Jump to content
Oberon

7ος Διαγωνισμός Flash Fiction Live!

Recommended Posts

dagoncult

Και το θέμα του 7ου Flash Fiction Live είναι...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Zaratoth

Και το θέμα του 7ου Flash Fiction Live είναι...

 

...σαδιστής. :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
niceguy0973

Άντε... άντε...:dazzled:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Zaratoth

είναι...

 

...μεγάλος σαδιστής. :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

Το Χαμόγελο

 

Καλό γράψιμο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest old#2065

O Lilian

 

Δεν έβλεπε τίποτα. Γύρω του ούτε μια αχτίδα από φώς. Πίσσα σκοτάδι.

Πονούσε σε όλο του το σώμα, οι πληγές του καλυμμένες με ξεραμένο αίμα και λάσπη.

Και ζέστη, ανυπόφορη ζέστη. Ζέστη πιό πηκτή και απο το σκοτάδι που τον κατάπινε.

Είχαν περάσει μερικές ώρες, από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια τους. Μια στιγμή για την οποία τον προειδοποιούσαν από τότε που ήταν παιδί. Μια στιγμή που φοβόταν όσο τίποτε άλλο.

 

Ο Lilian ζούσε στον πλανήτη Ianus και ήξερε από παιδί ότι ποτέ και με τίποτε δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια τους. Ο πλανήτης του έμοιαζε πολύ με τη Γη. Χλωρίδα, πανίδα, θάλασσες, βουνά, ποτάμια. Είχε όμως μια διαφορά. Μια σημαντική διαφορά. Στην εξέλιξη των ειδών, δεν ξεπετάχθηκε μόνο το ανθρώπινο είδος αλλά και ένα άλλο. Ένα σαυροειδές, με ύψος σαν τον άνθρωπο, και μέ όρθια στάση και αυτό. Είχε φολίδες και μεγάλα μάτια ερπετού. Τους αποκαλούσαν «τα κτήνη»

 

Τα δύο ήδη ήταν σε αιματηρή σύγκρουση εδώ και αιώνες, για την επικράτηση στον πλανήτη.

Ο πολιτισμός τους, διένυε την αγροτική-κτηνοτροφική περίοδο και ο οπλισμός τους ήταν ανάλογος. Ο μόνος τρόπος για να μην αλληλοεξοντωθούν ήταν να μην έρχονται συχνά σε επαφή και να ζουν στις περιχαρακωμένες κοινότητές τους.

Ο Lilian εκείνο το πρωί έκανε το λάθος να απομακρυνθεί από το καλύβι του, και χωρίς να το καταλάβει έπεσε στά χέρια τους. Έπεσε στα αδίστακτα χέρια τους και ένοιωθε ότι ίσως δεν ξαναδεί εκείνη. Την Loria την γυναίκα του, την μεγάλη του αγάπη.

 

Κλεισμένος μέσα στο μεταλλικό κουτί του μαρτυρίου του, άκουγε τα γέλια και τις βρισιές των βασανιστών του.

Το μεταλλικό κουτί που τον είχαν κλείσει μετά από άγρια βασανιστήρια, το είχαν κρεμασμένο από έναν πάσσαλο και το βροντούσαν πάνω σε έναν βράχο.

 

Πονούσε όλο και περισσότερο και φοβόταν, αλλά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του, είχε απλώσει τα χέρια και είχε πιαστεί από το χαμόγελο της. Η όμορφη Loria του χαμογελούσε και αυτός ναρκωνόταν απο την ομορφιά του και άντεχε. Άντεχε τον πόνο, άντεχε το σκοτάδι άντεχε την αγωνία και έδιωχνε το φόβο του, Για λίγο.

 

Μετά τον κυρίευε πάλι ο τρόμος. Τρόμος γιατί ήξερε τι θα ακολουθήσει, Του είχαν μιλήσει οι παλιοί. Πρώτα θα τον έβγαζαν από το κουτί και θα τον περιέφεραν ανάμεσα στους συγκεντρωμένους που θα τον χτυπούσαν θα τον έφτυναν θα τον περιγελούσαν και θα τον γέμιζαν ακαθαρσίες. Και μετά σε μια φρικτή τελετή θα τον τύφλωναν και θα τον ευνούχιζαν. Αν άντεχε από τα τραύματα θα τον πέταγαν το άλλο πρωί στα σύνορα του καταυλισμού του. Απομεινάρι να σέρνεται σακάτης και λειψός, ανήμπορος να δει ακόμη και το πιο σπουδαίο και παράλληλα απλό πράγμα στη ζωή του. Εκείνο το χαμόγελο.

 

Το κουτί έμεινε ακίνητο, αφουγκράστηκε με αγωνία τους ήχους που είχαν κοπάσει.

Με το ξαφνικό άνοιγμα της πόρτας, το εκτυφλωτικό και απότομο φως ενεργοποίησε τις μεμβράνες στα μάτια του. Τον έσυραν έξω με ένα σκοινί στο λαιμό και το φολιδωτό του δέρμα άφηνε χαρακιές στο καυτό από τον μεσημεριανό ήλιο χώμα.

Το «κτήνος» ,τυφλωμένο από το φως άπλωσε το χέρι του για να χαϊδέψει το γλυκό πρόσωπο της που του χαμογελούσε, την ώρα που μέ φρικιαστικό ήχο ένα πυρωμένο δαυλί βυθιζόταν στο μάτι του.

Edited by npaps

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Το Χαμόγελο της Λακάνσυελ

 

 

"Σταμάτα να κλαις, μουτζουρώνεις την ζωγραφιά μου!" γέλασε η Λακάνσυελ κι έσπρωξε με την ανάστροφη της παλάμης της τον αδερφό της μακριά, γεμίζοντας την γαλάζια του φορεσιά μπογιές.

"Κοίτα τι έκανες τώρα, Λακ" γκρίνιαξε αμέσως ο Λάπλι και σκούπισε βιαστικά ένα ακόμα δάκρυ. "Τώρα δεν θα ξαναγίνω ποτέ πια καθαρός."

"Έλα, έλα, θα σε καθαρίσω ευθύς αμέσως," τον πήρε στην αγκαλιά της η αδερφή του και με προσοχή καθάρισε την φορεσιά του. "Κοίτα, καθάρισε κιόλας, θα μου χαμογελάσεις τώρα;"

Όμως ο Λάπλι δεν χαμογελούσε. Ποτέ. Όσο η δίδυμη αδερφή του γελούσε με αυτό το υπέροχο στόμα της, εκείνος μούτρωνε, γκρίνιαζε κι έκλαιγε. Πότε πότε ησύχαζε, αλλά όχι για πολύ.

"Έλα, Λαπ, έλα να παίξουμε με τις μπογιές, ζωγράφισε κι εσύ μαζί μου," τον παρακίνησε η αδερφή του, πετώντας ζωηρά χρώματα στον καμβά της.

Της έκανε τελικά το χατήρι και πήρε τα πιο μουντά και θαμπά χρώματα που μπορούσε να βρει. Εκείνη τον πείραζε, εκείνος μούτρωνε.

Έτσι κάνανε κάθε μέρα, αχώριστοι απ' την στιγμή που ήρθανε στον κόσμο, αυτός κλαίγοντας κι αυτή γελώντας. Κι αγαπιούνταν τόσο πολύ, που δεν αντέχαν μακριά ο ένας απ' τον άλλο. Μαζί ζωγράφιζαν, μαζί έπαιζαν, μαζί τσακώνονταν -ο Λάπλι, δηλαδή, η Λακάνσυελ δεν θύμωνε ποτέ- μαζί τα πάντα.

Όμως η κοπέλα, παρά τα χαμόγελα και την ευθυμία της, μέσα της πονούσε πολύ που ο αδερφός της δεν έδειχνε ποτέ χαρά, μόνο όλα του φταίγανε και τίποτα δεν του άρεσε, ούτε καν για να χαμογελάσει λιγάκι. Τι δεν θα 'δινε η όμορφη Λακ για ένα και μόνο χαμόγελο απ' τον Λάπλι της!

Μια μέρα, λοιπόν, πήρε απόφαση να δοκιμάσει πράγματι να κάνει τα πάντα για να πραγματοποιήσει την πιο μεγάλη της επιθυμία. Και το πρώτο πράγμα που έκανε, την ώρα που ο Λάπλι κοιμόταν, ήταν να φύγει. Και χαμογελούσε όταν έφευγε, παρά τον πόνο που έσκιζε την ψυχή της, ελπίζοντας πως όταν γυρνούσε, θα ήταν τέτοια η χαρά του που επιτέλους θα γελούσε!

Περιπλανιόταν, λοιπόν, μονάχη της η Λακ κι ανακάλυπτε, της φάνηκε, τον κόσμο απ' την αρχή. Βέβαια, παρά τα χρώματα και την ομορφιά του, κατάλαβε πως δεν μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη όσο έμενε χωρισμένη απ' τον αδερφό της. Όμως το είχε βάλει πείσμα, όσο δύσκολο κι αν της ήταν, και θα τα κατάφερνε να κάνει τον αδερφό της να χαμογελάσει. Για να ξεχαστεί, στρώθηκε αμέσως να ζωγραφίσει, βάζοντας, όπως πάντα, τα πιο ζωηρά χρώματα στην παλέτα της και σκορπίζοντάς τα με χαρά στον πίνακά της. Ξεχάστηκε, σιγά σιγά κι άρχισε να μουρμουρίζει κι ένα εύθυμο τραγούδι, φτιάχνοντας την ζωγραφιά που θα χάριζε στον Λάπλι όταν ξανάσμιγαν, μια ζωγραφιά γεμάτη χαμόγελα.

Τόσο πολύ είχε απορροφηθεί που δεν άκουσε καν τον αδερφό της, μέχρι που εκείνος της μίλησε.

"Ώστε έφυγες και με παράτησες, για να μπορείς μόνη σου να ζωγραφίζεις και να γελάς μακριά απ' τα δάκρυά μου, ε;" την ρώτησε, με τόση πίκρα και πόνο που παραλίγο να κλάψει κι η ίδια. Τι να του εξηγούσε και τι να του έλεγε η όμορφη Λακ που να ησύχαζε την καρδιά του, δεν ήξερε. Αυτό που ήξερε μόνο ήταν πως το ευγενικό της σχέδιο είχε ναυαγήσει για τα καλά κι ο αδερφός της είχε πικραθεί και πονέσει αντί να χαμογελάσει. Προσπάθησε να τον ησυχάσει με χάδια και φιλιά, αλλά ο Λάπλι έκλαιγε σα να έσπαγε η ψυχή του απ' αυτό που είχε νομίσει προδοσία.

"Φύγε, λοιπόν, άσε με, αφού η συντροφιά μου δεν σ' αρέσει πια," της αντιγύρισε μέσα στα δάκρυά του. "Πάρε τα όμορφα χαμόγελα που σ' αρέσουν και μείνε μαζί τους."

"Όχι, καλέ μου Λαπ, μην αφήνεις μόνη την αδερφούλα σου. Αφού το ξέρεις πως δεν αγαπώ τίποτα και κανέναν πάνω από σένα, αφού το ξέρεις ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα," τον παρακάλεσε εκείνη, αλλά έσπρωξε το χέρι της μακριά, της γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Έμεινε μόνη της η Λακάνσυελ εκεί και δεν χαμογελούσε πια. Δεν έκλαιγε, αλλά ούτε και γελούσε. Ούτε ζωγράφιζε. Τίποτα. Μόνο καθόταν εκεί μόνη της, με τη νύχτα να διαδέχεται τη μέρα και τη μέρα να διαδέχεται τη νύχτα και ξανά και ξανά και ξανά.

Μόνος του είχε μείνει κι ο Λάπλι, να κλαίει και να πονάει κι η ψυχή του αποζητούσε την αδερφή που είχε διώξει. Περάσανε πολλά μερόνυχτα, μέχρι που κατάλαβε ότι δεν άντεχε πια. Αυτοί που ήταν αχώριστοι να χωριστούνε έτσι. Αλλά ούτε ήθελε να γυρίσει στην αδερφή του και η καρδιά του να σουβλίζεται απ' την σκέψη πως δεν τον αγαπούσε. Κάθισε, λοιπόν, και σκέφτηκε και σχεδόν χαμογέλασε όταν βρήκε τη λύση! Θα πήγαινε στον Σόλεϋ τον σοφό, που τίποτα δεν ήταν μυστικό για κείνον, να του πει την αλήθεια. Ετρεξε γρήγορα και βρήκε τον Σόλεϋ στην άκρη του γκρεμού, χοντρό κι ολοστρόγγυλο όπως πάντα, και τον ρώτησε.

"Η αδερφή σου είπε την αλήθεια," απάντησε ο σοφός. "Δεν αγαπάει τίποτα και κανέναν περισσότερο από σένα. Έφυγε γιατί πίστευε πως, όταν γύριζε, θα χαμογελούσες επιτέλους απ' την χαρά σου, μίζερε κλαψιάρη."

Καθόλου δεν τον ενόχλησε τον Λάπλι το πείραγμα του Σόλεϋ. Το μόνο που ντον ένοιαζε πια, ήταν να βρει την λατρεμένη του Λακάνσυελ, να της ζητήσει συγγνώμη, να την αγκαλιάσει σφιχτά και να μονιάσουν πάλι. Όταν έφτασε, όμως, εκεί που την είχε αφήσει, αυτό που βρήκε τον άφησε σχεδόν άφωνο.

Η πανέμορφη, χαμογελαστή αδελφή του, είχε εξαφανιστεί και στην θέση της, δίπλα στην ζωγραφιά με τα άπειρα χαμόγελα, καθόταν ένα μαραμένο κι ετοιμοθάνατο πλάσμα που μόνο απ' τα μάτια κατάλαβε ο Λάπλι πως ήταν η Λακάνσυελ.

Με μια φωνή βρέθηκε δίπλα της και την άρπαξε στην αγκαλιά του.

"Αδερφή μου, τι σου συνέβη;" ρώτησε έντρομος, με τα πρώτα δάκρυα ν' αρχίσουν ήδη να τρέχουν. Η Λακ γύρισε πάνω του το βλέμμα της και μια μικρή φλογίτσα χαράς τρεμόπαιξε στα μάτια της.

"Την ζωγραφιά, Λαπ," ψιθύρισε με όση δύναμη είχε. "Εγώ έχω σβήσει, αλλά εσύ κράτα από μένα ό,τι πιο όμορφο είχα, που η αγάπη μου για σένα φώτιζε και φλόγιζε. Κράτα το χαμόγελό μου. Κι υποσχέσου μου, αδερφέ μου, πως για κάθε δάκρυ σου, θα χαρίζεις κι ένα χαμόγελο για μένα. Υπόσχεσαι;"

Ο Λάπλι, που έκλαιγε γοερά πια και στην πραγματικότητα το μόνο που ήθελε ήταν να αναγκάσει την αδερφή του να υποσχεθεί πως δεν θα πεθάνει, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Η Λακάνσυελ έσβησε μ' ένα χαμόγελο στα μάτια της κι εκείνος την έσφιξε ακόμα πιο πολύ κι έκλαψε, έκλαψε, μέρες και νύχτες ολόκληρες, μέχρι που στέρεψε πια από δάκρυα κι απ' την αδερφή του δεν είχε μείνει πια τίποτα, εκτός απ' τον υπέροχο πίνακα, με τ' άπειρα χαμόγελά της. Ο Λάπλι πήρε ένα στα χέρια του και το έβαλε πάνω στο στόμα του. Όμως, άμαθος καθώς ήταν στα χαμόγελα, το έβαλε στραβά, το πάνω κάτω.

Αμέτρητα πλάσματα πάνω στη γη, σήκωσαν ταυτόχρονα τα μάτια και τα χέρια τους στον ουρανό που μέρες τους έπνιγε με τις βροχές του και χαιρέτισαν με φωνές χαράς το πρώτο ουράνιο τόξο. Και πάνω ψηλά απ' τον δικό του κόσμο, ο Λάπλι είδε να καθρεφτίζεται αμέτρητες φορές σ' αμέτρητα πρόσωπα το χαμόγελο της Λακάνσυελ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheSea IsBurned

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΤΑΣ. (~740 λέξεις)

 

 

 

Ανέβηκε τις σκάλες με μεγάλη προσοχή, έσκυψε για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στο ταβάνι και προχώρησε βαθύτερα στην ξύλινη σοφίτα σέρνοντας τα βήματά του ώσπου χάθηκε ο μισός μέσα στο σκοτάδι, κρύφτηκε στις σκιές. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε να δει τη σοφίτα του καινούριου σπιτιού, κάτω τον περίμενε η μητέρα του να της πει αν βρισκόταν εκεί τα παλιά μαχαιροπίρουνα τελικά, αν ήταν σε κάποιο από εκείνα τα κουτιά που σχημάτιζαν μυτερούς, τρομακτικούς όγκους στο σκοτάδι.

 

Ψηλάφησε με το χεράκι του τον τοίχο αναζητώντας κάποιο διακόπτη, έβλεπε μια λάμπα να κλυδωνίζεται στο πιο ψηλό σημείο του ταβανιού μα δεν ήξερε από πού να την ανάψει. Παραπάτησε χαϊδεύοντας τους τοίχους για λίγο ακόμα ώσπου το φως άναψε με ένα κλικ και το παιδί έμεινε ακίνητο για μια στιγμή να αναρωτηθεί αν είχε βρει κι είχε πατήσει το διακόπτη δίχως να το καταλάβει.

 

Μα το πρώτο πράγμα που είδε μόλις τα μάτια του συνήθισαν το φως, ήταν η λάμπα που συνέχιζε να κλυδωνίζεται λίγο πιο πέρα, σπασμένη και σβηστή.

 

Στη μια γωνία της σοφίτας, λίγα μέτρα μπροστά του καθόταν με τα γόνατα μαζεμένα μια μικρόσωμη φιγούρα με ένα μεγάλο φακό κρατημένο κάτω από το πιγούνι να φωτίζει το μαύρο πρόσωπο προσδίδοντάς του μεγαλύτερη σκοτεινότητα. Είχε ένα δάχτυλο στο ένα χέρι με το οποίο έξυνε νωχελικά το δεξί του κρόταφο, μάτια γουρλωμένα να κοιτάζουν με κάτι που έμοιαζε με αφέλεια ή παιδική αθωότητα και στα ανύπαρκτα χείλη που δε διαχωριζόταν εντελώς μεταξύ τους παρά έμεναν ενωμένα με ίνες μαύρου λιπαρού δέρματος, ήταν σχηματισμένο ένα παράξενο χαμόγελο.

 

Το παιδί παραπάτησε, έκανε ένα βήμα πίσω – έπειτα στάθηκε. Το πλάσμα της σοφίτας έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι παρατηρώντας το παιδί και το παιδί έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι παρατηρώντας το πλάσμα το οποίο συνέχιζε να ξύνει τον κρόταφό του με το μοναδικό του δάχτυλο και το μεγάλο μαύρο νύχι που δέσποζε πάνω του σαν ένα σάπιο φρούτο πάνω σε ένα προ καιρού νεκρό δέντρο. Το παιδί έφερε το δείκτη του στο δικό του κρόταφο και μιμήθηκε την κίνηση του πλάσματος με έξαψη, ενθουσιασμό, περιέργεια, σαν να περίμενε πως κάνοντας αυτή την κίνηση κάτι θα συνέβαινε, θα άνοιγε ίσως το ταβάνι και θα εισέβαλλε στο σπίτι ο ουρανός.

 

Το πλάσμα χαμογέλασε πλατύτερα και ανάμεσα από τα γλιστερά κομμάτια δέρματος που ένωναν τα χείλη του άστραψαν μερικοί μυτεροί κυνόδοντες, ένας εδώ κι άλλος εκεί, άναρχα τοποθετημένοι, χωρίς σειρά, κατάλευκοι και γυαλιστεροί σα διαμάντια που ερχόταν σε τεράστια αντίθεση με το κατάμαυρο μαλακό δέρμα που όλο και τεντωνόταν και κρεμόταν ανάμεσα στα χείλη σα μύξα, γλιστερό και κολλώδες.

 

Το παιδί χαμογέλασε κι αυτό.

 

Όταν κατέβηκε από τη σοφίτα, έδωσε σιωπηλό την κούτα στη μητέρα του κι εκείνη μουρμούρισε «ευχαριστώ» και τον φίλησε στο μέτωπο ανταποδίδοντας το χαμόγελο που ήταν καρφωμένο στα χείλη του, χωρίς όμως να του δώσει ιδιαίτερη σημασία. Γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα σιγοτραγουδώντας – αναρωτήθηκε μόνο για ποιο λόγο ένιωθε τα χείλη της να κολλάνε.

 

Το τραγούδι της ακουγόταν από την κουζίνα για κάμποση ώρα καθώς το παιδί περίμενε στην άκρη της σκάλας, δεν ήξερε τι περίμενε, μόνο στεκόταν εκεί και κοιτούσε προς τα πάνω, ξύνοντας με το νύχι του τον κρόταφο που είχε αρχίσει τώρα να ματώνει και χαμογελούσε νιώθοντας τα δόντια του πολύ αιχμηρά να του τρυπάνε το κάτω χείλος που σιγά-σιγά μάτωνε κι αυτό.

 

«Ώρα για ύπνο!» φώναξε η μητέρα του από την κουζίνα. «Πήγαινε να πλυθείς. Σε περιμένω στο δωμάτιο για καληνύχτα!»

 

Το παιδί κοίταξε ξανά προς τη σοφίτα, έπειτα βάδισε στο μπάνιο με βήμα που χαμογελούσε κι εκείνο. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και το χαμόγελο απλώθηκε και μαζί τεντώθηκαν τα γλιστερά, μαύρα κομμάτια δέρματος που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα στα χείλη του και από μέσα γυάλισαν τα δόντια που ήταν όλα μυτερά σαν κυνόδοντες και το δάχτυλο συνέχιζε να ξύνει το κρόταφο, μόνο που τώρα το νύχι είχε μαυρίσει, ο δείκτης είχε μεγαλώσει και τα άλλα δάχτυλα είχαν μικρύνει κι είχαν χωθεί ντροπιασμένα μέσα στο μαλακό, κολλώδες δέρμα – πλέον έμοιαζαν με μικρούς όγκους που όλο και μίκραιναν καθώς περνούσε η ώρα.

 

«Τελείωνε, αγάπη μου!» φώναξε η μητέρα του από το δωμάτιο.

 

Το χαμόγελο πλάτυνε, το δέρμα τεντώθηκε, το δάχτυλο έξυσε εντονότερα τον κρόταφο.

 

Καθώς επέστρεφε στο δωμάτιό του πέρασε μπροστά από τη σκάλα της σοφίτας και κοίταξε ξανά πάνω. Στο τέλος της σκάλας είδε ένα χαμόγελο – ίδιο με το δικό του - να τον κοιτάζει ανάμεσα από το δέρμα που ένωνε τα χείλη.

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Μόνο χαμογέλασέ μου

Ο ζητιάνος που καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στη γωνία του κτιρίου είχε τραβήξει την προσοχή μου για δύο λόγους.

 

Ο πρώτος ήταν η πινακίδα που βαστούσε μέσα στα χέρια του. “Μόνο χαμογέλασέ μου”, έγραφε.

 

Ο δεύτερος ήταν τα μαύρα γυαλιά που φορούσε και το λευκό μπαστούνι που βρισκόταν αφημένο παραδίπλα.

 

Καθόταν πάνω σε ένα πολυκαιρισμένο και λερωμένο χαλί, ενώ μπροστά του ήταν πεταμένα αρκετά νομίσματα, δώρα από τους διάφορους περαστικούς. Το πρόσωπό του απεριποίητο. Τα μαλλιά του μακριά και λιγδιασμένα. Τα ρούχα του κουρέλια.

 

Δεν είμαι από αυτές θα έδιναν την οποιαδήποτε σημασία σε κάποιον από τους ατέλειωτους επαίτες που είναι αραδιασμένοι σε κάθε πεζοδρόμιο της κάθε συνοικίας. Αλλά μπροστά σε κείνον στάθηκα, κυριευμένη από μια αλλόκοτη περιέργεια.

 

Η μόνη κίνηση που έκανε όταν σταμάτησα μπροστά του ήταν να στρέψει λίγο το κεφάλι του προς τα δεξιά. Σαν να ήθελε να αφουγκραστεί την άφιξή μου.

 

Του χαμογέλασα. Ήταν ένα χαμόγελο εντελώς αυθόρμητο. Βγήκε από μέσα μου λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα που μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή.

 

«Ευχαριστώ», είπε απλά. Και τότε ένιωσα πως βρισκόμουν μπροστά σε κάτι εντελώς παράξενο.

 

«Είσαι τυφλός», του είπα δίχως ντροπή, δίχως να σκεφτώ αν θα τον πλήγωνα. «Πώς ξέρεις ότι σου χαμογέλασα;»

 

«Επειδή το χαμόγελό σου ήταν ειλικρινές». Μια απάντηση που δεν εξηγούσε τίποτα και μ' έκανε να αισθάνομαι άβολα που καθόμουν εκεί και μιλούσα μαζί του. Ένιωθα τα μάτια των πεζών να με κοιτούν με δυσπιστία. Αλλά δεν ήθελα να φύγω, όχι ακόμα.

 

«Δεν απάντησες στην ερώτησή μου»

 

«Δεν θα μπορούσα να σου το εξηγήσω»

 

«Προσπάθησε»

 

Άπλωσε τα χέρια του και ψηλαφιστά μάζεψε τα διάφορα κέρματα που υπήρχαν πάνω στο χαλί. Όταν τα συγκέντρωσε όλα έκανε μια απότομη κίνηση και τα πέταξε με δύναμη, σκορπίζοντάς τα στο δρόμο που περνούσε μπροστά από το πεζοδρόμιο. Ήταν μια κίνηση που με ξάφνιασε, αλλά πιο πολύ με τρόμαξε.

 

«Οι περισσότεροι περνάνε από μπροστά μου και αφήνουν τα χρήματά τους χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά σε αυτό που ζητάω. Εσύ φέρθηκες διαφορετικά. Ήρθες κοντά μου διστακτικά, δεν με προσπέρασες, δεν βιάστηκες να φύγεις. Ήξερα ότι ήσουν εδώ για να μου δώσεις αυτό που θέλω»

 

«Αυτό είναι όλο;»

 

«Αυτό». Για κάποιο λόγο δεν τον πίστεψα.

 

«Και γιατί ζητάς χαμόγελα;»

 

«Ειλικρινή χαμόγελα», με διόρθωσε κι υπήρχε αυστηρότητα στη φωνή του.

 

«Έστω»

 

«Επειδή το καθένα βγάζει μια μοναδικά ξεχωριστή μελωδία, που πλημμυρίζει την ψυχή μου με ευτυχία»

 

«Ε;». Αυτή του η απάντηση με μπέρδεψε, αλλά την είπε σαν να το πίστευε και να το ζούσε πραγματικά.

 

«Σ' το είπα ότι δεν θα το καταλάβαινες»

 

Η μιλιά μου είχε κοπεί. Το μυαλό μου αποζητούσε εξηγήσεις, η περιέργειά μου ήθελε να μάθει. Ένα άλλο μέρος του εαυτού μου ήθελε να τον χλευάσει. Δεν έκανα, όμως, τίποτα από αυτά. Μόνο έμεινα να τον κοιτάζω, βουβή και ακίνητη, λες και ήταν μόνο ένα παράξενο αντικείμενο.

 

«Σ' το είπα ότι δεν θα το καταλάβαινες», επανέλαβε.

 

Την επόμενη κίνηση που έκανα δεν την σκέφτηκα καθόλου. Μια απόφαση που πήρε το κορμί μου με δική του πρωτοβουλία, προτού συμβουλευτεί τον εγκέφαλό μου. Έσκυψα και με μια γρήγορη κίνηση αφαίρεσα τα γυαλιά του ζητιάνου. Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν μια πράξη που θα μετάνιωνα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

 

Η καρδιά μου βροντοχτυπούσε το στήθος μου, σαν να ήθελε να με πάρει από εκεί το συντομότερο δυνατό. Το βλέμμα μου, όμως, είχε καρφωθεί σε αυτό που υπήρχε κάτω από τα γυαλιά του ζητιάνου.

 

Δυο στενές τρύπες υπήρχαν εκεί που έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια του, που βυθίζονταν προς το εσωτερικό του κρανίου του. Γύρω από την καθεμιά σχηματιζόταν από ένας μικρός κοχλίας, ο κοχλίας ενός αφτιού. Βαθιά μέσα στις τρύπες μπορούσα να διακρίνω αμυδρά το ασπράδι και τη σκουρόχρωμη ίριδα των ματιών του.

 

Ήθελα να ουρλιάξω, αλλά κάτι με εμπόδισε. Πέταξα τα γυαλιά που κρατούσα προς το ζητιάνο, με αηδία κι άρχισα να τρέχω μακριά του.

 

«Ευχαριστώ», τον άκουσα να φωνάζει πίσω μου.

 

Αγίασμα, 10 Αυγούστου 2011

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευθυμία Δεσποτάκη (a.k.a. Naroualis)

Δυο σταγόνες ιδρώτα

 

 

Άπλωσε το χέρι της και πήρε το φίλτρο από το βωμό. Το έκανε όπως πρόσταζε το γριμόριο, με το ένα δάχτυλο μόνο, τυλίγοντας με απέραντη προσοχή το δείκτη του δεξιού της χεριού γύρω από το στενό λαιμό του φιαλιδίου. Άραγε ήταν γαλάζιο το φιαλίδιο ή το φίλτρο; Άραγε είχε αυτό καμία σημασία;

 

Πρόφερε την επωδό με τον σωστό τονισμό, κόβοντας παράταιρα τις λέξεις όπως όριζε το ξόρκι, ύστερα με εξίσου απέραντη προσοχή, χαλάρωσε τους ώμους της. Τώρα έπρεπε να περιμένει λίγο σ’ αυτήν τη στάση. Από την ένταση, δυο σταγόνες ιδρώτα κύλισαν στους κροτάφους της.

 

Το πλάσμα εμφανίστηκε από το πουθενά, να κάθεται πάνω στο βωμό, τα μακριά πόδια γυμνά, διπλωμένα στο στέρνο, τα χέρια πλεγμένα και τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα. Ήταν οπωσδήποτε θηλυκό, αλλά ίσως απλά να αντικατόπτριζε εκείνο που είχε μπροστά του. Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν ένα όνειρο από μαργαριτάρια κυκλωμένο από σάρκα κερασιού.

 

«Λοιπόν; Δεν πιστεύω να περιμένεις να πω τίποτε μεγαλειώδες;»

 

«Σαν τι;»

 

«Ξέρω ‘γω; Ο προηγούμενος μου ζήτησε να του πω ‘Ακούω κι υπακούω’, λες κι ήμουνα κανέναν τζίνι σε λυχνάρι.»

 

«Όχι. Εγώ δεν έχω τέτοιες απαιτήσεις.»

 

«Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τι απαιτήσεις έχεις;»

 

Η γυναίκα αναστέναξε. Πρόσεξε όμως να μην ανασηκώσει τους ώμους της.

 

«Ούτε απαιτήσεις έχω. Έχω μόνο απορίες.»

 

Τo πλάσμα, άλλαξε το σταύρωμα των ποδιών του κι άφησε τη γυναίκα να δει ότι ήταν γυμνό κι ότι ήταν σίγουρα θηλυκό. Έγειρε φιλάρεσκα το κεφάλι προς τα πίσω κι έτεινε το αριστερό χέρι προς το μέρος της, με την παλάμη εκτεθειμένη και το μαλακό δέρμα του καρπού να γυαλίζει πορτοκαλί στο φως των πυρσών.

 

«Απορίες;» Το χέρι πλέχτηκε πάλι με το άλλο πάνω στο στρογγυλό γόνατο. «Ούτε τρομερή δύναμη, ούτε απίστευτο ερωτισμό; Ούτε απέραντα πλούτη;»

 

«Απορίες.»

 

Το χαμόγελο του πλάσματος δεν έγινε γέλιο, όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα πάγωσε στο όμορφο ερμαφρόδιτο πρόσωπο, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει πάνω σε πέτρα.

 

«Για να δούμε τις απορίες σου, λοιπόν.»

 

Η γυναίκα αναστέναξε και πάλι, αλλά γι’ άλλη μια φορά οι ώμοι της έμειναν χαλαροί. Το δάχτυλό της είχε αρχίσει να την ενοχλεί, σε λίγο δε θα μπορούσε να κρατήσει το φιαλίδιο καλά. Έπρεπε να είχε επισπεύσει τις ερωτήσεις της, αλλά ήξερε ότι το πλάσμα ήθελε το χρόνο του. Αλλιώς μπορεί να θεωρούσε πολύ διασκεδαστικό να δώσει τις απαντήσεις του σε μορφή διφορούμενου γρίφου. Κι η γυναίκα δεν ήθελε για τίποτε στον κόσμο να ασχοληθεί μ’ έναν γρίφο. Και μάλιστα διφορούμενο.

 

«Ανάμεσα στην Ερ και το Ντεν-Το υπάρχει ένα ρυάκι που οι ντόπιοι το λένε Έξι Δόντια. Στις όχθες του λίγο πιο κάτω από την πηγή, ζει μια γριά δύστροπη και στριμμένη.Η γριά αυτή είναι η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου, έτσι τουλάχιστον είπε ο Μάντης της Σαρκεσμέχ όταν τον ρώτησαν σχετικά. Κι η γριά αυτή μου έταξε πως αν κάνω να επαληθευτεί το όνομα του ρυακιού, θα μου πει το μυστικό της, το πώς κατάφερνε να βάζει κάτι από την ψυχή της σε κάθε πιάτο και σε κάθε μπουκιά. Θέλω από σένα να μου πεις πώς θα κάνω το όνομα του ρυακιού να επαληθευτεί.»

 

Το πλάσμα πάνω στο βωμό, διατήρησε το παγωμένο του χαμόγελο, αλλά κάτι κόκκινο και δαιμονικό γυάλισε στο βλέμμα του. Έγειρε το κεφάλι του μπροστά κι άρχισε ν' απαγγέλει με σταθερή φωνή.

 

«Καθαρίζουμε και ψιλοκόβουμε ένα μέτριο κρεμμύδι και δύο σκελίδες σκόρδο. Τα τσιγαρίζουμε σε δύο κουταλιές βούτυρο γάλακτος… »

 

Η γυναίκα τα ‘χασε. Δεν κατάλαβε τι έλεγε το πλάσμα, αν ήταν κάποιο παιχνίδι του ή αν αυτή ήταν η απάντησή του. Μετά η ψυχή της βούλιαξε, γιατί αυτό που φοβόταν είχε γίνει, το πλάσμα απαντούσε με γρίφους. Παραδόθηκε στη μοίρα της κι απλά πρόσεξε να αποστηθίσει τη συνταγή που άκουγε.

 

«…ρίχνουμε στο τηγάνι μια κούπα αλεύρι από καλαμπόκι και το ανακατεύουμε συνεχώς να μη σβολιάσει.…»

 

***

…όταν αρχίσει να μυρίζει το αλεύρι σα καβουρντισμένο, ρίχνουμε μέσα λίγο τυρί της Φέγγας, φρέσκο, καλά στραγγισμένο, θρουλιαστό και λίγο αλάτι.

 

Είχε στήσει τα σύνεργά της έξω από την καλύβα της γριάς και μαγείρευε. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει, το πλάσμα είχε αρνηθεί να της μιλήσει άλλο. Μάλιστα είχε απλώσει το χέρι του κι είχε χτυπήσει το δικό της και το φιαλίδιο είχε πέσει κάτω, είχε σπάσει και το φίλτρο είχε χυθεί σε δεκάδες σταγόνες, γαλάζιες σταγόνες. Τελικά ήταν το φίλτρο γαλάζιο κι όχι το γυαλί, είχε σκεφτεί αφηρημένα, καθώς έβγαινε από το άντρο του βωμού.

 

Η ιδέα της, να μαγειρέψει τη συνταγή του πλάσματος για τη γριά ήταν μάλλον αποτυχημένη. Η γριά είχε κλειστεί μέσα, είχε βάλει και την αμπάρα και δεν έβγαζε άχνα. Κι η γυναίκα απλά μαγείρευε, ένα φαγητό που κακά τα ψέματα ήταν τόσο φτωχό, που δε θα συγκινούσε ούτε αγωγιάτη.

 

Αλεύρι από καλαμπόκι, βούτυρο, τυρί της Φέγγας. Κρεμμύδι και σκόρδο τσιγαρισμένα, μετά λίγο κόκκινο πιπέρι και δυόσμο. Τι να συγκινήσεις μ’ αυτό; Ούτε καν αναμνήσεις δε θα μπορούσε να φέρει στο μυαλό της γριάς με τόσο λίγα υλικά. Το ήξερε, ούτε καν αναμνήσεις.

 

Είχε έρθει η ώρα να ρίξει το κρεμμύδι στο χυλό. Έκανε αυτό που της είπε το πλάσμα, χωρίς να πιστεύει αληθινά στην αποτελεσματικότητά του. Άφησε δυο σταγόνες από τον ιδρώτα της να στάξουν μέσα στο τηγάνι πριν περιχύσει με το περιεχόμενό του το χυλό. Το ανακάτεψε λίγο, το δοκίμασε, το διόρθωσε λίγο στο αλάτι του. Το σέρβιρε σ’ ένα πιάτο ξύλινο, με κουτάλι ξύλινο.

 

Η πόρτα της καλύβας άνοιξε αργά. Η γριά φάνηκε στο άνοιγμα, μαυροφορεμένη, πλαδαρή, με το πρόσωπο χαρακωμένο από την ηλικία. Ήταν και φαφούτα, τόσα χρόνια δοκιμάζοντας το ένα καταπληκτικό γλυκό πίσω από το άλλο, είχαν το τίμημά τους.Τα πόδια της ήταν χοντρά σαν της αρκούδας, γεμάτα έλκη. Τα μάτια της ήταν θολά, λέγανε ότι δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου.

 

«Τι έριξες μέσα;» έκανε σιγανά.

 

«Καλαμποκάλευρο, βούτυρο γάλακτος, ένα κομμάτι τυρί της Φέγγας…»

 

«…κρεμμύδι, σκόρδο, δυόσμο και κόκκινο πιπέρι, ναι, τα ξέρω αυτά. Και μάλιστα εγώ βάζω μέντα αντί για δυόσμο, γίνεται πιο λεπτή η γεύση του. Αλλά τι άλλο έριξες μέσα; Έχεις ρίξει και κάτι άλλο.»

 

Η γυναίκα κοκκίνισε λιγάκι, αλλά δεν είχε το κουράγιο να πει ψέματα.

 

«Δυο σταγόνες ιδρώτα. Έτσι μου είπε το πλάσμα στο Βωμό των Επιθυμιών.»

 

Η γριά έγειρε το κεφάλι της. καθώς πλησίασε κουτσαίνοντας, στηριγμένη σ’ ένα μπαστούνι.

 

«Έφτασε ως το Βωμό των Επιθυμιών για να μάθεις τα μυστικά μου;» είπε αργά. Τα ούλα της ήταν πρησμένα, ευτυχώς που το πλάσμα της είχε πει να φτιάξει χυλό. Αλλιώς πώς θα το έτρωγε με τέτοιο στόμα;

 

«Ναι. Αξίζει τον κόπο.»

 

«Και τι σχέση έχει αυτό το φαγητό σου με το όνομα του ρυακιού;»

 

Η γυναίκα δε μπόρεσε να απαντήσει.

 

Η γριά κούνησε το κεφάλι της.

 

«Τι να κάνουμε, έτσι είναι. Άλλοτε κερδίζουμε κι άλλοτε χάνουμε. Δώσε τώρα να φάω μια κουταλίτσα από το χυλό σου. Μου θύμισες τη μάνα μου. Φαίνεται γι’ αυτό τα φαγητά μου ποτέ δεν έμοιαζαν με τα δικά της. Εγώ πάντα τα πρόσεχα, να είναι καθαρά, να μην πέφτει μέσα παρά μόνο ότι έριχνα εγώ. Εκείνη, πού χρόνος για καθαριότητες, έντεκα παιδιά είχε να κοιτάξει… ό,τι είχε έριχνε μέσα και φαίνεται πού και πού έπεφτε κι ο ίδρως της, να, και μύριζε τόσο διαφορετικά το φαγητό της όταν το ‘φτιαχνε με τόσο κόπο κι αγάπη…»

 

Το κουτάλι έφερε μια μικρή μπουκίτσα χυλού στο φαφούτικο στόμα της γριάς. Γύρισε λίγο την τροφή στη γλώσσα της, να τα γευτεί όλα, αλεύρι, βούτυρο, κρεμμύδι, τυρί, το κάψιμο του πιπεριού, τη δροσιά του δυόσμου. Κι όταν καταστάλαξε η γεύση μέσα της, έκλεισε τα μάτια της, και χαμογέλασε.

 

Κι η γυναίκα είδε ότι η γριά είχε μόνο έξι δόντια στο στόμα της.

Edited by Naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adicto

Να μαι και γω!

 

Τπτ ιδιαίτερο αλλά γουστάρω που φέτος τα κατάφερα!

Αιρετικός.pdf

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Ευθυμία, τα κενά, φτιάξε τα κενά!!!

Share this post


Link to post
Share on other sites
niceguy0973

Το χαμόγελο

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, αν η φράση κλισέ που συχνά ακούμε, «Πρέπει να αντιμετωπίζεις την ζωή σου με χαμόγελο..», έχει ανταπόκριση στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας; Θα σας διηγηθώ την ιστορία μου, λοιπόν, και από το αποτέλεσμα μάλλον θα χρειαστεί να κρίνετε μόνοι σας…

 

Γεννήθηκα σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, κάπου βόρεια. Μεγάλωσα από μια μάνα δυνατή. Σκληρή γυναίκα, έλεγαν στην περιοχή μου. Στάθηκε και σε μένα και στην μεγαλύτερή μου αδελφή και μάνα και πατέρας. Θα αναρωτιέστε τώρα γιατί στάθηκε δίπλα μου και ως πατρικό πρότυπο! Ο πατέρας μου, από ότι έμαθα μεγαλώνοντας, ήταν ένα ρεμάλι, ένας μέθυσος. Διπρόσωπο τον αποκαλούσαν οι γείτονες. Η μάνα μου, μου διηγήθηκε ιστορίες φρίκης γι’ αυτόν. Την κακομεταχειριζόταν, την κακοποιούσε. Τάμα στην Παναγία έκανε να μην ξαναεμφανιστεί στο κατώφλι του σπιτιού μας, από τότε που μας εγκατέλειψε, όταν γεννήθηκα. Ούτε φωτογραφία του δεν άφησε στο σπίτι. Βέβαια εγώ δεν είχα την τύχη - ατυχία - να τον γνωρίσω ποτέ. Η πατρική παρουσία μου έλειψε, όμως, από το σπίτι. Η αλήθεια είναι πως είχα ανάγκη έναν άντρα δίπλα μου να με καθοδηγεί, να με συμβουλεύει. Να μου μιλήσει για τον έρωτα και τις γυναίκες. Μια γυναίκα είναι δύσκολο να τα κάνει αυτά. Η ζωή μου, όμως, προχώρησε καλώς και χωρίς την παρουσία του!

 

Δουλεύω σε ένα εργοστάσιο ξυλείας. Δύσκολη δουλειά, αλλά προσοδοφόρα. Δεν έχω παράπονο, παρότι τα χέρια μου είναι γεμάτα κάλους από το τσεκούρι. Η αδελφή μου είναι συγγραφέας. Γράφει μυθιστορήματα φαντασίας και τρόμου. Όπλο της είναι το μολύβι. Εμένα το τσεκούρι. Προέκταση του χεριού μου.

 

Πέρσι το καλοκαίρι αποφασίσαμε με κάτι φιλαράκια να πάμε για κάμπινγκ. Πήρα με τις σκηνές μας, τα αυτοκίνητά μας, τα χαμόγελά μας και τραβήξαμε για παραλία. Στήσαμε το μικρό χωριό μας με τις τρεις σκηνές, σε ένα μικρό ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από πεύκα. Δυο βήματα παρακάτω η θάλασσα. Αντροπαρέα το μικρό χωριό. Το μεσημέρι που ξυπνάγαμε τρώγαμε θάλασσα και το απόγευμα που διψάγαμε πίναμε θάλασσα. Το βραδάκι χορτάτοι, ανάβαμε φωτιά, παρόλη τη ζέστη, και καθόμασταν γύρω πλέκοντας ιστορίες. Τρόμου οι αγαπημένες μας. Το τι αιματοβαμμένες ιστορίες σκαρφιζόμασταν, δεν μπορώ να σας περιγράψω. Το μυαλό του ανθρώπου τρέχει και δημιουργεί τα ανήκουστα. Και που να ‘ξερα…

 

Στα μέσα της εβδομάδας των διακοπών μας, ενώθηκε με την παρέα μας ένας μεσήλικας. Ωραίος τύπος. Έξυπνος και κωλοπετσωμένος, όπως έλεγε και η συγχωρεμένη η γιαγιά μου. Ήταν γύρω στα πενήντα πέντε, κι αν υπολογίσεις πως εγώ ήμουν εικοσιπέντε, άνετα θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου. Πατέρας… Όσο τον κοίταζα τόσο σφιγγόταν το στομάχι μου από την στεναχώρια. Πίναμε το κρασί, μα το στόμα μου ήταν πικρό και νόμιζα πως έπινα φαρμάκι. Εκείνος ο άνθρωπος με είχε συνεπάρει. Είχε μια περίεργη λάμψη στα μάτια. Οικεία. Θα μπορούσα, υπό άλλες συνθήκες, να τον είχα ερωτευτεί. Μιλούσε κι εγώ κρεμόμουν από το στόμα του. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία.

 

Έμεινε μαζί μας μέχρι την μέρα που θα φεύγαμε. Έγινε το επίκεντρο της παρέας με τις ιστορίες του και το χιούμορ του. Ιδίως όταν έπινε – κι έπινε αρκετά – κανείς δεν τον έφτανε. Του πρότεινα, λοιπόν, να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Η μάνα μου σίγουρα δεν θα είχε πρόβλημα, γιατί πάντα έφερνα φίλους και φίλες στο φτωχικό μας. Δέχτηκε με ευχαρίστηση. Τα μάτια του, μάλιστα, έλαμψαν από χαρά. Και τα δικά μου, όμοια με τα δικά του…

 

Αργά το απογευματάκι ήμασταν μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού μου. Ο καινούργιος μου φίλος χαμογέλασε μόλις το είδε. «Έτσι ήταν κάποτε και το δικό μου το σπιτικό», μου εκμυστηρεύτηκε. Χαμογέλασα κι εγώ. Μπήκαμε μέσα, αλλά η μάνα μου με την αδελφή μου έλειπαν. Μου ζήτησε να πιεί. Του πρόσφερα ένα ποτήρι ουίσκι, αλλά αυτός προτίμησε το μπουκάλι. Η ώρα πέρασε ευχάριστα. Ο ουρανός άδειαζε από το φως, όπως και το μπουκάλι από το σκούρο υγρό. Κάποια στιγμή σηκώθηκε και αγνάντεψε από το παράθυρο. «Πάω μια βόλτα στα δέντρα να αδειάσω την φούσκα μου», μου είπε κι εγώ χασκογέλασα. Άνθρωπος της φύσης, σκέφτηκα, αγνός!

 

Όση ώρα έλειπε, έφτασε η μάνα μου με την αδελφή μου. Τις ενημέρωσα για τον μουσαφίρη μας. Η μάνα μου, φημισμένη για τη φιλοξενία της, ξεκίνησε να ετοιμάζει φαγητό. Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο φίλος μου. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Τα χαρακτηριστικά του είχαν πετρώσει. Έκλεισε την πόρτα με δύναμη και την σφάλισε με το κλειδί. Η μάνα μου ούρλιαξε, όταν τον αντίκρισε. Η αδελφή μου, κάτι θα κατάλαβε, κι έβαλε τα κλάματα, φωνάζοντας κι αυτή. Εγώ είχα παγώσει. Περπατούσε προς το μέρος μας αργά, με το πρόσωπό του να στάζει μίσος. Η αδελφή μου έτρεξε προς την πόρτα, αλλά με ένα μόνο χτύπημα της παλάμης του, την έριξε αναίσθητη στο πάτωμα. Νόμιζα πως παρακολουθώ ταινία. Τα είχα χάσει. Πήγα να αμυνθώ, αλλά ένιωσα την σόλα του παπουτσιού του στα χείλη. Όλα μαύρισαν…

 

Άνοιξα τα μάτια κι ένιωσα έναν απίστευτο πόνο στο κεφάλι. Όλα ήταν θολά. Το μόνο που κατάλαβα για αρχή ήταν πως ήμουν σε μια καρέκλα, με τα πόδια και τα χέρια δεμένα. Έσφιξα τα βλέφαρά μου στις κόγχες των ματιών μου για να συνέλθω. Όλα άρχισαν να παίρνουν μορφή. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Τα φώτα ήταν σβηστά. Μόνο οι λάμπες πετρελαίου έκαιγαν, δίνοντας στον χώρο μια απόκοσμη μορφή. Έστριψα το κεφάλι μου δεξιά κι αριστερά. Το βλέμμα μου πάγωσε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω, αλλά η φωνή είχε σταθεί σαν κόμπος στον λαιμό μου. Δύο κεφάλια, ξεριζωμένα από τον κορμό τους, έστεκαν σαν τρόπαια πάνω στο τραπέζι. Από τα μάτια φαινόταν μόνο το λευκό και το στόμα είχε στραβώσει. Το δέρμα ωχρό, κέρινο. Αίμα ποτάμι κυλούσε πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Δεξιά του τραπεζιού βρισκόταν τα σώματά τους. Ξεκοιλιασμένα κι αυτά, με τα έντερα να κρέμονται από τις ξεσκισμένες σάρκες τους. Μια ξινίλα μου ανέβηκε στο στόμα και άδειασα το στομάχι μου στο πλάι. Και τότε άκουσα το γέλιο του. Αρρωστημένο. Ήρθε μπροστά μου και με κοίταξε. Ούτε το βλέμμα του δεν άντεχα. Το μόνο που μου βγήκε από το στόμα ήταν ένα άψυχο «Γιατί;». Η απάντηση ήταν σαν μαχαιριά στο κέντρο της καρδιάς. Ήταν ο πατέρας μου…

 

Με πλησίασε. Τα χέρια του ήταν άλικα από το αίμα το συγγενικό. Τα μάτια του πυρακτωμένα από το μεθύσι και το μίσος. Ένιωσα το δυνατό του χέρι στο μάγουλό μου να με ξεσκίζει. Πήρε το μαχαίρι από το πάτωμα. Έσταζε αίματα. Έκλεισα τα μάτια, περιμένοντας το τέλος μου. Δεν ήρθε. Θα το προτιμούσα! Μου στέρησε κάτι άλλο. Πιο σημαντικό για μένα. Έκοψε το σκοινί από τα πόδια μου. Άρχισα να κλωτσάω. Αντέδρασε με μια μπουνιά. Ζαλίστηκα. Σαν εφιάλτη θυμάμαι την συνέχεια. Το παντελόνι μου να κατεβαίνει με ορμή. Το εσώρουχό μου να σκίζεται με λύσσα. Ο αντρισμός μου να χάνεται σε μια στιγμή, από έναν άντρα που είχε το χρίσμα του ανθρώπου, το όνομα του πατέρα μου. Όλα έσβησαν…

 

Δεν ξέρω πόση ώρα είχα μείνει εκεί. Όταν άνοιξα τα μάτια άκουσα το ροχαλητό του. Ήμουν πεσμένος στο πάτωμα με τα χέρια μόνο δεμένα στην πλάτη της καρέκλας. Κοίταξα στον τοίχο πίσω μου. Ο λυτρωτής μου ήταν εκεί. Με περίμενε. Σύρθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και έφτασα στο τσεκούρι μου. Κύλισα το σώμα μου και τα χέρια μου βρέθηκαν στην κόψη του μετάλλου. Τα έτριψα εκεί και το σκοινί κόπηκε. Σηκώθηκα όρθιος και, τρεκλίζοντας από την ζαλάδα, έπιασα στο χέρι μου το όπλο μου. Τον πλησίασα. Ήθελα να με δει πριν φύγει από τον μάταιο ετούτο κόσμο που τον ξέρασε. Τον κλώτσησα με δύναμή. Είμαι πλέον σίγουρος πως το τελευταίο που αντίκρισαν τα μάτια του ήταν το χαμόγελό μου…

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

[Γμτ! Στον πανικό μου βγήκε mainstream.]

 

Κατεβήκαμε μαζί με τον ηγούμενο στις κατακόμβες. Εκεί είχε βρεθεί νεκρό το τελευταίο θύμα αυτής της περίεργης υπόθεσης. Οκτώ μοναχοί νεκροί μέσα σε έναν μήνα, όλοι με την καρωτίδα τους ξεριζωμένη. Είχαν δαγκωθεί και κατασπαραχτεί βίαια. Ήταν παράλογο, αλλά οι νεκροψίες ήταν σαφείς: ο φονιάς ήταν άνθρωπος, όχι κάποιο άγριο ζώο. Και το παράλογο είχε μια πρόσθετη υποσημείωση. Την έβλεπα ολόγυρα μου όπως διασχίζαμε τους μουχλιασμένους διαδρόμους.

 

Οι σκελετοί στις κρύπτες έχασκαν με φαφούτικα στόματα, ούτε ένα δόντι για δείγμα. Το αυστηρό τάγμα των Αφρόνων θεωρεί το χαμόγελο, μαζί με τόσα άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μεγάλο αμάρτημα. Τον παλιό καιρό αφαιρούσαν τα δόντια των μοναχών μετά θάνατο. Ήταν ανεπίτρεπτο, όπως έλιωνε η σάρκα, να αφήσουν τις κάρες να μειδιούν στην αιωνιότητα με τις νεκρικές τους μουτσούνες. Μετά, ορισμένοι ευσεβείς ιερωμένοι ξεκίνησαν την παράδοση της αφαίρεσης των δοντιών εν ζωή, πράξη που από απλή μίμηση κατέληξε σε νέα παράδοση. Είχαμε λοιπόν ένα απομονωμένο μοναστήρι, οκτώ νεκρούς, δώδεκα ακόμα μοναχούς χωρίς δόντια, και άρα κανέναν ύποπτο.

 

Ο όγδοος νεκρός ήταν το πρώτο πτώμα της υπόθεσης που αντίκριζα. Με είχαν καλέσει οι ντόπιες αρχές να ρίξω μια ματιά στην υπόθεση, αφού τους ήταν αδύνατο να καταλήξουν σε κάποιο συμπέρασμα. Κι αυτός είχε σκοτωθεί με τον ίδιο τρόπο. Τον είχαν δαγκάσει στο λαρύγγι, του είχαν ξεριζώσει ολόκληρο κομμάτι και ο άνθρωπος είχε πεθάνει από την αιμορραγία. Τώρα ήταν ξαπλωμένος στο υγρό έδαφος της κατακόμβης, με τα μάτια του γουρλωμένα να αντικρίζει το κενό.

«Μεγάλη έκπληξη» είπα.

«Πωθ είπατε;» ρώτησε ο ηγούμενος.

«Λέω, έχει μεγάλη έκπληξη το επιθανάτιο βλέμμα του. Πιθανό να γνώριζε τον φονιά του.»

«Λέτε; Μα δεν μπορεί να είναι κάποιοθ από μαθ.»

«Υπάρχει τρόπος να μπει κάποιος απ’έξω στο μοναστήρι;»

«Χωρίθ να τον αντιληφθούμε; Υπάρχουν θρύλοι για μυθτικά περάδματα, αλλά ποιοθ θα ήθελε το κακό μαθ; Ποιοθ;»

 

Το φεγγάρι στον ουρανό ήταν μισό, καθίσαμε με τον ηγούμενο δίπλα στο πηγάδι της εσωτερικής αυλής. Σκύβοντας ελάχιστα μπορούσα να δω την υγρή επιφάνεια του νερού στον πάτο.

«Το πηγάδι μας χαμογελάει πάτερ» είπα.

«Ορίθτε;»

«Ήταν κάτι που έλεγε ο αδελφός μου. Είχαμε ένα πηγάδι στο πατρικό μας, στο χωριό. Η αντανάκλαση της σελήνης στον πάτο μοιάζει με χαμόγελο.»

Ο ηγούμενος γύρισε από την άλλη και έφτυσε στο έδαφος. Τα χείλη του πλατάγιασαν χαλαρά, σχεδόν κωμικά.

 

«Τα δόντια είναι αθώα ξέρετε ηγούμενε» είπα. «Δεν θέλω να σας προσβάλλω, αλλά δεν ευθύνονται για το χαμόγελο. Τα γυμνά κρανία ίσως να δίνουν την εντύπωση ότι χαμογελούν, οι ζωντανοί όμως μπορούν να σκάσουν ένα χαμόγελο χωρίς καν να ανοίξουν τα χείλη τους. Ένας μοναχός σας μου χαμογέλασε σήμερα το πρωί.»

«Ποιοθ;»

«Δεν έχει σημασία. Του ξέφυγε. Είναι ανθρώπινο.»

«Απαράδεκτο.»

«Για σας, ίσως. Ρώτησα όμως και έμαθα, πολλοί από τους νεότερους μοναχούς είχαν μια άλλη κοσμοθεωρία για το τι θεωρείται “απαράδεκτο” στο τάγμα σας. Οι περισσότεροι από αυτούς συμπεριλαμβάνονται στους οκτώ νεκρούς που μας απασχολούν. Δεν χρειαζόντουσαν τα δόντια τους για να χαμογελούν, έτσι δεν είναι;»

 

Γύρισα προς τον ηγούμενο και του άστραψα ένα χαμόγελο. Απέστρεψε αμέσως το βλέμμα του αηδιασμένος.

«Θαθ παρακαλώ, μην το κάνετε αυτό!»

«Μα δεν είναι τόσο τρομερό.»

«Μη.»

«Καλώς. Θέλω όμως να μου κάνετε μια χάρη. Μπορείτε να μου δείξετε το περιεχόμενο της τσέπης σας; Αυτό το κροτάλισμα όσο διασχίζαμε τις κατακόμβες μου δημιούργησε κάποιες υποψίες που θέλω να καθησυχάσω.»

«Υποπθίεθ;»

 

Σηκώθηκα και πλησίασα το πηγάδι. Είχα τον ηγούμενο πίσω από την πλάτη μου, δίνοντας του αρκετή απόσταση για να νιώσει άνετα για την επόμενη του κίνηση. Τον άκουσα να ψαχουλεύει την φόδρα του ράσου του, ξανά το κροτάλισμα, και το υγρό πλατάγιασμα των χειλιών καθώς μπούκωνε το στόμα του.

«Το πηγάδι όντως μας χαμογελάει» είπα.

Το σούρσιμο στο γρασίδι ήταν γρήγορο και ανεπαίσθητο. Μέτρησα βιαστικά ως το τρία και κάνοντας άκρη κατάφερα μια τρικλοποδιά στον ηγούμενο. Μόνο για λίγα δευτερόλεπτα άστραψε η μασέλα με τα κοφτερά σαγόνια στο φως του μικρού φεγγαριού, πριν χαθεί βουβά ο φονιάς της μονής στον πάτο του πηγαδιού.

 

Μετά το σύντομο πλατσούρισμα το χαμόγελο στο νερό τρεμούλιασε, πιθανό και να γελούσε, όπως θα έλεγε κάποτε ο αδελφός μου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Zaratoth

Για ένα χαμόγελο (1263 λέξεις)

 

 

~~~~

(για όσους δεν μπορούν να ανοίξουν word)

Ο χειμώνας ήταν πάντα βαρύς στα Βουνά των Γιγάντων. Το χιόνι έφτανε και τοένα μέτρο σε βάθος και το χωριό κινδύνευε να αποκλειστεί από τον υπόλοιποκόσμο. Το μόνο που στεκόταν εμπόδιο σε αυτό ήταν οι συντονισμένες προσπάθειεςόλων των ατόμων του χωριού μαζί με ειδικούς απεσταλμένους του Βασιλιά με ειδικήαποστολή να κρατούν τους δρόμους καθαρούς για να έρχονται προμήθειες όλη τηδιάρκεια του χειμώνα.

 

Φέτος τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά. Αγαπούσα και μισούσα το χειμώνα.Μου άρεσε το κρύο, η λευκότητα και η απαλότητα του χιονιού, η ομορφιά ενόςχιονισμένου τοπίου. Η Μιλένα όμως πάθαινε κατάθλιψη.

Η Μιλένα είναι η γυναίκα μου.Γνωριστήκαμε πριν δέκα χρόνια στην πρωτεύουσα. Είχα κατέβει από το χωριό μου τοκαλοκαίρι για να εμπορευτούμε αγαθά κατά τη διάρκεια της ετήσιας γιορτής τουΜεσοκαλόκαιρου. Ήρθε μαζί με τους γονείς της στον πάγκο που είχαμε στήσει. Απότην πρώτη στιγμή που την είδα με μάγεψε. Είχε μέτριο ανάστημα, καστανόξανθαμαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση της και όμορφα καστανά μάτια. Αυτό που μεμάγεψε ήταν το χαμόγελό της. Το πιο ωραίο χαμόγελο που είχα δει μέχρι τότε στηζωή μου.

 

Μείναμε στην πρωτεύουσα για περίπου δυο βδομάδες, οπότε καταφέραμε ναγνωριστούμε. Λίγο πριν φύγουμε πήγα στους γονείς της και τους ζήτησα το χέριτης κόρης τους. Στην αρχή ήταν διστακτικοί, αλλά μαζί με τη Μιλένα καταφέραμενα τους πείσουμε να συμφωνήσουν.

 

Όταν επιστρέψαμε στο χωριό, έγιναν οι γάμοι μας. Οι γονείς της, που είχανέρθει μαζί μας, έφυγαν μετά από ένα μήνα. Και μείναμε μόνοι μας, στο σπίτι μας.Τότε χαμογελούσε συνέχεια. Και όσο χαμογελούσε εγώ ήμουν χαρούμενος.

 

Ο πρώτος χειμώνας ήταν ταυτόχρονα και η πρώτη σοβαρή δοκιμασία για τηΜιλένα. Έχοντας συνηθίσει το ζεστό κλίμα της πρωτεύουσας στην αρχή ξαφνιάστηκεκαι ενθουσιάστηκε με το χιόνι, το οποίο είχε απλώς ακουστά. Και χαμογελούσε. Τοχαμόγελο γρήγορα έγινε μειδίαμα καθώς το κρύο όσο πήγαινε και γινότανπερισσότερο. Τα πρώτα χρόνια δεν έλεγε τίποτα, περισσότερο για χάρη μου. Τατελευταία χρόνια άρχισαν τα παράπονα. Δεν ήταν φτιαγμένη για το κρύο. Και τοχαμόγελο χάθηκε.

 

Προσπαθούσα καιρό να επαναφέρω αυτό το χαμόγελο, το οποίο ήταν η ζωή μουαπό τη στιγμή που τη γνώρισα. Ρωτούσα εμπόρους, ταξιδιώτες… Κανένας δεν ήξερεκάτι. Κάποιοι επιτήδειοι βλέποντας την αγωνία μου με ξεγέλασαν με γιατροσόφιατα οποία δεν είχαν καμιά επίδραση.

 

Μια μέρα ένας ταξιδιώτης μου ανέφερε πως στο δάσος που βρισκόταν σεαπόσταση τεσσάρων ημερών νοτιότερα του χωριού ζούσε ένας ερημίτης ο οποίοςγνώριζε πολλά φυτά και έφτιαχνε με αυτά μαγικά φίλτρα και αλοιφές θαυματουργές.Πίστευε πως θα ήταν καλή ιδέα να πάω να τον ρωτήσω αν μπορούσε να με βοηθήσειστο πρόβλημά μου.

 

Πήγα στη Μιλένα και της είπα τα νέα. Εκείνη κατσούφιασε αλλά δέχτηκε ναπάμε μαζί στο δάσος. Τη βοήθησα να ανέβει στο άλογο που είχαμε, έπιασα ταγκέμια και το οδηγούσα στο μονοπάτι. Ο δρόμος ήταν δύσκολος και γλιστερός, αλλάοι άνθρωποι του Βασιλιά είχαν κάνει καλή δουλειά και δεν είχε κλειστεί από τοχιόνι. Περπατούσαμε όλη τη μέρα με διαλείμματα για μεσημεριανό και βραδινό. ΗΜιλένα είχε μπλαβίσει από το κρύο, όμως δεν παραπονιόταν γιατί ήξερε πως όλααυτά γίνονταν για χάρη της. Έσφιγγε τα δόντια, τυλιγόταν στα ρούχα της όσοκαλύτερα μπορούσε και η πορεία συνεχιζόταν.

 

Με το τέλος της τρίτης μέρας φτάσαμε στην αρχή του δάσους. Σταματήσαμε γιατη νύχτα, φάγαμε και κοιμηθήκαμε. Το επόμενο πρωί μας ξύπνησε ένας ευγενικόςχαιρετισμός. Σηκώθηκα γρήγορα και είδα έναν ιππότη του Τάγματος της ΓαλάζιαςΦλόγας. Αυτό το ιπποτικό τάγμα ήταν ορκισμένο να βοηθά τον κόσμο και να πολεμάτα διάφορα τέρατα που υπήρχαν στο βασίλειο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που οΜέγας Στρατηγός ήταν ο Πιότρ Λέζινκ το βασίλειο ήταν πιο ασφαλές από ποτέ, χάρηστις συχνές περιπολίες των ιπποτών.

 

Ο ιππότης, που τον έλεγαν Μπιόρμιρ, προθυμοποιήθηκε να μας συνοδεύσει στονερημίτη. Εμείς, ανακουφισμένοι για την προστασία που θα μας προσέφερε,δεχτήκαμε αμέσως. Αργά το απόγευμα φτάσαμε μπροστά από μια ξύλινη καλύβα.Χτυπήσαμε την πόρτα και μας άνοιξε ένας φαλακρός ηλικιωμένος άνθρωπος. Ήτανντυμένος με απλά μάλλινα ρούχα και είχε μια λευκή γενειάδα. Μας χαμογέλασε καιμας είπε να περάσουμε. Μας προσέφερε ένα ζεστό ποτό φτιαγμένο από διάφοραβότανα που μάζευε. Ήταν πολύ καλό. Μας χαλάρωσε και μας ζέστανε.

 

Όταν του είπαμε το λόγο για τον οποίο είχαμε έρθει σοβάρεψε. Ζήτησε από τηΜιλένα να πάει στο δωμάτιό του και να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Εξέτασε το σώμα τηςενώ εγώ ήμουν δίπλα της και της χαμογελούσα ενθαρρυντικά. Όσο περνούσε η ώρα οερημίτης γινόταν όλο και πιο ανήσυχος.

 

Μόλις τελείωσε την εξέταση σηκώθηκε όρθιος και μας είπε ότι η Μιλένα πάσχειαπό μια σπάνια ασθένεια. Το σώμα της έχει μηδενική αντοχή στο κρύο. Ήταν πολύτυχερή που δεν γεννήθηκε στα βουνά γιατί δεν θα ζούσε για πολύ ως βρέφος.Υπήρχε μόνο ένα γιατρικό. Έπρεπε να αναμειχθούν κάποια θεραπευτικά βότανα μαζίμε το αίμα κάποιου που αγαπά πολύ τον άρρωστο.

 

Πριν προλάβει να τελειώσει προχώρησα προς το μέρος του και του είπα πωςείμαι διατεθειμένος να δώσω μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός μου γιανα γίνει καλά η Μιλένα.

 

Χαμογέλασε αχνά κάτω από τη γενειάδα του και με πήγε στην αποθήκη που είχεπίσω από την καλύβα. Εκεί είχε ένα τραπέζι αρκετά μεγάλο για να ξαπλώσει πάνωτου ένας άνθρωπος. Μου ζήτησε να ξαπλώσω και με έδεσε με μερικά πέτσινα λουριά.Άνοιξε ένα φιαλίδιο και το έβαλε κάτω από τη μύτη μου. Όλα σκοτείνιασαν.

 

Ξύπνησα το επόμενο βράδυ. Βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ερημίτη. ΗΜιλένα ήταν στο προσκέφαλό μου και μου χαμογελούσε γλυκά και με ανακούφιση.Στην αρχή ήμουν τόσο ζαλισμένος που δεν το πρόσεξα. Όταν με αγκάλιασε καιάρχισε να με φιλά κλαίγοντας κατάλαβα την αλλαγή. Είχα να τη δω έτσι πολλάχρόνια.

 

Πήγα να σηκωθώ αλλά παραλίγο να πέσω κάτω. Ξαφνιάστηκα με την αδυναμία μου.Ο ερημίτης, ο οποίος ήταν σε μια γωνιά του δωματίου και δεν το είχα προσέξειμέχρι τότε, μου είπε πως χρειάστηκε πολύ περισσότερο αίμα από όσο είχευπολογίσει. Παραλίγο να πεθάνω στην επέμβαση που μου έκανε! Όλα πήγαν καλά,χάρη στη γνώση του Μπιόρμιρ πάνω σε πληγές. Είχε καταφέρει να σώσει αρκετούςσυντρόφους του από ακατάσχετη αιμορραγία.

 

Ένιωθα υπόχρεος απέναντι στον ιππότη που μου έσωσε τη ζωή, αλλά ακόμαπερισσότερο στον ερημίτη που κατάφερε να επαναφέρει το χαμόγελο στη Μιλένα, τοοποίο για μένα ήταν πιο σημαντικό από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.

 

Φύγαμε την επόμενη μέρα. Με τοποθέτησαν πάνω στο άλογο, καθώς ήμουν πολύαδύναμος ακόμα για να περπατήσω και ταξιδέψαμε σιγά σιγά για το χωριό. Η Μιλέναχαιρόταν την κάθε στιγμή. Έπαιζε με το χιόνι, έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα καιγελούσε!

 

Οι χωρικοί απόρησαν και χάρηκαν ταυτόχρονα με την αλλαγή αυτή. Μεσυγχάρηκαν πολλές φορές που κατάφερα να την κάνω χαρούμενη, και ακόμαπερισσότερο όταν έμαθαν για την ασθένειά της και τον παρολίγο θάνατό μου, καιμου ευχήθηκαν να μην μας συμβεί κανένα άλλο κακό.

 

Όταν μείναμε επιτέλους μόνοι μας, η Μιλένα με ευχαρίστησε με τη σειρά τηςγια όλα αυτά που είχα κάνει γι’αυτήν και ζήτησε συγνώμη για όλα όσα μου είχεκάνει αυτά τα χρόνια. Όταν της είπα πως δεν έχω κάτι να συγχωρήσω και πως όλααυτά τα έκανα γιατί την αγαπούσα πραγματικά με αντάμειψε με ένα πολύ γλυκόχαμόγελο, πιο όμορφο και από την πρώτη φορά που την είδα. Δεν μπορώ ναπεριγράψω πόσο χαρούμενος ένιωσα εκείνη τη στιγμή.

 

Τα χρόνια πέρασαν, αποκτήσαμε παιδιά και εγγόνια, και το χαμόγελο υπάρχειακόμα. Συνηθίζαμε να λέμε την περιπέτειά μας στα εγγόνια μας. Δεν ήταν σαν τιςιστορίες με τους ιππότες που σώζουν πριγκίπισες από τέρατα, αλλά τους άρεσεπολύ. Κάθε χειμώνα ζητούσαν να την ακούνε αρκετά συχνά. Της έδωσαν και όνομα.«Για ένα χαμόγελο»….

 

Για ένα χαμόγελο.doc

Edited by Zaratoth

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Ο Ερχομός του Θέρους

 

 

 

«Κι αφού τα ανακατέψεις καλά καλά, να γίνουν χυλός, τρως μια μεγάλη μπουκιά και χαμογελάς, τα άλλα γίνονται μόνα τους έπειτα. Εύκολο δεν είναι;»

 

Όχι, δεν ήταν.

 

Το να μαζέψει τα ματζούνια μέσα στα χιόνια, να τα ξεχωρίσει σωστά, να βγάλει τα λάθος μέρη, να τα λούσει με ακριβώς εβδομήντα εφτά σταγόνες θαλασσινού νερού και ύστερα να τα ξεράνει στον πουνέντε κι η Ραουρα να τα βλέπει μόνο εφτά στιγμές πριν δύσει ήταν εύκολα. Θα της έπαιρνε όλες τις μέρες μέχρι τη γιορτή του αποχωρισμού μα δε θα της δημιουργούσε κανένα πρόβλημα να τα ετοιμάσει γιατί ήταν σωστά εκπαιδευμένη μάγισσα της Εδέρκιας και είχε έρθει η ώρα να πάρει τη θέση της στη σύναξη.

 

Δεν ήξερε να χαμογελάει. Η Ξιρξ ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών βέβαια, αλλά συνήθως τα παιδιά γελάνε από φυσικού τους. Ε, εκείνη δεν είχε χαμογελάσει ποτέ. Σίγουρα θα μπορούσε να μιμηθεί τη γκριμάτσα, αλλά αυτά τα ξόρκια είναι δύστροπα και καταλαβαίνουν το συναίσθημα από τα μέσα σου και δε θα έπιανε. Κι όχι μόνο δε θα έπιανε, μα η Ξιρξ θα γινόταν και ρεζίλι. Θα ήταν η πρώτη ταξιδεύτρα που δε θα κατάφερνε να λάμψει και να βοηθήσει τον πάγο να λιώσει, να χωριστούν τα νησιά του Βορρά και να έρθει επίσημα στον τόπο το καλοκαίρι.

 

Το καλοκαίρι δε θα ερχόταν και θα έφταιγε εκείνη για αυτό κι αυτό την έκανε να κατσουφιάζει ακόμα περισσότερο καθώς έσκαβε κι έσκαβε μέσα στα όψιμα χιόνια, σιγά σιγά κι απαλά με τα λιγνά της χέρια για να μαζέψει τα βοτάνια χωρίς να τα χαλάσει.

 

Το καλοκαίρι δε θα ερχόταν γιατί εκείνη ήταν μια στριφνή, κατσούφα που δεν ήξερε να δείξει λίγο τα δόντια της στον κόσμο έχοντας μια υποτυπώδη καλή διάθεση.

 

Το καλοκαίρι δε θα ερχόταν γιατί αν όλες δεν έλαμπαν σαν μικρός ήλιος, ο κύκλος θα ήταν λειψός κι η πράσινη σελήνη, η πρώτη ολόγιομη του καλοκαιριού που κάτω από τη χάρη της είχε γεννηθεί κι η Ξιρξ, δε θα τις βοηθούσε να λιώσουν τα χιόνια.

 

«Τι θα πει δεν ξέρεις να χαμογελάς βρε συ;» την είχε ρωτήσει η Ζέρσια, η δασκάλα της. Και στο κατσούφιασμα που ακολούθησε την ερώτησή της είχε γελάσει δυνατά λες για την κοροιδέψει κι άλλο. Ύστερα την είχε κοιτάξει ζεστά, με υπέροχο στοργικό χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπό της –να αυτό θα ήταν ένα υπέροχο δείγμα για να το αντιγράψει- και της είχε πει: «Φυσικά και ξέρεις να χαμογελάς. Όλοι μπορούν κι όλοι ξέρουν. Απλά δεν έχεις βρει ακόμα εκείνο που θα σε κάνει να χαμογελάσεις. Μα όταν θα τό ‘βρεις τα χαμόγελά σου θα είναι πιο λαμπερά κι από της Ράρουα το φως, πιο γλυκά από της Ερέρκιας την πορτοκαλιά λάμψη, πιο ευωδιαστά κι από τα ρόδα που φυτρώνουν στη γη της Εσπερίας. Θα δεις… θα δεις…»

 

Μα η Ξιρξ μαζεύοντας βότανα και λιώνοντας και βρέχοντας και ξαπλώνοντάς τα στο φως της Ράουρας εφτά στιγμές πριν δύσει κάθε μέρα, δεν έβλεπε. Μόνο προβληματιζόταν ακόμα πιο πολύ, μόνο ξίνιζε και ζάρωνε τη μύτη της σε κάθε αγκαθάκι που έμπαινε στο μαλακό της δέρμα, μόνο σούφρωνε τα τριανταφυλλί χειλάκια στο άκουσμα κάθε ανθρώπινης φωνής.

 

Η αλήθεια είναι πως δε χρειάστηκε ποτέ να χαμογελάσει σε κανέναν. Είχε χρειαστεί να κλάψει, δηλαδή δεν είχε χρειαστεί ακριβώς, όμως είχε αναγκαστεί να κλάψει όταν τα μάτια της και η μύτη ξεχείλισαν από ζουμιά κάποτε παιδάκι όταν είχε χάσει τους γονείς της μετά την επανάσταση της Ανατολής. Είχε χρειαστεί να σουφρώσει τα χείλη της και να σφίξει το πιγούνι της, είχε αναγκαστεί να αισθανθεί αυτοπεποίθηση, δύναμη, πόνο, οργή. Πολύ οργή. Υπέρμετρα πολύ οργή. Κι όλα τούτα τα θυμόταν σαν υποκριτής σε θίασο και μπορούσε να τα αναπαράγει τέλεια για να τα χρησιμοποιήσει σε κάθε περίσταση που θα της φαίνονταν χρήσιμα. Όμως, ήταν σίγουρη, δεν είχε ποτέ της χρειαστεί να χαμογελάσει, δεν είχε μνήμη από κάτι τέτοιο, δεν είχε μνήμη από χαρά, επιβεβαίωση, στοργή, συμπάθια. Τίποτα από αυτά που μπορούν να προκαλέσουν αυτή την αναθεματισμένη γκριμάτσα δε μπορούσε να θυμηθεί.

 

Κι έτσι, μάζευε τα βοτάνια, τα ράντιζε, τα στέγνωνε και αγχωνότανε. Στιγμή με τη στιγμή, λεπτό με το λεπτό, όλο και περισσότερο. Κι ανασκάλευε στη μνήμη της εικόνες, εκείνη όρθια στον τάφο των γονιών χειμώνα με τον άνεμο να λυσσομανά, εκείνη καθιστή στον τάφο των γονιών καλοκαίρι, ξαπλωμένη επάνω στο λιγοστό χορτάρι, εκείνη να πηγαίνει στον τάφο των γονιών της πριν τη γιορτή του Αποχωρισμού, εκείνη να γυρνά από τον τάφο των γονιών της μετά το τέλος του πανηγυριού της Ένωσης.

 

Κάποτε κόντεψαν οι μέρες και οι εορτασμοί αρχίνησαν. Οι νομαδικές φυλές της Γης του Ψύχους άρχισαν να μαζεύονται γύρω από τη μεγάλη τους πρωτεύουσα, την Εσκ, που χρόνο με το χρόνο χαλούσε το καλοκαίρι και την ξανασμίλευαν στον πάγο του χειμώνα. Μαζεύονταν όλοι μαζί για να αποχαιρετιστούν για τους εφτά μήνες που θα περνούσαν χώρια, να ανταλλάξουν προμήθειες και να σιγουρευτούν πως κάθε φατριά έχει γερά σκαριά που να μπορούν να διασχίσουν τις παγωμένες θάλασσες, να δουν τα πρόσωπα των άλλων κι απλά να γλυκαθούν. Κι η Ξιρξ ήξερε πως όλα τούτα ήταν ανώφελα γιατί το καλοκαίρι φέτος δε θα ερχόταν, εκτός κι αν εκείνη εύρισκε έναν τρόπο για να βγάλει ένα και μοναδικό χαμόγελο.

 

Η δασκάλα της δεν έδειχνε να ανησυχεί διόλου. Κάθε που της το ξαναέλεγε εκείνη απλά χαμογελούσε –πράγμα που την Ξιρξ την εκνεύριζε ακόμα περισσότερο και της επαναλάμβανε «θα είσαι έτοιμη, θα δεις, έννοια σου».

 

Τα βοτάνια της ήταν έτοιμα, ζουλιγμένα και ξεραμένα με σχολαστικό τρόπο, δεμένα μεταξύ τους με ευχές. Εκείνη δεν ήταν. Τις τελευταίες μέρες περνούσε όλο το χρόνο της σε ένα ξέφωτο στις παρυφές του μεγάλου δάσους έξω από την Εσκ, καθισμένη πάνω από μια μικρούλα λίμνη, προσπαθώντας να χαμογελάσει στον εαυτό της. Οι γκριμάτσες της έμοιαζαν γελοίες, τα χείλη της στράβωναν περίεργα, η μύτη της σούφρωνε και κάθε μέρα, τη μία πίσω από την άλλη κατέληγε να κλαίει. Προσπαθούσε να θυμηθεί και να δει μπροστά της εικόνες από τους δικούς της πριν να πεθάνουν. Μάταια. Δε μπορούσε να σκαλίσει τη μνήμη της εκεί, δεν υπήρχε τίποτα εκεί προηγουμένως, μόνο το κενό. Και στο κενό κανείς δε μπορούσε να χαμογελάσει.

 

Κάποτε έφτασε η ώρα να βράσουν τα μαντζούνια, να μαζευτούν και να κάνουν το τελετουργικό του ερχομού του Θέρους. Οι άλλες Ταξιδεύτρες μιλούσαν χαρούμενα μεταξύ τους, κάποιες σιγομουρμούριζαν παλιούς σκοπούς καθώς ανακάτευαν τα μαντζούνια τους και όλες μα όλες όταν το βλέμμα τους διασταυρωνόταν με το δικό τους της χαμογελούσαν γλυκά. Η Ξιρξ ήταν περίλυπη. Κι ακόμα περισσότερο που δε μπορούσε ούτε να κλάψει γιατί ήξερε πως αν ανακάτευε κλαίγοντας τα δάκρυά της θα χαλούσαν τη μαρμίτα και το ξόρκι θα έκοβε.

 

Το πλήθος των βορείων ήταν συγκεντρωμένο γύρω τους κι από παντού ακούγονταν χαλαρές και ευχάριστες συζητήσεις. Είχαν όλα γίνει. Ήταν έτοιμοι για τον Αποχωρισμό. Έμενε μόνο ένα απλό πράγμα, να καλέσουν εκείνες το Θέρος.

 

Η δασκάλα της η Ζέρσια κάποτε την κάλεσε να πάρει τη θέση της στον κύκλο. πήρε μαζί της την μπουκιά της και κατάφερε με μεγάλο κόπο να σύρει ως εκεί τα βήματά της. Αισθανόταν όλο το βάρος του κόσμου καθισμένο στους ώμους της να το σέρνει μαζί της σε κάθε ένα από τα λίγα βήματα που είχε να κάνει. Πήρε τη θέση της και το τραγούδι του Θέρους άρχισε καθώς η ολόγιομη πράσινη σελήνη μόλις άρχιζε να φαίνεται πίσω από τα βουνά της ανατολής. Η Ξιρξ το τραγουδούσε προσπαθώντας να μην κλάψει, προσπαθώντας να μην πεισμώσει, προσπαθώντας να μείνει τουλάχιστον ανέκφραστη, να μην τρέμει και απ’έξω της, έφτανε που έτρεμε μέσα της. Κι όταν κάποτε το τραγούδι έφτασε στο τέλος του και όλες τους έβγαλαν μια μεγάλη μπουκιά από τα τσουκάλια τους και την κράτησαν μπροστά τους, εκείνη κρατήθηκε να μην λιποθυμήσει από την αγωνία της και την έβαλε στο στόμα της κρατώντας τα μάτια της κλειστά.

 

Για λίγες αιώνιες στιγμές τίποτα δεν έγινε. Τίποτα δεν άλλαξε. Ύστερα άρχισε να ακούει το σούσουρο του κόσμου ξανά, φωνές, φωνές που μάλλον ήταν χαρούμενες κι ύστερα τη φωνή της Ζέρσια: «άνοιξε τα μάτια σου μικρή μου.»

 

Η Ξιρξ τόλμησε να την ακούσει κι εκείνο που είδε ξεπέρασε κάθε φαντασία της. Οι εφτά Ταξιδεύτρες έλαμπαν με ένα γλυκό ανοιχτοπράσινο φως, και οι εφτά. Τόλμησε να ρίξει μια ματιά προς το σώμα της και, ναι, το φως πήγαζε και από την ίδια, και μαζευόταν πάνω τους, στροβιλιζόταν περήφανο στο νυχτερινό ουρανό, έμοιαζε να να το παρέσερνε ο άνεμος σε μέρη του, μα τελικά έφτανε ως πάνω ψηλά, πάρα πολύ ψηλά, στην πράσινη Λουάνη του ουρανού που μεσουράνιζε περήφανη και ζεστή όσο ποτέ.

 

Η Ξιρξ αισθανόταν τα μάγουλα κάπως κοντά στα μάτια της, αισθανόταν δάκρια να κυλούν πάνω τους, μα δεν ακολουθούσαν τη συνήθη πορεία τους επάνω τους. Αισθανόταν τα χείλη της μισάνοιχτα και γευόταν το δροσερό ακόμα νυχτερινό αεράκι μαζί με την αλμύρα των δακρίων της που κατέληγαν στο στόμα της από κάποια περίεργη γωνία. Κι ύστερα, λίγο ακόμα πιο μετά το συνηδειτοποίησε. Χαμογελούσε. Έστω δακρυσμένα. Όχι από χαρά, όχι ευχαρίστηση, μα από ανακούφιση. Χαμογελούσε.

 

Η Ζέρσια της έκλεισε το μάτι και η Ξιρξ έκλεισε τα μάτια της, χαμογέλασε ακόμα πιο πολύ και έλαμψε, έλαμψε όσο κι η Λουάνη πάνωθέ της.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευθυμία, τα κενά, φτιάξε τα κενά!!!

 

Να, βρε, είχα χρόνο και πρόλαβα. θενκς!friends.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ

 

Την κοίταξε με δυσπιστία. Κάθε βράδυ τα ίδια. Από τότε που αποφάσισαν να μείνουν μαζί δεν κατάφερνε να κοιμηθεί ποτέ τα βράδια. Την κοιτούσε και σκεφτόταν.

 

«Κάποια από αυτά μου ανήκουν».

 

Και όντως κάποια του άνηκαν, αλλά όχι όλα.

 

Την είχε γνωρίσει σε ένα πάρτι. Απόμακρη και σοβαρή, όμως πανέμορφη. Το δέρμα της πορσελάνινο, τα μαλλιά της σαν ζωγραφιστά από κάποιον αριστοτέχνη ζωγράφο να πέφτουν στους ώμους της. Τα μάτια της σε έκαναν να ξεχάσεις όσα μάτια είχες δει πριν στην ζωή σου. Ακόμα και της μάνας σου. Όμως ο Γιάννης ήταν πολύ ωραίο αγόρι και με θάρρος. Δεν κώλωσε. Την πλησίασε και της είπε με θάρρος.

 

«Μου αρέσεις».

 

Δεν ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να κάνει αλλά εκείνη την στιγμή το θάρρος είχε φύγει από το στόμα του μόλις αυτός το άνοιξε για να αρθρώσει αυτές τις λέξεις. Όμως η Νατάσα δεν χρειάστηκε περισσότερα. Του έπιασε το χέρι και τα υπόλοιπα γίνανε από μόνα τους. Πριν δύο μήνες έκλεισαν έξι μήνες μαζί. Της ζήτησε να έρθει να μείνει σπίτι του. Προς μεγάλη του χαρά δέχτηκε αμέσως. Τότε άρχισε το μαρτύριό του.

 

 

 

Η Νατάσα ήταν πάντα όπως την γνώρισε σε εκείνο το πάρτι. Σοβαρή. Πραγματικά πολύ σοβαρή. Δεν την είχε δει να χαμογελάει ποτέ. Το είχε δεχτεί. Ήταν το αντίτιμο που είχε δώσει για να την έχει. Το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκαν μαζί τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Την κοιτούσε να κοιμάται όπως όλοι οι ερωτευμένοι τα ταίρια τους που νομίζουν ότι είναι το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου. Όμως το δικό του θέαμα αν και πανέμορφο δεν του άρεσε καθόλου. Μέσα στην αταραξία του ύπνου της, έσκασε μύτη ένα μικρό μειδίαμα. Σταμάτησε. Ύστερα ένα ακόμα. Όλα αυτά μαζί προστέθηκαν και έγιναν ένα μεγάλο χαμόγελο λίγο αργότερα. Ένα τεράστιο ειλικρινές χαμόγελο. Ακόμα και τα τέλεια δόντια της φαινόντουσαν στο λιγοστό φως. Και εκεί που πίστευε ότι δεν υπάρχει κάτι χειρότερο, μικρά πνιχτά γελάκια άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα της. Τέτοια που δεν έβγαζε ούτε όταν έκανα έρωτα.

 

 

 

Στην αρχή νόμιζε πως τον απατούσε και έβλεπε τον άλλον στον ύπνο της. Την παρακολουθούσε για δύο βδομάδες ασταμάτητα. Τίποτα. Ήταν πιστή και ήταν πάντα σοβαρή. Κατόπιν προσπάθησε να την κάνει να χαμογελάσει όσο ήταν ξύπνια, μαζί του, έστω και εις βάρος του. Τίποτα. Πίστευε σιγά σιγά στην δική του ανικανότητα. Ήταν αποτυχημένος δεν μπορούσε να κάνει την κοπέλα που αγαπούσε τόσο πολύ να γελάσει έστω και μια φορά. Όμως αυτό μπορούσε να το κάνει. Την είχε δει. Στον ύπνο τη δεν μπορούσε να του κρυφτεί. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο σιγουρευόταν. Δεν τον αγαπούσε. Τον κορόιδευε. Αλλά γιατί ήταν μαζί του τότε; Τι ήθελε από αυτόν; Και το κυριότερο. Τι την έκανε να χαμογελάει έτσι;

 

 

 

*

 

 

 

«Οι ονειροπαγίδες παγιδεύουν τα άσχημα όνειρα και σου χαρίζουν έναν γλυκό ύπνο» είπε ο παχουλός χαμογελαστός τύπος στο μαγαζί. Το μέρος λεγόταν «ονειροπαγίδα» όνομα και πράγμα. Παντού ονειροπαγίδες, βιβλία ύπνωσης, διαλογισμού και βότανα για έναν ήσυχο ύπνο. Μπήκε μέσα σκεφτόμενος να πάρει κάτι για να κοιμηθεί. Τον τελευταίο καιρό δεν τα κατάφερνε καλά και όταν κοιμόταν τα όνειρά του είχαν μια γεύση από σίδερο και σκουριά. Πήρε ένα βάμμα για χαλάρωση και πλησίασε στο ταμείο. Ο παράξενα χαρούμενος παχουλός τύπος χαμογέλασε ακόμα πιο πλατειά αυτήν την φορά.

 

«Πρόβλημα ύπνου;»

 

Έγνεψε καταφατικά. Τα χαμόγελα τον ενοχλούσαν τον τελευταίο καιρό.

 

«Ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν χαμογελάς καθόλου. Σε έχω δει και άλλες φορές που πέρασες απ ‘έξω και ήσουν τόσο σκυθρωπός που έκανες εντύπωση».

 

«Τι μας λες και εσύ τώρα ρε φίλε. Άντε δωσ’ το μου να φύγω».

 

Ο χαμογελαστός τύπος έγινε λιγότερο χαμογελαστός. Ύστερα επανήλθε στην πρότερη κατάστασή του.

 

«Κατάλαβα προβλήματα με το αίσθημα» έκλεισε το μάτι με νόημα.

 

Έπιασε κάτω από τον πάγκο μια μικρή, τόση δα ονειροπαγίδα με τρία φτερά να κρέμονται από την βάση της.

 

«Πάρε αυτήν, θα σε βοηθήσει να παγιδέψεις το όνειρό σου. Είναι πολύ μικρή άρα λογικά θα χωράει μόνο ένα» είπε και ξέσπασε σε γέλια.

 

«Μπορώ να παγιδέψω το δικό της;» ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Γιάννης.

 

«Το δικό της; Μα σαφώς και μπορείς αρκεί να είναι κακό».

 

«Κακό για ποιόν;»

 

Ο παχουλός τύπος που πλέον δεν χαμογελούσε καθόλου αλλά φαινόταν να σκέφτεται πολύ τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.

 

«Λοιπόν νεαρέ, θα σου πω κάτι. Πάρε αυτήν εδώ την ονειροπαγίδα και αυτό το μικρό βιβλιαράκι. Αν όντως το θές πολύ και αυτά που πουλάω δεν είναι μούφες, τότε θα μπορέσεις να μπεις στο όνειρό της και να την καταλάβεις. Αν είναι κακό όπως λες τότε κράτα την ονειροπαγίδα πάνω από το κεφάλι της και θα το παγιδέψεις».

 

«Θα τα πάρω και το βάμμα επίσης».

 

 

 

Βγήκε έξω με νέο θάρρος. Μακάρι να έβγαζε κάποια άκρη με όλα αυτά τα μπιχλιμπίδια.

 

«Στο κάτω κάτω κάποια από τα χαμογελά της είναι δικά μου. Τα αξίζω» σκέφτηκε και προχώρησε γρήγορα για το σπίτι.

 

 

 

*

 

 

 

Αργούσε πολύ να νυχτώσει για να έρθει η Νατάσα από την δουλειά. Έβαλε σχεδόν το μισό βάμμα στο κουτάκι με το χυμό που είχε στο ψυγείο και ευχήθηκε να μην το καταλάβει. Όταν μπήκε στο σπίτι καθόταν στον καναπέ δήθεν μισοκοιμισμένος. Της είπε πως κουράστηκε πάρα πολύ στην δουλειά και έπρεπε να πάει να ξεκουραστεί το συντομότερο. Αυτή τον καληνύχτισε και πήγε να βάλει λίγο χυμό. Σε λίγο την άκουσε να έρχεται στο κρεβάτι με βαριά βήματα.

 

«Δούλεψε» είπε από μέσα του.

 

Όταν ήταν σίγουρος ότι αυτή κοιμόταν πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πήγε στην κουζίνα, έριξε το υπόλοιπο βάμμα στον χυμό που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι η Νατάσα και το ήπιε μονορούφι. Γύρισε και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι. Έβγαλε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει τα λόγια.

 

 

 

«Θα δω πέρα, θα δω πέρα

 

Πέρα από τα μάτια σου και μέσα στο όνειρό σου

 

Είμαστε διαφορετικοί αλλά θα γίνουμε ίδιοι

 

Πάρε με, στο όνειρό σου δέξου με

 

Θα γίνουμε ένα»

 

 

 

Ύστερα έπεσε άτσαλα στο κρεβάτι και κοιμήθηκε αμέσως. Ξύπνησε στο δωμάτιό του. Κατάλαβε ότι ήταν όνειρο όταν κοίταξε στον καθρέφτη απέναντι και είδε τον εαυτό του να κοιμάται. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά ένιωθε περίεργα. Πρώτη φορά είχε τόση συνείδηση σε όνειρο. Η μυρωδιά από σκουριά και σίδερο ήρθε πάλι. Γύρισε και την κοίταξε. Του φάνηκε πανέμορφη, κοιμισμένη. Ήθελε να της δώσει ένα φιλί. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα ενώ ακόμα κοιμόταν και ένα κύμα που έβγανε από αυτά παρέσυρε τον ονειρικό του εαυτό μέσα της. Ήταν επιτέλους στο όνειρό της. Εδώ δεν μύριζε σκουριά. Μόνο όμορφα αρώματα που συναντάει κανείς μόνο όταν είναι παιδί. Και καθώς σκεφτόταν αυτό είδε στο βάθος ένα ξανθό κοριτσάκι να γελάει και να παίζει. Πρέπει να ήταν πέντε με έξι χρονών. Δεν ήταν καθόλου σοβαρό και απόμακρο. Χαμογελούσε και έπαιζε με ένα μικρό μπλε φύλλο από ένα τεράστιο δέντρο στις ρίζες του οποίου καθόταν. Το πιο απλό παιχνίδι έδινε στο κοριτσάκι μεγάλη χαρά. Το φύσαγε, το έπιανε, το άφηνε, το ξαναφυσούσε. Πηδούσε γύρω γύρω και γελούσε υστερικά. Ένα ζεστό φώς υπήρχε παντού και οι μυρωδιές διαδέχονταν η μια τν άλλη και συναγωνίζονταν σε ομορφιά και νοστιμάδα. Ο Γιάννης που κατάλαβε ποιο ήταν αυτό το κοριτσάκι το πλησίασε σαν υπνωτισμένος, θέλοντας να γίνει και αυτός ένα σε αυτό το όνειρο. Το κοριτσάκι σταμάτησε, τον κοίταξε και χαμογέλασε. Αυτός άπλωσε με λαχτάρα παιδική τα χέρια του και έπιασε τα δικά της. Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαίει υστερικά και να τραβιέται πίσω. Δεν ήθελε να την αφήσει , ένας μεγάλος καταπιεσμένος θυμός άρχισε να βράζει μέσα του. Κοίταξε τα μικρά άσπρα χεράκια της, μύριζαν σκουριά, είχαν γίνει κρύα σαν σίδερο. Οι μυρωδιές έδωσαν την θέση τους στην σκουριά. Το άφησε και το κοριτσάκι έτρεξε τρομαγμένο αλλά δεν πρόλαβε να πάει πολύ μακριά. Σύντομα έπεσε κάτω καθώς είχε γίνει ολόκληρο ένα σιδερένιο σκουριασμένο άγαλμα. Άψυχο και ακίνητο. Το έδαφος στα πόδια του άρχισε να υποχωρεί. Έτρεχε πανικόβλητος. Σε μια απελπισμένη κίνηση πιάστηκε από τα κλαδιά του δέντρου. Η σκουριά το είχε φτάσει και το κλαδί έσπασε ρίχνοντάς τον στο άγνωστο.

 

 

 

*

 

Ξύπνησε μέσα στον ιδρώτα. Το κατάλαβα από τον καθρέφτη απέναντι του.

 

«Νατάσα» σκέφτηκε.

 

Δεν χαμογελούσε πια . Ήταν τόσο σοβαρή και αγέλαστη, σαν νεκρή . Σήκωσε αμέσως την ονειροπαγίδα πάνω από το κεφάλι της. Την κρατούσε εκεί όλο το βράδυ.

 

 

 

Πέρασαν δύο μήνες. Η Νατάσα δε ήταν πλέον τόσο όμορφη. Συνηθισμένη γλυκιά κοπέλα θα την έλεγες. Μιλάει, περπατάει, βγαίνει, δουλεύει, χαμογελάει. Ναι η Νατάσα χαμογελάει. Αλλά είναι ένα περίεργο κενό χαμόγελο που κάποιες φορές μυρίζει σκουριά. Τα βράδια κοιμάται βαθιά και δεν κουνιέται. Σαν νεκρή. Ο Γιάννης είναι λίγο πιο χαρούμενος τώρα. Θέλει να την παντρευτεί. Και κρατάει μια μικρή ονειροπαγίδα στο κάτω κάτω συρτάρι του κομοδίνου του.

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nirgal

Όχι τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά είπα να προσπαθήσω κι εγώ...

 

Οδυνηρές αναμνήσεις

 

 

Όταν πήρα για πρώτη φορά το χάπι ένιωσα ευχάριστα παράξενα. Ξαφνικά δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να με κάνει να νιώσω δυσάρεστα. Μέσα σε λίγα λεπτά οι άσχημες αναμνήσεις είχαν χαθεί.

 

Αρχικά είχα πιστέψει ότι το φάρμακο, το METHYLOCK, μου είχε προκαλέσει απλώς μια ευφορία. Ότι στην πραγματικότητα είχε δράσει σαν κάποιο ναρκωτικό και γι’ αυτό είχα προσπαθήσει να φέρω στη σκέψη μου κάποια δυσάρεστη ανάμνηση. Η αποτυχία μου με είχε κάνει ακόμα πιο χαρούμενο.

 

Τέλος στις δυσάρεστες αναμνήσεις, είχα φωνάξει από μέσα μου, τέλος στην κατήφεια, τέλος στη στενοχώρια. Ένιωθα παντοδύναμος. Όλες οι αναμνήσεις που με έκαναν να νιώθω δυσάρεστη αμηχανία, ντροπή, λύπη, αποτελούσαν οριστικό και αμετάκλητο –με την κυριολεκτική σημασία της λέξης- παρελθόν. Από εδώ και πέρα θα μπορούσα να θυμηθώ αποκλειστικά ένα παρελθόν ευχάριστο, χαρούμενο, φωτεινό. Στο πρόσωπό μου θα διαγραφόταν πάντοτε ένα χαμόγελο και κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε να μου το αφαιρέσει.

 

Αρκετά είχα λυπηθεί, αρκετά είχα ντραπεί, αρκετά είχα μετανιώσει για πράξεις μου, τις οποίες, όπως και κάθε άνθρωπος είχα κάνει σε στιγμές αδυναμίας και λάθος κρίσεως. Μπροστά μου διέκρινα ένα μέλλον γεμάτο χαμόγελα, όπως και πίσω μου θα έμενε ένα παρελθόν χωρίς λάθη, χωρίς αρνητικές πλευρές.

 

Ο καιρός περνούσε κι εγώ φρόντιζα να λαμβάνω την καθημερινή προβλεπόμενη δόση του φαρμάκου μου. Οι γιατροί με είχαν διαβεβαιώσει ότι η κύρια ουσία ήταν δοκιμασμένη επαρκώς και δεν υπήρχαν σοβαρές παρενέργειες. Η μετυραπόνη είχε την ικανότητα να μειώνει την ορμόνη του στρες, η οποία με τη σειρά της ήταν η κύρια αιτία ανάκλησης των άσχημων αναμνήσεων. Οι υπόλοιπες αναμνήσεις δεν επηρεάζονταν.

 

Όλα κυλούσαν φυσιολογικά ή τουλάχιστον αυτό πίστευα γιατί ό,τι κι αν συνέβαινε εγώ δεν μπορούσα να διακρίνω κάποια αρνητική πλευρά.

 

Όλα αυτά άλλαξαν όταν μια ωραία ημέρα βρέθηκα ξαφνικά και χωρίς κάποια ιδιαίτερη αιτία -απ’ όσο θυμάμαι τουλάχιστον- στο δρόμο, γυμνός, να φωνάζω σε κάθε άνθρωπο που συναντούσα πόσο όμορφος και καλός ήταν και πόσο θα ήθελα να τον κάνω φίλο μου και να προσπαθώ να αγκαλιάσω τους πάντες, ακόμα και τους αστυνομικούς και τους τραυματιοφορείς που εμφανίστηκαν λίγα λεπτά αργότερα.

 

Είχαν περάσει δύο χρόνια αφού ξεκίνησα το METHYLOCK όταν βρέθηκα στην ψυχιατρική κλινική. Ο γιατρός που με εξέτασε μου είχε πει ότι δεν χώραγε αμφιβολία για το τι μου είχε συμβεί και γιατί. Ταυτόχρονα με την απώλεια των άσχημων αναμνήσεων, είχα χάσει και κάθε ικανότητα να μαθαίνω από τα λάθη μου. Ήταν θέμα χρόνου να χάσω κάθε μέτρο στις επαφές μου με τους συνανθρώπους μου και να επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη κάθε ημέρα. Δεν θυμόμουν ποτέ πράξεις μου με τις οποίες πρόσβαλα άλλους ή τους στενοχωρούσα. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ σύντομα να απομακρύνω κάθε φίλο και γνωστό μου.

 

Σήμερα είμαι και πάλι καλά. Έχω αποτοξινωθεί και ζω ξανά τη ζωή μου εκτός κλινικής. Δεν θυμάμαι και πολλά από τη ζωή μου πριν την κλινική, αλλά θυμάμαι πολύ καθαρά όλα όσα συνέβησαν εντός της και ντρέπομαι για τις πράξεις μου.

 

Κάθε μέρα φέρνω στη θύμησή μου αυτές τις άσχημες και οδυνηρές αναμνήσεις και πάντοτε χαμογελώ.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Μάγος Ολεγόμαχ

 

«Σε μια χώρα πολύ μακριά από εδώ, όμως ταυτόχρονα και πολύ κοντά σε μας, ζούσε ένας περίεργος λαός. Ένας λαός που δεν ήξερε τι θα πει δυστυχία και μελαγχολία. Ένας λαός που ζούσε την κάθε στιγμή, γελούσε, τραγουδούσε. Όσο παλιά κι αν ανέτρεχαν οι ιστορικοί τους, δεν μπορούσαν να βρουν κάποια εποχή που να μην ήταν έτσι τα πράγματα.

 

»Προ αμνημονεύτων χρόνων, λοιπόν, τόσο παλιά που ούτε τα παλιότερα βιβλία δεν μπορούσαν να διηγηθούν, έφτασε στη χώρα αυτή, τη Χώρα του Γέλιου όπως την είχαν ονομάσει –και μάντεψε γιατί- ένας νεαρός μάγος. Ολεγόμαχ ήταν το όνομά του και η δύναμή του όλη βρισκόταν στο χαμόγελό του.

 

»Λέγεται, λοιπόν, πως ο Ολεγόμαχ έψαχνε να βρει μια χώρα για να εγκατασταθεί, μια χώρα όπου θα ήταν ευτυχισμένος, με ανθρώπους χαρούμενους γύρω του. Ήθελε να ξεφύγει από τη μιζέρια του κόσμου και δεν τον αδικώ καθόλου γι’αυτό. Έτσι, σε κάθε χώρα που πήγαινε, σε κάθε πόλη, δοκίμαζε να δει πώς θα αντιδρούσαν οι κάτοικοι στις δυνάμεις του, στο χαμόγελό του.

 

»Κάποιοι τον κοίταζαν να τους χαμογελάει, απορούσαν, έκαναν μια κίνηση σαν να τον θεωρούσαν τρελό (άλλοι σταυροκοπιόνταν, άλλοι έπιαναν το μέτωπό τους, άλλοι έκρυβαν τα μάτια τους) και άλλαζαν δρόμο. Αυτού του είδους τα πλάσαμτα δεν ήταν λίγα, ήταν πάρα πολλά. Γι’αυτό, ο Ολεγόμαχ στενοχωριόταν, αλλά προσπαθούσε να τους δικαιολογήσει, γιατί στις κοινωνίες τους δεν είχαν συνηθίσει να έχουν επαφή με αγνώστους. Ούτε καν ένα χαμόγελο δεν αντάλασσαν.

 

»Αυτό έκανε τον Ολεγόμαχ να απορεί, αλλά το ξεχνούσε κάθε φορά που τα μάγια του έπιαναν τόπο. Αυτές ήταν οι φορές που τα πλάσματα που είχε απέναντί του, είτε ήταν άνθρωποι, είτε όχι, του ανταπέδιδαν το χαμόγελο. Κάποιοι μάλιστα του χάριζαν ένα χαμόγελο πιο πλατύ κι απ’το δικό του –και πίστεψέ με, ο Ολεγόμαχ είχε ένα τεράστιο χαμόγελο».

 

«Πόσο τεράστιο, παππού;»

 

«Πολύ μεγάλο, μικρή μου. Κάτσε τώρα φρόνιμη, να συνεχίσω την ιστορία».

 

«Δηλαδή δεν είναι παραμύθι;»

 

«Όχι, γλυκιά μου, είναι πραγματική η ιστορία αυτή. Περίμενε λίγο και θα δεις.

 

»Ο Ολεγόμαχ, λοιπόν, γινόταν όλο και πιο ισχυρός όσο περνούσαν τα χρόνια και τα μάγια του απέδιδαν καρπούς. Και περπατούσε και περπατούσε, μπορώ να σου κιόλας πως πετούσε ακόμα, και όλο και περνούσε από πολιτείες και χωριά, από χώρες και νησιά. Αλλά ποτέ δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε...Ώσπου...

 

»Έφτασε κάποια στιγμή στη Χώρα του Γέλιου. Τότε, βέβαια, δε λεγόταν έτσι. Τότε είχε ένα τελείως διαφορετικό όνομα και μάλιστα, ακούγοντάς το, ο Ολεγόμαχ κόντεψε να την προσπεράσει. Μίζερι ήταν το όνομα της χώρας και την κυβερνούσε ένας στριμμένος Βασιλιάς που νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του και τον έλεγαν κι εκείνον Μίζερι. Ο Βασιλιάς Μίζερι, λοιπόν, υποδέχτηκε από περιέργεια τον τότε νεαρό μάγο και του ανέθεσε την αποστολή να κάνει τους γελωτοποιούς του ξεκαρδιστικούς.

 

»Δε θα είναι δύσκολο, σκέφτηκε τότε ο Ολεγόμαχ, αλλά με το που είδε τους γελωτοποιούς τα έχασε.

 

»Δεν είχε ξαναδεί ανθρώπους τόσο μουρτζούφληδες και τόσο μίζερους. Αντί να σκορπίζουν γύρω τους το γέλιο και τη χαρά, αυτοί απορροφούσαν οποιοδήποτε θετικό συναίσθημα άγγιζε την περιοχή τους. Δεν ήταν να απορεί κανείς που όλοι οι κάτοικοι ήταν τόσο μίζεροι που η χώρα τους είχε πάρει το ίδιο όνομα.

 

»Έχοντας επισκεφθεί τόσα μέρη και ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο ο Ολεγόμαχ κατάλαβε κατ’ευθείαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί. Σίγουρα κάποιος Μάγος των Δακρύων είχε βάλει το χεράκι του σε όλο αυτό.

 

»Ψάχνοντας στις εγκαταλελειμένες βιβλιοθήκες της πρωτεύουσας, ξεσκονίζοντας τις γνώσεις που είχαν μαζευτεί στο μυαλό του και ερευνώντας ακόμα και το τελευταίο υπόγειο του παλατιού του Βασιλιά, ο Ολεγόμαχ κατάφερε να βάλει σε μια τάξη τα γεγονότα. Βασισμένος σε αυτά, σκέφτηκε ένα σχέδιο, αλλά προτού το θέσει σε εφαρμογή, έπρεπε να σιγουρευτεί πως όσα είχε καταλάβει ήταν σωστά.

 

»Έτσι, κίνησε να βρει το Βασιλιά Μίζερι, που καθόταν στον γκρεμισμένο σχεδόν θρόνο του, βυθισμένος στις συνήθεις μίζερες σκέψεις του.

 

»Βασιλιά, έχω κάποια νέα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε οι δυο μας, τον ρώτησε.

 

»Μπορείς να μου μιλήσεις ελεύθερα, του απάντησε εκείνος, κατσούφης ως συνήθως.

 

»Βασιλιά, θα ήθελα να κάνουμε μια βόλτα έξω, στον κήπο. Νομίζω θα είναι καλύτερα, επέμεινε ο Ολεγόμαχ, με ένα ακαταμάχητο χαμόγελο κι ένα βλέμμα που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

 

»Καλώς, υποχώρησε ο Βασιλιάς, αν και μόνο καλό δεν έδειχνε το βαριεστημένο βλέμμα του.

 

»Μόλις έφτασαν στον κήπο, κάτω απ’τον ήλιο, που φαινόταν κι αυτός κάπως θαμπός, ο Ολεγόμαχ ρώτησε τον Βασιλιά για την κόρη του.

 

»Την κόρη μου; Ποια κόρη μου; Ο Βασιλιάς φαινόταν να τα’χει χαμένα.

 

»Είχατε μια κόρη πριν από χρόνια. Τι απέγινε;

 

»Ο Βασιλιάς Μίζερι εξακολουθούσε να τα έχει χαμένα. Μέχρι που το βλέμμα του έπεσε στις κοντινές τριανταφυλλιές. Ανάμεσα σε όλα τα ξεραμένα φύλλα και άνθη, ξεπρόβαλλε δειλά ένα πανέμορφο, κατακόκκινο ρόδο. Τότε φάνηκε σα να ξύπνησε από λήθαργο και οι αναμνήσεις κατέκλυσαν την πονεμένη του καρδιά.

 

»Αυτό το τριαντάφυλλο μού θυμίζει τα ροδαλά μάγουλα και τα άλικα χείλη της κόρης μου, της πολυαγαπημένης μου κορούλας, που είναι τόσα χρόνια αιχμάλωτη...

 

»Του Μάγου των Δακρύων, συμπλήρωσε ο νεαρός μάγος.

 

»Ναι, του Υρκάδ. Αλλά πώς το ήξερες εσύ;

 

»Έκανα την έρευνά μου, χαμογέλασε ο Ολεγόμαχ. Αυτός ήταν, λοιπόν, που σου έστειλε τους υποτιθέμενους γελοτωποιούς και σε ανάγκασε να τους δεχτείς, αν δεν ήθελες να πάθει κακό η κόρη σου, σωστά;

 

»Μάλιστα, απάντησε ο Βασιλιάς, ολοένα και πιο πολύ ξαφιασμένος που ο φιλοξενούμενός του ήξερε τόσα πολλά.

 

»Ξέρετε, λοιπόν, αν η Πριγκίπισσα Ροδαλή είναι ακόμα ζωντανή; Ξέρετε αν ακόμα αρνείται να τον παντρευτεί;

 

»Είμαι σίγουρος ότι δεν την έχει μεταπείσει ακόμα, τον βεβαίωσε ο Βασιλιάς Μίζερι.

 

»Ίσως τότε προλαβαίνουμε να τη σώσουμε ακόμα!

 

»Έτσι, ο Ολεγόμαχ πήρε τη μεγάλη απόφαση να σώσει την Πριγκίπισσα, αλλά και τη χώρα από τον Μάγο των Δακρύων, τον Υρκάδ. Με το ακαταμάχητο χαμόγελό του, που είχε κερδίσει σε δύναμη όλον αυτόν τον καιρό που το χρησιμοποιούσε, ο Ολεγόμαχ κατάφερε να βρει το μέρος όπου έμενε ο Υρκάδ.

 

»Καθώς μόνο μια κατά μέτωπο επίθεση θα είχε αποτέλεσμα, ο Ολεγόμαχ αποφάσισε να ζητήσει ακρόαση από τον Άρχοντα του Πύργου των Δακρύων, από τον ίδιο τον Μάγο Υρκάδ. Δεν ήξερε ακόμα πώς θα μπορούσε να νικήσει, σε περίπτωση που μονομαχούσαν, αλλά εμπιστευόταν την έμπνευση που θα του ερχόταν εκείνη τη στιγμή.

 

»Ποιός με ζητάει και γιατί;

 

»Η μεγαλόπρεπη φωνή που ακούστηκε, προερχόταν από έναν κοντό και μάλλον χοντρό ανθρωπάκο με αστείο, μυτερό μουστάκι.

 

»Εγώ σε ζητάω, αφέντη, είπε ο Ολεγόμαχ, χωρίς να μπορεί να κρύψει ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. Είχα μια μεγάλη περιέργεια να γνωρίσω την εξοχότητά σας και θα ήθελα να σας ζητήσω να μου κάνετε μια χάρη.

 

»Τι χάρη μπορώ να κάνω σε έναν ταπεινό σαν και του λόγου σου; Ο Μάγος Υρκάδ κορδωτός-κορδωτός δεν μπορούσε να φανταστεί τι τον περίμενε στη συνέχεια...»

 

«Τι τον περίμενε; Τι;»

 

«Θα μάθεις αμέσως, μικρή μου. Μη βιάζεσαι!»

 

»Ο Ολεγόμαχ, λοιπόν, εξήγησε στον Υρκάδ ποια ήταν η χάρη που ήθελε.

 

»Θα ήθελα πολύ να δω από κοντά τις υπερδυνάμεις σας. Θα μπορούσατε να μου κάνετε μια επίδειξη των ικανοτήτων σας;

 

»Φυσικά, τσίμπησε ο Υρκάδ.

 

»Θα προτιμούσα, όμως, να μην είμαστε σε μέρος που να έχει ήλιο. Μπορούμε να πάμε στο πιο υπόγειο κελί που έχετε, στο πιο ανήλιαγο μέρος, χωρίς εξόδους χωρίς τίποτα; Θα ήθελα να ζήσω τις δυνάμεις σας σε όλο τους το μεγαλείο.

 

»Βεβαίως, συμφώνησε ο Υρκάντ, χωρίς να υποψιάζεται στιγμή τα σχέδια του Μάγου που είχε απέναντί του.

 

»Έτσι, ο Υρκάδ διέταξε τους υπηκόους του να μην τον ενοχλήσουν καθόλου και οδήγησε τον Ολεγόμαχ σε μια κλειστή, υπόγεια δεξαμενή. Εκεί, ο Υρκάδ έπιασε δουλειά και αμέσως ο Ολεγόμαχ άρχισε να κλαίει και να κλαίει και να κλαίει...»

 

«Και; Τι έγινε ύστερα;»

 

«Η δεξαμενή γέμισε από τα δάκρυα του Ολεγόμαχ, που ήταν δάκρυα χαράς, χάρη στη δική του δύναμη, κι έτσι ο Υρκάδ κάηκε όταν ήρθε σε επαφή μαζί τους».

 

«Κι έτσι σώθηκε η Πριγκιποπούλα;»

 

«Ναι, Ροδούλα μου. Έτσι σώθηκε η Πριγκίπισσα Ροδαλή και την παντρεύτηκε ο Ολεγόμαχ και από τότε ζουν ευτυχισμένοι στο βασίλειό τους, τη Χώρα της Χαράς. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους, όμως, συνεχίζουν την αποστολή του Ολεγόμαχ, να χαρίζουν το χαμόγελο και το γέλιο σε όλα τα πλάσματα, ανθρώπους και ζώα».

 

«Παππού...»

 

«Ναι, μικρή μου!»

 

«Είσαι κι εσύ ένα από τα παιδιά τους;»

 

«Εσύ τι πιστεύεις;» ρώτησε ο παππούς χαμογελώντας πίσω από τα μουστάκια του.

 

 

Edited by Lady Nina

Share this post


Link to post
Share on other sites
Soul_walker

Κλέφτης Τριγώνων

Οι δολοφονίες ήταν και θα είναι ένα συχνό φαινόμενο στην Πόλη, μια γνώση που ο Ανδρέας υποθετικά είχε υιοθετήσει όταν έκανε αίτηση για να μπει στο σώμα προστασίας. Παρόλα αυτά η προσπάθεια του να παραμείνει ήρεμος φαινόταν ολόκληρο βουνό όταν μπήκε στο δωμάτιο του τελευταίου θύματος του Διαμελιστή. Αυτή την φορά το νεκρό σώμα δεν ήταν απλά χωρισμένο σε κομμάτια με κάποια μέρη του να λείπουν χαμένα κάπου μέσα στα σοκάκια της πόλης, το θύμα βρισκόταν παντού στο καθιστικό του σπιτιού της.

Σάρκες κρέμονταν από το ταβάνι και τα έπιπλα, το αίμα της είχε ποτίσει τα χαλιά και τον καναπέ, ενώ το πρόσωπο της ήταν σπασμένο και χωρισμένο σε μικρά κομμάτια αφημένα πάνω σε κάδρα και μέσα στο τζάκι.

 

Ο Ανδρέας προσπάθησε αλλά τελικά ήταν η μυρωδιά που τον έκανε να βρωμίσει την σκηνή του εγκλήματος με ότι είχε φάει από το μεσημέρι.

Φοβερά ντροπιασμένος ο αρχηγός της ομάδας τον έδιωξε από τον χώρο. Έτσι σύντομα κατέληξε στον δρόμο να βρίζει τον εαυτό του καθώς προσπαθούσε να ελέγχει τους κατοίκους που είχαν μαζευτεί για να μάθουν ποιο διαμέρισμα είχε μείνει ακατοίκητο.

 

Μπορεί να ήταν αποτέλεσμα της ντροπής του ή απλά καθαρή συγκυρία όταν κοιτώντας απογοητευμένος το δάπεδο εντόπισε πατημασιές αίματος.

Γεμάτος ερωτήματα – ο δολοφόνος δεν είχε ξανακάνει τέτοια λάθη – αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ενημερώσει τους ανωτέρους.

Ήταν μια αίσθηση εγωισμού που τον έκανε να παραμερίσει την εκπαίδευσή του και χωρίς δεύτερη σκέψη ξεκίνησε να ακολουθεί το νήμα του αίματος στο γκρίζο πεζοδρόμιο.

 

Σύντομα βρισκόταν τρία τετράγωνα μακριά από την σκηνή του φόνου και δυστυχώς οι πατημασιές είχαν ήδη γίνει αχνά σημάδια κόκκινου χρώματος. Ήλπιζε με όλο του το είναι να μην ακολουθούσε πια απλή μπογιά ή και άσχετο μονοπάτι αίματος αλλά δεν σταμάτησε να προχωρά μέχρι που η γραμμή των στοιχείων σταμάτησε απότομα ανάμεσα από δύο κτίρια.

 

Νευριασμένος κλώτσησε τον τοίχο και σκέφτηκε πως έπρεπε να γυρίσει με την ουρά στα σκέλια να ενημερώσει για το γεγονός. Απογοητευμένος αλλά κυριότερα αρρωστημένος με τον ίδιο του τον εαυτό, αποφάσισε να τους αφήσει να περιμένουν, άλλωστε θα τα άκουγε για καιρό πια στο τμήμα.

Έτσι ο Ανδρέας έριξε το βάρος του στον τοίχο και κάθισε για λίγο στο βρόμικο στενό. Κλείνοντας τα μάτια του χάθηκε στο σκοτάδι και στους πολλούς θορύβους της γκρίζας Πόλης.

Εκείνη την στιγμή θα μπορούσαν όλα να έπαιρναν διαφορετική πορεία, μια πιο απλή, πιο σημαντική, πιο συνετή πορεία που θα οδηγούσε στα γνωστά μονοπάτια.

Όλα αυτά αν ο Ανδρέας δεν πιανόταν απροετοίμαστος από έναν ήχο που πολύ απλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει.

Ανοίγοντας τα μάτια του προσπάθησε να δώσει εικόνα στον ήχο. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι τον είχε ξανακούσει αυτόν τον συγκεκριμένο θόρυβο αλλά δεν μπορούσε ακριβώς να βρει την στιγμή της ανάμνησης.

 

Παραξενεμένος προσπάθησε να βρει την πηγή του ήχου και γρήγορα κατάλαβε πως ερχόταν από τον δεύτερο όροφο του κτηρίου στην πλάτη του.

Χωρίς καμιά πια σκέψη ο Ανδρέας άρχισε να ακολουθεί τον αχνό ξένο ήχο, μπαίνοντας στο κτήριο και ανεβαίνοντας τρία-τρία τα σκαλιά. Σε λίγες μόνο στιγμές βρισκόταν έξω από το δωμάτιο με τον αριθμό 302.

Σκέφτηκε να χτυπήσει την πόρτα και να ζητήσει άδεια να εισέλθει αλλά ήθελε πολύ να μπει μέσα στο δωμάτιο και η πιθανότητα να μην τον αφήσουν δεν ήταν εκείνη την στιγμή στα θέλω του. Έτσι βγάζοντας το αντικλείδι του ξεκλείδωσε την κλειδαριά και πέρασε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.

 

Αμέσως μια δυσωδία γέμισε τα ρουθούνια του και τυφλά άρχισε να ψάχνει τον κεντρικό παροχέα φωτός. Βρίσκοντάς τον οι αισθήσεις του βρέθηκαν μπροστά σε μια φρικαλέα εικόνα.

Οι τοίχου του δωματίου ήταν γεμάτοι από κομμένα στόματα ανθρώπων, με τα χείλια τους τραβηγμένα στις άκρες και το κάτω μέρος, έτσι ώστε να φαίνονται χαμογελαστά.

Το χειρότερο όμως δεν ήταν αυτό, το ακόμα πιο τρομαχτικό ήταν ότι τα χείλια δεν παρέμεναν ακίνητα-νεκρά στην θέση τους, αλλά κουνιόντουσαν πάνω κάτω βγάζοντας έτσι από το πουθενά τον ήχο που τον είχε μαγέψει.

 

Βρίσκοντας επιτέλους την ανάμνηση της μητέρας του όταν ήταν μικρός βρήκε την λέξη του συναισθήματος, γέλιο.

Το μυαλό του σάλεψε και τότε ένα χέρι τον άρπαξε από το πλάι.

«Σταμάτα είμαι με τον νόμο.»

Πρόλαβε να πει πριν το χέρι τον σφίξει τόσο ώστε να χάσει τις αισθήσεις του.

 

Όταν ο Ανδρέας επανήλθε, το μόνο που μπορούσε πια να κάνει ήταν να γελάει και να χαμογελάει καθώς ένιωθε εκείνο το χέρι να του χαϊδεύει στο στόμα και να απολαμβάνει την αίσθηση που γέμιζε το δωμάτιο.

Edited by Soul_walker

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

TELOS. TO anebazw

 

Ο Κόλπος των Ναυαγίων

Το κάστρο του Έλιοτ δεν είχε φρουρούς. Οι πολεμίστρες δεν είχαν κανόνια, η πύλη του δεν είχε αμπάρες για να κλειδωθεί. Όταν ο κίνδυνος πλησίασε, δεν ακούστηκαν ούτε βούκινα ούτε σήμαντρα από τα έρημα τείχη.

 

Γι’ αυτό και όταν η άσπρη μπάλα του βόλεϊ έσκασε πάνω του με τη μήνη οχτακοσιών πενηνταδώδεκα δράκων, το κάστρο έγινε ένα με την υπόλοιπη αμμουδιά.

 

Η μπάλα κύλησε μακριά, παίρνοντας μαζί της και το χαμόγελο του Έλιοτ.

 

 

 

Μια κοπέλα με μπικίνι ήρθε και μάζεψε την μπάλα, δίχως να δώσει την παραμικρή σημασία στον Έλιοτ. Την παρατήρησε καθώς έφυγε χοροπηδώντας πάνω στην άμμο για να επιστρέψει στην παρέα της. Το δέρμα της ήταν καμένο, τσουρουφλισμένο από τον ήλιο: κάθε μαυριδερός πόρος έμοιαζε να παρακαλάει για καρκίνο. Εκείνη ούτε έδειχνε να ενοχλείται, ούτε έδειχνε διατεθειμένη να καλύψει τίποτα πέρα από μερικά στρατηγικά τετραγωνικά εκατοστά του σώματος της.

 

Ο ίδιος ο Έλιοτ ήταν κάτασπρος, πιο άσπρος κι από το λιωμένο παγωτό βανίλιας που είχε δίπλα του.

 

Πήρε μια ανάσα και ξεκίνησε πάλι. Σκέφτηκε το κάστρο του πριν τον στρόγγυλο χαμό που το είχε χτυπήσει: στο μυαλό του σχηματίστηκαν μεμιάς τα μεγαλοπρεπή δωμάτια του άδεια από τον ενοχλητικό κόσμο αλλά πανέμορφα, τους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του, τις σάλες, τα μπαλκόνια.

 

Πανέμορφο και έρημο. Το χαμόγελο του Έλιοτ επέστρεφε αργά. Το έβλεπε ξανά και καθώς έκλεισε τα μάτια του, το είδε. Η άμμος μπροστά του άρχισε να σαλεύει.

Η μπάλα αυτή τη φορά τον χτύπησε στο κεφάλι. Το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο.

 

«Ωχ, συγγνώμη, σας χτύπησα;»

Δεν τον ενόχλησε η ηλίθια ερώτηση. Είχε χρόνια τώρα αποδεχτεί την ανθρώπινη βλακεία, αστείρευτη σαν τα κύματα που έσκαγαν στην παραλία του. Το γέλιο τους ήταν το χειρότερο. Το ηλίθιο αστραφτερό χαμόγελο στα πρόσωπά τους.

 

Η καψαλισμένη τουρίστρια έφυγε χωρίς να περιμένει την προφανή απάντηση. Οι υπόλοιποι ακόμη γελούσαν. Και δεν ήταν καν οι μόνοι.

 

Παντού γύρω του, παρέες-παρέες από τουρίστες και λουόμενους γελούσαν. Εκατοντάδες κόσμου– χιλιάδες κόσμου πια, σκέφτηκε, καθώς τα μάτια του περιπλανήθηκαν ως τις άκρες της παραλίας χιλιόμετρα μακριά –γέμιζαν και πατούσαν την άμμο με τα βρωμόποδά τους. Όλοι τους με το χρώμα ξεροψημένων μπισκότων και με τα ηλίθια χαμόγελα στις φάτσες τους. Τα φάλτσα γέλια που γρατζουνούσαν τα αυτιά του – από τους μεγάλους κι από τα μικρά σκασμένα που έσερναν μαζί τους – έμοιαζαν με τσιρίδες.

 

Το κάστρο στο νου του σκίστηκε από εκείνες τις τσιρίδες. Ο άνθρωπος, και η εντροπία που κουβαλούσε όπου πήγαινε, ήταν αυτό που στεκόταν ανάμεσα στην ομορφιά και στο χάος. Η συγκέντρωση του εξανεμίστηκε. Όχι, δε θα μπορούσε να ξαναχτίσει το κάστρο του. Όχι με τόση εξοργιστική φασαρία.

 

Ίσως κάτι πιο εύκολο, κάτι για εξάσκηση…

 

Προτού ο κόλπος των Ναυαγίων γίνει δημοφιλής για τη γαλάζια σημαία του, ήταν διαβόητος για τους ύφαλους και τα ύπουλα ρεύματα που τραβούσαν τα καΐκια πάνω τους. Οι άκρες του σχημάτιζαν ένα σχεδόν τέλειο ημισφαίριο που δεχόταν το καταγάλανο νερό σαν ακριβό ποτήρι μέσα του. Εκείνο το υπέροχο χαμόγελο όμως είχε κοφτερά δόντια και έκρυβε κινδύνους κάτω από το γαλάζιο του, που τα ανθρώπινα μάτια δεν μπορούσαν να πιάσουν. Τα βράχια έσκιζαν τα πλοία και οι ναύτες είχαν τουλάχιστον μια υπέροχη θέα να θυμούνται προτού τους τραβήξει ο βυθός στη σκουριασμένη συλλογή του.

 

Ο Έλιοτ, τη λάτρευε αυτή την ιστορία. Το μέρος, το σπίτι του για γενιές τώρα, πολεμούσε. Αλλά δυστυχώς αυτό δεν έμοιαζε να φτάνει. Τα σπίτια και τα εξοχικά, σαν μια μολυσματική ασθένεια, είχαν καταλύσει τον τόπο, τα πιο κοντινά μόλις μερικά μέτρα από την αμμουδιά, και οι χαμογελαστοί βλάκες που έψηναν λουκάνικα και κατέβαζαν μπύρες έδειχναν παντελώς ανίδεοι για τη ζημιά που προκαλούσαν.

 

Η μπάλα έσκασε ξανά πάνω του, στην πλάτη του αυτή τη φορά. Ένα κόκκινο σημάδι σαν τσίμπημα μέδουσας σχηματίστηκε πάνω στο γαλακτερό δέρμα.

 

Ούτε συγνώμη, ούτε ερώτηση αυτή τη φορά. Τα γέλια ήταν εκεί, οι φάλτσες δοξαριές στα αυτιά του, από την παρέα που έπαιζε βόλεϊ – αφού η εικόνα του αλμπίνου που παίζει με την άμμο τους είχε φανεί ξεκαρδιστική, τα απανωτά χτυπήματα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα φαντασίας κωμωδών. Δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

 

Τα χέρια του χώθηκαν ανάμεσα στα εκατομμύρια σωματίδια βράχου και ορυκτών: προσπάθησε να αφαιρέσει τις τσιρίδες και τα γέλια από τα αυτιά του, προσπάθησε να σβήσει τα χαμογελαστά καμένα πρόσωπα πίσω από τα βλέφαρα του. Τα έβλεπε μέσα στον πράσινο τάφο τους, σκουριασμένα και τόσο όμορφα εγκαταλελειμμένα. Δεκάδες πλοία, αφημένα στον πάτο, ανέγγιχτα, ελεύθερα πια από το ανθρώπινο μίασμα. Το μέταλλο και το ξύλο, δοσμένο πίσω στη φύση.

 

Άραγε όλοι αυτοί οι ηλίθιοι καταλάβαιναν πως ο φυσικός πλούτος του κόλπου άνηκε στα θρεπτικότατα κουφάρια αιώνων;

 

Όταν η μπάλα έσκασε για τρίτη φορά πάνω του, και τα γέλια τους τρύπησαν τις άμυνες του Έλιοτ, τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Ναι, το έκαναν επίτηδες. Ναι, τους φαινόταν αστείο μέχρι θανάτου.

 

Δεν θα το είχαν κάνει αν είχαν το δικό του χαμόγελο, ωχρό και πλατύ από το ένα λευκό λοβό ως τον άλλο, καθώς στεκόταν πάνω από τα δημιουργήματά του.

Δεν θα το είχαν κάνει αν είχαν δει τα δεκάδες πλοία από άμμο που είχαν σχηματιστεί μπροστά του, τέλεια, ίδια μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια με τη συλλογή που είχε ο βυθός μπροστά του.

 

Τα χέρια του ήταν ακόμη μέσα στην άμμο. Σιγά-σιγά, τα δάχτυλα του άρχισαν να κουνιούνται, σαλεύοντάς την. Σαλεύοντας τα πλοία.

 

Κι αυτά, υπάκουσαν, και το βογκητό του νεκρού μέταλλου έτρεξε μέσα στα σκοτεινά νερά.

 

 

Στα βαθιά του κόλπου, σκούρα πλοκάμια έσπασαν την επιφάνεια των κυμάτων. Ντουζίνες, κίνησαν προς τα έξω, προς τον ηλίθιο χαμογελαστό κόσμο. Τους πήρε λίγη ώρα να τα προσέξουν. Όταν χούφτες από λουόμενους τινάχτηκαν δεκάδες μέτρα πάνω από το νερό και τα γέλια έγιναν ουρλιαχτά… τότε άρχισαν να τα προσέχουν.

 

Τα ουρλιαχτά ήταν μια μελωδία στα αυτιά του. Αλλά δεν ήταν το καλύτερο κομμάτι. Τα «πλοκάμια», σκουριασμένα καλώδια από τα ψαροκάϊκα που περίμεναν καιρό την ψαριά τους, μάζευαν τον κόσμο, σαν τσαμπιά από σταφύλια. Και τα σταφύλια ούρλιαζαν πανικοβλημένα κι έχυναν τους χυμούς τους καθώς μαζεύονταν όλο και περισσότερα γύρω τους. Τα βίντσια και τα σίδερα στις άκρες άρπαζαν ζουμερή καψαλισμένη σάρκα. Κι όπου δεν άρπαζαν, κάρφωναν. Κι όπου δεν κάρφωναν, έσφιγγαν, ώσπου σε λίγα μόλις λεπτά υπέροχης υστερίας, Ένα τσούρμο από τεράστιους ανθρώπινους μπόγους χόρευε πάνω από τα κατακόκκινα νερά του κόλπου.

 

Αλλά ούτε αυτό ήταν το καλύτερο κομμάτι. Αυτό ήταν όταν οι ανθρώπινοι μπόγοι έγιναν ανθρώπινες μπάλες. Τα σύρματα τινάχτηκαν και κάθεμια μπάλα –αποτελούμενες από εκατοντάδες κόσμου – άρχισε να σκάει πάνω στα εξοχικά. Τόνοι ανθρώπων μετέτρεπαν τα οικοδομήματα σε ματωμένες πέτρες και ξύλα, και πλαστικό και . Το εκπληκτικό ήταν πως ακούγονταν ακόμη τσιρίδες –τόσο ίδιες με τα γέλια τους, τόσο ίδιες – αλλά όταν και τα τελευταία σπίτια έγιναν ένα με το χώμα, και οι μπάλες ανθρώπων έγιναν μπάλες σάρκας και οστών, τότε τα χαμόγελα έσβησαν και μαζί τους έσβησε και η φασαρία.

 

Και ο Έλιοτ, ευχαριστημένος, έβγαλε τα χέρια από την άμμο και άφησε τα πλοία να ησυχάσουν. Ο ήχος των κυμάτων –γυάλιζαν σαν στοίβες από ρουμπίνια στον καυτό ήλιο – τον ηρεμούσε. Ήταν ώρα να ξαναχτίσει το κάστρο του.

Το χαμόγελο του Έλιοτ.doc

Edited by Mesmer

Share this post


Link to post
Share on other sites
NIKANTHI

ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ

 

 

 

 

 

Ένα ηδονικό χαμόγελο τον είχε κατακλίσει. Έφτασε επιτέλους η ώρα να πάρει την εκδίκηση του. Τον έβλεπε που τον είχε δεμένο, φιμωμένο πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Έβλεπε τα σύνεργα του, τα χειρουργικά εργαλεία του. Κοιτούσε το ρολόι στο τοίχο. Σε πέντε λεπτά, όχι σε τέσσερα.

 

Εκείνος ήταν λιπόθυμος. Ήταν τυχερός, δεν ήξερε τη τον περίμενε, όμως θα το μάθαινε σε λίγο. Θα μάθαινε τα πάντα.

 

Τρία λεπτά.

 

Κοιτούσε τους δείκτες του ρολογιού. Κοιτούσε τα δευτερόλεπτα μετρώντας τις στιγμές που θα άνοιγε τα μάτια του που θα τον έβλεπε να τινάζεται εκλιπαρώντας για την ζωή του ναι θα παρακαλεί αυτή είναι η σωστή λέξη θα παρακαλεί για την ζωή του

 

τη θα του έλεγε. Χα. Ήξερε πολύ καλά τη θα του έλεγε, ότι είναι αθώος, Ναι είμαι αθώος. Κάνεις λάθος. Τι είναι αυτά που λες, κάνεις λάθος. Άσε με να φύγω. Ναι. έτσι θα του μιλούσε, και μετά θα τον πλησίαζε και θα έπαιρνε το νυστέρι. θα του χάιδευε τα αρχιδια με το νυστέρι. Αυτός δεν θα του τα έγλυφε όπως η ψολα, μόνο θα τον χάιδευε. θα τον έβλεπε να ιδρώνει. Να συσπάτε από ηδονή, από φόβο δεν είχε σημασία. Σημασία είχε να σπαρταρά σαν το χέλι. Αυτό θα έβλεπε και όλο θα χαμογελούσε . Στιγμή δεν σταμάτησε να χαμογελάει, από την ώρα που του έριξε εκείνα τα μπλε χαπάκια μέσα στο ουίσκι του. Εκείνα τα θαυματουργά μπλε χαπάκια και τώρα είναι αναίσθητος, είναι ξαπλωμένος στο χειρουργικό τραπέζι. Είναι όλος δικός του, όχι της γυναίκας του αλλά δικός του.

 

δυο λεπτά

 

Φόρεσε τα γάντια, ακούστηκε ο ήχος από το λάστιχο που τεντώθηκε πάνω στο χέρι του. Το πρόσωπο του έλαμπε, όπως θα έλαμπε και του καριολη την ώρα πηδούσε το μουνί τις γυναίκας του. Το μουνί που έφερε στον κόσμο το παιδί του

 

αυτήν ήξερε πώς θα την τιμωρήσει, αλλά ακόμα δεν ήρθε η ώρα. Θα έκανε υπομονή όπως και έκανε τόσο καιρό. Σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο μέχρι να πάρει την εκδίκηση του, τότε έκλεγε τώρα όμως χαμογελούσε.

 

και θα χαμογελούσε όταν έβλεπε την αντίδραση της γυναίκας του, όταν θα την έλεγε η κουμπαρα ότι ο άντρας της βρέθηκε νεκρός. θα το απολάμβανε. Θεέ μου πόσο θα το απολάμβανε. θα την έβλεπε να τρέμει, βλέποντας η θλίψη της να μετατρέπεται σε τρόμο, όταν θα ερχόταν οι αστυνομία να την ρωτήσει αν ήξερε τίποτα για την υπόθεση. Οχι θα έλεγε φυσικά. Θα έλεγε όχι, τη να πει ότι πηδιόταν με τον κουμπάρο, δεν νομίζω. Οχι δεν το νομίζω. Τις άρεζε το γκαυλη του ναι ,αλλά ήθελε να έχει τον άντρα της να την φέρνει λεφτά στο σπίτι. Πώς αλλιώς θα ήταν όμορφη, πώς αλλιώς θα έχει σφικτό κολο για να στήνεται στα τέσσερα και ο μαλακας δούλευε, δηλαδή εγώ. Δούλευε για να έχει αυτή ωραίο κολο και να στήνεται στα τέσσερα.

 

ένα λεπτό

 

Δεν άντεχε άλλο πήρε την σιρηγγκα και τον πλησίας,ε η ένεση αδρεναλίνης θα τον συνέφερε. Δεν ύπαρχε πιθανότητα να μην τον συνεφέρει, και όλο θα χαμογελούσε τότε θα χαμογελούσε πραγματικά. Τόσο καιρό προσποιούταν, αλλά τώρα ναι. Τώρα έφτασε η ώρα του να χαμογελάσει πραγματικά.

 

Επιασε το μπράτσο του και του κάρφωσε την βελόνα, εκείνος δεν κινήθηκε. Έπιασε τον σφυγμό του. και έσβησε το χαμόγελο του .

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..