Jump to content

Leaderboard


Popular Content

Showing content with the highest reputation since 08/18/2018 in Posts

  1. 23 points
    Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις mamaya και την ομάδα Άρπη σε λίγες μέρες (θα είμαστε στο ΦantastiCon! ) και έχει τίτλο «Η Βίλκα».
  2. 16 points
    Η Βίλκα Συγγραφέας Άννα Μακρή Εκδόσεις mamaya, Σειρά Άρπη Η Ιουλία φεύγει. Φεύγει για να ξεφύγει από τη θλίψη της, από το παρελθόν της, από την ίδια της τη ζωή. Δεν τα καταφέρνει. Αυταπατάται, γιατί τρέχει προς μια ολοκαίνουργια ζωή για αυτήν, μια ζωή αναπάντεχα μαγική και τρομακτική, βίαιη και τρυφερή, γεμάτη μνήμες αρχαίες, αλλά όχι ξεχασμένες. Μια ζωή που είναι τόσο παλιά όσο και ο πόνος της μητρότητας. Έμεινα τελείως ακίνητη, έχοντας βγει η μισή από το χώμα, σαν ρίζα αιωνόβιας βελανιδιάς, και περίμενα. Ήμουν έτοιμη, όμως, να απαντήσω στην παραμικρή απειλή με επίθεση, με νύχια και με δόντια πάλι, όπως πριν μέσα στη γη, όπως θα έκανα πάντα από τότε και στο εξής. *** Φίλοι σουφουφίτες. Καταρχήν, ας σταθώ λίγο στο περίεργο της στιγμής: έχω ανοίξει πολλά τόπικ με ιστορίες μου στο φόρουμ, ε, άνοιξα ένα ακόμη. Τι; Δεν είναι το ίδιο; Ωραία. Και τώρα που έκανα αυτή την αξέχαστη εισαγωγή, ας περάσω στο θέμα μου: Θα σας πω για την εμπειρία του να διαβάζεις το πρώτο σου βιβλίο. Ε, λοιπόν, αυτό το πράγμα είναι κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι ήξερες μέχρι τώρα. Δηλαδή, παίρνεις ένα βιβλίο από το ράφι, έτσι; Το ανοίγεις κι αρχίζεις να διαβάζεις (εντάξει, μερικές φορές υπάρχουν προκαταρκτικά χάδια, αλλά ας τ' αφήσουμε και ας περάσουμε στο ζουμί). Δεν είναι σαν να γνωρίζεις ένα καινούργιο πρόσωπο; Κάποιος που τον ακούς να σου μιλάει και θέλεις να σε κερδίσει. Δεν σε έχει από την αρχή, πρέπει να σε κερδίσει. Ε, όταν διαβάζεις ένα δικό σου βιβλίο είναι σαν να τον ξέρεις αυτόν τον άνθρωπο χρόνια, τον έχεις φίλο, γείτονα, εχθρό, ίσως. Πάντως τον ξέρεις καλά. Και την ιστορία που λέει την έχεις ακούσει εκατοντάδες φορές, την ξέρεις απ' έξω κι ανακατωτά. Αλλά την έχεις ακούσει, μέχρι τώρα, κατ' ιδίαν. Τώρα, ο άνθρωπος αυτός, την αφηγείται σε κοινό. Και ξαφνικά, κάθεσαι κι εσύ και την παρακολουθείς από την αρχή, από τη μια λες "ε, ναι, πάλι αυτή είναι", αλλά από την άλλη αναρωτιέσαι "μα, είναι αυτή η ίδια που έχω ακούσει τόσες φορές;" Αυτό είναι το συναίσθημα, για 'μένα. Ούτε χαρά, ούτε ανακούφιση (ουφ, επιτέλους), αλλά μία καινούργια οπτική ώστε να ασκήσω φρέσκια κριτική στον εαυτό μου.
  3. 12 points
    Καλησπέρα σε όλους. Αυτό είναι το πρώτο μου βιβλίο. Πρόκειται για μια ανθολογία με ιστορίες τρόμου, που έγραψα με πολύ μεράκι και αγάπη για το συγκεκριμένο είδος. Κυκλοφορεί σύντομα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Παρακάτω θα βρείτε την περίληψη, καθώς και δυο λινκ για όσους ενδιαφέρονται για online παραγγελία. Ευχαριστώ. Η ιστορία του τίτλου διαδραµατίζεται στη µακρινή Ελλάδα του 1948. Ένας σφουγγαράς από την Κρήτη παλεύει να σώσει ένα αγαπηµένο του πρόσωπο από µια αρρώστια. Όταν έρχεται η ώρα της ανάδυσης όµως το σχοινί που θα τον σήκωνε παραµένει ασάλευτο και εκείνος παγιδευµένος στον βυθό... Κάποιος νεαρός απαντά σε αγγελία για εργασία κατά την καλοκαιρινή σεζόν, στον φάρο µιας ξεχασµένης νησίδας των βόρειων Σποράδων. Πέρα όµως από τη ζεστή φιλοξενία των ντόπιων και την εύκολη δουλειά, καραδοκεί και κάτι άλλο στον φάρο, κάτι που περίµενε καιρό... Ο Μενέλαος είναι ένας λαογράφος που ταξιδεύει στα όµορφα Καλάβρυτα. Επιθυµεί να συλλέξει υλικό για ένα τραγικό συµβάν που διαδραµατίστηκε εκεί στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο. Η έρευνά του όµως τον οδηγεί στην καρδιά µιας φολκλόρ δεισιδαιµονίας, µέρος της οποίας κινδυνεύει να γίνει και ο ίδιος... Μια νεαρή κτηνίατρος καλείται επειγόντως από έναν κτηνοτρόφο της Θεσσαλίας προκειµένου να ελέγξει την ασυνήθιστη συµπεριφορά των βοοειδών του. Η διάγνωση σύντοµα εξελίσσεται σε έναν παγωµένο εφιάλτη... Ένας αποφασισµένος διαρρήκτης εισβάλλει σε ένα παλιό αρχοντικό του Πειραιά για µια εύκολη µπάζα. Μέχρι που ανακαλύπτει περισσότερα από όσα θα ήθελε... https://www.greekbooks.gr/agalineyta-bathi.html https://www.politeianet.gr/…/9789604108121-dagklis-michalis…
  4. 11 points
    Φίλε Γκεστ Minerboh, φέρε πάλι την ιστορία σου στο φως. Άσε μας να τη διαβάσουμε και να σε στεναχωρέσουμε. Ύστερα πάρε μερικές βαθιές αναπνοές, φιλτράρισε τα σχόλια που θα εισπράξεις, man the f*ck up και δοκίμαστε ξανά. Ύστερα θα σε στεναχωρέσουμε ξανά και ξανά και ξανά όμως κάθε φορά θα σου λέμε: "Βλέπω όμως ότι εδώ και εδώ και εδώ βελτιώθηκες, μπράβο" και κάποια μέρα θα ανεβάσεις κάτι και θα περιμένεις την ορδή από κακά σχόλια και συστάσεις αλλά το μόνο που θα εισπράξεις θα είναι: "Επιτέλους, αυτό ήταν το διήγημα που ήθελα πάντα να διαβάσω από εσένα" και θα κάτσεις πίσω στην καρέκλα σου και θα αναστενάξεις χαρούμενος. Ύστερα θα χτυπήσεις τον εαυτό σου φιλικά στην πλάτη και θα γράψεις ξανά κάτι, λίγο καλύτερο, ίσως λίγο χειρότερο αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το ότι θα έχεις μάθει ότι το πιο σημαντικό πράγμα στον χώρο της τέχνης είναι να δέχεσαι την κριτική με χαρά, να φιλτράρεις τα πάντα και να βελτιώνεσαι κάθε φορά που προσπαθείς. Το τρελό είναι πως όλα αυτά δεν πρέπει να τα κάνεις για αυτό το τελευταίο σχόλιο - όμως αναζητούμε την επιβεβαίωση ακριβώς επειδή δεν είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα. Πάντα ευγνώμων για όσους διάβασαν κάτι δικό μου, αναστέναξαν και μου τα είπαν έξω από τα δόντια. Ανέβασε πάλι την ιστορία σου και no worries. Η μισή χαρά τη συγγραφής είναι η συνεχής βελτίωση.
  5. 9 points
    Invocation & Evocation Η τέχνη της ανάκλησης Οι αναγνώστες δεν διαβάζουν απλώς: οι αναγνώστες ανταποκρίνονται. Donald Maass, The Emotional Craft of Fiction Οι μάγοι, οι μάγισσες, οι προσφιλείς αυτοί αρωγοί μας στη λογοτεχνία είδους που τόσο αγαπάμε, επικαλούνται στοιχειά, δαίμονες, θεούς, αγγέλους. Επικαλούνται αυτά που κρύβονται στα βάθη της γης. Ή της κόλασης, ή των δασών, ή της θάλασσας. Επικαλούνται πράγματα που υπάρχουν και που με συγκεκριμένες τεχνικές θα τα αφυπνίσουν και θα τα υποχρεώσουν να πράξουν το θέλημά τους. Οι συγγραφείς πάλι κάνουν κάτι παρόμοιο. Επικαλούνται στοιχειά, μόνο που οι κατοικίες των συγκεκριμένων στοιχειών δεν είναι τα σκοτεινά σπήλαια, αλλά η ψυχή και η μνήμη. Και μάλιστα, επικαλούνται την ψυχή και τη μνήμη του αναγνώστη τους προκειμένου, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, να πράξουν αυτές, ως οικεία δαιμόνια, το θέλημα των συγγραφέων: να μεταφέρουν τον αναγνώστη στον κόσμο τους, να καταστήσουν αυτόν τον κόσμο πιστευτό, να κάνουν τον αναγνώστη μέτοχο των περιπετειών, των μόχθων, των πόθων του ήρωά τους. Η τέχνη της ανάκλησης Ανακαλώ, σημαίνει θυμάμαι. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγραφέας καλείται να κάνει τον αναγνώστη του να θυμηθεί. Να θυμηθεί όμως τι ακριβώς και με ποιο σκοπό; Ένας άνθρωπος είναι ό,τι θυμάται. Είναι τα γούστα και οι αντιπάθειές του, είναι το σύνολο των εμπειριών του. Είναι οι στιγμές που ένιωσε άβολα, που τραυματίστηκε ο εγωισμός του, που τον εξαπάτησαν, είναι οι στιγμές που τον απέρριψαν. Είναι οι μικρές και μεγάλες ευτυχίες και επιτυχίες του, είναι οι σπουδές που έκανε, τα ταξίδια του, οι ασθένειές του. Κάθε άνθρωπος είναι συνισταμένη των εμπειριών του. Κάθε άνθρωπος που ανοίγει ένα βιβλίο για να το διαβάσει, βυθίζεται σε ένα κόσμο πλαστό. Είναι πλαστός και το ξέρει, αλλά έχει την διάθεση να τον βιώσει σαν να είναι αληθινός. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν ταυτιστεί με τον ήρωα – αλλά πάλι, τι σημαίνει ταύτιση; Πέρα από τη μαστοριά του κάθε συγγραφέα να πλάσει τον κόσμο του ρεαλιστικό (και μην ξεχνάτε ότι ρεαλισμός υφίσταται σε οποιοδήποτε λογοτεχνικό είδος) ο βαθμός ταύτισης είναι ευθέως ανάλογος με το πόσες εμπειρίες, αισθήματα ή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ήρωα θα θυμίσουν στον αναγνώστη κάτι από τη ζωή του. Έχοντας επιτύχει να ανασύρει τις αναμνήσεις του αναγνώστη, ή τον απόηχο των αισθημάτων που συνοδεύουν την κάθε περίσταση, ο συγγραφέας έχει κάνει σχεδόν τη μισή δουλειά. Εννοείται πως δεν θα καθίσει να εξηγήσει σε κάθε ιστορία του τι σημαίνει να ερωτεύεσαι ή να χάνεις τους φίλους σου, επειδή όλοι βιώσαμε και βιώνουμε ανάλογα συναισθήματα. Όμως στην ύπαρξη ανάλογων εμπειριών βασίζεται η λογική της ανάκλησης στη συγγραφή. Όπως όταν μπαίνει κανείς σε ένα δωμάτιο ολότελα άγνωστο, όπου όμως, αυτό ή το άλλο αντικείμενο, ο φωτισμός, το χρώμα, η μυρωδιά, κάπως, κάτι του θυμίζουν. Και από αυτό το σημείο ξεκινά η διαδικασία της ταύτισης. Δεν πολεμήσαμε όλοι με δράκους, αλλά σίγουρα είχαμε εχθρούς και συχνά ισχυρότερους από μας. Δεν παντρευτήκαμε πρίγκιπες αλλά όταν βρέθηκε ένας ξεχωριστός άνθρωπος κοντά μας, νιώσαμε μια ανάλογη εκπλήρωση. Δεν μεταλλαχθήκαμε σε υπεράνθρωπους, δεν φορτώσαμε τις αναμνήσεις της νεκρής αγαπημένης μας σε κάποιο ανδροειδές συνοδείας, δεν κυνηγήσαμε αρκούδες, δεν μας κρέμασαν εξαιτίας μιας φοβερής δικαστικής πλάνης. Αλλά ενθουσιαστήκαμε, κινδυνέψαμε, αδικηθήκαμε. Υπό αυτή την έννοια, το σύνολο των εμπειριών μίας ανθρώπινης ζωής μπορεί να θεωρηθεί το πρωτογενές υλικό του κάθε μυθοπλάστη. Η γνώση της αλήθειας αυτής και η επιτυχημένη εφαρμογή της αποτελούν την τέχνη της ανάκλησης. Σκεφτείτε λοιπόν: τι κινητοποιεί τα δικά σας συναισθήματα; Αν και συγγραφείς, διαθέτουμε αισθήματα. Ας σκεφτούμε: τι μας κάνει να αισθανόμαστε αυτό που θα θέλαμε να αισθανθεί ο αναγνώστης; Ή, πότε νιώσαμε για τελευταία φορά αυτό που θα θέλαμε να νιώσει ο αναγνώστης, μέσω του τι αισθάνεται ο ήρωάς μας; Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να μεταγράψουμε εικόνες εντελώς άσχετες με το αντικείμενο μας προκειμένου να συγκινήσουμε όπως συγκινηθήκαμε. Αν μας συγκινούν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, προφανώς δεν θα γεμίσουμε τις σελίδες ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με το Καλήν Εσπέρα. Είναι όμως σημαντικό να μελετήσουμε τις λειτουργίες της συγκίνησης και του κάθε αισθήματός μας. Είναι χρήσιμο να ερευνήσουμε την παρεμφερή θεματολογία. Αν μας συγκινούν τα κάλαντα, είναι μία ένδειξη ότι η δημιουργικότητά μας μπορεί να ενεργοποιηθεί από μία ευρύτατη γκάμα θεμάτων. Τα κάλαντα έχουν να κάνουν με την παιδική ηλικία, τις παιδικές αναμνήσεις, το θρησκευτικό αίσθημα, την αθωότητα, την αισιοδοξία, την επιθυμία να κάνει ο άνθρωπος νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Έχουν να κάνουν με τα καλά νέα. Άπτονται της παράδοσης και άρα των λαϊκών θρύλων. Αν μας ενδιαφέρει να εγείρουμε ανάλογου συγκινησιακού περιεχομένου αισθήματα, μπορούμε να αντλήσουμε με επιτυχία από τα παραπάνω θέματα. Ταιριάζοντας τα, φυσικά, στον περίγυρο της ιστορίας που αφηγούμαστε. Η καλή λογοτεχνία μπορεί να εκπλήξει τον αναγνώστη με τα αισθήματα που του γεννά. Στην πραγματικότητα εκείνο που θέλετε είναι να χειριστείτε το συναίσθημα του αναγνώστη. Αλλά όσο πιο υπόγεια το κάνετε, τόσο πιο σπουδαίο και αξιομνημόνευτο το αποτέλεσμα που θα έχετε. Να έχετε στο νου σας ότι πρέπει να κρατάτε άρτια ισορροπία μεταξύ show & tell και να οδηγείτε τον αναγνώστη, είτε δείχνοντας είτε λέγοντας, εκεί που θέλετε. Μην ξεχνάτε, άλλο οδηγώ και άλλο τραβολογάω. Άλλο δείχνω το δρόμο και άλλο σπρώχνω δια της βίας. Αν μπορείτε να κάνετε τον αναγνώστη να αναρωτιέται πώς στην ευχή τον καταφέρατε να συγκινηθεί, ακόμη καλύτερα. Αν μπορείτε να τον κάνετε να εκπλαγεί με τη φόρτιση που του δημιουργήθηκε, θαυμάσια. Μην ξεχνάτε ποτέ με ποιους τρόπους οδηγείστε εσείς σε ανάλογα αισθήματα. Ο κάθε συγγραφέας είναι και αυτός ένας άνθρωπος. Να έχετε υπόψη πως όσο πιο έντονα προσπαθείτε, τόσο πιο δύσκολα θα πετύχετε. Πρέπει να επιβάλλετε χωρίς να δυναστεύετε. Στην πρώτη περίπτωση όλοι γεμίζουμε δέος, στη δεύτερη όλοι επαναστατούμε. Χτίστε τις συνθήκες για να δημιουργηθεί το συναίσθημα, μην χτίζετε το συναίσθημα το ίδιο. Να θυμάστε πως ένας ευφυής συγγραφέας μπορεί να μας κάνει να συγκινηθούμε για το θάνατο ενός σκύλου ακόμη και αν δεν μας αρέσουν οι σκύλοι. Ακόμη και αν τους σιχαινόμαστε. Γιατί; Γιατί θα ανακαλέσει, από τη θάλασσα των εμπειριών μας, το πώς είναι να χάνεις κάτι που αγαπάς. Αυτό έχει συμβεί σε όλους μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Να θυμάστε ότι τα συναισθήματα είναι πολύπλοκες καταστάσεις. Ένας λόγος που δεν καταφέρνουν οι συγγραφείς να κάνουν τον αναγνώστη να αισθανθεί όσα θέλουν ακριβώς, είναι γιατί θεωρούν ότι πρέπει να χειριστούν ένα συναίσθημα τη φορά. Αλλά ένας άνθρωπος δεν μπορεί να νιώσει μονάχα θυμό, ή μονάχα έρωτα, ή μονάχα φθόνο, ή μονάχα θλίψη. Αν μας απατήσει το πρόσωπο που αγαπάμε, πιθανώς να αισθανθούμε όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα μαζί. Το να δίνουμε βάρος στην περιγραφή μίας μονάχα πλευράς του πολυπρασματικού αυτού φαινομένου θα καταστήσει την όλη ιστορία ψεύτικη. Να θυμάστε το βάθος. Έχουμε πει και άλλες φορές, ο χαρακτήρας μας πρέπει να έχει βάθος. Πολλοί συγγραφείς γεμίζουν τετράδια με το χτίσιμο ενός χαρακτήρα και με το παρελθόν του, για το πώς κακοποιήθηκε από τον πατέρα του ας πούμε ή για τις κατάρες που βαραίνουν την οικογένεια από την εποχή των προπαππούδων του. Έχουμε και αλλού επισημάνει τους κινδύνους αλλά και το κέρδος που υπάρχει σε αυτή την τεχνική. Ο κίνδυνος είναι ότι μπορεί να θεωρήσουμε πως πρέπει σώνει και ντε να συμπεριλάβουμε κάθε λεπτομέρεια στο κείμενό μας, εφόσον κάναμε τον κόπο να τη σκεφτούμε και να τη γράψουμε, ενώ το κέρδος μας είναι ότι, το παρελθόν που έχουμε χτίσει, ακόμη και όταν δεν το συμπεριλάβουμε, θα τα καταφέρει με κάποιον μαγικό τρόπο να αναδυθεί στην επιφάνεια. Εκείνο που δεν θα τρίψουμε στα μούτρα του αναγνώστη, θα βρει το δρόμο του για την καρδιά του αναγνώστη μας, εντυπωσιάζοντάς τον. Ο πλούτος του παρελθόντος ενός ήρωα τον κάνει στιβαρό. Ακόμη και αν δεν κάτσουμε να απαριθμήσουμε ολόκληρο το προικιό του. Σκεφτείτε τη γραφή σας σαν δράση από πλευράς σας και αντίδραση από πλευράς του αναγνώστη. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι ο αναγνώστης θα αντιδράσει σε ό,τι ακριβώς του δίνετε. Και μάλιστα, θα αντιδράσει αναλόγως των προσωπικών εμπειριών του. Το διάβασμα ενός βιβλίου κατά μία έννοια είναι μία εμπειρία, είναι ένα καινούριο μέρος ή μία κατάσταση που θα κληθεί κάποιος να αντιμετωπίσει, και που σε κάθε περίπτωση θα το κάνει ανάλογα με την παιδεία, την εμπειρία, τον χαρακτήρα του. Ο αναγνώστης έχει αισθανθεί όλα όσα θα νιώσει ο ήρωάς σας, ή τα περισσότερα, και οι γεύσεις αυτές υπάρχουν πάντα, πίσω από την επιφάνεια. Δεν πρέπει να πάρετε έναν κασμά και να σπάτε με κραυγές επέλασης την επιφάνεια αυτή, προκειμένου να τα αποκαλύψετε. Σκεφτείτε ότι εισάγετε τον αναγνώστη σε ένα κάστρο, σε ένα αστρόπλοιο, σε ένα σύμπαν, ακόμη και στην κοιλιά ενός τέρατος. Εκεί υπάρχουν δέκα άγνωστα πράγματα που θα κληθείτε να περιγράψετε και ένα ή δύο γνωστά, αισθήματα, βιώματα, που θα τα επικαλεστείτε με τέχνη, προκειμένου να ξυπνήσουν και να κάνουν για σας τη δουλειά που θέλετε. Οι πρότερες εμπειρίες του αναγνώστη είναι για σας το μαγικό τζίνι του παραμυθιού. Καταγράφετε τα αισθήματά σας. Κρατήσετε κάπου ξεχωριστά σημειώσεις όσον αφορά στο τι σας συγκινεί εσάς, ή σε κείμενα που διαβάσατε και σας προκάλεσαν το τάδε ή το δείνα αποτέλεσμα. Όταν νιώθετε κάτι καταγράψτε τι το προκάλεσε, όπως συνιστούσε και ο Χεμινγουέη. Αναζητείστε γιατί νιώσατε όπως νιώσατε. Αναζητείστε τους τρόπους που εκδηλώθηκε αυτό. Αναγνωρίστε και παρατηρείστε τις αντιδράσεις σας. Τι σκεφτήκατε ακριβώς; Βάλτε το σε λέξεις. Τι νιώσατε ακριβώς; Βάλτε το σε λέξεις. Βέβαια, δεν θα γράψετε τα ίδια σε βιβλίο σας, δεν θα περιγράψετε ακριβώς τις καταστάσεις. Άλλο πράγμα η συγγραφή, άλλο καταγραφή και, οπωσδήποτε, άλλο η αντιγραφή. Όμως η διαδικασία της παρατήρησης του εαυτού θα σας βοηθήσει να καταλάβετε πώς λειτουργούν και οι άλλοι άνθρωποι εκεί έξω (που δεν τους το έδωσε ο θεός ή ο διάβολος να γίνουν συγγραφείς). Μείνετε απλοί. Τα συναισθήματα μπορεί να είναι όσο περίπλοκα θέλουν. Ακόμη και η συγγραφή μπορεί να είναι περίπλοκη, και τις περισσότερες φορές είναι. Το τελικό αποτελέσματα όμως, καθώς και η τελική παρουσίαση, οφείλει να είναι κάτι το απλό. Χωρίς περικοκλάδες. Σκεφτείτε πόσο μία φράση ή μία εικόνα μπορεί να μας πει περισσότερα πράγματα παρά μία ολόκληρη παράγραφος, όπου αναλύουμε πώς και γιατί νιώθει προδομένος ο τάδε όταν ανακαλύπτει πως του έχουν κλέψει (τη γυναίκα, το θησαυρό, το μαγικό φίλτρο, το μαγικό χαλί, το αγαπημένο του άλογο). Μία ολόκληρη παράγραφος γκρινιάρικης περιγραφής θα γεννήσει την αντίδραση καλά να πάθεις ρε φίλε, σε βαρέθηκα. Σκεφτείτε απογυμνωμένο το συναίσθημα. Τι ακριβώς είναι, αναλύστε το μέσα σας, ή καταγράψτε το στις κρυφές σας σημειώσεις που δεν θα δείξετε ούτε στον εξομολόγο σας. Καταδυθείτε στη ρίζα του. Είναι προδοσία; Είναι πικρία; Είναι θλίψη; Είναι η πίστη σας σε κάποια ουράνια δικαιοσύνη που ξαφνικά παύει να υφίσταται; Δώστε το σε λίγες και ουσιαστικές φράσεις. Στραγγίξτε τες. Αποστάξτε τες. Αντί ο ήρωας να κάτσει και να κλαίγεται, μπορεί να μας πείσει με μια φράση του στυλ «Η κοπέλα μου έφυγε. Πίστευα πως με αγαπούσε. Φίλε, ειλικρινά. Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια.» Οι φράσεις πρέπει να λειτουργούν όπως οι μυρωδιές, που πάντα έχουν τη δύναμη να μας μεταφέρουν σε μία άλλη εποχή, σε μία παλιότερη φάση της ζωής μας με ανήλεη πιστότητα. Να θυμάστε πάντα πως ο συγγραφέας είναι μυητής. Είναι οδηγός, είναι μάγος, είναι θεραπευτής, είναι εραστής, είναι ό,τι θέλετε. Ένα πράγμα δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι: αρχηγός. Όταν θα έχει επιτύχει να φέρει τον αναγνώστη του εκεί ακριβώς που θέλει, τότε θα καταλάβει πως αυτός και μόνο ήταν ο αρχηγός από την αρχή. Αλλά τα εργαλεία του οφείλουν να είναι τα εργαλεία του μυητή, του οδηγού και όλων των παραπάνω ρόλων.
  6. 9 points
    Όνομα: Αταλάντη Ευριπίδου Είδος: Παραμύθι Βια: Σωπάτε καλέ. Σεξ: Έκπληξη! Όχι. Αριθμός λέξεων: 2.070 Αυτοτελής: Ναι Σχόλια: Για τον 49ο Διαγωνισμό Φαντασίας Τα Αγκαθένια Μήλα Υπάρχει μια ιστορία που ’χει τις ρίζες της στην παλιά πατρίδα, μια ιστορία που φέραμε μαζί μας όταν μας πέρασαν, αλυσοδεμένους και μέσα σε ξύλινες φυλακές, πάνω απ’ το μεγάλο, αλμυρό νερό. Ακούς, κορίτσι; Την ιστορία αυτή τη λέει η μια γιάτρισσα στην επόμενη και τώρα είναι η ώρα σου να τη μάθεις. Δεν ξέρω τι σημαίνει ούτε γιατί τη λέμε. Μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα, μπορεί να είναι πια ένα αδειανό καβούκι μονάχα. Μα θα στην πω και θα την ακούσεις, γιατί έτσι κάνουμε τόσα χρόνια κι έτσι είναι το σωστό. Ζούσε κάποτε, λένε, ένας φύλαρχος τρανός, που ’χε δικιά του μια όαση ζηλευτή. Είχε πάρει για γυναίκα του την ομορφότερη κόρη των εφτά φυλών, με δέρμα μαύρο και γυαλιστερό όπως τα λέπια της μάμπα και δόντια κατάλευκα σαν ξασπρισμένα οστά. Φόραγε είκοσι χρυσά βραχιόλια σε κάθε χέρι όταν του την έδωσαν οι δικοί της, μα παιδιά δεν μπορούσε να του κάνει παρά την ομορφιά της και τα τόσα της μαλάματα. Προσευχήθηκε, το λοιπόν, ο φύλαρχος στα ουράνια φίδια, και τους έταξε πως, αν του χαρίζανε τον διάδοχο που επιθυμούσε, θα έφτιαχνε τρεις βρύσες που δεν θα σταμάταγαν να τρέχουν. Μια βρύση θα ’τρεχε γάλα καμήλας, η άλλη θα ’τρεχε κρασί κι η τρίτη υδρόμελι. Το αγόρι το ονόμασαν Καγίν, που στην παλιά γλώσσα θα πει δοξασμένος ο ερχομός του, κι όσο μεγάλωνε τόσο ’μόρφαινε η θωριά του. Πρώτος στο τρέξιμο, πρώτος στο κυνήγι, επιδέξιος με το ακόντιο και θαρραλέος, δεν δείλιαζε μπροστά σε τίποτα. Όλοι είχαν να το λένε πως θα γινόταν άξιος φύλαρχος μια μέρα – τη μέρα που θα σκότωνε τον πατέρα του στη μάχη και θα του ’παιρνε τα δόντια για να τα κρεμάσει γύρω απ’ τον λαιμό του. Παρά τη ρώμη και τη γενναιότητά του, όμως, ο Καγίν ήταν σκληρόκαρδος και ασεβής. Πολλοί τον θαύμαζαν, μα λίγοι τον αγαπούσαν. Μια μέρα, καθόταν ο Καγίν έξω απ’ την τάτα-σόμπα του και βαριεστημένος έπαιζε μ’ ένα μαχαίρι που του ’χαν χαρίσει για τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του. Γερμένος, όπως ήταν, στον πλίνθινο τοίχο, είδε τη μπάμπω-Ενιτάν να πλησιάζει τη βρύση σέρνοντας τα βήματά της. Κρατούσε ένα κιούπι η γερόντισσα κι έπιασε να το γεμίσει γάλα καμήλας. Επειδής όμως είχαν περάσει τα χρόνια κι ο φύλαρχος είχε ξεχάσει το τάμα του, οι βρύσες δεν έτρεχαν πια, μονάχα έσταζαν πού και πού. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περίμενε η γριά δίπλα στη βρύση και, στο αναμεταξύ, ο Καγίν βαρέθηκε να τη βλέπει μπρος του κι όλο έκανε παράπονα στη μάνα του για να τη διώξει. Η μάνα του, που ήταν γυναίκα σεβαστική, τον μάλωσε και τον ορμήνεψε να αφήσει τη μπάμπω-Ενιτάν στην ησυχία της, γιατί ήταν η μάγισσα της φυλής και τη φοβόταν. Ο Καγίν, όμως, που δεν πίστευε στα μάγια και που τον ενοχλούσαν τ’ άσπρα μαλλιά και τα μαραμένα στήθια της γυναίκας, δεν την άκουσε. Το ξημέρωμα της τέταρτης μέρας, μόλις που το κιούπι είχε προφτάσει να γεμίσει ως πάνω, του τράβηξε μια κλωτσιά και το ’σπασε. Η μπάμπω-Ενιτάν τον κοίταξε με τα θολά της μάτια. «Τι σου ’φταιξα, γιε μου, και μου ’καμες τέτοιο κακό; Είχα ορεχτεί, η καψερή, γάλα καμήλας και τώρα πρέπει να περιμένω άλλα τρία μερόνυχτα; Την κατάρα της Τιτιλάγιο να ’χεις. Παντού να τη ζητάς και να μην τη βρίσκεις, κι άμα τη βρεις να μη σε θέλει. Αυτή είναι η πληρωμή για το κρίμα σου». Ξέρεις τι πάει να πει τιτιλάγιο, κορίτσι; Όχι; Αγκαθένιο μήλο σημαίνει, είναι ο καρπός που τρώνε οι σοφοί κι οι γιάτρισσες για να μιλήσουν με τους θεούς, να ανοίξουν τις πόρτες στα λόα και να ταξιδέψουν στα όνειρα για να αναζητήσουν τις αλήθειες του κόσμου. Ούτε ο Καγίν ήξερε. Ρώτησε από ’δω, ρώτησε από ’κει, μα όλοι παριστάναν τους ανήξερους γιατί είχαν ακούσει τι είχε κάνει στη γριά μάγισσα και δεν τόλμαγαν να προκαλέσουν την οργή της. Ο νεαρός έπαψε να κοιμάται και να τρώει, στοιχειωμένος απ’ την κατάρα της μπάμπως. Κάποτε, ένας απ’ τους σοφούς της φυλής τον λυπήθηκε έτσι που τον είδε μαραζωμένο κι αδύνατο, και του ’πε το μυστικό. «Να πας να τη γυρέψεις μες στην έρημο, εκεί όπου δεν φυτρώνει τίποτε άλλο» του είπε. «Αν ειν’ το βήμα σου ελαφρύ κι η καρδιά σου στη θέση της, ο δρόμος θα σε βγάλει σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω θα βρεις μια γυναίκα να πανίζει τον φούρνο με τα βυζιά της. Να της πεις ώρα καλή, κυρά και να πιάσεις να καθαρίσεις τον φούρνο με το ρούχο σου». Παραξενεμένος, μα με τις ελπίδες του αναπτερωμένες, ο Καγίν κίνησε για την έρημο μ’ ένα καινούριο ακόντιο κι ένα δισάκι στην πλάτη. Ούτε που ήξερε να πει τι τον παίδευε τόσο και γιατί η κατάρα της Ενιτάν δεν άφηνε στιγμή το νου του. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν θα ησύχαζε άμα δεν έβρισκε την Τιτιλάγιο, το δέντρο με τα αγκαθένια μήλα. Ο σοφός είχε δίκιο, ο δρόμος πράγματι τον έβγαλε σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω ήταν μια γυμνή γυναίκα και προσπαθούσε να πανίσει τον φούρνο με τα βυζιά της, αλλά μάταια. «Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα, που είχε δέρμα φιδίσιο και κάτι δόντια μυτερά που στάζαν δηλητήριο. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Ο νεαρός δεν μίλησε. Μονάχα έκοψε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του κι έπιασε να καθαρίσει τον φούρνο. Όταν τέλειωσε κι έκατσε να ξαποστάσει, η λάμια του ’δωσε νερό κρύο απ’ το πηγάδι της κι έψησε ψωμί να τον φιλέψει. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε. «Πες μου πού να βρω την Τιτιλάγιο» αποκρίθηκε ο Καγίν. Εκείνη θορυβήθηκε κι έβγαλε έναν ήχο σα σύριγμα. «Τι ψάχνεις, παλικάρι μου, τα αγκαθένια μήλα; Καταραμένα είναι, καταραμένος κι όποιος τα κόβει και τα τρώει. Σου χρωστάω, όμως. Γι’ αυτό πάρε τούτον τον αυλό και πήγαινέ τον στην αδερφή μου που ζει λίγο πιο πέρα από δω. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να χτενίζεται. Να της πεις ώρα καλή και να πιάσεις να παίζεις τον αυλό». Ο Καγίν άρχισε και πάλι να βαδίζει στην έρημο. Περπάτησε για μέρες, μέχρι που έφτασε σ’ ένα δεύτερο καλύβι, όπου ζούσε η αδερφή της λάμιας. Τη βρήκε απ’ έξω να χτενίζεται, μα τα μαλλιά της ήταν φίδια κι όλο της δάγκωναν τα χέρια. «Ώρα καλή, κυρά» είπε πλησιάζοντας. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Εκείνος δεν είπε τίποτα, μόνο έβγαλε τον αυλό κι άρχισε να παίζει. Σιγά σιγά τα φίδια ηρέμησαν κι αποκοιμήθηκαν. Η λάμια κατάφερε να τα χτενίσει και να τ’ αρμέξει. Τον κέρασε φιδίσιο γάλα σε πήλινη κούπα. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε. «Την Τιτιλάγιο ψάχνω, κυρά» αποκρίθηκε ο Καγίν. «Η αδερφή σου μου ’πε ότι ξέρεις πού θα τη βρω». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ δεν ξέρω, παλικάρι μου, ξέρει όμως η άλλη μου αδερφή. Πάρε τούτον τον καθρέφτη και πήγαινέ της τον. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να φκιασιδώνεται. Να της πεις ώρα καλή και να της δώσεις το δώρο μου». Ξεκούραστος πια, ο Καγίν άρχισε πάλι να περπατάει. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου βρέθηκε στο καλύβι της τρίτης αδερφής. Εκεί απ’ έξω ήταν μια λάμια, πιο άσκημη απ’ τις άλλες δύο, που είχε φορέσει πέπλα και βραχιόλια χρυσά και γυρνούσε γύρω-γύρω προσπαθώντας να κοιταχτεί και να θαυμάσει τα μούτρα της, μα δεν μπορούσε. «Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν. «Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα». Το παλικάρι δεν έβγαλε μιλιά, μόνο κράτησε τον καθρέφτη μπροστά στη λάμια, που θαμπώθηκε απ’ την όψη του εαυτού της κι έμεινε να κοιτάει για λίγο. «Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε τελικά. «Η αδερφή σου με στέλνει, κυρά. Ζητώ την Τιτιλάγιο». Η λάμια μπήκε στο καλύβι κι επέστρεψε με τέσσερα πουλιά ψημένα, τυλιγμένα σε φύλλα. «Συνέχισε να πηγαίνεις προς τον ήλιο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες θα βαδίσεις, μέχρι που θα δεις από μακριά ένα δέντρο με αγκαθένια μήλα. Το φυλάνε δυο λιοντάρια. Να τους πετάξεις τα δυο πουλιά και να ανέβεις όσο θα τρώνε. Το δέντρο θα ’χει τρεις καρπούς, μα μην πας να τους κόψεις με γυμνά χέρια γιατί τα αγκάθια έχουν δηλητήριο. Να περιμένεις να νυχτώσει κι έπειτα να πετάξεις στα λιοντάρια τ’ άλλα δυο πουλιά και να φύγεις τρέχοντας, προτού αποσώσουν το φαγοπότι. Τους καρπούς να τους ανοίξεις μόνο άμα θα βρεθείς κοντά σε νερό. Κατάλαβες;» Κι ο Καγίν έγνεψε κι ακολούθησε τις ορμήνιες της λάμιας κατά γράμμα. Ξέρεις γιατί θέλουν νερό τα τιτιλάγιο, κορίτσι; Πού να ξέρεις, σ’ αυτή τη γη το δέντρο δεν φυτρώνει, μονάχα πίσω, στην παλιά πατρίδα. Δεν βαριέσαι. Το τρεχούμενο νερό ξεριζώνει τα αγκάθια και μετά μπορείς να καθαρίσεις τα φρούτα χωρίς φόβο για το δηλητήριο. Όλα πήγαν όπως του τα ’χε πει η κυρά και, με τους τρεις καρπούς στο δισάκι του και την καρδιά ελαφριά απ’ την κατάρα της μάγισσας, ο Καγίν πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Κάποια στιγμή, μέσα στην έρημο, βρήκε μια λακουβίτσα με νερό και, γεμάτος περιέργεια, έβγαλε το ένα απ’ τα αγκαθένια μήλα και το έσκισε με το μαχαίρι του. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη πεντάμορφη, καμωμένη από ξύλο στεγνό και ρετσίνι. «Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της λακουβίτσας δεν έφτασε κι έπεσε κάτω ξερή. Ο Καγίν την έθαψε και την έκλαψε κι ορκίστηκε να μην ανοίξει άλλον καρπό αν δεν έβρισκε περισσότερο νερό. Συνέχισε τον δρόμο του, μέχρι που κάποτε έφτασε σε μια γούρνα. Αναθάρρεψε, τότε, κι έπιασε να ανοίξει τον δεύτερο καρπό. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη ομορφότερη απ’ την πρώτη, καμωμένη από χλωρό κλαρί και φύλλα. «Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της γούρνας δεν ήταν αρκετό και πέθανε. Ο νεαρός υποσχέθηκε στον εαυτό του πως τον τρίτο καρπό θα τον άνοιγε μονάχα όταν θα έφτανε πίσω, στην όαση του πατέρα του, όπου υπήρχε μια μεγάλη λίμνη. Έτσι κι έκαμε. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, πήγε μεμιάς στη λίμνη κι άνοιξε το τρίτο μήλο. Η κόρη που βγήκε από μέσα ήταν ομορφότερη απ’ όλες τις προηγούμενες, καμωμένη από μαλακό μίσχο και λουλούδια. Ο Καγίν ευθύς ερωτοχτυπήθηκε. «Κάτσε εδώ στον ίσκιο, να φέρω τη μάνα και τον πατέρα μου να σε γνωρίσουν» της είπε. «Θα πάρουν μεγάλη χαρά σαν θα τους πω ότι παντρεύομαι». «Κι αν δεν γυρίσεις;» ρώτησε η Τιτιλάγιο – γιατί έτσι λέγαν και το κορίτσι, Τιτιλάγιο όπως τον καρπό, όπως το δέντρο. «Τι θα κάνω τότε εγώ, που μ’ έκλεψες απ’ τον τόπο μου και σκότωσες τις αδερφές μου και μ’ έφερες εδώ για να με κάνεις δικιά σου, λες και είμαι το ρούχο στο κορμί σου ή το ακόντιο που κουβαλάς; Σου ανήκουν οι πέτρες ή τα νερά ή ο ήλιος; Πώς, τότε, ζητάς να σου ανήκω εγώ;» Κι ο Καγίν δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Μόνο την ομορφιά της Τιτιλάγιο έβλεπε και τα παιδιά που θα του έκανε και τη ζήλεια των άλλων φυλάρχων σαν θα την αντίκριζαν. Ούτε που θυμόταν πια την κατάρα. «Μα σ’ έσωσα» της είπε σαστισμένος. «Ήσουν κλεισμένη μες στο δέντρο και σε φύλαγαν λιοντάρια, εγώ σε γλίτωσα και σ’ αγάπησα με το που σε είδα». «Δώσε μου, τότε, ένα φιλί, να σε θυμάμαι και να σε ποθυμώ όσο θα περιμένω να γυρίσεις» αποκρίθηκε η Τιτιλάγιο. Το παλικάρι χάρηκε, γιατί πίστεψε πως η κοπέλα είχε βρει τα λογικά της και θα φερόταν σαν σωστή γυναίκα μπροστά στους γονείς του. Τη φίλησε κι αμέσως έπεσε νεκρός. Μπορεί τα δηλητηριώδη αγκάθια να είχαν φύγει με το νερό, μα η Τιτιλάγιο δεν χρειαζόταν αγκάθια για να σκοτώσει, το φαρμάκι ήταν στο δέρμα και στα χείλια και στα μαλλιά της∙ η ανάσα της η ίδια ήταν φαρμακερή κι η ομορφιά της τρεις φορές χειρότερη. Αυτή είναι η ιστορία, κορίτσι. Τώρα την ξέρεις. Υποθέτω πως τη λέμε για να θυμόμαστε ή για να παρηγοριόμαστε, δεν έχω ιδέα. Για να θυμόμαστε ότι κανείς δεν είναι κανενός, ότι μπορεί οι λευκοί αφέντες να έχουν όπλα, μα και δεν σκοτώνουν μόνο τα όπλα, σκοτώνουν και τα χέρια. Και για να παρηγοριόμαστε ότι μια μέρα θα τους δηλητηριάσουμε και θα πέσουν όλοι τους ξεροί και θα ’μαστε πάλι λεύτεροι. Τι να σου πω, τόσα ξέρω κι εγώ, τόσα λέω. Εσύ αυτό να κρατήσεις, κορίτσι: μονάχα του εαυτού σου είσαι, κανενός άλλου. Κι αν φας καμτσικιές, να μην το λησμονήσεις. Κι αν σου περάσουνε χαλκάδες, να μην τους αφήσεις να σε βαρύνουν. Μονάχα του εαυτού σου. Ούτε οι θεοί δεν είναι αφεντάδες ανθρώπων, πόσο μάλλον οι άλλοι άνθρωποι. Ακούς, κορίτσι; Ούτε οι θεοί.
  7. 8 points
    Πρόλαβα; Ζαρζαβατικά
  8. 8 points
    «Αβραχαζάρ» Δεν θυμόταν πόσος χρόνος είχε περάσει από την πτώση του. Το έδαφος ήταν σκληρό και οι αισθήσεις του ούρλιαζαν ακατανόητα. Άφησε έναν λυγμό που βγήκε σαν σφύριγμα που το πόνεσε. Το δέρμα του διψούσε για το κενό του διαστήματος. Η ατμόσφαιρα αυτής της επιφάνειας το ασφυκτιούσε, οι πόροι του φλέγονταν. Επικρατούσε σκοτάδι με μικρές αφύσικες αναλαμπές σε απόσταση τριγύρω του. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, ατένισε με θλίψη τον έναστρο θόλο που τον σκέπαζε. Έδειχνε τόσο κοντά αλλά ήταν και τόσο μακριά. Πως θα κατάφερνε να επιστρέψει εκεί; Η ροή τον άστρων ήταν απρόσιτη, παγιδευμένη πίσω από τον μανδύα που προστάτευε αυτόν τον κόσμο. Πόσο θα άντεχε εδώ κάτω; Άπλωσε τα μέλη του, τα έμπηξε στο έδαφος και ανασήκωσε τον κορμό του όσο μπορούσε. Το μυαλό του ήταν ακόμα μπερδεμένο, γεμάτο πρωτόγνωρα συναισθήματα. Θυμήθηκε τη βουτιά του. Μακριά από το καμίνι του πλησιέστερου άστρου είχε πέσει στη σκιά του πλανήτη. Ένιωθε το έδαφος να κινείται και ήταν μόνο θέμα ενός άγνωστου χρόνου πριν το φως ανέτειλε κι εδώ, καίγοντας τον μέσα στο σιχαμερό οξυγόνο που έγλυφε το σώμα του αυτή τη στιγμή. Υπήρχαν φυτικά εμπόδια γύρω του αλλά ανάμεσα τους μπορούσε να διακρίνει τεχνητούς φωτισμούς. Δεν ήταν μόνο του. Υπήρχαν έμβια όντα εδώ. Σήκωσε τα πάνω του άκρα και προσπάθησε να ισορροπήσει με τα κάτω. Ένιωσε τις κλειδώσεις του να υποφέρουν. Έκανε το πρώτο βήμα και τρεκλίζοντας κατευθύνθηκε προς τις τεχνητές κατασκευές. Ήταν ένας κύκλος από ξύλινα παραπήγματα με το ψηλότερο στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Οι τεχνητοί φωτισμοί ήταν πυρσοί, πολλοί μαζί συγκεντρωμένοι έξω από μία από τις κατασκευές. Τους κρατούσαν έμβια όντα που έβγαζαν οξείς ήχους που το πονούσαν. Ο οποιοσδήποτε ήχος ήταν μια βασανιστική εμπειρία, πόσο μάλλον που εκτός από τους ήχους που παρήγαγαν από τις οπές τους, χτυπούσαν βίαια το ξύλινο κατασκεύασμα. Από όλα τα καινούργια συναισθήματα που βίωνε, φόβος δεν ήταν ένα τους. Τρεκλίζοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε πλησίασε, ποθώντας όσο τίποτα να σταματήσει τους ήχους. Τον είδαν να έρχεται. Κάποια από αυτά σκόρπισαν, άλλα κινήθηκαν προς το μέρος του. Έπραξαν την πρώτη βία. Το χτύπησαν με βαριά, κοφτερά και μυτερά εργαλεία, γεμίζοντας το καύκαλο του με πληγές και μαύρο αίμα. Ανταπέδωσε χτυπώντας τους και ξαφνιάστηκε με το πόσο εύθραυστα ήταν. Ούρλιαζαν επιθετικά αλλά διαλύονταν σιχαμερά και σιγούσαν. Εγκατέλειψαν γρήγορα αλλά δεν άφησε κανένα τους να διαφύγει. Όταν τέλειωσε δεν μπορούσε να σταθεί άλλο όρθιο. Λύγισε και σωριάστηκε καταγής. Αν διέθετε στόμα θα αναστέναζε, αντ’ αυτού του ξέφυγε άλλος ένας λυγμός από τους πόρους του. Το ξύλινο χτίσμα που πριν είχε μαζέψει τους πυρσούς άνοιξε και νέα έμβια πλάσματα βάδισαν έξω διστακτικά. Δεν έβγαζαν δυνατούς ήχους, μόνο μικρές ανάσες. Ήρθαν και στάθηκαν από πάνω του. Δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά τους, χαμένα στις σκιές των κουκούλων τους. Το ένα, το πλησιέστερο, άφησε μια μικρή εκπνοή. «Αβραχαζάρ» είπε. Και όλα τα εναπομείναντα πλάσματα γονάτισαν γύρω του, ένα τσούρμο από κουλουριασμένα σώματα. Δεν είχε καμία ερμηνεία γι αυτά που έβλεπε. Ήξερε μόνο ότι κάθε στιγμή ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν πριν και ότι δεν θα έπλεε ποτέ ξανά στη γαλήνη του απέραντου έναστρου κενού.
  9. 8 points
    Μέσα στο spoiler είναι ολόκληρη η λίστα με τα 182 βιβλία που διάβασα φέτος. Παρακάτω έχουμε τα κλασικά και καθιερωμένα στατιστικά στοιχεία, καθώς και μια λίστα με τα 30 καλύτερα βιβλία και άλλη μια με τα 10 πιο αδύναμα. Έχουμε και λέμε: *Συνολικός αριθμός βιβλίων: 182 (πέρυσι 175) *Συνολικός αριθμός σελίδων: 42.125 (πέρυσι 41.141) *Σελίδες/Βιβλίο: 231,46 (πέρυσι 235,1) *Σελίδες/Ημέρα: 115,41 (πέρυσι 112,71) Βιβλία του Φανταστικού: 17 Αστυνομικά/Μυστηρίου/Θρίλερ/Περιπέτειες/Ιστορικά/Γουέστερν: 56 Γενική λογοτεχνία: 83 Θεατρικά: 13 Non-fiction: 13 Βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2018 και τα διάβασα μέσα στην χρονιά: 79 Δύσκολη δουλειά η λίστα με τα 30 καλύτερα, αρκετά ωραία θα μείνουν απ'έξω, αλλά έτσι είναι η ζωή: (τα δέκα πρώτα είναι τα πραγματικά κορυφαία, τα άλλα είναι σε σχετικά τυχαία σειρά) 01. Ντίνο Μπουτζάτι - Η έρημος των Ταρτάρων 02. Σεμπάστιαν Μπάρι - Μέρες δίχως τέλος 03. Βιετ Θαν Νγκουιέν - Ο Συνοδοιπόρος 04. Άγκαθα Κρίστι - Και δεν έμεινε κανένας 05. Τζακ Λόντον - Ο δρόμος 06. Νιλ Στίβενσον - Snow crash 07. Έριχ Κέστνερ - Φάμπιαν: Η ιστορία ενός ηθικολόγου 08. Χάμφρεϊ Κομπ - Σταυροί στο μέτωπο 09. Ρόμπερτ Χάρις - Μόναχο 10. Μάικλ Κράιτον - Η μεγάλη ληστεία του τρένου 11. Γουίλιαμ Μπόιλ - Gravesend 12. Λέων Τολστόι - Τα διηγήματα της Σεβαστούπολης 13. Μαριάνα Ενρίκες - Όσα χάσαμε στις φλόγες 14. Λουίς Λ'Αμούρ - Μια φορά στη Δύση 15. Άντονι Κουίν - Οι φίλοι μας στο Βερολίνο 16. Τσαρλς Μπουκόφσκι - Hollywood 17. Χεσούς Καράσκο - Άγρια ερημιά 18. Αλμπέρ Κοσερί - Ζητιάνοι και περήφανοι 19. Πολ Όστερ - Η μουσική του πεπρωμένου 20. Ντέιβιντ Τζέιμς Ποισάντ - Ο Παράδεισος των ζώων 21. Ρίτσαρντ Γέιτς - Ο δρόμος της επανάστασης 22. Έρικ Φρανκ Ράσελ - Σφήκα 23. Βάσκο Πρατολίνι - Οικογενειακό χρονικό 24. Ίταλο Καλβίνο - Μαρκοβάλντο 25. Φόρεστ Κάρτερ - Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρου 26. Μάρτιν ΜακΝτόνα - Ο Μαξιλαρένιος 27. Ευγένιος Ο'Νιλ - Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα 28. Αντώνης Αντωνιάδης - Νεκρονομικόν 29. Reginald Rose - Twelve Angry Men 30. Μαρκ Ντουγκέν - Ποιος σκότωσε τον Ρόμπερτ Κένεντι; Κάπως πιο εύκολο έργο τα 10 πιο αδύναμα βιβλία: 01. Νίκος Βεργέτης - Χόλι μάουντεν 02. Τζόις Κάρολ Όουτς - Μαύρα νερά 03. Τζάστιν Τόρες - Εμείς τα θηρία 04. Κώστας Μαλιάτσης Σάλας - Ήρθε το χαρτί 05. Λουί-Φερντινάν Σελίν - Μακελειό 06. Παναγιώτης Κεχαγιάς - Τελευταία προειδοποίηση 07. Αντρές Μπάρμπα - Μικρά χέρια 08. Σέσαρ Άιρα - Συνέδριο λογοτεχνίας 09. Σολ Μπέλοου - Η μοναδική 10. Μπέντζαμιν Μπλακ - Ο Λεμούριος Και του χρόνου!
  10. 8 points
    Όριο λέξεων: 1000 - 4000 Είδη: Επιστημονική Φαντασία Χρόνος συγγραφής: Μία εβδομάδα. Από σήμερα Παρασκευή 2/11 μέχρι την άλλη Παρασκευή 9/11/2018. Παράταση (αν χρειαστεί) 4-5 ημέρες. Χρόνος ψηφοφορίας: Θα το δούμε, όταν έρθει εκείνη η ώρα. Υπολογίζω, όταν ολοκληρώσετε και ανεβάσετε όλοι τις ιστορίες σας μια εβδομάδα. Προσδεθείτε και ετοιμαστείτε για απογείωση. Αφήστε την φαντασίας σας ελεύθερη, να πετάξει σε κόσμους μακρινούς ή κοντινούς. Όσοι επιθυμείτε να συμμετέχετε μπορείτε να το κάνετε, έχοντας όμως στα υπόψη σας τον χρόνο συγγραφής (1 εβδομάδα).
  11. 8 points
    Η Βίλκα είναι ένα βιβλίο που ίσως δεν θα σκεφτόμουνα να διαβάσω αν δεν γνώριζα τη συγγραφέα του. Η θεματολογία του δεν ανήκει στα ενδιαφέροντά μου (ομολογώ φυσικά ότι είμαι άνθρωπος που δεν εγκαταλείπει εύκολα την αναγνωστική comfort zone του), αν και οπωσδήποτε θα του έριχνα μια δεύτερη και μια τρίτη ματιά, χάρη στο φοβερό του εξώφυλλο. (Mπράβο, παιδιά!) Δεν θα πω πολλά για την υπόθεση και την πλοκή α) για την μην κάνω spoilers και β) επειδή δεν θα είναι αντικειμενικά. Θα μιλήσω για τη γραφή όμως, η οποία είναι εξαιρετικά άμεση και ελκυστική. Χωρίς φανφάρες και με μια εκπληκτική και ωμή πολλές φορές αληθοφάνεια, η Άννα Μακρή μάς δίνει την ιστορία της Ιουλίας, με τις σκηνές από το παρελθόν της να πλέκονται άμεσα και δυνατά με το νήμα της τωρινής ιστορίας, μέσα από εξαιρετικά καλογραμμένα επεισόδια. Η σκηνή, στην αρχή σχετικά της ιστορίας, εκεί που η ηρωίδα προσπαθεί ν’ ανάψει το τζάκι –τι να πω; Ότι μπήκε στην καρδιά μου; Θα είναι λίγο. Έχοντας κι εγώ μεγαλώσει σε πόλη, μίζερη μην τυχόν λερώσω τα χέρια μου με χώματα και στάχτες και καπνιές, βασισμένη πάντα στο κουμπί της τεχνολογίας, ακόμα θυμάμαι εκείνο το καταστροφικό «ρομαντικό» βράδυ που προσπαθούσα ν’ ανάψω τζάκι για ατμόσφαιρα. Η Ιουλία αποτυγχάνει με τον ίδιο τρόπο που έχει αποτύχει κάθε άσχετος που πάει να το κάνει αυτό, και γι’ αυτό το λόγο ταυτίζομαι και την παρακολουθώ στενά. Με έχει κερδίσει με τη μία. Ταυτίζομαι επίσης στο αντικοινωνικό της κομμάτι. Ο τρόπος που αποφεύγει τους γείτονες είναι τόσο ειλικρινής αληθοφανής, που (εχμ...) μάς κάνει να παίρνουμε και μερικά χρήσιμα μαθήματα. ? Κάτι ακόμα, πολύ ενδιαφέρον, είναι πως η συγγραφέας, ενώ γράφει σε πρώτο πρόσωπο, δεν κάνει τη γνωστή, κλασική προσπάθεια, να μας δείξει συμπαθή την ηρωίδα της. Κάθε άλλο μάλιστα. Με αυτοσαρκασμό και με κάμποσες στιγμές ειλικρίνειας που σπάνε κόκαλα, μας περνάει το μήνυμα ότι η Ιουλία είναι ένα ρεμάλι, που δεν ξεβολεύεται εύκολα, και που το γνωρίζει κιόλας. Νομίζω ότι αυτό θέλει κότσια. Αλλά, την Άννα την ξέρουμε. Έχει κότσια. Στο δια ταύτα: διάβασα το βιβλίο σε μιάμιση μέρα. Για άνθρωπο που δεν τρελαίνεται από τη θεματολογία, σαν καλά δεν είναι; (4/5 από μένα, όποτε δεήσω να μπω στο goodreads.)
  12. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Κοσμάς Είδος: Φάντασυ Βία; Αμελητέα Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3033 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Η_μηλιά__η_ελιά_και_η_ανθρώπινη_λαλιά.PDF
  13. 8 points
    Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος Είδος: ιστορία φαντασίας Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 3247 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια:Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Αρχείο: ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής.pdf
  14. 8 points
    Σε μια εκδήλωση του Ιανού πέρσι, με καλεσμένη τη Ζυράννα Ζατέλη, την άκουσα να λέει το εξής: "Δεν χωράω στον εαυτό μου. Κι είμαι τυχερή που έχω αυτό το τάλαντο κι αυτή την αγωνία -γιατί μη νομίζετε πως δεν είναι αγωνία- που μου επιτρέπει να διασπείρομαι". Αυτή η αγωνία, αυτό το δεν χωράω στον εαυτό μου, είναι γνωρίσματα του συγγραφέα (του δημιουργού γενικότερα, θα τολμήσω να πω) με τα οποία γεννιέσαι ή τέλος πάντων διαμορφώνεις σε σχετικά νεαρή ηλικία. Αν δεν έχεις την ανάγκη, αν δεν σε πιανει φαγούρα στο μυαλό και στα χέρια, αν δεν ξεπηδάνε από μέσα σου κόσμοι και άνθρωποι και διάλογοι και ιστορίες σε χρόνους ανύποπτους, όση τεχνική και να μάθεις, όσο κι αν δουλέψεις, το μικρόβιο δεν θα το αποκτήσεις. Από την άλλη, αν έχεις το μικρόβιο αλλά δεν είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις, μάλλον δεν θα γίνεις συγγραφέας ποτέ. Όποτε γίνεσαι συγγραφέας μόνο αν γεννηθείς με την ανάγκη αυτή και δουλέψεις πολύ, μου φαίνεται εμένα.
  15. 8 points
  16. 7 points
    Γεια σας, αγαπημένοι μου! Ήρθε ο καιρός για ένα ακόμη Flash Fiction Live, τι λέτε; Υπόσχομαι να βάλω ευκολότερο θέμα αυτή τη φορά. Το υπόσχομαι, λέμε. Scout's honour. Για να δω χεράκια να σηκώνονται. Πότε μπορείτε; Για μένα οποιαδήποτε μέρα μετά τις 8 το βράδυ δεν είναι πρόβλημα.
  17. 7 points
    θα δώσω το έργο μου ημιτελές. έτσι για τη συμμετοχή.
  18. 7 points
    Το συγκεκριμένο παιχνίδι το βρήκα αφορμή περισσότερο για άσκηση παρά για να βγάλω ιστορία. Κάτι έβγαλα, ακριβώς ιστορία δεν το λες, αλλά πέρασα καλά και μου άρεσε ? Καλή επιτυχία σε όλους! Δέκα και μία
  19. 7 points
    Φέτος χρειάζεται α) να λύσω το πρόβλημα στα Ξέφτια της Πλέξης. Αυτή είναι η πρώτη και η μεγαλύτερή μου προτεραιότητα αυτή τη στιγμή. το 2018 με εξόντωσε γιατί ενώ είχα στο μυαλό μου την Πλέξη προσπαθούσα να κάνω άλλα πράγματα. Και γι' αυτό και δεν τα κατάφερα, γιατί στο μυαλό μου είχα την Πλέξη β) να γράψω το πρώτο βιβλίο των Ξεφτιών εφόσον λυθεί το πρόβλημα αυτό (ναι, είναι δύο διαφορετικοί στόχοι, που ο πρώτος θα μου πάρει τουλάχιστον 4 μήνες -και αν- για να τον ολοκληρώσω κι ο δεύτερος δε μπορεί να ξεκινήσει καν αν δεν ολοκληρωθεί ο πρώτος) γ) να κυκλοφορήσω ένα προτζεκτάκι που δούλεψα Οκτώβρη-Νοέμβρη και τελικά δεν βγήκε πριν τις γιορτές όπως περίμενα δ) να γράψω τουλάχιστον δύο διηγήματα, ένα τρόμου (φουστανέλα-σπλάττερ, ιφ γιου γουιλ :P ) κι ένα ακόμη που δεν έχω αποφμη ποια από τις υπάρχουσες ιδέες μου θα εκμεταλλευτεί ε) να ρίξω μια ματιά ακόμη σε μια συλλογούλα φλασακίων, που ίσως βρει και εκδότη στ) να μην ξεχάσω την συλλογή διηγημάτων της Πικρής Στροφής που με ιντριγκάρισε το καλοκαίρι, αλλά από τα 20 που είχα σχεδιάσει ,έγραψα μόνο το ενάμιση :P ζ) Να γράψω τουλάχιστον δύο ακόμα κεφάλαια από το ψευδοσμυρνέικό μου, που το άφησα στη μέση του πρώτου κεφαλαίου (γιατί τραβούσε σε μάκρος και γιατί είχα στο νου μου την Πλέξη) Αυτά. Δεν τα λες και λίγα, αλλά πολλά κρέμονται από αυτό το ρημάδι του πρώτο. Ειλικρινά όταν το καταφέρω, θα μου λυθούν τα χέρια (και τα μυαλά, που μου τα έχει πάρει εδώ και εννέα χρόνια) και μετά θα μπορώ να κάνω πραγματάκια πιο χαλαρή.
  20. 7 points
    Η Βίλκα Η Ιουλία μετά από μια τραυματική εμπειρία αφήνει τη ζωή της στην Αθήνα και καταφεύγει στο χωριό της ελπίζοντας να βρει την ηρεμία της και το χρόνο να σκεφτεί και να βάλει και πάλι τη ζωή της σε τάξη. Αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα σχεδίαζε. Είναι ταιριαστό να κλείνει ο χρόνος με το βιβλίο που άρχισε. Όχι δεν είμαι τόσο αργός αναγνώστης, απλά είχα την τιμή η συγγραφέας του να μου το εμπιστευτεί για να δώσω τη γνώμη μου όταν ήταν ακόμα στο στάδιο της επιμέλειας μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής. Όπως και όταν το πρωτοδιάβασα με συνεπαίρνει η άμεση γλώσσα, η αφήγηση που κυλάει, οι περιγραφές και το φανταστικό στοιχείο που αργά αλλά σταθερά εισέρχεται στην ιστορία και κάνει την παρουσία του ισχυρή και αισθητή. Μου αρέσει ακόμα το πώς δένει το βιβλίο, οι διορθώσεις και οι αλλαγές από το αρχικό κείμενο δεν διακρίνονται ακόμα και όταν ξέρεις ότι είναι εκεί. Ένα βιβλίο που δε θα απογοητεύσει τους φίλους του φανταστικού.
  21. 7 points
    Όνομα Συγγραφέα: Γιάννης Είδος: Φάντασυ Βία; Μπα Σεξ; Μπα (όχι, δεν είμαι άρρωστος) Αριθμός Λέξεων: 3848 Αυτοτελής; Ντα Σχόλια: Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο" Πάνω από τις βροντές.doc Πάνω από τις βροντές.pdf
  22. 7 points
    Όνομα: Βάγια/Νίκη Είδος: φαντασίας Βια: όχι άμεσα, μόνο υπαινυκτικά Σεξ: όχι Αριθμός λέξεων: 1.910 λέξεις Αυτοτελής: Ναι Σχόλια: Για τον 49ο Διαγωνισμό Φαντασίας Στοιχειωμένος τόπος.docx
  23. 7 points
    Αν πω ότι γεννιέσαι, πόσο ξύλο θα φάω; Τι εννοώ: Αν από τότε που έμαθες πώς να ζωγραφίζεις εκείνο το κουλουράκι (ο) με το μπαστουνάκι (ι) που φτιάχνει κάτι ακόμη (α) και μετά έμαθες να γράφεις το όνομά σου (ά ν ν α, άννα, Άννα) και μετά να διαβάζεις (να ένα μήλο) σου άρεσε αυτή η τρομακτικά δύσκολη διαδικασία (ήταν σαν να έμπαινες σ' έναν άλλο κόσμο με κάτι περίεργους κανόνες! ), τότε είχες ήδη ένα μικρόβιο που δεν το έπιασαν τα εμβόλια: το μικρόβιο της ανάγνωσης. Αν, λίγα χρόνια πιο μετά, η δασκάλα σου στο σχολείο προσπαθούσε να σε μάθει πώς να κρατιέσαι στις εκθέσεις (μείνε στο θέμα! μα, ποίημα έγραψες; ) και στο φροντιστήριο των αγγλικών σου έλεγαν ότι πάλι ξεπέρασες το όριο λέξεων και πλατειάζεις, και στο σπίτι έγραφες πιο πολύ κάτι περιπέτειες χωρίς τέλος παρά τα μαθήματά σου, τότε, φοβάμαι ότι η διάγνωση έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει: όχι μόνο αναγνώστης, αλλά, τι τρομερό, πιθανός συγγραφέας. Αν, λίγα χρόνια μετά, σκαρώσεις κάτι ιστοριούλες που έχουν και τέλος και κάνα δυο κολλητοί σού πουν πω ρε φίλε, εσύ το έγραψες αυτό, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πια. Αν, λίγα χρόνια μετά, βγάλεις και κάνα δυο βιβλία, τότε η κατάστασή σου σοβαρεύει δραματικά και πρέπει να σταματήσεις όσο έχεις ακόμη καιρό. Τώρα είναι η τελευταία ευκαιρία σου να σωθείς! Γιατί βρίσκεσαι πια κοντά στο να γίνεις συγγραφέας, μπορεί ακόμη και σε δεκαπέντε, είκοσι το πολύ χρονάκια να είσαι, κι ας πιστεύεις ότι το ελέγχεις κι ότι γράφεις μόνο για την πλάκα σου κι ότι μπορείς να σταματήσεις όποτε θες.
  24. 7 points
    Καταρχάς, ευχαριστώ το Δημήτρη (διαβάστε λίγα ποστ πιο πάνω) που μου δάνεισε τα 6 βιβλία της Γαιοθάλασσας και αξιώθηκα να τα διαβάσω. Σε αυτά τα βιβλία η Λε Γκεν γράφει Φάνταζυ (ένα είδος που δε με ενθουσιάζει) με απλό, αργό τρόπο. Σε κάθε βιβλίο υπάρχει πλοκή αλλά αυτή είναι μία, απλή και βρίσκεται στο φόντο. Τις περισσότερες φορές το βιβλίο περιγράφει ένα ταξίδι, μια Οδύσσεια, όπου οι πρωταγωνιστές πηγαίνουν από μέρος σε μέρος για να βρουν την ασαφή λύση στο ασαφές πρόβλημα που τους απασχολεί. Αυτά τα χαρακτηριστικά έκαναν τα βιβλία δύσκολα και απωθητικά για το μυαλό μου, που έχει συνηθίσει plot-driven ιστορίες, με ταχείς ρυθμούς, δράση, συναισθηματικά ανεβοκατεβάσματα κλπ Εντούτοις, εκτίμησα αυτά τα 6 βιβλία και χαίρομαι που τα διάβασα. Η Λε Γκεν ασχολείται με βαθιά ζητήματα για τη ζωή και το θάνατο, για τη θρησκεία, για τη φύση της πραγματικότητας, για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, για τη διαδικασία ενηλικίωσης, για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον άγνωστο Άλλο και για τη θέση της γυναίκας σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Ένα συγγραφικό της χαρακτηριστικό που δε θα μπορούσα να εκτιμήσω, αν ήμουν μικρότερος, είναι ότι ανάμεσα στα "σημαντικά" γεγονότα που συμβαίνουν στους πρωταγωνιστές, η Λε Γκεν πλέκει και περιγραφές από μικρές, απλές, "ασήμαντες" λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή, υποδηλώνοντας ίσως ότι η ζωή βρίσκεται εξίσου στα μεγάλα γεγονότα αλλά και στις μικρές συνηθισμένες στιγμές της μέρας μας. Ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα το τελευταίο βιβλίο, όπου η Λε Γκεν ολοκληρώνει όλες τις εκκρεμότητες, εξηγεί τις απορίες και κλείνει με μια σημαντική αλλαγή, που όπως και στον Άρχοντα των Δακτυλιδιών, μας αφήνει με μια αίσθηση απώλειας αλλά και αισιοδοξίας. Δημήτρη, και πάλι σ'ευχαριστώ!
  25. 7 points
    Μέσα απ' το Γυαλί και άλλες ιστορίες από ημιτελείς Στροφές Συγγραφέας Ευθυμία Δεσποτάκη Εκδόσεις mamaya, Σειρά Άρπη Είκοσι τρεις ιστορίες φαντασίας. Τρεις πρόλογοι. Έξι εισαγωγές. Έξι χάρτες. Ένα επίμετρο. Εφτά Στροφές. Ψηφίδες μιας μεγάλης εικόνας, εικόνας συμπαντικής, που χτίζει μια συγγραφέας στο μυαλό της. Κάποιες φορές, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα μέρος της εικόνας, πλήρες και κατανοητό. ʼλλες φορές, έχει μόνο μικρά κομμάτια, αποσπάσματα και σπαράγματα, λαμπρά κοσμημένα με χρυσό και λάπις λάζουλι. Στο τέλος, είτε δεις το σύνολο και το κατανοήσεις είτε μείνεις στα επιμέρους θαύματά του, ένα θα είναι το σίγουρο, το σαφές συμπέρασμα: Οι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν αυτό που θα τους χαρίσει γαλήνη. Κάποιες φορές το βρίσκουν. Κάποιες άλλες όχι. Κι ούτε το ένα ούτε το άλλο τούς εμποδίζει να ζουν. *** Αυτό το βιβλίο ήθελα να το διαβάσω από τότε που γνώρισα την Ευθυμία, δηλαδή, περίπου δέκα χρόνια τώρα. Που τη γνώρισα και ως συγγραφέα, μέσα από το sff, αλλά και ως άνθρωπο. Η παλιά έκδοση είχε εξαντληθεί, όμως. Ευτυχώς, η Ευθυμία αποφάσισε να το ξαναβγάλει στον κόσμο, ανανεωμένο, εμπλουτισμένο, μεγαλωμένο, πιο έμπειρο. Το διάβασα τον κατάλληλο μήνα για τέτοιου είδους βιβλία: Αύγουστο (και της Κιάρας τις Λουάνες Αύγουστο τις είχα διαβάσει). Επειδή κυκλοφορεί πολύ η έκφραση "για ελληνικό ήταν πολύ καλό" και άλλες, παρεμφερείς, θέλω να τονίσω ότι, όπως θα ξέρετε οι περισσότεροι, συνήθως είμαι πιο απαιτητική με τους δικούς μας, τους σφφίτες, από ό,τι με οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα. Έτσι, πιστέψτε με όταν λέω πως, όσο διάβαζα αυτό το βιβλίο, μου ερχόταν στο μυαλό ο τεράστιος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Καμία σχέση το στυλ, αλλά... δεν μπορώ να το εξηγήσω: έχει να κάνει με την αίσθηση που μου άφησε το Γυαλί. Το βιβλίο όσο προχωρούσε ανέβαινε, βάθαινε, απλωνόταν. Πόσο ταξίδεψα μέσα στον χρόνο, στον κόσμο, (σε κόσμους), στη φαντασία, με αυτά τα διηγήματα! Πόσα χρώματα και πετράδια γυαλιστερά είδα, πόσες γεύσεις πικάντικες και πικρές δοκίμασα, πόσα αρώματα γαργάλησαν τη μύτη μου (αυτό το βιβλίο ευωδιάζει θάλασσα, αχινούς, παστρικές κουζίνες, ερωτικές αγκαλιές και λαιμούς για φίλημα, ευωδιάζει σεντόνι απλωμένο στην ανοιξιάτικη λιακάδα), πόσα σκοτάδια εξερεύνησα και τι πόνους άφησα να μου μαλακώσουν την καρδιά; Ένα από τα σπάνια βιβλία, από αυτά που μας κάνουν, αν όχι καλύτερους, τότε σίγουρα πιο αληθινούς ανθρώπους.
This leaderboard is set to Athens/GMT+03:00
  • Newsletter

    Want to keep up to date with all our latest news and information? (STRONGLY RECOMMENDED)

    Sign Up
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..