Jump to content

Ξασμαράκ


Mesmer
Message added by Mesmer

Νικήτρια ιστορία στον 21ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας.

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

1.

 

«Μητέρα, πες μου ξανά για τότε, για τον κόκκινο δράκο.»

Η καρδιά της βασίλισσας σφίχτηκε, ανήσυχη κυρίως μην προδοθεί η αναστάτωση της. Ήταν τόσο αφοπλιστικό εκείνο το βλέμμα του γιου της. Βίωναν μια δύσκολη εποχή, και τα αναθεματισμένα βούκινα έξω από τα τείχη δεν έλεγαν να σιγήσουν. Κατάφερε ένα χαμόγελο. Αναμόχλευσε τα λόγια με τα οποία είχε συνηθίσει να αφηγείται την ιστορία και την είπε όπως του άρεσε να την ακούει.

 

«Πριν πολλά χρόνια, ένας κακός μάγος βάλθηκε να βλάψει το βασίλειο του Βελποδίκιου, του πατέρα μου. Ξύπνησε γι αυτόν τον σκοπό τον Ξασμαράκ, τον τελευταίο των ιπτάμενων φολιδωτών. Ο Ξασμαράκ ήταν τεράστιος, και με τα φτερά του ανοιγμένα ήταν μεγαλύτερος από τον Βράχο του Μαχρέν, κατακόκκινος, γεμάτος αστραφτερά λέπια, κατάμαυρα, ψυχρά μάτια και μια πύρινη ανάσα που έλιωνε και την πιο σκληρή πέτρα. Αφού έσπειρε την καταστροφή στην ύπαιθρο του βασιλείου, επιτέθηκε στο κάστρο του Βελποδίκιου και έκλεψε την νεαρή πριγκίπισσα Σβιέτια. Την κρατούσε λοιπόν αιχμάλωτη στους πρόποδες του Μαχρέν, σε μια σκοτεινή και φριχτή σπηλιά, και εκεί περίμενε τους στρατούς που έστελνε ο βασιλιάς για να ελευθερώσει την κόρη του. Αλυσοδεμένη, η πριγκίπισσα άκουγε μέσα από την σπηλιά τις κραυγές των πολεμιστών και τον βρυχηθμό του κτήνους. Σύντομα γέμισε ο τόπος από καμένα κουφάρια δύστυχων στρατιωτών, ενώ η άμοιρη πριγκίπισσα έκλαιγε χάνοντας κάθε ελπίδα. Έστειλε πολλούς γενναίους και ικανούς ιππότες ο Βελποδίκιος να νικήσουν τον Ξασμαράκ, κανείς δεν τα κατάφερε. Στο τέλος, ο ίδιος ο βασιλιάς φόρεσε την αρματωσιά του και ήρθε να αντιμετωπίσει την μοίρα του. Παρά την ηλικία του, πολέμησε καλά ο καημένος, το τέλος του όμως ήταν το ίδιο σπαρακτικό με όσων τον προηγήθηκαν. Όταν έμαθε και τον χαμό του πατέρα της, η πριγκίπισσα έπεσε στα νύχια του δράκου και τον παρακάλεσε να τη σκοτώσει. Ο Ξασμαράκ απάντησε ότι θα σκεφτόταν την προσφορά της, και την άφησε να κλαίει μόνη στο σκοτάδι.

 

Κάποια στιγμή, η πριγκίπισσα ξύπνησε από έναν τρομερό σεισμό. Άκουγε τις κραυγές του δράκου απ’έξω και δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Ήταν θαρρείς και η σπηλιά θα γκρεμιζόταν στο κεφάλι της. Όταν έπεσε επιτέλους σιγή, και η σπηλιά είχε γεμίσει με τα χνώτα του Ξασμαράκ, ένας όμορφος ιππότης, με λαμπερή πανοπλία έκανε την εμφάνιση του στην είσοδο του βράχου. Η πριγκίπισσα έμεινε έκπληκτη καθώς ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έβλεπε μετά από δύο χρόνια αιχμαλωσίας.

“Μη φοβάσαι πριγκίπισσα Σβιέτια” της είπε, “Είσαι ελεύθερη.”

Κι εκείνη, που είχε χάσει κάθε ελπίδα, από την εξάντληση και την ευτυχία, έχασε τις αισθήσεις της στην αγκαλιά του. Και όταν άνοιξε πάλι τα μάτια της, βρήκε τον εαυτό της σε αυτό εδώ το παλάτι, βασίλισσα σε ένα νέο βασίλειο.

 

Ο ιππότης Μαρσάν είχε ακούσει για την αιχμάλωτη πριγκίπισσα του Μαχρέν, πριν όμως ξεκινήσει να αντιμετωπίσει τον δράκο, πήγε να βρει τον μάγο που τον όριζε. Τον νίκησε και τον ανάγκασε να του φτιάξει ένα δυνατό ξόρκι που θα κατέστρεφε τον Ξασμαράκ. Ο μάγος έδωσε στον Μαρσάν μια πανοπλία, ένα ξίφος και μια ασπίδα τα οποία περιείχαν αυτή τη δύναμη. Χάρη σε αυτά άντεξε την καυτή ανάσα του δράκου πριν τον καρφώσει στην καρδιά με το μαγεμένο σπαθί. Εκεί στον Βράχο άνοιξε η γη και κατάπιε τον θανάσιμα χτυπημένο Ξασμαράκ, που χάθηκε για πάντα στο βάραθρο που σήμερα είναι γνωστό ως το Βάραθρο του Μαχρέν. Και καθώς η πριγκίπισσα ανάρρωνε ακόμα από την αιχμαλωσία της, στο ίδιο παλάτι που ανήκε κάποτε στον κακό μάγο, ο ιππότης γονάτισε ταπεινά μπροστά της και τη ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Κι εκείνη φυσικά δέχτηκε αμέσως.»

«Ο μάγος όμως τον είχε ξεγελάσει τον ιππότη, έτσι δεν είναι;»

 

Ζάρωσε το μέτωπο της Σβιέτιας και χάιδεψε το κεφαλάκι του αγοριού. Τα βούκινα έξω από τα τείχη συνέχιζαν να ηχούν. Το αγόρι καταλάβαινε περισσότερα, κι αυτά που δεν μπορούσε να καταλάβει, τα διαισθανόταν. Σε αυτό το βασίλειο χτυπούσαν τρεις καρδιές, και οι τρεις βαθιά ραγισμένες.

«Ναι παιδί μου. Τον είχε ξεγελάσει.»

 

2.

 

Σε μια αψιδωτή εσοχή του τοίχου, στην περίλαμπρη κεντρική σάλα του παλατιού, ήταν αναρτημένα σε κοινή θέα η πανοπλία και τα όπλα του Βασιλιά Μαρσάν. Επίκεντρο θαυμασμού στους χορούς και τις μεγάλες γιορτές, τις συνηθισμένες μέρες του χρόνου, ο οποιοσδήποτε περαστικός ταξιδιώτης μπορούσε να μπει ελεύθερα στη μεγάλη σάλα για να δει από κοντά την μαγεμένη εξάρτηση που είχε νικήσει τον τελευταίο των δράκων. Εκεί συναντούσαν και τον μικρό πρίγκιπα Βελπίνο, που καθόταν συχνά και τα θαύμαζε, με το βλέμμα του μαγεμένο, αιχμάλωτο πάνω στο κοκκινωπό μέταλλο με τις περίεργες πύρινες ανταύγειες. Το αγόρι φανταζόταν τη μέρα που θα μεγάλωνε και θα φορούσε εκείνος αυτή την αρματωσιά, ξεκινώντας για τις δικές του περιπέτειες, για να βρει κανέναν νέο δράκο ή να απελευθερώσει μια άλλη, δική του δεσποσύνη. Δεν είχε πει σε κανέναν γι αυτά του τα όνειρα. Φοβόταν ότι δεν θα χαιρόντουσαν οι δικοί του αν τα μάθαιναν. Από τότε που μπορούσε να θυμηθεί, η μητέρα του υπέφερε από εφιάλτες τις νύχτες. Δεν του το έλεγαν, ήξερε όμως ότι εκείνη ονειρευόταν πως ήταν ακόμα αιχμάλωτη του δράκου. Και από τότε που μπορούσε να θυμηθεί, δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα του με πανοπλία ή ξίφος στο χέρι. Ήταν ένας καλός άνθρωπος, ήπιος στον χαρακτήρα αν και μελαγχολικός, ντυμένος πάντοτε με πολύχρωμα ταφτάνια. Συνήθως τον έβρισκε κανείς στους κρεμαστούς κήπους, να φροντίζει τα λουλούδια του και να ταΐζει τα παγώνια του.

 

Τα βούκινα έξω από τα τείχη συνέχιζαν να σαλπίζουν. Το αγόρι είχε σταματήσει να κάνει παρέα με τους φίλους του. Δεν του έλεγαν τίποτα, το ένιωθε όμως στο βλέμμα τους. Οι στρατιώτες και οι αυλικοί τού υποκλίνονταν, χωρίς να τον κοιτούν στα μάτια, ήξερε όμως τι σκεφτόντουσαν. Η ίδια αγανάκτηση έκαιγε στα δικά του σωθικά. Σταματούσε στις επάλξεις και κοιτούσε κάτω, προς τη μεγάλη σκηνή του Μαρβόλιο. Τα λάβαρα του πολέμαρχου ανέμιζαν προκλητικά και τα βούκινα του ξεσήκωναν το σύμπαν επαίσχυντα. Ήταν δικαίωμα του, ήταν νόμος του τόπου. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια, ιππότες, πολεμιστές, πρίγκιπες και λοιποί τυχάρπαστοι με ένα ξίφος στο θηκάρι τους, εμφανίζονταν έξω από τα τείχη προκαλώντας σε μονομαχία τον νικητή του Ξασμαράκ, διεκδικώντας σαν έπαθλο την βασίλισσα. Ο Μαρσάν ήταν βασιλιάς όχι από καταγωγή αλλά λόγω γάμου. Αρνιόταν να χτυπηθεί μαζί τους και τους έδιωχνε. Κι εκείνοι μετά από λίγο έχαναν το ενδιαφέρον τους και αποχωρούσαν. Ο Μαρβόλιο όμως δεν ήταν σαν όλους τους άλλους. Κατείχε περγαμηνές που ανέγραφαν τα θαυμαστά του κατορθώματα. Ήταν ξακουστός και άρα υπερήφανος, φαντασμένος, πεισματάρης και προκλητικός. Ο Μαρσάν αρνήθηκε να τον δει, έστειλε αγγελιοφόρους να του ζητήσουν να φύγει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στο τέλος ο βασιλιάς επέλεξε να τον αγνοεί. Κόντευε να κλείσει ένας χρόνος στην προκλητική αυτή, άτυπη πολιορκία. Ο Μαρβόλιο σταμάτησε να στέλνει διαγγέλματα. Κάρφωσε την πρόκληση του στην πλατεία της πόλης και ηχούσε καθημερινά τα βούκινα του για να υπενθυμίζει την παρουσία του. Ο διεκδικητής είχε θαυμαστές στα πλήθη. Και ο Βελπίνος ακόμα είχε μεγαλώσει διαβάζοντας για εκείνον. Τον θεωρούσε από μικρός ήρωα του. Του ήταν αδύνατο να δει στο πρόσωπο του πατέρα του τον πολεμιστή που απελευθέρωσε κάποτε την μητέρα του. Και ο κόσμος περίμενε τον βασιλιά να δώσει ένα τέλος σε αυτή τη ντροπή. Ήταν το πιο κοινό θέμα συζήτησης στις αγορές και τα καπηλειά.

«Αν μπορούσα, θα φορούσα εγώ την πορφυρή αρματωσιά και τότε θα βλέπαμε» σκεφτόταν το αγόρι και η καρδιά του ράγιζε να βλέπει τον πατέρα του σκυμμένο στα λουλούδια του.

 

3.

 

Κάθε βράδυ, αιχμάλωτοι βουβής ιεροτελεστίας, συνειδητά και ασυνείδητα, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, τα σώματα του βασιλιά και της βασίλισσας ακολουθούσαν την ίδια χορογραφία στο κρεβάτι. Ο Μαρσάν δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Με τα χέρια του γροθιές πάνω στο στήθος, το βλέμμα του καρφωμένο στα σκαλίσματα της οροφής, έβλεπε φαντάσματα από το παρελθόν να του γνέφουν και να του ψιθυρίζουν φοβερά πράγματα. Δίπλα του, η Σβιέτια στριφογυρνούσε, κλοτσούσε και τίναζε τα χέρια της παλεύοντας τον Ξασμαράκ, αιχμάλωτη ακόμα στη σπηλιά του δράκου. Ράγιζε η καρδιά του να την βλέπει έτσι, νιώθοντας υπεύθυνος της κατάστασης που τους ταλαιπωρούσε τον τελευταίο καιρό. Την άκουγε να βογκάει και να ψελλίζει ασυναρτησίες, είχε μάθει όμως με τα χρόνια, και ήξερε ακριβώς σε πιο στάδιο του εφιάλτη βρισκόταν. Κινούνταν μακριά της για να αποφεύγει τα χτυπήματα της, και στην τελική κραυγή, εκείνη που την αφύπνιζε μέσα σε έναν καταρράκτη δακρύων, ήταν εκεί για να την αγκαλιάσει, να την κρατήσει σφιχτά πάνω του. Της ψιθύριζε στο αφτί καθησυχαστικά γλυκόλογα και της φιλούσε γεμάτος στοργή το ιδρωμένο της μέτωπο.

«Τέλειωσε τώρα, είσαι ελεύθερη» της έλεγε.

«Μαρσάν, Μαρσάν αγάπα με» του έλεγε ξέπνοα.

«Σ’αγαπώ, πάντα θα σε αγαπώ» της ορκιζόταν.

 

Τα πρωινά έφταναν γλυκά στο δωμάτιο τους, με το φως του ήλιου να τους βρίσκει ακόμα αγκαλιασμένους, με τους εφιάλτες φευγάτους και με τις μνήμες ερωτικών περιπτύξεων φρέσκων στο μνημονικό τους. Πρώτη ξυπνούσε εκείνη, έμενε ξαπλωμένη δίπλα του και τον παρατηρούσε, γεμάτη τρυφερότητα για εκείνον. Κοιμόταν πάντοτε συνοφρυωμένος, και όποτε τον ρωτούσε, της απαντούσε ότι δεν θυμόταν τα όνειρα του. Κοίταζε εκείνο το ανήσυχο μέτωπο και αναρωτιόταν τι έβλεπε στον ύπνο του ο άντρας της. Ένα μικρό τσίμπημα τότε της υπενθύμιζε τους δικούς της εφιάλτες. Ριγούσε και προτιμούσε να τους ξεχάσει, αλλά μετά κατακλυζόταν από τσουχτερές ενοχές και αγκάλιαζε τον κοιμισμένο της σύζυγο αποζητώντας να τις ξορκίσει. Άσκοπο. Άκουγε το σούρσιμο του δράκου, μύριζε την μπόχα της ανάσας του, ένιωθε τα μαύρα του νύχια να πιέζουν την πλάτη της. Τιναζόταν σκιαγμένη και ένιωθε τον Μαρσάν να ξυπνάει.

«Εφιάλτες;» τη ρωτούσε.

«Όχι» του απαντούσε ψέματα.

Και τότε ξεκινούσαν να ηχούν τα βούκινα του Μαρβόλιο, καταστρέφοντας την πρωινή τους γαλήνη.

 

4.

 

Δεν είχε το δικαίωμα της ευτυχίας του. Αυτή η σκέψη τον στοίχειωνε από τη μέρα που η Σβιέτια δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Όλη της η αγάπη δεν μπορούσε να ξορκίσει την κατάρα που τον βάραινε. Είχε ζήσει ένα όνειρο, και τώρα τα βούκινα του Μαρβόλιο είχαν έρθει για να τον ξυπνήσουν άσπλαχνα. Το τέλος ήταν κοντά.

 

Είχε διατάξει να του φέρουν ένα ξίφος. Ακολουθώντας τις οδηγίες, ο υπηρέτης το είχε καρφώσει στο χορτάρι και είχε αποχωρήσει. Ο Μαρσάν ήταν μόνος, καθισμένος στη μικρή μαρμάρινη στήλη, με τα δάχτυλα του πλεγμένα ανάμεσα από τα γόνατα, και κοιτούσε ανέλπιδα την περίτεχνη λαβή. Πόσες φορές δεν την είχε περάσει αυτή τη διαδικασία; Έλπιζε πάντα στην απελπισία να του χαρίσει δύναμη, και η απελπισία του δυνάμωνε ολοένα, μεγάλωνε με το κάθε σάλπισμα που ξέσπαγε έξω από τα τείχη.

«Δεν μπορείς να ξεφύγεις από την πέτσα σου» είχε καγχάσει ο μάγος φτύνοντας αίμα.

Του είχε κόψει το κεφάλι οργισμένος, αλλά ο κακούργος είχε πει την αλήθεια. Το ξόρκι ήταν ψευδαίσθηση της μιας μέρας. Είχε βρει τον τρόπο να ξεγελάει την μοίρα του για δεκατρία χρόνια. Πόσο ακόμα;

 

Σηκώθηκε, πλησίασε το ξίφος και το άρπαξε από την λαβή του. Δεν πρόλαβε καν να το τραβήξει από το χώμα. Τσίριξε η πέτσα του και καπνοί αναδύθηκαν στην χούφτα του. Με ένα μικρό επιφώνημα τράβηξε το χέρι του, αφήνοντας κομμάτια από δέρμα να τσιτσιρίζουν πάνω στην λαβή. Ο μάγος είχε υφάνει δυνατό ξόρκι.

«Αυτή η πανοπλία, η ασπίδα, και το ξίφος που σου δίνω, είναι το μόνο αληθινό δέρμα σου» είχε πει ο μάγος. «Δεν υπάρχει άλλο για σένα. Θα σε εξυπηρετήσουν για μια μέρα μόνο, και μετά θα γίνουν για πάντα το σάβανο σου. Γιατί αυτή είναι η φύση των πραγμάτων και αυτό που ζητάς είναι αφύσικο.»

Ο Μαρσάν όμως πείσμωσε και παρέκαμψε τη μαγεία βγάζοντας την πορφυρή αρματωσιά, αρνούμενος να την ξαναφορέσει. Ο σατανικός όμως γητευτής είχε προνοήσει. Ο Μαρσάν δεν μπορούσε να φορέσει ή να αγγίξει άλλο όπλο. Μέχρι και τα μαχαιροπήρουνα που χρησιμοποιούσε για να τρώει ήταν ξύλινα. Κανένας άλλος μάγος, από αυτούς που είχαν απομείνει στα παλιά βασίλεια, δεν κατάφερε να βρει αντίδοτο για την κατάρα.

 

Κοιτάχτηκε στην μικρή λιμνούλα του κήπου. Κάτω από τα πολύχρωμα του ταφτάνια είχε μαλακώσει, το άλλοτε ηρωικό του ανάστημα πλαδαρό πλέον, και κινδύνευε τώρα να χάσει τιμή, βασίλειο και την αγαπημένη του Σβιέτια. Φοβόταν ότι είχε ξεπέσει ανεπανόρθωτα και στα μάτια του γιου του. Η μόνη του διέξοδος ήταν η πορφυρή πανοπλία, που ήταν ταυτόχρονα και ο χαμός του.

 

Άκουσε ένα σούρσιμο πίσω του και γύρισε να αντικρίσει την βασίλισσα. Εκείνη είδε αμέσως το πληγιασμένο του χέρι και τον πλησίασε ανήσυχη. Πήρε το χέρι του στα δικά της και πρόσεξε το ξίφος στο χορτάρι.

«Άσε με να στο φροντίσω. Γιατί τιμωρείς έτσι τον εαυτό σου;»

Σαν απάντηση ακούστηκαν ξανά τα βούκινα του Μαρβόλιο.

«Γιατί ίσως δεν άξιζα ποτέ να είμαι ο βασιλιάς σου. Είμαι ένας τσαρλατάνος που του αξίζει να σε χάσει…»

«Θέλεις να με χάσεις;»

«Ποτέ. Σ’αγαπώ» της είπε, «αλλά δεν γίνεται αλλιώς» σκέφτηκε.

«Δεν θα με χάσεις. Πιστεύεις ότι θα γυρνούσα έτσι την πλάτη μου στον άνθρωπο που με απελευθέρωσε από το τέρας;!»

Δεν άντεχε να την κοιτάξει στα μάτια. Τρεμούλιασε η φωνή του.

«Θα ήθελα να είμαι τόσα πολλά περισσότερα για σένα…»

«Μα είσαι. Είσαι ο άντρας μου. Είσαι ο πατέρας του γιου μας.»

Ήταν ανήμπορος να απαντήσει στο σχόλιο της. Άκουγε τον φόβο στη φωνή της και ήθελε να την αγκαλιάσει τυραννισμένος από ενοχές. Τον αγκάλιασε εκείνη.

«Ο Μαρβόλιο είναι ένας ξιπασμένος, και όσο επιμένει, τόσο ξεπέφτει στο βλέμμα μου» του είπε.

«Αυτό μόνο με νοιάζει» της είπε, λέγοντας ψέματα.

 

Τους διέκοψε μια οχλοβοή απ’έξω που εισέβαλε βίαια στον μικρό κήπο. Ήταν ο αξιωματικός της φρουράς και δύο αυλικοί επί των τιμών.

«Μεγαλειότατε! Μεγαλειοτάτη!» αναφώνησαν οι αυλικοί υποκλινόμενοι.

«Βασιλιά μου, πρέπει να έρθεις στις επάλξεις!» φώναξε ο αξιωματικός.

 

5.

 

Στρατιώτες είχαν γεμίσει τις πολεμίστρες, ενώ ο λαός είχε συγκεντρωθεί έξω από τα τείχη, μπροστά στην σκηνή του Μαρβόλιο. Πάνω σε έναν όρθιο πάσαλο, περιτριγυρισμένο από τους πάνοπλους άντρες του πολέμαρχου, ήταν δεμένος ο πρίγκιπας Βελπίνος. Η Σβιέτια άφησε μια κραυγή όταν είδε την τύχη του παιδιού της.

«Διατάξτε μας βασιλιά μου» γρύλισε ο αξιωματικός μέσα από τα σφιγμένα του δόντια, «Ορκίζομαι να σας φέρω το κεφάλι του αχρείου στα πόδια σας!»

 

Ο Μαρβόλιο ήταν πολύ μακριά για να τους ακούσει, ήξερε όμως τι μπορεί να έλεγαν σε βάρος του. Ανεβασμένος στο ξύλινο βάθρο απέναντι από τα τείχη, εκεί που συνήθως έτρωγε τα γεύματα του τον τελευταίο χρόνο, είδε την άφιξη του βασιλιά και βροντοφώναξε προς τις επάλξεις.

«Μην διανοηθείς να στείλεις τον στρατό σου εναντίον μου Μαρσάν! Θα κόψουμε τον λαιμό του διαδόχου πριν βγει ο δεύτερος στρατιώτης από την πύλη!»

«Και τι θα κερδίσεις με τέτοια αισχρή πράξη;!» αντιφώναξε ο βασιλιάς. «Τιμημένο θάνατο για τον εαυτό σου; Και μόνο η απαγωγή του πρίγκιπα μαυρίζει ήδη το όνομα σου!»

«Το δικό μου και το δικό σου ισάξια. Εσύ ντροπιάζεις γραπτούς και άγραφους νόμους του τόπου μας. Η αναμονή τελειώνει σήμερα. Εδώ σε περιμένω να χτυπηθούμε. Αν με νικήσεις και επιβιώσω, δέχομαι να κριθώ για την ανομία μου. Αν όμως κερδίσω, τότε, σαν βασιλιάς, δεν έχω να ανησυχώ και τόσο. Η επόμενη κίνηση είναι δική σου.»

Ο Μαρβόλιο κατέβηκε από το βάθρο του και χάθηκε μέσα στη σκηνή του. Η Σβιέτια μπορούσε να διακρίνει τα μάγουλα του γιου της που γυάλιζαν από τα δάκρυα. Ένας από τους σκληροτράχηλους άντρες του διεκδικητή κρατούσε την κόψη ενός μαχαιριού στον λαιμό του Βελπίνου. Ο Μαρσάν κοίταξε την γυναίκα του και είδε την απελπισία στο βλέμμα της. Ο γιος του περίμενε τον πατέρα του να τον σώσει. Όλο του το βασίλειο περίμενε από εκείνον το ίδιο.

 

6.

 

Ο βασιλιάς ζήτησε να αδειάσει η κεντρική σάλα του παλατιού. Έμεινε μόνος με την γυναίκα του. Πλησίασε την αψίδα με την πορφυρή αρματωσιά.

«Μόνο με αυτά μπορώ να τον αντιμετωπίσω» είπε.

Τόσα χρόνια στο παλάτι τα προσπερνούσε ανήσυχος, αρνούμενος να τα κοιτάξει. Δεν άντεχε όλα όσα του θύμιζαν. Επώδυνα όσα έχασε, επώδυνα και όσα κέρδισε. Τώρα, αναμοχλεύοντας τις αποφάσεις του ήταν σαν να αντίκριζε έναν ξεχασμένο, παλιό φίλο. Δίπλα του η Σβιέτια, καταρρακωμένη, ανέμενε.

«Είναι ο γιος μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος» είπε φωναχτά, απευθυνόμενος κυρίως στον εαυτό του.

Η Σβιέτια ήρθε και τον αγκάλιασε από πίσω.

«Θα προλάβεις να χτυπηθείς μαζί του; Πως πιάνει η κατάρα;» τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.

Ο βασιλιάς χαμογέλασε πικρά.

«Μην ανησυχείς. Ο Μαρβόλιο θα πάρει αυτό που του αξίζει. Όταν τελειώσω μαζί του, κανείς ποτέ ξανά δεν θα απλώσει χέρι στους δικούς μου. Το δικό μου τέλος … είναι ο τερματισμός της ευτυχίας μου. Ας μην είμαι όμως εγωιστής αγάπη μου. Ήταν δεκατρία καλά χρόνια.»

Γύρισε και την κοίταξε.

«Είναι ένας συμβολικός θάνατος» είπε, «Ο θάνατος ενός ιππότη που δεν υπήρξε ποτέ.»

Σκούπισε τα δάκρυα της και τον κοίταξε απορημένη.

«Τι εννοείς;» ρώτησε.

«Όχι άλλα μυστικά» συμπλήρωσε, με το βλέμμα του αλλαγμένο. «Τίνος γιος είναι ο Βελπίνος;»

 

Σχεδόν της ξέφυγε μια κραυγή. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει. Προσπαθούσε να πει κάτι, οτιδήποτε, και δεν της έβγαινε τίποτα. Στα αφτιά της αντήχησε ο βρυχηθμός του κόκκινου δράκου, ένιωσε τα τεράστια του, μαύρα νύχια στην πλάτη της, τα σκληρά του λέπια να την ισοπεδώνουν, και ο τρομερός βιασμός που της έκαψε τα σωθικά και τον νου. Κανείς δεν το έχει καταγράψει πουθενά, πιθανό να μην το γνωρίζουν ως εφικτό. Πολλές γυναίκες, αιχμάλωτες δράκων, δεν επιβίωσαν να το εξιστορήσουν, και όσες γλίτωσαν μάλλον κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Η Βασίλισσα Σβιέτια το είχε ζήσει και ήξερε από την μέρα που κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Ο Βελπίνος ήταν παιδί του Ξασμαράκ. Άφησε τα δάκρυα της ελεύθερα.

«Είναι ο γιος σου. Πίστεψε με» είπε στον άντρα της ξέπνοα.

«Πιστεύεις ότι θα τον παρατούσα στην μοίρα του αν δεν ήταν;» τη ρώτησε.

Παραδομένη σε λυγμούς αδυνατούσε να απαντήσει.

 

7.

 

Ο βασιλιάς πέρασε πάνω από το κιγκλίδωμα και πλησίασε την πανοπλία του. Κοίταξε άλλη μια φορά την γυναίκα του.

«Σε αγαπώ. Αυτό θέλω να το ξέρεις. Θέλω να πιστέψεις στην αγάπη μου, όσο ασυγχώρητη και να είναι αυτή. Σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, αν και αδυνατούσα να την ελευθερώσω από αυτά τα δεσμά» είπε δείχνοντας την αρματωσιά. «Αλλά τελικά, κανείς δεν γλιτώνει από το πετσί του» πρόσθεσε πικραμένος.

 

Η Σβιέτα δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει τα λόγια του. Χωρίς να πει κάτι άλλο, ο Μαρσάν άρπαξε το ερυθρό ξίφος από την λαβή του. Μια λάμψη σαν φλόγα ξεπήδησε από τη λάμα και κάλυψε το μπράτσο του βασιλιά, μια κρούστα πηχτή, ίδια με πηγμένο αίμα. Ο Μαρσάν έκανε μια γκριμάτσα, ήταν όμως η Σβιέτια που ξεφώνισε τρομαγμένη. Το βλέμμα του άντρα ήταν μελαγχολικό, δεν έδειχνε να υποφέρει. Με το άλλο χέρι έπιασε την ασπίδα, η οποία επίσης άρχισε να ρέει και να καλύπτει όλο του το μπράτσο. Δεν ήταν αίμα. Ήταν λέπια. Η ίδια η πανοπλία άρχισε να αστράφτει σαν ήλιος σε αιμάτινη δύση, και εκεί που κάποτε στεκόταν ο βασιλιάς ενός λαού, τώρα μεγάλωνε ένας τεράστιος και τρομερός δράκος, ο τελευταίος των ιπτάμενων φολιδωτών, ο Ξασμαράκ. Βρυχήθηκε, γεμίζοντας τη σάλα με το χνώτο του. Οι τοίχοι έτριξαν και ράγισαν, έγιναν κομμάτια τα βιτρό, και έμοιαζε να γκρεμίζεται το παλάτι στα κεφάλια τους.

 

Η βασίλισσα κατέρρευσε καταγής, με χρυσοποίκιλτο κονίαμα να χιονίζει στη σάλα γύρω της. Δεν πίστευε στα μάτια της. Βρισκόταν ακόμα στο παλάτι της ή είχε ονειρευτεί τα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής της; Το τέρας άπλωσε τα φτερά του όσο του το επέτρεπαν η ανατολική και η δυτική πτέρυγα της μεγάλης σάλας. Ανασήκωσε τον μακρύ του λαιμό, και τα κέρατα του έξυσαν τον πανύψηλο, ανάγλυφο τρούλο. Μετά χαμήλωσε, με το καυτό του χνώτο να πυρακτώνει το μάρμαρο στο πάτωμα.

«Ο Βελπίνος είναι ο γιος μου και το ξέρω» της είπε με ένα βαθύ γρύλισμα.

«Εσύ…» ψέλλισε εκείνη, «Σκότωσες τον πατέρα μου, με βίασες…»

«Δεν έχω το δικαίωμα, σου ζητώ όμως να με συγχωρέσεις. Σε ερωτεύτηκα και στράφηκα κατά του αφέντη μου, του μάγου που με όριζε, και τον ανάγκασα να με αλλάξει σε άντρα, για χάρη σου. Μου είπε ότι μπορούσε να αφαιρέσει το κτήνος από μέσα μου και να το φυλακίσει σε αυτή την αρματωσιά για τη διάρκεια μιας μέρας και μόνο. Ξεγέλασα το ξόρκι αλλά το τίμημα υπήρξε βαρύ.»

«Ξεγέλασες εμένα…»

«Σε αγαπούσα…»

«Πάψε να το λες. Πως… πως μπορώ να σε συγχωρέσω;»

 

«Δεν έχει σημασία Βασίλισσα μου. Υπήρξα άνθρωπος χάρη στην αγάπη σου, κι αν αυτή η αγάπη πεθαίνει εδώ, σήμερα, δεν μπορούσε να έρθει σε πιο κατάλληλη στιγμή. Η απελευθέρωση του γιου μας θα είναι η τελευταία μου αντρική πράξη. Μετά θα φύγω μακριά, να ζήσω σαν δράκος, με όλους τους γενναίους του βασιλείου στο κατόπι μου. Φρόντισε το παιδί μας να μεγαλώσει σωστά, και αν θέλεις, πες του όλη την αλήθεια. Κι αν ποτέ με συγχωρέσεις, στείλ’τον να μου το μηνύσει.»

Ανασήκωσε το τεράστιο του στέρνο και τον άκουσε να εισπνέει αέρα. Ήξερε αμέσως τι θα επακολουθούσε. Έπεσε με το πρόσωπο στο πάτωμα και κάλυψε με τα χέρια το κεφάλι της. Με μια εκπνοή ο Ξασμαράκ τίναξε στον αέρα τον δυτικό τοίχο του παλατιού. Με δύο πηδήματα βρέθηκε στα ανοιχτά και τινάζοντας τα φολιδωτά φτερά του χάθηκε στον αέρα ξεσηκώνοντας κουρνιαχτό.

 

Η Σβιέτα έμεινε εκεί να κλαίει σπαρακτικά, γιατί αληθώς η αγάπη της ήταν νεκρή, ο βασιλιάς Μαρσάν δεν υπήρχε πια, δεν είχε υπάρξει ποτέ. Κι εκείνη ήταν ακόμα δέσμια στο φριχτό σκοτάδι. Αγνόησε τις κραυγές και τον χαλασμό που ακολούθησαν έξω από τα τείχη. Έμεινε εκεί μέχρι το απόγευμα που της έφεραν σώο τον πρίγκιπα Βελπίνο. Έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της, σαν την μοναδική αχτίδα ελπίδας που της είχε απομείνει. Ίσως το επόμενο πρωί θα ήξερε τι να του πει για τον πατέρα του.

 

Τέλος

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Μια φορά να 'βαζες αυτή τη φόρμα... μια φορά...

 

Παρακαλούμε χρησιμοποιείτε (προαιρετικά) την ακόλουθη φόρμα όταν γράφετε ιστορίες:

Όνομα Συγγραφέα:

Είδος: (πχ, ηρωική φαντασία, επιστημονική φαντασία, τρόμος, κτλ)

Βία; (Ναι/Όχι)

Σεξ; (Ναι/Όχι)

Αριθμός Λέξεων:

Αυτοτελής; (Ναι/Οχι.) (Αν όχι, ποιο μέρος είναι αυτό; 1ο; 2ο; 3ο; κοκ)

Σχόλια: (Ό,τι άλλο θέλετε να προσθέσετε)

Το προαιρετικά μας έφαγε.

Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Μια φορά να 'βαζες αυτή τη φόρμα... μια φορά...

Την απεχθάνομαι. Σοβαρά. Μου γ*** την παρουσίαση. Είναι τόσο... ακαδημαϊκό, square, μπλιάχ, καρτελάκι για τύπους με λευκές ποδιές...

 

Hurray για το προαιρετικό.

  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
wordsmith

Xρησιμεύει για να ξέρουμε πόσες λέξεις είναι και να (μην) το διαβάζουμε αν έχουμε χρόνο, κε Ντίνο μας... Θα συμφωνήσω με τον άλλο Ντίνο. Πόσες λέξεις είναι;

Link to post
Share on other sites

Η ιστορία μου φάνηκε σχετικά καλή. Καταρχάς, να ξεκαθαρίσω ότι τέτοια θεματολογία δεν είναι καθόλου του γούστου μου. Ωστόσο, και η γραφή ήταν κάπως λιτή και επίπεδη και δεν με απορρόφησε. Το λέω αυτό γιατί, για παράδειγμα, ούτε το θέμα της ιστορίας του Σόλονορ είναι του γούστου μου, αλλά πραγματικά η γραφή του με αιχμαλώτισε. Από εκεί και πέρα, είχε κάποια καλά στοιχεία, όπως το ρομάντζο(με την καλή έννοια), το συναίσθημα και η αγάπη που αναδεικνύονται, αλλά, όπως είπα, σαν κείμενο δεν με προσέλκυσε.

 

 

Τώρα, πρέπει να σου πω ότι την ταυτότητα του τύπου την είχα μυριστεί από την αρχή που εμφανίστηκε… Δυστυχώς, ήταν πολύ αναμενόμενο και προβλέψιμο( δεν νομίζω να το βρήκα εγώ μόνο). Ρόλο πρέπει να έπαιξε και ο τίτλος, αφού φωνάζει ότι ο πρωταγωνιστής είναι ο Ξασμαράκ!

 

 

Μερικές λεπτομέρειες, τέλος:

 

το ΄΄αληθώς΄΄ στο τέλος μου φαίνεται πολύ παράταιρο και δεν κολλάει με το υπόλοιπο πλαίσιο.

 

«Ζάρωσε το μέτωπο της Σβιέτιας και χάιδεψε το κεφαλάκι του αγοριού». Το μέτωπο χάιδεψε το κεφαλάκι;

 

Το Σβιέτα γιατί μου κάνει σε σέρβικο όνομα;J

 

Αυτά από εμένα. Καλή επιτυχία εύχομαι και συγχαρητήρια για την ιστορία σου.

Link to post
Share on other sites

Ωραία ιστορία. Αγωνία, μυστήριο, απαγορευμένοι έρωτες, μάγια και μάχες… ό,τι πρέπει να έχει μια καλή ιστορία ηρωικής Φαντασίας. Αν και γέρνει μακριά από τα είδη που προτιμώ, την ευχαριστήθηκα και την διάβασα με πολύ μεγάλη ευκολία. Με χάλασε λίγο ο

βιασμός από τον δράκο

(ίσως γιατί δεν μου κολλούσε και πολύ όταν προσπαθούσα να το φανταστώ), αλλά γιατί όχι, σε ιστορία Φάντασυ είμαστε :)

 

Το τέλος, που ανέφερες και ο ίδιος, το βρήκα αρκετά αρμόζον για την ιστορία σου, χωρίς να ξέρω τι άλλο είχες στο μυαλό σου.

Καλή επιτυχία στον διαγωνισμό!

 

 

Link to post
Share on other sites
Mindtwisted

 

Ξεκινάω με spoiler ναι για να θίξω ένα θέμα που μου φάνηκε περίεργο. Και ερωτώ, όταν ο δράκος μχουμ την πριγκίπισσα δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα; Μια ασυμφωνία μεγεθών βρε παιδάκι μου; Μου φαίνεται οτι η ιστορία μας δίνει μια ανατομική πληροφορία για τους δράκους που δεν έχει καταγραφεί αλλού, το σημειώνω λοιπόν και προχωρώ.

 

 

Πέρα απο την πλάκα, αυτή η ιστορία έχει απ' όλα, την ευχαριστήθηκα πάρα πολύ, με κράτησε απο την αρχή ως το τέλος. Βεβαια το θέμα δεν ήταν και εντελώς πρωτότυπο, αλλά στην περίπτωσή μας ποιος νοιάζεται.

 

Νομίζω με κάλυψα... Καλή επιτυχία!!!!

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Μέχρι ένα σημείο πήγαινε καλά. Οι ελπίδες μου φούντωναν, ότι θα διαβάσω μία από τις ιστορίες που τρελαίνομαι να διαβάζω. Αλλά όταν αποκαλύφθηκε το μυστικό, δεν ξέρω, μου έφερε μια αμηχανία. Δεν ξέρω τι να πω. Με αυτή την αμηχανία έμεινα και μετά το τέλος της ανάγνωσης. Ενώ θα μπορούσε να είναι μία φοβερή ιστορία, με την ίδια υπόθεση, το ίδιο μυστικό, νιώθω πως μου έπεσε στο κεφάλι σαν να γκρεμίστηκε μια οροφή επάνω μου. Δηλαδή, σαν να πρέπει να πιστέψω τώρα εγώ, ότι αυτή είναι η αλήθεια.

Δεν με παραμύθιασε η ιστορία σου, καταλαβαίνεις; Κάτι που τόσο θέλησα από αυτήν.

 

Λυπάμαι που δεν έχω τίποτα χρήσιμο να σου πω, αλλά δεν ξέρω τι φταίει, πραγματικά.

Link to post
Share on other sites

και εγώ ένιωσα κάτι παρόμοιο. Ξέρεις...περίμενα κάτι πιο καλό. Βέβαια δεν είναι το στηλ μου αυτού του είδους οι ιστορίες και σε προτημώ με τα χίλια στον τρόμο... Προς το τέλος ήταν καλήτερο με έκανε να αισθανθώ κάποια πράγματα. Είναι καλή από μια μεριά, αλλά όχι τόσο για να σε κρατήσει. Ούτε εγώ ξέρω τι ακριβώς να πω. Καλή επιτυχία!!!

Link to post
Share on other sites

Λυπάμαι... αλλά η κατάσταση πριγκήπισσα/δράκος/ιππότης, όσο αρχετυπική και να είναι, ποτέ δεν κατάφερε να με συγκινήσει. Ιδίως μετά το Σρεκ, έχω κλείσει.

 

Οπότε ξεκίνησα με ένα "ωχ..." ελπίζοντας στη μεγάλη ανατροπή, μα του κάκου.

Είσαι όμως ένας μεγάλος δεξιοτέχνης στο χειρισμό της γλώσσας, μπορείς να μεταδώσεις συναισθήματα ακόμα και στους απρόθυμους αποδέκτες. Αλλιώς θα ήταν πολύ πιο αδιάφορη για μένα.

 

Βέβαια, ο χαρακτήρας με τον οποίο καλούμαι να συμπάσχω είναι τρισαθλιωδέστατος και κατάπτυστος τύπος: δε φτάνει που τη βίασε την κοπέλα, την παραμύθιαζε κιόλας μετά επί δεκατρία συναπτά έτη, το τέρας!

 

 

Η όλη φάση με την πανοπλία ήταν πολύ καλή σύλληψη, πάντως.

Link to post
Share on other sites
wordsmith

Το κλασικό παραμύθι, με δράκο, πριγκήπισσα, μάγια, βασιλιάδες και όλα τα καλά, στο γνωστό απλό Χατζηγιώργειο ύφος! Δε μπορώ να πω ότι η πρωτοτυπία ήταν το δυνατό του σημείο, αλλά ούτε και ότι είχα μαντέψει το τέλος. Σίγουρα με έμπασες μέσα στην ατμόσφαιρα, αλλά στο τέλος σαν να μην ήξερες τι να κάνεις για να δώσεις μια λύση κατά το δυνατόν απρόβλεπτη - ένιωσα την απελπισία του συγγραφέα τύπου "πού το πάω αυτό τώρα;". Γενικά πάντως δεν πέφτει κάτω από κάποια στάνταρ.

Link to post
Share on other sites

Αυτό κι αν ήταν κρυμμένο μυστικό! Η απρόσμενη αποκάλυψη, το συναρπαστικό φινάλε, κορωνίδα στην υπέροχη ιστορία με τη φροντισμένη γραφή. Απίστευτη ιστορία! Μοναδική απορία: δε θα μπορούσε άραγε να χειριστεί σπαθί ή ξίφος ειδικά φτιαγμένο για εκείνον με ξύλινη λαβή; Πειράζω, φυσικά, το διήγημα ήταν υπέροχο! Συγχαρητήρια, DinoHajiyorgi!

 

 

Καλή επιτυχία στο διαγωνισμό!

Link to post
Share on other sites
white_unicorn

Προσωπικά, η ιστορία είναι η πλέον αγαπημένη μου στον διαγωνισμό.... ίσως γιατί τελικά είμαι πιο ρομαντική από όσο θέλω να πιστεύω.... (καιρός να το αλλάξω αυτό!)

 

Το τέλος δεν με χάλασε καθόλου.... ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν.... όσο για τα ανατομικά... φάντασυ είναι εδώ έχουμε τέτοια μεταμόρφωση και θα κολλήσουμε σε ένα μέγεθος?

 

:thmbup: και καλή επιτυχία από μένα

Link to post
Share on other sites
Αλχημιστής

 

Αλλά τελικά, κανείς δεν γλιτώνει από το πετσί του

 

 

Αυτη η προταση που μου φανηκε και ενα απο τα κυρια μηνυματα της ιστοριας ειναι βαθυστοχαστη και πολυ αληθινη!

 

Εδω εχουμε να κανουμε με ενα κλασσικο παραμυθι με πριγκιπες και ομορφες πριγκιπισσες, που ομως ξεφευγει απο αυτα τα ορια και διεισδυει στον εσωτερικο κοσμο των ηρωων δειχνοντας οτι οταν πεσει η αυλαια ολοι οι ανθρωποι δοκιμαζονται απο προβληματα και προσπαθουν να υπερπηδησουν εμποδια. και οπως πολυ ευστοχα λες το μεγαλυτερο εμποδιο πολλες φορες ειναι ο εαυτος μας!

 

Πολυ καλη ιστορια, συγχαρητηρια!

Link to post
Share on other sites

Άντε πάμε και δημοσίως:

Καταρχάς να σας δώσω έναν ορισμό: ταφτάνι--> καφτάνι από ταφτά (δεν τον βάζω σε σποιλερ ταγκ γιατί θα σας χρειαστεί :p)

Εμένα αυτό εδώ μου άρεσε πολύ.

 

Με στεναχώρησε κι όλας, όλη αυτή η ματαιότητα που νομίζεις πως βγάζει, η οποία όμως τελικά είναι επιφανειακή γιατί η ουσία είναι πως από αυτή την ένωση γενήθηκε ένα παιδί που θα αναλάβει τελικά το βασίλειο, όπως κι άλλαξε ένα αιώνιο πλάσμα και δε θα είναι πια ποτέ το ίδιο κακό. Κι αυτά σε κάνουν να αισθάνεσαι πως όταν θα αναλογιστεί η πριγκίπισσα γιατί τελικά πέρασε ότι πέρασε θα βρει το σκοπό και θα ξέρει γιατί η ίδια βασανίστηκε. Πολύ ωραίο κόνσεπτ, από αυτά που είναι ξεκάθαρα στο μυαλό μου χωρίς να τα λέει ευθαρσώς η ιστορία. Το λατρεύω όταν το πετυχαίνω.

Ακόμη, για μένα δεν ήταν προβλεπόμενο το μυστικό. Πίστευα πως είχε κάνει κάποια συμφωνία με το μάγο ο ιππότης, κάτι φρικτό το οποίο θα του συνέβαινε αν πολεμούσε ξανά. Δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά όχι αυτό. Και ταιριάξανε όλα τόσο στέρεα όταν έγινε αυτό που έγινε.

 

Από τα φαβορί και για μένα και ίσως η καλύτερη φάντασυ στιγμή σου.

Link to post
Share on other sites

Ένα καλογραμμένο κλασσικό διήγημα με δράκο, άριστα δοσμένο, με συναίσθημα, δίχως να γίνεται μελό. Με την περίπτωσή μου συνέβη το εξής: κατάλαβα την υπόθεση από το ξεκίνημα (

νομίζω πως πρέπει να κάνεις την ατάκα του παιδιού «για τον κόκκινο δράκο που σκότωσε ο μπαμπάς», εξάλλου έτσι θα το έλεγε ένα παιδί).

Δεν είναι κάτι δύσκολο για οποιονδήποτε έχει παίξει Rpg, οι μισοί είχαν τέτοιο χαρακτήρα (όπως εγώ), οι άλλοι μισοί είχαν συναντήσει.

 

Το ενδιαφέρον ήταν πως στη συνέχεια μ’ έκανες να αμφιβάλω μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης. Έτσι δεν χαλάστηκα καθόλου, αντίθετα το απόλαυσα και με το παραπάνω. Αν υπήρχε κάτι ακόμη που θα ήθελα, θα ήταν η εξιστόρηση της μαμάς να διέφερε ριζικά σε ύφος από το υπόλοιπο κείμενο. Κατά τ’ άλλα, οι διάλογοι καλοί ενώ το τέλος με κάλυψε. Συνολικά,

αν δούλευες λίγο ακόμη το ζήτημα της παραπλάνησης στο ξεκίνημα

και το παραμύθι της μαμάς, θα ήταν από τα πολύ καλά φάντασυ διηγήματα που έχω διαβάσει εδώ πέρα.

 

 

 

 

Link to post
Share on other sites
Zaratoth

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω την ιστορία είχα υψηλά τον πήχυ. Θεματικά ήταν κλισέ, αλλά αγαπάμε καλοδουλεμένα κλισέ.

 

Τα μηνύματα που θέλεις να περάσεις πολύ ωραία.

 

Ειδικά οι τύψεις του δράκου/βασιλιά.

 

 

Αλλά για κάποιο λόγο δεν δίνει το κάτι παραπάνω. Μπορεί να έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις από σένα, δεν ξέρω. Ήταν καλό κείμενο αλλά ως εκεί. Το κείμενο με τα μυγόδενδρα μου φάνηκε κορυφή και ας μην είναι του στυλ μου, ενώ αυτό που είναι του στυλ μου μου φάνηκε απλά "καλό".

 

Φιλικά πάντα.:friends:

 

Υ.Γ. Και εμένα το ανατομικό προβληματάκι με ξένισε πολύ.

 

Μου έφερε και στο μυαλό σκηνή από South Park που κάνουν έρωτα ένας ελέφαντας με μια γουρουνίτσα. xD

 

 

Αλλά τέλος καλό, όλα καλά.

Edited by Zaratoth
Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Δεν νομίζω ότι θα επηρεάσει την ψήφο κανενός αν σας εξηγήσω ότι το πέος του δράκου είναι αρκούντως σουβλερό και με την άκρη του μια χαρά γίνεται η δουλειά. Απλελευθέρωση στα στενά ήθη του fantasy επιτέλους. Καιρός να βρουν και οι δράκοι την θέση τους στο πάνθεον του Ερωτικού Ροζ Fantasy! Ως πότε τόσες και τόσες δεσποσύνες θα βάζουν-βγάζουν τους φολιδοτούς τους γκόμενους από την πίσω πόρτα;!

:badmagic:

  • Haha 1
Link to post
Share on other sites

Την ώρα που σου ανοίγει τα πόδια της, τυλίγει αδιάφορα μια τούφα μαλλιά στο δάχτυλό της, "Α, ο πρώην μου ήταν δράκος".

 

Νομίζω πως θα το σκεφτείς πολύ για να κατεβάσεις το εσώρουχο. Στο φολιδωτό τιτάνιο ξίφος, έχεις τα μούτρα να αντιτάσεις ένα εγχειρίδιο;

Edited by Sileon
Link to post
Share on other sites
Zaratoth

Δεν νομίζω ότι θα επηρεάσει την ψήφο κανενός αν σας εξηγήσω ότι το πέος του δράκου είναι αρκούντως σουβλερό και με την άκρη του μια χαρά γίνεται η δουλειά. Απλελευθέρωση στα στενά ήθη του fantasy επιτέλους. Καιρός να βρουν και οι δράκοι την θέση τους στο πάνθεον του Ερωτικού Ροζ Fantasy! Ως πότε τόσες και τόσες δεσποσύνες θα βάζουν-βγάζουν τους φολιδοτούς τους γκόμενους από την πίσω πόρτα;!

:badmagic:

 

 

Την ώρα που σου ανοίγει τα πόδια της, τυλίγει αδιάφορα μια τούφα μαλλιά στο δάχτυλό της, "Α, ο πρώην μου ήταν δράκος".

 

Νομίζω πως θα το σκεφτείς πολύ για να κατεβάσεις το εσώρουχο. Στο φολιδωτό τιτάνιο ξίφος, έχεις τα μούτρα να αντιτάσεις ένα εγχειρίδιο;

 

:rofl2:

Link to post
Share on other sites

Τσκ τσκ τσκ...Μα,κανείς σας δεν έχει δει hentai πια;!

 

Επίσης,κανείς δεν έχει καταλάβει το προφανές υπονοούμενο για την ηθική της κοπελιάς μας!devil2.gifdevil2.gifdevil2.gif

Edited by Stanley
Link to post
Share on other sites

Μωρέ εγώ το κατάλαβα το μυστικό της ιστορίας:

 

 

Ο καημός της δεσποσύνης να τον ξαναδει λεβέντη, δράκοντα, με τον "εξοπλισμό" του. Το δόλωμα ήταν το παιδί. Έτσι θα γινόταν πάλι το ερωτικό κτήνος. Μόνο που δεν υπολόγιζε πως, ενώ εκείνη είχε το κοκό στο μυαλό της, εκείνος θα έτρωγε το κεφάλι του για τον γιο τους, δίχως πρώτα να της χαρίσει μια βραδιά πάθους.

 

Υ.Γ. Καλά, αυτά τα "Πως να σε συγχωρέσω", "με βίασες" και "με ξεγέλασες", είναι μόνο για να τον κουρδίσουν. Αλλά.. τζίφος. Πολύ ιππότης μας βγήκε ο δράκος..

 

 

εδιτ: σπόιλερς..

Edited by Sileon
Link to post
Share on other sites

Ήταν καλογραμμένο και σε πήγαινε μέχρι τέλους χωρίς να το καταλάβεις. Είχε μια πολύ έξυπνη ιδέα, αλλά η διπλή ανατροπή με μπέρδεψε. Ίσως έπρεπε να βρεις έναν καλύτερο τρόπο για να τη δώσεις, πιθανός με μια πιο ενεργή συμμετοχή του γιού. Γενικά το κλίμα ήταν πετυχημένο και η ατμόσφαιρα μύριζε ανάσα δράκου. Το σκηνικό με τον Μαρβόλιο και τη συνεχή πρόκληση δεν μου άρεσε γιατί ήταν πολύ ταπεινωτικό και μου φάνηκε αναληθοφανές.

 

 

Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Εγώ να πω την αλήθεια δεν κατάλαβα

ότι ήταν ο δράκος. Νόμιζα ότι ήταν κάποιος καταραμένος. Δηλαδή το παιδί είναι μισό δράκος μισό άνθρωπος; Χμμ θέλω συνέχεια σε αυτό!

 

 

Δεν με έχεις συνηθίσει με τέτοιου είδους ιστορίες Ντίνο. Καλή η προσπάθεια. Ένα κλασσικό φάνταζυ που θυμίζει παραμύθι με τις αλληγορίες του. Θέλω κι άλλα τέτοια!

Edited by Διγέλαδος
Link to post
Share on other sites
  • Mesmer featured this topic

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..