Μία φορά, τον συγκλόνισε, κόντεψε να πέσει κάτω. Δεύτερη φορά, τον γονάτισε. Τρίτη φορά δεν υπήρξε. Τινάχτηκε όρθιος, γαντζώθηκε με το ελεύθερο του χέρι από την μαύρη ασπίδα και έμπηξε τη λεπίδα του βαθιά στην περικεφαλαία του Νεφθεροσκόπου. Αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του και καταργήθηκε κάθε του μνήμη. Απίστευτο ψύχος γέμισε την ψυχή του και ένιωσε να διαμελίζεται. Δαιμονικό κουφάρι και ανθρώπινη πανοπλία έσκασαν στο χώμα και σηκώθηκε αχός που σκόρπισε προς κάθε κατεύθυνση. Για μια στιγμή νόμισε ότι αυτό ήταν ο θάνατος, αλλά είχε κάνει λάθος. Άνοιξαν πάλι τα μάτια του. Είδε το χέρι του με το σπασμένο σπαθί, άκουσε πάλι, τον άνεμο και τις φωτιές. Ήταν πεσμένος στα τέσσερα, με την πανοπλία του κομματιασμένη στο έδαφος. Δεν την είχε ανάγκη. Η πέτσα του μαύριζε και σκλήρυνε σιγά-σιγά. Τώρα ήξερε. Εκείνο το σύμβολο που ύψωσαν σε εκκλησίες, πλατείες και νεκροταφεία ήταν η πρόκληση που έφερε τον κάτω κόσμο επάνω. Ποτέ δεν θα μπορούσε να υπάρξει νίκη. Σηκώθηκε όρθιος και ένιωσε θεόρατος. Μύρισε τον φόβο και τον θάνατο γύρω του με ικανοποίηση. Το κουφάρι στα πόδια του που ήταν ο Νεφθεροσκόπος ήταν πια ένα τίποτα. Χιλιάδες κόκκινα μάτια τον κοίταζαν βουβά. Οι σκιές περίμεναν το πρόσταγμα του. Η κόλαση είχε επιτρέψει τη νίκη του, η κόλαση ήταν δική του. Σήκωσε τα χέρια του στα σύννεφα και κραύγασε. Κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει, ήταν κυρίαρχος. Κι όμως, κάτι τόλμησε να κινηθεί εναντίον του. Ένα διστακτικό πλησίασμα, τόσο προσβλητικό. Από όσο μπορούσε να θυμηθεί, αυτό το αδύναμο πλάσμα ήταν κάποτε υπηρέτης του. Σκουντουφλούσε πεζός, κρατώντας υψωμένο ένα γελοίο εγχειρίδιο. Το πρόσωπο του ήταν μια μάσκα αγωνίας. με δύο υγρά τρομοκρατημένα μάτια. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του. «Κύρη μου» ψέλλισε. «Ο Κύρης σου είναι νεκρός» κάγχασε ο άντρας. Ο φόβος έγινε πίκρα και αγανάκτηση στο πρόσωπο του υπηρέτη. «Τότε… στο όνομα της Δέσποινας μου» φώναξε το ανθρωπάκι. Τα λόγια διαπέρασαν το κέλυφος του, αναστάτωσαν ό,τι είχε απομείνει από την ψυχή του. Ένιωσε ξαφνικά σαν πνιγμένο που προσπαθεί να φτάσει στην επιφάνεια πριν είναι αργά. «Ποια είναι η Δέσποινα σου;» ρώτησε με ελπίδα. Και ο υπηρέτης φώναξε θαρρετά το όνομα της. Θρυμματίστηκαν τα μάτια του πολεμιστή, άφησαν χείμαρρους από δάκρυα που τσιτσίρισαν στο πρόσωπο του και ξέπλυναν την πέτσα του. Έπεσε στα γόνατα του, χαμηλότερα από τον γενναίο ιπποκόμο και σήκωσε τον λαιμό του σε εκείνον. Ένιωθε την κόλαση να βράζει μέσα του και να τον διεκδικεί ξανά. «Λύτρωσε με» φώναξε πριν είναι αργά και ευχήθηκε ο άλλος να κατάλαβε. Μια ζωή στο πλευρό του, μετά από τόσες μάχες, πως μπορούσε να μην καταλάβει; Όταν απέσυρε το εγχειρίδιο, το αίμα ήταν κόκκινο. Έσκουξε το σκοτάδι και σαν από σύνθημα σκόρπισαν τα σύννεφα. Το φεγγάρι όμως δεν ήταν πια στη θέση του. Η πρώτη ριπή μιας ηλιαχτίδας ανέτειλε πίσω από τα όρη στον ορίζοντα και σκόρπισε τις σκιές σαν αποκαΐδια. Γι αυτούς που θα ρωτούσαν, τους ιστορικούς και τους βάρδους, η Κόλαση έχασε την πρώτη μάχη με τον άνθρωπο τη στιγμή που τόλμησε να σκοτώσει εκείνη, την πρώτη των πολεμιστών του. Η έχθρα θα είχε συνέχεια, αλλά για τώρα ξημέρωνε ένας κόσμος θρήνου και ελπίδας. Ο υπηρέτης γονάτισε δίπλα στον κύριο του και περίμενε τους ιππότες να σηκώσουν τον καλύτερο τους και να τον επιστρέψουν στο πλευρό της δεσποσύνης του.
  7. 8 points
    Πρόλαβα; Ζαρζαβατικά
  8. 8 points
    «Αβραχαζάρ» Δεν θυμόταν πόσος χρόνος είχε περάσει από την πτώση του. Το έδαφος ήταν σκληρό και οι αισθήσεις του ούρλιαζαν ακατανόητα. Άφησε έναν λυγμό που βγήκε σαν σφύριγμα που το πόνεσε. Το δέρμα του διψούσε για το κενό του διαστήματος. Η ατμόσφαιρα αυτής της επιφάνειας το ασφυκτιούσε, οι πόροι του φλέγονταν. Επικρατούσε σκοτάδι με μικρές αφύσικες αναλαμπές σε απόσταση τριγύρω του. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, ατένισε με θλίψη τον έναστρο θόλο που τον σκέπαζε. Έδειχνε τόσο κοντά αλλά ήταν και τόσο μακριά. Πως θα κατάφερνε να επιστρέψει εκεί; Η ροή τον άστρων ήταν απρόσιτη, παγιδευμένη πίσω από τον μανδύα που προστάτευε αυτόν τον κόσμο. Πόσο θα άντεχε εδώ κάτω; Άπλωσε τα μέλη του, τα έμπηξε στο έδαφος και ανασήκωσε τον κορμό του όσο μπορούσε. Το μυαλό του ήταν ακόμα μπερδεμένο, γεμάτο πρωτόγνωρα συναισθήματα. Θυμήθηκε τη βουτιά του. Μακριά από το καμίνι του πλησιέστερου άστρου είχε πέσει στη σκιά του πλανήτη. Ένιωθε το έδαφος να κινείται και ήταν μόνο θέμα ενός άγνωστου χρόνου πριν το φως ανέτειλε κι εδώ, καίγοντας τον μέσα στο σιχαμερό οξυγόνο που έγλυφε το σώμα του αυτή τη στιγμή. Υπήρχαν φυτικά εμπόδια γύρω του αλλά ανάμεσα τους μπορούσε να διακρίνει τεχνητούς φωτισμούς. Δεν ήταν μόνο του. Υπήρχαν έμβια όντα εδώ. Σήκωσε τα πάνω του άκρα και προσπάθησε να ισορροπήσει με τα κάτω. Ένιωσε τις κλειδώσεις του να υποφέρουν. Έκανε το πρώτο βήμα και τρεκλίζοντας κατευθύνθηκε προς τις τεχνητές κατασκευές. Ήταν ένας κύκλος από ξύλινα παραπήγματα με το ψηλότερο στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Οι τεχνητοί φωτισμοί ήταν πυρσοί, πολλοί μαζί συγκεντρωμένοι έξω από μία από τις κατασκευές. Τους κρατούσαν έμβια όντα που έβγαζαν οξείς ήχους που το πονούσαν. Ο οποιοσδήποτε ήχος ήταν μια βασανιστική εμπειρία, πόσο μάλλον που εκτός από τους ήχους που παρήγαγαν από τις οπές τους, χτυπούσαν βίαια το ξύλινο κατασκεύασμα. Από όλα τα καινούργια συναισθήματα που βίωνε, φόβος δεν ήταν ένα τους. Τρεκλίζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε πλησίασε, ποθώντας όσο τίποτα να σταματήσει τους ήχους. Τον είδαν να έρχεται. Κάποια από αυτά σκόρπισαν, άλλα κινήθηκαν προς το μέρος του. Έπραξαν την πρώτη βία. Το χτύπησαν με βαριά, κοφτερά και μυτερά εργαλεία, γεμίζοντας το καύκαλο του με πληγές και μαύρο αίμα. Ανταπέδωσε χτυπώντας τους και ξαφνιάστηκε με το πόσο εύθραυστα ήταν. Ούρλιαζαν επιθετικά αλλά διαλύονταν σιχαμερά και σιγούσαν. Εγκατέλειψαν γρήγορα αλλά δεν άφησε κανένα τους να διαφύγει. Όταν τέλειωσε δεν μπορούσε να σταθεί άλλο όρθιο. Λύγισε και σωριάστηκε καταγής. Αν διέθετε στόμα θα αναστέναζε, αντ’ αυτού του ξέφυγε άλλος ένας λυγμός από τους πόρους του. Το ξύλινο χτίσμα που πριν είχε μαζέψει τους πυρσούς άνοιξε και νέα έμβια πλάσματα βάδισαν έξω διστακτικά. Δεν έβγαζαν δυνατούς ήχους, μόνο μικρές ανάσες. Ήρθαν και στάθηκαν από πάνω του. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά τους, χαμένα στις σκιές των κουκούλων τους. Το ένα, το πλησιέστερο, άφησε μια μικρή εκπνοή. «Αβραχαζάρ» είπε. Και όλα τα εναπομείναντα πλάσματα γονάτισαν γύρω του, ένα τσούρμο από κουλουριασμένα σώματα. Δεν είχε καμία ερμηνεία γι αυτά που έβλεπε. Ήξερε μόνο ότι κάθε στιγμή ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν πριν και ότι δεν θα έπλεε ποτέ ξανά στη γαλήνη του απέραντου έναστρου κενού.
  9. 8 points
    Μέσα στο spoiler είναι ολόκληρη η λίστα με τα 182 βιβλία που διάβασα φέτος. Παρακάτω έχουμε τα κλασικά και καθιερωμένα στατιστικά στοιχεία, καθώς και μια λίστα με τα 30 καλύτερα βιβλία και άλλη μια με τα 10 πιο αδύναμα. Έχουμε και λέμε: *Συνολικός αριθμός βιβλίων: 182 (πέρυσι 175) *Συνολικός αριθμός σελίδων: 42.125 (πέρυσι 41.141) *Σελίδες/Βιβλίο: 231,46 (πέρυσι 235,1) *Σελίδες/Ημέρα: 115,41 (πέρυσι 112,71) Βιβλία του Φανταστικού: 17 Αστυνομικά/Μυστηρίου/Θρίλερ/Περιπέτειες/Ιστορικά/Γουέστερν: 56 Γενική λογοτεχνία: 83 Θεατρικά: 13 Non-fiction: 13 Βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2018 και τα διάβασα μέσα στην χρονιά: 79 Δύσκολη δουλειά η λίστα με τα 30 καλύτερα, αρκετά ωραία θα μείνουν απ'έξω, αλλά έτσι είναι η ζωή: (τα δέκα πρώτα είναι τα πραγματικά κορυφαία, τα άλλα είναι σε σχετικά τυχαία σειρά) 01. Ντίνο Μπουτζάτι - Η έρημος των Ταρτάρων 02. Σεμπάστιαν Μπάρι - Μέρες δίχως τέλος 03. Βιετ Θαν Νγκουιέν - Ο Συνοδοιπόρος 04. Άγκαθα Κρίστι - Και δεν έμεινε κανένας 05. Τζακ Λόντον - Ο δρόμος 06. Νιλ Στίβενσον - Snow crash 07. Έριχ Κέστνερ - Φάμπιαν: Η ιστορία ενός ηθικολόγου 08. Χάμφρεϊ Κομπ - Σταυροί στο μέτωπο 09. Ρόμπερτ Χάρις - Μόναχο 10. Μάικλ Κράιτον - Η μεγάλη ληστεία του τρένου 11. Γουίλιαμ Μπόιλ - Gravesend 12. Λέων Τολστόι - Τα διηγήματα της Σεβαστούπολης 13. Μαριάνα Ενρίκες - Όσα χάσαμε στις φλόγες 14. Λουίς Λ'Αμούρ - Μια φορά στη Δύση 15. Άντονι Κουίν - Οι φίλοι μας στο Βερολίνο 16. Τσαρλς Μπουκόφσκι - Hollywood 17. Χεσούς Καράσκο - Άγρια ερημιά 18. Αλμπέρ Κοσερί - Ζητιάνοι και περήφανοι 19. Πολ Όστερ - Η μουσική του πεπρωμένου 20. Ντέιβιντ Τζέιμς Ποισάντ - Ο Παράδεισος των ζώων 21. Ρίτσαρντ Γέιτς - Ο δρόμος της επανάστασης 22. Έρικ Φρανκ Ράσελ - Σφήκα 23. Βάσκο Πρατολίνι - Οικογενειακό χρονικό 24. Ίταλο Καλβίνο - Μαρκοβάλντο 25. Φόρεστ Κάρτερ - Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρου 26. Μάρτιν ΜακΝτόνα - Ο Μαξιλαρένιος 27. Ευγένιος Ο'Νιλ - Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα 28. Αντώνης Αντωνιάδης - Νεκρονομικόν 29. Reginald Rose - Twelve Angry Men 30. Μαρκ Ντουγκέν - Ποιος σκότωσε τον Ρόμπερτ Κένεντι; Κάπως πιο εύκολο έργο τα 10 πιο αδύναμα βιβλία: 01. Νίκος Βεργέτης - Χόλι μάουντεν 02. Τζόις Κάρολ Όουτς - Μαύρα νερά 03. Τζάστιν Τόρες - Εμείς τα θηρία 04. Κώστας Μαλιάτσης Σάλας - Ήρθε το χαρτί 05. Λουί-Φερντινάν Σελίν - Μακελειό 06. Παναγιώτης Κεχαγιάς - Τελευταία προειδοποίηση 07. Αντρές Μπάρμπα - Μικρά χέρια 08. Σέσαρ Άιρα - Συνέδριο λογοτεχνίας 09. Σολ Μπέλοου - Η μοναδική 10. Μπέντζαμιν Μπλακ - Ο Λεμούριος Και του χρόνου!
  10. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: dagoncult Είδος: τρόμος Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3839 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ο διαγωνισμό Μυϊκή Μάζα.odt Μυϊκή Μάζα.pdf
  11. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Άγγελος Είδος: Επιστημονική Φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.200 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Για τον 50ό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα τους Γίγαντες Αρχεία: Το σμήνος.pdf Το σμήνος.docx
  12. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ηρωική φαντασία Βία; Ναι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3.354 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος Αρχείο: Επιστροφή.docx Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα. «Λόρατς!» Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει. «Είμαι πρώτος;» ρώτησε. «Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.» Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης. «Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του. «Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;» Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε. «Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.» «Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα. Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας. «Που είναι;» ρώτησε. «Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.» Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου. «Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;» «Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια. Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του. «Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι. «Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…» Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι. «Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!» Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. «Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή. «Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς. «Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;» Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει. «Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι. «Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ. «Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς. Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή. «Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.» Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς. «Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι. «Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο. «Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ. «Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.» «Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;» «Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;» Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο. «Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει. «Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.» «Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.» Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι. «Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο. Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο. «Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε. Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε. Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του. «Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε. Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη. «Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε. «Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!» Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του. «Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.» Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι. Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει. «Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία. «Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ. Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα. «Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ» Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα. «Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.» Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος. «Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ. «Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά. Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ. «Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε. Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει. «Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!» Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του. «Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε. «Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!» «Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς. «Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του. «Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος. Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του. Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του. «Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.» Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας. «Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!» Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι. «Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος. «Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους. Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω. «Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας. «Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς. Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα. Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια. «Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.» Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά. Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια. «Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.» «Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.» Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους. Τέλος
  13. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: MadnJim Είδος: Fantasy Βία; Τα απαραίτητα Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 4717 με την εισαγωγή, 4499 χωρίς την εισαγωγή Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου στο WriteOff #91 Αρχείο: Η Ντουναχάσα φλέγεται.pdf ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ Η Ντουναχάσα φλέγεται
  14. 7 points
    Το διήγημά μου "Η δεύτερη επαλήθευση" θα δημοσιευτεί στην ανθολογία του fantasmagoria με θέμα "χρησμός"
  15. 7 points
  16. 7 points
    Γεια σας, αγαπημένοι μου! Ήρθε ο καιρός για ένα ακόμη Flash Fiction Live, τι λέτε; Υπόσχομαι να βάλω ευκολότερο θέμα αυτή τη φορά. Το υπόσχομαι, λέμε. Scout's honour. Για να δω χεράκια να σηκώνονται. Πότε μπορείτε; Για μένα οποιαδήποτε μέρα μετά τις 8 το βράδυ δεν είναι πρόβλημα.
  17. 7 points
    θα δώσω το έργο μου ημιτελές. έτσι για τη συμμετοχή.
  18. 7 points
    Το συγκεκριμένο παιχνίδι το βρήκα αφορμή περισσότερο για άσκηση παρά για να βγάλω ιστορία. Κάτι έβγαλα, ακριβώς ιστορία δεν το λες, αλλά πέρασα καλά και μου άρεσε ? Καλή επιτυχία σε όλους! Δέκα και μία
  19. 7 points
    Φέτος χρειάζεται α) να λύσω το πρόβλημα στα Ξέφτια της Πλέξης. Αυτή είναι η πρώτη και η μεγαλύτερή μου προτεραιότητα αυτή τη στιγμή. το 2018 με εξόντωσε γιατί ενώ είχα στο μυαλό μου την Πλέξη προσπαθούσα να κάνω άλλα πράγματα. Και γι' αυτό και δεν τα κατάφερα, γιατί στο μυαλό μου είχα την Πλέξη β) να γράψω το πρώτο βιβλίο των Ξεφτιών εφόσον λυθεί το πρόβλημα αυτό (ναι, είναι δύο διαφορετικοί στόχοι, που ο πρώτος θα μου πάρει τουλάχιστον 4 μήνες -και αν- για να τον ολοκληρώσω κι ο δεύτερος δε μπορεί να ξεκινήσει καν αν δεν ολοκληρωθεί ο πρώτος) γ) να κυκλοφορήσω ένα προτζεκτάκι που δούλεψα Οκτώβρη-Νοέμβρη και τελικά δεν βγήκε πριν τις γιορτές όπως περίμενα δ) να γράψω τουλάχιστον δύο διηγήματα, ένα τρόμου (φουστανέλα-σπλάττερ, ιφ γιου γουιλ :P ) κι ένα ακόμη που δεν έχω αποφμη ποια από τις υπάρχουσες ιδέες μου θα εκμεταλλευτεί ε) να ρίξω μια ματιά ακόμη σε μια συλλογούλα φλασακίων, που ίσως βρει και εκδότη στ) να μην ξεχάσω την συλλογή διηγημάτων της Πικρής Στροφής που με ιντριγκάρισε το καλοκαίρι, αλλά από τα 20 που είχα σχεδιάσει ,έγραψα μόνο το ενάμιση :P ζ) Να γράψω τουλάχιστον δύο ακόμα κεφάλαια από το ψευδοσμυρνέικό μου, που το άφησα στη μέση του πρώτου κεφαλαίου (γιατί τραβούσε σε μάκρος και γιατί είχα στο νου μου την Πλέξη) Αυτά. Δεν τα λες και λίγα, αλλά πολλά κρέμονται από αυτό το ρημάδι του πρώτο. Ειλικρινά όταν το καταφέρω, θα μου λυθούν τα χέρια (και τα μυαλά, που μου τα έχει πάρει εδώ και εννέα χρόνια) και μετά θα μπορώ να κάνω πραγματάκια πιο χαλαρή.
  20. 7 points
    Η Βίλκα Η Ιουλία μετά από μια τραυματική εμπειρία αφήνει τη ζωή της στην Αθήνα και καταφεύγει στο χωριό της ελπίζοντας να βρει την ηρεμία της και το χρόνο να σκεφτεί και να βάλει και πάλι τη ζωή της σε τάξη. Αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα σχεδίαζε. Είναι ταιριαστό να κλείνει ο χρόνος με το βιβλίο που άρχισε. Όχι δεν είμαι τόσο αργός αναγνώστης, απλά είχα την τιμή η συγγραφέας του να μου το εμπιστευτεί για να δώσω τη γνώμη μου όταν ήταν ακόμα στο στάδιο της επιμέλειας μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής. Όπως και όταν το πρωτοδιάβασα με συνεπαίρνει η άμεση γλώσσα, η αφήγηση που κυλάει, οι περιγραφές και το φανταστικό στοιχείο που αργά αλλά σταθερά εισέρχεται στην ιστορία και κάνει την παρουσία του ισχυρή και αισθητή. Μου αρέσει ακόμα το πώς δένει το βιβλίο, οι διορθώσεις και οι αλλαγές από το αρχικό κείμενο δεν διακρίνονται ακόμα και όταν ξέρεις ότι είναι εκεί. Ένα βιβλίο που δε θα απογοητεύσει τους φίλους του φανταστικού.
  21. 6 points
    Όνομα Συγγραφέα: Εμού του αιδοίου Είδος: Seems to be a horror story (or not) Βία; Λιγάκι (έχει dead pet, ενημερώνω) Σεξ; Μπα Αριθμός Λέξεων: 3338 με τον τίτλο Αυτοτελής; Σαφέστατα Σχόλια: Η ιστορία μου για τον 50ο διαγωνισμό Σύντομης ιστορίας με θέμα Γίγαντες Αρχείο: Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν.doc Ούρλιαξε, κι αυτοί θα έρθουν.pdf
  22. 6 points
    Να, ανέβασα κι εγώ. Λίγο βιαστικό, λίγο χωρίς διορθώσεις, αλλά το έγραψα, το απόλαυσα περισσότερο απ' όσο φανταζόμουν και, γενικά, με πήγε μόνο του. Τα Σκυλιά του Στάιερμαρκ
  23. 6 points
    Από το 2011 βιώνω βαριά περίπτωση writer's block. Και δεν μιλώ για ιδέες, αλλά και διάθεση να γράφω. Με το Flash Fiction στο οποίο συμμετείχα, έχω ξεκινήσει συγγραφοθεραπία για να βγω από τον λάκκο. Αν κοιτάξετε στο Ευρετήριο Ιστοριών βάσει συγγραφέα στη Βιβλιοθήκη, θα δείτε πόσα διηγήματα μου βρίσκονται στο sff. Θα παλέψω να γράψω εδώ και να συμμετάσχω στον διαγωνισμό Μαρτίου.
  24. 6 points
    Εντάξει, έχω ξεχάσει να το κάνω αυτό. Μου βγαίνει ένα πράγμα 3-4 χιλιάδων λέξεων, πρόλαβα κι έγραψα τις 1.700. Θα το ανεβάσω, έτσι, για τη φάση. Το ημιτελές μου: "Η μητέρα του ακροβάτη". Ωραία ήταν. Περιμένω κι εσάς, τώρα.
  25. 6 points
    Λοιπόν τα σχετικά με τη θεματολογία του φόρουμ που έχω δημοσιεύσει κατόπιν σχετικών διαγωνισμών/ καλεσμάτων είναι τα εξής: Cyborg X στην ανθολογία 1ος Διαγωνισμός Sci-Fi των Εκδόσεων Ανάτυπο. Ιπτάμενος Ναυτίλος στην ανθολογία Από τη Γη στο Φεγγάρι : Ιστορίες εμπνευσμένες από το έργο του Ιούλιου Βερν των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές. Η μάγισσα από το μέλλον στην ανθολογία Μαγικοί χοροί : Η πρώτη ανθολογία ελληνικού διηγήματος με μάγισσες των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές. Νόμος ΑΖ 099 στην ανθολογία Έπος της Φαντασίας ΙΙ, Ανάσταση των Εκδόσεων iWrite. Υπάρχουν ακόμη στη σελίδα τα διηγήματα μου Επιστροφή στη Γη, και το Ο κλώνος του έρωτα. Επίσης έχω γράψει το σενάριο για δυο κόμικ που έχουν εκδοθεί ως αυτοέκδοση το 2015: Το Σκήπτρο της Επιλογής #1 : Αναδυόμενος Φοίνικας / Θεράποντας Ήλιος Το Σκήπτρο της Επιλογής #2 : Εχθροί και Εφιάλτες / Σε Υδάτινο Κλοιό
This leaderboard is set to Athens/GMT+02:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..